Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χριστάκης Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 28485/14, 24/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B52 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 28485/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Χριστάκης Νικολάου Ημερομηνία: 24.4.2015. Για κατηγορούσα αρχή: κα Γ. Ιωαννίδου. Για κατηγορούμενο: κα. Α. Ιωάννου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ (Κεκλεισμένων των Θυρών) Ο κατηγορούμενος στην παρούσα αντιμετώπιζε αρχικά εννέα κατηγορίες. Αμέσως μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή διέκοψε τις δύο κατηγορίες δημόσιας εξύβρισης (κατηγορίες 4 και 8) και την κατηγορία της μεταφοράς επιθετικού όπλου (κατηγορία 6). Έτσι ο κατηγορούμενος απαλλάγηκε από αυτές. Μετά την εξέλιξη αυτή, το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία στις υπόλοιπες κατηγορίες δηλ. της άσκησης βίας στην εν διαστάσει σύζυγο του που προκάλεσε άμεσα ψυχική βλάβη σε αυτήν, κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 (κατηγορία 1), της εισόδου σε περιουσία με σκοπό να ενοχλήσει, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, (κατηγορία 2), της κακόβουλης ζημιάς, κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του ίδιου Νόμου (κατηγορία 3), της απειλής βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του ίδιου Νόμου (κατηγορίες 5 και 9) και της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)
(4)και 4
(1)
(2)του Νόμου 119(Ι)/2000 και 242 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 7). Οι πιο πάνω κατηγορίες αφορούν αδικήματα που έλαβαν κατ' ισχυρισμόν χώραν στη Λεμεσό και στρέφονται εναντίον του ίδιου προσώπου (της Μαρίας Κολοκάση, εν διαστάσει τότε συζύγου του κατηγορούμενου) σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες ήτοι στις 28.8.12 και 13.5.12. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών ο κατηγορούμενος στις 28.8.12: · Άσκησε βία στην εν διαστάσει σύζυγο του που προκάλεσε άμεσα ψυχική βλάβη σε αυτήν (κατηγορία 1). · Εισήλθε στην οικία της εν διαστάσει συζύγου του με σκοπό να ενοχλήσει (κατηγορία 2). · Εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά άγνωστου ύψους στην μεσόπορτα της οικίας της εν διαστάσει συζύγου του (κατηγορία 3). · Με σκοπό την υποκίνηση της εν διαστάσει συζύγου του να παραλείψει πράξη την οποία είχε νομικό δικαίωμα να τελέσει απείλησε αυτήν ότι ήθελε επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο της λέγοντας της τα εξής «εν έτσι που εννά κόψω την κκελέ σου, πουτάνα, σσίυλα εν να σε θάψω τζαι θα σε κλαίει η μάνα σου τζαι μες τούντες μέρες άμα εν μας δώσεις το αυτοκίνητο ε να σου το κρούσω τζαι εννα πηαίνεις με το έντεκα, εν έτσι που ε να σε παίξω αν πάεις στην Αστυνομία τζαι αν έρτει η Αστυνομία ε να τους παίξω τζαι τζίνους όπως τους σσιήλους» (κατηγορία 5). Περαιτέρω σύμφωνα πάντα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών ο κατηγορούμενος στις 13.5.12: · Παράνομα επιτέθηκε κατά της εν διαστάσει συζύγου του (κατηγορία 7). · Με σκοπό υποκίνησης της εν διαστάσει συζύγου του να παραλείψει πράξη την οποία είχε νομικό δικαίωμα να τελέσει απείλησε αυτήν ότι ήθελε επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο της λέγοντας της τα εξής «πουτάνα έννα σε σκοτώσω τζαι έχω τζαι όπλο τζαι έννα σε παίξω πας την κκελέ» (κατηγορία 9). Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες ενώ κατατέθηκαν και 6 τεκμήρια. Μετά την προαναφερόμενη ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε ως εδικαιούτο να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης, Αστ.3270 Κωνσταντίνου Θεόδωρος, ο οποίος την 28.8.12 υπηρετούσε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων της Αστυνοµικής Διεύθυνσης Λεµεσού. Ο μάρτυρας στις 28.8.12 περί ώρα 15:30 στην οδό Moνεµβασίας στον Άγιο Αθανάσιο, συνέλαβε τον κατηγορούμενο βάση εντάλµατος σύλληψης. Αφού δε εξήγησε σε αυτόν τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στον Νόµο εκείνος απάντησε «Κάµε την δουλειά σου». Την ίδια ημέρα ο μάρτυρας με άλλους συναδέλφους του ερεύνησαν βάση εντάλματος έρευνας την κατοικία του κατηγορούμενου και το αυτοκίνητο του µε αριθµούς πλαισίου TSMEYA21S0028820, μάρκας SUZUKI SX4, χωρίς να εντοπισθεί οτιδήποτε σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Αργότερα την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 16:30-17:20 ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 3). Τέλος στα πλαίσια των εξετάσεων της παρούσας ο Μ.Κ.1, στον Αστυνομικό Σταθμό, παρέλαβε από την παραπονούμενη, μετά το τέλος της κατάθεσης-καταγγελίας που εκείνη έκανε εκείνη την ημέρα, ένα κουζινομάχαιρο μαύρου χρώματος μήκους 20 εκατοστών (τεκμήριο 4). Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε Μαρία Κολοκάση (στο εξής η παραπονούμενη), η οποία ανέφερε βασικά τα ακόλουθα: Συζούσε με τον κατηγορούμενο από το 1996 που αυτή ήταν περίπου 15 ετών. Παντρεύτηκαν μετά που αυτή έμεινε έγκυος και ενόσω ήταν μαθήτρια. Απέκτησαν μαζί ένα γιο, τον Κωνσταντίνο, ο οποίος το 2012 ήταν 13 ετών. Στις 13.5.12 η παραπονούμενη με το γιο της διέμεναν σε συγκεκριμένη οικία στην Λεμεσό. Από 8 περίπου μήνες προηγουμένως βρίσκονταν σε διάσταση με τον κατηγορούμενο. Από τον καιρό που επήλθε η διάσταση υπήρξαν αρκετά προβλήματα μεταξύ τους και η παραπονούμενη πολλές φορές έκανε καταγγελία στην Αστυνομία. Στις 13.5.12 και περί ώρα 10:30 ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στην οικία της πήγε εκεί ο κατηγορούμενος, ο οποίος μπήκε μέσα στην οικία από την αλουμινένια είσοδο αφού την έσπρωξε δυνατά. Όταν μπήκε μέσα ο κατηγορούμενος κρατούσε στο χέρι του ένα σιδερολοστό, στάθηκε μπροστά στην παραπονούμενη και της έκανε διάφορες ερωτήσεις στις οποίες ήθελε να απαντά και της είπε «Πουτάνα εννά σε σκοτώσω τζιαι έχω τζιαι όπλο τζιαι εννά σε παίζω πας τη κελλέ». Επίσης της είπε «Εννά σε εξαφανίσω τζιαι εν θα σε βρίσκει κανένας τζιαι ο Κωνσταντίνος εννά μείνει μόνος του». Περαιτέρω όπως της μιλούσε άρχισε να την τραβά από τα μαλλιά και να της ζητά να κάνουν sex αλλά δεν τα κατάφερε. Τότε η παραπονούμενη του είπε ότι η μητέρα της είναι κοντά σε κάποια γειτόνισσα και αν δεν την πιάσει τηλέφωνο θα ειδοποιήσει την Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος συνέχιζε τις ίδιες απειλές και όταν έφυγε από την οικία, πίσω του έφυγε τρομαγμένη και η παραπονούμενη. Την ίδια μέρα και ώρα 17:00 ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στην οικία της με φίλη της ξαναπήγε εκεί ο κατηγορούμενος και φώναζε γιατί δεν του απαντά τα μηνύματα και τα τηλεφωνήματα και ότι εάν δεν του ξαναπαντήσει στα τηλεφωνήματα του θα την βρει στο δρόμο και θα την κάνει άχρηστη και δεν θα καταλαβαίνεται το πρόσωπο της. Τότε η παραπονούμενη με την φίλη της ξεκίνησαν να φύγουν από το σπίτι και ο κατηγορούμενος τις ακολούθησε λέγοντας στην παραπονούμενη ότι θα την βάλει σε μια πράσινη σακούλα και θα την εξαφανίσει. Στη συνέχεια έφυγαν όλοι τους. Η παραπονούμενη δήλωσε σε σχέση με τα πιο πάνω ότι φοβάται τις απειλές που της έκανε ο κατηγορούμενος και δεν μπορεί να ζήσει στο σπίτι της γιατί κινδυνεύει τόσο η ίδια όσο και ο γιος της. Στις 28.8.12 η παραπονούμενη διέμενε σε διαμέρισμα πολυκατοικίας που ενοικίαζε η ίδια, με τον γιο της. Εκείνη την ημέρα περί ώρα 08:30 περίπου την ξύπνησε ο γιος της και της είπε ότι μπήκε στο σπίτι ο κατηγορούμενος με τον οποίο εξακολουθούσαν να είναι σε διάσταση και στην διαδικασία έκδοσης διαζυγίου και δεν ζούσαν μαζί και είπε ότι ήθελε να μπει στο μπάνιο γιατί είναι άρρωστος. Ο κατηγορούμενος είχε αντικλείδι για την κυρία είσοδο της πολυκατοικίας, του διαμερίσματος της παραπονούμενης και του αυτοκινήτου της με αρ. εγγραφής KMR750, τα οποία είχε βγάλει από τα κλειδιά, τα οποία πήρε από την παραπονούμενη χωρίς την άδεια της και δια της βίας, πριν από περίπου τρεις εβδομάδες. Μέχρι δε να της επιστρέψει τα κλειδιά η παραπονούμενη χρησιμοποιούσε τα αντικλείδια που είχε. Δεν άλλαξε κλειδαριά λόγω του ότι και σε προηγούμενα διαμερίσματα που κατέφευγε για να μην την βρει ο κατηγορούμενος, λόγω του ότι δεν είχε κλειδιά, έσπαζε τις πόρτες των εισόδων με αποτέλεσμα να διώχνουν την παραπονούμενη από το σπίτι οι ιδιοκτήτες των κατοικιών που αυτή ενοικίαζε. Κάθε φορά που άλλαζε σπίτι το έκανε κρυφά για να μην μάθει ο κατηγορούμενος που πρόκειται να πάει, αλλά πάντα το μάθαινε. Όποτε την έβρισκε και τον ρωτούσε από πού έμαθε την καινούργια της διεύθυνση της έλεγε ότι παρακολουθεί την κάθε της κίνηση, τόσο ο ίδιος όσο και οι φίλοι του. Στις 28.8.12 λοιπόν η παραπονούμενη σηκώθηκε και είπε στον κατηγορούμενο να φύγει από το σπίτι της και να της δώσει και τα αντικλείδια, που έβγαλε χωρίς την άδεια της. Τις τελευταίες μέρες που έβγαλε τα αντικλείδια ο κατηγορούμενος πήγαινε στο σπίτι της παραπονούμενης καθημερινά χωρίς να έχει το δικαίωμα, χωρίς να έχει κάποιο περιουσιακό στοιχείο που να του ανήκει μέσα στο σπίτι και γενικά χωρίς να έχει οποιοδήποτε λόγο, με σκοπό να απειλεί την παραπονούμενη ότι θα την χτυπήσει, διότι εκείνη δεν δεχόταν να μένει μαζί της στο σπίτι. Εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος στη συνέχεια βγήκε από το μπάνιο μετά από μερικά λεπτά αγνοώντας την παραπονούμενη, η οποία επέμενε να φύγει, πήγε στη κουζίνα, της ζήτησε να του κάνει τσάι και στη συνέχεια έπιασε ένα μαχαίρι από το συρτάρι της κουζίνας, πήγε πίσω από την παραπονούμενη, την έπιασε από τα μαλλιά βγάζοντας της λίγες τρίχες και βάζοντας της το μαχαίρι στο λαιμό της είπε «Εν έτσι που να σου κόψω τη κελλέ σου». Μετά ο κατηγορούμενος έκατσε στον καναπέ και είπε στην παραπονούμενη ότι αν δεν δεχτεί να φέρει τα ρούχα και το κομπιούτερ του για να μένει μαζί της θα την παίξει και θα μείνει το μωρό χωρίς μητέρα. Εκείνη την ώρα ο κατηγορούμενος έβγαλε από το τσαντάκι του ένα πιστόλι μαύρο και το έδειχνε στην παραπονούμενη. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος τράβηξε ένα επιπρόσθετο πράγμα πάνω στο όπλο και βγήκε ένα άλλο σίδερο που είχε χρώμα ξεβαμμένου νίκελ και της είπε ότι θα μπουν οι σφαίρες από την μια και θα βγουν από την άλλη. Το ίδιο όπλο της το έδειξε τρεις με τέσσερις φορές ξανά σε προγενέστερες ημερομηνίες, μπροστά και στον γιο τους. Συγκεκριμένα την μια φορά ήταν περίπου δέκα μέρες πριν στην αυλή του πίσω μέρος του σπιτιού όπου ο κατηγορούμενος διέμενε, όπου η παραπονούμενη πήγε για να πιάσει τον γιο τους, τον οποίο ο κατηγορούμενος πήρε ενώ βρισκόταν στους φίλους του, χωρίς την άδεια της παραπονούμενης, η οποία έχει περιοριστικά μέτρα για να μην δικαιούται ο κατηγορούμενος να δει το παιδί. Εκείνη δε την ημέρα ο κατηγορούμενος έβαλε ένα χοντρό χαρτόνι πάνω σε μια γλάστρα έξω στην αυλή και πυροβόλησε πάνω στο χαρτόνι ανοίγοντας μια τρύπα για να τους φοβερίσει. Αυτά τα είδε και το παιδί τους. Την 28.8.12 μετά που έβγαλε το πιστόλι ο κατηγορούμενος συνέχιζε να απειλεί την παραπονούμενη και να την βρίζει λέγοντας της «Πουτάνα σσύλλα, εννά σε θάψω τζιαι θα σε κλαίει η μάνα σου, τζιαι μες τούντες μέρες άμα εν μας δώκεις το αυτοκίνητο, εννά σου το κρούσω τζε να πηαίνεις με το έντεκα». Στη συνέχεια αντέδρασε το παιδί τους και είπε στον κατηγορούμενο να φύγει γιατί θα καλέσει Αστυνομία. Έτσι ο κατηγορούμενος σηκώθηκε, έδωσε μια γροθιά στην ξύλινη μεσόπορτας του σαλονιού και την έσπασε και μετά προχώρησε προς την πόρτα της κύριας εισόδου και έδωσε γροθιά και στο θυροτηλέφωνο, άνοιξε την πόρτα της κύριας εισόδου και έβαλε το όπλο στο κεφάλι της παραπονούμενης και της είπε «Εν έτσι που εννά σε παίξω αν πάεις στην Αστυνομία, τζ αν έρτει η Αστυνομία, εννά τους παίξω τζαι τζίνους όπως του σσύλους, πουτάνα», χτύπησε την πόρτα και έφυγε. Περαιτέρω η παραπονούμενη ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι και χρήστης ναρκωτικών και πολλές φορές τους δείχνει το σακουλάκι με το χόρτο όπως αναφέρει ο ίδιος. Εκτός από αυτό δείχνει στην παραπονούμενη και το παιδί τους και ασημόχαρτο πολλές φορές, που έχει μέσα χάπια χρώματος άσπρου προς γκρίζο τα οποία λέει ότι είναι αναβολικά. Ενόψει των ανωτέρω η παραπονούμενη δήλωσε ότι φοβάται πραγματικά για τη ζωή της και νιώθει ότι κινδυνεύουν πραγματικά και η ίδια και ο γιος τους από τον κατηγορούμενο και δεν έχουν προστασία από κανένα. Γι' αυτό το λόγο και έκανε την καταγγελία στην Αστυνομία. Περαιτέρω στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι έχουν πλέον χωρίσει με τον κατηγορούμενο δηλ. δεν είναι πλέον σύζυγοι. Είπε δε ότι χώρισαν γιατί από τον καιρό που ήταν έγκυος ο κατηγορούμενος την χτυπούσε άγρια, ήταν χρήστης ναρκωτικών και είχαν προβλήματα με τον υπόκοσμο, γιατί ζούσε αυτή και ο γιος τους σε ακατάλληλες συνθήκες και γιατί δεν άντεχε άλλο να την χτυπά. Άλλαζαν συνεχώς σπίτια με τον γιο της γιατί ο κατηγορούμενος τους έβρισκε, προκαλούσε ζημιά στα σπίτια, ο γιος τους προσβαλλόταν από τις φασαρίες και η ίδια δεν ένιωθε ασφαλής. Τον Αύγουστο του 2012 η παραπονούμενη κατείχε ένα αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KMR750 και είναι σε αυτό που αναφέρθηκε απειλώντας την στις 28.8.12 ο κατηγορούμενος. Το εν λόγω αυτοκίνητο που μόνο μηχανικά λειτουργούσε ανήκε σε κάποιον «car dealer» που πουλούσε αυτοκίνητα και ήταν φίλος του κατηγορούμενου. Το οδηγούσε αρχικά ο κατηγορούμενος. Αυτό ήλθε στην κατοχή της παραπονούμενης, η οποία το οδηγούσε από το 2009 όταν πήρε τον γιο της και έφυγαν από το σπίτι και έμεναν σε καταφύγιο για θύματα βίας στην οικογένεια. Ο ιδιοκτήτης του αυτοκίνητου το ήξερε ότι το κατείχε η παραπονούμενη, του μίλησε και ο κατηγορούμενος και της είπε ο κατηγορούμενος να της το αφήσει και να πάρει εκείνος άλλο. Πράγματι ο εν λόγω «car dealer» έδωσε στον κατηγορούμενο ένα άλλο καλύτερο και πιο καινούριο αυτοκίνητο. Όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση της εάν συμφωνεί ότι όταν συζούσαν με τον κατηγορούμενο αυτός ήταν του χεριού της δηλ. εκείνη διεύθυνε τα πάντα δεν το δέχθηκε και είπε χαρακτηριστικά ότι αντίθετα αυτή ήταν σαν ένα ρομπότ που έκανε ό,τι διέτασσε ο κατηγορούμενος. Ακόμη και να μην ήθελε να το κάνει το έκανε γιατί φοβόταν όταν ζούσαν μαζί. Είπε δε ότι υπήρχαν και καλές στιγμές αλλά λόγω των πολλών χρόνων που έζησε μαζί του και το πολλή ξύλο που της έδινε, λίγο καιρό πριν εγκαταλείψει με τον γιο τους το σπίτι που συζούσαν με τον κατηγορούμενο έφτασε σε φάση να πίνει χάπια για να αυτοκτονήσει γιατί δεν άντεχε άλλο και την βοηθούσε το παιδί τους και μετά που μίλησε με λειτουργούς των Κοινωνικών Υπηρεσιών, πήρε τη δύναμη, έπιασε τον γιο της και παρά το ότι φοβόταν έφυγαν. Ανέφερε δε ότι τώρα, μετά από 6 χρόνια, μιλά έτσι και μπορεί να δει ένα άνθρωπο του αντίθετου φύλου στα μάτια ενώ πριν περπατούσε και έβλεπε κάτω γιατί ήταν πολύ φοβισμένη, πολύ κλειστός χαρακτήρας και σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση λόγω του ότι την χτυπούσε ο κατηγορούμενος. Όσον αφορά την κατάσταση της ψυχικής της υγείας είπε ότι παρακολουθείται από ψυχολόγο και ψυχίατρο και τα συμπτώματα που έχει είναι κρίσεις πανικού για τις οποίες λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, αγοραφοβία και κλειστοφοβία. Τέλος ο κατηγορούμενος προέβη στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση: «Δεν της έκανα τίποτε αυτής της γυναίκας. Ως τώρα την βοηθάω και λεφτά και όλα και ότι θέλει. Ποτέ δεν την χτύπησα. Είναι λόγω πανικού που παθαίνει αυτά τα πράγματα». Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του περίγραψε όλες τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης και ανέφερε όλα όσα γνώριζε για αυτήν. Άλλωστε θα πρέπει να λεχθεί ότι η μαρτυρία του βασικά δεν αμφισβητήθηκε. Ως εκ των άνω γίνεται δεκτή. Η παραπονούμενη (Μ.Κ.2) μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, περιέγραψε με λεπτομέρεια τα επίδικα γεγονότα και η εκδοχή της χαρακτηριζόταν από λογική και συνέχεια, οι δε θέσεις της ήταν σταθερές και συνεπείς, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και γενικά η αξιοπιστία της δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση της. Όσον δε αφορά την κατάσταση της ψυχικής της υγείας η ίδια ανέφερε ποια ήταν και δεν προκύπτει πουθενά από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι λόγω της κατάστασης της αυτής δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, ως ήταν ουσιαστικά η θέση του κατηγορούμενου. Δεν μου διαφεύγει ότι μετά την ολοκλήρωση της κυρίως εξέταση της δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να αντεξετασθεί. Ανέφερε όμως το λόγο και κατέστησε σαφές ότι αυτό δεν συμβαίνει γιατί δεν έχει παράπονο από τον κατηγορούμενο ή γιατί δεν της έκανε αυτά που κατέθεσε. Πιο συγκεκριμένα μετά το πέρας της κυρίως εξέτασης και μετά που δήλωσε η συνήγορος υπεράσπισης ότι η αντεξέταση θα είναι μακρά η παραπονούμενη είπε ότι δεν θέλει να παρουσιασθεί για να αντεξετασθεί καθότι παθαίνει κρίσεις πανικού, κάτι που εκείνη την στιγμή άρχισε να νιώθει εφόσον αγχώνεται και δεν μπορεί να βλέπει τον κατηγορούμενο έτσι. Έχει παράπονο από τον κατηγορούμενο για όλα όσα της έκανε αλλά δεν θέλει αυτός να πάει φυλακή για να νιώσει ικανοποίηση. Πρόσθεσε δε ότι αντίθετα μετά που της το ζήτησε ο γιος της και το σκέφτηκε και η ίδια καλά το πιο σωστό θα ήταν να διατάξει το Δικαστήριο να πάει ο κατηγορούμενος σε κέντρο αποτοξίνωσης από τα ναρκωτικά γιατί μόνο έτσι θα σταματήσει να έχει υποθέσεις στο Δικαστήριο, να παρανοεί, να επιτίθεται και να κλέβει και έτσι θα μπορεί ο γιος της να μην ντρέπεται για τον πατέρα του, να μπορεί να είναι ένας σωστός άνθρωπος στην κοινωνία, να δουλεύει χωρίς να φοβάται την Αστυνομία και με την βοήθεια κάποιου ειδικού σε κάποιο κέντρο αποτοξίνωσης να αλλάξει σαν άνθρωπος διότι εάν βγει από τη φυλακή για την υπόθεση τούτη σε έξι μήνες ή σε ένα χρόνο το πρώτο πράγμα που θα κάνει είναι να κάνει χρήση ναρκωτικών. Στη συνέχεια της εξηγήθηκε από το Δικαστήριο ότι δεν έχει εξουσία να διατάξει κάτι τέτοιο και θα πρέπει να αποφασίσει η ίδια τι θα κάνει με την υπόθεση. Της εξηγήθηκε συναφώς ότι από την στιγμή που αυτή έχει παράπονο και έδωσε μαρτυρία θα έπρεπε να αντεξετασθεί για να δοθεί η ευκαιρία στον κατηγορούμενο να υπερασπισθεί τον εαυτό του. Ακολούθησε μικρό διάλειμμα και στη συνέχεια αφού η παραπονούμενη επανήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα ζητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή να δοθεί νέα ημερομηνία για να γίνει η αντεξέταση. Δόθηκε νέα σύντομη ημερομηνία οπόταν η παραπονούμενη προσήλθε στο Δικαστήριο και αντεξετάσθηκε. Στην αντεξέταση της μάλιστα ρωτήθηκε από την συνήγορο υπεράσπισης γιατί ενώ στην προηγούμενη δικάσιμο δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να αντεξετασθεί άλλαξε γνώμη και τελικά προσήλθε στο Δικαστήριο και απάντησε αμέσως πολύ λογικά και χωρίς περιστροφές ότι το έκανε αυτό γιατί το Δικαστήριο της ανέφερε ότι δεν μπορεί να διατάξει να πάει ο κατηγορούμενος για αποτοξίνωση, όπως επιθυμεί η ίδια και ο γιος τους. Είπε ουσιαστικά ότι ανέφερε τα πιο πάνω στην προηγούμενη δικάσιμο γιατί είχε κουραστεί πολύ και ως χαρακτήρας δεν αντέχει όταν αγχώνεται, όταν νιώθει πίεση θέλει να φύγει, κάτι που δεν συνέβηκε μόνο στο Δικαστήριο αλλά και σε άλλες φάσεις της ζωής της. Εξήγησε δε ότι αυτό το πρόβλημα το απέκτησε όταν χώρισε με τον κατηγορούμενο και άρχισε να βγαίνει στην κοινωνία και δεν μπορεί να κυκλοφορήσει σε πολύ κόσμο χωρίς κάποιο δικό της άτομο και χωρίς χάπια πανικού, γιατί πριν ήταν κλεισμένη στο σπίτι χωρίς να έχει επικοινωνία με τον έξω κόσμο για πολλά χρόνια. Ήταν δε κατηγορηματική ότι δεν την πίεσε η κατηγορούσα αρχή να έλθει στο Δικαστήριο με την απειλή ότι εάν δεν έλθει θα τιμωρηθεί και μάλιστα είπε ότι μίλησε με το δικηγόρο της και γνώριζε ότι εάν δεν ήθελε να έλθει δεν θα ετιμωρείτο. Πρόσθεσε δε ότι αντίθετα είχε πιέσεις από τον κατηγορούμενο και απειλές να φύγει. Δεν δέχθηκε επίσης ότι πριν την έναρξη της αντεξέτασης της μίλησε με τον κατηγορούμενο για να δει εάν θα της έδινε η οικογένεια του €500 που δήθεν αυτή τους ζήτησε για να μην έλθει να καταθέσει. Όταν δε ρωτήθηκε στη συνέχεια για τον λόγο που αποφάσισε να έλθει για να καταθέσει είπε ουσιαστικά ότι το έκανε για να αντιληφθεί ο κατηγορούμενος ότι δεν μπορεί να την απειλεί, να την βρίζει, να την διατάσσει και να την χτυπά, χωρίς να πηγαίνει Δικαστήριο και φυλακή. Όσον αφορά το μαχαίρι τεκμήριο 4 όταν στην αντεξέταση της τέθηκε ουσιαστικά ότι είπε ψέματα ότι με αυτό την απείλησε ο κατηγορούμενος και ότι το πήρε από την κουζίνα της και το έδωσε στην Αστυνομία για τον σκοπό αυτό, δεν το δέχθηκε και μάλιστα είπε πολύ λογικά ότι εάν ήθελε να προκαλέσει εντύπωση με το μαχαίρι θα μπορούσε να έδινε ένα μεγαλύτερο και πρόσθεσε ότι φοβάται περισσότερο τον κατηγορούμενο παρά το μαχαίρι γιατί αυτός με τα χέρια του μπορεί να κάνει μεγαλύτερη ζημιά. Δεν μου διαφεύγει δε ότι ο Μ.Κ.1 είπε στην μαρτυρία του ότι το εν λόγω τεκμήριο το παρέδωσε η Μ.Κ.2 στον Αστυνομικό Σταθμό όταν έδωσε κατάθεση ενώ αυτή είπε στην κυρίως εξέταση ότι το παρέλαβε η Αστυνομία. Δεν θεωρώ όμως ότι αυτό αποτελεί ουσιώδη αντίφαση που κλονίζει την αξιοπιστία της και μάλιστα σε βαθμό που να κρίνεται ολόκληρη η μαρτυρία της ως μη αποδεκτή. Άλλωστε όταν της τέθηκε ότι το μαχαίρι δεν το έπιασε ο Αστυνομικός από το σπίτι της αλλά αυτή το πήρε στην Αστυνομία δεν το απέκλεισε εξηγώντας ότι από τις πολλές τις περιπτώσεις που κατήγγειλε τον κατηγορούμενο έχασε το λογαριασμό και δεν θυμάται. Όσον αφορά την είσοδο του κατηγορούμενο στο σπίτι της στις 28.8.12 στην αντεξέταση της είπε όπως και στην κυρίως εξέταση ότι αυτός μπήκε μέσα αφού άνοιξε με κλειδί την πόρτα. Όταν δε της τέθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν πήγε εκεί με σκοπό να ενοχλήσει (ως αναφέρεται στις λεπτομέρειες της σχετικής κατηγορία και όχι ως είπε η ίδια η παραπονούμενη) αυτή ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος της είπε ότι είναι άρρωστος και ότι δεν είχε ζεστό νερό στο σπίτι του και ότι ήθελε να χρησιμοποιήσει το δικό της μπάνιο. Τότε αυτή εάν και φοβόταν τον λυπήθηκε και τον άφησε να μπει στο μπάνιο. Όμως στη συνέχεια του έλεγε να φύγει και ακολούθησαν τα όσα είπε στην κυρίως εξέταση της. Η πιο πάνω διαφορά στη μαρτυρία της παραπονούμενης ότι δηλ. του επέτρεψε να μπει για μπάνιο θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν καταδεικνύει κατά την κρίση μου πρόθεση της να πει ψέματα. Φαίνεται ότι αποτελεί μια μικροδιαφορά και σίγουρα, λαμβανομένης υπόψην της συνολικής εκδοχής της, όχι ουσιώδη αντίφαση, ώστε να καθιστά μάλιστα το σύνολο της μαρτυρίας της μη αποδεκτό και απορριπτέο. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της παραπονούμενης, με την διευκρίνιση που έγινε αμέσως πιο πάνω, γίνεται δεκτή. Ο κατηγορούμενος, ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγε καμία μαρτυρία. Περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση. Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία, η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Αφού έλαβα υπόψη το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου σε συνάρτηση με τη γραμμή υπεράσπισης καθώς και με τη δοθείσα μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας και ιδιαίτερα αυτήν της παραπονούμενης, την οποία έχω κάνει δεκτή μετά από τη σχετική αξιολόγηση και είναι αντίθετη με την εν λόγω ανώμοτη δήλωση, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να δοθεί στη δήλωση αυτή καμία βαρύτητα. Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Η παραπονούμενη (Μ.Κ.2) συζούσε με τον κατηγορούμενο από το 1996 που αυτή ήταν περίπου 15 ετών. Παντρεύτηκαν μετά που αυτή έμεινε έγκυος και ενόσω ήταν μαθήτρια. Απέκτησαν μαζί ένα γιο, τον Κωνσταντίνο, ο οποίος το 2012 ήταν 13 ετών. Τώρα έχουν πια πάρει διαζύγιο. Στις 13.5.12 η παραπονούμενη με το γιο της διέμεναν σε συγκεκριμένη οικία στην Λεμεσό. Από 8 περίπου μήνες προηγουμένως βρίσκονταν σε διάσταση με τον κατηγορούμενο και δεν ζούσαν μαζί. Από τον καιρό που επήλθε η διάσταση υπήρξαν αρκετά προβλήματα μεταξύ τους και η παραπονούμενη πολλές φορές έκανε καταγγελία στην Αστυνομία. Στις 13.5.12 και περί ώρα 10:30 ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στην οικία της πήγε εκεί ο κατηγορούμενος, ο οποίος μπήκε μέσα στην οικία από την αλουμινένια είσοδο αφού την έσπρωξε δυνατά. Όταν μπήκε μέσα ο κατηγορούμενος κρατούσε στο χέρι του ένα σιδερολοστό, στάθηκε μπροστά στην παραπονούμενη και της έκανε διάφορες ερωτήσεις στις οποίες ήθελε να απαντά και της είπε «Πουτάνα εννά σε σκοτώσω τζιαι έχω τζιαι όπλο τζιαι εννά σε παίζω πας τη κελλέ». Επίσης της είπε «Εννά σε εξαφανίσω τζιαι εν θα σε βρίσκει κανένας τζιαι ο Κωνσταντίνος εννά μείνει μόνος του». Περαιτέρω όπως της μιλούσε άρχισε να την τραβά από τα μαλλιά και να της ζητά να κάνουν sex αλλά δεν τα κατάφερε. Τότε η παραπονούμενη του είπε ότι η μητέρα της είναι κοντά σε κάποια γειτόνισσα και αν δεν την πιάσει τηλέφωνο θα ειδοποιήσει την Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος συνέχιζε τις ίδιες απειλές και όταν έφυγε από την οικία, πίσω του έφυγε τρομαγμένη και η παραπονούμενη. Την ίδια μέρα και ώρα 17:00 ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στην οικία της με φίλη της ξαναπήγε ο κατηγορούμενος και φώναζε γιατί δεν του απαντά τα μηνύματα και τα τηλεφωνήματα και ότι εάν δεν του ξαναπαντήσει στα τηλεφωνήματα του θα την βρει στο δρόμο και θα την κάνει άχρηστη και δεν θα καταλαβαίνεται το πρόσωπο της. Τότε η παραπονούμενη με την φίλη της ξεκίνησαν να φύγουν από το σπίτι και ο κατηγορούμενος τις ακολούθησε λέγοντας στην παραπονούμενη ότι θα την βάλει σε μια πράσινη σακούλα και θα την εξαφανίσει. Στη συνέχεια έφυγαν όλοι τους. Η παραπονούμενη φοβήθηκε από τις απειλές που της έκανε ο κατηγορούμενος και δήλωσε ότι δεν μπορεί να ζήσει στο σπίτι της γιατί ένιωθε ότι κινδυνεύει τόσο η ίδια όσο και ο γιος της. Στις 28.8.12 η παραπονούμενη διέμενε με τον γιο της σε διαμέρισμα πολυκατοικίας που ενοικίαζε η ίδια. Εκείνη την ημέρα περί ώρα 08:30 περίπου την ξύπνησε ο γιος της και της είπε ότι μπήκε στο σπίτι ο κατηγορούμενος με τον οποίο εξακολουθούσαν να είναι σε διάσταση και στην διαδικασία έκδοσης διαζυγίου και δεν ζούσαν μαζί και είπε ότι ήθελε να μπει στο μπάνιο γιατί είναι άρρωστος. Ο κατηγορούμενος είχε αντικλείδι για την κυρία είσοδο της πολυκατοικίας, του διαμερίσματος της παραπονούμενης και του αυτοκινήτου της, τα οποία έχει βγάλει από τα κλειδιά τα οποία πήρε από την παραπονούμενη χωρίς την άδεια της και δια της βίας, τρεις εβδομάδες περίπου προηγουμένως. Ο κατηγορούμενος είπε στην παραπονούμενη ότι είναι άρρωστος και ότι δεν είχε ζεστό νερό στο σπίτι του και ότι ήθελε να χρησιμοποιήσει το δικό της μπάνιο. Τότε αυτή εάν και φοβόταν τον λυπήθηκε και τον άφησε να μπει στο μπάνιο. Όταν ο κατηγορούμενος βγήκε από το μπάνιο η παραπονούμενη του έλεγε να φύγει και να της δώσει και τα αντικλείδια, που έβγαλε. Τις τελευταίες μέρες που έβγαλε τα αντικλείδια ο κατηγορούμενος πήγαινε στο σπίτι της παραπονούμενης καθημερινά με σκοπό να απειλεί την παραπονούμενη ότι θα την χτυπήσει, διότι εκείνη δεν δεχόταν να μένει μαζί της εκεί. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος την αγνόησε, πήγε στην κουζίνα, της ζήτησε να του κάνει τσάι και στη συνέχεια έπιασε ένα μαχαίρι από το συρτάρι της κουζίνας, πήγε πίσω από την παραπονούμενη, την έπιασε από τα μαλλιά βγάζοντας της λίγες τρίχες και βάζοντας της το μαχαίρι στο λαιμό της είπε «Εν έτσι που να σου κόψω τη κελλέ σου». Μετά ο κατηγορούμενος έκατσε στον καναπέ και είπε στην παραπονούμενη ότι αν δεν δεχτεί να φέρει τα ρούχα και το κομπιούτερ του για να μένει μαζί της θα την παίξει και θα μείνει ο γιος τους χωρίς μητέρα. Εκείνη την ώρα ο κατηγορούμενος έβγαλε από το τσαντάκι του ένα πιστόλι μαύρο και το έδειχνε στην παραπονούμενη. Το ίδιο όπλο της το έδειξε τρεις με τέσσερις φορές ξανά σε προγενέστερες ημερομηνίες, μπροστά και στον γιο τους. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος τράβηξε ένα πράγμα πάνω στο όπλο και βγήκε ένα άλλο σίδερο που είχε χρώμα ξεβαμμένου νίκελ και της είπε ότι θα μπουν οι σφαίρες από την μια και θα βγουν από την άλλη. Μετά ο κατηγορούμενος είπε στην παραπονούμενη «Πουτάνα σσύλλα, εννά σε θάψω τζιαι θα σε κλαίει η μάνα σου, τζιαι μες τούντες μέρες άμα εν μας δώκεις το αυτοκίνητο, εννά σου το κρούσω τζε να πηαίνεις με το έντεκα». Τότε η παραπονούμενη κατείχε ένα αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KMR750. Το εν λόγω αυτοκίνητο ανήκε σε κάποιον «car dealer» που πουλούσε αυτοκίνητα και ήταν φίλος του κατηγορούμενου. Το οδηγούσε αρχικά ο κατηγορούμενος. Αυτό ήλθε στην κατοχή της παραπονούμενης, η οποία το οδηγούσε από το 2009 όταν πήρε τον γιο της και έφυγαν από το σπίτι και έμεναν σε καταφύγιο για θύματα βίας στην οικογένεια. Ο ιδιοκτήτης του αυτοκίνητου το ήξερε ότι το κατείχε η παραπονούμενη, του μίλησε και ο κατηγορούμενος και της είπε ο κατηγορούμενος να της το αφήσει και να πάρει εκείνος άλλο. Πράγματι ο εν λόγω «car dealer» έδωσε στον κατηγορούμενο ένα άλλο καλύτερο και πιο καινούριο αυτοκίνητο. Μετά που ο κατηγορούμενος ανέφερε τα πιο πάνω αντέδρασε ο γιος τους και του είπε να φύγει γιατί θα καλέσει Αστυνομία. Τότε ο κατηγορούμενος σηκώθηκε, έδωσε μια γροθιά στην ξύλινη μεσόπορτα του σαλονιού και την έσπασε και μετά προχώρησε προς την πόρτα της κύριας εισόδου και έδωσε γροθιά και στο θυροτηλέφωνο, άνοιξε την πόρτα της κύριας εισόδου και έβαλε το όπλο στο κεφάλι της παραπονούμενης και της είπε «Εν έτσι που εννά σε παίξω αν πάεις στην Αστυνομία, τζ αν έρτει η Αστυνομία, εννά τους παίξω τζαι τζίνους όπως του σσύλους, πουτάνα», χτύπησε την πόρτα και έφυγε. Ενόψει των ανωτέρω η παραπονούμενη φοβήθηκε για την ζωή της και ένιωσε ότι κινδυνεύουν πραγματικά τόσο η ίδια και ο γιος τους από τον κατηγορούμενο και δεν έχουν προστασία από κανένα. Για αυτό και προχώρησε την ίδια ημέρα σε καταγγελία στην Αστυνομία. Κατά το διάστημα που βρισκόταν σε διάσταση με τον κατηγορούμενο η παραπονούμενη με τον γιο τους άλλαζε συνεχώς σπίτια γιατί ο κατηγορούμενος τους έβρισκε, προκαλούσε ζημιά στα σπίτια και ο γιος τους προσβαλλόταν από τις φασαρίες και η ίδια δεν ένιωθε ασφαλής. Νομική πτυχή Το αδίκημα της άσκησης βίας προκαλούσας ψυχική βλάβη, προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 2 και 3
(1)
(4)του Νόμου 119(Ι)/
- Τα συστατικά στοιχεία λοιπόν του εν λόγω αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να διενεργήσει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά,
- Εναντίον άλλου μέλους της οικογένειας του,
- Η οποία έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικής, σεξουαλικής ή ψυχικής βλάβης, περιλαμβανομένης της βίας που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του. Μέλος της οικογένειας σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου περιλαμβάνει άντρα και γυναίκα που έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι. Όσον αφορά το αδίκημα της κοινής επίθεσης της κατηγορίας 7 θα πρέπει να αποδεχθεί ότι:
- Ο κατηγορούμενος παράνομα επιτέθηκε,
- Εναντίον άλλου μέλους της οικογένειας του. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξη του, προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974). Το αδίκημα της κατηγορίας 2 βασίζεται στο άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα. Από το λεκτικό αυτού σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
- Η παράνομη είσοδος του κατηγορούμενου σε περιουσία,
- Η περιουσία αυτή να βρίσκεται στην κατοχή άλλου,
- Η είσοδος να έγινε με σκοπό όχλησης του κατόχου της περιουσίας αυτής. Στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα τα οποία προφανώς ισχύουν και στην περίπτωση που σκοπός της παράνομης εισόδου είναι η όχληση: «Είναι αλήθεια ότι ο εφεσείων εισήλθε στό υποστατικό της παραπονούμενης με τη συγκατάθεσή της. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί τα πράγματα οξύνθηκαν, με αποτέλεσμα ο εφεσείων να συμπεριφερθεί με τον τρόπο που περιγράφηκε πιο πάνω. Δεν συμφωνούμε ότι χρειαζόταν τροποποίηση των λεπτομερειών του αδικήματος. Το άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δημιουργεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται ουσιαστικά στην παράνομη παρουσία προσώπου με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Ο νόμος ήθελε να καταστήσει σαφές ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης διαπράττεται ανεξαρτήτως του αν ο κατηγορούμενος εισήλθε μεν νομίμως, αλλά στη συνέχεια εξετράπη ή αν εισήλθε στη συγκεκριμένη περιουσία με πρόθεση εξ αρχής να διαπράξει τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 280. Δεν είναι, κατά την κρίση μας, θέμα πρώτου ή δευτέρου μέρους του άρθρου, όπως έγινε προσπάθεια να διατυπωθεί κατά την ακρόαση. Το άρθρο 280 ουσιαστικά στοιχειοθετεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται στην είσοδο ή παραμονή προσώπου σε υποστατικό με σκοπό την εξύβριση, εκφοβισμό ή διάπραξη ποινικού αδικήματος». Όσον αφορά την πρόθεση όχλησης στην Ανθία ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 404 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η πρόθεση όχλησης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του αδικήματος (Protopapas, πιο πάνω). Σύμφωνα με καλώς θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο, πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το βάρος απόδειξης της πρόθεσης το φέρει η κατηγορούσα αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης (Βλ. Stavrinou v. Republic
(1969)2 C.L.R. 97,104, Pefkos ν. Police
(1961)C.L.R. 340, Katelaris ν. Police
(1980)2 C.L.R. 230, Eracleous v. Police
(1972)2 C.L.R. 102, R. v. Georghiades (No. 2) 22 C.L.R. 128 και Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258,262). Η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη. Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. (Georghiades, πιο πάνω, σελ. 133). .......................................................................................................................................................... " ... άμεση μαρτυρία της πρόθεσης δύσκολα μπορεί ποτέ να παρουσιασθεί και η πρόθεση πρέπει στις περισσότερες υποθέσεις να συναχθεί από τις περιστάσεις. Υπάρχει ένα καλώς γνωστό τεκμήριο ότι ο κάθε άνθρωπος έχει πρόθεση να επιφέρει τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Η ενόχληση στην οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα δεν σκοπείται να είναι ακαριαία. Μπορεί να επισυμβεί σε μεταγενέστερο στάδιο."». Με άλλα λόγια ο σκοπός ή η πρόθεση διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή όχλησης δεν είναι πάντοτε δεκτικά θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενα αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία προβλέπεται από το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα. Από το λεκτικό του άρθρου αυτού συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
- Η καταστροφή ή πρόκληση ζημιάς σε περιουσία, η οποία να είναι
- Εσκεμμένη και
- Παράνομη. Στην Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 168 αναφέρθηκε ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπό εξέταση αδικήματος δεν απαιτείται η απόδειξη της ύπαρξης ειδικής πρόθεσης (specific intent). Η απόδειξή του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημιάς. Συνεπώς από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το αδίκημα διαπράττεται είτε όταν ο κατηγορούμενος ενεργεί με επίγνωση του τι κάνει, δηλαδή όταν έχει την πρόθεση (intention) να επιφέρει την ζημιά είτε όταν η πράξη του γίνεται με αδιαφορία ως προς τις συνέπειες της (recklessness) και η ζημιά είναι η φυσική της συνέπεια. Αναφορικά δε με την έννοια της ζημιάς αυτή δεν περιορίζεται σε ζημιά μόνιμης φύσης (βλ. το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 431). Το ύψος δε της ζημιάς και η ιδιοκτησία δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος (βλ. Θωμά ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ 255). Παράνομη δε είναι μια πράξη όταν γίνεται χωρίς νόμιμη δικαιολογία (βλ. Police v. Djioppou
(1972)10 JSC 1365). Τέλος από το λεκτικό του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 5 και 9, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος, με σκοπό να υποκινήσει άλλο πρόσωπο να παραλείψει πράξη την οποία είχε νομικό δικαίωμα να διενεργήσει,
- Απειλεί το εν λόγω πρόσωπο ότι δυνατό να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο του ή στην περιουσία του. Περαιτέρω στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 16 λέχθηκε σχετικά ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου την δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Ως φαίνεται δε από την πιο πάνω υπόθεση το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510, λέχθηκε ότι πέραν από τα απειλητικά λόγια, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον για να μην διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει ή για να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει. Αν λείπει το τελευταίο αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας (βλ. Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R 210). Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες νομικές αρχές καταλήγω στα ακόλουθα: Όσον αφορά την κατηγορία 2 από τα ευρήματα προκύπτει κατ' αρχήν ότι κατά το διάστημα εκείνο που η παραπονούμενη βρισκόταν σε διάσταση με τον κατηγορούμενο δεν συζούσαν. Μάλιστα η παραπονούμενη με τον γιο τους άλλαζε συνεχώς σπίτια γιατί ο κατηγορούμενος τους έβρισκε, προκαλούσε ζημιά στα σπίτια και ο γιος τους προσβαλλόταν από τις φασαρίες και η ίδια δεν ένιωθε ασφαλής. Προκύπτει επίσης ότι έχει αποδειχθεί ότι το διαμέρισμα στο οποίο εισήλθε ο κατηγορούμενος στις 28.8.12, ενώ εξακολουθούσαν να είναι σε διάσταση βρισκόταν στην κατοχή της παραπονούμενης. Η είσοδος δε του κατηγορούμενου εκεί έγινε μεν με κλειδί που κατείχε αυτός αλλά αυτό ήταν αντικλείδι που είχε βγάλει παίρνοντας το κλειδί από την παραπονούμενη, χωρίς την άδεια της και δια της βίας λίγες εβδομάδες πριν. Πριν δε εισέλθει στο διαμέρισμα ο κατηγορούμενος δεν εξασφάλισε την συγκατάθεση της παραπονούμενης. Προκύπτει λοιπόν ότι η είσοδος του στο διαμέρισμα ήταν παράνομη. Τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αδικήματος έχουν λοιπόν αποδειχθεί. Αυτό που απομένει να εξετασθεί είναι το κατά πόσο έχει αποδειχθεί και το ότι η είσοδος του κατηγορούμενου έγινε με σκοπό όχλησης της παραπονούμενης. Ως έχει προαναφερθεί στην εξέταση της νομικής πτυχής, η πρόθεση όχλησης μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Πρέπει δε το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη. Ωστόσο τεκμαίρεται μαχητά ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. Από τα ευρήματα της παρούσας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στις 28.8.12 στο διαμέρισμα της εν διαστάσει συζύγου του με αντικλείδι που είχε εξασφαλίσει αφού πήρε από αυτήν το κλειδί χωρίς την άδεια της και με την βία. Μπήκε δε στο διαμέρισμα χωρίς την συγκατάθεση της παραπονούμενης. Όταν μπήκε είπε στην παραπονούμενη ότι ήταν άρρωστος και ότι δεν είχε ζεστό νερό στο σπίτι του και ήθελε να χρησιμοποιήσει το δικό της μπάνιο. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι η παραπονούμενη τον άφησε να κάνει μπάνιο δεν σημαίνει ότι δεν ενοχλήθηκε από την παρουσία του εφόσον ως ανέφερε το έκανε γιατί τον λυπήθηκε εάν και φοβόταν. Άλλωστε αμέσως μετά που βγήκε από το μπάνιο η παραπονούμενη του ζήτησε να φύγει και να της δώσει τα αντικλείδια. Αντί αυτού όμως ο κατηγορούμενος την αγνόησε, πήγε στην κουζίνα, της ζήτησε να του κάνει τσάι και στη συνέχεια έπιασε ένα μαχαίρι από το συρτάρι της κουζίνας, πήγε πίσω της, την έπιασε από τα μαλλιά και βάζοντας της το μαχαίρι στο λαιμό την απείλησε ότι θα της κόψει το κεφάλι της. Ούτε όμως μετά από αυτό έφυγε αλλά έκατσε στον καναπέ και είπε στην παραπονούμενη ότι αν δεν δεχτεί να φέρει τα ρούχα και το κομπιούτερ του για να μένει μαζί της θα την παίξει και θα μείνει ο γιος τους χωρίς μητέρα. Μάλιστα έβγαλε από τσαντάκι που πήρε μαζί του ένα πιστόλι και της το έδειξε και στη συνέχεια της είπε ότι θα μπουν οι σφαίρες από την μια και θα βγουν από την άλλη. Εδώ πρέπει να προστεθεί ότι από τον καιρό που ο κατηγορούμενος έβγαλε τα αντικλείδια πήγαινε στο σπίτι της παραπονούμενης καθημερινά με σκοπό να την απειλεί ότι θα την χτυπήσει, διότι εκείνη δεν δεχόταν να μένει μαζί της εκεί. Η όλη δε συμπεριφορά του κατηγορούμενου απέναντι στην παραπονούμενη δεν σταμάτησε μετά που της έδειξε το όπλο. Αντίθετα στη συνέχεια προέβη στην απειλή βιαιοπραγίας για την οποία θα γίνει αναφορά πιο κάτω (για την κατηγορία 5) σε σχέση με την κατοχή και χρήση συγκεκριμένου αυτοκίνητου το οποίο ζήτησε από την παραπονούμενη να παραδώσει. Μόνο δε όταν στη συνέχεια αντέδρασε ο γιος τους και του είπε να φύγει γιατί θα καλέσει Αστυνομία, ο κατηγορούμενος σηκώθηκε. Και πάλι όμως δεν έφυγε αμέσως. Έδωσε γροθιά στην ξύλινη μεσόπορτα του σαλονιού και την έσπασε, προχώρησε προς την πόρτα της κύριας εισόδου και αφού έβαλε το όπλο στο κεφάλι της παραπονούμενης και της έκανε το δεύτερο μέρος της απειλής της κατηγορίας 5, χτύπησε την πόρτα και έφυγε. Από το σύνολο λοιπόν των πιο πάνω γεγονότων και περιστάσεων που περιβάλλουν το όλο επεισόδιο που έλαβε χώραν στις 28.8.14, το μόνο εύλογο και αναμφίβολο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί κατά την κρίση μου, είναι ότι η είσοδος του κατηγορούμενου στο διαμέρισμα έγινε με πρόθεση εκ μέρους του να ενοχλήσει την παραπονούμενη. Η πρόκληση δε της ενόχλησης αυτής, υπό τις συνθήκες που έχουν προαναφερθεί ήταν και αυτονόητη και αυταπόδεικτη. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας
- Όσον αφορά την κατηγορία 5 ήταν εις γνώση του κατηγορούμενου ότι η παραπονούμενη είχε δικαίωμα να κατέχει και να χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος δεν ήταν ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου ούτε κάτοχος του κατά τον επίδικο χρόνο. Ο ίδιος ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου γνώριζε ότι η παραπονούμενη το κατείχε από το 2009 και το χρησιμοποιούσε και δεν φαίνεται να έκανε οποιαδήποτε ενέργεια για να λάβει την κατοχή του. Όσον δε αφορά το δεύτερο μέρος της απειλής είναι αδιαμφισβήτητο ότι εκείνη την ημέρα μετά από όσα έκανε στην παραπονούμενη ο κατηγορούμενος αυτή είχε κάθε δικαίωμα να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία. Τα λόγια δε που ο κατηγορούμενος είπε στην παραπονούμενη στις 28.8.12 δηλ. «Πουτάνα σσύλλα, εννά σε θάψω τζιαι θα σε κλαίει η μάνα σου, τζιαι μες τούντες μέρες άμα εν μας δώκεις το αυτοκίνητο, εννά σου το κρούσω τζε να πηαίνεις με το έντεκα. Εν έτσι που ε να σε παίξω αν πάεις στην Αστυνομία τζαι αν έρτει η Αστυνομία ε να τους παίξω τζαι τζίνους όπως τους σσιήλους» αναμφίβολα αποτελούν απειλή για πρόκληση βλάβης στο πρόσωπο της παραπονούμενης αλλά και στην περιουσία που αυτή κατείχε και χρησιμοποιούσε ήτοι στο αυτοκίνητο. Η πρόθεση εκφοβισμού προκύπτει δε αντικειμενικά από τα λόγια αυτά τα οποία είχαν ως σκοπό να υποκινήσουν την παραπονούμενη να παραλείψει πράξη την οποία, ως έχει προαναφερθεί, αυτή είχε νομικό δικαίωμα να διενεργήσει και συγκεκριμένα να μην κατέχει και να χρησιμοποιεί (παραδίδοντας) το εν λόγω αυτοκίνητο και να μην καταγγείλει την όλη υπόθεση στην Αστυνομία. Περαιτέρω με βάση την σχετική συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο, ως περιγράφηκε πιο πάνω και το ότι αυτός κρατούσε και έδειξε στην παραπονούμενη ένα πιστόλι, κρίνεται ότι η εν λόγω απειλή είχε πραγματικό έρεισμα και δεν επρόκειτο για κενή απειλή. Επίσης η απειλή αυτή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση εύλογου φόβου στην παραπονούμενη, η οποία φοβήθηκε και για την ζωή της ίδιας και του γιου της και την ίδια ημέρα μετέβηκε στην Αστυνομία και κατήγγειλε την υπόθεση. Τέλος πρέπει να λεχθεί ότι η απειλή του κατηγορουμένου κρινόμενη και αντικειμενικά ενείχε αυτή την δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό υποκίνησης της παραπονούμενης να μην κατέχει και χρησιμοποιεί το εν λόγω αυτοκίνητο και να μην καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας
- Τα ίδια όμως δεν ισχύουν για την κατηγορία 9 και εξηγώ. Σε εκείνη την περίπτωση ο κατηγορούμενος είπε στην παραπονούμενη «Πουτάνα εννά σε σκοτώσω τζιαι έχω τζιαι όπλο τζιαι εννά σε παίζω πας τη κελλέ». Τα λόγια αυτά αποτελούν αναμφίβολά απειλή για πρόκληση βλάβης στο πρόσωπο της παραπονούμενης, απειλή που είχε πραγματικό έρεισμα και προκάλεσε εύλογα φόβο σε αυτήν (ο κατηγορούμενος όταν την έκανε κρατούσε ένα σιδερολοστό). Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Προς στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος, ως έχει προαναφερθεί, θα πρέπει να αποδειχθεί και ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην απειλή με σκοπό να υποκινήσει την παραπονούμενη να παραλείψει πράξη την οποία είχε νομικό δικαίωμα να τελέσει. Τα μόνα σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου, ως προέκυψαν από την μαρτυρία που έγινε δεκτή, είναι ότι ο κατηγορούμενος κρατώντας στο χέρι του ένα σιδερολοστό, στάθηκε μπροστά στην παραπονούμενη και της έκανε διάφορες ερωτήσεις στις οποίες ήθελε να απαντά και μετά προέβη στην προαναφερόμενη απειλή. Δεν προκύπτει όμως χωρίς αμφιβολία ότι ο λόγος που ο κατηγορούμενος έκανε την απειλή ήταν για να υποκινήσει την παραπονούμενη να του απαντά στις ερωτήσεις που της έκανε, ούτε κάποιος άλλος λόγος. Ούτε στις λεπτομέρειες του αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας αναφέρεται κάτι συγκεκριμένο. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το προαναφερόμενο συστατικό στοιχείο του υπό εξέταση αδικήματος και συνεπώς δεν έχει αποδειχθεί η κατηγορία 9, η οποία και απορρίπτεται. Όσον αφορά την κατηγορία 3 από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στις 28.8.12 μετά που ο κατηγορούμενος απείλησε την παραπονούμενη και αντέδρασε ο γιος τους και του είπε να φύγει γιατί θα καλέσει Αστυνομία, ο κατηγορούμενος έδωσε μια γροθιά στην ξύλινη μεσόπορτα του σαλονιού και την έσπασε. Από τα πιο πάνω κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί η πρόκληση ζημιάς σε περιουσία και συγκεκριμένα στην υπό αναφορά πόρτα της οικίας όπου διέμενε η παραπονούμενη. Κρίνεται δε ότι η ζημιά αυτή έγινε εσκεμμένα εκ μέρους του κατηγορούμενου εφόσον αυτός εκ προθέσεως έδωσε γροθιά στην πόρτα όταν του ζήτησε ο γιος του να φύγει γιατί θα καλούσε την Αστυνομία. Ως έχει νομολογηθεί τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές και τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Στην παρούσα δε το τεκμήριο αυτό δεν έχει ανατραπεί. Η πρόκληση της ζημιάς ήταν αυτονόητη και αυταπόδεικτη και αποτελούσε φυσική συνέπεια της γροθιάς που επέφερε στην πόρτα ο κατηγορούμενος, ο οποίος να σημειωθεί ότι είναι και πρώην πυγμάχος. Όσον αφορά το ύψος της ζημιάς δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία αλλά ως έχει προαναφερθεί αυτό δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Τέλος δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εν λόγω ενέργεια του κατηγορούμενου ήταν και παράνομη εφόσον έγινε χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη δικαιολογία. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το αδίκημα της κατηγορίας
- Όσον αφορά την κατηγορία 1 με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος στις 28.8.12 ενώ βρισκόταν στο σπίτι που διέμενε η εν διαστάσει σύζυγος του, η οποία του ζήτησε να φύγει μετά που του επέτρεψε να κάνει μπάνιο, έπιασε ένα μαχαίρι, την έπιασε από τα μαλλιά βγάζοντας της λίγες τρίχες και βάζοντας της το μαχαίρι στο λαιμό της είπε «Εν έτσι που να σου κόψω τη κελλέ σου». Μετά έκατσε στον καναπέ και είπε στην παραπονούμενη ότι αν δεν δεχτεί να φέρει τα ρούχα και το κομπιούτερ του για να μένει μαζί της θα την παίξει και θα μείνει το μωρό χωρίς μητέρα. Της έδειξε δε και ένα πιστόλι που είχε μαζί του και της είπε ότι θα μπουν οι σφαίρες από την μια και θα βγουν από την άλλη ενώ στη συνέχεια προέβη εναντίον της σε απειλή βιαιοπραγίας (βλ. κατηγορία 5) και φεύγοντας προκάλεσε ζημιά σε πόρτα της οικίας (βλ. κατηγορία 3). Συνεπώς έχουν αποδειχθεί τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αδικήματος. Αυτό που απομένει να εξετασθεί είναι κατά πόσο η πιο πάνω συμπεριφορά του κατηγορούμενου είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση στην παραπονούμενη ψυχικής βλάβης και μάλιστα άμεσης, ως αποδίδεται σε αυτόν στην κατηγορία
- Για το θέμα αυτό η μόνη μαρτυρία προήλθε από την παραπονούμενη. Συγκεκριμένα όταν της τέθηκε στην αντεξέταση της ότι τον Αύγουστο του 2012 ο κατηγορούμενος δεν της άσκησε βία, ούτε της προκάλεσε ψυχική βλάβη είπε ότι πιστεύει ότι υπάρχουν χαρτιά του νοσοκομείου και μπορεί να κληθεί μια κοινωνική λειτουργός και ένας γιατρός για να πουν την κατάσταση της και ποιος της την προκάλεσε. Όσον αφορά την κατάσταση της ψυχικής της υγείας είπε ότι παρακολουθείται από ψυχολόγο και ψυχίατρο και τα συμπτώματα που έχει είναι κρίσεις πανικού για τις οποίες λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, αγοραφοβία και κλειστοφοβία. Όσον δε αφορά τα εν λόγω συμπτώματα δεν ήταν η θέση της ότι αυτά προκλήθηκαν λόγω της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου στις 28.8.
- Για εκείνη την ημέρα περιορίσθηκε να πει ότι από την συμπεριφορά του κατηγορούμενου φοβήθηκε για την ζωή της και ένιωσε ότι κινδυνεύουν πραγματικά τόσο η ίδια και ο γιος τους από τον κατηγορούμενο και για αυτό προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία. Δεν μου διαφεύγει ότι η παραπονούμενη απέδωσε τα πιο πάνω συμπτώματα στην κακοποίηση που υπέστη από τον κατηγορούμενο όσο καιρό ζούσαν μαζί. Όμως πέραν του ότι δεν έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι αυτά τα συμπτώματα συνιστούν ψυχική βλάβη, δεν προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε ότι αυτά ήταν αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου έναντι της παραπονούμενης στις 28.8.12, ως του αποδίδεται στην υπό εξέταση κατηγορία. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω κρίνεται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια σε συμπέρασμα ότι τα προαναφερόμενα συμπτώματα συνιστούν ψυχική βλάβη και είναι το άμεσο αποτέλεσμα της συμπεριφορά του κατηγορούμενου στις 28.8.
- Να υπομνησθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν δικάζεται στην παρούσα για όλες τις συμπεριφορές που επέδειξε έναντι της παραπονούμενης μέχρι σήμερα αλλά μόνο για τις επίδικες. Συνεπώς κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η κατηγορία 1 και συναφώς αυτή απορρίπτεται. Τέλος όσον αφορά την κατηγορία 7 από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στις 13.5.12 ο κατηγορούμενος αφού μπήκε στην οικία που διέμενε η εν διαστάσει σύζυγος του - παραπονούμενη, κρατώντας ένα σιδερολοστό και αφού την απείλησε ότι θα την σκοτώσει στη συνέχεια άρχισε να την τραβά από τα μαλλιά και να της ζητά να κάνουν sex. Τότε η παραπονούμενη του είπε ότι η μητέρα της είναι κοντά σε κάποια γειτόνισσα και αν δεν την πιάσει τηλέφωνο θα ειδοποιήσει την Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος συνέχιζε τις ίδιες απειλές και όταν έφυγε από το σπίτι, πίσω του έφυγε τρομαγμένη και η παραπονούμενη. Από τα πιο πάνω προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τράβηξε την παραπονούμενη από τα μαλλιά συνιστά επίθεση σύμφωνα με την έννοια του Νόμου. Η όλη δε συμπεριφορά του κατηγορούμενου τόσο πριν όσο και κατά την διάπραξη της επίθεσης οδηγεί κατά την κρίση μου περαιτέρω αναμφίβολα στο συμπέρασμα ότι αυτός είχε και την αναγκαία πρόθεση να διαπράξει την εν λόγω επίθεση εναντίον της εν διαστάσει συζύγου του, η οποία σίγουρα δεν συγκατατέθηκε με οποιοδήποτε τρόπο σε αυτήν. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία και του αδικήματος της κατηγορίας
- Ενόψει των ανωτέρω ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2, 3, 5 και 7 ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1 και
- (Υπ.) ......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Άσκηση βίας προκαλούσας ψυχική βλάβη - Επίθεση - Παράνομη είσοδος - Κακόβουλη ζημία - Απειλή βιαιοπραγίας). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο