ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ ν. ΝΙΚΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 23889/14, 30/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - ΠΑΝΑΓΗ, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 23889/14 ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ -V- ΝΙΚΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ____________________________ Ημερομηνία: 30 Απριλίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Παραπονούμενους : κο. Ευ. Αντωνιάδης Για Κατηγορούμενο: αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος: παρών ____________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία. Σύμφωνα με την έκθεση αδικήματος της κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατείχε σκύλο άνευ αδείας κατά παράβαση του περί Σκύλων Νόμου, Ν.184
(1)/2002, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί και του Περί Κοινοτήτων Νόμου, Ν.86
(1)/99. Στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος από 3/1/2014 μέχρι σήμερα, μέσα στα όρια του Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Αμβροσίου στην Επαρχία Λεμεσού είχε υπό την κατοχή του δύο
(2)σκύλους χωρίς να εφοδιαστεί με σχετική άδεια κατοχής από την αρμόδια Αρχή δηλαδή το Κοινοτικό Συμβούλιο του Αγίου Αμβροσίου Λεμεσού. Οι παραπονούμενοι προς απόδειξη της υπόθεσης τους κάλεσαν δύο μάρτυρες, ήτοι τον Αμβρόσιο Χ''Παναγιώτου (ΜΚ1), γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Αμβροσίου και τον Αναστάση Ψύχα (ΜΚ2), εργάτη του Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Αμβροσίου. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας που δόθηκε από αμφότερους τους μάρτυρες κατηγορίας,. Τόσο κατά την κυρίως εξέταση τους όσο και κατά την αντεξέταση τους από τον κατηγορούμενο, είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Στην συνέχεια θα αναφερθώ σε εκείνα τα σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Μετά το πέρας της υπόθεσης των παραπονούμενων, ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε εισήγηση αναφορικά με απόδειξη της εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ως εκ τούτου το Δικαστήριο κάλεσε σε απολογία τον κατηγορούμενο δυνάμει των προνοιών του άρθρου 74 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης του και αφού του δόθηκε χρόνος για να παρουσιάσει μάρτυρα υπεράσπισης, όπως ζήτησε, ο κατηγορούμενος επέλεξε να μην φέρει άλλη μαρτυρία. Τελικές Αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση του ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε κατά τον επίδικο χρόνο στην κατοχή του 2 σκύλους καθότι ήταν και παραδεκτό από ίδιο ενώ η θέση του κατηγορούμενου ότι πρόκειται για σκύλους που τους φιλοξενούσε δεν έχει αποδειχθεί και εν πάση περιπτώσει δεν αποτελεί υπεράσπιση στην τέλεση του αδικήματος. Σύμφωνα με τον κο. Αντωνιάδη μέσα από την μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας έχει αποδειχθεί ότι από τον Νοέμβριο του 2013 και τουλάχιστον μέχρι τον Ιούνιο και Ιούλιο του 2014 οι σκύλοι ήταν στην κατοχή του κατηγορούμενου χωρίς αυτός να κατέχει την σχετική άδεια. Η αναφορά σε φιλοξενία τους για περίοδο τουλάχιστον 8 μηνών αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις του κατηγορούμενου και δεν συνιστά υπεράσπιση. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της δικής του αγόρευσης, παρόλο ότι συμφώνησε ότι είχε στην κατοχή του τους 2 σκύλους ισχυρίστηκε ότι αυτοί ήταν προσωρινά φιλοξενούμενοι στο υποστατικό του και για αυτό τον λόγο δεν εξέδωσε την σχετική άδεια και ότι εν πάση περιπτώσει αυτοί ήταν αδειούχοι από τον ιδιοκτήτη τους και δεν θα μπορούσε να εκδοθεί νέα άδεια αλλά μόνο να μεταβιβαστεί η ήδη υπάρχουσα. Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι με βάση τα πιο πάνω θα πρέπει να αθωωθεί. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων. (βλέπε Το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820. Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της. (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Με βάση τις προαναφερόμενες αρχές το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Η μαρτυρία του μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής (ΜΚ1) παρέμεινε αναντίλεκτη στην πλειοψηφία της έκτασης της πλην του σημείου της αναγκαιότητας έκδοσης άδειας. Μέσα από την αντεξέταση του ΜΚ1, ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε την κατοχή των 2 σκύλων στο υποστατικό του αλλά αμφισβήτησε το δικαίωμα του μάρτυρα να προέβαινε στον έλεγχο αυτό χωρίς την άδεια του. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ούτε η ηλικία των σκύλων για την οποία δόθηκε με θετική μαρτυρία μέσα από την εμπειρία του ΜΚ1, ως κατόχου σκύλων, ότι ήταν πέραν των 3 μηνών. Στο σημείο αυτό η μαρτυρία παρέμεινε πλήρως αναντίλεκτη όπως επίσης αναντίλεκτη παρέμεινε και η μαρτυρία αναφορικά με τον έλεγχο που έγινε στο υποστατικό του κατηγορούμενου τον επίδικο χρόνο καθότι αυτός επικεντρώθηκε στην αντεξέταση σε γεγονότα που έλαβαν χώρα τον Απρίλιο του 2015 όπου ανέφερε ο ΜΚ1 ότι ξαναεντοπίστηκαν σκύλοι στην κατοχή του. Ο ΜΚ1 έκανε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και κρίνω ότι, ότι είπε τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του είναι η αλήθεια. Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του και δεν εντόπισα οτιδήποτε που να αποδεικνύει ότι ενεργεί με αλλότρια κίνητρα πέρα της άσκησης των νομίμων καθηκόντων του ως γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Αμβροσίου. Η μαρτυρία του ΜΚ2, εργάτη του Συμβουλίου, ήταν επίσης διαφωτιστική. Ο ΜΚ2 επιβεβαίωσε στο Δικαστήριο τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 χωρίς να κλονιστεί σε οιοδήποτε σημείο της αντεξέτασης του. Η μαρτυρία που έδωσε επίσης παρέμεινε στο σύνολο της αναντίλεκτη και την αποδέχομαι επίσης ως πλήρως αξιόπιστη. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο ο οποίος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως έχω να σημειώσω τα εξής. Μέσα από την μαρτυρία του επανέλαβε τις θέσεις του για φιλοξενία των σκύλων και ουσιαστικά προέβαλε την θέση ότι από την στιγμή που αυτοί δεν είναι δικοί του και τους προσέφερε προσωρινή φιλοξενία δεν υφίστατο ανάγκη να εκδοθεί άδεια. Ουσιαστικά δεν αρνήθηκε την κατοχή των σκύλων ούτε την παραλαβή των προειδοποιήσεων από τους παραπονούμενους (Τεκμήριο 1). Μέσα από την μαρτυρία του ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε σχεδόν το σύνολο της μαρτυρίας που δόθηκε αλλά και άφησε πλήρως αναντίλεκτη την μαρτυρία ότι ακόμη και σήμερα έχει στην κατοχή του σκύλους χωρίς άδεια. Μέσα από την μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν έχω πεισθεί για την αλήθεια των θέσεων του και ως εκ τούτου δεν δύναμαι να αποδεχτώ ως αληθείς τις θέσεις και εισηγήσεις του. Σημειώνω επίσης ότι παρά την έντονη θέση του ότι οι σκύλοι ήταν αδειούχοι και δόθηκαν σε αυτόν προσωρινά, το πρόσωπο που κατ' ισχυρισμό του είχε στην κατοχή του τους σκύλους δεν προσήλθε ως μάρτυρας. Περαιτέρω σημειώνω ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι οι σκύλοι αυτοί βρίσκονταν εντός του υποστατικού του. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν καθώς και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης: Στις αρχές Νοεμβρίου του 2013 και συγκεκριμένα την 4/11/2013 με έλεγχο που έγινε στα υποστατικά ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου, εντός των ορίων του Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Αμβροσίου, εντοπίστηκαν 2 σκύλοι, άνω των 3 μηνών. Με γραπτή ειδοποίηση (Τεκμήριο 1) δόθηκε στον κατηγορούμενο προθεσμία να απομακρύνει τους εν λόγω σκύλους μέχρι τις 13/12/2013. Παρά την πιο πάνω ειδοποίηση, την οποία έλαβε ο κατηγορούμενος, οι σκύλοι δεν απομακρύνθηκαν και αυτό επιβεβαιώθηκε από έλεγχο που έλαβε χώρα 2 - 3 ημέρες πριν την 25/6/2014, ημερομηνία κατά την οποία οι παραπονούμενοι έλαβαν απόφαση να κινηθούν δικαστικά εναντίον του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 2). Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 25/9/2014. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Το βάρος της απόδειξης μιας ποινική υπόθεσης, ήτοι την απόδειξη όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος έχει ως βάση του το άρθρο 18 (α) και (β) του Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «18. Οποιοδήποτε πρόσωπο— (α) Κατέχει σκύλο χωρίς άδεια κατοχής ή σκύλο που δεν είναι εγγεγραµµένος και σηµασµένος, (β) κατέχει σκύλο κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόµου, ................................... (στ) παραβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση πρώτης καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 18 (α) και (β) ότι απαραίτητο συστατικό στοιχείο για τη διάπραξη του αδικήματος που καθιερώνει το εν λόγω άρθρο είναι η κατοχή σκύλου. Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου στην έννοια «σκύλος» δίδεται η ακόλουθη ερμηνεία: «σκύλος», για τους σκοπούς του παρόντος Νόµου, περιλαμβάνει κάθε σκύλο κάθε φυλής και γένους ηλικίας άνω των 3 μηνών» Καθίσταται επομένως σαφές ότι για την εφαρμογή του Νόμου θα πρέπει ο σκύλος στον οποίο αναφέρεται το αδίκημα που αντιμετωπίζει το κατηγορούμενο πρόσωπο να είναι ηλικίας άνω των 3 μηνών και για αυτόν να μην έχει εκδοθεί άδεια από την αρμόδια αρχή. Στην προκείμενη περίπτωση έχω ήδη καταλήξει ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του 2 σκύλους, επίσης αναντίλεκτη παρέμεινε η μαρτυρία ότι οι εν λόγω σκύλοι είναι άνω των 3 μηνών. Αναφορικά τώρα με την θέση του κατηγορούμενου ότι οι σκύλοι αυτοί που βρέθηκαν στην κατοχή του, το επίδικο διάστημα ήταν εγγεγραμμένοι σε άλλη αρμόδια αρχή και δεόντως σεσημασμένοι δεν έχει γίνει πιστευτή και/ή ικανή να απορρίψει τις θέσεις των ΜΚ για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω. Βεβαίως σημειώνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι οι σκύλοι που εντοπίστηκαν τον επίδικο χρόνο είναι οι ίδιοι με τους σκύλους που οι μάρτυρες εντόπισαν στο υποστατικό του κατηγορούμενου τον Απρίλιο του 2015, όμως αυτό δεν έχει σημασία καθότι σημασία έχει να αποδειχθεί ότι οι σκύλοι που εντοπίστηκαν τον Νοέμβριο του 2013 ήταν οι ίδιοι με τους σκύλους που εντοπίστηκαν τον Ιούνιο του 2014, περίoδο που αφορά και το κατηγορητήριο. H θέση των ΜΚ ότι οι σκύλοι που εντοπίστηκαν τον Νοέμβριο του 2013, βρίσκονταν εκεί μέχρι τον τελευταίο έλεγχο τον Ιούνιο του 2014, παρέμεινε αναντίλεκτη και αποδεκτή από τον κατηγορούμενο. Έχοντας υπόψη μου ότι η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή καταλήγω ότι στην παρούσα υπόθεση και με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ανωτέρω, η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται εναντίον του κατηγορούμενου και υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο