← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. SATNAM SINGH κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 25650/14, 30/4/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. SATNAM SINGH κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 25650/14, 30/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B56 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 25650/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και

  1. SATNAM SINGH
  2. KULDEEP KUMAR
  3. SIDHU JASVIR Ημερομηνία: 30.4.2015 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Γ. Ιωαννίδου. Για τον κατηγορούμενο 3: κ. Γ. Κονναρής. Κατηγορούμενος 3 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στην παρούσα οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δήλωσαν ενοχή σε κάποιες από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν και τους επιβλήθηκε ποινή, ενώ στις υπόλοιπες η ποινική δίωξη εναντίον τους διακόπηκε. Έτσι η ακρόαση της υπόθεσης συνεχίσθηκε μόνο για τον κατηγορούμενο 3 (στο εξής ο κατηγορούμενος) για τις κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει και συγκεκριμένα για κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορίες 1 και 2), απαγωγής με σκοπό να υποβληθεί πρόσωπο σε βαριά βλάβη (κατηγορία 3), βαριάς σωματικής βλάβης (κατηγορία 4) και κακόβουλης ζημιάς (κατηγορία 5). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων ο κατηγορούμενος με τους άλλους δύο κατηγορούμενους, μεταξύ της 24ης και 25ης Σεπτεμβρίου 2014, στη Λεμεσό συνωμότησαν να διαπράξουν τα κακουργήματα της απαγωγής με σκοπό να υποβληθεί πρόσωπο σε βαριά σωματική βλάβη (κατηγορία 1) και της βαριάς σωματικής βλάβης (κατηγορία 2). Επίσης κατά τον ίδιο χρόνο στην τοποθεσία «Μάσκαλλος» του χωριού Λουβαράς, της Επαρχίας Λεμεσού, εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσαν ζημιά ύψους €100 στην ττέλινη περίφραξη του αγροκτήματος του Ρένου Χριστοδούλου (κατηγορία 5), απήγαγαν τον Jarnail Singh από την Ινδία, γνωρίζοντας ότι είναι ενδεχόμενο αυτός να τύχει τέτοιας μεταχείρισης ώστε να τεθεί σε κίνδυνο να υποβληθεί σε βαριά βλάβη (κατηγορία 3) και παράνομα προκάλεσαν στο προαναφερόμενο πρόσωπο βαριά σωματική βλάβη (κατηγορία 4). Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, σε καμία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει αυτόν στον παρόν στάδιο. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, προς τιμή της, δέχθηκε ουσιαστικά ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση όσον αφορά τις κατηγορίες της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορίες 1 και 2) και της βαριάς σωματικής βλάβης (κατηγορία 4). Αντίθετα ήταν η θέση της κας Ιωαννίδου ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση όσον αφορά τις κατηγορίες της απαγωγής (κατηγορία 3) και της κακόβουλης ζημιάς (κατηγορία 5) και συναφώς εισηγήθηκε όπως το Δικαστήριο καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία στις εν λόγω κατηγορίες. Τα όσα ανέφεραν προς υποστήριξη των θέσεων τους οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την στοιχειοθέτηση ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής στην παρούσα κατέθεσαν 9 μάρτυρες και κατατέθηκαν 30 τεκμήρια. Η μόνη όμως μαρτυρία που συνδέει τον κατηγορούμενο προήλθε από τον ίδιο τον παραπονούμενο (Μ.Κ.3). Συνεπώς η μαρτυρία αυτού θα πρέπει να εξετασθεί, στην βάση των πιο πάνω νομικών αρχών, για να διαπιστωθεί κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση στις κατηγορίες της απαγωγής και της κακόβουλης ζημιάς. Αρχικά να λεχθεί ότι στην αντεξέταση του Μ.Κ.3 σε κάποιο σημείο διεφάνη ότι δεν συμφωνούσε ότι στις καταθέσεις του στη μητρική του γλώσσα (τεκμήρια 19Α, 13Α και 14Α) είπε κάποια πράγματα που αναφέρονται στις τελικές μεταφράσεις στα ελληνικά (ενδιάμεσα υπήρξε μετάφραση κάθε κατάθεσης του στα αγγλικά). Όταν δε έγινε προσπάθεια να διαβάσει τις καταθέσεις του στην μητρική του γλώσσα και να γίνει μετάφραση στο Δικαστήριο είπε ότι δεν μπορούσε να τις διαβάσεις γιατί δεν μπορούσε να αντιληφθεί τον γραφικό χαρακτήρα και να διαβάσει όλα όσα γράφονταν. Ως εκ τούτου αφού ζητήθηκε χρόνος από την κατηγορούσα αρχή, συναινούσας της υπεράσπισης, ο μεταφραστής που κατέγραψε τα τεκμήρια 19Α (ημερ. 25.9.14), 13Α (ημερ. 4.10.14) και 14Α (ημερ. 10.10.14) καθαρόγραψε αυτά και αφού παρουσιάσθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια Α - Γ προς αναγνώριση αντίστοιχα, ο παραπονούμενος τα διάβασε και καταγράφηκε η μετάφραση τους στα πρακτικά. Η εκδοχή λοιπόν του παραπονούμενου ως την έθεσε στην κυρίως εξέταση του είναι βασικά αυτή που αναφέρεται στις προαναφερόμενες τρεις καταθέσεις του. Έτσι στην πρώτη κατάθεση του (τεκμήριο 19Α) αναφερόμενος στα άτομα που έλαβαν μέρος στα όσα διαδραματίσθηκαν αμέσως πριν και κατά την διάρκεια της απαγωγή του μέχρι που τον εντόπισε η Αστυνομία είπε τα ακόλουθα: Ο πρώην κατηγορούμενος 1, τον οποίο γνώριζε από πριν, μπήκε το επίδικο βράδυ στο υποστατικό που διέμενε ο παραπονούμενος, μαζί με ένα άλλο άτομο που φορούσε ένα κίτρινο μπλουζάκι και είχε μαύρα μαλλιά και το οποίο είδε αργότερα το ίδιο βράδυ στον Αστυνομικό Σταθμό, όταν τον συνέλαβε η Αστυνομία μαζί με τον πρώην κατηγορούμενο 1 και ήταν ο πρώην κατηγορούμενος
  1. Συνεχίζοντας την αφήγηση του είπε ότι αυτοί οι δύο τον έσυραν έξω από το εν λόγω υποστατικό και τον έριξαν στο έδαφος και όταν σηκώθηκε είδε ότι ήταν και άλλα άτομα εκεί και τον περικύκλωσαν και άρχισαν να τον χτυπούν με τα χέρια τους, άρχισαν να τον κλωτσούν και να τον γρονθοκοπούν. Είπε μάλιστα πιο συγκεκριμένα ότι οι πρώην κατηγορούμενοι 1 και 2 και ένα άλλο άτομο, το οποίο ο μάρτυρας δεν γνωρίζει και επειδή ήταν σκοτεινά δεν τον αναγνώρισε, άρχισαν να τον χτυπούν με μπαστούνια. Στη συνέχεια 5 συνολικά άτομα τον πήραν και τον έβαλαν σε ένα άσπρο αυτοκίνητο στο πίσω κάθισμα. Δίπλα του καθόταν το άτομο με την κίτρινη φανέλα (δηλ. ο πρώην κατηγορούμενος 2). Ήταν και ένας άλλος άντρας, επίσης από την Ινδία, ο οποίος είχε κοντά μαύρα μαλλιά και είχε λίγο μούσι και φορούσε μπλε φανέλα. Ενώ ο παραπονούμενος ήταν στο αυτοκίνητο μαζί τους αυτοί συνέχιζαν να τον χτυπούν με τα χέρια τους. Ο πρώην κατηγορούμενος 1 καθόταν στο μπροστινό κάθισμα στη θέση του συνοδηγού ενώ ο οδηγός φορούσε μια άσπρη φανέλα και ήταν ξυρισμένος με μαύρα μαλλιά και 1.75 ύψος. Είπε επίσης ότι οι άλλοι δύο έφυγαν από εκεί με ένα μαύρο αυτοκίνητο και ότι ούτε αυτούς ούτε το αυτοκίνητο μπορεί να περιγράψει. Από το ότι μαζί με τον παραπονούμενο μπήκαν στο αυτοκίνητο άλλα 4 πρόσωπα (ο πρώην κατηγορούμενος 1 ως συνοδηγός, ο οδηγός, ο οποίος φορούσε άσπρη φανέλα, ο πρώην κατηγορούμενος 2 και ένα άλλο πρόσωπο με μπλε φανέλα δίπλα από τον παραπονούμενο) ενώ άλλα 2 άτομα έφυγαν με άλλο αυτοκίνητο, προκύπτει ότι εκεί στον χώρο που διέμενε μετέβηκαν 6 άτομα ενώ πριν είχε αναφερθεί σε 5 άτομα. Στην αντεξέταση του είπε αρχικά ότι τα άτομα που πήγαν εκεί ήταν 6 και όταν ρωτήθηκε που βρισκόταν το έκτο άτομο είπε ότι έφυγε με το μαύρο αυτοκίνητο. Αυτό δε σε αντίθεση με το ότι στην κατάθεση του είπε ότι με το εν λόγω αυτοκίνητο έφυγαν 2 άτομα. Περαιτέρω σε άλλο σημείο στην αντεξέταση του είπε ότι στη φάρμα (δηλ. στο χώρο όπου διέμενε) είδε μόνο 4-5 άτομα, τα δύο από αυτά τον έσυραν έξω όπου ήταν σκοτεινά και τον έσυραν προς το αυτοκίνητο και οι υπόλοιποι ήταν στο σκοτάδι. Όταν ρωτήθηκε εάν έξω από το υποστατικό ήταν τελικά 4, 5 ή 6 άτομα είπε ότι δεν είναι σίγουρος πόσοι ήταν. Συνεχίζοντας την περιγραφή στην πρώτη του κατάθεση είπε ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου όπου τον έβαλαν οδήγησε αυτό σε έναν δρόμο και αφού ήλθαν εκτός Λεμεσού, σταμάτησαν το αυτοκίνητο τον έβγαλαν έξω και άρχισαν όλοι να τον χτυπούν με μπαστούνια. Ύστερα τον έβαλαν ξανά πίσω στο αυτοκίνητο και άρχισαν να οδηγούν προς την κατεύθυνση της μαρίνας. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην αντεξέταση του είπε ότι στην κατάθεση του ο ίδιος δεν είπε τη λέξη μαρίνα. Μάλιστα είπε ότι ο ίδιος δεν ξέρει τι είναι η μαρίνα και είπε ότι του έλεγαν αυτοί που τον απήγαγαν ότι θα του κόψουν το λαιμό και θα τον πετάξουν στην θάλασσα και ίσως, αναφερόμενος στον μεταφραστή που κατέγραψε την κατάθεση του στην μητρική του γλώσσα, να ήξερε ότι η θάλασσα ονομάζεται μαρίνα. Συνεχίζοντας την περιγραφή στην πρώτη του κατάθεση είπε ότι καθώς ήταν κοντά στη μαρίνα, έναν άλλο όχημα άρχισε να τους ακολουθεί και έτσι ο οδηγός ανέπτυξε ταχύτητα. Όταν ήταν κοντά στον κυκλικό κόμβο, το όχημα που τους ακολουθούσε, τους πλησίασε αρκετά και έτσι το αυτοκίνητο τους συνετρίβη μέσα στον κυκλικό κόμβο και σταμάτησε. Όταν σταμάτησε το όχημα βγήκαν όλοι έξω και ο παραπονούμενος άρχισε να φωνάζει «Βοηθήστε με». Τότε ο άνθρωπος που ήταν μαζί του στο αυτοκίνητο, με την μπλε φανέλα, τον άρπαξε από τον λαιμό και προσπάθησε να τον σύρει μαζί του. Ο παραπονούμενος κρατήθηκε από μία μεταλλική μπάρα και έτσι ο άλλος δεν μπορούσε να τα καταφέρει αλλά ο παραπονούμενος έσπασε το χέρι του. Στην δεύτερη κατάθεση του (τεκμήριο 13Α) είπε ότι όταν τον έβαλαν με την βία στο άσπρο αυτοκίνητο στο πίσω κάθισμα (εκεί όπου διέμενε), δεξιά του ήταν αυτός με την κίτρινη μπλούζα (δηλ. ο πρώην κατηγορούμενος 2) και στην αριστερή πλευρά του ένας άντρας που είχε κοντά μαύρα μαλλιά περίπου 1.70 σε ύψος και είχε ένα κοντό μούσι. Ενώ όμως στην πρώτη κατάθεση είπε ότι το δεύτερο αυτό πρόσωπο φορούσε μπλε φανέλα στην δεύτερη κατάθεση του είπε ότι δεν θυμάται τι φορούσε αυτό το πρόσωπο αλλά μπορεί να τον αναγνωρίσει. Είπε δε αντίθετα με τα πιο πάνω ότι το πρόσωπο που στην πρώτη κατάθεση του ανέφερε ότι φορούσε μπλε φανέλα και καθόταν στο άσπρο αυτοκίνητο, όταν έφυγαν από το υποστατικό στον Λουβαρά (όπου διέμενε) δεν ήταν μέσα στο άσπρο αυτοκίνητο. Έφυγε και όταν οι άλλοι με τον παραπονούμενο έφυγαν από τον Λουβαρά και πήγαν προς Λεμεσό, κάπου εκεί σταμάτησε το άσπρο αυτοκίνητο και αυτός ο άντρας με την μπλε μπλούζα μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο μαζί με έναν άλλο άντρα από την Ινδία, τον οποίο δεν μπορεί να περιγράψει επειδή δεν μπορούσε να τον δει καθαρά και δεν μπορεί να αναγνωρίσει. Είπε δε μάλιστα ότι δεν μπορεί να αναγνωρίσει ούτε το πρόσωπο με την μπλε φανέλα. Εδώ όμως θα πρέπει να υπομνησθεί ότι στην πρώτη του κατάθεση είπε ότι τα άλλα 2 άτομα που έφυγαν από τον χώρο όπου διέμενε με το μαύρο αυτοκίνητο δεν μπορεί να τα αναγνωρίσει. Συνεχίζοντας δε την περιγραφή στην δεύτερη του κατάθεση είπε ότι μετά που μπήκαν στο αυτοκίνητο ακόμη δύο άτομα μαζί του, ήταν συνολικά 6 άτομα και συγκεκριμένα ο οδηγός και ο πρώην κατηγορούμενος 1 κάθονταν στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου ενώ πίσω ήταν ο ίδιος ο μάρτυρας με τον πρώην κατηγορούμενο 2 και το πρόσωπο που φορούσε την μπλε φανέλα, είχε μαύρα κοντά μαλλιά και το ύψος του ήταν 1.70 και είχε ένα μικρό μούσι κοντό ήταν λεπτός και ένας άλλος τον οποίο δεν μπορεί να περιγράψει. Στην συνέχεια τον πήραν σε ένα μέρος που δεν ήταν κανονικός δρόμος, κατέληγε σε αδιέξοδο και εκεί έχει ελαιόδεντρα και δύο σιδερένιες πύλες, μια πράσινη και μια κόκκινη. Εκεί σταμάτησαν και αφού τον έβγαλαν έξω από το αυτοκίνητο άρχισαν όλοι να τον χτυπούν με μπαστούνια για περίπου 20 λεπτά. Μετά έφυγαν από εκεί και πήγαν προς την Λεμεσό. Πριν φύγουν όμως 2 από τα άτομα που ήταν μέσα στο αυτοκίνητο δεν επιβιβάστηκαν ξανά και έμειναν εκεί. Ο ένας εκ των δύο ήταν αυτός που είχε μακριά μαύρα μαλλιά, ήταν ύψους 1.70 και είχε κοντό μούσι και αυτός καθόταν μαζί του καθόλη τη διάρκεια. Τον άλλο επειδή δεν μπορούσε να τον δει καθαρά δεν μπορεί να τον περιγράψει. Τέλος στην τρίτη του κατάθεση (τεκμήριο 14Α) είπε ότι κλήθηκε εκείνη την ημέρα δηλ. στις 10.10.14 στον Αστυνομικό Σταθμό όπου ο Αστ. 1858 του είπε ότι θα του δείξει 4 άτομα που είναι από την Ινδία και που ίσως να έχουν κάποια ανάμειξη στην υπόθεση. Πήγε μαζί με τον Αστυνομικό και εκείνος του έδειξε 4 άτομα από τα οποία ο μάρτυρας αναγνώρισε ένα ως ένα από αυτούς που είχαν πάει στην φάρμα όπου διέμενε κατά το επίδικο βράδυ και τον απήγαγαν και τον χτύπησαν. Άκουσε δε ότι το όνομα αυτού του προσώπου ήταν Sidhu Jasvir. Προκύπτει δε από τα πιο πάνω ότι για τα μόνα άτομα που ο παραπονούμενος περιέγραψε με πάσα βεβαιότητα τι ακριβώς έκαναν κατά το επίδικο βράδυ ήταν για τους πρώην κατηγορούμενους 1 και
  2. Στην κυρίως εξέταση του δεν ανέφερε σε ποιο άτομο που περιέγραψε στις πρώτες δύο καταθέσεις του αντιστοιχούσε ο κατηγορούμενος 3 και ποιες ακριβώς ήταν οι ενέργειες αυτού. Ρωτήθηκε μόνο κατά πόσο τα άτομα τα οποία αναγνώρισε στην Αστυνομία δηλ. τον Satnam, τον Kuldeep και Jasvir τα έβλεπε στο Δικαστήριο και απλά υπέδειξε τους τρεις κατηγορούμενους. Μόνο στο τέλος της κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι μετά που τον έβαλαν στο αυτοκίνητο αφού τον χτύπησαν στην φάρμα και έφυγαν από εκεί, του κρατούσαν το κεφάλι προς τα κάτω και τον χτυπούσαν μέχρι να φτάσουν στην Λεμεσό. Όταν ρωτήθηκε ποιος του κρατούσε το κεφάλι υπέδειξε τον κατηγορούμενο
  3. Εάν όμως ισχύει κάτι τέτοιο, σημαίνει, στην βάση της περιγραφής που έκανε στην πρώτη του κατάθεση, ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν μπορεί παρά να είναι το πρόσωπο που φορούσε την μπλε φανέλα. Αυτή φαίνεται να είναι και η θέση της κατηγορούσας αρχής ως προκύπτει από τις αγορεύσεις για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Όμως στην δεύτερη του κατάθεση ο παραπονούμενος είπε ότι το πρόσωπο αυτό δεν μπήκε μαζί τους στο αυτοκίνητο όταν έφυγαν από την φάρμα. Εάν από την άλλη ισχύει αυτό τότε ο κατηγορούμενος ήταν ένα από τα δύο πρόσωπα που έφυγαν από την φάρμα με το μαύρο αυτοκίνητο. Όμως, ως προαναφέρθηκε, ο παραπονούμενος στην πρώτη του κατάθεση είπε ότι δεν μπορεί να τους αναγνωρίσει αυτούς κάτι που είπε και στην αντεξέταση του. Περαιτέρω στην αντεξέταση του είπε ότι τόσο το μαύρο αυτοκίνητο όσο και τα 2 πρόσωπα που έφυγαν με αυτό από την φάρμα δεν τα συνάντησε ποτέ μετά. Σε άλλο σημείο όμως της αντεξέτασης του είπε ότι το εν λόγω αυτοκίνητο το συνάντησαν μετά καθοδόν και από εκείνο βγήκε ένα πρόσωπο και μπήκε στο άσπρο αυτοκίνητο όπου επέβαινε ο ίδιος και κάθισε στο πίσω μέρος αυτού και έτσι πίσω μαζί του ήταν άλλα 3 άτομα. Εδώ να σημειωθεί ότι στην δεύτερη του κατάθεση είπε ότι ήταν 2 άτομα που εισήλθαν στην συνέχεια στο αυτοκίνητο που επέβαινε και όχι ένα. Σε άλλο όμως σημείο της αντεξέτασης του είπε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ένα από τα 4 άτομα που μπήκαν μαζί του στο άσπρο αυτοκίνητο στην φάρμα και ότι μάλιστα καθόταν στα αριστερά του. Όταν ρωτήθηκε τι φορούσε είπε ότι είδε μόνο την φανέλα. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι στην αντεξέταση του αναφερόμενος στο χρονικό σημείο όπου στο πίσω μέρος του άσπρου αυτοκινήτου καθόντουσαν μαζί του άλλα 4 άτομα είπε ότι κάθονταν 3 στα δεξιά του και ένας στα αριστερά του. Ερωτώμενος τι φορούσε ο καθένας από τους 3 στα δεξιά του είπε αρχικά ότι δεν θυμάται, για να προσθέσει ότι νομίζει ότι ο ένας φορούσε κίτρινη φανέλα και ο άλλος μπλε. Στη συνέχεια είπε ότι ήταν σίγουρος για αυτούς τους δύο και ότι ο τρίτος κατά την γνώμη του φορούσε άσπρη φανέλα. Όσον δε αφορά το πρόσωπο στα αριστερά του είπε ότι αυτός φορούσε μπλε φανέλα. Με αυτά όμως τα δεδομένα προκύπτει ότι στο αυτοκίνητο στο πίσω κάθισμα υπήρχαν δύο άτομα που φορούσαν μπλε φανέλα και όχι ένα, κάτι που για πρώτη φορά ανέφερε στην αντεξέταση του. Στη συνέχεια δε σε ερώτηση εάν όταν έγινε το δυστύχημα στον κυκλικό κόμβο τα πρόσωπα που ήταν μαζί του στο πίσω κάθισμα ήταν αυτά που ήταν στα δεξιά του (δηλ. 3) απάντησε καταφατικά. Ανέφερε δε για πρώτη φορά σε αυτό το σημείο της μαρτυρίας του ότι το πρόσωπο με την μπλε φανέλα που καθόταν στα αριστερά του ήταν ο κατηγορούμενος. Είπε όμως ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν στο αυτοκίνητο όταν έγινε το δυστύχημα στον κυκλικό κόμβο ενώ ως προαναφέρθηκε στην πρώτη κατάθεση του είπε ότι το πρόσωπο με την μπλε φανέλα ήταν εκεί και μάλιστα τον τράβηξε από το χέρι. Όταν δε ρωτήθηκε στην κυρίως εξέταση του εάν γνωρίζει τι ήταν εκείνος ο χώρος με τις δύο πύλες που είπε ότι τον κατέβασαν και τον χτύπησαν είπε ότι είναι φάρμα πορτοκαλιών, αμπελιών και λαχανικών. Όταν ρωτήθηκε στη συνέχεια ποιοι δούλευαν εκεί είπε ότι δύο βγήκαν από το αυτοκίνητο εκεί. Τον ένα τον έπιασε η Αστυνομία και υπέδειξε τον κατηγορούμενο και ο άλλος δεν ξέρει πού είναι. Όσον όμως αφορά το ότι έσπασε το χέρι του όταν ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο στο οποίο τον μετέφεραν στον κυκλικό κόμβο ρωτήθηκε στην κυρίως εξέταση του που ήταν τότε οι κατηγορούμενοι και χωρίς να διακρίνει μεταξύ των τριών είπε ότι ήταν εκεί που συνέβηκε το δυστύχημα, στο κυκλικό κόμβο. Ο ένας τον άρπαξε από τον λαιμό και προσπαθούσε να τον τραβήξει. Ερωτώμενος τι έπαθε αυτός από την επίθεση που δέχθηκε από τους τρεις κατηγορούμενους είπε, προφανώς αναφερόμενος στο σημείο όπου ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο στον κυκλικό κόμβο, ότι έσπασε ο αγκώνας του. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι εάν ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο με την μπλε φανέλα τότε αυτός με βάση την πρώτη κατάθεση του παραπονούμενου πράγματι έμεινε στο αυτοκίνητο μέχρι την ακινητοποίηση του στον κυκλικό κόμβο. Ο ίδιος όμως ο παραπονούμενος σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του είπε ότι ο κατηγορούμενος είχε κατεβεί στο σημείο με τις δύο πύλες και άρα δεν ήταν μέσα στο αυτοκίνητο στον κυκλικό κόμβο. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του είπε ότι εκεί στον κυκλικό κόμβο ήταν ο οδηγός που τον κρατούσε από το χέρι. Σε σχέση δε με την αναγνώριση του κατηγορούμενου ο Μ.Κ.1 είπε ότι στις 10.10.14, μετά από σχετική πληροφορία ότι σε συγκεκριμένο αγρόκτημα πλησίον του σημείου όπου τον οδήγησε ο παραπονούμενος, εργάζονταν άτομα ινδικής καταγωγής, πήγε εκεί με άλλα μέλη της Αστυνομίας και εντόπισε να εργάζονται 4 άτομα από την Ινδία, ένας εκ των οποίων ήταν ο κατηγορούμενος. Στη συνέχεια τα πρόσωπα αυτά οδηγήθηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό, ανακρίθηκαν και ανέφεραν ότι δεν είχαν καμία σχέση με την υπόθεση. Πληροφορήθηκαν ότι ενδεχομένως ο παραπονούμενος θα πήγαινε εκεί για αναγνώριση, αρνήθηκαν να λάβουν μέρος σε αναγνωριστική παράταξη αλλά δέχθηκαν να τους δει εκτός παράταξης για σκοπούς αναγνώρισης. Την ίδια ημέρα ο παραπονούμενος είδε τον κατηγορούμενο και τον αναγνώρισε ως ένα από τα πρόσωπα που τον απήγαγαν και του επιτέθηκαν. Ο παραπονούμενος, ως έχει προαναφερθεί, στην τρίτη κατάθεση του είπε ότι εκεί στον Αστυνομικό Σταθμό ο Αστ. 1858 του είπε ότι θα του δείξει 4 άτομα που είναι από την Ινδία και που ίσως να έχουν κάποια ανάμειξη στην υπόθεση. Στην αντεξέταση του ερωτώμενος τι του είπε ο Αστυνομικός πριν την αναγνώριση είπε όμως κάτι διαφορετικό. Ότι του ανέφερε ότι τα 4 πρόσωπα που θα έβλεπε τα βρήκαν στο αγρόκτημα εκεί που ήταν οι δύο πύλες και ότι εργάζονταν εκεί. Με άλλα λόγια του έβαλε ως δεδομένο ότι τα πρόσωπα που θα έβλεπε εργάζονταν στο αγρόκτημα έξω από το οποίο τον είχαν πάρει και χτυπήσει. Όταν ουσιαστικά του τέθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει καμία σχέση με το αγρόκτημα εκείνο και δεν εργάζεται εκεί είπε ότι δεν ξέρει εάν δουλεύει εκεί και ότι απλά βγήκε έξω εκεί. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του είπε ότι δεν γνωρίζει σε ποια φάρμα εργάζεται ο κατηγορούμενος και ότι υπήρχαν δύο πύλες και βγήκαν από εκεί. Σε κανένα όμως άλλο σημείο της μαρτυρίας του δεν είπε ότι κάποιο ή κάποια από τα άτομα που τον χτύπησαν βγήκαν από εκεί. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του είπε ότι μετά που τα δύο πρόσωπα βγήκαν από το άσπρο αυτοκίνητο έξω εκεί στις πύλες, πριν φύγουν από εκεί, δεν είδε που πήγαν. Όμως ο Μ.Κ.9 δηλ. ο εργοδότης του είπε στην κατάθεση του τεκμήριο 30, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ότι ο παραπονούμενος του είπε ότι σε εκείνο το χώρο (δηλ. με τις δύο πύλες) 2 από αυτούς που τον χτυπούσαν έμειναν εκεί και τους είδε να μπαίνουν σε ένα περιφραγμένο χώρο όπου πιθανόν να εργάζονταν. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί περαιτέρω ότι ο παραπονούμενος στην αντεξέταση του είπε ότι κατά το επίδικο βράδυ στον εν λόγω χώρο ο μόνος φωτισμός που υπήρχε ήταν αυτός του αυτοκινήτου. Περαιτέρω θα πρέπει να λεχθεί ότι στην δεύτερη του κατάθεση ο παραπονούμενος είπε ότι στις 2.10.14 αυτός με τον εργοδότη του (Μ.Κ.9) εντόπισαν το μέρος με τις δύο πύλες και εκεί βρήκαν ένα μπαστούνι κάτω από ένα ελαιόδεντρο, το οποίο έμοιαζε να είναι το ίδιο μπαστούνι με το οποίο τον χτύπησαν καθώς και ένα μπουκάλι ουίσκι και ένα τενεκεδάκι Shark. Θυμόταν δε ο παραπονούμενος ότι τα πρόσωπα που επέβαιναν στο άσπρο αυτοκίνητο έπιναν όλοι από ένα μπουκάλι ουίσκι και επίσης έπιναν Shark. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο παραπονούμενος δεν ήξερε που βρισκόταν το μέρος αυτό, δεν είχε ξαναπάει και το εντόπισαν ψάχνοντας με τον εργοδότη του κάποιες μέρες μετά το επίδικο συμβάν. Το ότι εκεί βρήκαν τα πιο πάνω αντικείμενα το επιβεβαίωσε και ο Μ.Κ.
  4. Από εκεί ο Μ.Κ.9 πήρε και παρέδωσε στην Αστυνομία μόνο το μπουκάλι (τεκμήριο 18) και όχι τα άλλα αντικείμενα, τα οποία ο Μ.Κ.1 δεν ανέφερε ότι εντόπισε στον χώρο όταν πήγε αργότερα. Όσον δε αφορά το μπουκάλι αυτό δεν στάληκε για επιστημονικές εξετάσεις για να διαπιστωθεί οποιαδήποτε σύνδεση του με την υπόθεση. Από τα πιο πάνω προκύπτει κατά την κρίση μου ότι η όλη μαρτυρία του παραπονούμενου σε σχέση με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν ανάμεσα στα πρόσωπα που τον απήγαγαν και τον χτύπησαν κατά τον επίδικο χρόνο είναι θεμελιακά ασυνεπής, ανακριβής και αντιφατική. Ο λόγος δε που ο παραπονούμενος επέμενε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ανάμεσα στα πρόσωπα που τον απήγαγαν και τον χτύπησαν, φαίνεται ότι είναι η αναγνώριση που έκανε στην Αστυνομία στις 10.10.
  5. Έχουν όμως ήδη εκτεθεί οι συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η αναγνώριση αυτή και συγκεκριμένα τι αναφέρθηκε στον παραπονούμενο πριν από αυτήν σε σχέση με το που εντοπίσθηκαν τα άτομα που θα έβλεπε (κάτι που τους συνέδεε αυτόματα με τον ένα από τους χώρους που δύο εξ αυτών έμειναν) γεγονός που φαίνεται ότι διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εν λόγω αναγνώριση. Αυτό δε λαμβάνεται σχετικά υπόψην σε συνδυασμό με το ότι δεν εξηγήθηκε πως ήταν σίγουρος ο παραπονούμενος για την συμμετοχή του κατηγορούμενου στην υπόθεση από την στιγμή που αυτή έλαβε χώραν κατά την διάρκεια της ίδιας νύκτας, σε διαφορετικούς χώρους, με λίγο εώς καθόλου φωτισμό και με συμμετοχή αρκετών προσώπων όλων ίδιας καταγωγής (Ινδικής), τα οποία μπαινόβγαιναν στο μικρό χώρο του πισινού μέρους επιβατών ενός αυτοκινήτου όπου βρισκόταν ο παραπονούμενος. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις δημιουργούν κατά την κρίση μου εγγενή αδυναμία στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, η οποία δεν μπορεί να ξεπερασθεί στο στάδιο της έκδοσης της τελικής απόφασης, όταν το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να αξιολογήσει την προαναφερόμενη μαρτυρία. Αυτό γιατί ως είναι εμφανές, από την εν λόγω μαρτυρία δεν είναι δυνατό να προκύψει αναμφίβολα, με οποιοδήποτε τρόπο και εάν αξιολογηθεί η μαρτυρία αυτή στο τελικό στάδιο, ότι ο κατηγορούμενος είναι ένα εκ των προσώπων που, κατά τον επίδικο χρόνο, έκοψαν την τέλινη περίφραξη του αγροκτήματος όπου διέμενε ο παραπονούμενος και στη συνέχεια τον χτύπησαν, τον απήγαγαν και παίρνοντας τον σε διάφορα άλλα μέρη συνέχισαν να τον χτυπούν. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Κενά δε αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται ούτε υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Καταληκτικά κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 3 σε καμία από τις κατηγορίες και συναφώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινική - Εκ πρώτης όψεως - Συνομωσίες - Απαγωγή - Βαριά σωματική βλάβη - κακόβουλη ζημιά) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.