← Κύπρος

Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. ΜΕΛΚΑΡΘ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19139/12, 7/5/2015

Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. ΜΕΛΚΑΡΘ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19139/12, 7/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - ΠΑΝΑΓΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19139/12 Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού, Κατηγορούσας αρχής εναντίον

  1. ΜΕΛΚΑΡΘ ΛΤΔ, αρ. Η.Ε. 204068
  2. Bilyant Mustafov, σύμβουλου, Διαβ. Αρ.608317839
  3. Γιώργου Ξυστούρη, διευθυντή Κατηγορουμένων ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 07/05/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κος. Σώζος Α. Πούγιουρος Για τον κατηγορούμενο : κα. Ευσταθίου Κατηγορούμενος : παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε εναντίον 3 προσώπων. Ακολούθως στις 25/2/2014 η υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 απορρίφθηκε με αποτέλεσμα η ακροαματική διαδικασία να διεξαχθεί αποκλειστικά για τον κατηγορούμενο 3 ο οποίος αντιμετωπίζει την κατηγορία που αφορά το αδίκημα της λειτουργίας κέντρου αναψυχής άνευ άδειας παρά του Διοικητικού Συμβουλίου του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας ήτοι του Περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου 29/85, άρθρα 2, 5, 6, 16 και 18

(1)(β)
(2)
(5)και των Περί Κέντρων αναψυχής κανονισμών Κ.Δ.Π. 265/85 του άρθρου 3 του Περί Αυξήσεως των Ποινών Νόμου και του άρθρου 20 του Κεφ.154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών ο κατηγορούμενος 3 (στο εξής καλούμενος «ο κατηγορούμενος») την 08/06/2012 λειτουργούσε και συνεχίζει να λειτουργεί το κέντρο αναψυχής γνωστό ως «ΛΥΣΙΩΤΙΚΗ ΣΟΥΒΛΑ» στην οδό Σπύρου Κυπριανού 55 στην Πάνω Γερμασόγεια, χωρίς να εξασφαλίσει εκ των προτέρων την σχετική άδεια λειτουργίας από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο κ. Σάββας Παφίτης. Ανέφερε ότι εργάζεται στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού από το 1989 στην θέση του επιθεωρητή κέντρων αναψυχής, ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, τουριστικών καταλυμάτων και τουριστικών γραφείων. Ανέφερε ότι στις 08/06/2012 επισκέφθηκε το υποστατικό με την επωνυμία «Λυσιώτικη Σούβλα» και διαπίστωσε ότι αυτό λειτουργούσε χωρίς άδεια από τον ΚΟΤ. Κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του, η οποία βρίσκεται αυτούσια ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναληφθεί επακριβώς, αναφέρθηκε στο τι εντόπισε εντός του υποστατικού, τον αριθμό των ατόμων που κάθονταν και τι αυτοί κατανάλωναν καθώς επίσης και την διαρρύθμιση του χώρου από άποψη διαχωρισμού και επίπλων. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι τον βρήκε εντός του καταστήματος και τον ενημέρωσε ότι θα προέβαινε σε καταγγελία γιατί δεν κατείχε άδεια λειτουργίας από τον ΚΟΤ ενώ παράλληλα κάθισαν δίπλα από την ταμειακή μηχανή από την οποία εκδίδονταν αποδείξεις σε πελάτες, ενώ ξεκαθάρισε ότι τις αποδείξεις δεν τις εξέδωσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος αλλά ταμίας που υπήρχε εκεί. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 ο κατηγορούμενος σε όσο χρόνο αυτός ήταν εκεί έδιδε οδηγίες στο προσωπικό αναφορικά με το μπουφέ, την υπηρεσία διανομής και το take-away. Ακολούθως έκδωσε το δελτίο επιθεώρησης και το υπέγραψε ο κατηγορούμενος. (Τεκμήριο 1). Μετά την αναλυτική περιγραφή του χώρου εστίασης ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στην ερώτηση του ποιος ήταν ο υπεύθυνος λειτουργίας του κέντρου, ο κατηγορούμενος του απάντησε ότι ήταν ο ίδιος ενώ ανέφερε ότι από το 2001 δεν εκδόθηκε ξανά άδεια λειτουργίας για το υποστατικό αυτό. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ1 διατύπωσε την θέση και άποψη του για τους κατηγορούμενους 1 και 2 και εξέφρασε την θέση ότι για τους κατηγορούμενους αυτούς η υπόθεση αποσύρθηκε γιατί την συγκεκριμένη ημερομηνία, υπεύθυνος λειτουργίας του υποστατικού ήταν ο κατηγορούμενος ενώ ανέφερε ότι η αναφορά σε διευθυντή στο κατηγορητήριο εννοεί τον κατά νόμο υπεύθυνο του κέντρου εκείνη την ημερομηνία και όχι τον διευθυντή της 1ης κατηγορούμενης. Επέμεινε δε στην θέση του ότι κατά την ημερομηνία επιθεώρησης προέβη σε έλεγχο του υποστατικού συνοδευόμενος από τον κατηγορούμενο. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του στις 27/11/2014, έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως από το εδώλιο του μάρτυρα και καλέσει μάρτυρες Υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει μαρτυρία από το εδώλιο του μάρτυρα και προς τούτο κατέθεσε γραπτή δήλωση για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Δ ενώ κατέθεσε τα Τεκμήρια 3, 4 και
  1. Κατά την κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος έθεσε την θέση του περί του ότι κατά την επίδικη ημερομηνία ήταν ένας απλώς επισκέπτης στο υποστατικό. Ανέφερε ότι στο υποστατικό αυτό εργαζόταν εφόσον τόσο η κατηγορούμενη 1 όσο και η επιχείρηση ήταν δική του από τις 17/7/2007 μέχρι και την 1/6/
  2. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο από τον Ιούνιο του 2010 μέχρι και την 30/4/2012 παρέμεινε σαν μισθωτός υπάλληλος της εταιρείας ενώ από τις αρχές του 2013 διατηρεί γυράδικο στην Λεμεσό για το οποίο και αντιμετώπισε και άλλη υπόθεση του ΚΟΤ. Σύμφωνα δε με τον ίδιο από τον Μάιο του 2012 μέχρι και το τέλος Δεκεμβρίου του 2012 ήταν άνεργος. Καθόλη την διάρκεια τόσο της κυρίως εξέτασης του όσο και της αντεξέτασης του, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ουδεμία σχέση είχε ούτε με την κατηγορούμενη 1 ούτε και με την λειτουργία της επιχείρησης της ΛΥΣΙΩΤΙΚΗΣ ΣΟΥΒΛΑΣ αλλά και ούτε εργαζόταν εκεί τον επίδικο χρόνο. Για την συγκεκριμένη ημερομηνία η θέση του κατηγορούμενου ήταν ότι επισκέφθηκε το υποστατικό σαν πελάτης και κάθισε στο ίδιο τραπέζι με τον ΜΚ1 τον οποίο γνώριζε από παλαιότερα και ο οποίος έψαχνε τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος δεν βρισκόταν στο μαγαζί. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο ο ΜΚ1 του ζήτησε να υπογράψει το Τεκμήριο 1 τυπικά και να το παραδώσει στον κατηγορούμενο 2 για να μπορέσει να φύγει και να μην παραμείνει άλλο εκεί, έθεσε δε την θέση ότι το τεκμήριο 1 δεν ήταν συμπληρωμένο και αυτό εκ των υστέρων συμπληρώθηκε από τον ΜΚ
  3. Περαιτέρω καθόρισε ως το άτομο που ήταν υπεύθυνο για την λειτουργία του κέντρου κάποιον Φυλακτή Φυλακτού, ο οποίος κλήθηκε και ως μάρτυρας υπεράσπισης και ο οποίος κατηγορήθηκε και σε άλλη υπόθεση του Ε.Δ. Λεμεσού ως ο κατά νόμο υπεύθυνος του κέντρου αναψυχής. Κατά την αντεξέταση του ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι οι μετοχές της κατηγορούμενης 1 είναι επ'ονόματι του ενώ ο κατηγορούμενος 2 δεν έχει μετοχές και αναφέρθηκε και στο ιστορικό ιδιοκτησίας της κατηγορούμενης 1 εταιρείας από την ίδρυση της μέχρι και την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της καθώς επίσης και την μεταβίβαση της σε άλλη εταιρεία της οποίας ιδιοκτήτης είναι ο κατηγορούμενος
  4. Ο κατηγορούμενος επίμεινε στην θέση ότι την συγκεκριμένη ημερομηνία καμία οδηγία δεν έδωσε σε κανένα μέλος του προσωπικού του κέντρου και παραδέχθηκε ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 1, χωρίς να του δώσει σημασία, μόνο ως παραλήπτης για να το παραδώσει στον κατηγορούμενο 2 καθότι εκείνη την στιγμή δεν εντοπιζόταν ούτε ο υπεύθυνος λειτουργίας που ήταν ο Φυλακτής Φυλακτού. Σημειώνω επίσης ότι κατά την αντεξέταση του ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι παλαιότερα υπέγραψε δελτία επιθεώρησης ως υπεύθυνος αλλά την επίδικη ημερομηνία δεν ήταν υπεύθυνος. Ως μάρτυρας υπεράσπισης (ΜΥ1) κλήθηκε ο κος. Φυλακτής Φυλακτού ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Γ) και κατέθεσε και το Τεκμήριο
  5. Ο ΜΥ1 στην κυρίως κατάθεση του επανέλαβε την θέση του κατηγορούμενου, ότι δηλαδή την συγκεκριμένη ημέρα ο κατηγορούμενος ήταν απλώς επισκέπτης και ότι ο ίδιος ήταν ο υπεύθυνος του κέντρου. Ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στην επίδικη ημερομηνία λέγοντας ότι ο ΜΚ 1 πήγε στο κέντρο και ζήτησε τον κατηγορούμενο 2 και προέβηκε σε επιθεώρηση των χώρων του υποστατικού μαζί του. Όταν τελείωσε την επιθεώρηση έκατσε στο ίδιο τραπέζι με τον κατηγορούμενο και τον ΜΚ1 και όταν έφυγε για κάποιες δουλειές ο ΜΚ1 του είπε ότι θα αναμένει τον κατηγορούμενο 2 για να του παραδώσει το τεκμήριο 1 ενώ ανέφερε επίσης ότι σε άλλες 3 τουλάχιστον περιπτώσεις ο ΜΚ1 έκανε έλεγχο στο υποστατικό εξέδωσε έντυπα τα οποία παράδωσε στον ίδιο σαν υπεύθυνο του κέντρου. Τέλος ο ΜΥ 1 παρέδωσε ως τεκμήριο αντίγραφο κατηγορητηρίου υπόθεσης εις την οποία κατηγορήθηκε από την Αστυνομία ως ο υπεύθυνος του εν λόγω κέντρου για αδικήματα όμοιας φύσης με το παρόν κατηγορητήριο. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι μετά τον Ιούνιο του 2012 υπεύθυνος του κέντρου ήταν ο ίδιος και λάμβανε οδηγίες από τον κατηγορούμενο
  6. ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτές τελικές αγορεύσεις (Έγγραφα 1 και 2). Το περιεχόμενο και οι εισηγήσεις των διαδίκων έχουν μελετηθεί προσεκτικά από το Δικαστήριο στα πλαίσια μελέτης της υπόθεσης για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης και δεν υπάρχει λόγος να γίνει αναλυτική αναφορά και επανάληψη στο περιεχόμενο των αγορεύσεων τους. Συνοπτικά οι συνήγοροι αναφέρθηκαν στις γραπτές τους αγορεύσεις στα κάτωθι σημεία: Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος ουσιαστικά αντιμετωπίζει μια κατασκευασμένη κατηγορία εναντίον του καθότι οι παραπονούμενοι δεν κατάφεραν να προωθήσουν την υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και
  7. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου, με αναφορά σε σχετική νομολογία η Κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και κυρίως απέτυχε να αποδείξει την ιδιότητα του κατηγορούμενου ως του υπεύθυνου του κέντρου την επίδικη ημερομηνία. Σύμφωνα με τον συνήγορο του κατηγορούμενου τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν έχουν αποδειχθεί, η ποινική δίωξη του κατηγορούμενου είναι κακόβουλη και καταχρηστική και η αθώωση του κατηγορούμενου επιβάλλεται από την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Από την άλλη μεριά ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής στα πλαίσια της δικής του γραπτής αγόρευσης εισηγείται ότι μέσα από την μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο των παραπονούμενων το ότι το υποστατικό δεν κατέχει άδεια λειτουργίας από τον ΚΟΤ ήταν παραδεκτό γεγονός ενώ η μαρτυρία που δόθηκε ότι αυτό εμπίπτει εντός της έννοιας του κέντρου αναψυχής παρέμεινε εντελώς αναντίλεκτη εφόσον η υπεράσπισης ουσιαστικά αμφισβητεί την ιδιότητα του κατηγορούμενου ως ο κατά νόμο υπεύθυνος λειτουργίας του κέντρου κατά τον επίδικο χρόνο. Με αναφορά σε νομολογία εισηγείται ότι έχει αποδειχθεί η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αμφότερες οι γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων έχουν μελετηθεί επισταμένως από το Δικαστήριο όπως και η νομολογία εις την οποίαν με παρέπεμψαν για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων που συνοπτικά αναλύθηκε ανωτέρω βρίσκεται αυτούσιο καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του από το Δικαστήριο. Αναφορά θα γίνει εκεί που κριθεί αναγκαίο τόσο σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και για το κατά πόσο έχει στοιχειοθετήσει τις θέσεις της η κάθε πλευρά ξεχωριστά. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφέρω και να τονίσω ότι πολλά από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο. Σημειώνεται δε από την αρχή ότι δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο και/ή τον συνήγορο του πως κατά τον επίδικο χρόνο το επίδικο υποστατικό λειτουργούσε στην πιο πάνω αναφερόμενη οδό. Αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας του τα όσα τέθηκαν από τον ΜΚ1 θα συμφωνήσω με τον συνήγορο των παραπονούμενων ότι παρέμειναν αναντίλεκτα εφόσον η υπεράσπιση του κατηγορούμενου3, ως φαίνεται από τα πρακτικά της ακρόασης , περιορίστηκε στην θέση του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν ο υπεύθυνος λειτουργίας του υποστατικού. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Ο Μ.Κ. 1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Κατά την δίκη, διαπίστωσα ότι ο μάρτυρας αυτός, προσήλθε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας και χωρίς αλλότρια κίνητρα. Το Δικαστήριο έχει διακρίνει ότι ο μάρτυρας αυτός απαντούσε με ευθύτητα, αμεσότητα, ειλικρίνεια, χωρίς δισταγμούς, ασάφειες και αντιφάσεις, η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης, δεν έχει διακριθεί οποιαδήποτε προσπάθεια του να προσφύγει στο ψεύδος ή στην υπερβολή για να βοηθήσει την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής της οποίας είναι υπάλληλος. Διαπίστωσα ότι ο ΜΚ 1, παρέθεσε με σαφήνεια όλα τα γεγονότα που περιήλθαν εις γνώσιν του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, τις διαπιστώσεις του, τα ευρήματα και τα συμπεράσματα του, δίδοντας στο Δικαστήριο μια ολοκληρωμένη εικόνα αναφορικά με την φύση, την έκταση και τις δραστηριότητες του επίδικου υποστατικού, ως επίσης και την εμπλοκή και διασύνδεση του κατηγορουμένου 3 με το επίδικο υποστατικό. Δεν έχει διακριθεί οποιαδήποτε προσπάθεια του να επιτύχει πάση θυσία την καταδίκη του κατηγορουμένου, ούτε έχει διακριθεί οποιαδήποτε προσπάθεια του να πείσει πάση θυσία το Δικαστήριο κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν ο υπεύθυνος του κέντρου. Επιπλέον η μαρτυρία του συνάδει και ταυτίζεται και με το τεκμήριο 1 που αυτός κατέθεσε. Συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 1 στην ολότητα της ως αληθή, ορθή και αξιόπιστη. Θα πρέπει περαιτέρω να σχολιάσω ότι μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ 1 δεν διαπίστωσα ότι η ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορούμενου 3 γίνεται κακόβουλα και με αλλότριους σκοπούς. Ο κατηγορούμενος από την άλλη κατά την ένορκη κατάθεση του εκείνο που προσπάθησε να υποστηρίξει είναι ότι την συγκεκριμένη ημέρα επισκέφθηκε το υποστατικό με την ιδιότητα του πελάτη και χωρίς να έχει καμία σχέση με την λειτουργία του. Η βασική θέση του, ως αυτή εκφράστηκε τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του ήταν ότι κατά την ημέρα επιθεώρησης του κέντρου δεν ήταν υπεύθυνος αυτού και συνεπώς ουδεμία ευθύνη έχει. Ο κατηγορούμενος δεν δημιούργησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η θέση του περί του ότι υπέγραψε ουσιαστικά για να διευκολύνει τον ΜΚ1 δεν δύναται να γίνει αποδεκτή με βάση και την λοιπή μαρτυρία του. Δεν μπορώ να δεχθώ την θέση του ότι ένα άτομο το οποίο υπέγραψε στο παρελθόν δελτία επιθεώρησης και οδηγήθηκε ξανά ενώπιον Δικαστηρίου για τα ίδια αδικήματα αποδέχτηκε να υπογράψει το έντυπο επιθεώρησης όντας ένας απλός πελάτης του κέντρου. Δεν μπορώ επίσης να αποδεχθώ την θέση του ότι υπέγραψε εν λευκώ το έντυπο επιθεώρησης και ότι αυτό συμπληρώθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο από τον ΜΚ
  1. Θα ανέμενα δε από τον κατηγορούμενο εφόσον γνώριζε τι ήταν το έντυπο επιθεώρησης και ποιες οι συνέπειες υπογραφής του, εφόσον τις υπέστη και στο παρελθόν, να αρνείτο να το υπογράψει και να ανέφερε την θέση του αυτή στον ΜΚ
  2. Ο ΜΥ1, Φυλακτής Φυλακτού, επίσης δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Μέσα από την μαρτυρία του κρίνω και καταλήγω ότι έκανε ότι μπορούσε και είπε ότι θα μπορούσε για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο χωρίς όμως να διακρίνω με καθαρότητα την αλήθεια των όσων έθεσε. Από την μια ισχυριζόταν ότι ήταν ο ίδιος το πρόσωπο που συνόδευσε τον ΜΚ1 στην επιθεώρησης του υποστατικού αλλά δεν έδωσε σαφή εξήγηση για το πού ήταν και γιατί δεν παρέλαβε ό ίδιος ως ο υπεύθυνος του κέντρου το έντυπο επιθεώρησης. Αναπάντητο παραμένει επίσης γιατί ο ΜΚ1 να έδιδε στον κατηγορούμενο 3 το έντυπο επιθεώρησης εφόσον είχε την ευκαιρία να το δώσει άμεσα στον ΜΥ1 ο οποίος τον συνόδευε στην επιθεώρηση του, εάν βεβαίως αυτό ευσταθούσε. Δεν απορρίπτω βεβαίως ότι ο ΜΥ1 ενδεχομένως να εργαζόταν στο υποστατικό και να είχε θέση λειτουργού σε αυτό σε κάποιες ημερομηνίες όμως καταλήγω ότι τα όσα ανέφερε για την επίδικη και συγκεκριμένη ημερομηνία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολογηθείσα μαρτυρία, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: Στις 08/06/2012 ο ΜΚ1 επισκέφθηκε το υποστατικό με την ονομασία «ΛΥΣΙΩΤΙΚΗ ΣΟΥΒΛΑ» για επιθεώρηση. Εντός του υποστατικού βρίσκονταν πελάτες οι οποίοι, σε χώρο εστίασης, κατανάλωναν φαγητά και ποτά. Ο ΜΚ 1 προχώρησε σε επιθεώρηση των χώρων του υποστατικού συνοδευόμενος από τον κατηγορούμενο στον οποίο ανέφερε ότι θα προχωρούσε με δικαστικά μέτρα λόγω της μη ύπαρξης άδειας λειτουργίας από τον ΚΟΤ και εις τον οποίο επέδωσε το έντυπο επιθεώρησης ο οποίος και το υπέγραψε. Το υποστατικό παρέχει φαγητά και ποτά επί πληρωμή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου 29/85 ως αυτός έχει τροποποιηθεί "άδεια λειτουργίας" σημαίνει άδειαν λειτουργίας κέντρου εκδιδομένην δυνάμει του άρθρου 6 "κέντρον" σημαίνει κατάστημα- (α) λειτουργούν εντός των περιοχών των πόλεων, κωμοπόλεων, συμβουλίων βελτιώσεως και παραλιακών περιοχών· ή (β) λειτουργούν εκτός των ως άνω περιοχών και το οποίον το Διοικητικόν Συμβούλιον θέλει ορίσει ονομαστικώς λόγω της μορφής των υπ' αυτού προσφερομένων υπηρεσιών ή λόγω τοποθεσίας, συγκεντρώσεως ή κινήσεως πελατών, ταξιδιωτών, περιηγητών ή παραθεριστών,εν τω οποίω παρέχονται επί πληρωμή εστίασις, ή πάσης φύσεως φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα, ανεξαρτήτως του εάν εις το κατάστημα προσφέρεται μουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραμμα: Νοείται ότι δεν περιλαμβάνονται στον όρο αυτό: (i) Τα καφενεία, (ii) τα καταστήματα των οποίων οι προσφερόμενες υπηρεσίες περιορίζονται αποκλειστικά στην κατανάλωση εκτός του καταστήματος (TAKE AWAY), (iii) τα κυλικεία ή οι καντίνες σωματείων και συλλόγων που λειτουργούν βάσει σχετικών νομοθεσιών, (iv) τα κυλικεία ή οι καντίνες εργοστασίων και σχολείων· και (v) τα καταστήματα των οποίων ο χώρος εξυπηρέτησης είναι μικρότερος των οκτώ τετραγωνικών μέτρων και τα οποία δεν προσφέρουν οινοπνευματώδη ποτά. "πελάτης" σημαίνει παν πρόσωπον εις το οποίον παρέχεται παρά κέντρου υπηρεσία ως προνοείται εν τω παρόντι Νόμω· "υπηρεσία" σημαίνει- (α) παροχήν εστιάσεως ή πάσης φύσεως φαγητών, ποτών ή γλυκισμάτων, ανεξαρτήτως του εάν προσφέρεται μουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραμμα· (β) διοργάνωσιν χοροεσπερίδων, δεξιώσεων, συνεστιάσεων συγχαρητηρίων επισκέψεων ή άλλων εκδηλώσεων παρομοίας φύσεως Σύμφωνα με το άρθρο 18 του νόμου 29/85 ως αυτός έχει τροποποιηθεί 18.-
(1)Παν πρόσωπον το οποίον- (α) χρησιμοποιεί τον όρον "τουριστικόν" ή "κέντρον αναψυχής" ή άλλον όρον παρόμοιον προς τούτον διά τον χαρακτηρισμόν κέντρου διά το οποίον δεν έχει εκδοθή άδεια λειτουργίας· (β) διατηρεί ή λειτουργεί κέντρον άνευ αδείας λειτουργίας· (γ) παραλείπει να εκδίδη ηριθμημένους λογαριασμούς κατά παράβασιν του άρθρου 15· (δ) λειτουργεί κέντρο χωρίς να τελεί υπό τη διεύθυνση του διευθυντή κατά παράβαση του άρθρου 16, είναι ένοχον αδικήματος και, εν περιπτώσει καταδίκης, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας πεντακοσίας λίρας ή εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν τους εξ μήνας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας, εάν δε η παράβασις συνεχισθή μετά την καταδίκην του, τούτο είναι ένοχον περαιτέρω αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250 δι' εκάστην ημέραν καθ' ην συνεχίζεται η παράβασις. Από την συνδυασμένη λοιπόν εφαρμογή των άρθρων 2, 6 και 18
(1)(β) του νόμου 29/85 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο είναι τα ακόλουθα: Α) η ύπαρξη κέντρου εν τη εννοία του νόμου Β) το κέντρο να λειτουργεί παρέχοντες υπηρεσίες εν τη εννοία του νόμου σε πελάτες Γ) να μην υπάρχει άδεια λειτουργίας του κέντρου εν τη εννοία του νόμου, εκδοθείσα από το διοικητικό συμβούλιο του Κ.Ο.Τ Δ) ο κατηγορούμενος να λειτουργεί το κέντρο, όντας ο κατά νόμω υπεύθυνος Ε) το κέντρο να καλύπτει έκταση τουλάχιστον οκτώ τετραγωνικών μέτρων Ζ) το κέντρο να μην εμπίπτει στις νομοθετικές εξαιρέσεις στις οποίες δεν απαιτείται άδεια λειτουργίας όπως πιο πάνω έχει περιγραφεί. Αναφορικά τώρα με την παρούσα υπόθεση θα πρέπει αυτή να εξεταστεί και να αποφασισθεί το κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εκείνο που παραμένει να αποφασιστεί είναι το μόνο ζήτημα που ουσιαστικά αμφισβητείται εάν κατά την επίδικη ημερομηνία ο κατηγορούμενος 3 ήταν ο υπεύθυνος λειτουργίας του κέντρου. Με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου επ' αυτής έχουν ήδη αποδειχθεί όλα τα άλλα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Μέσα από την μαρτυρία που παρέμεινε κατά την ακρόαση αναντίλεκτη έχει αποδειχθεί ότι το υποστατικό λειτουργούσε ως κέντρο εν τη εννοία του νόμου και ότι δεν είχε εκδοθεί η απαραίτητη από τον Νόμο άδεια από τον ΚΟΤ και εν πάση περιπτώσει καμία άδεια δεν είχε παρουσιαστεί προς τούτο αλλά ούτε και αμφισβητήθηκε σε οιοδήποτε στάδιο η μαρτυρία για την λειτουργία του κέντρου ως κέντρο εν τη εννοία του σχετικού Νόμου. Αναφορικά με το εναπομείναν ζήτημα σχετική είναι καταρχήν η απόφαση στην υπόθεση Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Χάρη Βασιλείου
(2001)2 Α.Α.Δ. 399, όπου αποφασίσθηκε ότι είναι αρκετό το οποιοδήποτε πρόσωπο που καταγγέλλεται να αποδεικνύεται η σύνδεση του με την λειτουργία του κέντρου αναψυχής και όχι το κατά πόσο το άτομο αυτό συνδέεται ιδιοκτησιακά με αυτό. Επίσης σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Στέλιος Στυλιανού ν. ΚΟΤ, Ποινική Έφεση αρ. 6627, ημερ. 26.1.99 στην οποία ερμηνεύθηκε το άρθρο 18
(1)(β) του Νόμου 29/
  1. Στην πιο πάνω υπόθεση αποφασίστηκε ότι το εν λόγω άρθρο του νόμου "δεν συναρτά την ποινική ευθύνη του παραβάτη με την ιδιοκτησία του κέντρου, αλλά με τις πράξεις λειτουργίας του, έννοια συνυφασμένη με τη συμμετοχή και λειτουργία του κέντρου". (Βλέπε επίσης: Γιάννος Ευριβιάδης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 6842, ημερ. 23.11.2000). Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος, ανέλυσε κυρίως κατά την αντεξέταση του το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επιχείρησης και την σύνδεση του με αυτό. Βεβαίως η αναφορά αυτή ουδεμία σχέση δύναται να έχει με την κατάληξη του Δικαστηρίου έχοντας υπόψη μου και την πιο πάνω νομολογία, όμως μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου και ιδιαίτερα μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας κυρίως του κατηγορούμενου προκύπτει η σύνδεση του ιδίου με την λειτουργία του κέντρου αναψυχής κατά την επίδικη ημερομηνία. Οι θέσεις του κατηγορούμενου αλλά και του ΜΥ1 για τα γεγονότα της επίδικης ημερομηνίας δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές ή έστω ικανές να δημιουργήσουν την παραμικρή αμφιβολία για τα γεγονότα ως αυτά αναφέρθηκαν από τον ΜΚ
  2. Είναι η κατάληξη μου ότι κατά την ημερομηνία της 8/6/2012 ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο το οποίο παρουσιάστηκε στον ΜΚ1 ως ο υπεύθυνος λειτουργίας του εν λόγω κέντρου αναψυχής. Συνεπακόλουθα η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία, ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.