← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Μιχάλης Φελλάς, Αρ. Υπόθεσης: 93/2012, 30/6/2015

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Μιχάλης Φελλάς, Αρ. Υπόθεσης: 93/2012, 30/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 93/2012 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον Μιχάλης Φελλάς Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:30/6/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Βένη Δανηιλίδου Ο κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως και είναι παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 331, 333, 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία του μηνός Μαίου 2009 στη Λεμεσό, συνωμότησε με τον Σταύρο Μιχαηλίδη από την Λεμεσό να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή πλαστογραφία εγγράφου. Η δεύτερη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α), 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 26ην Μαίου 2009 στη Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση κατάρτισε πλαστό έγγραφο, δηλαδή φιλική δήλωση τροχαίου ατυχήματος, η οποία εμφανιζόταν ότι ήταν, ενώ δεν ήταν στην πραγματικότητα. Η τρίτη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339, 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 26ην Μαίου 2009 στη Λεμεσό, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή το έγγραφο που αναφέρεται στην δεύτερη κατηγορία. Η τέταρτη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της απόπειρας απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298

(2)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 130
(1)/2006 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 26ην Μαίου 2009 στη Λεμεσό, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, αποπειράθηκε να αποσπάσει από την ασφαλιστική εταιρεία ΄΄OLYMPIC΄΄ χρήματα με ψευδείς παραστάσεις και που προφορικώς έχει διευκρινιστεί ότι πρόκειτο για την ύπαρξη του ατυχήματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, σχετικό είναι το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο στοιχειοθετεί το αυτοτελές αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στην Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από την φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Σχετική επί του θέματος, είναι η υπόθεση Giani εναντίον Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 . Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από την στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα και δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από την συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο και η ύπαρξη της συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό της συνωμοσίας. Στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και συνεπώς ούτε συνωμοσία και το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους είναι πολύ λεπτή και δεν είναι δυνατό να καθοριστεί και συνεπώς το ζήτημα είναι πραγματικό. Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για την διάπραξη του αδικήματος. Αναφορικά με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, σχετικά είναι τα άρθρα 331 και 333(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπου προνοούν τα ακόλουθα: <<331. Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης>>. <<333. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα>> Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας λοιπόν είναι: 1. Ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου 2. Με σκοπό καταδολίευσης. Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης δίδεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold Archbold 35th ed. σελ. σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του. Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ακόμη και η πιθανότητα βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Τέλος στη Georghiou (ανωτέρω) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Αναφορικά με το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας, σχετικό είναι το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: << Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος>>. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: — Η ύπαρξη πλαστού εγγράφου που είναι σε γνώση του κατηγορουμένου. — Η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου από τον κατηγορούμενο με δόλιο τρόπο. Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό, έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω σχετική παραπομπή σε αυθεντίες και νομολογία, ως επίσης κατατοπιστικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice & Evidence 2003 p.357, Par. B6.2. <<Falsification, False Statements and False Instruments B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments. As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original)>>. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο, είναι η κυκλοφορία του εγγράφου αυτού από τον κατηγορούμενο. Ένα επιπλέον στοιχείο που απαιτείται για απόδειξη του αδικήματος, είναι ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό. Η γνώση μπορεί να είναι άμεση όταν πχ είναι παρών στην πλαστογράφηση του εγγράφου ή έμμεση όταν προκύπτει από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Ένα άλλο βασικό στοιχείο, είναι η ύπαρξη δόλου κατά την κυκλοφορία του εγγράφου. Το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα με το στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας του εγγράφου. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η κυκλοφορία ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη πρόθεση καταδολίευσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου, μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η "γνώση" και ο "δόλος" μπορούν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα, συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Σύμφωνα με τους Κανόνες του Αγγλικού Κοινοδικαίου στην Αγγλία πριν από το 1913 σε περιπτώσεις πλαστογραφίας χρησιμοποιόταν η φράση "με πρόθεση καταδολίευσης" (with intent to the fraud). Το 1913 ψηφίστηκε ο Νόμος The Forgery Act 1913 το άρθρο 1
(1)του οποίου προνοεί ότι: "A person is guilty of a forgery if he makes a false instrument, with the intention that he or another shall use it to induce somebody to accept it as genuine, and by reason of so accepting it to do or not to do some act to his own or any other person´s prejudice." Αργότερα τα Αγγλικά Δικαστήρια καθόρισαν την πλαστογραφία ως τη "δημιουργία ενός πλαστού εγγράφου ή αντικειμένου με σκοπό την καταδολίευση". (Βλ. υπόθεση R. v. Parkers and Brown
(1977)2 LEACH 775). Όπως έχει ερμηνεύσει το θέμα ο Δικαστής Denning στην υπόθεση Weltham v. D.P.P.
(1960)1 All E.R. 805 "Put shortly "with intent to defraud" means "with intent to practice a fraud" on someone or other. It need not be anyone in particular. Someone in general will suffice. If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough." Αναφορικά με το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας, σχετικά είναι τα άρθρα 297 και 298
(2)του Ποινικού Κώδικα τα οποία προνοούν τα ακόλουθα: «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» < <Άρθρο 298
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων>>. Στο άρθρο 366 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 περιέχεται ο ορισμός της απόπειρας για διάπραξη ποινικού αδικήματος και πιο συγκεκριμένα: ΄΄Όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεση του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει. Είναι αδιάφορο, εκτός καθόσον αφορά στην ποινή, κατά πόσο ο υπαίτιος διενήργησε οτιδήποτε το οποίο ήταν αναγκαίο εκ μέρους του για συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή κατά πόσο η πλήρης πραγμάτωση της πρόθεσης του αποτράπηκε λόγω περιστατικών ανεξάρτητων από τη βούληση του ή κατά πόσο υπαναχώρησε εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσης του. Είναι αδιάφορο ότι, λόγω περιστατικών που δεν είναι γνωστά στον υπαίτιο, η πραγμάτωση του ποινικού αδικήματος ήταν εξ αντικειμένου αδύνατος.΄΄ Επομένως, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά είναι: Α) η πρόθεση διάπραξη ποινικού αδικήματος Β) η έναρξη εφαρμογής της πρόθεσης με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της Γ) η έμπρακτη εκδήλωση της πρόθεσης Δ) η μη συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος Με βάση την πρώτη και την δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 366 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το αδίκημα στοιχειοθετείται και στις περιπτώσεις όπου: Α) ο αδικοπραγών δεν πράττει οτιδήποτε είναι αναγκαίο εκ μέρους του για την συμπλήρωση του ποινικού αδικήματος Β) η διάπραξη του αδικήματος αποτρέπεται από γεγονότα ανεξάρτητα από την βούληση του Γ) ο αδικοπραγών υπαναχωρεί εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσης του και Δ) ο αδικοπραγών δεν γνωρίζει ότι η διάπραξη του ποινικού αδικήματος είναι εξ΄ αντικειμένου αδύνατη Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με τα υπό αναφορά αδικήματα, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθούν αυτά πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold σελ. 775 ανωτέρω όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Σε διάφορα στάδια της διαδικασίας, έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα τα οποία έχουν εγκριθεί από το Δικαστήριο και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν αυτολεξεί, διότι αυτά είναι καταγεγραμμένα αυτούσια στα πρακτικά της παρούσας διαδικασίας, πλην όμως θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω κατά το στάδιο της αξιολόγησης. Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο Α/αστ. 2187 κος Νίκος Πουγιούκκας. Ο εν λόγω μάρτυρας στην κατάθεση του και επιπρόσθετα στην προφορική του μαρτυρία, αναφέρθηκε στα καθήκοντα και προσόντα του, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος έχει συλληφθεί και έχει παραμείνει υπό κράτηση στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, ως επίσης και στην λήψη σχετικού μαρτυρικού υλικού. Εξέφρασε την θέση και άποψη ότι δεν έχει γίνει το τροχαίο ατύχημα για τους λόγους που έχει εξηγήσει και γενικά ο μάρτυρας περιέγραψε τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και γενικά ανέφερε όσα γνώριζε αναφορικά με το τεκμήριο 5, το οποίο είναι ο κύριος πυρήνας της παρούσας υπόθεσης και θα γίνει σχετική αξιολόγηση πιο κάτω. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε η κα Μαρία Ιωαννίδου, η οποία είναι υπεύθυνη του ποινικού τμήματος του πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία η μαρτυρία της είναι τυπικής φύσεως, διότι απλά έδωσε μαρτυρία αναφορικά με προηγούμενη υπόθεση που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος με τις ίδιες κατηγορίες και η οποία διεκόπη και ο κατηγορούμενος απαλλάγηκε. Ως κύριο και πρώτιστο, αλλά όχι μοναδικό μάρτυρα για να στηρίξει την θέση της κατηγορούσας αρχής ότι το ατύχημα ήταν ουσιαστικά εικονικό, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε τον Μ.Κ. 3 αστ. 2009 κ. Αντώνη Αντωνίου. Ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρθηκε στην εμπειρία και καθήκοντα του στον κλάδο διερεύνησης ατυχημάτων, τονίζοντας ταυτόχρονα ότι δεν είναι εκτιμητής ζημιών. Απέδωσε και επεξήγησε την θέση του ότι το ατύχημα δεν έχει γίνει με τις υπάρχουσες ζημιές τις οποίες και χαρακτήρισε κυρίως ως δυσανάλογες, αλλά και αδικαιολόγητες με βάση τις θέσεις των εμπλεκόμενων οδηγών, δίνοντας εξηγήσεις και ερμηνείες ως προς την φορά του οχήματος του κατηγορουμένου και τις ζημιές που υπήρχαν σε αυτό. Εξιστόρισε επίσης όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του στην έκταση που είχε η δική του εμπλοκή και έρευνα, περιέγραψε την επίδικη σκηνή και τις φωτογραφίες που λήφθηκαν από την σκηνή και από τα εμπλεκόμενα οχήματα, δίνοντας και αιτιολογόντας τις δικές του εκτιμήσεις, ευρήματα και συμπεράσματα. Ως Μ.Κ. 4 κατέθεσε ο κ. Αγαθοκλής Λουκαίδης. Ο εν λόγω μάρτυρας έδωσε μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ενοικίασε το όχημα ενοικιάσεως στον άλλον οδηγό και που σχετιζόταν με το επίδικο ατύχημα, ως επίσης και τα όσα έχει πληροφορηθεί αναφορικά με τις ζημιές των ενεχόμενων αυτοκινήτων και ιδίως του οχήματος που η επιχείρηση του έχει ενοικιάσει και την μερική αποζημίωση που υπήρξε. Ως Μ.Κ. 5 κατέθεσε ο κ. Πέτρος Σωκράτους. Ο εν λόγω μάρτυρας έδωσε μαρτυρία για τα όσα γνώριζε όχι για το ατύχημα που έγινε τον Μάιο του 2009, αλλά για το ατύχημα που έγινε λίγους μήνες πριν του ιδίου έτους με εμπλεκόμενο το όχημα του κατηγορούμενου και ένα άλλο όχημα. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέβη σε μερική επιδιόρθωση των ζημιών που υπέστη το όχημα του κατηγορουμένου και τις οποίες έχει περιγράψει, ως επίσης και τα όσα έχουν λεχθεί μεταξύ του ιδίου και του κατηγορουμένου αναφορικά με τους λόγους που τελικώς έγινε μερική επιδιόρθωση ζημιών και μερική χρηματική καταβολή. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και μετά την επεξήγηση των δικαιωμάτων στον κατηγορούμενο, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και κάλεσε έναν μάρτυρα υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι είναι αθώος και ότι επεσυνέβηκε το δυστύχημα και το απέδωσε στην κακή στιγμή και το μόνο που ευχόταν ήταν να μην πάθει κάτι ο γιος του που ήταν συνοδηγός και περαιτέρω απέδωσε τα όσα του καταλογίζονται στο άτομο που νόμιζε ότι προσπάθησε ο κατηγορούμενος να τον ξεγελάσει. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη τόσο το πρώτο τροχαίο ατύχημα, όσο και το δεύτερο, περιέγραψε την επίδικη σκηνή παραπέμποντας τόσο σε φωτογραφίες του τεκμηρίου 6, όσο και του τεκμηρίου 25, περιγράφοντας τις ζημιές που υπέστη το αυτοκίνητο του, απορρίπτοντας σχετικές υποβληθείσες θέσεις ότι οι ζημιές δεν δικαιολογούνται με την περιγραφή που απέδωσε, ότι το δυστύχημα ήταν εικονικό και ότι προσπάθησε να αποσπάσει χρήματα από την ασφαλιστική εταιρεία διεκδικώντας αποζημιώσεις για προυπάρχουσες ζημιές. Ως Μ.Υ.1, κατέθεσε ο κ. Νεοκλής Νεοκλέους, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 24. Ο μάρτυρας στην κατάθεση του, αναφέρει ότι είναι ιδιοκτήτης γκαράζ ισιωμάτων στην Λεμεσό και ότι την επίδικη βραδιά, έλαβε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο τον οποίο και γνωρίζει και ενημερώθηκε για ένα ατύχημα που είχε. Ο μάρτυρας μετέβηκε στο μέρος, όπου και εντόπισε τον κατηγορούμενο μαζί με τον γιο του, τον οδηγό του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος και τον υπάλληλο ενός συνεργείου. Εκεί εντόπισε τα εμπλεκόμενα οχήματα, ο κατηγορούμενος του ζήτησε όπως του επιδιορθώσει το όχημα του, του εξήγησε πως έγινε το ατύχημα, στην σκηνή κατεύθασαν αντιπρόσωποι των ασφαλιστικών εταιρειών όπου έβγαλαν και φωτογραφίες, η αστυνομία η οποία ρώτησε εάν υπήρχαν τραυματίες και αν έχουν ειδοποιηθεί οι ασφάλειες και όταν έχουν ενημερωθεί ότι οι ασφάλειες έχουν ενημερωθεί και ότι δεν υπήρχαν τραυματίες απεχώρησε από την σκηνή η αστυνομία. Ακολούθως, μετέφερε τον κατηγορούμενο και τον γιο του στο σπίτι τους και το όχημα του κατηγορουμένου μεταφέρθηκε στο γκαράζ του εν λόγω μάρτυρα, όπου τις επόμενες μέρες έλαβε τηλεφώνημα από την κοινοπραξία και του ανέφεραν να μην προχωρήσει, διότι το όχημα του κατηγορουμένου πιθανόν να εμπλεκόταν σε εικονικό ατύχημα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, ως επίσης και στην αντεξέταση του, αναφέρθηκε και έδωσε την δική του εκδοχή για το επίδικο ατύχημα, σε συνάρτηση με κατατεθειμένες ως τεκμήρια σχετικές φωτογραφίες και έδωσε την δική του εκτίμηση αναφορικά με τις ζημιές για τις οποίες έχει ερωτηθεί, ως επίσης αναφέρθηκε και στην σκηνή του ατυχήματος. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Αναφορικά με την μαρτυρία του Μ.Κ. 1, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις. Ως προς τα όσα έχει αναφέρει ο μάρτυρας στην κυρίως εξέταση του για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει συλληφθεί ο κατηγορούμενος και τέθηκε υπό κράτηση, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε την κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ως επίσης και την λήψη των τεκμηρίων 3 έως 5, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο. Όμως, για τα όσα έχει αναφέρει κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δεν δύναται να στηριχθεί στην μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που να υποστηρίζουν την θέση της κατηγορούσας αρχής περί εικονικού ατυχήματος και κατ΄ επέκταση διάπραξης των επιδίκων αδικημάτων. Ειδικότερα, ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε, ότι το επίμαχο τεκμήριο, ήτοι το τεκμήριο 5, το πίσω μέρος του εγγράφου στο οποίο γίνεται περιγραφή του ατυχήματος και που είναι ο πυρήνας της παρούσας υπόθεσης, δεν το έχει συμπληρώσει και ούτε το έχει υπογράψει ο κατηγορούμενος, παρά μόνο ο Μιχάλης Μιχαήλ (τεκμήριο 15) και συνακόλουθα δεν τίθεται θέμα εμπλοκής του κατηγορουμένου στην ισχυριζόμενη πλαστογράφηση, ήτοι στην ψευδή αναγραφή επί του εν λόγω εγγράφου και γενικά τα όσα έχουν αναφερθεί αναφορικά με τις συνθήκες σύνταξης του εν λόγω εγγράφου, σε συνδυασμό με την αξιολόγηση που θα γίνει πιο κάτω και με τα παραδεκτά γεγονότα (τεκμήριο 15), δεν δύνανται να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα της συνωμοσίας, ως έχει αναλυθεί πιο πάνω. Βεβαιώς δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος κατά την αντεξέταση του, αποδέχεται το περιεχόμενο του τεκμηρίου 5 που σχετίζεται με την περιγραφή του ατυχήματος και το Δικαστήριο για τους λόγους που θα εξηγηθούν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου, αποδέχεται ότι έχει γίνει ατύχημα και ότι έχουν προκληθεί ζημιές, σε συνδυασμό βεβαίως και με την λοιπή αξιολόγηση των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας και συνακόλουθα δεν τίθεται θέμα ψευδούς αναγραφής επί του τεκμηρίου
  1. Ο κατηγορούμενος επίσης ανέφερε, θέση την οποία το Δικαστήριο αποδέχεται, ότι συμπλήρωσε μόνο τα στοιχεία του επί του τεκμηρίου 5 και όχι την περιγραφή του ατυχήματος και ότι δεν είχε εμπλοκή και γενικά συνεννόηση με τον οδηγό του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος και συνακόλουθα δεν στοιχειοθετείται η συνωμοσία με την έννοια που έχει αναλυθεί πιο πάνω. Η εκτίμηση του μάρτυρα ότι δεν έχει γίνει το ισχυριζόμενο ατύχημα, δεν δύναται να έχει αποδεικτική βαρύτητα, διότι ο μάρτυρας δεν έχει μεταβεί στην σκηνή και μάλιστα την επίδικη ημερομηνία με την έννοια της επιτόπιας εξέτασης και αυτοψίας και μετά που θα έβλεπε τα ενεχόμενα οχήματα, οδηγούς και ζημιές, για να προβεί σε ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα, παρά μόνο είδε τα οχήματα στο γκαράζ, απουσιάζοντας έτσι το πλεονέκτημα που θα του παρείχε τέτοια εξέταση για να έχει ιδία γνώμη της όλης σκηνής και των εμπλεκόμενων οχημάτων, αλλά και των οδηγών κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επίσης η μη εξέταση του τοίχου επί του οποίου υπήρχε ισχυρισμός ότι το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου προσέκρουσε, αφήνει την εκτίμηση του περί μη ύπαρξης ατυχήματος και συνακόλουθα περί πλαστογραφίας του τεκμηρίου 5 μετέωρη και την έρευνα του πλημμελή, διότι η σύγκρουση στον τοίχο αποτελεί από μόνη της έναν πολύ σημαντικό ισχυρισμό ο οποίος έπρεπε να διερευνηθεί, που εν πάσει περιπτώσει για αυτό το θέμα θα γίνει ειδική αναφορά κατά την αξιολόγηση του Μ.Κ.
  2. Αναφορικά με την μαρτυρία της Μ.Κ. 2, το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχεται την μαρτυρία της στην ολότητα της ως αληθή και αξιόπιστη, διότι η μαρτυρία της επικεντρώθηκε σε τυπικής φύσεως ζητήματα τα οποία δεν έχουν ουσιαστικά αμφισβητηθεί. Αναφορικά με την μαρτυρία του Μ.Κ. 3, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις. Ως προς τα προσόντα του εν λόγω μάρτυρος, το Δικαστήριο έχει πειστεί ως προς τα προσόντα του μάρτυρα και την εμπειρία του. Όμως το Δικαστήριο κρίνει, ότι τα προσόντα και οι εμπειρίες του εν λόγω μάρτυρα, λόγω του ότι δεν επεκτείνονται και σε εξειδίκευση σε θέματα εκτίμησης ζημιών, δεν παρέχουν στο Δικαστήριο πρόσφορο έδαφος για να δύναται να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που να μπορούν να υπαχθούν στα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, ιδίως των κατηγοριών 1 έως
  3. Περαιτέρω, ναι μεν ο μάρτυρας μετέβη στην σκηνή την ημέρα του ατυχήματος, πλην όμως το γεγονός ότι απεχώρησε από την σκηνή χωρίς να προβεί σε επιτόπια εξέταση των οχημάτων, της σκηνής του ατυχήματος και να διασταυρώσει επί τόπου τα εκεί ευρήματα, σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς των εμπλεκόμενων οδηγών, στέρησε από τον μάρτυρα το συντριπτικό πλεονέκτημα που θα είχε με το να έχει ενώπιον του την πλήρη εικόνα της σκηνής του ατυχήματος με παρόντες τους οδηγούς, τα οχήματα στις θέσεις τους και την εκεί πραγματική μαρτυρία στην διάθεση του και να την αντιπαραβάλει και συγκρίνει με τους ισχυρισμούς των εμπλεκόμενων οδηγών. Το δε τεκμήριο 9, το οποίο αποτελεί το σχέδιο της σκηνής, αυτό ετοιμάστηκε στην απουσία των εμπλεκόμενων οδηγών και το Δικαστήριο κρίνει ότι με την απουσία των εμπλεκόμενων οδηγών υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, καθίσταται ακροσφαλές και διακινδυνευμένο το οποιοδήποτε επιχείρημα για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα χωρίς να έχει ζητηθεί η άποψη του κάθε εμπλεκόμενου οδηγού, όπως π.χ. η πορεία των οχημάτων και το σημείο σύγκρουσης. Η αναφορά του μάρτυρα περί οξείδωσης και συνεπώς η ζημιά να μην ήταν πρόσφατη, το Δικαστήριο κρίνει ότι, από την στιγμή που ο μάρτυρας δεν είναι ειδικός εκτιμητής ζημιών, σε συνδυασμό με την εξαγωγή των ευρημάτων και συμπερασμάτων που πηγάζουν από τα παραδεκτά γεγονότα ως θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω, δεν δύναται το Δικαστήριο να στηριχθεί σε αυτήν την θέση και ως προς το θέμα των ζημιών μεταξύ πρώτου και δεύτερου ατυχήματος, θα γίνει σχετική αξιολόγηση πιο κάτω. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να ακολουθήσει μια σταθερή γραμμή πλεύσης, ήτοι κατά πόσο έγινε ατύχημα υποστηρίζοντας ότι οι ζημιές ήταν δυσανάλογες, ή εάν έγινε μεν, αλλά οι ζημιές δεν ανταποκρίνονται στο σύνολο τους και να σχετίζονται με το εν λόγω ατύχημα σύμφωνα και με την φορά των οχημάτων. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας από την μια ανέφερε ότι δεν έγινε το ατύχημα και από την άλλη ανέφερε ότι το όχημα του κατηγορουμένου φέρει υπολείμματα σπριτς από τον τοίχο που βρίσκεται στην σκηνή του ατυχήματος και που έχει προσκρούσει το εν λόγω όχημα. Περαιτέρω, ο ίδιος ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι δεν έχει γίνει ταυτοποίηση των εξαρτημάτων που έχουν ανευρεθεί στην σκηνή του ατυχήματος και ότι υπάρχουν ειδικοί για αυτό το θέμα, πλην όμως δεν έχει προσκομιστεί σχετική μαρτυρία για αυτόν τον σκοπό, αφήνοντας περιθώριο αμφιβολίας και κενά τα οποία προκαλούν ριγματώσεις στο οικοδόμημα της κατηγορούσας αρχής. Επίσης ακροσφαλές επιχείρημα θα ήταν για το Δικαστήριο να στηριχθεί στις εξηγήσεις που έδωσε ο μάρτυρας αναφορικά με τις δυσανάλογες κατά τον ίδιο ζημιές που είχε το όχημα του κατηγορουμένου, αλλά και στο ότι θα έπρεπε το όχημα του άλλου οδηγού να είχε προεξοχές για να δημιουργήσουν αυτές τις ζημιές, όχι μόνο λόγω της πιο πάνω αξιολόγησης, ήτοι της απουσίας του συντριπτικού πλεονεκτήματος που απώλεσε από του να έχει την ίδια μέρα του ατυχήματος ιδίαν εικόνα του όλου σκηνικού, αλλά και επειδή ο μάρτυρας δεν έχει προβεί σε υψομέτρηση των σημείων όπου τα εμπλεκόμενα οχήματα έφεραν ζημιές για να γίνει σχετική ταύτιση και αξιολόγηση αυτών. Αναφορικά με την μαρτυρία του Μ.Κ. 4, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η επιχείρηση του ενοικίασε το αυτοκίνητο στον οδηγό και που αφορούσε το επίδικο περιστατικό, γεγονός που δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί. Ως προς την εκφορά γνώμης ότι το όχημα ενοικίασης φέρει υπολείμματα άσπρης μπογιάς αντί μπογιάς με χρώμα ασημί, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή δεν δύναται να έχει οποιοδήποτε βαρύτητα, εν΄ όψει της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Κ. 3 επί του θέματος των ζημιών. Σίγουρα δεν δεσμεύει το Δικαστήριο η αναφορά του μάρτυρα όταν αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ο τύπος του ατυχήματος ήταν ανακοπή πορείας, όχι μόνο λόγω της πιο πάνω αξιολόγησης του Μ.Κ. 3, αλλά και επειδή ο εν λόγω μάρτυρας δεν είναι ειδικός επί του θέματος αυτού, ήτοι ειδικός σε θέματα τροχαίων ατυχημάτων. Αναφορικά με την μαρτυρία του Μ.Κ. 5, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις. Συγκεκριμένα, το θέμα οξείδωσης που ανέφερε ο μάρτυρας κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ότι δηλαδή είναι δυνατό να δημιουργήθηκε κατά την παραμονή του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου μέχρι την επιδιόρθωση του λόγω και του χειμερινού καιρού, εν΄ όψει της πιο πάνω αξιολόγησης του Μ.Κ. 3, αλλά και των συμπερασμάτων που προκύπτουν από τα παραδεκτά γεγονότα, δεν δύνανται να προσδώσουν οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα. Όσον αφορά την θέση του ότι δεν θα μπορούσε κάποιος να εκτιμήσει την ζημιά στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου επειδή αυτό δεν έχει επιδιορθωθεί πλήρως, το Δικαστήριο κρίνει ότι ναι μεν αυτό δεν έχει επιδιορθωθεί πλήρως και αυτό ως ένα γεγονός εν γένει δεν έχει αμφισβητηθεί, πλην όμως λόγω του ότι ο μάρτυρας δεν είναι ειδικός εκτιμητής ζημιών, σε συνδυασμό με την αξιολόγηση των μαρτύρων κατηγορίας 1 και 3 και ιδίως του μάρτυρα κατηγορίας 3 και σε περαιτέρω συνδυασμό με τα ευρήματα και συμπεράσματα που προκύπτουν από τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα ως θα γίνει ειδική αξιολόγηση πιο κάτω, δεν δύναται αυτή η θέση του μάρτυρα να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα. Αναφορικά με τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα που έχουν δηλωθεί στο Δικαστήριο και που έχουν εγκριθεί, το Δικαστήριο αντλεί τα ακόλουθα συμπεράσματα. Συγκεκριμένα, από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 15, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι το επίμαχο απόσπασμα που αναγράφεται επί του εν λόγω τεκμηρίου και που περιγράφει τον τρόπο όπου έγινε το ατύχημα, δεν αναγράφηκε και δεν υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο και συνακόλουθα δεν υπάρχει μαρτυρία ικανή που να εμπλέκει τον κατηγορούμενο στην πλαστογράφηση του εν λόγω τεκμηρίου με την έννοια που έχει αναλυθεί πιο πάνω. Περαιτέρω οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει συνταχθεί το τεκμήριο 5, δεν αφήνουν περιθώρια στο Δικαστήριο για να εξάξει ασφαλή εύρημα ή συμπέρασμα που να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας ως πιο πάνω έχει αναλυθεί, αλλά και έχει αξιολογηθεί πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.
  4. Βεβαίως, συστατικό στοιχείο είναι και η γνώση περί του ψευδούς του περιεχομένου του τεκμηρίου 5 και που αφορά την περιγραφή του ατυχήματος και επί αυτού του σημείου ο κατηγορούμενος ναι μεν δεν το έχει συντάξει, αλλά συμφώνησε με αυτό. Όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι, μέσα από την αξιολόγηση των μαρτύρων κατηγορίας προέκυψαν κενά, αλλά και αμφιβολίες, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το Δικαστήριο, για τους λόγους που θα αναλυθούν πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου, αποδέχεται την θέση του ότι έχει γίνει ατύχημα και ότι δεν ήταν εικονικό και συνακόλουθα δεν τίθεται θέμα γνώσης οποιουδήποτε ψεύδους επί του τεκμηρίου 5 και συνακόλουθα δεν στοιχειοθετούνται τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Ως προς το περιεχόμενο του τεκμηρίου 12, το οποίο συνδυάζεται με το τεκμήριο 13, αλλά και 23 και που αφορά κυρίως το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις. Συγκεκριμένα τα εν λόγω τεκμήρια επικεντρώνονται στην ισχυριζόμενη απόπειρα του κατηγορουμένου να αποσπάσει χρήματα με ψευδείς παραστάσεις και που οι παραστάσεις συνίσταντο στο ότι μέρος των ζημιών υπήρχαν από το πρώτο ατύχημα που είχε ο κατηγορούμενος και που δεν το έχει δηλώσει στην ασφάλεια του. Όπως διαφαίνεται και από το τεκμήριο 13, ο κατηγορούμενος έκανε αναφορά ότι οι ζημιές του ήταν στο δεξιό μπροστινό φτερό, στο μπροστινό μέρος και στον τροχό αριστερά. Αυτές οι αναφορές του κατηγορουμένου, δεν δύνανται να στοιχειοθετήσουν απόπειρα απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και πιο συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος ψευδώς τις παρουσίασε ως νέες ζημιές, ενώ γνώριζε ότι ήταν προυπάρχουσες, διότι ως φαίνεται και στο τεκμήριο 23, διαφαίνονται ότι είναι νέες ζημιές το δεξιό φτερό και ο αριστερός τροχός και δεν έχει αναφέρει ο κατηγορούμενος οποιαδήποτε άλλη ζημιά για να ζητήσει χρήματα όπως π.χ. για τον ανεμοθώρακα. Αναφορικά με την άλλη και τελευταία αναφερόμενη ζημιά επί του τεκμηρίου 13, ήτοι για το μπροστινό μέρος και που μόνο για αυτές τις αναφερόμενες ζημιές μπορεί να υπάρχει πλέον θέση και ισχυρισμός περί απόπειρας που αφορά η τέταρτη κατηγορία, εν΄ όψει της αμέσως προηγούμενης αξιολόγησης, διότι ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε άλλες ζημιές για τις οποίες γίνεται αναφορά στο τεκμήριο 23 ως προυπάρχουσες, είναι πράγματι απορίας άξιο, εν΄ όψει και του παραδεκτού του περιεχομένου του τεκμηρίου 6, ήτοι το σετ φωτογραφιών το οποίο είναι διαφωτιστικό, από την στιγμή που το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου να είναι σε τέτοιο βαθμό παραμορφωμένο και το καπό να είναι μη εφαρμοσμένο, αλλά ανασηκούμενο και σίγουρα όταν επιδιορθώθηκε μετά το πρώτο ατύχημα δεν ήταν σε αυτήν την κατάσταση με βάση και την μαρτυρία του Μ.Κ. 5 ο οποίος ανέφερε ότι επιδιορθώθηκε το καπό για να κλείνει, ενώ στο τεκμήριο 6 δεν φαίνεται να μπορεί να κλείσει και μάλιστα από την στιγμή που για να δημιουργηθεί αυτή η ζημιά στο καπό του αυτοκινήτου, λογικά προυποθέτει επαφή του σημείου του αυτοκινήτου που είναι πιο μπροστά από το καπό και μάλιστα του μπροστινού του μέρους, ήτοι να προυποθέτει επαφή του προφυλακτήρα, να προωθείται η θέση έστω και δια μέσου του τεκμηρίου 23 το οποίο είναι παραδεκτό, ότι η ζημιά στο μπροστινό μέρος δεν μπορεί να συνδεθεί με ατύχημα, θέση η οποία δεν αντέχει καν την βάσανο της κοινής λογικής. Σίγουρα το Δικαστήριο δεν δύναται να δεσμευθεί από παραδεκτά γεγονότα εάν αυτά αντιστρατεύονται τους κανόνες της κοινής λογικής και μάλιστα όταν δεν μπορούν να συνδεθούν λογικά με άλλο παραδεκτό γεγονός και στην συγκεκριμένη περίπτωση με το τεκμήριο
  5. Ως προς την μαρτυρία του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και κρίνει ότι αυτός απαντούσε με απλότητα και φυσικό τρόπο. Το Δικαστήριο αποδέχεται την θέση του ότι έχει γίνει ατύχημα τον επίδικο χρόνο και τόπο με τον τρόπο που περιέγραψε, αλλά και υιοθέτησε ως αυτός αναγράφεται επί του τεκμηρίου 5, αν και δεν είναι αυτός που έχει συντάξει το εν λόγω τεκμήριο 5 πλην των στοιχείων του, διότι αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι την επίδικη βραδιά, μέσα από την μαρτυρία του κατηγορούμενου και του Μ.Υ. 1, ότι ο κατηγορούμενος είχε ως συνοδηγό τον γιο του και είναι τουλάχιστον αδιανόητο κάποιος να θέλει να δημιουργήσει κάποιο ατύχημα εικονικό για να εισπράξει ζημιές, διακινδυνεύοντας την ζωή, ή την σωματική ακεραιότητα του παιδιού του και είναι λογική και πειστική η αναφορά του μάρτυρα ότι η μόνη του ευχή ήταν να μην πάθει κάτι ο γιος του. Συνακόλουθα ατύχημα έγινε και δεν υπάρχει ψεύδος στο τεκμήριο 5 και συνακόλουθα δεν υπάρχει πλαστογραφία και αναπόφευκτα οι επίδικες κατηγορίες είναι έκθετες προς απόρριψη, διότι δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων. Περαιτέρω, είναι λογική η εξήγηση που έδωσε ο κατηγορούμενος για το ανασηκούμενο καπό του αυτοκινήτου του, διότι αυτό συνάδει και με την αξιολόγηση που έχει γίνει πιο πάνω κατά την αξιολόγηση των τεκμηρίων 6, 13 και
  6. Ως προς το τεκμήριο 25, λόγω της απουσίας του προσώπου που έχει προβεί στην σχετική φωτογράφηση, δεν δύναται το Δικαστήριο να στηριχθεί σε αυτό για να αντλήσει διαφώτιση και καθοδήγηση ως προς το περιεχόμενο των φωτογραφιών, αν και αυτό δεν διαδραματίζει πλέον ιδιαίτερο ρόλο, λόγω και της αποδεχθείσας και αποδειχθείσας θέσης του κατηγορουμένου ότι έχει γίνει ατύχημα της επίδικη βραδιά, αλλά και εν΄ όψει των αμφιβολιών και κενών που προέκυψαν κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων κατηγορίας που επενεργούν βεβαίως υπέρ του κατηγορουμένου. Η αναφορά του κατηγορουμένου και που αφορά τα ζητήματα της τέταρτης κατηγορίας, είναι λογικά και πειστικά και αυτά συνάδουν με την ήδη αξιολογηθείσα μαρτυρία που αφορά τα τεκμήρια 6, 13 και
  7. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Υ. 1, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αναφορά του ότι την επίδικη βραδιά βρήκε και τον γιο του κατηγορουμένου, αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί και γίνεται αποδεκτή και επί αυτού του σημείου έχει γίνει σχετική αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου. Τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας αναφορικά με το τεκμήριο 25, ισχύουν τα ίδια όσα έχουν αναγραφεί πιο πάνω κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του κατηγορουμένου. Τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας αναφορικά με τον τρόπο που έγινε το ατύχημα, δεν έχουν καμία αποδεικτική βαρύτητα, διότι ο μάρτυρας στερείται σχετικής εξειδίκευσης και ούτε ήταν αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος και συνακόλουθα συμπαρασύρονται και οι αναφορές του για την ύπαρξη οχημάτων στην επίδικη σκηνή. Επίσης, τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας αναφορικά με την πρακτική που ακολουθείται από τις ασφαλιστικές εταιρείες και που σχετίζονται με έντυπα ως αυτό του τεκμηρίου 5, δεν δύνανται να έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι ο μάρτυρας δεν είναι ειδικός και δεν δραστηριοποιείται στον ασφαλιστικό κλάδο. Εν΄ όψει της αποδοχής της μαρτυρίας του κατηγορουμένου ότι έχει γίνει ατύχημα με τον τρόπο που περιέγραψε, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έχουν δημιουργηθεί αμφιβολίες και κενά από την αξιολόγηση των μαρτύρων κατηγορίας, η αναφορές του μάρτυρα ως προς την αξία των ζημιών, δύνανται να έχουν πλέον αποδεικτική αξία μόνο στα πλαίσια αστικής διαδικασίας. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση και το Δικαστήριο έχοντας υπόψη του τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ως αυτά έχουν εκτεθεί πιο πάνω, προκύπτει ότι για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων, ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει συντάξει και ούτε υπογράψει εκείνο το επίμαχο μέρος του τεκμηρίου 5, ήτοι στο πίσω μέρος του, στο οποίο περιγράφεται ο τρόπος όπου έγινε το ατύχημα, διότι εκείνο το μέρος αναγράφηκε και υπογράφηκε από άλλο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος απλά συμπλήρωσε τα στοιχεία του στο μπροστινό μέρος του τεκμηρίου 5 το οποίο από μόνο του δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα της πλαστογραφίας διότι αυτά τα στοιχεία ήσαν αληθή. Οι συνθήκες που έχει συνταχθεί το τεκμήριο 5 δεν δύνανται να στοιχειοθετήσουν επίσης το αδίκημα της συνωμοσίας εν τη εννοία που έχει αναλυθεί πιο πάνω. Αναφορικά με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 5 και που αφορά την περιγραφή του ατυχήματος, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι αληθές και συνακόλουθα, ως έχει ήδη γίνει σχετική αναφορά κατά την πιο πάνω αξιολόγηση, δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών της πλαστογραφίας και συνακόλουθα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Αναπόφευκτα, συμπαρασύρεται και η τέταρτη κατηγορία διότι το θέμα της απόπειρας συνδέεται με την ισχυριζόμενη θέση της κατηγορούσας αρχής ότι δεν έχει γίνει δυστύχημα ή ότι οι ζημιές είναι δυσανάλογες, θέση η οποία δεν έπεισε το Δικαστήριο και αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι έχει γίνει ατύχημα, ως λογική απόρροια και ως κοινή λογική με βάση και την αξιολόγηση των παραδεκτών γεγονότων, ως αυτά έχουν εκτεθεί και αξιολογηθεί ανωτέρω, αλλά και την αποδεχθείσα και αποδειχθείσα θέση του κατηγορούμενου ότι έχει γίνει το ατύχημα την επίδικη βραδιά, στον επίδικο τόπο με τον τρόπο που έχει περιγραφεί από τον κατηγορούμενο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, ο κατηγορούμενος αθωώνεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.