← Κύπρος

Χριστάκης Χαραλάμπους ν. GRS PROFESSIONAL RECRUITMENT SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 22206/13, 26/5/2015

Χριστάκης Χαραλάμπους ν. GRS PROFESSIONAL RECRUITMENT SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 22206/13, 26/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22206/13 Μεταξύ: Χριστάκης Χαραλάμπους v.

  1. GRS PROFESSIONAL RECRUITMENT SERVICES LIMITED, οδός Σπύρου Κυπριανού, Samos Business Center, 2nd floor, Ποταμός Γερμασόγειας, Λεμεσός.
  2. Stephen James Slocombe, Οδός Αντώνη Ανδρονίκου, Μαζόκαμπος, Παρεκκλησία 4520, Λεμεσός.
  3. Donna Louise Stephenson, Μιχάλη Καραολή αρ.14Β Παρεκκλησία 4520, Λεμεσός. Ημερομηνία: 26.05.2015 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: κα. Γρηγορίου Για Κατηγορούμενους 1, 2 και 3: κα Δημητριάδη για Α. Αντωνίου Κατηγορούμενοι: 2 και 3 Παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αντιμετωπίζουν συνολικά 11 κατηγορίες. Συγκεκριμένα και οι 11 κατηγορίες αφορούν το αδίκημα της μη πληρωμής εβδομαδιαίου/μηνιαίου μισθού σε εβδομαδιαίως / μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, κατά παράβαση των άρθρων 2, 9

(1), 10 και 20 του Νόμου που προνοεί για την προστασία των μισθών του 2007 (Ν.35
(1)/2007) ως τροποποιήθηκε με τον περί της προστασίας των μισθών (τροποποιητικό) Νόμο του 2012 (Ν.200
(1)/2012) και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, οι κατηγορούμενοι σε διάφορες ημερομηνίες, ως αυτές αναφέρονται στις 11 κατηγορίες, ενώ απασχολούσαν τον παραπονούμενο ως μισθωτό και ήταν μηνιαία αμειβόμενος σε εργοτάξιο τους στον Βασιλικό, δεν του κατέβαλαν, τα ποσά που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, είτε ως υπόλοιπα μισθών, είτε 13ου, μισθού, είτε ως ημερομίσθια και αντίτιμο ετήσιας άδειας. Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 14/10/2013 και μετά την καταχώρηση μη παραδοχής από πλευράς όλων των κατηγορουμένων, η υπόθεση ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για ακρόαση. Στις 17/02/2015 τέθηκαν για πρώτη φορά από τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων, προδικαστικές ενστάσεις για τις οποίες και τελικά οι συνήγοροι κατέθεσαν τις γραπτές τους αγορεύσεις στις 16/4/2015. Με βάση την ομολογουμένως αναλυτική και πολύ λεπτομερή, τόσο σε νομικά επιχειρήματα όσο και σε νομολογία, γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των κατηγορουμένων τίθενται οι κάτωθι προδικαστικές ενστάσεις: 1. Οι επίδικες διατάξεις του περί προστασίας των μισθών Νόμου, Ν. 35
(1)/2007, ως έχει τροποποιηθεί, προσκρούουν και/ή αντίκεινται στα άρθρα 6 και/ή 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών ελευθεριών και/ή στο άρθρο 12 του Συντάγματος. 2. Ο περί προστασίας των μισθών Νόμος, 35
(1)/2007, ως έχει τροποποιηθεί, σε όση έκταση ποινικοποιεί την παράλειψη του εργοδότη να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις προς τον εργοδοτούμενο του εν σχέσει με την καταβολή μισθών, προσκρούει προς και/ή αντίκειται στο άρθρο 1 του Τετάρτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Κυρωθέντος δια του περί της ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Τέταρτο Πρωτόκολλο) Κυρωτικού Νόμου του 1989, Ν.52/1989, και/ή το άρθρο 11 του περί των Διεθνών Συμφώνων (Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα και Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα)(Κυρωτικού) Νόμου του 1969, Ν.14/1969. 3. Ο περί προστασίας των μισθών νόμος, Ν. 35
(1)/2007, ως έχει τροποποιηθεί γενικώς, και τα άρθρα 3, 5, 6, 9, 19 και 20 αυτού ειδικώς είναι ασαφής με αποτέλεσμα οι κατηγορούμενοι να μην γνωρίζουν επακριβώς ποιες από τις πράξεις ή παραλείψεις τους συνιστούν αστική διαφορά και ποιες από αυτές συνιστούν αξιόποινη συμπεριφορά. 4. Διαζευκτικώς προς τα ανωτέρω οι Παραπονούμενοι κωλύονται από του να προωθούν την παρούσα υπόθεση και/ή δεν εξάντλησαν τα μέτρα που προνοούνται υπό και/ή δεν ακολούθησαν την διαδικασία που προνοείται υπό τα άρθρα 15 και 16 του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν.35
(1)/2007, ως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων, οι προδικαστικές ενστάσεις με αρίθμηση 1, 2 και 3 άπτονται ζητημάτων σύγκρουσης συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας με θεμελιώδη δικαιώματα των κατηγορουμένων, που προστατεύονται τόσο από το Σύνταγμα όσο και από τις πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αλλά και στις αρχές του Κοινοδικαίου και του δικαίου της Ε.Ε ενώ οι ενστάσεις με αρίθμηση 4 και 5 αφορούν ζητήματα ανεξάρτητα και διακριτά από τέτοια σύγκρουση. Βεβαίως η 5η προδικαστική ένσταση η οποία αφορά ζήτημα δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου έχει εγκαταλειφθεί και δεν προωθείται. Προτού υπεισέλθει στην νομική του επιχειρηματολογία αναφορικά με την κάθε ένσταση αναλυτικά, ο συνήγορος των κατηγορουμένων κάλεσε το Δικαστήριο να εξετάσει τις προδικαστικές ενστάσεις υπό το κάτωθι πρίσμα: Α. Με βάση την θετική υποχρέωση των Δικαστηρίων για διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων υπό το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ. Και Β. Με βάση την ενσωμάτωση θεμελιωδών αρχών δικαίου στα θεμελιώδη δικαιώματα των κατηγορουμένων τα οποία οφείλει το Δικαστήριο να διασφαλίσει. Αναφορικά με τις προδικαστικές ενστάσεις 1, 2 και 3 ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι οι διατάξεις του επίδικου νόμου ab initio με την ασάφεια τους επηρεάζουν δυσμενώς θεμελιώδη δικαιώματα των κατηγορουμένων όπως αυτά διασφαλίζονται από το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ, και το Δίκαιο της Ε.Ε, αρχές και δικαιώματα όπως την αρχή της ασφάλειας του δικαίου, του τεκμηρίου της αθωότητας, της αρχής του βάρους της απόδειξης και της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι. Με αναφορά σε πληθώρα αποφάσεων κυρίως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου αλλά και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγείται ότι αν οι κατηγορούμενοι δεν γνωρίζουν επακριβώς ποιες από τις πράξεις ή παραλείψεις τους συνιστούν αστική διαφορά και ποιες από αυτές συνιστούν αξιόποινη συμπεριφορά, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου ουσιαστικά καταστρατηγείται, ακυρώνεται και αχρηστεύεται η δε αρχή της ασφάλειας του δικαίου προστατεύεται και θεμελιώνεται τόσο στο άρθρο 7 της ΕΣΔΑ όσο και στο άρθρο 12 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με βάση την πιο πάνω αρχή ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγείται ότι το εδάφιο 1 του άρθρου 20 του επίδικου νόμου και ιδιαίτερα η φράση «παράβασης των διατάξεων του παρόντος νόμου» απαιτεί μια ερμηνευτική υπόθεση που προκαλεί ασάφεια ασύμβατη και σε σύγκρουση με τα δικαιώματα των κατηγορουμένων ως αυτά αναλύθηκαν ανωτέρω. Με βάση περαιτέρω ανάλυση του άρθρου 9 του ίδιου νόμου με λεπτομερή αναφορά στις ιδιαίτερες πρόνοιες αυτού και εξαιρέσεις ο συνήγορος εισηγείται ότι η ευρεία δυνατότητα ερμηνείας των προνοιών αυτών συμπεριλαμβανομένων και των υποχρεώσεων ενός εργοδότη αλλά και της έννοιας της πρακτικής συνιστά ασάφεια που οδηγεί σε καταστρατήγηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. Περαιτέρω αποτέλεσε εισήγηση και θέση της υπεράσπισης ότι οι ασάφειες των πιο πάνω προνοιών του επίδικου νόμου εξουδετερώνουν ουσιαστικά την δυνατότητα του εργοδότη να διαμορφώσει τις θετικές προσδοκίες του και να γνωρίζει τις υποχρεώσεις του για να ρυθμίσει την συμπεριφορά του ενώ αυτές οι ασάφειες ενδεχομένων να τον οδηγήσουν σε παράβαση άλλων υποχρεώσεων του που προκύπτουν από άλλη νομοθεσία ενώ γενικότερα οι πρόνοιες του άρθρου 20
(1)και 9 του νόμου σε καμία περίπτωση δεν παρέχουν επαρκή ένδειξη για τους νομικούς κανόνες που εφαρμόζουν σε έκαστη περίπτωση και δεν είναι διατυπωμένες με επαρκή ακρίβεια που να επιτρέπει την ρύθμιση της συμπεριφοράς ενός προσώπου. Περαιτέρω ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εγείρει ζήτημα γενικής ασάφειας του επίδικου νόμου καθώς και σύγκρουση του με άλλες νομοθεσίες αλλά και Διεθνείς Συμβάσεις. Κατά πρώτο λόγο λόγω ασάφειας εκ της στρέβλωσης του γράμματος και του πνεύματος της Διεθνούς Σύμβασης για την Προστασία των Μισθών του 1949. Κατά δεύτερο λόγο λόγω ασάφειας του Νόμου έναντι άλλων νομοθεσιών όπως είναι οι πρόνοιες του Νόμου Περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου. Περαιτέρω εισήγηση του συνηγόρου των κατηγορουμένων αποτέλεσε η θέση ότι ο επίδικος νόμος προσκρούει τόσο στο άρθρο 12 του Συντάγματος όσο και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αλλά και στο άρθρο 1 του Τέταρτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ όπως επίσης και κατά παράβαση του Τεκμηρίου της αθωότητας. Ο συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγείται ότι η παρέκκλιση του άρθρου 12
(3)του επίδικου Νόμου, που μεταφέρει το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού στον εργοδότη, από την αρχή ότι το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή συνιστά παραβίαση του Τεκμηρίου της αθωότητας. Αναφορικά με το άρθρο 1 του Τέταρτου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ το οποίο προνοεί ότι «Κανείς δεν θα στερείται της ελευθερίας του μόνο λόγω αδυναμίας εκπληρώσεως συμβατικής του υποχρέωσης» η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των κατηγορουμένων ήταν ότι η επίδικη νομοθεσία προσκρούει στην πιο πάνω αρχή καθότι ποινικοποιεί την απλή παράβαση σύμβασης και την παράβαση συχνότητας καταβολής μισθών με ποινή φυλάκισης και επιπλέον ποινικοποιεί την απλή παράβαση σύμβασης χωρίς να προνοεί για ένα οποιοδήποτε επιπρόσθετο συστατικό στοιχείο πέραν από την απλή ανικανότητα εκπλήρωσης της συμβατικής υποχρέωσης. Συνεπακόλουθα εισηγείται ότι η επίδικη νομοθεσία συγκρούεται με το κατοχυρωμένο μέσω του άρθρου 1 του τέταρτου πρωτοκόλλου δικαιώματος. Αναφορικά με την 4η προδικαστική ένταση είναι η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι οι παραπονούμενοι κωλύονται από του να προωθούν την υπόθεση και/ή δεν εξάντλησαν τα μέτρα που προνοούνται υπό και/ή δεν ακολούθησαν τη διαδικασία που προνοείται υπό τα άρθρα 15 και 16 του επίδικου νόμου. Συγκεκριμένα εισηγείται ο συνήγορος ότι ανεξάρτητα από τις προηγούμενες προδικαστικές ενστάσεις του και την κατάληξη του Δικαστηρίου επ'αυτών, η παρούσα ένσταση υποβάλλεται διαζευκτικά και ανεξάρτητα. Είναι η θέση των κατηγορουμένων, με αναφορά στην σχετική νομολογία η οποία καλύπτει το ζήτημα της νομιμοποίησης καταχώρησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, ότι δεν έχει εντοπιστεί υποβολή παραπόνου στις αρμόδιες αρχές και παράλειψη αυτών να διώξουν τους αδικοπραγούντες, συνεπώς απώλεσαν οι παραπονούμενοι το δικαίωμα τους να καταχωρήσουν ιδιωτική ποινική υπόθεση. Με βάση τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων, στην πολυσέλιδη και αναλυτική αγόρευση του, η οποία σημειώνω δεν θα ήταν δυνατό να παραταθεί αυτούσια στην απόφαση αυτή, έχει όμως μελετηθεί δεόντως, κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί τις εισηγήσεις του. Η ευπαίδευτη συνήγορος του παραπονούμενου στηρίζοντας την δική της θέση προέβαλε την ένσταση της στις προδικαστικές ενστάσεις των κατηγορουμένων καταθέτοντας γραπτή αγόρευση σύμφωνα με την οποία αναφέρονται συνοπτικά τα ακόλουθα: - Αναφορικά με την ένσταση που αφορά το άρθρο 1 του τέταρτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η θέση της συνηγόρου του παραπονούμενου είναι ότι πέραν από την προστασία του συμβάλλεσθαι και την πρόνοια για μη αποστέρηση της ελευθερίας σε περίπτωση παράλειψης συμβατικής υποχρέωσης, μέσα από το ίδιο το Σύνταγμα μας αλλά και σχετικό κυρωτικό νόμο προστατεύεται και το δικαίωμα στην εργασία μάλιστα με αναφορά στο άρθρο 26 ότι «.Νόμος θέλει προβλέψει δια την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομική ισχύ». Συνεπώς εισηγείται η ευπαίδευτη συνήγορος ότι τόσο οι κυρωτικοί νόμου όσο και το ίδιο το Σύνταγμα προστατεύουν ως δικαίωμα τον πυρήνα του δικαιώματος στην εργασία που είναι το δικαίωμα είσπραξης μισθού. Με αναφορά στο σύγγραμμα του καθηγητή εργατικού δικαίου Ιωάννη Κουκιάδη «Εργατικό Δίκαιο - Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις», ο μισθός διαδραματίζει τον κυρίαρχο ρόλο στην εργασιακή σχέση και αυτό για τον λόγο ότι ο μισθός αποτελεί από την μια την βασική, γενεσιουργό αιτία για την οποία δημιουργείται και υφίσταται η σύμβαση εργασίας αλλά και για τον λόγο ότι η πλειοψηφία των διαφορών που ανακύπτουν κατά την ύπαρξη σχέσης εργασίας, έχουν να κάνουν με το ζήτημα του μισθού. Περαιτέρω η συνήγορος εισηγείται ότι η σχέση εργασίας διαφοροποιείται από τις τυπικές συμβατικές σχέσεις και αυτό καθ' ότι από μια τέτοια σχέση απορρέουν βιοποριστικοί σκοποί, ακριβώς λόγω αυτής της σημασίας ο εργοδοτούμενος χρήζει της νομοθετικής παρέμβασης δια της προσθήκης ή/και θέσπισης νομοθετημάτων που θα καθιστούν δυνατή την προστασία του ως το ασθενέστερο μέρος στην σχέση εργασίας. - Αναφορικά με την ένσταση περί σύγκρουσης της επίδικης νομοθεσίας με την Διεθνή Σύμβαση Εργασίας αρ. 95 η θέση της συνηγόρου του παραπονούμενου είναι ότι σε κανέσα σημείο δεν υφίσταται καθότι το σύνολο των διατάξεων δεν συνιστά παρέκκλιση από την σύμβαση και αναφέρει στο σημείο αυτό τα πρακτικά της Βουλής των Αντιπροσώπων ημερ.8/3/2007 όπου αναφέρεται ότι με τον προτεινόμενο νόμο μετατρέπεται πλέον σε εθνική εσωτερική νομοθεσία η Σύμβαση με αρ.95 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO) για την προστασία των μισθών. Επίσης σύγκρουση δεν υφίσταται ούτε με τις διατάξεις του Κυρωτικού Νόμου του Νόμου 14/1969 και τέλος αποτέλεσε εισήγηση της συνηγόρου ότι η προστασία του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι και η απαγόρευση της στέρησης της ελυεθερίας για μόνο το λόγο αδυναμίας εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς καταστρατήγηση άλλων διατάξεων προστασίας του ασθενέστερου μέρους σε μια ιδιάζουσα συμβατική σχέση, όπως η σχέση εργασίας. Εισηγείται περαιτέρω η συνήγορος ότι η απαγόρευση στέρησης της ελευθερίας εμπίπτει και εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου το πρόσωπο δεν διαθέτει, δεν έχει τους υλικούς πραγματικούς πόρους να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και τυχόν πιο διευρυμένη ερμηνεία και εφαρμογή θα βρίσκεται εκτός των ορίων και των σκοπών της θέσπισης του, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις αυτές όπου μισθός μπορεί να μην καταβάλλεται λόγω άλλου λόγου όπως για παράδειγμα η αδικαιολόγητη άρνηση καταβολής του. - Σε σχέση με την απαγόρευση στέρησης της ελευθερίας σε περίπτωση μη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης η κα. Γρηγορίου αναφέρεται σε νομικά συγγράμματα όπου αναλύουν τον όρο «συμβατική υποχρέωση» και στον όρο αυτό δεν περιλαμβάνονται υποχρεώσεις που προκύπτουν από την νομοθεσία, αστική ή δημόσια ενώ δεν συνιστά στέρηση της ελευθερίας που να εμπίπτει σε αυτή την προστατευτική διάταξη, η στέρηση που προβλέπεται από ποινικό νόμο και επιφέρει ποινική καταδίκη ακόμα και στις περιπτώσεις που η αξιόποινη πράξη μπορεί να είναι ταυτόχρονα και συμβατική. Τούτο δε σχετίζεται και γίνεται αποδεκτό και από τις πρόνοιες της εισηγητικής έκθεσης του ίδιου του 4ου πρωτοκόλλου στο σημείο ιδιαίτερα με αρίθμηση 5. Δηλαδή επεξηγεί η συνήγορος ότι η μη καταβολή μισθού δεν σημαίνει πάντοτε έλλειψη πόρων ή μέσων αλλά μπορεί να οφείλεται σε σκοπιμότητα, πρόθεση, αμέλεια ή θεληματική πράξη για αλλότριους σκοπούς. - Όσον αφορά την ισχυριζόμενη από τον συνήγορο των κατηγορουμένων πρόσκρουση στο άρθρο 7 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 12 του Συντάγματος η κα. Γρηγορίου εισηγείται ότι τέτοιο ζήτημα δεν τίθεται καθότι οι κατ'ισχυρισμό πράξεις των κατηγορουμένων έλαβαν χώρα κατά την περίοδο Ιουνίου 2012 μέχρι και Μάιο του 2013. Η επίδικη νομοθεσία θεσπίστηκε και ίσχυε από το 2007, ενώ τροποποιήθηκε με την πρόβλεψη αυστηρότερων ποινών το 2012, ως εκ τούτου κατά τον χρόνο τέλεσης των ισχυριζόμενων αδικημάτων υπήρχε σε νόμο το αδίκημα αυτό και η μόνη σημασία που έχει η τροποποίηση είναι προς όφελος των κατηγορουμένων εφόσον για τα αδικήματα που έλαβαν χώρα πριν την τροποποίηση του 2012 εάν καταδικαστούν θα έχουν να αντιμετωπίσουν ελαφρύτερη ποινή σε σχέση με τα υπόλοιπα που κατ'ίσχυρισμό έλαβαν χώρα μετά την τροποποίηση. - Αναφορικά με την εισήγηση των κατηγορουμένων ότι τα άρθρα 3, 5, 6, 9, 19 και 20 του Νόμου είναι ασαφή με αποτέλεσμα οι κατηγορούμενοι να μην γνωρίζουν επακριβώς ποιες από τις πράξεις ή παραλείψεις τους συνιστούν αστική διαφορά και ποιες ποινικό αδίκημα, η θέση της συνηγόρου του παραπονούμενου είναι ότι μέσα από το άρθρο 19 και 20 αυτό ξεκαθαρίζεται καθότι το άρθρο 19 αναφέρεται στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών σε αστικές διαφορές ενώ το άρθρο 20 μετατρέπει τις παραβάσεις του νόμου σε ποινικά αδικήματα και προβλέπει τις ποινές. Περαιτέρω στο άρθρο 10 του νόμου καθορίζονται εξαντλητικά και οι υπερασπίσεις σε περίπτωση μη καταβολής μισθών. - Σε σχέση με την θέση ότι οι κατηγορούμενοι κωλύονται από του να προωθούν την υπόθεση καθότι δεν ακολούθησαν τα μέτρα των άρθρων 15 και 16 του επίδικου Νόμου η θέση της κας. Γρηγορίου είναι ότι τα μέτρα αυτά είναι δυνητικά και όχι προαπαιτούμενα καταχώρησης ποινικής υπόθεσης και αυτό φαίνεται και από την ανάγνωση των ίδιων των άρθρων όπου αναφέρεται σε «...δύναται...» στο άρθρο 15 και «..μπορεί να δέχεται..» στο άρθρο 16. Συνεπώς εισηγείται ότι πρόκειται περί υφιστάμενων δυνατοτήτων και όχι υποχρεώσεων. Το σύνολο της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτου συνηγόρου του παραπονούμενου βρίσκεται αυτούσιο στον φάκελο του Δικαστηρίου, έχει ληφθεί υπόψη και δεν χρειάζεται να επαναληφθεί αυτολεξεί, έχει δε μελετηθεί δεόντως στα πλαίσια μελέτης για την έκδοση της παρούσας απόφασης. Νομική Πτυχή: Τα θέματα που ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εγείρει άπτονται κατά πρώτο λόγο του ζητήματος του ελέγχου της συνταγματικότητας ενός νόμου. Πέραν βέβαια από την συνταγματικότητα του επίδικου νόμου σε συσχετισμό με συγκεκριμένα άρθρα του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας τίθενται και ζητήματα σύγκρουσης των ιδίων διατάξεων του επίδικου νόμου με νομοθεσία και αρχές της Ευρωπαικής Ένωσης και των οργάνων αυτής όσο και με νομολογιακά καθιερωμένες αρχές και διατάξεις της Ευρωπαικής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης. Τόσο το ευρωπαϊκό δίκαιο όσο και οι αρχές και τα δικαιώματα που καθιερώνονται με βάση την ΕΣΔΑ βρίσκονται κατοχυρωμένα στο εσωτερικό μας δίκαιο και έχουν αυξημένη ισχύ στο δικαιικό μας σύστημα. Συνεπώς είναι η κρίση και η κατάληξη μου ότι η νομική πτυχή και οι νομικες αρχές που διέπουν το ζήτημα του ελέγχου της συνταγματικότητας ενός νόμου θα πρέπει να εφαρμόζονται και στα ζητήματα ελέγχου της συμβατότητας ενός νόμου του εσωτερικού δικαιικού μας συστήματος τόσο με τις ευρωπαϊκές αρχές και νομοθεσίες όσο και με τις αρχές που προκύπτουν μέσα από την ΕΣΔΑ. Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων συνοψίζονται στην υπόθεση LAPERTAS FISHERIES LTD κ.α. v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 335 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 (απόφαση Ιωσηφίδη, Δ.). Τις παραθέτουμε:
(1)Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
(2)Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
(3)Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. (Βλ. και Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339 (απόφαση Πική, Π.): «Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα» (βλ. επίσης, The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R. 62)». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι κάθε νόμος περιβάλλεται από το τεκμήριο συνταγματικότητας. Το βάρος δε απόδειξης ότι πρόνοια του νόμου είναι αντισυνταγματική το φέρει εκείνος που εγείρει τον ισχυρισμό, ο οποίος πρέπει να αποδείξει αυτό πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. επίσης Ανδρέας Νικολάου ν. Βάσου Βασιλείου
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1566, Πιτσιλλίδης κ.α. ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7). Τέλος στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου
(2003)2 Α.Α.Δ 45 λέχθηκε σχετικά ότι σε αστική ή ποινική διαδικασία θέματα που άπτονται της συνταγματικότητας νόμων εξετάζονται παρεμπιπτόντως εφόσον η επίλυση τους είναι ουσιώδης για τη διάγνωση της υπόθεσης η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και ότι πάγια είναι και η πρακτική των Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται θέματος αντισυνταγματικότητας νόμου μόνο όταν αυτό εγείρεται από τους διαδίκους εξειδικευμένα. Επίσης στην Κακούρη ν. Έπαρχου Αμμοχώστου
(2004)1Α Α.Α.Δ 8 αναφέρεται ότι απαιτείται ο επακριβής προσδιορισμός του τιθέμενου ζητήματος της αντισυνταγματικότητας νόμου, με αναφορά στα άρθρα του Συντάγματος στα οποία προσκρούει. Στην παρούσα περίπτωση τα ζητήματα έχουν εγερθεί προδικαστικά πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και μετά την καταχώρηση απάντησης από πλευρά κατηγορουμένων στις κατηγορίες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εγείρει προδικαστικά ζητήματα τα οποία ουσιαστικά άπτονται από την μια ζητημάτων ελέγχου της συνταγματικότητας του επίδικου νόμου και συμβατότητας του με τις αρχές του ευρωπαικού δικαίου και της ΕΣΔΑ και από την άλλη εγείρει ζήτημα ασάφειας και γενικότητας του νόμου η οποία σύμφωνα με τον ίδιο οδηγεί σε καταπάτηση ουσιαστικών αλλά και δικονομικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. Καταρχή και με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα καταλήγω ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος έχει θέσει με ακρίβεια και λεπτομέρεια τις θέσεις και εισηγήσεις του με αναφορά στο τί συνίσταται η ισχυριζόμενη αντισυνταγματικότητα αλλά και σύγκρουση τόσο με την ΕΣΔΑ όσο και το ευρωπαϊκό δίκαιο. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η προυπόθεση αυτή που μέσα από την νομολογία τίθεται πληρείται. Απο την άλλη τώρα θα πρέπει να εξετάσω κατά πόσο ο έλεγχος της συνταγματικότητας του νόμου αυτού είναι απαραίτητος με κριτήριο το κατά πόσο ο έλεγχος και η απόφαση θα οδηγήσει σε τελική επίλυση των διαφορών των διαδίκων. Σαφέστατα σε περίπτωση που στο στάδιο αυτό κριθεί η συνταγματικότητα και γενικά η συμβατότητα του επίδικου νόμου με άλλες νομοθεσίες και αρχές και κριθεί ότι ο νόμος προσκρούει είτε στις διατάξεις του συντάγματος είτε σε ευρωπαικές αρχές και νομοθεσίες οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να απαλλαγούν και αθωωθούν των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν. Θα πρέπει όμως παρά την πιο πάνω κατάληξη μου να αναφέρω στο στάδιο αυτό τον προβληματισμό του Δικαστηρίου κατά την μελέτη και προετοιμασία της παρούσα απόφασης για ένα ζήτημα το οποίο όμως δεν έχει εγερθεί από οιοδήποτε απο τους ευπαιδεύτους συνηγόρους. Το ζήτημα αυτό αφορά τον χρόνο κατά τον οποίο εγείρονται οι ενστάσεις της υπεράσπισης σε θέματα που άπτονται γενικά τον έλεγχο συνταγματικότητας ενός νομοθετήματος και στον προβληματισμό του Δικαστηρίου για το κατά πόσο με δεδομένο ότι βρισκόμαστε στο στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης και δεν έχουν κατατεθεί ενώπιον μου οιαδήποτε κοινά παραδεκτά γεγονότα εάν δύναμαι να εξετάσω με ασφαλές συμπεράσματα τα ζητήματα που εγείρονται. Στο σημείο αυτό θα πρέπει βεβαίως να επισημάνω ότι βασικός γενικός κανόνας στην εξέταση του θέματος αντισυνταγματικότητας Νόμου είναι ότι το Δικαστήριο ασχολείται με το θέμα αυτό σε γενικό και αόριστο πλαίσιο χωρίς αναφορά στις επιπτώσεις της εφαρμογής του επίδικου νόμου στα συγκεκριμένα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης - Michaelides. v. Karadjia και Constantinou v. The Republic
(1977)9 -10 J.S.C. 1446. Μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί το Δικαστήριο να αποδεχθεί μαρτυρία όσον αφορά τις επιπτώσεις της εφαρμογής του συγκεκριμένου νόμου έτσι ώστε το Δικαστήριο να εξετάσει το περιεχόμενο του σε ένα πραγματικό πλαίσιο (real context). Ούτε και αποτελεί έργο του Δικαστηρίου να διερευνήσει τη λογική ή το παράλογο της εφαρμογής του εν λόγω Νόμου - Parapanou v. Charalambous και Xenophontos v. Police
(1972)3 C.L.R.
  1. Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, θα πρέπει με αναφορά στις λεπτομέρειες των εισηγήσεων της υπεράσπισης να αποφασίσω αρχικά εάν δύναμαι στο στάδιο αυτό να εξετάσω τα ζητήματα που εγείρονται και αφορούν αντισυνταγματικότητα. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω τις εισηγήσεις τις υπεράσπισης ούτε και της συνηγόρου του παραπονούμενου καθότι αυτές αναλύθηκαν ανωτέρω. Μέσα από την αναλυτική και εις βάθος θεώρηση αμφότερων των αγορεύσεων των μερών κρίνω ότι η εξέταση σε αυτό το στάδιο των ζητημάτων τα οποία εγείρονται από την υπεράσπιση δεν είναι δυνατή με δεδομένο ότι ενώπιον μου δεν υπάρχουν αποκρυσταλλωμένα γεγονότα είτε με την κατάθεση σε αυτό το στάδιο καταλόγου παραδεκτών γεγονότων είτε μετά από την ακρόαση της υπόθεσης και την αποκρυστάλλωση των γεγονότων με τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Την πιο πάνω θέση και κατάληξη μου περί προωρότητας του αιτήματος την βασίζω και στα κάτωθι: Από την μια έχουμε ως δεδομένο ότι με τον επίδικο νόμο ποινικοποιείται πλέον η μη καταβολή από τον εργοδότη μισθού σε εργοδοτούμενο με βάση το εδάφιο 1 του άρθρου
  2. Παράλληλα και με βάση το άρθρο 1 του τέταρτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ «Κανένας δεν θα στερείται της ελευθερίας του μόνο λόγω της αδυναμίας εκπληρώσεως συμβατικής του υποχρέωσης». Περαιτέρω με βάση την επεξηγηματική έκθεση - ανάλυση του 4ου πρωτοκόλλου στην ΕΣΔΑ δίδεται έμφαση στην φράση «merely on the ground of inability» ήτοι στο σημείο 5 αναφέρεται (σε ελέυθερη μετάφραση) «Στέρηση της ελευθερίας δεν απαγορεύεται εάν οιοσδήποτε άλλος παράγοντας υφίσταται σε συνδυασμό με την ανικανότητα να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση όπως για παράδειγμα, εάν ο χρεώστης ενεργεί κακόβουλα η με πρόθεση εξαπάτησης, εάν ένα πρόσωπο σκόπιμα αρνείται να εκπληρώσει μια υποχρέωση, άσχετα με τους λόγους που το πράττει τούτο ή αν η ανικανότητα να εκπληρώσει μια υποχρέωση οφείλεται σε αμέλεια» Συνεπώς μέσα από την επεξήγηση του ίδιου του Πρωτοκόλλου η απαγόρευση ισχύει σε περίπτωση πραγματικής αδυναμίας. Και εδώ θα πρέπει να τεθεί το ερώτημα, πως το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό προτού καταλήξει εάν καταρχήν οφείλονται οι μισθοί, εάν τα ποσά που πιθανόν οφείλονται είναι μισθοί με βάση τον νόμο και κατ' έπέκταση εάν ένας μισθός είναι και συμβατική υποχρέωση και κατά δεύτερο λόγο τον λόγο στον οποίο οφείλεται η μη καταβολή των μισθών αυτών, εάν δηλαδή η ενδεχομένως κριθείσα συμβατική υποχρέωση δεν τηρήθηκε λόγω αδυναμίας αποκλειστικά ή και άλλων παραγόντων. Είναι λοιπόν ακροασφαλές και θα ήτο ριψοκίνδυνο με βάση και τις αρχές που διέπουν το ζήτημα του ελέγχου της συνταγματικότητας αλλά και του τεκμηρίου που περιβάλλει την συνταγματικότητα κάθε νόμου το Δικαστήριο χωρίς μια βάση δεδομένων αποδεκτών απο αμφότερες τις πλευρές να καταλήξει σε ευρήματα επί της συνταγματικότητας, εφόσον αυτά δεν κρίνω ότι θα οδηγήσουν σε ουσιαστική επίλυση των διαφορών των μερών. Από την άλλη θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση είναι τέτοιας ιδιαίτερης φύσης που εμπίπτει στις περιπτώσεις εκείνες που τα ζητήματα συνταγματικότητας θα πρέπει να εξεταστούν σε τελικό στάδιο και εφόσον το Δικαστήριο έχει ενώπιον του δεδομένα και ευρήματα. Η κατάληξη μου αυτή ουδόλως πλήττει τα δικαιώματα των κατηγορουμένων οι οποίοι διατηρούν ακέραιο το δικαίωμα τους να εισηγηθούν τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας αλλά και ασυμβατότητας της νομοθεσίας με άλλα ευρωπαικά νομοθετήματα και αρχές στην τελική τους εισήγηση και αγόρευση. Απο την άλλη η εξέταση και κρίση στο στάδιο αυτό των ζητημάτων που εγείρονται χωρίς δεδομένα και στοιχεία ενδεχομένως να οδηγούσε σε καταπάτηση του δικαιώματος του παραπονούμενου να προσφύγει στην δικαιοσύνη. Αναφορικά με το ζήτημα της ασάφειας του νόμου και την άγνοια των λεπτομερειών των ισχυριζόμενων αδικημάτων από πλευράς των κατηγορούμενων σημειώνω ότι οι κατηγορούμενοι έχουν ήδη καταχωρήσει απάντηση μη παραδοχής στις κατηγορίες, ως εκ τούτου κρίνω ότι από την στιγμή που δεν κωλύονταν στην καταχώρηση απάντησης, και το ζήτημα αυτό θα πρέπει να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Πέραν από τα ζητήματα της αντισυνταγματικότητας και της πρόσκρουσης του νόμου με ευρωπαικές αρχές και νομοθεσίες, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων, εγείρει και διαζευκτική ένσταση αναφορικά με το κώλυμα του παραπονούμενου να προωθήσει ιδιωτική ποινική δίωξη, ήτοι την παρούσα υπόθεση λόγω μή τήρησης των άρθρων 15 και 16 της επίδικης νομοθεσίας. Τα άρθρα 15 και 16 του σχετικού νόμου προβλέπουν τα κάτωθι: Εξουσίες του Επιθεωρητή 15.-
(1)Κάθε Επιθεωρητής, για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος Νόμου, δύναται: (α) να εισέρχεται, με την επίδειξη της ταυτότητάς του, ελεύθερα και χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας ή της νύχτας, σε οποιοδήποτε χώρο απασχολήσεως, εκτός από οικιακά υποστατικά: Νοείται ότι η είσοδος σε οικιακά υποστατικά μπορεί να γίνεται, αφού εξασφαλιστεί η συγκατάθεση του κατόχου τους˙ (β) να συνοδεύεται από αστυνομικό, αν έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι θα παρεμποδιστεί στην άσκηση των εξουσιών του ή στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Για το σκοπό αυτό η Αστυνομία έχει υποχρέωση να διαθέτει έναν ή περισσότερους αστυνομικούς για να τον συνοδεύουν· (γ) να συνοδεύεται από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ήθελε κρίνει αναγκαίο· (δ) να προβαίνει σε ελέγχους, επιθεωρήσεις, έρευνες, ανακρίσεις, ή εξετάσεις, όπως θεωρεί αναγκαίο για τη διαπίστωση της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, και ιδίως: (
  1. i)να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο, για το οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι μπορεί να παράσχει πληροφορίες ή διευκρινίσεις σχετιζόμενες με οποιαδήποτε επιθεώρηση που αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου αυτού, να απαντά σε σχετικές ερωτήσεις, μόνο του ή στην παρουσία οποιουδήποτε άλλου προσώπου, την οποία μπορεί ο Επιθεωρητής να απαιτήσει ή να επιτρέψει, καθώς και να απαιτεί από το πρόσωπο αυτό να υπογράφει δήλωση ότι οι απαντήσεις του είναι αληθείς· (
  2. ii)να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο στο χώρο εργασίας να του παρέχει, για θέματα τα οποία είναι υπό τον έλεγχο ή την ευθύνη του προσώπου αυτού, τις διευκολύνσεις και τη βοήθεια που είναι αναγκαίες για την ενάσκηση από τον ίδιο οποιασδήποτε από τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του παρόντος άρθρου· (iii) να ζητεί τη συνδρομή οποιασδήποτε δημόσιας υπηρεσίας ή αρχής, η οποία και υποχρεούται να του την παράσχει.
(2)Κατά τη διάρκεια της, κατά το εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου, επίσκεψής του για επιθεώρηση, ο Επιθεωρητής θα ενημερώνει τον εργοδότη ή εκπρόσωπό του για την παρουσία του, εκτός εάν θεωρεί ότι αυτό θα επηρεάσει δυσμενώς την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ενέργειες του Επιθεωρητή σε περίπτωση υποβολής παραπόνου 16.-
(1)Ο Επιθεωρητής μπορεί να δέχεται παράπονα σχετικά με διαφορά, που προκύπτει από την εφαρμογή του παρόντος Νόμου, από οποιοδήποτε πρόσωπο θεωρεί ότι θίγεται από τη διαφορά αυτή, καθώς και, για λογαριασμό τέτοιου προσώπου και, αμέσως μόλις του υποβληθεί τέτοιο παράπονο, ακολουθεί τη διαδικασία που προνοείται στα εδάφια
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, υπό την προϋπόθεση ότι η υπόθεση δεν έχει εγερθεί ενώπιον Δικαστηρίου.
(2)Ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχει ο Νόμος, ο Επιθεωρητής ερευνά με κάθε πρόσφορο τρόπο το παράπονο που του έχει υποβληθεί, και ιδίως καλεί το πρόσωπο, κατά του οποίου υποβάλλεται το παράπονο, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο που έχει αρμοδιότητα ή ευθύνη γι' αυτό, να παράσχει πληροφορίες, διευκρινίσεις ή οποιοδήποτε στοιχείο κατέχει ή είναι υπό τον έλεγχο του, που εξυπηρετούν ή διευκολύνουν τη διερεύνηση του παραπόνου και επιχειρεί να διευθετήσει τη διαφορά.
(3)Εάν επιτευχθεί η διευθέτηση της διαφοράς σύμφωνα με το εδάφιο
(2), ο Επιθεωρητής συντάσσει πρακτικό διευθέτησης της διαφοράς, το οποίο υπογράφεται και από τα δύο μέρη.
(4)Εάν δεν επιτευχθεί η διευθέτηση της διαφοράς σύμφωνα με το εδάφιο
(2), ο Επιθεωρητής συντάσσει πρακτικό, στο οποίο αναγράφει όλες τις ενέργειες και διαπιστώσεις του, και το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών σε διαδικασία ενώπιόν του.
(5)Τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου, από την ημέρα της υποβολής του, κατά το εδάφιο
(1), παραπόνου, μέχρι την ημέρα που συντάχθηκε το προβλεπόμενο στο εδάφιο
(4)πρακτικό, διακόπτεται η τυχόν ισχύουσα προθεσμία προσφυγής στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών του προσώπου που έχει υποβάλει ή για λογαριασμό του οποίου υποβλήθηκε το παράπονο, καθώς και η περίοδος παραγραφής της απαίτησής του. Στην υπόθεση Αίπεια Λτδ v. Sirocco Estates Co Ltd και άλλων
(1997)2 Α.Α.Δ. 434 τονίστηκε πως απαραίτητη προϋπόθεση για άσκηση ποινικής δίωξης από ιδιώτη είναι η ύπαρξη άμεσου συμφέροντος για να αποτρέπονται άχρηστες ή κακόβουλες διώξεις. Λέχθηκε ακόμη ότι κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να προστατεύει τα περιουσιακά του δικαιώματα με τον τρόπο που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία. Επομένως, ένας ιδιώτης έχει δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης μόνο όταν τα δικαιώματά του επηρεάζονται άμεσα από την παράνομη πράξη. Στην υπόθεση Panayiotis Ttofinis ν. Loizos Theocharides and Another
(1983)2 C.L.R. 363 επισημάνθηκε ότι το δικαίωμα καταχώρησης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης υπάρχει και παραμένει ανεπηρέαστο εκεί όπου θίγονται άμεσα και απευθείας τα συμφέροντα κάποιου ατόμου. Συνεπώς, δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης δεν έχουν όλοι οι πολίτες. Το διατηρούν μόνο τα θύματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Με την όψη του κατηγορητηρίου και μόνο και την ανάγνωση του προκύπτει ότι ενδεχομένως να έχουν πληγεί τα δικαιώματα του παραπονούμενου εάν φυσικά αποδειχθούν οι κατηγορίες, ως εκ τούτου και με βάση τις πιο πάνω αρχές φαίνεται να υπάρχει έννομο συμφέρον να καταχωρηθεί ιδιωτική ποινική δίωξη από τον παραπονούμενο. Από την άλλη ο ευπαίδευτος συνήγορος της υπεράσπισης εγείρει ζήτημα κωλύματος λόγω παράλειψης υποβολής ουσιαστικά παραπόνου προς τον αρμόδιο επιθεωρητή με βάση τα άρθρα 15 και 16. Μέσα από την ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι ο επιθεωρητής δυναται να προβεί σε ενέργειες με βάση τις εξουσίες που του προσδίδονται από την εν λόγω νομοθεσία, ενώ πουθενά στις πρόνοιες αυτές δεν προκύπτει θετική υποχρέωση του πολίτη να προσφύγει προς τις αρμόδιες αρχές με υποβολή παραπόνου η παράλειψη της οποίας να του αποστερεί το δικαίωμα να προσφύγει με βάση τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές για το θέμα με καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Συνεπώς κρίνω ότι η 4η προδικαστική ένσταση των κατηγορουμένων θα πρέπει να απορριφθεί. Αναφορικά με την κατ'ισχυρισμό των κατηγορουμένων αντισυνταγματικότητα της πρόνοιας στο άρθρο 12
(3)του νόμου αντιστροφή του βάρους απόδειξης στους ώμους του εργοδότη αυτό παρά το ότι εμπίπτει σε θέμα της εξέτασης της αντισυνταγματικότητας του νόμου διαφέρει με τα υπόλοιπα εγερθέντα ζητήματα καθότι δεν σχετίζεται με ζητήματα γεγονότων και μαρτυρίας ως εκ τούτου δύναται να εξεταστεί σε αυτό το στάδιο. Αντιστροφή του βάρους απόδειξης στους ώμους του κατηγορούμενου είναι γνωστό ότι προβλέπεται σε διάφορα νομοθετήματα. Το σκεπτικό της μετατόπισης τούτης αναλύεται σε πληθώρα αποφάσεων όπου εξετάζεται και το ζήτημα της συνύπαρξης με το Τεκμήριο της αθωώτητας. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση στην υπόθεση Papadopoulos v. The Republic
(1980)2C.L.R. 10 όπου αναφέρθηκε ότι: "In conclusion, I would say that the fact that the defences opened to an accused person after proof of the seditious nature of a publication, are limited to those set out in the proviso to section 51, does not offend any other Article of the Constitution neither the right to a fair hearing etc., nor the presumption of innocence is violated by placing on the accused the burden of proving that the seditious publication was made solely for anyone or more of the purposes set out in the said proviso. Needless to say that when the onus of proof of a particular element in a criminal trial is cast upon an accused person, same may be discharged by mere preponderance of evidence and not beyond reasonable doubt. Such onus of proof is less heavy than that required at the hands of the prosecution in proving its case beyond reasonable doubt and may be discharged by evidence satisfying the Jury of the probability of that which the defendant is called on to establish (see R. v. Carr-Briant [1943] 29 Cr. App.25 R., 76). The presumption of innocence has always been a fundamental principle of our Criminal Law. It is now safeguarded also by para. 4 of Article 12 of the Constitution which corresponds to Article 6, para. 2, of the European Convention of Human Rights. In the case of Gendarmerie and Zavos, 4 R.S.C.C., 63, the Supreme Constitutional Court held that a provision such as the one in section 33
(3)of the Antiquities Law, Cap. 31, to the effect that the offence of unlawfully possessing antiquities shall not be deemed to have been committed if the person concerned 35 satisfies the Court that he has acquired the antiquities in question lawfully, does not contravene para. 4 of Article 12 of the Constitution because it is not aimed at defeating the presumption of innocence but only makes available to the person concerned a defence based on circumstances within his own special knowledge. It is appropriate also to refer to what is stated in The Application of the European Convention of Human Rights by J. E. S.Fawcett, 1969, at p. 161: "From this it would follow that it is only some actor omission by the Court itself, which can operate as a failure of presumption of innocence. Here it may be remarked that 5 in general the presumption of innocence is a formula to indicate where lies the main burden of proof at the trial of the charge, that is to say, upon the prosecution to prove the guilt of the accused beyond a reasonable doubt. But the presumption of innocence does not necessarily have this function." Μέσα από το πιο πάνω απόσπασμα ξεκαθαρίζεται με σαφήνεια ότι η μετατόπιση του βάρους απόδειξης στους ώμους του κατηγορούμενου δεν συνεπάγεται και παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας εφόσον αυτός έχει την δυνατότητα να αποσείσει το βάρος αυτό και μάλιστα όχι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αλλά στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Πέραν της νομολογίας όμως θα πρέπει να εξεταστεί και η πρόθεση του νομοθέτη να προχωρήσει με μετατόπιση του βάρους απόδειξης στο συγκεκριμένο νομοθέτημα. Είναι προφανές ότι ο εργοδοτούμενος - υπάλληλος βρίσκεται σε πιο αδύναμη σχέση όσον αφορά την πρόσβαση σε στοιχεία που αφορούν το καθεστώς εργασίας του, όπως για παράδειγμα τα αρχεία μισθοδοσίας και γενικότερα τα στοιχεία τα οποία θα μπορούσε να έχει στην διάθεση του για να αποδείξει την μη καταβολή μισθών, σε αντίθεση με τον εργοδότη στην κατοχή του οποίου βρίσκονται τα στοιχεία αυτά και για τον οποίο η απόδειξη της πληρωμής θα ήτο πιο εύκολη. Συνεπώς η μετατόπιση του βάρους απόδειξης στην συγκεκριμένη περίπτωση δίδει την δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβάλει την υπεράσπιση του βασιζόμενος σε στοιχεία και περιστατικά που βρίσκονται στην αποκλειστική του γνώση. Συνεπώς και με δεδομένο το καθήκον αλλά και την δυνατότητα των Δικαστηρίων να εξετάζουν ζητήματα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων ζυγίζοντας την ενδεχόμενη βλάβη σε έκαστο μέρος κρίνω ότι η προβλεπόμενη από την σχετική νομοθεσία μετατόπιση του βάρους απόδειξης στον εργοδότη - κατηγορούμενο δεν συνιστά παραβίαση του Τεκμηρίου της αθωότητας. Συνεπακόλουθα και με βάση τα όσα ανωτέρω προσπάθησα να αναλύσω καταλήγω σε σχέση με τις προδικαστικές ενστάσεις στα εξής: Οι προδικαστικές ενστάσεις 1, 2 και 3 απορρίπτονται ως πρόωρες ενώ η 4η ως αβάσιμη. (Υπ.)................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.