ΕΥΓΕΝΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΙΔΟΥ ν. DMITRY POGORELOV, Αρ. Υπόθεσης: 1646/2015, 21/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - ΠΑΝΑΓΗ, Ε. Δ Αρ. Υπόθεσης: 1646/2015 ΕΥΓΕΝΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΙΔΟΥ v. DMITRY POGORELOV Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 21/05/2015 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενη: κος. Μ. Ιωάννου Για Κατηγορούμενο: κος. Χρ. Θεοδώρου Κατηγορούμενος: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας ποινικής υπόθεσης περιλαμβάνει 2 κατηγορίες εναντίον του κατηγορούμενου οι οποίες αφορούν τις κατηγορίες της πλαστογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α) και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 339 και 354 του Κεφ.154. Ο κατηγορούμενος κατά την πρώτη εμφάνιση του στο Δικαστήριο, μετά την επίδοση σε αυτόν του κατηγορητηρίου, δεν καταχώρησε απάντηση στις κατηγορίες, ενόψει των προδικαστικών ενστάσεων και ζητημάτων που ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατέθεσε και αιτήθηκε όπως αποφασισθούν πριν την κλήση του σε απάντηση στις κατηγορίες. Ενόψει της εξέλιξης αυτής η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις επί των ενστάσεων του κατηγορούμενου στις 17/04/2015, ημερομηνία κατά την οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου ανέλυσε τις ενστάσεις του κυρίως επί του κατηγορητηρίου και επιχειρηματολόγησε προς τούτο παραπέμποντας σε σχετική νομολογία και νομοθεσία. Με βάση τα όσα ο συνήγορος του κατηγορούμενου ανέφερε, τίθενται τα πιο κάτω ζητήματα για προδικαστική εκδίκαση: (α) Η παρούσα υπόθεση έχει καταχωριστεί και προωθείται χωρίς η παραπονούμενη να αποδεικνύει το έννομο της συμφέρον και ενώ η παρούσα υπόθεση είναι ιδιωτικής φύσεως δεν καταδεικνύεται από το κατηγορητήριο πως επηρεάζεται η παραπονούμενη από τις επίδικες πράξεις και ειδικότερα ποια βλάβη έχει υποστεί και αν επηρεάστηκαν τα δικαιώματα της. (β) Το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό και παρουσιάζει τυπικό μειονέκτημα καθότι δεν παρέχονται λεπτομέρειες για το πως ο κατηγορούμενος φαίνεται να εμπλέκεται στην ισχυριζόμενη διάπραξη των αδικημάτων. Στα πλαίσια της νομικής επιχειρηματολογίας του, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου υπέβαλε στο Δικαστήριο γραπτό κείμενο με τα κυριότερα ζητήματα τα οποία θέτει και την οποία ανέλυσε με προφορική αγόρευση. Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα, που θέτει ο κος. Θεοδώρου, αφού ανέλυσε τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές που διέπουν το ζήτημα της νομιμοποίησης καταχώρησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, εισηγήθηκε ότι για την εξάσκηση του δικαιώματος αυτού θα πρέπει να ενυπάρχει άμεσος επηρεασμός των δικαιωμάτων του παραπονούμενου, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν ισχύει. Σύμφωνα με τον συνήγορο του κατηγορούμενου μέσα από τη διατύπωση των ισχυριζόμενων αδικημάτων και των λεπτομερειών τους όπως περιλαμβάνονται στο υφιστάμενο κατηγορητήριο, δεν αποδεικνύεται σε καμία περίπτωση αυτό το προαπαιτούμενο. Αναφορικά με το δεύτερο ζήτημα που τίθεται, είναι η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι το κατηγορητήριο δεν περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες των αδικημάτων με αποτέλεσμα οι κατηγορίες να καθίστανται ελλιπείς, αόριστες και ασαφείς. Με παραπομπή σε άρθρα του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων αλλά και σε κυπριακή νομολογία, ο συνήγορος του κατηγορούμενου ισχυρίζεται πως έχει συνταχθεί ένα κατηγορητήριο του οποίου η κάθε κατηγορία απλά αναφέρει λέξη προς λέξη το λεκτικό των εδαφίων των άρθρων του υπ' αναφορά νόμου με κάποια αναφορά σε ένα καταστατικό έγγραφο μιας εταιρείας χωρίς να δίνονται εξηγήσεις και αναφορές στην εμπλοκή του κατηγορούμενου και τον τρόπο ενέργειας του. Επομένως, ως ισχυρίζεται ο ευπαίδευτος συνήγορος, δεν έχουν εκτεθεί οποιεσδήποτε σχετικές λεπτομέρειες, συνεπεία του οποίου το κατηγορητήριο καθίσταται ατελές σε τέτοιο βαθμό και αυτό είναι τόσο οφθαλμοφανές που θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη του σε αυτό το στάδιο. Σε ερώτημα του Διιαστηρίου για το κατά πόσο ζητήθηκαν από τον συνήγορο της παραπονούμενης λεπτομέρειες ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου έθεσε την θέση και εισήγηση του ότι δεν το έπραξε τούτο λόγω του ότι το κατηγορητήριο ως έχει είναι τόσο ελλειπές σε όλα τα ζητήματα και κυρίως στην συμμετοχή του κατηγορούμενου που οι παρατυπίες αυτές δεν μπορούν να θεραπευθούν ούτε με την παροχή λεπτομερειών αλλά ούτε και με πιθανή τροποποίηση αυτού. Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της παραπονούμενης, όπως αυτή εκφράστηκε μέσα από τη προφορική του αγόρευση. Με αναφορά σε άρθρα του Κεφ.155, αλλά και σε σχετική νομολογία, ο εκπρόσωπος της παραπονουμενης ισχυρίστηκε ότι η πρώτη προδικαστική ένσταση είναι καταρχήν πρόωρη καθότι για να μπορέσει το Δικαστήριο να εντοπίσει εάν υπάρχει ή όχι έννομο συμφέρον της παραπονούμενης και συνεπακόλουθα δικαίωμα για έγερση ιδιωτικής ποινικής δίωξης θα πρέπει πρώτα να τεθουν ενώπιον του γεγονότα και μαρτυρία. Οιοδήποτε συμπέρασμα στο στάδιο αυτό θα ήταν αυθαίρετο καθότι δεν είναι δυνατό να δίδεται μαρτυρία μέσω μιας αγόρευσης. Ισχυρίστηκε δε ότι η κρίση σε αυτό το στάδιο περί ύπαρξης η μη έννομου συμφέροντος πριν ακουστεί μαρτυρία, θα ισοδυναμούσε με στέρηση της παραπονούμενης του δικαιώματος της να προσφύγει στην δικαιοσύνη. Συνεπώς εισηγήθηκε απόρριψη της πρώτης προδικαστικής ένστασης ως πρόωρης. Αναφορικά με την δεύτερη ένσταση επί του κατηγορητηρίου ο κος. Ιωάννου ισχυρίστηκε ότι το κατηγορητήριο είναι διατυπωμένο σύμφωνα με το άρθρο 39 του Κεφ.155 και δεν είναι δυνατό στο στάδιο αυτό να αποφασισθεί αν ο κατηγορούμενος πράγματι παραπλανήθηκε λόγω λάθους στο κατηγορητήριο. Με παραπομπή σε νομολογία ισχυρίστηκε ότι δεν χρειάζονται λεπτομέρειες και εν πάση περιπτώση το βάρος απόδειξης του ελαττωματικού κατηγορητηρίου το φέρει ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω αναφέρθηκε σε αντιδαστολή της αγόρευσης του συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι με βάση το άρθρο 39 του Κεφ.155 δεν χρειάζεται να αναφέρονται στο κατηγορητήριο όλα τα συστατικά και ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος αλλά ούτε και να προσδιοριστεί ο τόπος και ο χρόνος εκτός αν είναι αναγκαίο και εδώ δεν είναι σύμφωνα με τον ίδιο. Περαιτέρω ο ευπαίδευτος συνήγορος της παραπονούμενης αναφέρθηκε σε νομολογία δια της οποίας αποφασίσθηκε ότι στον έλεγχο ζητημάτων όπως αυτά που τίθενται στην παρούσα απόφαση λαμβάνεται υπόψη και το κατά πόσο ζητήθηκαν από την υπεράσπιση λεπτομέρειες και ποιές είναι αυτές. Εδώ συνεχίζει δεν ζητήθηκαν ενώ υπήρχε η δυνατότητα και αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Επομένως και με βάση τα πιο πάνω εισηγήθηκε όπως και η δεύτερη ένσταση απορριφθεί. Αμφότερες οι αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων βρίσκονται αυτούσιες στο φάκελο του Δικαστηρίου και έχω μελετήσει με προσοχή τις θέσεις τους και προς εξέταση τους άντλησα καθοδήγηση από διάφορες νομικές πηγές. Το πρώτο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου για το ότι ενώ η παρούσα υπόθεση είναι ιδιωτικής φύσεως δεν καταδεικνύεται από το κατηγορητήριο πως επηρεάζεται η παραπονούμενη από τις επίδικες πράξεις και ειδικότερα ποια βλάβη έχει υποστεί και αν επηρεάστηκαν τα δικαιώματα της. Εμμέσως πλην σαφώς ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης θέτει θέμα κατάχρηση της διαδικασίας που διεξάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Αίπεια Λτδ v. Sirocco Estates Co Ltd και άλλων
(1997)2 Α.Α.Δ. 434 τονίστηκε πως απαραίτητη προϋπόθεση για άσκηση ποινικής δίωξης από ιδιώτη είναι η ύπαρξη άμεσου συμφέροντος για να αποτρέπονται άχρηστες ή κακόβουλες διώξεις. Λέχθηκε ακόμη ότι κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να προστατεύει τα περιουσιακά του δικαιώματα με τον τρόπο που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία. Επομένως, ένας ιδιώτης έχει δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης μόνο όταν τα δικαιώματά του επηρεάζονται άμεσα από την παράνομη πράξη. Στην υπόθεση Panayiotis Ttofinis ν. Loizos Theocharides and Another
(1983)2 C.L.R. 363 επισημάνθηκε ότι το δικαίωμα καταχώρησης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης υπάρχει και παραμένει ανεπηρέαστο εκεί όπου θίγονται άμεσα και απευθείας τα συμφέροντα κάποιου ατόμου. Συνεπώς, δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης δεν έχουν όλοι οι πολίτες. Το διατηρούν μόνο τα θύματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Στην υπόθεση Xenia Kalia v. Stelios Lambrou and Another
(1985)2 C.L.R. 217 από τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου φαινόταν ότι συγκεκριμένο υποστατικό επηρέαζε κατά την εφεσείουσα δυσμενώς υφιστάμενο δικαίωμα διόδου προς την περιουσία της. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αν ο ισχυρισμός αυτός ήταν αληθής, τότε μπορούσε να υπάρχει άμεση καταπάτηση των περιουσιακών της δικαιωμάτων που της παρείχε το δικαίωμα να καταχωρήσει τη συγκεκριμένη ιδιωτική ποινική υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση, οι λεπτομέρειες των αδικημάτων του κατηγορητηρίου παρουσιάζουν τον κατηγορούμενο τον Αύγουστο του 2008 στην Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού με σκοπό την καταδολίευση να κατάρτισε πλαστό έγγραφο δηλαδή το καταστατικό της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ΑΡΜΑΔΑ ημερομηνίας 29/08/2008 το οποίο εμφανιζόταν ως να μην είναι στην πραγματικότητα και περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο χρόνο τόσο στην επαρχίας Λεμεσού όσο και στην περιφέρεια Μόσχας στην Ρωσσία έθεσε σε κυκλοφορία το πιο πάνω πλαστό έγγραφο. Πράγματι μέσα από την όψη του κατηγορητηρίου και μόνο δεν φαίνεται να προκύπτει η σύνδεση της παραπονούμενης με τα ισχυριζόμενα αδικήματα και ειδικότερα απουσιάζει παντελώς στις λεπτομέρειες αμφότερων των αδικημάτων η έστω και συνοπτική αναφορά στην σχέση της παραπονούμενης είτε με την εταιρεία ΑΡΜΑΔΑ είτε με τον κατηγορούμενο. Το πρόσωπο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο πλην του κατηγορούμενου είναι μια νομική οντότητα με το όνομα ΑΡΜΑΔΑ η οποία δεν παρουσιάζει μέσα από την ανάγνωση του κατηγορητηρίου καμία σχέση ή σύνδεση με την παραπονούμενη. Το κατά πόσο η κατάληξη αυτή οδηγεί σε κατάχρηση της διαδικασίας ή αν αυτό είναι ένα ζήτημα το οποίο μπορεί να εξεταστεί σε αυτό το στάδιο και ενδεχομένως να οδηγήσει σε απόρριψη του κατηγορητηρίου ή όχι θα εξεταστεί κάτωθι αφού προβώ σε εξέταση και της δεύτερης προδικαστικής ένστασης. Το Δικαστήριο θα εξετάσει τώρα τη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης περί ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου. Το κατηγορητήριο είναι το έγγραφο που περιέχει τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στη βάση του οποίου προσάγεται ενώπιον της δικαιοσύνης για ν' απαντήσει. Αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του κάθε διάδικου να πληροφορείται τη φύση και τους λόγους της κατηγορίας που του αποδίδεται. Σύμφωνα με το άρθρο 12.5 (α) του Συντάγματος: "Πας κατηγορούμενος δι' αδίκημα τι έχει τα ακόλουθα κατ' ελάχιστον όρον δικαιώματα: (α) να πληροφορηθή εις καταληπτήν υπ' αυτού γλώσσαν αμέσως και λεπτομερώς την φύσιν και τους λόγους της εις αυτόν αποδιδόμενης κατηγορίας." Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 30.3. (α) του Συντάγματος: "Έκαστος έχει το δικαίωμα: (α) Να πληροφορηθεί τους λόγους δι' ούς καλείται να εμφανισθή ενώπιον του δικαστηρίου," Στην υπόθεση Ανδρονίκου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, σελ. 512-513, επισημαίνονται τα εξής: "Όπως αναφέρεται στον Archbold - supra - σελ. 82 παρ. 1-110, η διατύπωση κατηγορητηρίου χρειάζεται πάντοτε ιδιαίτερη επιμέλεια, το δε Αγγλικό Εφετείο έχει εκφράσει την ανησυχία του από τον αυξανόμενο αριθμό υποθέσεων που περιέχουν ελλιπή κατηγορητήρια. Στις παρ. 1-116 και 1-117 σελ. 84-85, αναφέρεται ότι εάν οι λεπτομέρειες του αδικήματος είναι ανεπαρκείς, θα πρέπει να γίνει αίτηση από την υπεράσπιση ή ακόμη και το ίδιο το Δικαστήριο να δώσει αυτεπάγγελτα σχετικές οδηγίες. Ιδιαιτέρως οι λεπτομέρειες χρειάζονται για να αποφευχθεί η δυνατότητα καταδίκης στη βάση εναλλακτικού τρόπου διάπραξης του αδικήματος (δέστε R. v. Litanzios [1999] Crim. L.R. 667, C.A.)." Καθ' όλα σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, σελ. 777-778: "Το άρθρο 6
(3)(α) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιβάλλει να γνωστοποιούνται οι συγκεκριμένες κατηγορίες και οι αναγκαίες λεπτομέρειες. Αυτό είναι βέβαια ορθό εφόσον οι λεπτομέρειες ενός αδικήματος διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο στην όλη ποινική διαδικασία, ώστε ο κατηγορούμενος να γνωρίζει εκ των προτέρων τι επακριβώς αντιμετωπίζει, ώστε να δύναται να ετοιμάσει την υπεράσπιση του σε κάθε μια από τις κατηγορίες. Το ουσιώδες πάντοτε για τον κατηγορούμενο είναι να γνωρίζει με επάρκεια το μέγεθος και την έκταση των κατηγοριών. Αυτό πέραν βέβαια της δυνατότητας που αυτός έχει να ζητήσει περαιτέρω λεπτομέρειες των συνθηκών κάτω από τις οποίες επέδειξε την κατ' ισχυρισμόν παράνομη συμπεριφορά (Loizou & Pikis: "Criminal Procedure in Cyprus" σελ. 47)." Παραπέμπω ακόμη και στο απόσπασμα που ακολουθεί συναφώς με το θέμα και ειδικότερα με την παράγραφο 12.5(α) του Συντάγματος, από το σύγγραμμα "Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας"του Ανδρέα Ν. Λοΐζου 2001 στη σελ. 95: "Κατά πόσο μια κατηγορία είναι αρκετά λεπτομερής, ώστε να ικανοποιεί την υποπαράγραφο αυτή, εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης που μπορεί να δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τα ουσιώδη στοιχεία του αδικήματος με το οποίο κατηγορείτο. Για να αποφευχθεί παραβίαση πρέπει όλες οι ουσιώδεις λεπτομέρειες να περιλαμβάνονται στην κατηγορία." Όπως επίσης λέχθηκε στην υπόθεση Μελανή Νεάρχου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 33: "Το συνταγματικό κατοχυρωμένο δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου να πληροφορηθεί αμέσως και λεπτομερώς σε καταληπτή σ' αυτόν γλώσσα, τη φύση και τους λόγους της αποδιδόμενης σ΄ αυτόν κατηγορίας, δικαίωμα που επίσης προστατεύεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, απασχόλησε τη νομολογία μας από πολύ νωρίς (βλ. Kannas Alias Pombas v. The Police
(1968)α CLR 29). Κρίθηκε ότι θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει στερηθεί, λόγω της παράλειψης από το κατηγορητήριο οιουδήποτε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, της δυνατότητας να ετοιμάσει ικανοποιητικά την υπεράσπιση του." Στην υπόθεση Γεώργιος Ιωσηφίδης (Ππαϊλα) ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 204 αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: " . σκοπός του κατηγορητηρίου είναι να θέσει το πλαίσιο της δίκης. Οι λεπτομέρειες σε κάθε κατηγορία θα πρέπει να παρέχουν επαρκή ενημέρωση για το υπόβαθρο που η Κατηγορούσα Αρχή σκοπεύει να αποδείξει σε κάθε κατηγορία. Κριτήριο για να αποφασισθεί αν οι λεπτομέρειες που δίδονται είναι ικανοποιητικές είναι κατά πόσο από τυχόν παραλείψεις, η υπεράσπιση του κατηγορούμενου επηρεάζεται δυσμενώς. Αν δηλαδή οι κατηγορίες διατυπώνονται με τέτοιο τρόπο και είναι σε πόσο βαθμό αόριστες ή ασαφείς που να επηρεάζεται η υπεράσπιση ." Το κατά πόσο ένα κατηγορητήριο είναι ή όχι ελλατωματικό αποτελεί θέμα το οποίο δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα με την διατύπωση των κατηγοριών αλλά και με το πως η κατηγορούσα αρχή αντικρίζει τις κατηγορίες έχοντας ως κριτήριο της το αποδεικτικό υλικό το οποίο έχει στη διάθεση της ή σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στην εξέλιξη της δίκης, τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Η ορθή σύνταξη του κατηγορητηρίου ρυθμίζεται μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα, το εδάφιο (γ) του εν λόγω άρθρου προνοεί ότι: " (γ) η κατηγορία στο κατηγορητήριο, περιγράφει εν συντομία σε κοινή γλώσσα το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αποφεύγοντας, στο μέτρο του δυνατού τη χρήση τεχνικών όρων και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος, και περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα." Σχετικά με την παρούσα περίπτωση όμως είναι και τα εδάφια (ζ) και (η) του άρθρου 39 του Κεφ.155, το περιεχόμενο των οποίων ομιλεί από μόνο του: Διατάξεις αναφορικά με τη σύνταξη κατηγορητηρίων 39. Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται σε κάθε κατηγορητήριο και ανεξάρτητα από οποιοδήποτε Νόμο ή κανόνα πρακτικής, το κατηγορητήριο, τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, δεν επιδέχεται ένσταση σε σχέση με τον τύπο ή το περιεχόμενο αυτού αν είναι συνταγμένο σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού- ... (ζ) δεν είναι αναγκαίο ή δεν χρησιμοποιείται βεβαιότητα ή λεπτομέρεια αναφοράς σχετικά με έγγραφα, γεγονότα, πράγματα, πρόσωπα, τόπους, χρόνο ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, στο κατηγορητήριο μεγαλύτερη από αυτή που είναι εύλογα επαρκή για το σκοπό παροχής ειδοποίησης στον κατηγορούμενο για αυτά. Γεγονότα και έγγραφα δύνανται να καταρτιστούν ως παράρτημα και αντίγραφα αυτών δύνανται να συναφθούν στο κατηγορητήριο αν η μέθοδος αυτή είναι κατάλληλη (η) δεν είναι αναγκαίο κατά την αναφορά οποιασδήποτε πρόθεσης καταδολίευσης, απάτης ή βλάβης να αναφέρεται πρόθεση να καταδολιευθεί, εξαπατηθεί ή βλαφτεί συγκεκριμένο πρόσωπο, εκτός αν το νομοθέτημα που δημιουργεί το αδίκημα καθιστά την πρόθεση να καταδολιευθεί, εξαπατηθεί ή βλαφτεί συγκεκριμένο πρόσωπο ουσιαστικό στοιχείο του ποινικού αδικήματος ... Νοείται ότι κανένα λάθος στην έκθεση του ποινικού αδικήματος ή των λεπτομερειών που απαιτούνται να αναφερθούν στο κατηγορητήριο δεν θεωρείται σε οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης ως μη συμμόρφωση προς τις διατάξεις του Νόμου αυτού εκτός αν σύμφωνα με τη γνώμη του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος πράγματι παραπλανήθηκε λόγω του λάθους αυτού. Όπως αποφασίσθηκε σε αριθμό υποθέσεων (Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επarxιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 ΑΑΔ 295, Constantinides v. The Rebuplic
(1978)2 CLR 337) σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του άρθρου 39 του Κεφ. 155, μόνο ουσιώδεις παρατυπίες που επιφέρουν βλάβη στο κατηγορούμενο και δυνατό να οδηγήσουν σε παραπλάνηση του, επηρεάζουν την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου. Την ευθύνη για την ορθή σύνταξη, την επάρκεια του λεκτικού και γενικά την καλύτερη δυνατή παρουσίαση του κατηγορητηρίου φέρει πάντοτε ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής (βλέπε Blackstone's Criminal Practice 2000, παρ. D9.3, σελ. 1238 και τις αγγλικές υποθέσεις R v. Newland [1988] QB 402, R v. Moss [1995] Crim LR 828). Η έννοια του όρου 'ελλατωματικό' έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρθηκε στην αγγλική νομολογία, υιοθετώντας την ερμηνεία που έχει δοθεί στον όρο αυτό. Έτσι στην υπόθεση R v. Smith and Others 34 Cr. App. R. 168, το επιχείρημα ότι για να είναι το κατηγορητήριο ελαττωματικό πρέπει να είναι τέτοιο που νομικά να μην αποκαλύπτει την ύπαρξη αδικήματος, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, που τόνισε ότι μπορεί να γίνει οποιαδήποτε μεταβολή του κατηγορητηρίου σε θέματα όπως την περιγραφή και πιθανώς και πολλά άλλα, ούτως ώστε να ανταποκρίνεται στη διαθέσιμη μαρτυρία στην υπόθεση, πάντοτε κάτω από την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση δεν προκαλεί αδικία στον κατηγορούμενο. Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από την αγγλική υπόθεση R v. Smith and Others 34 Cr. App. R. 168 η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148 στη σελίδα 163 της τελευταίας υπόθεσης: "The agreement for the appellants appeared to involve the proposition that an indictment, in order to be defective, must be one which in law did not charge any offence at all and therefore is bad on the face of it. We do not take that view. In our opinion, any alteration in matters of description, and probably in many others respects, may be made in order to meet the evidence in the case so long as the amendment causes no injustice to the accused person...." Στην υπόθεση Leonidou v. Police
(1987)2 C.L.R.96 γίνεται ανάλυση της έννοιας «ελαττωματικό κατηγορητήριο». Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση αυτή, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "An indictment is defective not only when it is bad on the face of it, but also: (
- i)When it does not accord with the evidence before the committing magistrates, either because of inaccuracies or deficiencies in the indictment or because the indictment charges offences not disclosed in that evidence or fails to charge an offence which is disclosed therein, (
- ii)When for such reasons it does not accord with the evidence given at the trial: R. v. Hall [1968] 52 Cr. App. R. 528, R. v. Johal and Ram [1972] 56 Cr. App. R. 348 (A passage from Archbold's Criminal Pleading, Evidence and Practice, 40th Ed., p. 52 para. 53 adopted)." Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold 2009 τονίζεται η ανάγκη περιγραφής του αδικήματος σε κοινή γλώσσα και αναγνώρισης της νομικής βάσης επί της οποίας το εν λόγω αδίκημα εδράζεται (statement of offence). Επίσης μέσα από το ίδιο σύγγραμμα υποδεικνύεται η ανάγκη παροχής λεπτομερειών οι οποίες θα καθιστούν κατά τρόπο σαφή τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου που οδήγησε στην κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος (particulars of offence). Σχετικές επί του θέματος αυτού είναι οι παράγραφοι 1-116 και 1-117 στις σελίδες 86 και 87 του νομικού συγγράμματος αυτού αλλά και το άρθρο 39(γ) του Κεφ. 155. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου κατηγορητήριο ακυρώθηκε επειδή τα γεγονότα που περιέχονταν σ' αυτό δεν αποκάλυπταν διάπραξη αδικήματος (βλέπε Archbold 2009 παράγραφος 1-236, σελίδες 139 και 140). Το εν λόγω σύγγραμμα επικαλείται, ανάμεσα σ' άλλα, την αγγλική υπόθεση R. v. Yates
(1872)12 Cox 233 που αφορούσε λίβελο στην οποίαν το κατηγορητήριο ακυρώθηκε επειδή οι εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν μέσα από τις λεπτομέρειες του αδικήματος δεν αποκάλυπταν επιλήψιμη συμπεριφορά από μέρους του κατηγορουμένου στη βάση του αδικήματος που περιγραφόταν. Σύμφωνα δε με το άρθρο 86 του Κεφ.155, κατηγορητήριο που δεν εκθέτει και δεν δύναται με οποιαδήποτε μεταβολή που επιτρέπεται από το Νόμο αυτό να καταστεί τέτοιο ώστε να εκθέτει οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα το οποίο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, βρισκόταν στην εύλογη σκέψη του κατηγορούμενου, αυτό ακυρώνεται είτε με εισήγηση που υποβάλλεται πριν από την απολογία του κατηγορούμενου ή με εισήγηση που υποβάλλεται για αναστολή της απόφασης. Ελαττωματικό επίσης θεωρείται και ένα κατηγορητήριο που πάσχει λόγω πολλαπλότητας (bad for dublicity). Στο άρθρο 39 του Κεφ. 155 περιγράφεται ο ορθός τρόπος σύνταξης των κατηγορητηρίων σε ποινικές υποθέσεις. Ένα ελάττωμα που εντοπίζεται σε κατηγορητήριο δύναται υπό προϋποθέσεις να διορθωθεί με τροποποίηση έτσι ώστε ποινικές υποθέσεις να μην χάνονται αδίκως. Το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να μεταβάλει ένα ελαττωματικό κατηγορητήριο, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, ακόμη και αυτεπάγγελτα χωρίς όμως να είναι υποχρέωση του (βλέπε άρθρο 83 του Κεφ.155, Λουκά v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 64). Αυτό, ανάμεσα σ' άλλα, περιλαμβάνει διόρθωση επί υφιστάμενης κατηγορίας καθώς και πρόσθεση κατηγοριών (βλέπε Lanitis Bros Ltd v. Iατρικών Yπηρεσιών & Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266). Τυπικό ελάττωμα σε κατηγορητήριο μπορεί να είναι ένα λάθος σε ημερομηνία ή ποσό ενώ ουσιαστικό ελάττωμα όταν η μαρτυρία που προσκομίζεται από την κατηγορούσα αρχή να μην συνάδει με το αναφερθέν αδίκημα και με τις λεπτομέρειες του, είτε μερικώς είτε στο σύνολο τους, ή όταν οι λεπτομέρειες αδικήματος δεν αποκαλύπτουν διάπραξη του κατ' ισχυρισμό αδικήματος. Ένα αίτημα σε τυπικής φύσεως ελάττωμα του κατηγορητηρίου κατά κανόνα υποβάλλεται προτού ο κατηγορούμενος απαντήσει στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (βλέπε άρθρο 66 του Κεφ.155) ενώ όταν πρόκειται για ουσιαστικής φύσεως ελάττωμα τέτοιο αίτημα μπορεί να υποβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (βλέπε το κυπριακό νομικό σύγγραμμα "Criminal Procedure in Cyprus" των κ.κ. Λοΐζου και Πική, σελίδα 83), αν και μέσα από την αγγλική υπόθεση R v. Asif το Δικαστήριο αποδοκίμασε την πρακτική αναβολής υποβολής για λόγους τακτικής αιτήματος για ακύρωση κατηγορητηρίου εξαιτίας ουσιαστικού ελαττώματος τονίζοντας ότι ο κατάλληλος χρόνος υποβολής τέτοιου αιτήματος, με εξαίρεση εξαιρετικών περιπτώσεων, είναι πριν από το στάδιο απάντησης του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (βλέπε Archbold 2009). Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στη δική μας περίπτωση αναδύονται τα εξής ερωτήματα που χρήζουν απάντησης: (α) Είναι ή όχι το παρόν κατηγορητήριο ελαττωματικό; (β) Σε περίπτωση που εντοπίζεται ελάττωμα αυτό είναι τυπικής ή ουσιαστικής φύσεως σε σχέση με την έκθεση και τις λεπτομέρειες του αδικήματος; (γ) Εάν το κατηγορητήριο είναι όντως ελαττωματικό το ελάττωμα προκαλεί παραπλάνηση στον κατηγορούμενο ή δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων και συμφερόντων του ή θα προκαλέσει βλάβη στην υπεράσπιση του ή θα προκαλέσει αδικία εις βάρος του; Στην παρούσα υπόθεση το παράπονο του κατηγορούμενου και η θέση του ως εκφράστηκε μέσω του ευπαιδεύτου συνηγόρου του είναι ότι δεν παρέχονται λεπτομέρειες για το πως ο κατηγορούμενος κατ' ίσχυρισμό της παραπονούμενης διέπραξε τα εν λόγω αδικήματα και συγκεκριμένα σε τί συνίσταται η κατάρτιση του πλαστού εγγράφου, με ποιό τρόπο και με σκοπό καταδολίευση ποιού όπως επίσης και ο τρόπος κυκλοφορίας του εγγράφου αυτού ως αναφέρεται στις λεπτομέρειες του 2ου αδικήματος. Αυτά τα ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα με την ανάγνωση του κατηγορητηρίου κατά την άποψη του καθιστούν το κατηγορητήριο έκδηλα ελαττωματικό. Το Δικαστήριο με βάση τα όσαν προκύπτουν από την νομική πτυχή του όλου ζητήματος έχει καταλήξει σε απόρριψη αυτής της προδικαστικής έντασης για συγκεκριμένο λόγο. Η εξέταση του ζητήματος της ελαττωματικότητας ενός κατηγορητηρίου άπτεται της προστασίας των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου και κυρίως του δικαιώματος του να γνωρίζει με λεπτομέρειες για ποιό αδίκημα και υπό ποιές συνθήκες κατηγορείται για την διάπραξη τούτου. Με δεδομένο το δικαίωμα τούτο έχει θεσμοθετηθεί και νομοθετηθεί το δικαίωμα της υπεράσπιση να ζητήσει λεπτομέρειες επί των ισχυριζόμενων αδικημάτων. Στην παρούσα περίπτωση και με δεδομένο ότι δεν έχει ζητηθεί απο πλευράς του κατηγορούμενου η παροχή λεπτομερειών για τα ζητήματα που ευλόγως εγείρει κρίνω ότι το αίτημα αυτό είναι πρόωρο και θα πρέπει να απορριφθει και ενδεχομένως να επανεξεταστεί υπό το πρίσμα πλέον των λεπτομερειών που πιθανόν ζητηθούν και δοθούν. Θα πρέπει να αναφέρω ότι η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορούμενου, μετά από σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, ότι το κατηγορητήριο είναι τόσο ευρύ και ασαφές που όσες λεπτομέρειες και να δοθούν δεν θεραπεύεται δεν με βρίσκει σύμφωνη στο στάδιο αυτό καθότι ένα τέτοιο εύρημα του Δικαστηρίου θα ήταν ακροσφαλές καθότι θα βασιζόταν σε υποθέσεις, του τι λεπτομέρειες θα μπορούσαν να ζητηθούν και ανάλογα με το ποιες λεπτομέρειες θα δίνονταν εάν το κατηγορητήριο θα ήταν επαρκώς συνταγμένο. Με δεδομένο ότι το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο αποφασίζει επί των ζητημάτων αυτών με την όψη του κατηγορητηρίου και μόνο και δύναται να λάβει υπόψη του το κατά πόσο δόθηκαν λεπτομέρειες και ποιες είναι αυτές, κρίνω ότι το αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί ως πρόωρο. Κατά συνέπεια, στο παρών στάδιο δεν τίθεται ζήτημα ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου κυρίως λόγω του πρόωρου του σταδίου που υποβάλλεται το εν λόγω αίτημα. Επανερχόμενη τώρα στην πρώτη προδικαστική ένσταση αναφορικα΄με την ισχυριζόμενη έλλειψη έννομου συμφέροντος και απουσία δικαιώματος καταχώρησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης παρά το ότι θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου περί της φαινομενικής απουσίας οιασδήποτε αναφοράς περί τούτου στο κατηγορητήριο θα απορρίψω και την ένσταση αυτή καθότι και το ζήτημα τούτο θα μπορούσε σε αυτό το στάδιο να τύχει αντικείμενο λεπτομερειών και αφού δοθούν να επανεξεταστεί. Περαιτέρω όμως η πρώτη προδικαστική ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί και για τον επιπρόσθετο λόγο της μη ύπαρξης ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας επί της οποίας το ζήτημα θα μπορούσε να αποφασισθεί. Δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό γεγονότα είτε παραδεκτά είτε άλλα που να αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου και επί των οποίων θα μπορούσε να αποφασισθεί έναν τέτοιο θέμα. Περαιτέρω και σε συνδυασμό με το ότι τα ερωτήματα αυτά θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο αιτήματος για παροχή λεπτομερειών και η πρώτη προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Σημειώνω δε ότι στο στάδιο αυτό που απορρίπτονται οι προδικαστικές ενστάσεις του κατηγορούμενου και για τους λόγους που απορρίπτονται δεν πλήττονται κατ'ουδένα λόγο τα δικαιώματα αυτού καθότι ακόμα δεν έχει απαντήσει στις κατηγορίες, η υπόθεση βρίσκεται σε πολύ πρώιμο στάδιο και αυτός διατηρεί ακέραια όλα τα δικονομικά του δικαιώματα που του παρέχονται από τον Νόμο περί Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155, να επανέλθει με νέο αίτημα σε περίπτωση που ζητήσει λεπτομέρειες και είτε αυτές δεν του παρασχεθούν είτε σε περίπτωση που του παρασχεθούν κρίνει ότι δεν είναι επαρκείς. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, οι προδικαστικές ενστάσεις του κατηγορούμενου απορρίπτονται ως πρόωρες. (Υπ.) ................................. Ε. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - ΠΑΝΑΓΗ, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Interim Αναφορά: Εκ πρώτης όψεως-Ενδιάμεση Απόφαση/Ελαττωματικό Κατηγορητήριο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο