← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Στυλιανός Παπανικολάου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7327/15, 16/4/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Στυλιανός Παπανικολάου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7327/15, 16/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7327/15 ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΠΟΜΠΗΣ ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. Στυλιανός Παπανικολάου Γιώργος Ζωδιάτης Στέλιος Καλλή Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 16 Απριλίου, 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ιωαννίδου με κο. Θεοχάρους Για τον Κατηγορούμενο 1: κος. Χρ. Δημητρίου με κο. Φ. Φανή και κα. Δ. Χρυσοστόμου Για τον κατηγορούμενο 2: κος. Α. Μαθηκολώνης με κο. Γ. Πολυχρόνη Για τον κατηγορούμενο 3: κος. Α. Δημητρίου με κα. Χρ. Χριστοφή, κο. Σ. Σωτηρίου και κα. Καραμανή Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ (ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ) Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν συνολικά 6 κατηγορίες οι οποίες αφορούν: 1. Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα και άρθρων 2, 3, 4

(1)(α) του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/
  1. Εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α κατά παράβαση του Νόμου 29/77 ανωτέρω.
  2. Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α κατά παράβαση του Νόμου 29/
  3. Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α κατά παράβαση του Νόμου 29/77 με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλο πρόσωπο. Οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν σε απευθείας δίκη στο Κακουργιοδικείο, το οποίο θα συνέλθει σε συνεδρία στη Λεμεσό στις 12/05/2015 και ώρα 9:00π.μ. Μετά την εξέλιξη αυτή, η Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε αίτημα όπως το Δικαστήριο διατάξει την κράτηση των κατηγορουμένων μέχρι την έναρξη της δίκης τους στο Κακουργιοδικείο. Προς υποστήριξη του αιτήματός της η Κατηγορούσα Αρχή επικαλέσθηκε:
  4. την πιθανότητα / κίνδυνο μη προσέλευσης των κατηγορουμένων στη δίκη, τους όπως αυτή προκύπτει από : (α) τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι (β) την πιθανότητα καταδίκης τους, με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία (γ) το ύψος των ποινών που προβλέπονται από τον Νόμο σε περίπτωση καταδίκης (δ) την πιθανότητα φυγοδικίας των κατηγορουμένων. Προς υποστήριξη των ανωτέρω η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής παρέπεμψε πέραν από τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές που διέπουν το ζήτημα της κράτησης υποδίκων, σε σημεία από το μαρτυρικό υλικό, Τεκμήριο, με σκοπό να στηρίξει τον ισχυρισμό της περί της ύπαρξης ορατής πιθανότητας καταδίκης. Επίσης αναφέρθηκε σε σωρεία νομολογίας της οποίας τα αδικήματα ομοιάζουν με τα αδικήματα στο παρόν κατηγορητήριο εισηγούμενη ότι οι συνθήκες των κατηγορουμένων δεν είναι τέτοιες που να υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Ειδικότερα αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις των 3 κατηγορουμένων λέγοντας ότι αυτές δεν είναι τέτοιες που να είναι ικανές να αποτρέψουν από τους κατηγορούμενους την σκέψη να διαφύγουν από την στιγμή που έχουν να αντιμετωπίσουν αδικήματα που δυνατό να επιφέρουν πολυετείς ποινές φυλάκισης και με ορατή την πιθανότητα καταδίκης τους. Το σύνολο της αγόρευσης της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής βρίσκεται αυτούσιο ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει μελετηθεί δεόντως και δεν υπάρχει λόγος επανάληψης του στην παρούσα απόφαση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων 1 και 2 δεν έφεραν ένσταση στην κράτηση των πελατών τους μέχρι την ημερομηνία έναρξης της δίκης τους σε αντίθεση με τον ευπαίδευτο συνήγορο του 3ου κατηγορούμενου ο οποίος έφερε ένσταση στην κράτηση με κύριο άξονα της ένστασης του την εισήγηση του ότι μέσα από το μαρτυρικό υλικό - Τεκμήριο 1 και το Τεκμήριο 2 δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα καταδίκης του πελάτη του - κατηγορούμενου 3 ως εκ τούτου αυτός θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος, με περιοριστικούς όρους, μέχρι την ημερομηνία της δίκης του. Σύμφωνα με τον κο. Δημητρίου: - Η απόλυση με εγγύηση του κατηγορουμένου αποτελεί την πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου σύμφωνα με την νομολογία και τυχόν διαταγή για κράτηση θα πρέπει να επιβάλλεται με φειδώ σύμφωνα και με σχετική νομολογία. Προς τούτο εισηγήθηκε και όρους οι οποίοι δύναται να επιβληθούν και ειδικότερα αφορούν την παρουσίαση του ενώπιον αστυνομικού σταθμού ακόμα και 3 φορές ημερησίως, την παράδοση των ταξιδιωτικών του εγγράφων και την αναγραφή του ονόματος τους στον κατάλογο των προσώπων που η έξοδος τους απαγορεύεται από την Κυπριακή Δημοκρατία και ότι ο κατηγορούμενος δύναται να καταβάλει εγγύηση δια μέσου αξιόχρεου εγγυητή. - Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν θα πρέπει να απομονώνεται, αλλά θα πρέπει να κρίνεται σε συνδυασμό με τις άλλες προϋποθέσεις που έχουν καθιερωθεί νομολογιακά. - Με αναφορά σε διάφορα σημεία του Τεκμηρίου 1 ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 3 εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει ακόμα και με τον τρόπο που εξετάζεται το μαρτυρικό υλικό στα στάδιο αυτό, ορατή πιθανότητα καταδίκης του πελάτη του αλλά αντίθετα υπάρχει μεγάλο ενδεχόμενο αθώωσης του. - Αναφέρθηκε στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου 3 και ότι αυτός είναι πατέρας 2 ανηλίκων τέκνων ηλικίας 8 και 10 ετών αντίστοιχα και διαχειρίζεται επιχείρηση διαμερισμάτων με την σύζυγο του στην Αγία Νάπα. Τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 3, τα συνδύασε με αναφορά σε νομολογία, τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) τόσο στην προφορική του αγόρευση όσο και στην γραπτή του αγόρευση που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Το σύνολο της αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορούμενου 3 βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και δεν χρειάζεται να επαναληφθεί αυτολεξεί. Για την έκδοση της παρούσας απόφασης έχω λάβει υπόψη μου τα όσα εισηγήθηκαν αμφότερες οι πλευρές και έχω μελετήσει επισταμένως τη σχετική Νομολογία, στην οποία αναφέρθησαν αμφότεροι οι συνήγοροι, τόσο του Κατηγορούμενου 3, όσο και της Κατηγορούσας Αρχής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση Η εξουσία του Δικαστηρίου όσον το αφορά αίτημα κράτησης των Κατηγορουμένων μέχρι την ημερομηνία της δίκης τους ενώπιον του Κακουργιοδικείου, στο οποίο έχουν ήδη παραπεμφθεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας αυτής, εδράζεται στα άρθρα 48 και 157
(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτησή του αποτελεί έναν σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με βάση παγίως καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι:
  1. Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο
  2. Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
  3. Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δύναται να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι συνεπώς απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολής αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του. Στη Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, επισημάνθηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα αυξημένο είναι και το κίνητρο του υποδίκου να αποφύγει τη δίκη του. Βεβαίως υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες, τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Στην Οικονομίδης V Αστυνομίας, Π.Ε. 7514, ημερ. 05.11.2003, επισημαίνεται ότι η σοβαρότητα του αδικήματος ήταν αυταπόδεικτη από τη στιγμή που για ένα από τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται προβλέπεται φυλάκιση δια βίου. Στην παρούσα υπόθεση τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι είναι πάρα πολύ σοβαρά. Ενδεικτικό της σοβαρότητας τους συνιστούν οι προβλεπόμενες από το νόμο ποινές που είναι μέχρι και δια βίου φυλάκιση. Για τη διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγησή του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Θέματα που σχετίζονται με ισχυρισμούς που αφορούν τη νομιμότητα της σύλληψης του υπόπτου, όπως επίσης και τη δεκτότητα μαρτυρίας που βασίζεται σε δηλώσεις του υπόπτου ή άλλα θέματα που αφορούν τη δεκτότητα μαρτυρίας (όπως ότι η μαρτυρία λήφθηκε παράνομα) εξετάζονται κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο της εξέτασης αίτησης για την κράτηση ή όχι Κατηγορουμένου. Έχω διεξέλθει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό με βάση το οποίο έχουν παραπεμφθεί οι Κατηγορούμενοι σε απευθείας δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου, όπως αυτό παρουσιάζεται στις καταθέσεις (Τεκμήριο 1). Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας αυτής, κρίνω ότι υπάρχει πιθανότητα και μόνο καταδίκης των Κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες που θα αντιμετωπίσουν χωρίς βεβαίως να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση. Προς την πιο πάνω κατάληξή μου λαμβάνω υπόψη μου το Κ-3 (μέρος του Τεκμηρίου 1) ήτοι την ανακοπή των οχημάτων και την φερόμενη με αυτήν ανεύρεση της ποσότητας των ναρκωτικών αλλά και τις καταθέσεις των κατηγορουμένων 1 και 2. Επίσης, έλαβα υπόψη μου το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό και ιδιαίτερα από μαρτυρίες άλλων προσώπων που φέρεται να συνδέουν με την διάπραξη των αδικημάτων τους κατηγορούμενους 1 και 2 και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων στοιχεία από τα τηλεπικοινωνιακά τους δεδομένα αλλά και αποτελέσματα από κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης. Αναφορικά τώρα με τον κατηγορούμενο 3, για τον οποίο η πιθανότητα καταδίκης αμφισβητήθηκε έντονα από τον ευπαίδευτο συνήγορο του έχω να αναφέρω τα ακόλουθα: Καταρχήν λαμβάνω υπόψη μου τόσο το Τεκμήριο 1 όσο και το τεκμήριο 2 που κατατέθηκε από τον συνήγορο του κατηγορουμένου 3 με συγκατάθεση της κατηγορούσας αρχής, και το οποίο αφορά επιστολή των δικηγόρων του 1ου κατηγορούμενου προς τον Γενικό Εισαγγελέα και Αρχηγό της Αστυνομίας συνοδευόμενη με χειρόγραφη σημείωση - δήλωση του 1ου κατηγορημένου σύμφωνα με την οποία φαίνεται να αναιρεί τα όσα ανέφερε σε κατάθεση του στις 27/3/2015 για το πρόσωπο του 3ου κατηγορούμενου και σύμφωνα με την οποία φαίνεται να εμπλέκει άμεσα στην διάπραξη των αδικημάτων και τον 3ο κατηγορούμενο. Έχω επίσης μελετήσει επισταμένως και τις αναφορές τόσο της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής όσο και του συνηγόρου του κατηγορούμενου 3 σε συγκεκριμένα σημεία του Τεκμηρίου 1 εις τα οποία με παρέπεμψαν και μέσα από αυτό έχω διαπιστώσει ότι η πιθανή εμπλοκή του 3ου κατηγορούμενου δεν προκύπτει αποκλειστικά και μόνο μέσα από τα όσα ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε στην κατάθεση του ημερ. 27/3/15 αλλά φαίνεται να προκύπτει και μέσα από καταθέσεις και στοιχεία άλλων προσώπων. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι η οποιαδήποτε αποδεικτική αξία και σημασία έχει το Τεκμήριο 2 όπως επίσης και το λοιπό μαρτυρικό υλικό θα τύχει ενδελεχούς αξιολόγησης από το αρμόδιο προς τούτο Δικαστήριο και όχι από το παρόν. Στο στάδιο αυτό όπου το μαρτυρικό υλικό εξετάζεται στην όψη του και μόνο δεν είναι δυνατό να προσδώσω οιαδήποτε τελική αξία επί οιουδήποτε μέρους του υλικού αυτού περάν της νομολογιακά επιτρεπόμενης εξέτασης του στην όψη του και μόνο. Πέραν από την μαρτυρία του 1ου κατηγορούμενου ως φαίνεται στην κατάθεση του, υπάρχει το Κ-39 από το οποίο φαίνεται να προκύπτει ότι και οι 3 κατηγορούμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο βρίσκονταν στην ίδια περιοχή από όπου και αναχώρησαν ακολουθώντας την ίδια πορεία. Μετά την ανακοπή των πρώτων 2 κατηγορούμενων από την αστυνομία φαίνεται ο κατηγορούμενος 3 να προσπαθεί να επικοινωνήσει επανειλημμένα με τον 2ο κατηγορούμενο. Περαιτέρω υπάρχει η κατάθεση για ταύτιση μέσα από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης οχήματος που φέρεται να είναι του 3ου κατηγορούμενου και προσώπου που ομοιάζει με τον κατηγορούμενο αυτό. Όλα αυτά σε συνδυασμό βεβαίως με τα υπόλοιπα στοιχεία που προκύπτουν από το Τεκμήριο 1 και χωρίς να παραβλέπω και το Τεκμήριο 2, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και μόνο υπάρχει η ορατή πιθανότητα καταδίκης και του κατηγορούμενου 3 χωρίς βεβαίως να αποκλείεται και η κάθε λογική προσδοκία για αθώωση του από το αρμόδιο Δικαστήριο το οποίο θα προβεί και σε ενδελεχή έλεγχο και αξιολόγηση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού το οποίο θα κριθεί κατά πόσο είναι αποδεκτό ή όχι. Είναι περαιτέρω γεγονός και προκύπτει από όλο το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε ξεκάθαρη άμεση μαρτυρία η οποία να εμπλέκει τον 3ο κατηγορούμενο, παρόλα αυτά, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει περιστατική μαρτυρία η οποία όμως θα πρέπει να λεχθεί δεν υπολείπεται σε δύναμη οποιασδήποτε άλλης μορφής μαρτυρίας. Εκείνο το οποίο απαιτείται όμως, είναι τα σκόρπια μέρη της να αποκτήσουν τέτοια συνεκτικότητα που να εδραιώνουν, με ακαταμάχητη πειστικότητα, την καταδίκη για ένα έγκλημα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ.9 και Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R.73). Όλα αυτά βεβαίως θα λάβουν χώρα στο εκδικάζον αρμόδιο Δικαστήριο και όχι στο παρόν. Σε σχέση με τον τρόπο που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται το μαρτυρικό υλικό στα στάδιο αυτό και κατά πόσο αυτό είναι τέτοιο που να ικανοποιεί την προϋπόθεση της πιθανότητας καταδίκης, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα από την Χριστόδουλος Νικήτα κ.α. v. Δημοκρατίας
(2011)2 A.A.Δ. 54: «Η πιθανολόγηση της καταδίκης τους συναρτήθηκε με το ενώπιον του Κακουργιοδικείου μαρτυρικό υλικό, το οποίο, στο στάδιο αυτό, εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς τελικές διαπιστώσεις . Υπάρχει μαρτυρία - και σ' αυτήν αναφέρθηκε το Κακουργιοδικείο - η οποία συνδέει τους εφεσείοντες με τα αδικήματα. Ποια η βαρύτητα αυτής της μαρτυρίας και μέχρι πού μπορεί να οδηγήσει δεν είναι του παρόντος. Ούτε η απουσία των εκθέσεων των εμπειρογνωμόνων και άλλων εγγράφων, για τα οποία γίνεται αναφορά σε καταθέσεις, επηρεάζει, στο στάδιο αυτό, για τους λόγους που έχουμε προαναφέρει. Το ενώπιον του Κακουργιοδικείου υλικό ικανοποιούσε το ενδεχόμενο της καταδίκης των εφεσειόντων και αυτό ήταν αρκετό. Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος - (βλ. Ευριπίδου κ.α. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Κουννάς κ.α. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423).» Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω, υπογραμμίζω ότι η πιθανότητα μη προσέλευσης ενός κατηγορούμενου στη δίκη δεν πρέπει να εκτιμάται μόνο με αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης και τις ποινές. Στην Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι όμως επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Σημειώνω και την απόφαση Μιχάλης Α. Ψύλλας ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 201/2007, ημερ. 28.8.2007, όπου επαναλήφθηκε ότι η αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων δεν είναι αρκετή και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και άλλες παράμετροι. Στην Χ" Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 ανασκοπήθηκε η Νομολογία και εξηγήθηκε ακριβώς ότι η πρόβλεψη σε σχέση με τα ενδεχόμενα μπορεί να έχει ως πηγή «εγγενείς ενδείξεις» που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης, αλλά και το ιστορικό του υποδίκου και στοιχεία από την ίδια την υπόθεση. Παράγοντες που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο κατά την εξέταση των πιο πάνω είναι, μεταξύ άλλων, εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται, καθώς και γενικότερα θέματα υγείας. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Σιδερένος κ.α., Ποινικές Εφέσεις 73-76/2008, ημερ. 23.4.2008, λέχθηκε ότι οι προσωπικές συνθήκες εξετάζονται με αναφορά στο σχετικό κριτήριο, κατά πόσο δηλαδή οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν τη σκέψη στον κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον κατηγορούμενο, απαλλάσσοντάς τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Οι πιο πάνω παράγοντες πρέπει να συνεκτιμώνται ανάμεσα στα άλλα και με τον παράγοντα της παρακώλυσης στην ετοιμασία της υπεράσπισης λόγω της κράτησης (Savva & Another (No.2) V Police
(1997)2 C.L.R. 292), αλλά και με τον χρόνο κράτησης (Χ'' Δημητρίου ανωτέρω). Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από τη Νομολογία μας ως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια αιτήσεων κράτησης. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στη Βασιλείου (ανωτέρω), τέτοιοι παράγοντες, όπως και οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου, έστω και αν είναι δυσμενείς, δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Στην παρούσα υπόθεση και οι 3 Κατηγορούμενοι είναι Κύπριοι πολίτες της Δημοκρατίας, και δεν έχουν αναφεθεί οιεσδήποτε προηγούμενες τους καταδίκες. Ο 1ος κατηγορούμενος είναι άγαμος, στρατιωτικός με σοβαρά οικονομικά προβλήματα ως φαίνεται από τις καταθέσεις του. Ο 2ος κατηγορούμενος είναι άγαμος επίσης και άνεργος. Όσον αφορά τον 3ο κατηγορούμενο, αυτός είναι έγγαμος, πατέρας 2 ανήλικων τέκνων ηλικίας 8 και 10 ετών και εργάζεται σε συγκρότημα διαμερισμάτων με την σύζυγο του στην Αγία Νάπα. Είναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος 3 ο οποίος έχει και ένσταση στην κράτηση του διαθέτει δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία όπου βρίσκονται η σύζυγος τα παιδιά του και η εργασία του και δεν αναφέρθηκαν οιεσδήποτε άλλες σχέσεις ή δεσμοί με άλλη χώρα. Το γεγονός και μόνο ότι έχει ισχυρούς δεσμούς με τη Κύπρο δεν θα μπορούσε από μόνο του να έχει καταλυτική σημασία λαμβανομένου υπόψη και όλων των περιστάσεων της υπόθεσης. Στην Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «..είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται.» Με βάση τα όσα ανωτέρω προανέφερα σε συνδυασμό με το μαρτυρικό υλικό κρίνω ότι τόσο οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αλλά και ο κατηγορούμενος 3 έχουν με βάση τα πιο πάνω κίνητρο και ενέχει ο κίνδυνος αυτοί να διαφύγουν της δίκης τους. Συνεπώς, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι με αναφορά στο εύρημα περί ορατής πιθανότητας καταδίκης αλλά και της σοβαρότητας των αδικημάτων σε συνδυασμό βέβαια και με τις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές τους συνθήκες , είναι πιθανόν να προσπαθήσουν να διαφύγουν από τα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έχοντας κατά νου όλα όσα προαναφέρω στην παρούσα απόφαση και συνεκτιμώντας τα αντικειμενικά δεδομένα, με την έννοια πως αυτά άπτονται της σοβαρότητας των κατηγοριών και της εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση καταδίκης στη βάση του μαρτυρικού υλικού και τα υποκειμενικά δεδομένα, και προσμετρώντας αυτά ανάλογα με τη βαρύτητα της ύπαρξης κινδύνου να μην παρουσιαστούν οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 στη δίκη τους ενώπιον του Κακουργιοδικείου, κρίνω ότι υπάρχει ο κίνδυνος αυτός. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη τον κανόνα ότι δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την κράτηση ενός κατηγορούμενου, χωρίς ταυτόχρονα να παραβλέπω ότι το χρονικό διάστημα του ολιγότερου του ενός περίπου μηνός μέχρι την ημερομηνία της δίκης του δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής και την κράτηση των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 μέχρι τη δίκη τους, αφού βρίσκω ότι η ατομική τους ελευθερία θα πρέπει να υποχωρήσει έναντι του δημόσιου συμφέροντος. Αναφορά κρίνω ότι θα πρέπει ακόμα να γίνει και στους όρους που εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 3 προς εξασφάλιση της εμφάνισής του στη δίκη, που όμως κρίνω ότι δεν είναι τόσο ισχυροί και τέτοιοι που θα απέτρεπαν τον κατηγορούμενο να αποφύγει τη δίκη του για να μην αντιμετωπίσει στην περίπτωση καταδίκης του, ποινές φυλάκισης που επιβάλλονται σε αυτού του είδους τα αδικήματα. Κατά συνέπεια, εκδίδω διάταγμα για την κράτηση των κατηγορούμενων 1 , 2 και 3 μέχρι τις 12/05/2015 που είναι ορισμένη η παρούσα υπόθεση για εκδίκαση ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λεμεσό. (Υπ) .............. Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.