Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεώργιος Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 8790/12, 14/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B59 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8790/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Γεώργιος Χαραλάμπους Ημερομηνία: 14.5.2015 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Μάρκου. Για τον κατηγορούμενο: κα Πατσαλίδου. Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΚΗ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ ΑΡ.1 Στην παρούσα ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: · Μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ χωρίς ειδική άδεια, κατά παράβαση των άρθρων 2, 28
(2)και 51 του Περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113 (Ι)/04 (κατηγορία 1). · Κατοχής εκρηκτικών υλών, χωρίς άδεια του Επιθεωρητή εκρηκτικών υλών, κατά παράβαση του άρθρου 4
(4)(δ) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54 (κατηγορία 2). Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 6.8.10 στη τοποθεσία Άγιοι Σαράντα, έδαφος του χωριού Αγ. Θεράπων της επαρχίας Λεμεσού είχε στην κατοχή του εκρηκτικές ύλες, δηλαδή 16 πλήρη φυσίγγια κυνηγετικού όπλου μάρκας DIANA, χωρίς την άδεια του επιθεωρητή εκρηκτικών υλών. · Μεταφοράς εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του Επιθεωρητή εκρηκτικών υλών, κατά παράβαση του άρθρου 4
(4)(δ) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54 (κατηγορία 3). Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο με την κατηγορία 2 μετέφερε τις εκρηκτικές ύλες που αναφέρονται στην εν λόγω κατηγορία. · Μεταφοράς κυνηγετικού όπλου εντός αυτοκινήτου χωρίς αυτό να είναι αποσυναρμολογημένο μέσα σε θήκη, κατά παράβαση των άρθρων 2, 57
(1)(αα)
(3)και 88 του Περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου 152(Ι)/03 (κατηγορία 4). · Μεταφοράς αμφίστομου μάχαιρας εκτός της οικίας αυτού ή το περίβολου της, κατά παράβαση των άρθρων 81
(1), 85 και 86 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 5). Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 6.8.10 στη Λεμεσό μετέφερε ένα αμφίστομο μαχαίρι που κατέληγε σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας του ή της αυλής της. · Μεταφοράς επιθετικού όπλου, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)
(2)του περί Επιθετικών Όπλων Νόμου, Κεφ. 159 (κατηγορία 6). Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο με την κατηγορία 1, χωρίς νομική εξουσία ή λογική δικαιολογία είχε στην κατοχή του επιθετικό όπλο δηλαδή ένα ξύλινο ρόπαλο με λαβή 48 εκ., ένα πτυσσόμενο μεταλλικό ρόπαλο και ένα μεταλλικό ρόπαλο μαύρου χρώματος τύπου baseball. Κατά την κυρίως εξέταση του Μ.Κ.1 και όταν επιχειρήθηκε από την κατηγορούσα αρχή να κατατεθούν ως τεκμήρια τα ακόλουθα: · Ένα ρόπαλο του baseball μαύρου χρώματος (Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση). · Ένα ξύλινο ρόπαλο μήκους 48 εκ. με λαβή (Τεκμήριο Β προς Αναγνώριση) · Δύο φυσίγγια μάρκας DIANA εννιάβολα (Τεκμήριο Γ προς Αναγνώριση) · Ένα πτυσσόμενο μεταλλικό ρόπαλο (Τεκμήριο Δ προς Αναγνώριση) · Δύο πλήρη φυσίγγια DIANA (Τεκμήριο Ε προς Αναγνώριση) · Ένα κουτί φυσιγγίων BUCK μάρκας DIANA με 6 πλήρη φυσίγγια (Τεκμήριο Στ. για Αναγνώριση) · Ένα μαχαίρι μάρκας MOFLA μήκους 14 εκ. με την δερμάτινη θήκη του (Τεκμήριο Ζ προς Αναγνώριση) η υπεράσπιση του κατηγορούμενου ήγειρε ένσταση στην κατάθεση τους για τους πιο κάτω λόγους που αφορούν παράνομη κατάσχεση και κατακράτηση τους και συγκεκριμένα:
- Ενώ όλα τα προαναφερθέντα ήταν εντελώς άσχετα τόσο με τα περιγραφόμενα στο ένταλμα έρευνας ημερ. 5.8.10 αδικήματα ήτοι της διάρρηξης και κλοπής αποθήκης πυρομαχικών στο στρατόπεδο Νίκος Ευαγόρου στην Παλώδια μεταξύ 15.7.10 και 21.7.10 όσο και με τα απολύτως συγκεκριμένα και περιοριστικά περιγραφόμενα στο ένταλμα έρευνας αντικείμενα, δηλαδή 200 ράβδοι εκρηκτικής ύλης PG2, κατασχέθηκαν και κατακρατήθηκαν παράνομα και κατά παράβαση του άρθρου 33 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 αφού (α) δεν υπήρχε ούτε εύλογη υποψία διάπραξης ή πιθανότητας ή σκοπού διάπραξης ποινικού αδικήματος που να δικαιολογεί την κατάσχεση τους αλλά ούτε (β) και προσκομίστηκαν ενώπιον του εκδόσαντος το ένταλμα Δικαστή για να εκδοθεί κατά την διακριτική του ευχέρεια οποιοδήποτε σχετικό διάταγμα.
- Η κατάσχεση των φυσιγγίων και συγκεκριμένα των τεκμηρίων Γ, Ε και Στ προς Αναγνώριση, έγινε πέραν των συνθηκών που αναφέρονται στο υπ' αρ.
(1)ανωτέρω και κατά παράβαση του άρθρου 12
(1)του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54, υπό του Αρχιαστυφύλακα 1538 Χ. Αγαθοκλέους ήτοι από μέλος της Αστυνομίας κατέχων βαθμό κατώτερο του Λοχία σε αντίθεση με τα όσα προβλέπει το προαναφερόμενο άρθρο, το οποίο ως ειδικότερη πρόνοια υπερισχύει οποιασδήποτε άλλης γενικής πρόνοιας του Κεφ. 155, με βάση το νομικό δόγμα «lex specialis derogat legi generale». Ενόψει της πιο πάνω ένστασης η συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης αναφορικά με τις συνθήκες κατάσχεσης και κράτησης των εν λόγω τεκμηρίων, στην βάση των προαναφερόμενων λόγων ένστασης. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής. Το Δικαστήριο αφού άκουσε και τις δύο πλευρές έκρινε ότι με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον του καταδείχθηκε η αναγκαιότητα διεξαγωγής δίκης εντός δίκης σε σχέση με τη κατάσχεση και κράτηση των προαναφερόμενων τεκμηρίων και έτσι διέταξε την διεξαγωγή τέτοιας, στην βάση πάντα των συγκεκριμένων και μόνο λόγων ένστασης. Προς υποστήριξη της θέσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες ενώ η υπεράσπιση του κατηγορούμενου επέλεξε να μην καλέσει οποιονδήποτε μάρτυρα. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Λοχ.1538 Χαράλαμπος Αγαθοκλέους. Ο εν λόγω μάρτυρας κατά τον επίδικο χρόνο έφερε τον βαθμό του Αρχιαστυφύλακα, που είναι κατώτερος αυτού του Λοχία. Στις 6.8.10, στα πλαίσια ευρύτερης συντονισμένης επιχείρησης της Αστυνομίας στην Επαρχία Λεμεσού, σε σχέση με υπόθεση διάρρηξης και κλοπής εκρηκτικών υλών από το στρατόπεδο Παλώδειας, ήταν ο επικεφαλής της ομάδας που μετέβηκε στην εξοχική κατοικία του κατηγορούμενου, στο χωριό Αγ. Θεράπων στη Λεμεσό με σκοπό την εκτέλεση εντάλματος έρευνας και εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκαν εναντίον του κατηγορούμενου. Το ένταλμα σύλληψης (Τεκμήριο 11 στη δίκης εντός δίκης στο εξής Δ.Δ.) είχε εκδοθεί σε σχέση με τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της διάρρηξης, της διάρρηξης αποθήκης της Εθνικής Φρουράς και κλοπής εκρηκτικών υλών, παράνομης κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών και συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και συμμετοχής και αποδοχής διάπραξης αδικημάτων, τα οποία διαπράχθηκαν μεταξύ 15.7.10 μέχρι 5.8.10 στην Επαρχία Λεμεσού. Το δε ένταλμα έρευνας (Τεκμήριο 10 Δ.Δ.) είχε εκδοθεί σε σχέση με υποστατικά του κατηγορούμενου, περιλαμβανομένης της προαναφερόμενης οικίας και για τα αυτοκίνητα με αρ. εγγραφής KWM887 και KLM
- Σύμφωνα πάντα με το εν λόγω ένταλμα εκεί αποκρύπτονταν 200 ράβδοι εκρηκτικής ύλης PG2, οι οποίες αποτελούσαν προϊόν διάρρηξης και κλοπής αποθήκης πυρομαχικών στο στρατόπεδο Νίκος Ευαγόρου στην Παλώδια, η οποία διαπράχθηκε μεταξύ της 15.7.10 και 21.7.
- Ο Μ.Κ.1 αφίχθηκε στην εξοχική οικία του κατηγορούμενου με άλλους συναδέλφους του περί ώρα 05:
- Με την άφιξη του συνάντησε τον κατηγορούμενο, τον οποίο αφού ενημέρωσε για τα προαναφερόμενα εντάλματα, συνέλαβε δυνάμει του εντάλματος σύλληψης. Στη συνέχεια με βάση το ένταλμα έρευνας, μεταξύ των ωρών 05:40 - 05:50 προχώρησε στην έρευνα της οικίας του κατηγορούμενου, χωρίς να εντοπισθεί οτιδήποτε. Ακολούθως και μεταξύ των ωρών 05:50 και 06:30 ο μάρτυρας, στην παρουσία του κατηγορούμενου, ερεύνησε το όχημα αυτού με αρ. εγγραφής KLM
- Κατά την έρευνα αυτή εντόπισε και παρέλαβε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: · Ένα ρόπαλο του baseball μαύρου χρώματος (Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση - το κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 Δ.Δ.) · Ένα ξύλινο ρόπαλο μήκους 48 εκ. με λαβή (Τεκμήριο Β προς Αναγνώριση - Τεκμήριο 4 Δ.Δ.) · Εντός της θαλάμης κυνηγετικού όπλου, το οποίο βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού, δύο φυσίγγια μάρκας DIANA εννιάβολα (Τεκμήριο Γ προς Αναγνώριση - Τεκμήριο 5 Δ.Δ.) · Ένα πτυσσόμενο μεταλλικό ρόπαλο (Τεκμήριο Δ προς Αναγνώριση - Τεκμήριο 6 Δ.Δ.) · Δύο πλήρη φυσίγγια DIANA (Τεκμήριο Ε προς Αναγνώριση - Τεκμήριο 7 Δ.Δ.) · Ένα κουτί φυσιγγίων BUCK μάρκας DIANA με 6 πλήρη φυσίγγια (Τεκμήριο Στ. για Αναγνώριση - Τεκμήριο 8 Δ.Δ.) · Ένα μαχαίρι μάρκας MOFLA μήκους 14 εκ. με την δερμάτινη θήκη του (Τεκμήριο Ζ προς Αναγνώριση - Τεκμήριο 9 Δ.Δ.) Κάθε φορά που ο μάρτυρας εντόπιζε κάποιο αντικείμενο, το οποίο παραλάμβανε εφιστούσε την προσοχή του κατηγορούμενου στο Νόμο και εκείνος δεν έδινε καμία απάντηση. Μετά το πέρας των ερευνών στην εν λόγω οικία του κατηγορούμενου ο μάρτυρας παρέδωσε την ίδια ημέρα και περί ώρα 13:15 όλα τα τεκμήρια που παρέλαβε στον Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.1 δέχθηκε ότι τα επίδικα τεκμήρια δεν αναγράφονταν στο ένταλμα έρευνας (Τεκμήριο 10 Δ.Δ.). Σε σχέση με τα φυσίγγια ανέφερε ότι τα κατάσχεσε αναφορικά με το αδίκημα της παράνομης κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών που αναφερόταν στο ένταλμα σύλληψης εφόσον αυτά περιέχουν εκρηκτική ύλη. Πρόσθεσε δε σχετικά ότι ήταν 6 Αυγούστου δηλ. κλειστή περίοδος για το κυνήγι και η μεταφορά αυτών των φυσιγγίων χωρίς άδεια ήταν κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας. Περαιτέρω όσον αφορά τα φυσίγγια (Τεκμήριο 5 Δ.Δ.) είπε ότι αυτά βρέθηκαν μέσα σε κυνηγετικό όπλο, εντός του οχήματος σε απαγορευμένη περίοδο κυνηγιού και ήταν ενιάβολα, κάτι που απαγορεύεται στην Κύπρο, όπου το μεγαλύτερο διαμέτρημα που επιτρέπεται είναι το σκάι. Αναφορικά με τα ρόπαλα και τα ρόπαλα και το μαχαίρι (Τεκμήρια 3, 4, 6 και 9) τα κατάσχεσε σε σχέση με το αδίκημα της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση που επίσης αναφερόταν στο ένταλμα σύλληψης που υπήρχε εναντίον του κατηγορούμενου. Ερωτώμενος εάν γνώριζε για τους σκοπούς της εγκληματικής οργάνωσης είπε ότι αυτό ήταν θέμα περαιτέρω διερεύνησης από το το Τ.Α.Ε. Λεμεσού εφόσον οι έρευνες της δικής του ομάδας, η οποία προερχόταν από το Τ.Α.Ε. Αρχηγείου, ολοκληρώθηκαν το απόγευμα της 6.8.10 αφού τα τεκμήρια παραδόθηκαν στο Τ.Α.Ε Λεμεσού. Τέλος αναφορικά με το κατά πόσο μετέφερε τα επίδικα τεκμήρια ενώπιον Δικαστηρίου για να αποφασισθεί η έκδοση ή μη διατάγματος κατακράτησης τους, είπε ότι αυτός τα παρέδωσε σε μέλος του Τ.Α.Ε. Λεμεσού για συνέχιση των εξετάσεων και δεν γνωρίζει εάν έγινε κάτι σχετικό στη συνέχεια. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Αστ.3430 Ελισσαίος Παπαελισσαίου. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα αυτός στις 6.8.10 παρέλαβε από τον Μ.Κ.1, μεταξύ άλλων, τα Τεκμήρια Δ.Δ. 3-9, τα οποία στις 9.8.10 παρέδωσε στον Αστ.4848 Α. Οικονομίδη. Τα υπόλοιπα τεκμήρια που παρέλαβε από τον Μ.Κ.1 τα παρέδωσε στον κατηγορούμενο, ο οποίος υπέγραψε σχετική απόδειξη παραλαβής τους. Στην αντεξέταση του είπε ότι δεν έχει προσωπική γνώση για τις συνθήκες που προηγήθηκαν της παράδοσης των αντικειμένων σε αυτόν και δεν γνωρίζει τι ενέργειες έκανε ο εν λόγω συνάδελφος του πριν την παράδοση. Η δική του εμπλοκή στο όλο θέμα είναι ότι έλαβε μέρος στον χειρισμό τεκμηρίων. Δεν ήταν παρών κατά την διάρκεια της επίδικης έρευνας. Δεν γνωρίζει επίσης εάν εκδόθηκε διάταγμα κατακράτησης των τεκμηρίων που παρέλαβε. Ο ίδιος δεν έκανε οποιαδήποτε ενέργεια προς έκδοση τέτοιου διατάγματος. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Αστ.3397 Άθως Στυλιανού, που είναι και ο ανακριτής της υπόθεσης. Σύμφωνα με τον μάρτυρα στις 17.8.10 ανέλαβε, μέσω αλληλογραφίας από το ΤΑΕ Λεμεσού, την διερεύνηση της υπόθεσης και την ίδια ημέρα και ώρα 19:30 παρέλαβε από τον Αστ.4848 Α. Οικονομίδη τα Τεκμήρια Δ.Δ. 3-
- Οι ενέργειες που έκανε για τα εν λόγω τεκμήρια ήταν να τα παραλάβει και να τα φυλάξει στον Σταθμό. Από ότι ξέρει δεν μεταφέρθηκαν τα τεκμήρια προς έκδοση και ούτε εκδόθηκε διάταγμα κατακράτησης τους. Δεν εκδόθηκε τέτοιο καθότι δόθηκαν από το Τ.Α.Ε. στον κατηγορουμενο μερικά τεκμήρια και μετά από συμφωνία του κατηγορούμενου και του Τ.Α.Ε. δεν εκδόθηκε τέτοιο διάταγμα. Διευκρινίζοντας τι ήταν η συμφωνία είπε ότι συμφώνησαν μεταξύ τους να παραλάβει ο κατηγορούμενος τα τεκμήρια που παρέλαβε από το Τ.Α.Ε. Δεν γνωρίζει όμως με ποιον έγινε η συμφωνία. Στην αντεξέταση του είπε ότι δεν συμμετείχε στην έρευνα κατά την οποία εντοπίσθηκαν τα επίδικα τεκμήρια και δεν γνωρίζει τις συνθήκες υπό τις οποίες λήφθηκαν. Για την υπόθεση ενημερώθηκε από το Τ.Α.Ε. Δεν είχε προσωπική γνώση. Σε υποβολή ότι δεν έγινε συμφωνία μεταξύ κατηγορούμενου και Τ.Α.Ε. για την μη έκδοση διατάγματος κατακράτησης είπε ότι έτσι του είπαν από το Τ.Α.Ε. Δεν θυμόταν όμως ποιος του είπε. Ως έχει αναφερθεί ο κατηγορούμενος επέλεξε, ως άλλωστε εδικαιούτο, να μην προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία. Τα όσα έχουν δε αναφέρει οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης στο σημείο αυτό. Αναφορά θα γίνει κατωτέρω εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με την Κυπριακή νομολογία, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος δεν υπάρχει στην Κύπρο δυνατότητα έγκρισης της προσαγωγής ως αποδεικτικού μέσου μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα. Έτσι μαρτυρία, η οποία λαμβάνεται ή προκύπτει ως αποτέλεσμα της παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου, τα οποία κατοχυρώνονται στο Δεύτερο Μέρος του Συντάγματος αποκλείεται, άσχετα με την αποδεικτική της αξία και το σκοπό για τον οποίο λήφθηκε (βλ. Δημοκρατία ν. Κυπριανίδη κ.ά.
(1994)2 Α.Α.Δ. 37, Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, Georghiou ν. Republic
(1984)2 C.L.R. 65, Merthodja v. Police
(1987)2 C.L.R. 227, Al-Hamad κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, Enotiades ν. Police
(1986)2 C.L.R. 64, Psaras v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132 και Αστυνομία ν. Γιάλλουρος
(1992)2 Α.Α.Δ. 147). Ως περαιτέρω αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα του Α. Ν. Λοϊζου, Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, σελ. 219 «Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν διακριτική εξουσία να δεχθούν μαρτυρία που λήφθηκε κατά παράβαση των δικαιωμάτων που διασφαλίζονται από το Σύνταγμα, ενόψει των προνοιών των άρθρων 34 και 35. Το άρθρο 34 στερεί σε οποιονδήποτε την ελευθερία να υπονομεύσει ή καταργήσει οποιαδήποτε από τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται από το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, αποκλείοντας και τη διακριτική εξουσία να δεχθεί μαρτυρία που λήφθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του Μέρους ΙΙ. Η αναγνώριση διακριτικής εξουσίας στα δικαστήρια θα ήταν επίσης αντίθετη προς το καθήκον που έχουν όλες οι Αρχές της Πολιτείας, συμπεριλαμβανομένων και των δικαστηρίων, να διασφαλίσουν την αποτελεσματική εφαρμογή του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος. Ο κανόνας αποκλεισμού μαρτυρίας, η οποία λήφθηκε κατά τρόπο ανεπίτρεπτο σε ποινική διαδικασία, έχει στόχο να εμποδίσει όχι να επανορθώσει, αλλά και να εξαναγκάσει σεβασμό προς τις συνταγματικές εγγυήσεις με τον μόνο προσφερόμενο αποτελεσματικό τρόπο, απαλείφοντας το κίνητρο να τις αγνοήσει». Αντίθετα όμως στην περίπτωση που η μαρτυρία εξασφαλίζεται κατά παράβαση Νόμου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια αποδοχής της υπό κάποιες προϋποθέσεις. Σε τέτοια λοιπόν περίπτωση με βάση τα όσα λέχθηκαν σχετικά στην Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186 ισχύουν τα ακόλουθα: «
(1)To εκδικάζον δικαστήριο σε μια ποινική δίκη έχει πάντοτε διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να δεχθεί μαρτυρία αν κατά την γνώμη του ο δυσμενής της επηρεασμός υπερισχύει της αποδεικτικής της αξίας.
(2)Εκτός σε σχέση με παραδοχή και ομολογία και γενικά σε σχέση με μαρτυρία που λαμβάνεται από τον κατηγορούμενο μετά τη διάπραξη του αδικήματος το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αρνηθεί την αποδοχή σχετικής αποδεκτής μαρτυρίας για το λόγο ότι εξασφαλίσθηκε με ανάρμοστα ή άδικα μέσα. Δεν απασχολεί το δικαστήριο ο τρόπος εξασφάλισης της. Δεν αποτελεί λόγο για την άσκηση διακριτικής ευχέρειας για αποκλεισμό το ότι η μαρτυρία εξασφαλίστηκε ως αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων πράκτορα της Αστυνομίας." Αυτό που έχει σημασία είναι κατά πόσο υπάρχει οτιδήποτε (α) στο περιεχόμενο της μαρτυρίας, (β) στον τρόπο εξασφάλισης της και (γ) στον τρόπο χρησιμοποίησης της από την Κατηγορούσα Αρχή, το οποίο οδηγεί σε δυσμενή συμπεράσματα σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου δυσανάλογα με την αποδεικτική αξία που θα είχε η μαρτυρία αν δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που απαρριθμούνται πιο πάνω. Το γεγονός ότι η μαρτυρία έχει μεγάλη αποδεικτική αξία δεν την καθιστά απαράδεκτη. Αντίθετα όσο πιο μεγάλη είναι η αποδεικτική αξία τόσο πιο δύσκολος καθίσταται ο αποκλεισμός της. Ένα κομμάτι μαρτυρίας δεν επηρεάζει δυσμενώς τον κατηγορούμενο επειδή είναι ενοχοποιητικό. Τέτοιος επηρεασμός υπάρχει αν η αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας θα καταστήσει τη δίκη μη δίκαιη. Ο δυσμενής επηρεασμός έχει σχέση με το "δίκαιο" της δίκης. Δυσμενής επηρεασμός υπάρχει όταν δημιουργούνται συνθήκες μη δίκαιης δίκης». Στην παρούσα η εισήγηση της υπεράσπισης είναι ότι τα επίδικα τεκμήρια κατασχέθηκαν και κρατήθηκαν, κατόπιν έρευνας αυτοκινήτου, κατά παράβαση του άρθρου 33 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και όσον αφορά τα φυσίγγια, όντας εκρηκτικές ύλες, ότι λήφθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 12
(1)του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ.
- Το άρθρο 33 του Κεφ. 155 με τον πλαγιότιτλο «Κατάσχεση περιουσίας που δεν αναφέρεται στο ένταλμα» έχει ως ακολούθως: «
- Αν κατά την έρευνα κάποιου τόπου δυνάμει εντάλματος, ο εξουσιοδοτημένος να διεξάγει την έρευνα βρει περιουσία που δεν αναφέρεται στο ένταλμα αλλά σε σχέση με την οποία υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι διαπράχτηκε ή σκοπεύεται να διαπραχτεί ποινικό αδίκημα, αυτός δύναται να κατάσχει την περιουσία αυτή και να τη μεταφέρει ενώπιον του Δικαστή που έκδωσε το ένταλμα, ο οποίος δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με την κατακράτηση ή διάθεση της περιουσίας ως ήθελε φανεί σε αυτόν σκόπιμο». Το άρθρο 12
(1)του Κεφ. 54, με τον πλαγιότιτλο «Έρευνα και κατάσχεση» προβλέπει τα εξής: «12.
(1)Ο Επιθεωρητής Εκρηκτικών Υλών ή οποιοσδήποτε αστυνομικός οποιουδήποτε βαθμού όχι κατώτερου από εκείνο του λοχία, δύναται κατά οποιοδήποτε χρόνο να εισέλθει χωρίς ένταλμα σε οποιοδήποτε υποστατικό ή τόπο όπου αυτός έχει εύλογη δικαιολογία να υποψιάζεται ότι εκρηκτική ύλη αποθηκεύεται, φυλάσσεται, πωλείται ή εκτίθεται προς πώληση κατά παράβαση του Νόμου αυτού ή οποιωνδήποτε Κανονισμών που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού και δύναται να κατάσχει και απομακρύνει οποιαδήποτε τέτοια εκρηκτική ύλη μαζί με το δοχείο που την περιέχει». Στην Δημοκρατία ν. Kirnouyan κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 126 λέχθηκε ότι στην Κύπρο, με εξαίρεση το άρθρο 16 του Συντάγματος, το οποίο θέτει ειδικές προϋποθέσεις μόνο ως προς την έρευνα κατοικίας, οι περιορισμοί ως προς τη δυνατότητα διεξαγωγής έρευνας στη βάση εύλογης υποψίας πηγάζουν από το Νόμο και όχι από το Σύνταγμα. Στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 411 αναφέρθηκε ότι η έρευνα αυτοκινήτου ή ακόμα και η είσοδος σε τόπο άλλο από κατοικία, δεν αποτελεί αντικείμενο συνταγματικής ρύθμισης, οπότε και η ενδεχόμενη μη τήρηση του Νόμου, ακόμα και ως προς τα προαπαιτούμενα της, θα ξέφευγε της εμβέλειας της νομολογίας αναφορικά με το ανεπίτρεπτο αποδοχής μαρτυρίας, αφού αυτό συναρτάται προς συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα. Όσον αφορά το τι συνιστά εύλογη υποψία στην ΑΙ-Hamad ανωτέρω αποφασίσθηκε ότι όσον αφορά τους όρους «εύλογη υποψία» και «εύλογη πίστη» που απαντούνται σε διάφορα άρθρα της νομοθεσίας παρόλο που οι έννοιες των λέξεων "πίστη" και "υποψία" δεν είναι ταυτόσημες, καταλήγουν να έχουν την ίδια σημασία στα πλαίσια των άρθρων αυτών που προσδιορίζουν τις προϋποθέσεις για τη διενέργεια έρευνας και την κατάσχεση αντικειμένων. Ως συνάγεται από την πιο πάνω υπόθεση για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει η απαιτούμενη εύλογη υποψία πρέπει να κριθεί, με βάση τα γεγονότα και στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι τέτοια υποψία δημιουργήθηκε ειλικρινά και εύλογα, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στο μυαλό του προσώπου που έκανε την έρευνα. Περαιτέρω από τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα των Λοίζου και Πική, Criminal Procedure in Cyprus, υπό το Κεφάλαιο «Arrest and Search» σελ. 11-30 προκύπτει ότι η υποψία πρέπει να είναι εύλογη με την έννοια ότι τέτοια θα εδημιουργείτο στο μυαλό ενός λογικού ανθρώπου, ο οποίος γνώριζε τα όσα γνώριζε ο έχων την εύλογη υποψία κατά τον κρίσιμο χρόνο. Τέλος ως συνάγεται από την Tinker v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2006)2 Α.Α.Δ. 411 οι πληροφορίες ή τα στοιχεία που δημιουργούν την εύλογη υποψία μπορεί να είναι εξ ακοής με την έννοια ότι δεν απαιτείται να είναι στην προσωπική γνώση αυτού που κάνει την έρευνα αλλά μπορεί να του μεταφέρονται από κάποιον άλλο στον οποίο δίδονται ή ο οποίος έχει προσωπική γνώση ή με κάποιο άλλο τρόπο. Δεν είναι δε ανάγκη τα στοιχεία αυτά να συνιστούν μαρτυρία που να ικανοποιεί εκ πρώτης όψεως ενοχή. Εν πάση περιπτώσει στην εξέταση τέτοιων θεμάτων πρέπει να αποφεύγονται «μηχανιστικές προσεγγίσεις που θα απομάκρυναν από την ουσία και θα μετέτρεπαν τα κεφαλαιώδη ζητήματα του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και της εξιχνίασης των εγκλημάτων σε ζητήματα τύπου» (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 411). Το δε βάρος απόδειξης του εκάστοτε επίδικου θέματος (ή απόρριψης της ένστασης της υπεράσπισης) σε μια δίκη εντός δίκης παραμένει στους ώμους της κατηγορούσας αρχής και στο βαθμό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η δε μαρτυρία της δίκης εντός δίκης προσεγγίζεται ώστε να αποφασισθεί το συγκεκριμένο επίδικο θέμα, έχοντας πάντα κατά νου ότι κατά την αξιολόγηση πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα του κατηγορούμενου. Αυτό επιβάλλει λοιπόν περιορισμούς στον σχολιασμό της μαρτυρίας και στη διατύπωση ευρημάτων (βλ. Petri v. The Republic
(1968)2 CLR 40). Στην βάση των πιο πάνω αρχών θα προχωρήσω στην εξέταση των θεμάτων που εγείρονται στην παρούσα, αρχίζοντας από το κατά πόσο η κατάσχεση των Τεκμηρίων 5, 7 και 8 Δ.Δ. έγινε κατά παράβαση του άρθρου 12
(1)του Κεφ. 54, που σύμφωνα με την εισήγηση της υπεράσπισης, ως ειδικότερη διάταξη που αφορά εκρηκτικές ύλες, υπερισχύει του άρθρου 33 του Κεφ. 155. Η πιο πάνω θέση της υπεράσπισης, λαμβανομένων υπόψην και των δεδομένων της παρούσας, δεν με βρίσκει σύμφωνο και εξηγώ. Για να μπορεί η εν λόγω διάταξη να θεωρηθεί ως ειδικότερη δεν είναι αρκετό η περίπτωση να αφορά την κατάσχεση εκρηκτικών υλών. Θα πρέπει να εξετασθούν και οι συνθήκες υπό τις οποίες γίνεται η έρευνα. Είναι ξεκάθαρο από το λεκτικό του άρθρου 12
(1)του Κεφ. 54 ότι αυτό ρυθμίζει την περίπτωση που η έρευνα δεν γίνεται δυνάμει εντάλματος έρευνας αλλά στη βάση εύλογης υποψίας ότι σε συγκεκριμένο χώρο βρίσκεται εκρηκτική ύλη. Αντίθετα η διάταξη του άρθρου 33 ρυθμίζει τις περιπτώσεις όπου στα πλαίσια εκτέλεσης συγκεκριμένου εντάλματος έρευνας εντοπίζεται κάποιο αντικείμενο (οποιουδήποτε είδους) που δεν αναφέρεται στο ένταλμα αλλά για το οποίο υπάρχει εύλογη υποψία ότι διαπράχτηκε ή σκοπεύεται να διαπραχτεί ποινικό αδίκημα. Από τα όσα τέθηκαν σχετικά στην παρούσα αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι όλα τα επίδικα τεκμήρια κατασχέθηκαν από τον Μ.Κ.1, ο οποίος κατά τον χρόνο εκείνο ήταν Αρχιαστυφύλακας, είχε δηλ. βαθμό κατώτερο του Λοχία. Αποτελεί επίσης κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι ο εντοπισμός και η κατάσχεση αυτών έγινε κατά την εκτέλεση συγκεκριμένου εντάλματος έρευνας που αφορούσε τόσο την εξοχική κατοικία του κατηγορούμενου στον Αγ. Θεράποντα, όσο και το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής KLM461, εντός του οποίου εντοπίσθηκαν αυτά καθώς και ότι κανένα από τα υπό αναφορά τεκμήρια δεν αναφέρονταν στο ένταλμα έρευνας (Τεκμήριο 10 Δ.Δ.). Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω κρίνω ότι στην παρούσα, έστω και έαν τα υπό αναφορά τεκμήρια μπορούν να θεωρηθούν ως εκρηκτικές ύλες, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 12
(1)του Κεφ. 54 αλλά το άρθρο 33 του Κεφ.
- Αυτό λοιπόν που πρέπει να εξετασθεί στην συνέχεια είναι κατά πόσο σε σχέση με τα επίδικα τεκμήρια ο Μ.Κ.1 είχε εύλογη αιτία να πιστεύει (ήτοι εύλογη υποψία) ότι διαπράχτηκε ή σκοπεύεται να διαπραχτεί ποινικό αδίκημα. Θα πρέπει κατ' αρχήν να λεχθεί ότι δέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ.
- Η μαρτυρία του ήταν σταθερή, λογική και συνεπής και δεν παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε για ποιο λόγο κατάσχεσε έκαστο των επίδικων τεκμηριών παρά το ότι δεν αναγραφόταν στο ένταλμα έρευνας που εκτελούσε (Τεκμήριο 10 Δ.Δ.). Ως έχει προαναφερθεί το κατά πόσο εύλογα δημιουργήθηκε η υποψία κρίνεται με βάση όλα τα στοιχεία που είχε ύποψη του ο ενεργών την έρευνα κατά τον κρίσιμο χρόνο. Οι πληροφορίες δε και τα στοιχεία που δημιουργούν την εύλογη υποψία μπορεί να είναι εξ ακοής με την έννοια ότι δεν απαιτείται να είναι στην προσωπική γνώση αυτού που κάνει την έρευνα. Στην παρούσα ο Μ.Κ.1 είχε στην κατοχή του και έπρεπε καθηκόντως να εκτελέσει ένα ένταλμα έρευνας, όπου αναγράφονταν συγκεκριμένα αντικείμενα αλλά και ένα ένταλμα σύλληψης για συγκεκριμένα αδικήματα. Η εκτέλεση δε κάθε εντάλματος γίνεται στην βάση των όσων αυτό αναφέρει και όχι της ένορκης δήλωσης στην οποία στηρίχθηκε το αίτημα για έκδοση του. Συνεπώς το ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης στην βάση της οποίας εκδόθηκε το ένταλμα σύλληψης δεν μεταβάλλει τα δεδομένα που είχε υπόψην του. Όσον αφορά τα φυσίγγια που εντόπισε και κατάσχεσε είπε ότι αυτά ενέπιπταν στις εκρηκτικές ύλες που αναφέρονταν στο ένταλμα σύλληψης. Δεν τα κατάσχεσε όμως μόνο για αυτόν το λόγο. Ανέφερε περαιτέρω ότι επρόκειτο για κλειστή περίοδο για το κυνήγι και η μεταφορά αυτών των φυσιγγίων χωρίς άδεια ήταν παράνομη. Περαιτέρω όσον αφορά τα φυσίγγια (Τεκμήριο 5 Δ.Δ.) είπε ότι το περιεχόμενο αυτών απαγορεύεται στην Κύπρο. Το γεγονός ότι αργότερα την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε για τα αδικήματα που προέκυπταν στην βάση του εντοπισμού των επίδικων τεκμηρίων (βλ. τεκμήριο 12 Δ.Δ.), μεταξύ άλλων και για το συγκεκριμένο πλέον αδίκημα της κατοχής σφαιρών κυνηγετικού όπλου που απαγορεύεται, δεν μεταβάλλει το ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ο Μ.Κ.1 είχε υπόψην του ότι το ένταλμα σύλληψης του κατηγορούμενου αφορούσε και αδίκημα κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών, κάτι που αποτελούσε περιεχόμενο των φυσιγγίων που κατάσχεσε. Αναφορικά δε με τα ρόπαλα και το μαχαίρι ανέφερε ότι τα κατάσχεσε (προφανώς ως εκ της φύσης τους) σε σχέση με το αδίκημα της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση που επίσης αναφερόταν στο ένταλμα σύλληψης που υπήρχε εναντίον του κατηγορούμενου. Το ότι δεν γνώριζε τους σκοπούς της εγκληματικής οργάνωσης δεν καθιστά την κατάσχεση τους παράνομη καθότι ως πολύ ορθά είπε αυτό ήταν θέμα περαιτέρω διερεύνησης. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω γεγονότα και τα στοιχεία που είχε σε γνώση του ο Μ.Κ.1 κατά τον κρίσιμο χρόνο δηλ. του εντοπισμού των επίδικων τεκμηρίων, κρίνω ότι αντικειμενικά, εύλογα και ειλικρινά του δημιούργησαν την υποψία ότι σε σχέση με αυτά τα τεκμήρια διαπράχτηκε ποινικό αδίκημα. Κατ' επέκταση κρίνεται ότι νόμιμα, στην βάση του άρθρου 33 του Κεφ. 155 τα κατάσχεσε, παρά το ότι δεν αναγράφονταν στο ένταλμα έρευνας δυνάμει του οποίου έκανε την έρευνα. Τέλος αυτό που χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσο η μη προσαγωγή των επίδικων τεκμηρίων σε Δικαστή, μετά την κατάσχεση τους, ώστε να εκδοθεί διάταγμα σε σχέση με την κατακράτηση ή διάθεση τους, καθιστά αυτά ως μη αποδεκτή μαρτυρία. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι δεν εκδόθηκε κανένα διάταγμα για την κατακράτηση ή διάθεση των επίδικων τεκμηρίων. Δεν έγινε καν οποιοδήποτε σχετικό διάβημα από πλευράς Αστυνομίας. Ο λόγος δε που δεν έγινε κάτι τέτοιο δεν εξηγήθηκε. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι, ως αναγνώρισε άλλωστε προς τιμή του και ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, δεν στοιχειοθετήθηκε η θέση που εξέφρασε ο Μ.Κ.3 για κάποια σχετική συμφωνία κατηγορούμενου και Αστυνομίας. Αυτό που ο εν λόγω μάρτυρας φαίνεται ότι γνώριζε σχετικά και προέβη ουσιαστικά σε κάποιο σχετικό συμπέρασμα, είναι ότι επιστράφηκαν στον κατηγορούμενο κάποια άλλα τεκμήρια που παραλήφθηκαν κατά τις έρευνες που έγιναν και αυτός υπέγραψε σχετικό έντυπο παραλαβής. Αυτό όμως δεν καταδεικνύει συγκατάθεση του κατηγορούμενου να μην προσκομισθούν τα επίδικα τεκμήρια προς έκδοση διατάγματος. Άλλωστε από τη σχετική νομοθεσία και νομολογία δεν προκύπτει ότι τέτοια συγκατάθεση διορθώνει την παρατυπία. Από την άλλη η εν λόγω παράλειψη της Αστυνομίας να ακολουθήσει πιστά την προβλεπόμενη από το άρθρο 33 διαδικασία αφορά το τι έγινε μετά την κατάσχεση των τεκμηρίων. Με άλλα λόγια δεν αλλοιώνει το ουσιώδες γεγονός ότι αυτά λήφθηκαν νόμιμα. Αποτελεί κατά την κρίση μου μια απλή παρατυπία, η οποία δεν καθιστά αυτά ως παράνομη και μη αποδεκτή μαρτυρία. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Αυξεντίου άλλως Μπίλλυς ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 5. Η θέση δε της υπεράσπισης ότι η εν λόγω υπόθεση δεν εφαρμόζεται στην παρούσα γιατί εκεί τα τεκμήρια είχαν παραληφθεί στη βάση δικαστικού εντάλματος έρευνας και είχαν σχέση με την υποψία της Αστυνομίας με βάση την οποία εκδόθηκε το ένταλμα, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Αυτό γιατί κάτι τέτοιο θα οδηγούσε κατά την κρίση μου σε ματαίωση του σκοπού που επιδιώκουν οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες, στην βάση αδικαιολόγητης διαφοροποίησης σε περιπτώσεις, όπως στην παρούσα, όπου τεκμήρια εντοπίζονται και κατάσχονταν νόμιμα στην βάση εύλογης υποψίας, κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας, έστω και εάν αυτό δεν τα αναφέρει (βλ. άρθρο 33 Κεφ. 155). Ακόμη όμως και εάν εθεωρείτο ότι η μη έκδοση σχετικού διατάγματος κατακράτησης ή διάθεσης των περί ου ο λόγος τεκμηρίων καθιστά την ενέργεια της Αστυνομίας να τα κρατήσει παράνομη, αυτό δεν θα οδηγούσε κατά την κρίση μου αυτόματα στον αποκλεισμό τους ως μαρτυρία. Ως έχει προαναφερθεί στην παράθεση της νομικής πτυχής, εφόσον δεν τίθεται θέμα παραβίασης συνταγματικού δικαιώματος του κατηγορουμένου η μαρτυρία που κρατείται παράνομα δεν αποκλείεται αυτόματα. Το θέμα εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται στην βάση συγκεκριμένων αρχών (βλ. Parris ανωτέρω όπου ουσιαστικά υιοθετήθηκαν οι αρχές της R v. Sang [1979] 2 All E.R. 1222). Το Δικαστήριο έχει δε πάντοτε διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να δεχθεί μαρτυρία αν κατά την γνώμη του ο δυσμενής της επηρεασμός υπερισχύει της αποδεικτικής της αξίας. Το γεγονός ότι η μαρτυρία έχει μεγάλη αποδεικτική αξία δεν την καθιστά απαράδεκτη αλλά αντίθετα όσο πιο μεγάλη είναι η αποδεικτική της αξία τόσο πιο δύσκολος καθίσταται ο αποκλεισμός της. Η μαρτυρία δεν επηρεάζει δυσμενώς τον κατηγορούμενο επειδή είναι ενοχοποιητική. Τέτοιος δυσμενής επηρεασμός υπάρχει αν η αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας δημιουργεί συνθήκες μη δίκαιης δίκης. Στην παρούσα τα επίδικα τεκμήρια είναι ουσιαστικά ταυτισμένα με τις σχετικές με αυτά κατηγορίες και άρα η αποδεικτική τους αξία είναι πολύ μεγάλη. Ως δε προκύπτει από τα ανωτέρω αυτά λήφθηκαν-κατασχέθηκαν νόμιμα. Δεν έχει δε καταδειχθεί ότι η κατακράτηση τους από την Αστυνομία, χωρίς διαταγή του Δικαστηρίου, έχει επηρεάσει με οποιονδήποτε τρόπο, πόσο μάλλον δυσμενώς, τον κατηγορούμενο είτε στην υπεράσπιση του είτε άλλως. Η δε αποδοχή τους δεν φαίνεται να δημιουργεί συνθήκες μη δίκαιης δίκης για τον κατηγορούμενο. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω κρίνω ότι η ένσταση της υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται. Συναφώς επιτρέπεται να παρουσιασθούν ως τεκμήρια-μαρτυρία στο Δικαστήριο τα Τεκμήρια Α-Ζ προς αναγνώριση (Τεκμήρια 3-9 Δ.Δ.). (Υπ.) ........................................... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινική - Ενδιάμεση - Δίκη εντός δίκης - Παρανόμως ληφθείσα και κρατηθείσα μαρτυρία) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο