ΒΑΣΟΥ ΣΥΜΙΛΛΙΔΗ ν. ΣΤΕΛΙΟΥ ΧΑΤΖΗΣΠΥΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 3451/2014, 15/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3451/2014 Μεταξύ: ΒΑΣΟΥ ΣΥΜΙΛΛΙΔΗ Κατηγόρου ν. ΣΤΕΛΙΟΥ ΧΑΤΖΗΣΠΥΡΟΥ Κατηγορούμενου ----------------------------------------------- Ημερομηνία: 15 Μαΐου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σωκράτους (κα Σ. Κωνσταντινίδου για να ακούσει απόφαση) Για τον Κατηγορούμενο: κα Σ. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος: παρών ----------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για την έκδοση επιταγών άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος στη Λεμεσό εντός της επαρχίας Λεμεσού την 31/12/13, εξέδωσε και παρέδωσε επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμό 98110038 ημερομηνίας 31/12/13, δια το ποσό των €15.500.- εις διαταγή του Βάσου Συμιλλίδη από τη Λεμεσό, έναντι νομίμου και καλού ανταλλάγματος, η οποία κατά την εμφάνιση της στην Τράπεζα για είσπραξη κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα δηλαδή την 31/12/13 και στην ξαναπαρουσίαση της κατά την 09/01/14, δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, και ή του ότι προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα, χωρίς εύλογη αιτία, ο εκδότης της κατηγορούμενος προκάλεσε την μη πληρωμή της με το κλείσιμο του λογαριασμού του, και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την εν λόγω ημερομηνία παρουσίασης της και ή μέχρι σήμερα. Κατά την παρουσίαση της επίδικης επιταγής στην Τράπεζα τέθηκαν επί της επιταγής ενδεικτικές σφραγίδες με ημερομηνία 2/1/2014 και 10/1/2014 με την ένδειξη «Ο λογαριασμός έκλεισε. Παρακαλούμε όπως παρουσιαστεί ξανά για σκοπούς Κ.Α.Π.». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος στη Λεμεσό εντός της επαρχίας Λεμεσού την 31/12/13, εξέδωσε και παρέδωσε επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμό 98110039 ημερομηνίας 31/12/13, δια το ποσό των €37.500.- εις διαταγή του Βάσου Συμιλλίδη από τη Λεμεσό, έναντι νομίμου και καλού ανταλλάγματος, η οποία κατά την εμφάνιση της στην Τράπεζα για είσπραξη κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα δηλαδή την 31/12/13 και στην ξαναπαρουσίαση της κατά την 09/01/14, δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, και ή του ότι προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα, χωρίς εύλογη αιτία, ο εκδότης της κατηγορούμενος προκάλεσε την μη πληρωμή της με το κλείσιμο του λογαριασμού του, και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την εν λόγω ημερομηνία παρουσίασης της και ή μέχρι σήμερα. Κατά την παρουσίαση της επίδικης επιταγής στην Τράπεζα τέθηκαν επί της επιταγής ενδεικτικές σφραγίδες με ημερομηνία 2/1/2014 και 10/1/2014 με την ένδειξη «Ο λογαριασμός έκλεισε. Παρακαλούμε όπως παρουσιαστεί ξανά για σκοπούς Κ.Α.Π.». Σημειώνω εδώ πριν προχωρήσω περαιτέρω ότι δεν έχει διαφύγει του Δικαστηρίου η συμπερίληψη στην έκθεση αδικημάτων των κατηγοριών τόσο του εδαφίου 1 όσο και του εδαφίου 2 του άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, με βάση τα οποία είναι προφανές προκύπτουν δύο διαφορετικά αδικήματα και πιο συγκεκριμένα αυτό της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα επειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια για να πληρωθεί ή επειδή ο λογαριασμός του εκδότη είναι κλειστός, και αυτό της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία. Ούτε σημειώνεται έχει διαφύγει ότι στις λεπτομέρειες αδικημάτων των κατηγοριών περιλαμβάνονται διαζευκτικά λεπτομέρειες και στοιχεία που θα μπορούσαν να στηρίξουν αμφότερα τα αδικήματα πιο πάνω. Ευθέως όμως λέγοντας αυτά αναφέρω ότι για το Δικαστήριο δεν τίθεται θέμα ακυρότητας του κατηγορητηρίου ένεκα ελαττωματικότητας ή πολλαπλότητας του. Δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι το κατηγορητήριο θα μπορούσε να είχε διατυπωθεί με καλύτερο τρόπο. Η συμπερίληψη στις εκθέσεις αδικημάτων εδαφίων που δημιουργούν δύο αδικήματα και η επιπρόσθετη παράθεση λεπτομερειών που να στηρίζουν τα δύο αυτά αδικήματα δεν είναι η ενδεδειγμένη και σε κάποιες περιπτώσεις ενδεχομένως να μπορεί να οδηγήσει και σε ακύρωση του κατηγορητηρίου. Όμως δεν είναι αυτή η περίπτωση μας. Αυτό γιατί κατ' αρχήν παρατηρώ ότι η Υπεράσπιση δεν έχει εγείρει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τα πιο πάνω ούτε και προέβη σε οιανδήποτε εισήγηση περί ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου ή πολλαπλότητας. Έπειτα επειδή ακόμη και σε περιπτώσεις κακής διατύπωσης ή συμπερίληψης περισσότερων του ενός αδικημάτων στο κατηγορητήριο, με βάση τη Νομολογία το κριτήριο για να αποφασιστεί ακυρότητα του κατηγορητηρίου είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος συνεπεία αυτών προκύπτει κατά ένα ξεκάθαρο και ουσιώδη τρόπο ότι επηρεάστηκε δυσμενώς ή παραπλανήθηκε κατά την προβολή της Υπεράσπισης του (βλ. Σοφοκλής Μαρκίδης v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1999)2 ΑΑΔ 598, Π.Ε.6089, Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 194, Π.Ε.6053, Σ.Π. v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 207/2013 ημερ.25/06/14). Δεν διαπιστώνεται όμως εδώ τέτοιος δυσμενής επηρεασμός ή παραπλάνηση, με δεδομένο βέβαια κατά πρώτον ότι η Υπεράσπιση δεν εισηγήθηκε ή ισχυρίστηκε ποτέ κάτι τέτοιο. Κατά δεύτερον όμως και επειδή παρατηρώ μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας, τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί αλλά και κυρίως μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν γίνει και την γραμμή υπεράσπισης του κατηγορούμενου, ότι ο τελευταίος γνώριζε επακριβώς ότι τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται είναι αυτά του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154, για την έκδοση δηλαδή δύο επιταγών οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκαν επειδή ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός και δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για να πληρωθούν και επιχείρησε να καταδείξει μέσα από την υπερασπιστική του γραμμή ότι δεν πληρούται συγκεκριμένο συστατικό στοιχείο των αδικημάτων δηλαδή αυτό της παράλειψης πληρωμής τους εντός 15 ημερών από την παρουσίαση τους. Με αυτά υπόψη και με βάση τις ίδιες αρχές δεν θεωρώ επίσης ότι προκύπτει οποιοδήποτε θέμα για περαιτέρω συζήτηση ως εκ της μη συμπερίληψης στις εκθέσεις αδικημάτων των κατηγοριών στο κατηγορητήριο του Ν.70
(1)/08 ο οποίος τροποποίησε τον Ποινικό Κώδικα Κεφ.154 και αντικατέστησε το άρθρο 305Α. Το άρθρο 305A δηλαδή όπως ισχύει σήμερα αλλά και όπως ίσχυε κατά τον χρόνο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Εφόσον ο κατηγορούμενος δεν έθεσε το θέμα αυτό σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ούτε ισχυρίστηκε εκ τούτου παραπλάνηση ή δυσμενή επηρεασμό του, στις εκθέσεις αδικημάτων γίνεται αναφορά στο άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154 εκ του οποίου προκύπτουν τα αδικήματα που αποδίδονται στον κατηγορούμενο με βάση και όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω, ενώ οι λεπτομέρειες των αδικημάτων στην έκταση που αφορούν το συγκεκριμένο αδίκημα του 305Α
(1)συνάδουν με το άρθρο όπως αυτό αντικαταστάθηκε με τον πιο πάνω Νόμο, και τέλος ο κατηγορούμενος εκδίκασε την υπόθεση του και υπεράσπισε εαυτόν όπως είναι η διαπίστωση του Δικαστηρίου γνωρίζοντας επακριβώς το αδίκημα που αντιμετωπίζει, προσαρμόζοντας ανάλογα και την γραμμή υπεράσπισης του και δεν φαίνεται να παραπλανήθηκε ή να έχει επηρεαστεί δυσμενώς κατά την προβολή της υπεράσπισης του, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να με απασχολήσει περαιτέρω θέμα ακυρότητας του κατηγορητηρίου ένεκα της παράλειψης πιο πάνω. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο
(2)μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε ένα
(1)μάρτυρα για την υπεράσπιση του. Έγιναν περαιτέρω παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου 11 τεκμήρια. Τα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία έχουν εγκριθεί από το Δικαστήριο, ήταν τα εξής:
- Οι επίδικες επιταγές τεκμήρια 1 & 2 έχουν εκδοθεί από τον κατηγορούμενο υπό την έννοια ότι τις έχει συμπληρώσει πλην της ημερομηνίας, τις έχει υπογράψει και τις έχει παραδώσει στον παραπονούμενο από το
- Οι επιταγές τεκμήρια 1 & 2 έχουν παρουσιαστεί στην τράπεζα επί της οποίας έχουν εκδοθεί δηλαδή στην Ελληνική Τράπεζα σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις και έχουν επιστραφεί και οι δύο στις 02/01/14 και στις 10/01/14 με αιτιολογία «Ο λογαριασμός έκλεισε. Παρακαλούμε να παρουσιαστεί ξανά για σκοπούς Κ.Α.Π.».
- Η ημερομηνία πληρωμής δηλαδή 31/12/13 και στις δύο επιταγές έχει συμπληρωθεί από τον παραπονούμενο. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη, δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι έχουν αναφέρει. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων αν χρειαστεί κατωτέρω. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων και των παραδεκτών γεγονότων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης ή για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). ΜΚ1 Βασίλης Μιχαηλίδης Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας αυτός, ο οποίος εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα, απάντησε ευθέως ότι γνώριζε εις τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με βάση τα καθήκοντα του και τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του για τις επίδικες επιταγές και λογαριασμό. Δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον και το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε στις επίδικες επιταγές και εξήγησε τι σημασία των σφραγίδων που υπάρχουν σε αυτές. Οι επίδικες επιταγές έγιναν κατάθεση στις 31/12/13 και επιστράφηκαν πίσω στις 02/01/14 για το λόγο ότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός. Ο παραπονούμενος τις παρουσίασε ξανά για κατάθεση στις 09/01/14 και επιστράφηκαν πίσω στις 10/01/14 για τον ίδιο λόγο. Ως εκ των ανωτέρω ο λογαριασμός του παραπονούμενου χρεώθηκε με τα ποσά των επιταγών μετά την επιστροφή τους και σχετικές είναι οι χρεωστικές σημειώσεις που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο (βλ. επισυνημμένα στα τεκμ.1 & 2). Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η κατάθεση των επιταγών την 2η φορά φαίνεται να έγινε επειδή ο παραπονούμενος επιθυμούσε να καταχωρήσει τον κατηγορούμενο στο Κ.Α.Π. δηλαδή στο Κεντρικό Αρχείο της Κεντρικής Τράπεζας ενώ περαιτέρω ανέφερε ότι γνωρίζει προσωπικά τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν πρώην συνάδελφος του και από το 1988 δούλευαν μαζί στην Ελληνική Τράπεζα. ΜΚ2 Βάσος Σιμιλλίδης-παραπονούμενος Ο παραπονούμενος μου έκανε γενικά καλή εντύπωση και αποδέχομαι την μαρτυρία του. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν αμέσως, με ευθύτητα και χωρίς δισταγμό. Δεν διέκρινα σε καμία περίπτωση προσπάθεια από πλευράς του να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια, και εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι δεν έχει κλονιστεί η αξιοπιστία του κατά την αντεξέταση του, η οποία οφείλω να σημειώσω περιορίστηκε σε μια γενική υποβολή των θέσεων της Υπεράσπισης προς τον μάρτυρα. Κατά την εξέταση του ανέφερε κατ' αρχήν ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο για 35 χρόνια περίπου και αναφέρθηκε στη σχέση τους την οποία χαρακτήρισε ως φιλική. Ανέφερε περαιτέρω ότι όταν ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι θα πάρει το ταμείο προνοίας του ένεκα της αφυπηρέτησης του τον Αύγουστο του 2008, άρχισε να του ζητά δανεικά με αποτέλεσμα την περίοδο μεταξύ 22/10/08 - 08/05/09 να του αποσπάσει διάφορα ποσά που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των €15.500.-. Επειδή δε το εν λόγω ποσό δόθηκε στον κατηγορούμενο χωρίς απόδειξη, την 08/05/09 του ζήτησε να τον εξασφαλίσει και ο κατηγορούμενος του εξέδωσε την επιταγή τεκμ.1 χωρίς ημερομηνία πληρωμής και χωρίς όνομα. Ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε στην επιταγή μόνον το ποσό ολογράφως και αριθμητικά και την υπέγραψε ενώπιον του. Δεν κατέθεσε την επιταγή διότι ο κατηγορούμενος του έλεγε να περιμένει και να την έχει ως εξασφάλιση της πληρωμής του και ότι θα τον αποπλήρωνε σύντομα όταν θα λάμβανε κάποια αποζημίωση αλλά και χρήματα από το ταμείο προνοίας του και την πληρωμή ενός οικοπέδου. Λόγω της σχέσης του είχε καθησυχαστεί ότι θα πάρει τα λεφτά του, ενώ λόγω των διαβεβαιώσεων του κατηγορούμενου πείσθηκε να του δανείσει και άλλα ποσά. Την περίοδο από 22/07/09 έως 02/09/09 o κατηγορούμενος του απέσπασε €35.500.- και προς εξασφάλιση του ποσού αυτού ο κατηγορούμενος του εξέδωσε δεύτερη επιταγή δηλαδή το τεκμήριο 2, στο οποίο ο ίδιος αυτοβούλως συμπεριέλαβε τόκο €2.000.-. Την επιταγή ο κατηγορούμενος την υπέγραψε μπροστά του και την συμπλήρωσε πλην της ημερομηνίας. Την περίοδο από 03/09/09 έως 19/07/12 έδωσε και άλλα ποσά στον κατηγορούμενο, άσχετα σημειώνεται με τις επίδικες επιταγές, το τελευταίο ποσό δε δόθηκε στις 19/07/
- Έκτοτε άρχισε να ερευνά για τον κατηγορούμενο και ανακάλυψε ότι όφειλε σε πολλούς. Τον Φεβρουάριο του 2013 ο κατηγορούμενος του ζήτησε να δημιουργήσει βιβλιάριο στην Ελληνική Τράπεζα για να αρχίσει να του καταθέτει χρήματα. Πράγματι άνοιξε λογαριασμό στις 11/2/
- Στις 15/02/13 ο κατηγορούμενος του πλήρωσε €500.- αλλά όταν αντιλήφθηκε αργότερα ότι δεν προτίθετο να του πληρώσει άλλο ποσό, συμπλήρωσε ο ίδιος την ημερομηνία 31/12/13 στις δύο επιταγές (τεκμ.1 & 2) αφού ειδοποίησε τον κατηγορούμενο και τις κατέθεσε στο λογαριασμό του. Οι επιταγές επιστράφηκαν διότι ο λογαριασμός του κατηγορούμενου ήταν κλειστός. Τις κατέθεσε δεύτερη φορά και επιστράφηκαν πάλι για τον ίδιο λόγο. Τέλος, ανέφερε ότι για τις επιταγές καταχώρησε και αγωγή, και περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος μετά την επίδοση των υποθέσεων τον κατήγγειλε στην Αστυνομία για τοκογλυφία και πλαστογραφία με σκοπό να τον εκβιάσει. Κατά την αντεξέταση του επανέλαβε ότι με τον κατηγορούμενο ήταν φίλοι αλλά αρνήθηκε ότι μετέβαιναν μαζί σε καζίνο. Αρνήθηκε επίσης ότι έδωσε στον κατηγορούμενο μόνον δύο ποσά και πιο συγκεκριμένα €15.000.- την 1η φορά, ζητώντας επιταγή για €15.500.- με την διαφορά να αφορά τόκους, ενώ την 2η φορά €35.000.- ζητώντας επιταγή για €37.500.- με την διαφορά επίσης να αφορά τόκους. Σε ότι αφορά τα ποσά που δάνεισε επανέλαβε όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση του. Απέρριψε υποβολή ότι έλαβε €25.000.- ταυτόχρονα έναντι του οφειλόμενου ποσού για τις επιταγές λέγοντας ότι είναι ψέμα όπως επίσης απέρριψε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος του έδινε €3.000.- μηνιαίως και ότι συνολικά έλαβε €108.000.-. Την ημερομηνία 31/12/13 στις επιταγές την συμπλήρωσε ο ίδιος παρόλο που κρατούσε τις επιταγές από το 2009 αφού περίμενε τον κατηγορούμενο να τον πληρώσει. Δεν πήρε οδηγίες από τον κατηγορούμενο να συμπληρώσει την ημερομηνία. Τέλος, αρνήθηκε ότι έλαβε τα ποσά που αναφέρονται στις επιταγές. Κατηγορούμενος Ευθέως αναφέρω ερχόμενος στον κατηγορούμενο, ότι η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο ο μάρτυρας αυτός με την όλη παρουσία του ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και τις απαντήσεις του ήταν αρνητική και δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του η οποία κρίνεται αναξιόπιστη. Εξέτασα εν πάση περιπτώσει σημειώνω με μεγάλη προσοχή την μαρτυρία του κατηγορούμενου και έχω διαπιστώσει ότι αυτή χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, αλλά και από μη καθαρές και μη λογικές θέσεις. Η μαρτυρία του συνεπώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Πιο συγκεκριμένα: Α. (α) Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι πλήρωσε στον παραπονούμενο ποσό €25.000.- σε μετρητά στις 20/10/09 έναντι του χρέους του και από εκεί και πέρα συμφώνησαν να του πληρώνει €3.000.- μηνιαίως μέχρι να τον εξοφλήσει. Από τον Οκτώβριο του 2009 μέχρι τον Οκτώβριο του 2012 έδινε ποσό €3.000.- μηνιαίως και συνολικά έδωσε στον παραπονούμενο αντί €53.000.- (συνολικό ποσό επιταγών τεκμ.1 & 2), €108.000.-. Όταν συνειδητοποίησε ότι το ποσό διπλασιάστηκε και φάνηκε ότι πλήρωσε τόκους και με το παραπάνω, ζήτησε πίσω τις επιταγές αλλά ο παραπονούμενος του είπε ότι τις έσκισε. (β) i. Κατ' αρχήν θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι στον παραπονούμενο πέραν των γενικών υποβολών ότι του πληρώθηκε ποσό €25.000.- εφάπαξ («ταυτόχρονα» όπως ήταν η υποβολή), ότι του πληρώνετο ποσό €3.000.- τον μήνα για τόκους και ότι τελικά του πληρώθηκε συνολικά ποσό €108.000.-, δεν του υπεβλήθη ποτέ κάτι συγκεκριμένο εν σχέση με τα ζητήματα αυτά. Δεν υπεβλήθη στον παραπονούμενο ούτε ο χρόνος ούτε ο τρόπος πληρωμής του ποσού των €25.000.-, αλλά ούτε και πότε και κάτω από ποιες συνθήκες συμφωνήθηκε η πληρωμή του ποσού των €3000.- τον μήνα, όπως δεν του υποβλήθηκε πόσες δόσεις πληρώθηκαν ή εν πάση περιπτώσει μέσα σε ποια περίοδο έγιναν οι πληρωμές των δόσεων αυτών. Δεν του υποβλήθηκε επίσης ποτέ ότι του ζητήθηκε καθ' οιονδήποτε χρόνο να επιστρέψει τις επιταγές και αυτός ανέφερε ότι τις έσκισε. ii. Πρόκειται κατά την κρίση που για πολύ ουσιώδη ζητήματα τα οποία η πλευρά του κατηγορούμενου όφειλε να θέσει στον παραπονούμενο προκειμένου να του δώσει την ευκαιρία να τοποθετηθεί και να μπορέσει το Δικαστήριο να αξιολογήσει τις εκατέρωθεν θέσεις σε συνάρτηση με όλα τα δεδομένα της υπόθεσης και τα τεκμήρια και να καταλήξει στην αλήθεια. iii. Στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, αναφέρθηκαν τα εξής: « Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599. Σημαντική στο θέμα ήταν η προβληθείσα υπεράσπιση περί κακοποίησης του εφεσείοντα. Η θέση αυτή προβλήθηκε όμως για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα στις 18.9.09, ενώ κατά τη συνέχιση της κυρίως εξέτασης του Δαμιανού Χατζηχριστοφή, Μ.Κ.5, στις 27.3.2009, μετά το πέρας της διαδικασίας της δίκης εντός δίκης, η ανακριτική κατάθεση του εφεσείοντα κατατέθηκε ως Τεκμ. 6, χωρίς καμία ένσταση, στη δε συνοπτική αντεξέταση του, ουδέν τέθηκε από την υπεράσπιση. Ορθά επομένως το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο σημείο αυτό ως πλήττον την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής των εφεσειόντων. ...» iv. Εφαρμόζοντας συνεπώς την πιο πάνω αρχή και στην δική μας περίπτωση κρίνω ακριβώς ότι η εκ των υστέρων προβολή των πιο πάνω ουσιωδών ισχυρισμών δεν είναι αποδεκτή. Συνεπώς η σχετική μαρτυρία που αφορά τα πιο πάνω σημεία ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή, ενώ περαιτέρω κρίνω ότι η αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής του μάρτυρα και της Υπεράσπισης έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα ακριβώς με την μη προβολή εξ' αρχής καθαρών θέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου. (γ) i. Σε ότι αφορά δε την ουσία των όσων ανέφερε ο κατηγορούμενος και ανεξάρτητα από τα όσα υπό (β) πιο πάνω αναφέρονται, θα ήθελα να σημειώσω τα εξής. ii. Κατ' αρχήν καθαρή θέση για το τι πλήρωσε τελικά στον παραπονούμενο μέσα από την μαρτυρία του δεν προκύπτει. Η θέση που προκύπτει από την μαρτυρία του και την οποία υπέβαλε η Υπεράσπιση και στον παραπονούμενο, είναι ότι συνολικά του πλήρωσε €108.000.-. Όμως με δεδομένο τον ισχυρισμό του ότι πλήρωσε στον παραπονούμενο €25.000.- εφάπαξ και επιπλέον πλήρωνε €3.000.- μηνιαίως την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου του 2009 μέχρι τον Οκτώβριο του 2012, δηλαδή επί τρία συνεχόμενα χρόνια, προκύπτει με απλά μαθηματικά ότι το ποσό που κανονικά θα έπρεπε να είχε πληρώσει είναι €133.000.-. [ €25.000 + €108.000 (3 χρόνια Χ 12 μήνες Χ €3.000) ]. Ο κατηγορούμενος όμως ουδέποτε ισχυρίστηκε πληρωμή συνολικού ποσού €133.000.- προς τον παραπονούμενο και ουδέποτε υπέβαλε τέτοια θέση στον παραπονούμενο. Εν πάση περιπτώσει αυτά σε συνάρτηση με τους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου περί πληρωμής συνολικού ποσού €108.000.-, καταδεικνύουν τις ουσιώδεις αντιφάσεις στην μαρτυρία του και τις μη καθαρές του θέσεις. iii. Περαιτέρω όμως κατά την κρίση μου η θέση του κατηγορούμενου δεν αντέχει ούτε στη βάσανο της λογικής. Πως είναι δυνατόν να γίνει πιστευτός ο κατηγορούμενος ο οποίος ισχυρίζεται ότι πλήρωνε €3.000.- μηνιαίως και όταν συνειδητοποίησε ότι διπλασιάστηκε το ποσό, μόνον τότε σταμάτησε να πληρώνει και ζήτησε πίσω τις επιταγές. Ποιός λογικός άνθρωπος θα πλήρωνε επί τρία ολόκληρα χρόνια €3.000.- τον μήνα, χωρίς να κρατά λογαριασμό (όπως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος κατά την αντεξέταση του - βλ. σελ.19 πρακτικών ημερ. 09/02/15), με αποτέλεσμα να πληρώσει τελικά €108.000.- δηλαδή πολύ μεγαλύτερο ποσό από αυτό που όφειλε να πληρώσει. Κατά την κρίση μου οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου πιο πάνω, όπως και η θέση που πρόβαλε στο τέλος της αντεξέτασης του ότι η συνέχιση της πληρωμής του ποσού των €3.000.- παρά το γεγονός ότι εξόφλησε ήταν λάθος του, εκτός από γενικοί και αόριστοι δεν αντέχουν ούτε στη βάσανο της λογικής και το Δικαστήριο δεν έχει αμφιβολία ότι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του κατηγορούμενου στα πλαίσια της προσπάθειας του να αποφύγει τις υποχρεώσεις του. iv. Όμως εδώ θα ήθελα να επισημάνω και την εξής σοβαρή αντίφαση που εντοπίζω στην μαρτυρία του κατηγορούμενου. Όπως φαίνεται πιο πάνω ήταν η θέση του ότι όταν το ποσό διπλασιάστηκε και είχε ήδη πληρώσει €108.000.- ζήτησε να του επιστραφούν οι επιταγές και του ανέφερε ο παραπονούμενος ότι τις έσκισε. Κατά την αντεξέταση του όμως ανέφερε κάτι διαφορετικό, ότι δηλαδή ζήτησε τις επιταγές όταν σύμφωνα με τους υπολογισμούς του έδωσε τις €53.000.- (βλ. σελ.18 πρακτικών ημερ.09/02/15), το ποσό δηλαδή που όφειλε με βάση τις επιταγές. Όμως αν ήταν έτσι τα πράγματα και ζήτησε τις επιταγές μόλις πλήρωσε το ποσό που τις αφορούσε, τότε όλα όσα ανέφερε περί πληρωμής ποσού €108.000.- κατά λάθος αφού δεν κρατούσε λογαριασμούς και ότι ζήτησε τις επιταγές μόλις το συνειδητοποίησε δεν ήταν αλήθεια. v. Εν κατακλείδι για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω έχω καταλήξει ότι δεν μπορώ να κάνω αποδεκτή την μαρτυρία του κατηγορούμενου η οποία επαναλαμβάνω και στο σημείο αυτό χαρακτηρίζεται από γενικότητα και αοριστία, αντιφάσεις, μη καθαρές και μη λογικές θέσεις. Β. (α) Πέραν των ανωτέρω όμως, κατά την κρίση μου οι μη καθαρές θέσεις του κατηγορούμενου προκύπτουν και από τα εξής. Παρά την αναφορά του σε πληρωμή τόκου €3.000.- τον μήνα προς τον παραπονούμενο, παρατηρώ ότι υπάρχουν διάσπαρτα στοιχεία στην μαρτυρία του για το θέμα αυτό. Δεν ανέφερε πότε συγκεκριμένα μίλησαν με τον παραπονούμενο για το θέμα αυτό, τι ακριβώς του είπε ο παραπονούμενος και ποιες ήταν ακριβώς οι απαιτήσεις του τελευταίου, μέχρι πότε θα του πλήρωνε τον τόκο αυτό και γενικότερα δεν έχει αναφέρει συγκεκριμένα πράγματα τα οποία το Δικαστήριο να μπορεί να αξιολογήσει σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία για να καταλήξει σε συμπεράσματα. Η μόνη συγκεκριμένη αναφορά του για τόκους είναι όταν αναφέρθηκε στον δανεισμό του και την έκδοση των επιταγών όταν ο παραπονούμενος του ζήτησε για τα ποσά που του έδωσε να εκδώσει επιταγές με μεγαλύτερο ποσό κατά €500.- και €2.500.- αντίστοιχα. Από εκεί και πέρα υπάρχει μια γενική αναφορά σε πληρωμή τόκου €3000 τον μήνα που κατά τον κατηγορούμενο υπολόγισε μόνος του ο παραπονούμενος, η οποία όμως δεν πείθει και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. (β) Επιπλέον όμως παρατηρώ ότι και άλλα ουσιώδη ζητήματα πέραν των όσων έχουν αναφερθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω, όπως (
- i)οι απειλές του παραπονούμενου στην παρουσία κοινού τους φίλου ο οποίος μάλιστα είχε και διάλογο με τον παραπονούμενο, (
- ii)η συνομιλία που είχε ο παραπονούμενος με άλλο φίλο του κατηγορούμενου στον οποίο ανέφερε ότι θα κάνει κακό στην οικογένεια του και τέλος, (iii) η πληρωμή ποσού €3.000.- στην σύζυγο του παραπονούμενου από την σύζυγο του κατηγορούμενου, δεν υποβλήθηκαν επίσης στον παραπονούμενο και βεβαίως και εδώ τυγχάνει εφαρμογής η αρχή που προκύπτει μέσα από την απόφαση Tekinder Pal πιο πάνω. Γ. i. Αναφέρω περαιτέρω εδώ και το εξής. Κατά την αντεξέταση του ο κατηγορούμενος σε διάφορα σημεία και προς επιβεβαίωση των όσων ο ίδιος ισχυρίστηκε, επικαλέστηκε την μαρτυρία τρίτων προσώπων τους οποίους όπως ανέφερε θα παρουσίαζε στη δίκη για να απαντήσουν στις ερωτήσεις της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής και για να αποδειχθεί η αλήθεια. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε σε κάποιο πρόσωπο στο οποίο ο παραπονούμενος κατέφυγε για να τον απειλήσουν, σε κάποιον άλλο κοινό φίλο του με τον παραπονούμενο που ήταν παρών όταν ο παραπονούμενος πήγε στο σπίτι του ένα βράδυ, σε μάρτυρες που θα παρουσιαστούν για κάποια πράγματα και θα αποδειχθεί η αλήθεια, και τέλος σε κάποιον Άγγελο εν σχέση με συγκεκριμένο θέμα που ηγέρθη κατά την αντεξέταση του. ii. Ήταν χωρίς αμφιβολία δικαίωμα του κατηγορούμενου να παρουσιάσει την Υπεράσπιση του όπως ο ίδιος επιθυμούσε. Όμως η μη παρουσίαση των εν λόγω μαρτύρων από μέρους του τελικά, όταν ο ίδιος επικαλέστηκε την μαρτυρία τους για να δώσουν απαντήσεις και να αποκαλυφθεί η αλήθεια όπως ανέφερε, σαφώς και δημιούργησε στο Δικαστήριο σοβαρές αμφιβολίες για την βασιμότητα των όσων ανέφερε με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί σε καμία περίπτωση να βασιστεί στην μαρτυρία του. iii. Όπως αμφιβολίες για την βασιμότητα των όσων ανέφερε δημιούργησε και η μη προσκόμιση οιασδήποτε μαρτυρίας από πλευράς του για το θέμα της καταγγελίας του στην Αστυνομία, με δεδομένη την θέση του ότι ο ίδιος ανέφερε στην Αστυνομία την αλήθεια ενώ αντίθετα η μαρτυρία του παραπονούμενου στην Αστυνομία διαφέρει σε πολλά σημεία από την μαρτυρία που έχει δώσει στο Δικαστήριο. Εάν έτσι είχαν όμως τα πράγματα διερωτάται κανείς και εδώ γιατί ο κατηγορούμενος δεν κάλεσε στο Δικαστήριο τον εξεταστή της υπόθεσης ή εν πάση περιπτώσει εκπρόσωπο της Αστυνομίας για να καταθέσει αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα και άφησε άλλο ένα θέμα να αιωρείται. Δ. Τέλος, την κατάληξη του Δικαστηρίου περί αναξιοπιστίας του κατηγορούμενου έρχεται σημειώνω να επιβεβαιώσει η μαρτυρία της ΜΥ1, της συζύγου δηλαδή του κατηγορούμενου. Βασική θέση του κατηγορούμενου ήταν υπενθυμίζω εδώ ότι δανείστηκε από τον παραπονούμενο μόνον δύο ποσά και συγκεκριμένα €15.000.- και €35.000.- και ότι δεν δανείστηκε άλλα ποσά. Η μαρτυρία της ΜΥ1 όμως ήρθε να διαψεύσει την θέση αυτή του κατηγορούμενου αφού όπως διαφάνηκε ο κατηγορούμενος συνέχισε να δανείζεται από τον παραπονούμενο μέχρι και τον Ιούλιο του 2012. ΜΥ1 Φανή Χατζησπύρου Η μαρτυρία της συγκεκριμένης μάρτυρος, η οποία είναι η σύζυγος του κατηγορούμενου δεν γίνεται αποδεκτή. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν απαντούσε αυθόρμητα και άμεσα στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν κατά την αντεξέταση της, ενώ ήταν σημειώνω εμφανής η διστακτικότητα της μάρτυρος στο να δώσει ξεκάθαρες απαντήσεις. Η εντύπωση γενικότερα που άφησε η μάρτυρας στο Δικαστήριο ήταν ότι ήρθε στο Δικαστήριο προκειμένου να βοηθήσει τον σύζυγο της και να ενισχύσει την μαρτυρία του, αναφερόμενη σημειώνω και σε γεγονότα που δεν γνώριζε, και όχι να πει την αλήθεια. Εν πάση όμως περιπτώσει αυτό που έχει σημασία να αναφερθεί είναι πως η μαρτυρία της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού ουσιαστικές θέσεις που έχει προβάλει δεν έχουν υποβληθεί ποτέ στην πλευρά του παραπονούμενου προκειμένου να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί, ενώ περαιτέρω παρατηρείται και μια σοβαρή διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας της και αυτής του κατηγορούμενου. Πιο συγκεκριμένα: A. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι στον παραπονούμενο πέραν του ότι απείλησε εκτός από τον ίδιο τον κατηγορούμενο και την σύζυγο του τελευταίου, δεν υποβλήθηκε οτιδήποτε άλλο που να έχει σχέση με την σύζυγο του κατηγορούμενου. Δεν υποβλήθηκε ποτέ ότι πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό στον παραπονούμενο μέσω της συζύγου του κατηγορούμενου ή ακόμη ότι η σύζυγος του κατηγορούμενου ήταν παρούσα σε οποιαδήποτε πληρωμή. Συνεπώς με αναφορά και πάλιν στην αρχή που προκύπτει από την απόφαση Tekinder Pal ανωτέρω, αναφέρω ότι δεν μπορώ να αποδεκτώ σε καμία περίπτωση την θέση της μάρτυρος περί πληρωμών στη σύζυγο του παραπονούμενου και στον ίδιο τον παραπονούμενο ή ακόμη ότι στην παρουσία της έγινε οποιαδήποτε πληρωμή. B. Επίσης εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι η μαρτυρία της ΜΥ1 ευρίσκεται σε πλήρη διάσταση με αυτήν του κατηγορούμενου, ο οποίος στην μαρτυρία του μιλά για μια πληρωμή €3000.- μόνον από την σύζυγο του προς την σύζυγο του παραπονούμενου, και δεν αναφέρθηκε ποτέ σε πληρωμές της συζύγου του προς τον παραπονούμενο απευθείας ή σε πληρωμές στην παρουσία της, όπως ήταν η δική της θέση. Γ. Σε κάθε περίπτωση όμως και ανεξάρτητα των ανωτέρω, αναφέρω εδώ ότι με δεδομένο ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου έχει κριθεί αναξιόπιστη η μαρτυρία της ΜΥ1 δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία για την υπόθεση της Υπεράσπισης αφού μέσα από αυτήν προκύπτουν παρατηρώ κάποια διάσπαρτα στοιχεία από όσα η Υπεράσπιση προσπάθησε να στηρίξει, χωρίς σε καμία περίπτωση τα στοιχεία αυτά να μπορούν να οδηγήσουν σε ένα βάσιμο συμπέρασμα. Εν πάση περιπτώσει η ΜΥ1 είναι προφανές με βάση όσα ανέφερε ότι δεν γνώριζε πολύ ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης, για τις οποίες έλαβε ακριβώς πληροφόρηση από τον κατηγορούμενο-σύζυγο της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω καθώς επίσης τα παραδεκτά γεγονότα και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: 1. Ο παραπονούμενος δάνεισε στον κατηγορούμενο διάφορα ποσά την περίοδο από 22/10/08 μέχρι 08/05/09 τα οποία ανέρχονταν συνολικά σε €15.500.-, ενώ του δάνεισε επιπλέον ποσά την περίοδο από 22/07/09 μέχρι 02/09/09 που συνολικά ανέρχονταν σε ποσό €35.500.-. 2. Για το πρώτο ποσό πιο πάνω ο κατηγορούμενος εξέδωσε προς τον παραπονούμενο στις 08/05/09 την επιταγή τεκμ.1. και του την παρέδωσε, ενώ για το δεύτερο ποσό εξέδωσε και του παρέδωσε την επιταγή τεκμ.2. Σημειώνεται εδώ σε ότι αφορά την δεύτερη επιταγή ότι πρώτον, ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε την επιταγή με ποσό €2.000.- πέραν του δανεισθέντος ποσού, και δεύτερον, η επιταγή εξεδόθη αμέσως μετά τις 02/09/09 που εδόθη το τελευταίο ποσό που την αφορούσε στον κατηγορούμενο και σίγουρα πριν την λήξη του έτους 2009. 3. Οι επίδικες επιταγές τεκμήρια 1 & 2 έχουν εκδοθεί από τον κατηγορούμενο υπό την έννοια ότι τις έχει συμπληρώσει πλην της ημερομηνίας, τις έχει υπογράψει και τις έχει παραδώσει στον παραπονούμενο. 4. Οι επιταγές τεκμήρια 1 & 2 έχουν παρουσιαστεί στην τράπεζα επί της οποίας έχουν εκδοθεί δηλαδή στην Ελληνική Τράπεζα σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις και έχουν επιστραφεί και οι δύο στις 02/01/14 και στις 10/01/14 με αιτιολογία «Ο λογαριασμός έκλεισε. Παρακαλούμε να παρουσιαστεί ξανά για σκοπούς Κ.Α.Π.». 5. Η ημερομηνία πληρωμής δηλαδή 31/12/13 και στις δύο επιταγές έχει συμπληρωθεί από τον παραπονούμενο. 6. Μέχρι σήμερα οι επιταγές δεν έχουν εξοφληθεί. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Ως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για την έκδοση επιταγών άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: « Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. » Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Εξετάζοντας τώρα αν η κατηγορούσα αρχή έχει πετύχει να αποδείξει τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι ως προκύπτει από την μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή και τα ευρήματα του Δικαστηρίου τα αδικήματα έχουν αποδειχθεί. Όλα τα συστατικά στοιχεία πιο πάνω έχουν αποδειχθεί χωρίς να χρειάζεται θεωρώ να λεχθούν πολλά, έχοντας κυρίως υπόψη μου ότι ως προκύπτει από την μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα τα τέσσερα πρώτα συστατικά στοιχεία ήταν στην ουσία παραδεκτά. Το τελευταίο συστατικό στοιχείο ήταν αυτό που ουσιαστικά αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση προωθώντας την θέση περί εξόφλησης των επιταγών πλην όμως με την απόρριψη της μαρτυρίας του κατηγορούμενου και την αποδοχή αυτής του παραπονούμενου είναι προφανές ότι και το στοιχείο αυτό έχει αποδειχθεί. Στο σημείο αυτό και πριν ολοκληρώσω, θα ήθελα μόνον να αναφερθεί εδώ ότι η μη συμπλήρωση της ημερομηνίας στις επιταγές από τον κατηγορούμενο και η συμπλήρωση της από τον παραπονούμενο δεν δημιουργεί οποιοδήποτε θέμα αναφορικά με την εγκυρότητα των επιταγών. Το άρθρο 3
(4)(α) του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ.262 και με δεδομένο ότι συναλλαγματική είναι και η επιταγή (βλ. άρθρο 73 Κεφ.262), ορίζει ρητά ότι «Συναλλαγματική δεν είναι άκυρη λόγω του ότι αυτή- (α) δεν είναι χρονολογημένη,...», ενώ περαιτέρω με βάση το άρθρο 20 του ίδιου Νόμου πιο πάνω υπήρχε σαφώς εκ πρώτης όψεως εξουσία στον παραπονούμενο για συμπλήρωση τους (βλ. επίσης Τσιακλίδης v. Σιάνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 296, και Τομάζου v. Σαββίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, ημερομηνίας 21.12.10). Το άρθρο 20 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου έχει ως εξής: « 20.-
(1)Όταν απλή υπογραφή σε λευκό χαρτοσημασμένο χαρτί παραδίδεται από αυτόν που υπέγραψε ούτως ώστε να δύναται να μετατραπεί σε συναλλαγματική, ισχύει ως εκ πρώτης όψεως εξουσία προς συμπλήρωση αυτής ως πλήρης συναλλαγματικής για οποιοδήποτε ποσό που καλύπτεται από το χαρτόσημο, αφού χρησιμοποιηθεί γι' αυτό η υπογραφή του εκδότη, ή του αποδέκτη ή οπισθογράφου~ και κατά τον ίδιο τρόπο, όταν συναλλαγματική είναι ελλιπής ως προς ουσιώδη λεπτομέρεια το πρόσωπο που κατέχει αυτή έχει εκ πρώτης όψεως εξουσία προς συμπλήρωση της παράλειψης κατά οποιοδήποτε τρόπο κρίνει κατάλληλο.
(2)Για να δύναται οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο, όταν συμπληρωθεί να καταστεί εκτελεστό κατά οποιουδήποτε προσώπου το οποίο έγινε μέρος αυτού πριν από τη συμπλήρωση του, πρέπει να συμπληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου, και αυστηρά σύμφωνα με τη δοθείσα εξουσία. Εύλογος χρόνος για το σκοπό αυτό είναι θέμα πραγματικό: Νοείται ότι αν μετά τη συμπλήρωση του οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο μεταβιβασθεί σε κάτοχο κατά τον προσήκοντα τρόπο είναι έγκυρο και αποτελεσματικό για όλους τους σκοπούς που το κατέχει, και δύναται να εκτελέσει τούτο ωσάν να είχε συμπληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου και αυστηρά σύμφωνα με τη δοθείσα εξουσία. » Οφείλω βέβαια να σημειώσω εδώ ότι η υπεράσπιση δεν έθεσε ποτέ ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε βάσιμο με το οποίο να αμφισβητείται η εξουσία του παραπονούμενου να συμπληρώσει τις επιταγές, ούτε και εισηγήθηκε ότι η συμπλήρωση έγινε κατά τρόπο ώστε να μην υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση έγγραφο εκτελεστό (βλ.αρ.20
(2)Κεφ.262 πιο πάνω). Αντίθετα μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ουσιαστικά μεταξύ άλλων και ότι στην προκειμένη περίπτωση τα έγγραφα που ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήρια 1 & 2 αποτελούν «επιταγές» χωρίς άλλο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 1 & 2 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος με βάση το υφιστάμενο κατηγορητήριο εις τις οποίες τον βρίσκω ένοχο. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του παραπονούμενου και εναντίον του κατηγορούμενου ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Τελική Απόφαση/Έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα/Άρθρο 305Α
(1)Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο