← Κύπρος

L & M ROLEX LTD ν. NANDRO SAFETY ROLEX & DOOR LTD κ.α., Αρ. Υποθ.: 9124/13, 28/4/2015

L & M ROLEX LTD ν. NANDRO SAFETY ROLEX & DOOR LTD κ.α., Αρ. Υποθ.: 9124/13, 28/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 9124/13 Μεταξύ: L & M ROLEX LTD Κατηγόρων εναντίον

  1. NANDRO SAFETY ROLEX & DOOR LTD
  2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Κατηγορούμενων --------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 28 Απριλίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χρ. Χατζηλοίζου Για τους Κατηγορούμενους 1 & 2: κα. Στ. Ευρυπίδου Κατηγορούμενος 2: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες για το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι 1 κατά ή περί την 30/01/13 στην Λεμεσό με σχετικές οδηγίες τους προς την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κουρίου παρεμπόδισαν την υπό της ως άνω τράπεζας εξόφληση της επιταγής υπ'αρ.33517922 για το ποσόν των €3.910.- προς όφελος της L & M Rolex Ltd. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι 1 κατά ή περί την 28/02/13 στην Λεμεσό με σχετικές οδηγίες τους προς την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κουρίου παρεμπόδισαν την υπό της ως άνω τράπεζας εξόφληση της επιταγής υπ'αρ.33517929 για το ποσόν των €3.550.- προς όφελος της L & M Rolex Ltd. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει επίσης δύο κατηγορίες για το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 2 κατά ή περί την 30/01/13 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής των κατηγορούμενων 1 παρείχε συνδρομή και ή παρακίνησε τους κατηγορούμενους 1 και ή με σχετικές οδηγίες του προς την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κουρίου άνευ ευλόγου αιτίας προκάλεσε την μη εξόφληση της επιταγής υπ'αρ.33517922 για το ποσόν των €3.910.- η οποία εξεδόθη προς όφελος της L & M Rolex Ltd. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 2 κατά ή περί την 28/02/13 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής των κατηγορούμενων 1 παρείχε συνδρομή και ή παρακίνησε τους κατηγορούμενους 1 και ή με σχετικές οδηγίες του προς την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κουρίου άνευ ευλόγου αιτίας προκάλεσε την μη εξόφληση της επιταγής υπ'αρ.33517929 για το ποσόν των €3.550.- η οποία εξεδόθη προς όφελος της L & M Rolex Ltd. Στο σημείο αυτό και πριν υπεισέλθω στο δύσκολο ομολογουμένως έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ κατ' αρχήν στην μη συμπερίληψη στις εκθέσεις αδικημάτων των κατηγοριών στο κατηγορητήριο του Ν.70
(1)/08 ο οποίος τροποποίησε τον Ποινικό Κώδικα Κεφ.154 και αντικατέστησε το άρθρο 305Α. Το άρθρο 305A δηλαδή όπως ισχύει σήμερα αλλά και όπως ίσχυε κατά τον χρόνο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Στις εκθέσεις αδικημάτων γίνεται αναφορά μεταξύ άλλων στο Νόμο 25
(1)/03 που δεν ίσχυε κατά τον χρόνο που μας ενδιαφέρει. Η μη αναφορά του Νόμου πιο πάνω δεν συνεπάγεται αυτόματα την απόρριψη του κατηγορητηρίου, αφού όπως προκύπτει από την Νομολογία για να συνεπάγεται απόρριψη θα πρέπει να αποδεικνύεται παραπλάνηση ή δυσμενής επηρεασμός για τον κατηγορούμενο (βλ.Σοφοκλής Μαρκίδης v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1999)2 ΑΑΔ 598, Π.Ε.6089, Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 194, Π.Ε.6053). Στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενοι δεν έθεσαν το θέμα αυτό σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ούτε ισχυρίστηκαν παραπλάνηση ή δυσμενή επηρεασμό τους. Έχοντας δε υπόψη ότι στις εκθέσεις αδικημάτων αναφέρεται το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ.154 εκ του οποίου προκύπτει το αδίκημα που αποδίδεται στους κατηγορούμενους, η μαρτυρία που εδόθη από πλευράς κατηγορούσας αρχής ακριβώς έτεινε να αποδείξει το αδίκημα του άρθρου 305Α
(2)όπως αυτό αντικαταστάθηκε με τον πιο πάνω Νόμο, οι κατηγορούμενοι εκδίκασαν την υπόθεση τους και υπεράσπισαν εαυτούς γνωρίζοντας επακριβώς το αδίκημα που αντιμετωπίζουν ή και ότι το αδίκημα είναι αυτό του άρθρου 305A
(2), προσαρμόζοντας ανάλογα και την γραμμή υπεράσπισης τους, ενώ περαιτέρω από πουθενά δεν φαίνεται να παραπλανήθηκαν ή να έχουν επηρεαστεί δυσμενώς κατά την προβολή της υπεράσπισης τους, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να με απασχολήσει περαιτέρω θέμα ακυρότητας του κατηγορητηρίου ένεκα της παράλειψης πιο πάνω. Με βάση τις ίδιες αρχές πιο πάνω κρίνω περαιτέρω ότι δεν θα πρέπει να με απασχολήσει θέμα ελαττωματικότητας ή ακυρότητας του κατηγορητηρίου ούτε επειδή στις εκθέσεις αδικήματος των δύο κατηγοριών που αφορούν τον κατηγορούμενο 2 (κατηγορίες 2 & 4) παραλείπεται η αναφορά στο άρθρο 20 του Κεφ.154. Κατ' αρχήν το γεγονός ότι οι κατηγορίες που αφορούν τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος κατηγορείται υπό την ιδιότητα του διευθυντή των κατηγορουμένων 1 ουσιαστικά για συνδρομή του στη διάπραξη των αδικημάτων από μέρους των κατηγορούμενων 1, θεμελιώνονται και στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, το οποίο προσδιορίζει τα άτομα τα οποία ενέχονται στη διάπραξη αδικήματος περιλαμβανομένων των συνεργών, δεν χωρεί καμία αμφιβολία (βλ. Αθανάσιος Παυλόπουλος v. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ.261). Εν πάση περιπτώσει απλή μελέτη της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου των κατηγορούμενων (σελ.6-9 υπό τον τίτλο Νομική Πτυχή) επιβεβαιώνει την ξεκάθαρη γνώση της Υπεράσπισης για τη θεμελίωση των κατηγοριών εναντίον του κατηγορούμενου 2 και στο άρθρο 20 του Κεφ.154. Με αυτά υπόψη και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι επηρεάστηκε δυσμενώς ή παραπλανήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο ως εκ της πιο πάνω παράλειψης, αλλά και επειδή αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, ότι ο κατηγορούμενος 2 πρόβαλε την υπεράσπιση του χωρίς να επηρεαστεί δυσμενώς ή να παραπλανηθεί, γνωρίζοντας από την αρχή της Ακρόασης επακριβώς τα αδικήματα που αντιμετώπιζε, αποτελεί κατάληξη μου ότι δεν προκύπτει θέμα για περαιτέρω συζήτηση. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν δύο
(2)μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος 2 κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου ενώ περαιτέρω οι κατηγορούμενοι κάλεσαν ένα
(1)μάρτυρα για την Υπεράσπιση τους. Περαιτέρω αναφέρεται κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνολικά 16 τεκμήρια. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι προς υποστήριξη των θέσεων τους προέβησαν σε αγορεύσεις. Ο μεν συνήγορος των παραπονούμενων σημειώνω αγόρευσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ενώ η συνήγορος των κατηγορούμενων παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση. Όλα όσα οι συνήγοροι αναφέρουν έχουν μελετηθεί πολύ προσεκτικά από το Δικαστήριο, λαμβάνονται υπόψη αλλά δεν θεωρώ σκόπιμο να τα παραθέσω. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων όπου αυτό θεωρηθεί αναγκαίο κατωτέρω. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). MK1 Γιάννης Μουλλωτός Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας αυτός, ο οποίος εργάζεται στην ΣΠΕ Περιφερειακής Λεμεσού, πρώην ΣΠΕ Κουρίου, απάντησε ευθέως ότι γνώριζε εις τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με βάση τα καθήκοντα του και τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του για τις επίδικες επιταγές και λογαριασμό. Δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον και το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Ανέφερε ότι μεταξύ Γενάρη και Μάρτη του 2013 εργαζόταν στη ΣΠΕ Κουρίου ως γραμματέας-γενικός διευθυντής. Οι κατηγορούμενοι 1 ήταν πελάτες τους και διατηρούσαν κοντά τους τον επίδικο λογαριασμό για τον οποίο δικαίωμα υπογραφής επιταγών είχε ο κατηγορούμενος
  1. Αναγνώρισε τις δύο επίδικες επιταγές (τεκμ. 2 & 4) σαν επιταγές της ΣΠΕ Κουρίου που εξέδωσαν οι κατηγορούμενοι 1 και ανέφερε ότι οι δύο αυτές επιταγές δεν πληρώθηκαν γιατί δόθηκε γραπτή εντολή από τον πελάτη τους στις 25/01/13 για μη πληρωμή τους (τεκμ.3). Ο λόγος που εδόθη για ανάκληση των επιταγών ήταν «για χρεώσεις προϊόντων που δεν πήρε». Το έντυπο μη πληρωμής αναγράφει και παραβίαση συμφωνίας. ΜΚ2 Μάριος Γεωργιάδης Ο μάρτυρας αυτός που είναι διευθυντής και ιδιοκτήτης των παραπονούμενων σε γενικές γραμμές έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Απάντησε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ευθέως και χωρίς δισταγμό, έδωσε δε πειστικές λεπτομέρειες για την εξέλιξη των πραγμάτων χωρίς να περιπέσει σε αντιφάσεις. Εν πάση περιπτώσει δεν διέκρινα σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του προσπάθεια από πλευράς του να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια, ούτε και έχει κρίνω κλονιστεί η αξιοπιστία του μέσα από την αντεξέταση του καθ' όλη τη διάρκεια της οποίας παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του. Εν κατακλείδι η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, πλην του μέρους μόνον εκείνου που αφορά τον χρόνο έκδοσης των επιταγών ως κατωτέρω αναφέρεται. Κατά την κυρίως εξέταση του εξήγησε την φύση των εργασιών των παραπονούμενων και αναφέρθηκε στην εμπορική συνεργασία με τους κατηγορούμενους ως επίσης στον τρόπο προμήθειας των εμπορευμάτων προς τους κατηγορούμενους. Η χρέωση των τιμών για τα προϊόντα γινόταν με βάση σχετικό κατάλογο που είχαν οι κατηγορούμενοι. Το 2009 υπήρχε συγκεκριμένος κατάλογος (τεκμ.6), ο οποίος αναθεωρήθηκε το 2011 (τεκμ.7). Μετά τον κατάλογο του 2011 οι κατηγορούμενοι αγόρασαν προϊόντα €180.000.- περίπου με βάση τις αναθεωρημένες τιμές. Τις επιταγές τεκμ. 2 & 4 τις εξέδωσε, υπέγραψε και του τις παρέδωσε ο κατηγορούμενος
  2. Η επιταγή τεκμ.4 εξεδόθη στις 28/02/13 οπότε παρεδόθη στον κατηγορούμενο το σχετικό τιμολόγιο (βλ.τεκμ.9) και αφορούσε τα way bills του τεκμ.9, ενώ αντίστοιχα η επιταγή τεκμ.2 εξεδόθη στις 30/01/13 και αφορούσε το τιμολόγιο και τα way bills του τεκμ.
  3. Κατέθεσε τις δύο επιταγές στο λογαριασμό της εταιρείας του αλλά δεν εξαργυρώθηκαν γιατί έγιναν stop payment. Στις 28/03/13 οι δικηγόροι των παραπονούμενων με οδηγίες του απέστειλαν στους κατηγορούμενους την επιστολή τεκμ.
  4. Μετά την επιστολή οι κατηγορούμενοι δεν του πλήρωσαν κανένα ποσό. Μέχρι την ημέρα έκδοσης των δύο τιμολογίων τεκμ.9 & 10, οι κατηγορούμενοι δεν του έκαναν κανένα παράπονο για τα εμπορεύματα, τις τιμές ή τις ποσότητες. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι μετά την επιστροφή των επιταγών μίλησε με τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος του ζήτησε να περιμένει για να βάλει λεφτά και να μην τις ξανακαταθέσει γιατί θα τον βάλουν στο ΚΑΠ. Αρνήθηκε ότι υπήρξε υπερχρέωση €305.- εν σχέση με τα συγκεκριμένα τιμολόγια τα οποία εν πάση περιπτώσει ανέφερε ότι ήλεγξε και δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Σε κάθε περίπτωση η θέση του είναι πως η διαφορά που ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι προκύπτει προφανώς επειδή οι τιμές ελέγχθηκαν με τον κατάλογο του 2009 (τεκμ.6) και όχι με αυτόν του 2011 (τεκμ.7) με τον οποίο χρεώνονταν οι πελάτες των παραπονούμενων τα τελευταία χρόνια, οι κατηγορούμενοι δε με βάση τον νέο αυτό κατάλογο αγόρασαν προιόντα πέραν των €180.000.-. Δεν του ανέφερε ποτέ ο κατηγορούμενος να μην κάνει κατάθεση τις επιταγές για να γίνει έλεγχος των τιμολογίων και των waybills. Επίσης αρνήθηκε ότι οι κατηγορούμενοι χρεώθηκαν με προϊόντα που δεν παρέλαβαν. Όπως αναφέρθηκε σε άλλο σημείο πιο πάνω το Δικαστήριο δεν αποδέχεται εκ της μαρτυρίας του ΜΚ2 μόνον ότι οι επιταγές εκδόθηκαν κατά τον αναφερόμενο από τον μάρτυρα χρόνο δηλαδή 30/01/13 (τεκμ.2) και 28/02/13 (τεκμ.4) αντίστοιχα. Αμφότερες οι επιταγές ανακλήθηκαν από τους κατηγορούμενους στις 25/01/13 (βλ.τεκμ.3) δηλαδή σε ημερομηνία προγενέστερη των ημερομηνιών που αναφέρονται στις επιταγές και εκ τούτου συνεπάγεται ότι οι επιταγές κατά την ημέρα της ανάκλησης ευρίσκονταν ήδη στην κατοχή των παραπονούμενων και άρα είχαν εκδοθεί προηγουμένως ήταν δηλαδή μεταχρονολογημένες. Σημειώνω όμως εδώ ότι το θέμα του χρόνου έκδοσης των επιταγών κρίνω δεν θα πρέπει να με απασχολήσει ιδιαίτερα. Κατ' αρχήν επειδή παρατηρώ ότι δεν έχει υποβληθεί ποτέ στον ΜΚ2 οιαδήποτε ερώτηση εν σχέση με το θέμα αυτό ούτε και αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας ο χρόνος έκδοσης στον οποίο έκανε αναφορά ο εν λόγω μάρτυρας παρά τα ανωτέρω. Περαιτέρω επειδή εκ της μαρτυρίας προκύπτει χωρίς αμφιβολία ποιος είναι ο ακριβής χρόνος έκδοσης των επιταγών. Η επιταγή τεκμ.2 η οποία εκδόθηκε προς εξόφληση όλων των way bills του τεκμ.10 και φέρει ημερ.30/01/13, χωρίς αμφιβολία εκδόθηκε την περίοδο μετά την έκδοση του τελευταίου way bill ημερ.13/12/12 και της ημερομηνίας ανάκλησης πιο πάνω δηλαδή 25/01/13, ενώ αντίστοιχα με το ίδιο σκεπτικό η επιταγή τεκμήριο 4 εκδόθηκε την περίοδο μετά την έκδοση του τελευταίου way bill του τεκμ.9 που ήταν ημερ.10/01/13 και της ημερομηνίας ανάκλησης 25/01/
  5. Λέγοντας αυτά, αναφέρω ευθέως ότι δεν θεωρώ ότι η αξιοπιστία του ΜΚ2 θα μπορούσε να πληγεί σε βαθμό που να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή στην ολότητα της η μαρτυρία του ως εκ των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω για τον χρόνο έκδοσης. Επαναλαμβάνω εν πάση περιπτώσει και εδώ ότι η μαρτυρία του εν σχέση με το θέμα της έκδοσης ή του χρόνου έκδοσης των επιταγών δεν αμφισβητήθηκε και το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οτιδήποτε που αξιολογώντας το να μπορεί να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα αναφορικά με το θέμα της αξιοπιστίας του εν λόγω μάρτυρα. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα τούτου υπενθυμίζω εδώ ότι το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια, ανάλογα με την περίπτωση, να καταλήξει ακόμη και σε αποδοχή μέρους μόνον της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους (βλ.Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 39, Σάββα v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Νικολαίδης v. Αστυνομία
(2003)2 Α.Α.Δ. 271 και Π.Ε. 89/12 Αγαθοκλέους v. Αστυνομίας ημερ.24-07-13). Κατηγορούμενος 2 Ερχόμενος τώρα στον κατηγορούμενο 2 αναφέρω ότι αυτός δεν με έπεισε και δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του την οποία απορρίπτω ως αναξιόπιστη. Θεωρώ ότι σε πολύ ουσιαστικά σημεία της η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από μη καθαρές και μη λογικές θέσεις, ενώ περαιτέρω προκύπτουν μέσα από την μαρτυρία του, σε συνάρτηση και με τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, ουσιαστικές αντιφάσεις. Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 έχει γενικά δημιουργήσει αμφιβολίες στο Δικαστήριο σε βαθμό που να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή. Πιο συγκεκριμένα: Α. (α) Όπως προκύπτει από την μαρτυρία σε συνάρτηση με το τεκμ.3, οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε ανάκληση των επιταγών στις 25/01/13 επικαλούμενοι «παραβίαση συμφωνίας» αλλά και πιο συγκεκριμένα «χρεώσεις προϊόντων που δεν πήραν». Μέσα από την μαρτυρία του όμως ο κατηγορούμενος 2 όχι μόνον δεν έπεισε για την ύπαρξη οποιουδήποτε καλού λόγου για την ανάκληση των επιταγών αλλά περαιτέρω έχω εντοπίσει στην μαρτυρία του σε συνάρτηση και με τα όσα έχει δηλώσει στο τεκμήριο 3 αντιφάσεις και μη καθαρές θέσεις σε βαθμό που να έχω πεισθεί για το αντίθετο, ότι δηλαδή η ανάκληση έγινε κακόπιστα και χωρίς την ύπαρξη βάσιμου λόγου. (β) Κατ' αρχήν με βάση τα ανωτέρω θα ανέμενε κάποιος από τον κατηγορούμενο 2 όταν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου να παραθέσει ακριβώς με λεπτομέρεια τα προϊόντα που δεν έχει λάβει από αυτά που αναφέρονται στα επίδικα way bills (τεκμ. 9 & 10). Αυτό βέβαια γιατί πλην από την γενική αναφορά σε παραβίαση συμφωνίας, στο τεκμ.3 έχει συγκεκριμενοποιήσει ότι η ανάκληση γίνεται ή εν πάση περιπτώσει ένας λόγος για τον οποίο γίνεται είναι και η χρέωση προϊόντων που όμως δεν πήρε. Όμως ο κατηγορούμενος 2 όχι μόνον έκανε μια γενική αναφορά σε προιόντα που δεν πήρε αναφερόμενος σε κάποιους κωδικούς που φαίνονται στα waybills πιο πάνω, χωρίς σημειώνω να πείσει ότι πράγματι έγινε κάτι τέτοιο, αλλά περαιτέρω σε πλήρη αντίφαση με ότι έχει δηλωθεί στο τεκμ.3 ανέφερε ευθέως ότι δεν ήταν αυτός ο λόγος που ανακάλεσε τις επιταγές. Ερωτήθηκε ευθέως από τη συνήγορο του κατά την κυρίως εξέταση του στις 19/01/15 (βλ. σελ. 8 πρακτικών) αν ήταν αυτός ο λόγος και απάντησε «όχι», ενώ αμέσως μετά ερωτήθηκε για ποιόν λόγο προέβη στην ανάκληση και ανέφερε τα εξής, "Ο λόγος είναι όταν βρήκα το ποσό των 300 ευρώ που είχαμε διαφορά τιμής και προϊόντων, ο κύριος Μάριος Γεωργιάδης δεν ήταν συνεργάσιμος. Εγώ του είχα κάνει πρόταση περίπου στις 15.2 τη δεδομένη στιγμή αν θυμάμαι καλά...". Ξεκάθαρα δηλαδή ανέφερε ο κατηγορούμενος 2 ότι η ανάκληση δεν έγινε για τον πιο πάνω λόγο που δήλωσε στην τράπεζα του αλλά ουσιαστικά για την υπερχρέωση των €305.- που κατά την μαρτυρία του ισχυρίστηκε και επειδή ο ΜΚ2 δεν ήταν συνεργάσιμος ουσιαστικά για να βρεθεί λύση. (γ) Επίσης η μη ύπαρξη καθαρών θέσεων και η αναξιοπιστία των κατηγορούμενων προκύπτει περαιτέρω από το γεγονός ότι στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που καταχώρησαν οι κατηγορούμενοι 1 στα πλαίσια σχετικής αγωγής εναντίον τους από τους παραπονούμενους (τεκμ.13) δεν αναφέρουν σε κανένα σημείο οτιδήποτε περί χρεώσεων προϊόντων που δεν έλαβαν όπως δήλωσαν στην τράπεζα με το τεκμ.3. Στην υπεράσπιση τους μιλούν για παράνομη και ή αντισυμβατική υπερχρέωση και ή υπερτιμολόγηση και με την ανταπαίτηση τους αξιώνουν το ποσό των €305.- στο οποίο αυτή συνίσταται. (δ) Εν πάση περιπτώσει καταλήγω να πω προς επιβεβαίωση των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω για τις θέσεις της Υπεράσπισης ότι η ευπαίδευτη συνήγορος των κατηγορούμενων κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 ενώ υπέβαλε διάφορες ερωτήσεις και έκανε υποβολές μεταξύ άλλων προς την κατεύθυνση και της μη παραλαβής προϊόντων που χρεώθηκαν, εντούτοις υπέβαλε στον ΜΚ2 (βλ.σελ.31 στενοτυπημένων πρακτικών ημερ.15/12/14) ότι η ανάκληση των επιταγών από τους κατηγορούμενους έγινε λόγω διαπίστωσης υπερχρέωσης, και όχι επειδή χρεώθηκαν προϊόντα που δεν έλαβαν ποτέ. Τον ίδιο λόγο της υπερχρέωσης επαναλαμβάνει σημειώνω η συνήγορος και στην γραπτή της αγόρευση (τελευταία σελίδα). (ε) Σε κάθε περίπτωση εδώ και ανεξάρτητα από όσα αναφέρονται πιο πάνω θα πρέπει να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αποδεκτεί την θέση των κατηγορούμενων περί χρέωσης προϊόντων που δεν έλαβαν ποτέ, αφού δεν ετέθη ποτέ στον ΜΚ2 ερώτηση και δεν του έγινε καμία υποβολή ότι συγκεκριμένο προϊόν από τα αναφερόμενα στα τεκμ.9 & 10 δεν παραλήφθηκε ενώ χρεώθηκε. Έγιναν μεν σημειώνω κάποιες ερωτήσεις στον ΜΚ2 για τα τεκμήρια αυτά αλλά ποτέ δεν του υποβλήθηκε ότι συγκεκριμένο/α προϊόν/τα δεν έχουν παραληφθεί για να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει. Αυτό δε, θα μπορούσε να λεχθεί ότι είναι ένα επιπλέον στοιχείο που δείχνει μη καθαρές θέσεις και που πλήττει την αξιοπιστία των κατηγορούμενων (Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551). Β. (α) Περαιτέρω το γεγονός ότι κατηγορούμενος 2 δεν ήταν ειλικρινής και προέβη σε ανάκληση των επιταγών κακόπιστα για λόγους άσχετους με τα επίδικα waybills, τιμολόγια και επιταγές προκύπτει και από τα εξής. Έστω ότι η γενική αναφορά του στο τεκμ.3 σε παραβίαση συμφωνίας καλύπτει αυτό που με την μαρτυρία του επικαλέστηκε σαν λόγο ανάκλησης δηλ. την υπερχρέωση των €305.- ως αναφέρεται και πιο πάνω, υπό την έννοια ότι συμφωνήθηκαν συγκεκριμένες τιμές και οι παραπονούμενοι δεν τις τήρησαν χρεώνοντας μεγαλύτερο ποσό. Προσεκτική μελέτη των πρακτικών και πιο συγκεκριμένα η συνέχεια του αποσπάσματος της μαρτυρίας του κατηγορούμενου που αναφέρθηκε πιο πάνω (βλ. σελ.8-9 πρακτικών ημερ.19/01/15), καταδεικνύει ότι προέβη σε ανάκληση γιατί ο ΜΚ2 δεν συνεργάστηκε μαζί του όταν του έκανε πρόταση στις 15/02/13 για να του δώσει χρόνο να κάνει έλεγχο των προϊόντων του 2011 και 2012, οπότε μπορεί όπως ανέφερε μέχρι τις 28/02/13 που ήταν πληρωτέα η 2η επιταγή (τεκμ.4) να πήγαινε και να του έδινε τα λεφτά και την διαφορά που θα έβρισκαν να την κανόνιζαν. (β) Από τα πιο πάνω κατ' αρχήν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος συσχέτισε τα waybills τεκμ.9 & 10 που αφορούσαν προϊόντα που έλαβε την περίοδο Οκτωβρίου 2012 - Ιανουάριο 2013, με έλεγχο που θα έκανε για το έτος 2011 και γενικά για το έτος 2012 δηλαδή για περίοδο που στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν άσχετη με τα προιόντα που αφορούσαν οι επίδικες επιταγές. Αυτό σε συνδυασμό με άλλο σημείο της μαρτυρίας του (βλ.σελ.10 πρακτικών ημερ.19/01/15) όπου ανέφερε ότι δεν αποδέκτηκε πρόταση για πληρωμή συγκεκριμένου ποσού μηνιαίως προς διευθέτηση των επίδικων επιταγών επειδή μετά τον πρώτο έλεγχο που έκανε είδε υπερχρεώσεις πολλών χιλιάδων ευρώ, ενώ την ίδια στιγμή με την μαρτυρία του αλλά και με αυτήν του ΜΥ1 προώθησε την θέση ότι εν σχέση με τα waybills τεκμ. 9 & 10 υπήρξε υπερχρέωση μόνον €305.-, δείχνει ξεκάθαρα ότι ο κατηγορούμενος στο μυαλό του σε κάθε περίπτωση όταν σταματούσε τις επιταγές είχε πράγματα άσχετα με τις συναλλαγές που τις αφορούσαν. (γ) Όμως περαιτέρω συνάγεται από τα πιο πάνω ότι όταν έλεγε ότι οδηγήθηκε στην ανάκληση επειδή ο ΜΚ2 δεν συνεργάστηκε μετά την πρόταση που του έκανε περί τις 15/02/13 δεν έλεγε την αλήθεια. Αυτό γιατί όπως ξεκάθαρα προκύπτει από την μαρτυρία και το τεκμ.3 η ανάκληση έγινε στις 25/01/13 δηλαδή 20 περίπου μέρες πριν την αναφερόμενη πρόταση του οπότε προέκυψε και η ισχυριζόμενη έλλειψη συνεργασίας από τον ΜΚ
  1. Πως είναι δυνατόν η έλλειψη συνεργασίας από πλευράς ΜΚ2 να προέκυψε 20 μέρες μετά την ανάκληση των επιταγών και την επιστροφή ήδη της 1ης επιταγής τεκμ.2 στις 04/02/13 και ο κατηγορούμενος να την επικαλείται σαν τον λόγο που τον οδήγησε στην ανάκληση. Και εν πάση περιπτώσει πως είναι δυνατόν ο κατηγορούμενος με βάση αυτά να αναμένει να γίνει πιστευτός. Γ. (α) Ο κατηγορούμενος 2 όμως δεν έπεισε γενικότερα το Δικαστήριο για τις θέσεις του και έδωσε με τις απαντήσεις του στο Δικαστήριο την ξεκάθαρη εικόνα ότι προσάρμοσε την μαρτυρία του κατά τρόπο ώστε να βολεύει την υπόθεση του, αφήνοντας ουσιαστικά σκιές και αμφιβολίες για διάφορα θέματα. Μάλιστα θα έλεγα περαιτέρω εδώ ότι οι απαντήσεις του δεν συνάδουν ούτε με τη λογική. (β) Ανέφερε ότι δεν έλαβε ποτέ τον αναθεωρημένο τιμοκατάλογο των παραπονούμενων το 2011 (τεκμ.7) και ότι ουσιαστικά όλα τα χρόνια της συνεργασίας του με τους παραπονούμενους, πέντε περίπου συνολικά, δεν έλεγχε ποτέ τις τιμές με βάση τον τιμοκατάλογο του 2009 που είχε στην κατοχή του (τεκμ.6) και απλά έβγαζε την επιταγή με βάση το τιμολόγιο που του έφερναν κάθε φορά. Είχε υποψίες για υπερχρεώσεις από πλευράς παραπονούμενων από τον Μάιο του
  2. Ο κατηγορούμενος όμως δεν έχει πείσει αφού οι πιο πάνω θέσεις του εκτός από το ότι διαψεύδονται από την μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή, μέρος της οποίας αναφέρω δεν έχει ποτέ αμφισβητήσει, δεν είναι ούτε λογικές. Δεν αποδέχομαι σε καμία περίπτωση ότι θα μπορούσε να ευσταθεί λογικά η θέση ενός επαγγελματία κατά τα άλλα ότι επί χρόνια αγόραζε προϊόντα χωρίς να γνωρίζει αν χρεώνεται με το συμφωνηθέν γι' αυτά ποσό. Ούτε βέβαια ότι από το 2011 μέχρι και τα επίδικα waybills και τιμολόγια που αφορούσαν αγορές μέχρι και τον Ιανουάριο του 2013, δεν πρόσεξε ο κατηγορούμενος τυχόν υπερχρεώσεις όταν με βάση την μαρτυρία του ΜΚ2 η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί μέσα στην περίοδο αυτή οι κατηγορούμενοι αγόρασαν προϊόντα συνολικού ποσού €180.000.- περίπου. Επιπλέον δεν υπάρχει καμία απολύτως λογική στη θέση του κατηγορούμενου ότι από τον Μάιο του 2012 είχε υποψίες για υπερχρεώσεις αλλά δεν έπραξε απολύτως τίποτε για μήνες και συνέχισε να αγοράζει προϊόντα και να πληρώνει γι' αυτά, ξαφνικά δε αποφασίζει να κάνει έλεγχο μετά που είχαν εκδοθεί τα επίδικα waybills και οι επιταγές για τον λόγο που εμφαίνεται ανωτέρω. (γ) Εν πάση περιπτώσει θεωρώ ότι όλα τα ανωτέρω σε συνδυασμό και με άλλα σημεία της μαρτυρίας του κατηγορούμενου 2, όπως για παράδειγμα ότι ουδέποτε απέστειλε κάποια ειδοποίηση διαμαρτυρίας στους παραπονούμενους και ουδέποτε απάντησε στην επιστολή του δικηγόρου των παραπονούμενων (τεκμ.11), αλλά και το γεγονός ότι παρά την πάροδο ενός μεγάλου χρονικού διαστήματος δεν έχει κινήσει κάποια αγωγή και δεν έχει εγείρει κάποια αξίωση εν σχέση με τις αναφερόμενες από τον ίδιο υπερχρεώσεις, δεν αφήνουν αμφιβολία στο Δικαστήριο εάν ληφθεί υπόψη και η μαρτυρία του ΜΚ2 αναφορικά με τα πολλά προβλήματα που αντιμετώπιζε το τελευταίο διάστημα πριν από τις επίδικες επιταγές με τους κατηγορούμενους οι επιταγές των οποίων άρχισαν να έρχονται πίσω, ότι οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε ανάκληση των επίδικων επιταγών επικαλούμενοι αβάσιμους, γενικούς και αόριστους λόγους προκειμένου να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους. (δ) Θα πρόσθετα δε εδώ και το εξής. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω και την μαρτυρία γενικότερα, οι κατηγορούμενοι δεν έπραξαν απολύτως τίποτε αναφορικά με τις ισχυριζόμενες υπερχρεώσεις, ακόμη και μετά που όπως ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε είχαν υποψίες και συνέχιζαν να αγοράζουν προιόντα και να πληρώνουν τους παραπονούμενους. Το μόνο που έπραξαν ουσιαστικά ήταν να σταματήσουν την πληρωμή των επίδικων επιταγών για τους λόγους που έχουν αναφερθεί, ουσιαστικά δηλαδή όπως προκύπτει από την μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 για έλλειψη συνεργασίας του ΜΚ2 στο να διευθετηθεί η ισχυριζόμενη διαφορά/υπερχρέωση των €305.-. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί εδώ ότι το συνολικό ποσό που οφείλεται με βάση τις επιταγές είναι €7460.- και εάν ληφθεί υπόψη το ποσό των €305.- πιο πάνω, το εναπομείναν ποσό €7.155.- δεν έχει πληρωθεί μέχρι σήμερα από τους κατηγορούμενους. Τα πιο πάνω βέβαια αλλά κυρίως το τελευταίο, δείχνουν κατά την άποψη μου την κακοπιστία από μέρους των κατηγορούμενων οι οποίοι επικαλούμενοι υπερχρέωση €305.-, η οποία αφορά ένα πολύ μικρό μέρος του οφειλόμενου ποσού, χωρίς να πληρώσουν το υπόλοιπο ποσό πιο πάνω απλά ανακάλεσαν τις επιταγές. (ε) Περαιτέρω όμως θα ήθελα να αναφέρω και το εξής σε ότι αφορά την μαρτυρία του κατηγορούμενου ότι δεν έκανε κάποια καταγγελία στην Αστυνομία ούτε και αγωγή για τις υπερχρεώσεις, κάτι που προτίθεται να κάνει όταν τελειώσει ο έλεγχος ο οποίος κάνει. Το Δικαστήριο θεωρεί την θέση αυτή του κατηγορούμενου ως γενική και αόριστη, η οποία δεν πείθει. Έχει λεχθεί κρίνω αυτό από τον κατηγορούμενο απλά και μόνον για να δικαιολογηθεί το μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι και σήμερα στο οποίο ακριβώς δεν έχει κάνει απολύτως καμία ενέργεια. Σταμάτησε τις επίδικες επιταγές τον Ιανουάριο του 2013 και μίλησε στην μαρτυρία του για ένα πρώτο έλεγχο τότε που έδειξε υπερχρεώσεις πολλών χιλιάδων ευρώ. Δεν ανέφερε κάτι συγκεκριμένο για τότε αλλά ούτε και εξήγησε γιατί ενώ έχουν παρέλθει δύο περίπου χρόνια από τότε μέχρι και τη στιγμή που έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του απλά ότι γίνεται έλεγχος ακόμη, ενώ την ίδια στιγμή φαίνεται ότι εν σχέση με τα waybills τεκμ.9 & 10 έδωσε οδηγίες στους λογιστές του και τον Μάιο του 2013 είχε αποτέλεσμα (τεκμ.15 & 16), δεν αφήνουν αμφιβολία ότι προσπάθεια του κατηγορούμενου είναι να στοιχειοθετήσει Υπεράσπιση με γενικές και αόριστες θέσεις τις οποίες σκέφτηκε εκ των υστέρων. Δ. Η Υπεράσπιση υπέβαλε στον ΜΚ2 ότι οι παραπονούμενοι προμήθευαν τα προιόντα στους κατηγορούμενους και τα παρέδιδαν στα υποστατικά τους και ότι δεν τα παραλάμβαναν οι κατηγορούμενοι από τις αποθήκες των παραπονούμενων. Προφανώς η θέση αυτή τέθηκε από την Υπεράσπιση προκειμένου να αποφύγει την θέση του ΜΚ2 περί παραλαβής των προϊόντων από τις αποθήκες των παραπονούμενων όπου γίνονταν και όλοι οι σχετικοί έλεγχοι στους οποίους αναφέρθηκε. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 όμως αργότερα με την μαρτυρία του διέψευσε τα όσα στην υποβολή πιο πάνω ετέθησαν στον ΜΚ2 αφού η θέση του για τον τρόπο προμήθειας ήταν ακριβώς όπως ανέφερε ο ΜΚ2 ότι δηλαδή τα εμπορεύματα παραλάμβαναν οι κατηγορούμενοι από τις αποθήκες των παραπονούμενων. Αυτό βέβαια εκτός από την ξεκάθαρη αντίφαση στις θέσεις της Υπεράσπισης και του κατηγορούμενου, δείχνει σαφώς τις μη καθαρές θέσεις τους. ΜΥ1 Μάριος Λουκαίδης Ο μάρτυρας αυτός διατηρεί ελεγκτικό-λογιστικό γραφείο και οι κατηγορούμενοι 1 είναι πελάτες του από το
  3. Ο μάρτυρας αυτός ήταν ειλικρινής και κατέθεσε ότι γνώριζε εν σχέση με τις οδηγίες που έλαβε από τους κατηγορούμενους, τον έλεγχο που έγινε από το γραφείο του εν σχέση με τα way bills αρ.122 (τεκμ.10) και 135 (τεκμ.9), καθώς επίσης για το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε για υπερχρέωση συνολικού ποσού €305.- (βλ.τεκμ.15 & 16). Με δεδομένο όμως ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 απορρίφθηκε ως εμφαίνεται πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη ακριβώς ότι ο έλεγχος που έγινε από μέρους του γραφείου του βασίστηκε κυρίως στην πληροφόρηση που έλαβε από τους κατηγορούμενους καθώς επίσης στα έγγραφα που οι κατηγορούμενοι του έδωσαν, θεωρώ ότι το υπόβαθρο του ως άνω συμπεράσματος του περί υπερχρέωσης έχει καταρρεύσει με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει αποδεκτό. Εφόσον η μαρτυρία του ΜΚ2 έγινε αποδεκτή και συνεπώς αποδεκτή είναι και η θέση του ότι ο κατάλογος με τις τιμές των εμπορευμάτων του 2009 (τεκμ.6) αναθεωρήθηκε το 2011 (τεκμ.7) και ο μάρτυρας δεν είχε στην κατοχή του τον αναθεωρημένο αυτό κατάλογο, είναι προφανές ότι το συμπέρασμα του περί υπερχρεώσεως με δεδομένη την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στα πλαίσια της συνεργασίας τους οι παραπονούμενοι πώλησαν στους κατηγορούμενους 1 τα εμπορεύματα που αναφέρονται στα way bills και τιμολόγια των τεκμ.9 & 10 και οι κατηγορούμενοι 1 προς εξόφληση τους εξέδωσαν τις επίδικες επιταγές. Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι 1, δια της υπογραφής του διευθυντή τους κατηγορούμενου 2, εξέδωσαν την περίοδο μεταξύ 13/12/12 και 25/01/13 την επιταγή τεκμ.2 με ημερ. πληρωμής την 30/01/13 και την περίοδο μεταξύ 10/01/13 και 25/01/13 την επιταγή τεκμ.4 με ημερ. πληρωμής την 28/02/13, τις οποίες παρέδωσαν στους παραπονούμενους. Οι παραπονούμενοι κατέθεσαν τις επιταγές στην τράπεζα τους προς εξαργύρωση πλην όμως αυτές όταν παρουσιάστηκαν στην ΣΠΕ Κουρίου επί της οποίας εκδόθηκαν δεν πληρώθηκαν και επιστράφηκαν αφού εν τω μεταξύ οι κατηγορούμενοι είχαν δώσει εντολή για μη πληρωμή τους. Η επιστροφή της επιταγής τεκμ.2 έγινε στις 04/02/13 και της επιταγής τεκμ.4 στις 04/03/
  4. Η εντολή μη πληρωμής δόθηκε από τους κατηγορούμενους 1, δια του κατηγορούμενου 2, γραπτώς στην εν λόγω ΣΠΕ στις 25/01/13 και ως λόγο οι κατηγορούμενου επικαλέστηκαν παραβίαση συμφωνίας και χρεώσεις προϊόντων που δεν πήραν. Οι επιταγές μέχρι και σήμερα δεν έχουν πληρωθεί. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Με βάση τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω αν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Οι κατηγορούμενοι 1 κατηγορούνται για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης, που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της ». Από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου δε, ως αυτό έχει ερμηνευθεί στην Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου Ποινική Έφεση 94/2005 ημερομηνίας 24.3.06, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: 1. Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο 2. Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται για παροχή συνδρομής στη διάπραξή του πιο πάνω αδικήματος. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Τα ίδια φυσικά ισχύουν και για άλλους αξιωματούχους της εταιρείας οι οποίοι είναι εξουσιοδοτημένοι να υπογράφουν επιταγές για την εταιρεία. Στις περιπτώσεις λοιπόν αυτές πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα πιο πάνω είναι φανερό ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι κατηγορούμενοι 1, μέσω του κατηγορούμενου 2 ο οποίος ήταν διευθυντής και το πρόσωπο τo οποίο μπορούσε να υπογράφει για λογαριασμό των κατηγορούμενων 1, εξέδωσαν και παρέδωσαν προς τους παραπονούμενους τις επίδικες επιταγές. Οι κατηγορούμενοι 1 δε με γραπτές οδηγίες τους προς την ΣΠΕ Κουρίου οι οποίες δόθηκαν μέσω του κατηγορούμενου 2 στις 25/01/13 ανακάλεσαν την πληρωμή των εν λόγω επιταγών με αποτέλεσμα αυτές να μην πληρωθούν όταν εμφανίστηκαν στην εν λόγω ΣΠΕ. Αξίζει βέβαια στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων πιο πάνω δεν έχουν αμφισβητηθεί ποτέ από τους κατηγορούμενους. Αντίθετα ήταν παραδεκτά τα πιο πάνω από πλευράς τους. Αυτό που οι κατηγορούμενοι επιδίωξαν να δείξουν ήταν πως η ανάκληση των επιταγών έγινε επειδή υπήρχε εύλογη αιτία. Κατόπιν των ανωτέρω εκείνο που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο οι κατηγορούμενοι έχουν κατορθώσει να αποδείξουν την ύπαρξη εύλογης αιτίας και κατ' επέκταση την υπεράσπιση που παρέχει το εδάφιο 2 του άρθρου 305(Α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Το βάρος απόδειξης υπεράσπισης που δημιουργείται είτε από το Νόμο είτε από το Κοινοδίκαιο έχει ο κατηγορούμενος με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Ζαβός ν. Αστυνομίας
(1963)1 CLR 57, Ταραπουλούζης ν. Έπαρχος Λευκωσίας
(1962)CLR 91, Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(1980)2 CLR 10, Cross on evidence 4η έκδοση σελ. 85-87, Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 108, GP Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία και Γεώργιος Εργατίδης ν. Αστυνομία Ποιν. Έφ. 6138 και 6139 αντίστοιχα, ημερ. 19.6.97 και Ν. C. Diamonds Co Ltd και Χρίστου Γεωργίου Ποιν. Έφ. 7105, ημερ. 11.12.01). Το τι συνιστά εύλογη αιτία στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 έχει ερμηνευθεί στην N.C. Diamonds Co. Ltd ν. Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Συγκεκριμένα στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Περαιτέρω στην N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honestly" (ειλικρινά). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδ.
(2), ότι δηλ. πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εφεσίβλητου ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Τέλος στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδ.
(2), χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εδ. 2 και θα καθιερωνόταν έτσι η αντίθετη θεωρία, του μη ανακλητού της επιταγής. Στην Ποινική Έφεση Αρ. 246/2009 Αντρέου -v- Vangel Art Ltd κ.α. ημερ. 24 Ιανουαρίου 2012, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής αναφορικά με την υπεράσπιση του άρθρου 305A
(2)του Κεφ.154: " Θα παρατηρήσουμε δε περαιτέρω ότι εν πάση περιπτώσει το κρίσιμο ερώτημα για σκοπούς της υπεράσπισης του άρθρου 305(Α)
(2)δεν αφορά μάλλον στη θετική διαπίστωση του σχετικού όρου της προφορικής συμφωνίας, δεδομένης της εκ διαμέτρου διαφωνίας των διαδίκων ως προς τούτο, παρά στην κρίση του εύλογου της ενέργειας των Εφεσιβλήτων να προκαλέσουν τη μη εξόφληση εν όψει ακριβώς της έντονης διαφωνίας τους με τον Εφεσείοντα ως προς τον κρίσιμο όρο για τον αριθμό των γαϊδουριών που επωλήθησαν. Εξ άλλου, η ποινική διαδικασία, στερούμενη του δικογραφικού πλαισίου της αστικής διαδικασίας, και τοσούτο μάλλον αφού έχει άλλο σκοπό, όχι μόνο δεν προσφέρεται για την επακριβή διάγνωση μιας διαφοράς που έχει στη γένεση και στην ουσία της αστική μορφολογία, αλλά και έχει ως βασική παράμετρο την ένοχη πρόθεση παρά την αντικειμενική ορθότητα της πράξης. Η υπεράσπιση της ευλόγου αιτίας φαίνεται ακριβώς να έχει αυτή την κατεύθυνση και να επιδιώκει να αντισταθμίσει την άλλως αυστηρή ευθύνη που διέπει το άρθρο 305(Α)
(2), εισάγοντας, έστω και υπό τη μορφή υπεράσπισης, ένα στοιχείο που ουσιαστικά ανάγεται στο mens rea. " Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω και την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι φανερό ότι η μαρτυρία που τέθηκε από τους κατηγορούμενους, έχοντας κριθεί αναξιόπιστη, δεν θα ήταν ικανή να αποσείσει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης που τους βαρύνει. Παρά το γεγονός ότι όπως προκύπτει από τα πιο πάνω το αποτέλεσμα της υπόθεσης έχει κριθεί, στο σημείο αυτό θα εξετάσω ένα θέμα που εγείρεται από την ευπαίδευτη συνήγορο των κατηγορούμενων με την αγόρευσης της. Πιο συγκεκριμένα στις σελ. 10-12 της γραπτής της αγόρευσης η συνήγορος εγείρει θέμα κατάχρησης διαδικασίας με δεδομένη όπως αναφέρει την μαρτυρία του ΜΚ2 ότι οι παραπονούμενοι καταχώρησαν την παρούσα υπόθεση για σκοπούς πίεσης είσπραξης του λαβείν τους, από τη στιγμή που οι ίδιοι καταχώρησαν την αγωγή 2029/13 (βλ.τεκμ.12) με την οποία αξιώνουν το ποσό των επίδικων επιταγών. Η καταχώρηση της υπόθεσης αναφέρει εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς επηρεάζοντας τα συνταγματικά δικαιώματα των κατηγορούμενων. Κατ' αρχήν αναφέρεται εδώ ότι μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ2 διαπιστώνω ότι πράγματι κατά την αντεξέταση του ανέφερε σε κάποια στιγμή (προς το τέλος της) ότι καταχώρησε την υπόθεση και για σκοπούς πίεσης για να πάρει τα χρήματα του. Δεν χρειάζεται όμως θεωρώ να υπεισέλθω σε βάθος στο θέμα που έχει τεθεί ούτε και να προβώ σε ιδιαίτερη ανάλυση του. Αυτό γιατί το θέμα έτσι όπως έχει τεθεί, με σεβασμό λέω πολύ γενικά, αποφασίστηκε από τη Νομολογία και δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να διαφοροποιεί την παρούσα υπόθεση από την ισχύουσα επί του θέματος νομολογία (βλ. Χαραλαμπίδης v Κωμοδρόμος
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Κρίνω πως δεν προκύπτει εκ των ανωτέρω κατάχρηση της διαδικασίας και εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση η εξαιρετική ή τόσο ξεκάθαρα έντονη κατάχρηση που θέλει η Νομολογία ώστε να δικαιολογείται η αναστολή της διαδικασίας (βλ. Έλληνας -v- Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.149). Συνεπώς η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ τούτου οι θέσεις της Υπεράσπισης απορρίπτονται. Κατά συνέπεια για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει πετύχει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον των κατηγορούμενων 1 και 2, τους οποίους κρίνω ένοχους στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι 1 βρίσκονται ένοχοι στις κατηγορίες 1 & 3 και ο κατηγορούμενος 2 στις κατηγορίες 2 &
  1. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της κατηγορούσας αρχής και εναντίον των κατηγορούμενων 1 & 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Το ποσό των εξόδων να πληρωθεί εξ' ημισείας από τους κατηγορούμενους 1 &
  2. (Υπ.)............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Τελική Απόφαση/Ανάκληση πληρωμής επιταγών/Άρθρα 305Α
(2)και 20 Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.