← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρούλλα Γρηγόρη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11920/12, 25/6/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρούλλα Γρηγόρη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11920/12, 25/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B81 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11920/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και

  1. Ανδρούλλα Γρηγόρη
  2. Furnea Lavinia Mirela Ημερομηνία: 25.6.
  3. Για την κατηγορούσα αρχή: κα Γ. Ιωαννίδου. Για την κατηγορούμενη 2: κα. Α. Ιωάννου. Κατηγορούμενη 2 παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα μετά την παραδοχή της κατηγορούμενης 1 και την επιβολή ποινής σε αυτήν, διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για την κατηγορούμενη 2 (στο εξής η κατηγορούμενη), η οποία αντιμετωπίζει κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 313(β), 268, 255 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 1 και 2), κλοπής υπό υπηρέτη, κατά παράβαση των άρθρων 268 και 255 του Κεφ. 154 (κατηγορία 4), ψευδών λογαριασμών με σκοπό καταδολίευσης, κατά παράβαση των άρθρων 313(β) και 20 του Κεφ. 154 (κατηγορίες 5-30) και συγκάλυψης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4

(1)(ιιι)
(2)και 5
(1)του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007 (κατηγορία 59). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1 και 2, η κατηγορούμενη μεταξύ της 2.7.11 και 26.4.12 συνωμότησε με την πρώην κατηγορούμενη 1 να διαπράξουν τα κακουργήματα της κλοπής υπό υπηρέτη (κατηγορία 1) και των ψευδών λογαριασμών με σκοπό καταδολίευσης (κατηγορία 2). Κατηγορείται επίσης ότι μεταξύ της 4.7.11 και 11.4.12 στη Λεμεσό, ενώ ήταν υπηρέτης στην εταιρεία "CHRIS CASH & CARRY LTD", έκλεψε το χρηματικό ποσό των €10,609.18, περιουσία του πιο πάνω εργοδότη της. Περαιτέρω κατηγορείται ότι μαζί με την πρώην κατηγορούμενη 1, ενώ ενεργούσαν με την ιδιότητα τους ως υπηρέτες της πιο πάνω εταιρείας, προέβηκαν σε ψευδείς καταχωρήσεις σε έγγραφα και συγκεκριμένα στα ακόλουθα έντυπα ακύρωσης ταμείου (αντιστοιχούν σε κάθε μια από τις κατηγορίες 5-30): ημερομηνίας 7.1.12 του ποσού των €539, 3.1.12 του ποσού των €570, 5.1.12 του ποσού των €570, 30.1.12 του ποσού των €450, 31.1.12 του ποσού των €450, 10.2.12 του ποσού των €570, 11.2.12 του ποσού των €250, 2.3.12 του ποσού των €270, 28.7.11 του ποσού των €513.07, 20.12.11 του ποσού των €550, 26.4.12 του ποσού των €399, 11.4.12 του ποσού των €285, 10.4.12 του ποσού των €285, 23.7.11 του ποσού των €285, 17.11.11 του ποσού των €299, 4.7.11 του ποσού των €299, 5.7.11 του ποσού των €299, 23.12.11 του ποσού των €335, 30.8.11 του ποσού των €360.55, 24.1.12 του ποσού των €360, 28.11.11 του ποσού των €149, 11.11.11 του ποσού των €472.64, 19.9.11 του ποσού των €472.64, 2.9.11 του ποσού των €472.64, 13.12.11 του ποσού των €472 και 1.12.11 του ποσού των €472.64. Τέλος σύμφωνα με την κατηγορία 59 μεταξύ της 4.7.11 και 11.4.12 ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι περιουσία δηλ. το χρηματικό ποσό των €10,609.18 αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος απέκτησε και κατείχε το πιο πάνω ποσό. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 3 μάρτυρες ενώ κατατέθηκαν συνολικά 49 τεκμήρια . Έγινε δε, και αυτό τιμά τις συνηγόρους των δύο πλευρών, σωρεία παραδεκτών γεγονότων με αποτέλεσμα την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και εξόδων. Τα γεγονότα δε αυτά αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορούμενης, σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτή επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η εξεταστής της υπόθεσης Αστ.4282 Ελένη Λοίζου, του Γραφείου Οικονομικού Εγκλήματος του ΤΑΕ Λεμεσού, η οποία ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 20.3.12, επισκέφθηκε το γραφείο Διερεύνησης Οικονοµικού Εγκλήµατος του ΤΑΕ Λεµεσού, ο Ευστάθιος Ευσταθίου, υπάλληλος στην υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου της υπεραγοράς Carrefour Columbia, ο οποίος προέβη σε παράπονο σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Η μάρτυρας έλαβε γραπτώς το παράπονο και παρέλαβε 9 αποδείξεις επιστροφών καθώς και δυο κορδέλες ταµείων που καταγράφονται οι επιστροφές και ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης. Εναντίον της κατηγορούμενης και της Ανδρούλλας Γρηγόρη (πρώην κατηγορούμενης 1) εκδόθηκαν στις 11.5.12 εντάλµατα σύλληψης. Την ίδια ημέρα και ώρα 15:35 συνέλαβε την πρώην κατηγορούμενη 1 και αφού της εξήγησε τους λόγους της σύλληψης της και της επέστησε την προσοχή της στο νόµο αυτή απάντησε «Εντάξει». Την ίδια ηµέρα και ώρα 15:30 συνελήφθηκε και η κατηγορούμενη και τέθηκε υπό κράτηση. Στην συνέχεια και µεταξύ των ωρών 15:45 - 17:10 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την πρώην κατηγορούμενη 1 (τεκμήριο 6), στην οποία εκείνη παραδέχτηκε την διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικηµάτων. Κατά την διάρκεια της ανάκρισης η μάρτυρας της υπέδειξε συγκεκριμένες αποδείξεις (ανάμεσα στις οποίες και τα τεκµήρια 10-14 και 15-16) στις οποίες αναγνώρισε την υπογραφή της και ανέφερε ότι µε αυτό τον τρόπο έδειχνε εικονικές επιστροφές εµπορευµάτων και έπαιρνε τα αντίστοιχα χρήµατα. Στις 12.5.12 η κατηγορούμενη και η πρώην κατηγορούμενη 1 οδηγήθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεµεσού, το οποίο διέταξε την προσωποκράτηση τους για περίοδο οκτώ ηµερών. Στις 13.5.12 η ταµίας της υπεραγοράς Anna Kambarotta έδωσε δείγµατα γραφής υπογραφής της µε σκοπό να εξεταστούν επιστηµονικά. Στις 15.5.12 η πρώην κατηγορούμενη 1 έδωσε δείγµατα γραφής υπογραφής κάτι που έκανε την ίδια ημέρα και η κατηγορούμενη (τεκµήριο 17). Δείγματα γραφής και υπογραφών έδωσαν την ίδια ημέρα και οι ταμίες της υπεραγοράς, Γεωργία Αντωνίου και Σοφία Χαραλάμπους. Περαιτέρω την ίδια ημέρα ο Ευθύµιου παρέδωσε στην μάρτυρα τον ολοκληρωµένο του έλεγχο και ανέφερε στην κατάθεση του πως το ύψος της κλοπής ανέρχεται στις €20,615.
  1. Αυτός παρέδωσε στη μάρτυρα και αποδείξεις του ελέγχου (ανάμεσα στις οποίες και τα τεκμήρια 18-36). Στις 16.5.12 έδωσε δείγµατα γραφής και υπογραφής η ταµίας της υπεραγοράς Βαλεντίνα Γεωργίου. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 11:25-11:50, στα γραφεία του ΤΑΕ Λεµεσού, η μάρτυρας έλαβε εκ νέου ανακριτική κατάθεση από την πρώην κατηγορούμενη 1 (τεκμήριο 7), στην οποία εκείνη παραδέχτηκε εκ νέου την διάπραξη των αδικηµάτων. Την ίδια ηµέρα η πρώην κατηγορούμενη 1 έδωσε νέα δείγµατα γραφής και υπογραφής ενώ περί ώρα 15:30-15:45, η μάρτυρας έλαβε στα γραφεία του ΤΑΕ Λεµεσού, µε την βοήθεια διερµηνέα της Ρουµανικής γλώσσας, ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη (τεκμήρια 5Α-5Β), η οποία στη συνέχεια έδωσε νέα δείγµατα γραφής και υπογραφής (τεκμήριο 37). Περαιτέρω κατά τη μαρτυρία της η Μ.Κ.1 κατέθεσε ως τεκμήριο 8 πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών, από το οποίο φαίνεται ότι η παραπονούμενη εταιρεία στις 23.2.06 άλλαξε το όνομα της από CHRIS CASH & CARRY PUBLIC LIMITED σε CHRIS CASH & CARRY LIMITED. Όσον αφορά τις άλλες 3 ταμίες της υπεραγοράς, οι οποίες υπέγραψαν δελτία επιστροφής, ανέφερε ότι αυτές δεν κατηγορήθηκαν καθότι από την ανάκριση προέκυψε ότι αυτές προέβηκαν στις υπογραφές εν αγνοία τους ότι η πρώην κατηγορούμενη 1 έκανε εικονικές επιστροφές. Αντίθετα η κατηγορούμενη συνδέθηκε με την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων μέσω των καταθέσεων της πρώην κατηγορούμενης
  2. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η πρώην κατηγορούμενη 1, Ανδρούλλα Γρηγόρη, η οποία ανέφερε βασικά τα ακόλουθα: Ήταν υπάλληλος της εταιρείας Chris Cash and Carry Group Carrefour από τον Μάϊο του
  3. Αρχικά δούλεψε στα ταμεία για κανένα μήνα και μετά εργάστηκε στο Customer Service - Δωροκάρτα της Υπεραγοράς Carrefour - Columbia. Περί το 2010 έγινε βοηθός υπεύθυνη ταμείων. Ανάμεσα στα καθήκοντα της ήταν να έχει κλειδί για να ανοίγει τα ταμεία, να δίνει ψιλά στους ταμίες και να εγκρίνει τις επιστροφές προϊόντων και αφαιρέσεις όπου ήταν αναγκαίο. Επίσης οι ταμίες της έδιναν τις εισπράξεις της ημέρας και αυτή τις έπαιρνε στο γραφείο της καταμέτρησης. Τα καθήκοντα της τα εκτελούσε κυρίως στο ισόγειο της Υπεραγοράς. Έπαιρνε μισθό €850 καθαρά και ενόψει του ότι ο αρραβωνιαστικός της ήταν άνεργος έπρεπε με αυτά να πληρώσει ενοίκιο, δάνειο, τα έξοδα του σπιτιού και φαγητό. Γνώρισε την κατηγορούμενη όταν εκείνη άρχισε να δουλεύει στην ίδια εταιρεία. Η σχέση τους ήταν καλή. Μιλούσαν στον χώρο εργασίας και δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Η κατηγορούμενη ήταν η μόνη υπάλληλος που ήταν σταθερά στην βάρδια της μάρτυρος ενώ οι άλλες ταμίες ήταν είτε μόνο πρωινά, είτε μόνο δειλινά. Έτσι την έβλεπε καθημερινά και είχαν μια πιο καλή σχέση. Μιλούσαν στα ελληνικά. Γνωρίζει ότι η κατηγορούμενη κατάγεται από την Ρουμανία αλλά δεν αντιλήφθηκε να είχαν οποιοδήποτε πρόβλημα σε σχέση με τη συνομιλία τους στα ελληνικά. Μέσα στο μήνα Ιούνιο - Ιούλιο 2011 άρχισαν να πιέζουν την μάρτυρα τα οικονομικά της. Βρισκόταν σε απόγνωση. Προσπαθούσε να βρει λύσεις χωρίς αποτέλεσμα. Σκεφτόταν για κάποιο χρονικό διάστημα τι να κάνει και τελικά κατέληξε να παίρνει χρήματα από τα ταμεία της υπεραγοράς κάνοντας εικονικές επιστροφές ηλεκτρικών συσκευών όπως τηλεοράσεων και ψυγείων. Η διαδικασία για την εικονική επιστροφή προϊόντος που έκανε ήταν η ακόλουθη: Στην ταμειακή μηχανή υπήρχε ένα κουμπί που έγραφε πάνω «VOID». Όταν το πατούσε φαινόταν ο κωδικός του προϊόντος και το ποσό. Έγραφε στην μηχανή τον κωδικό του προϊόντος που ήθελε να κάνει την επιστροφή. Μετά πατούσε «Enter» και αμέσως αφαιρείτο το ποσό της αξίας του εν λόγω προϊόντος και αυτόματα το προϊόν ξανάμπαινε στο στοκ του καταστήματος με αποτέλεσμα να φαίνεται ότι υπάρχει μεγαλύτερο στοκ από ότι στην πραγματικότητα. Την ίδια ώρα έπαιρνε από το ταμείο τα χρήματα αξίας του προϊόντος. Αυτά γίνονταν στην παρουσία των ταμιών, ανάμεσα στις οποίες και η κατηγορούμενη. Για την διαδικασία επιστροφής προϊόντων χρησιμοποιείτο στην υπεραγορά ένα έντυπο, το οποίο επίσης ονομάζεται «VOID». Όταν ξεκινούσαν την βάρδια τους οι ταμίες έπαιρναν αυτό το έντυπο μαζί με το τσαντάκι με τα χρήματα. Όταν γινόταν επιστροφή προϊόντος, η ταμίας, η οποία χειριζόταν το συγκεκριμένο ταμείο συμπλήρωνε στο εν λόγω έντυπο το ποσό των χρημάτων που αφαιρείτο από το ταμείο και υπέγραφε σε αυτό, κάτι που έκανε και η Μ.Κ.2 ως βοηθός υπεύθυνη. Με αυτό τον τρόπο η μάρτυρας πήρε πολλές φορές χρήματα από τις ταμειακές της υπεραγοράς αλλά δεν θυμάται ακριβώς πόσα και πόσες φορές το έκανε. Το έκανε περίπου μια με δύο φορές την βδομάδα αλλά είχε βδομάδες που δεν έπαιρνε καθόλου λεφτά. Όσον αφορά την κατηγορούμενη, η μάρτυρας πήγαινε στο ταμείο της, έκανε την πιο πάνω διαδικασία, υπέγραφε η κατηγορούμενη, υπέγραφε η μάρτυρας, έπαιρνε τα λεφτά και σε κάποιες περιπτώσεις έδινε και στην κατηγορούμενη €50 ή €100, τις περισσότερες φορές €
  4. Βλέποντας τα τεκμήρια 10-16 και 18-36 (έντυπα «VOID» - «ΑΚΥΡΩΣΕΙΣ στα ταμεία») εξήγησε ουσιαστικά με βάση την πιο πάνω διαδικασία που περιέγραψε, ότι στην πρώτη στήλη («ΠΟΣΟ ΑΚΥΡΩΣΗΣ) αναγράφεται το ποσό της αξίας του προϊόντος που αφαιρέθηκε, στη δεύτερη στήλη («ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ») υπογράφει η ταμίας και στην τρίτη στήλη («ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΥΠΕΥΘΥΝΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ») υπογράφει ο υπεύθυνος ή ο βοηθός υπεύθυνος ταμείου. Βλέποντας ένα προς ένα τα εν λόγω τεκμήρια ανέφερε ποιο ποσό αφορούσε την παρούσα και αναγνώρισε σχετικά τόσο την υπογραφή της ως υπεύθυνης ταμείου όσο και αυτήν της κατηγορούμενης εκεί που υπήρχε, ως ταμία. Ανέφερε επίσης ότι ο κωδικός της ταμίας 100868 σε αυτά τα έντυπα ανήκε στην κατηγορούμενη. Ανέφερε δε περαιτέρω ότι η κατηγορούμενη δεν πήρε χρήματα σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις αλλά σε 15 με 26 περιπτώσεις. Δεν μπορούσε να πει όμως συγκεκριμένα σε ποια περίπτωση καθότι ως εξήγησε δεν φαίνεται αυτό από τα εν λόγω τεκμήρια. Έτσι με δεδομένο ότι τις περισσότερες φορές της έδινε €100 υπολογίζει ότι της έδωσε συνολικά γύρα στα €2,500 με €2,
  5. Στις άλλες ταμίες δεν ανέφερε ότι ήταν για αυτήν τα χρήματα αλλά της κατηγορούμενης μετά από λίγες φορές, μέσα στον Ιούλιο του 2011, της είπε ότι έχει οικονομικό πρόβλημα και τι έκανε και ότι θα της δίνει και αυτής ένα ποσό από αυτά που θα έπαιρνε και εκείνη δεν έφερε καμία αντίρρηση. Η κατηγορούμενη ήταν η μόνη που γνώριζε τι έκανε η μάρτυρας. Οι άλλες ταμίες δεν γνώριζαν οτιδήποτε. Είπε δε στην κατηγορούμενη να μην πουν σε κανένα τίποτε και εκείνη συμφώνησε. Άρχισε να δίνει χρήματα στην κατηγορούμενη τον Ιούλιο του
  6. Συνέχισε να παίρνει χρήματα με τον πιο πάνω τρόπο μέχρι τον Απρίλη του 2012 και μέχρι τότε έδινε χρήματα και στην κατηγορούμενη. Σε κανονικές περιπτώσεις επιστροφών προϊόντων (και όχι εικονικές) όταν κάποιος πελάτης έπαιρνε πίσω ένα προϊόν το οποίο επιστρέφετο εντός οκτώ ημερών, είχε το δικαίωμα να πάρει πίσω τα χρήματα του και γινόταν η διαδικασία με το έντυπο «VOID». Όταν όμως η επιστροφή γινόταν μετά την πάροδο οκτώ ημερών ο πελάτης έπαιρνε άλλο δελτίο, το οποίο δελτίο επιστροφών και μπορούσε να το χρησιμοποιήσει σε άλλες αγορές του τις οποίες έπρεπε όμως να κάνει εντός ενός μηνός. Το δελτίο αυτό ήταν σε μπλοκ και σε αυτό συμπλήρωναν το όνομα του πελάτη, ημερομηνίες, ημερομηνίες λήξης, τον κωδικό, το ποσό και το υπέγραφαν. Για αυτή την υπόθεση την ενημέρωσε ο διευθυντής τους ο κος Γιάννης και αυτή τελικά τους είπε την αλήθεια τι έγινε. Δεν ρωτήθηκε από κανένα προηγουμένως για αυτές τις επιστροφές που έκανε στα ταμεία για να δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις. Όσον αφορά την υπόθεση εναντίον της, μετά την καταχώρηση της αυτή εξόφλησε την παραπονούμενη εταιρεία για όλο το ποσό που πήρε (περίπου €20,600), έκανε παραδοχή στο Δικαστήριο και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών με τριετή αναστολή. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Γιάννης Πικής, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Εργάζεται στην εταιρεία CHRIS CASH & CARRY και από το 2009 περίπου ήταν διευθυντής του καταστήματος CARREFOUR στη Λινόπετρα. Είχε υπό την ευθύνη του όλα τα τμήματα και υπαλλήλους του συγκεκριμένου καταστήματος - υπεραγοράς. Εντός της υπεραγοράς, μεταξύ άλλων, υπήρχαν προς πώληση και διάφορα ηλεκτρικά είδη που βρίσκονταν στον πρώτο όροφο. Υπήρχε Κανονισμός, ο οποίος ήταν και αναρτημένος στην υπεραγορά, ο οποίος έλεγε ότι εντός 8 ημερών ο πελάτης που αγόρασε οποιαδήποτε ηλεκτρική συσκευή μπορούσε να την επιστρέψει και να του επιστρέψουν τα χρήματα του. Μετά το πέρας των 8 ημερών δεν επιστρέφονταν χρήματα, παρά μόνο κουπόνια τα οποία μπορούσε ο πελάτης να εξαργυρώσει στην υπεραγορά. Όταν επιστρεφόταν ένα ηλεκτρικό προϊόν, η αξία του οποίου ήταν χαμηλή δηλαδή κάτω των €150 (το ποσό αυτό είναι ενδεικτικό, μπορούσε να είναι μικρότερο ή μεγαλύτερο ανάλογα με την περίπτωση) τότε ο μάρτυρας έδωσε εξουσιοδότηση στην υπεύθυνη των ηλεκτρικών συσκευών να επιστρέφει τα χρήματα με την κατάλληλη απόδειξη χωρίς την έγκριση του. Αν τα χρήματα ήταν περισσότερα τότε χρειαζόταν η έγκριση και η υπογραφή του μάρτυρα στο δελτίο επιστροφής εμπορευμάτων. Συγκεκριμένα η υπεύθυνη των ηλεκτρικών αφού παραλάμβανε πίσω το εμπόρευμα, έκδιδε το δελτίο επιστροφής εμπορευμάτων και αν ήταν κλειστό το ταμείο της πήγαινε κάτω στην υπεύθυνη ταμείων μαζί με τον πελάτη και το δελτίο και η υπεύθυνη των ταμείων έβαζε το κλειδί και τον κωδικό της σε ένα ταμείο, στην παρουσία και της ταμίας και επέστρεφε τα χρήματα στον πελάτη. Όταν επρόκειτο για ηλεκτρικές συσκευές είχαν οδηγίες όπως μη γίνεται επιστροφή από τα ταμεία στο ισόγειο, παρά μόνο στο τμήμα ηλεκτρικών. Δηλαδή παρόλο που η εκάστοτε υπεύθυνη των ταμείων στο ισόγειο είχε στην κατοχή της, μπλοκ δελτίων επιστροφής εμπορευμάτων, δεν εδικαιούτο να κάνει επιστροφή ηλεκτρικών συσκευών χωρίς να της το ζητήσει η υπεύθυνη των ηλεκτρικών. Στα ταμεία της υπεραγοράς υπήρχε μια υπεύθυνη με το όνομα Ερατώ Κωνσταντίνου, η οποία ήταν υπεύθυνη ταμείων και εργαζόταν με βάρδια. Υπήρχαν επίσης και 3 βοηθοί των ταμείων, οι οποίες αναπληρούσαν την υπεύθυνη, ενώ αρκετές φορές εργάζονταν η υπεύθυνη με μια βοηθό ή δύο βοηθοί μαζί, εκτός αν υπήρχαν άδειες. Οι βοηθοί υπεύθυνοι των ταμείων ήταν η Άντρη Γρηγόρη (Μ.Κ.2), η Ευτυχία Παφίτη και η Καταλίνα. Τόσο η υπεύθυνη όσο και οι βοηθοί υπεύθυνοι των ταμείων είχαν κλειδί δικό τους για τα ταμεία και μπορούσαν να κάνουν επιστροφές προϊόντων στην παρουσία πάντοτε της εκάστοτε ταμίας. Η κάθε ταμίας όταν άρχιζε εργασία, τοποθετούσε τον κωδικό της, τον οποίο μόνο η ίδια γνώριζε και λειτουργούσε το ταμείο της. Όταν θα πήγαινε για διάλειμμα, έκλεινε το ταμείο της και δεν μπορούσε κανένας να το χρησιμοποιήσει με τον κωδικό της. Η υπεύθυνη των ταμείων και οι βοηθοί εκτός από το κλειδί, είχαν και ένα προσωπικό κωδικό αριθμό η κάθε μία, τον οποίο δεν γνώριζε κανένας άλλος. Όταν θα γινόταν κάποια επιστροφή από την υπεραγορά (τροφίμων) τότε η υπεύθυνη ή η βοηθός πήγαινε σε ένα ταμείο όπου ήταν παρούσα η ταμίας και ανοικτό. Τοποθετούσε το κλειδί της και τον μυστικό κωδικό και τότε έκανε την επιστροφή, αφού υπέγραφε το δελτίο - απόδειξη επιστροφής εμπορευμάτων, τόσο η ίδια όσο και ο πελάτης. Για να μπορούσε να εισέλθει στο ταμείο έπρεπε δε να δώσει την έγκριση η ταμίας μέσω του κωδικού της. Η ταμίας όφειλε να προστατεύσει το ταμείο της και είχε δικαίωμα να αρνηθεί να δώσει λεφτά από το ταμείο. Έπρεπε να ζητήσει το λόγο που έβαζε στοκ και έπαιρνε λεφτά η Μ.Κ.
  7. Υπεύθυνη των ηλεκτρικών συσκευών στο κατάστημα ήταν η Μαρία Δημητρίου και τον τελευταίο καιρό ενημέρωνε τον μάρτυρα ότι ενώ φαίνονταν στο σύστημα προϊόντα που έπρεπε να υπάρχουν στην υπεραγορά, δεν υπήρχαν. Ο μάρτυρας θεώρησε ότι ίσως να περάστηκαν στο σύστημα και θα είναι στη διαδρομή για να έλθουν και έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον υπεύθυνο λειτουργίας. Αφού ακολούθησε κάποιος έλεγχος διαπιστώθηκε ότι βάσει των δεδομένων του συστήματος έλειπε μεγάλη ποσότητα ηλεκτρικών εμπορευμάτων. Ακολούθως διαπιστώθηκε ότι γίνονταν εικονικές επιστροφές εμπορευμάτων, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται αδικαιολόγητα αυξημένο στοκ ενώ στην πραγματικότητα δεν υπήρχε. Στη συνέχεια από το τμήμα εσωτερικού ελέγχου της εταιρείας διαπιστώθηκε ότι όλες οι εικονικές επιστροφές από τον Ιανουάριο του 2012 γίνονταν από τον κωδικό της Μ.Κ.2 και οι πλείστες από το ταμείο της κατηγορούμενης. Να σημειωθεί ότι δεν μπορούσε κάποιος άλλος να χρησιμοποιήσει τον μυστικό κωδικό της Μ.Κ.2 αφού μόνο η ίδια τον γνώριζε. Επίσης από τον έλεγχο που έγινε διαπιστώθηκε ότι σε όλες τις εικονικές επιστροφές δεν υπήρχε δελτίο επιστροφής εμπορευμάτων υπογραμμένο, παρά μόνο το έντυπο «VOID» που υπήρχε σε όλα τα ταμεία και υπογραφόταν από την ταμία και την εκάστοτε υπεύθυνη. Την ευθύνη για την επιστροφή εμπορευμάτων είχε πάντοτε η υπεύθυνη ή βοηθός και όχι η ταμίας. Ακολούθως μετά τις διαπιστώσεις που έκαναν, αντιλήφθηκαν ότι γινόταν εικονική επιστροφή εμπορευμάτων ως επί τω πλείστω ψυγείων, πλυντηρίων και τηλεοράσεων και λαμβάνονταν χρήματα από τα ταμεία, χωρίς να υπάρχει πελάτης. Ακολούθως κάλεσε την Μ.Κ.2, μαζί με την υπεύθυνη προσωπικού, στο γραφείο και η Μ.Κ.2 παραδέχθηκε προφορικά ότι τον τελευταίο ενάμιση χρόνο έκανε εικονικές επιστροφές και έπαιρνε χρήματα. Την ρώτησαν αν συνεργαζόταν με την ταμία κατηγορούμενη και εκείνη τους απάντησε ότι κάτι της έδινε. Στη συνέχεια κάλεσαν την Αστυνομία και κατήγγειλαν την υπόθεση. Πέραν της κατηγορούμενης δεν κατήγγειλαν τις άλλες ταμίες στα ταμεία των οποίων η Μ.Κ.2 έκανε εικονικές επιστροφές καθότι αυτή μόνο την κατηγορούμενη ανέφερε. Το τμήμα εσωτερικού ελέγχου της εταιρείας άρχισε λεπτομερή έλεγχο για καταγραφή και εκτίμηση της ζημιάς που υπέστη οικονομικά η εταιρεία και διαπιστώθηκε το ακριβές ποσό. Ουδέποτε ο μάρτυρας έδωσε εξουσιοδότηση στην Μ.Κ.2 να επιστρέψει χρήματα σε πελάτη για μεγάλα ποσά ή για επιστροφή ηλεκτρικών ειδών. Ουδέποτε του ανάφερε η Μ.Κ.2 για επιστροφή ηλεκτρικής συσκευής. Όταν γινόταν μια επιστροφή ηλεκτρικής συσκευής, έπρεπε να παρουσιαστεί η ίδια η συσκευή στην υπεραγορά. Δηλαδή όταν πήγαινε ένας πελάτης με μεγάλη συσκευή, την είχε φορτωμένη στο όχημα του, ενημέρωνε το τμήμα ηλεκτρικών και πήγαινε αποθηκάριος με το τρόλεϊ και έπαιρνε τη συσκευή στο τμήμα ηλεκτρικών και επιθεωρείτο από την υπεύθυνη. Σ' αυτήν τη διαδικασία δεν είχε καμιά εμπλοκή η εκάστοτε υπεύθυνη των ταμείων στο ισόγειο, γι' αυτό και δεν μπορούσε να κάνει επιστροφές ηλεκτρικών συσκευών. Μόνο όταν το ταμείο στο τμήμα ηλεκτρικών ειδών πάνω ήταν κλειστό απευθύνονταν στα ταμεία κάτω. Αποκλείεται όμως για όλες τις εικονικές επιστροφές που έκανε η Μ.Κ.2 σε διαφορετικά ταμεία, να ήταν κλειστό το εν λόγω τμήμα. Στην υπεραγορά γίνονταν 2 φορές το χρόνο (συνήθως Μάιο και Νοέμβριο) καταμέτρηση του αποθέματος. Λίγο πριν τη σύλληψη της Μ.Κ.2 και της κατηγορούμενης αλλά και αργότερα δεν έγινε οποιαδήποτε διάρρηξη και κλοπή από την υπεραγορά. Όσον αφορά το ποσό που ζημιώθηκε η εταιρεία, η Μ.Κ.2 πλήρωσε αποζημίωση και η εταιρεία απέσυρε την όποια απαίτηση της. Τέλος η κατηγορούμενη ανέφερε τα ακόλουθα: Ήρθε στην Κύπρο το 2008 και περί το 2010 έπιασε δουλειά ως ταμίας στο CARREFOUR στη Λινόπετρα. Όταν πήγαινε δουλειά κάθε φορά πιθανόν να καθόταν σε διαφορετικό ταμείο, όμως είχε ένα κωδικό με αρ. 100868 τον οποίο χρησιμοποιούσε μόνο αυτή και ήταν ο προσωπικός αριθμός του ταμείου της. Είχε ένα άλλο κωδικό, ο οποίος ήταν μυστικός και τον χρησιμοποιούσε κάθε φορά που άνοιγε και έκλεινε το ταμείο. Όταν έκανε διάλειμμα κανείς άλλος δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το ταμείο της, καθώς δεν τον γνώριζε κανείς άλλος και κάθε ταμίας είχε τον δικό της κωδικό. Υπήρχαν επίσης και οι υπεύθυνοι και βοηθοί υπεύθυνοι των ταμείων μεταξύ των οποίων και η Μ.Κ.
  8. Η Μ.Κ.2 ήταν βοηθός υπεύθυνη και είχε κλειδί για όλα τα ταμεία και όταν χρειαζόταν μια ταμίας φώναζε είτε αυτήν είτε άλλη υπεύθυνη και χρησιμοποιούσαν το κλειδί για να γίνει επιστροφή εμπορευμάτων ή για κάποιο λάθος που μπορούσε να γίνει στο ταμείο. Αρκετές φορές επιστρέφονταν προϊόντα στο ταμείο από πελάτες και αφού έβαζε τον κωδικό της, φώναζε και την εκάστοτε υπεύθυνη να τοποθετήσει το κλειδί της για να γίνει αλλαγή προϊόντος. Πάντοτε στην αλλαγή προϊόντος έδιδαν στον πελάτη δωροκουπόνι και εκείνος μπορούσε να το εξαργυρώσει οποτεδήποτε ήθελε. Για αρκετό καιρό, δεν θυμάται από πότε ακριβώς, πήγαινε στην κατηγορούμενη σε τακτά χρονικά διαστήματα η Μ.Κ.2 και χωρίς να της παρουσιάζει οποιοδήποτε προϊόν, της έλεγε ότι επιστράφηκε κάποιο προϊόν, έβαζε κωδικό του προϊόντος για επιστροφή στο ταμείο, λέγοντας της ότι έδωσε οδηγίες ο διευθυντής να επιστραφούν χρήματα στον πελάτη για το συγκεκριμένο προϊόν. Τόσο η κατηγορούμενη όσο και η Μ.Κ.2 υπέγραφαν την απόδειξη με την επιγραφή «VOID» και η κατηγορούμενη την έβαζε στο ταμείο της, δίδοντας στην Μ.Κ.2 το αντίστοιχο ποσό σε χρήματα από το ταμείο για να τα επιστρέψει στον πελάτη, τον οποίο ουδέποτε η κατηγορούμενη έβλεπε. Αυτό συνέβαινε μόνο με την Μ.Κ.2 και με κανένα άλλο υπεύθυνο. Απ' ότι έβλεπε η κατηγορούμενη, η Μ.Κ.2 έκανε το ίδιο και σε άλλα ταμεία αν δεν κάνει λάθος. Η κατηγορούμενη ποτέ δεν υποψιάστηκε ότι πιθανόν η Μ.Κ.2 να έκλεβε τα χρήματα καθώς το ταμείο της κατηγορούμενης με τις αποδείξεις και τις επιστροφές κάθε βράδυ που έκλεινε πήγαινε στο λογιστήριο και το έβλεπαν και άλλοι. Ουδέποτε η Μ.Κ.2 της έδωσε χρήματα ούτε της ζήτησε να κάνει κάτι το παράνομο. Ως συνήθως τα εμπορεύματα για τα οποία έκανε επιστροφή η Μ.Κ.2 ήταν μεγάλης αξίας. Δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα πόσο συχνά γινόταν αυτό με την Μ.Κ.2 στο ταμείο της, αλλά υπολογίζει να γινόταν μια με δύο φορές την βδομάδα. Η κατηγορούμενη ποτέ δεν πήρε χρήματα από το ταμείο ούτε μοιράστηκε με την Μ.Κ.2 χρήματα τα οποία άνηκαν στην εταιρεία. Εκτελούσε τις οδηγίες που της έδινε η Μ.Κ.2, η οποία ήταν η υπεύθυνη της. Με την Μ.Κ.2 δεν ήταν φίλοι. Απλά ήταν μαστόρισσα της. Δεν γνωρίζει που διαμένει ούτε κάποιον από την οικογένεια της. Ούτε η Μ.Κ.2 πήγε ποτέ στο σπίτι της. Σε σχέση με την αναφορά της ότι πάντα στην αλλαγή προϊόντος έδιναν δωροκουπόνι στον πελάτη και ερωτώμενη πως για τις επίδικες περιπτώσεις έδωσαν λεφτά είπε στην κυρίως εξέταση ότι στα ηλεκτρικά προϊόντα ο πελάτης είχε δικαίωμα να πάρει πίσω τα λεφτά του. Εξηγώντας την σχετική διαδικασία επιστροφής είπε ότι ο πελάτης έπρεπε να πάει να δει κάποιον ανώτερο, να πάρει το προϊόν να το δει η κατηγορούμενη ή κάποιος άλλος ταμίας. Η ίδια σαν ταμίας δεν μπορούσε να δει αν κάποιος πήρε πίσω ένα πλυντήριο ή ένα ψυγείο. Σε ερώτηση τι συνέβαινε όταν η Μ.Κ.2 πήγαινε και της ζητούσε επιστροφή ενός ποσού €1,000 είπε ότι όταν δεν είχε αρκετά λεφτά στο ταμείο της, η Μ.Κ.2 της έλεγε ότι θα πήγαινε σε άλλο ταμείο να βρει το ποσό. Αυτό συνέβηκε πολλές φορές κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Η Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία της περιέγραψε όλες τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης και ανέφερε όλα όσα γνώριζε για αυτήν. Άλλωστε θα πρέπει να λεχθεί ότι η μαρτυρία της βασικά δεν αμφισβητήθηκε. Ως εκ των άνω γίνεται δεκτή. Καλή εντύπωση μου έκανε και ο Μ.Κ.
  9. Περιέγραψε τις σχετικές διαδικασίες που ακολουθούνταν στην επίδικη υπεραγορά και τα καθήκοντα εκάστου υπαλλήλου εκεί, ανέφερε το πως ήλθε στην αντίληψη τους η παρούσα και όλα όσα γνώριζε για την υπόθεση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα σε όλες τις ερωτήσεις και γενικά μου άφησε την εντύπωση ενός ειλικρινούς μάρτυρα. Ούτε αυτού άλλωστε η μαρτυρία αμφισβητήθηκε. Ως εκ των άνω γίνεται επίσης δεκτή. Ως προαναφέρθηκε σαν Μ.Κ.2 κατέθεσε η πρώην κατηγορούμενη
  10. Αυτή, μετά την καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης εναντίον της, αφού αποζημίωσε πλήρως την παραπονούμενη εταιρεία για ολόκληρο το ποσό που της αποδίδεται ότι έκλεψε παραδέχθηκε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε (κατηγορίες 1-3 και 5-58). Έτσι στις 29.12.14 της επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερες αυτές των 18 μηνών, οι οποίες διατάχθηκε όπως ανασταλούν για περίοδο 3 ετών. Στη συνέχεια κλήθηκε για να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον της κατηγορούμενης. Αναμφίβολα η εν λόγω μάρτυρας αποτελεί πρόσωπο που θεωρείται συνεργός της κατηγορούμενης στην διάπραξη των επίδικων αδικημάτων (βλ. Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 482). Όσον αφορά την προσέγγιση μαρτυρίας συνεργού, ως έχει νομολογηθεί, το ερώτημα που τίθεται προς απάντηση είναι κατά πόσο, αξιολογώντας την αξιοπιστία του, το Δικαστήριο είναι ή δεν είναι διατεθειμένο να βασιστεί στη μαρτυρία αυτή χωρίς ενίσχυση. Το Δικαστήριο έχει νομική υποχρέωση να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι ένας συναυτουργός είναι σπιλωμένος μάρτυρας, που η μαρτυρία του μπορεί να επηρεάζεται από τη σχέση του με το έγκλημα και ότι επομένως είναι επικίνδυνο να βασιστεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση. Όταν όμως, παρά μια τέτοια προειδοποίηση, το Δικαστήριο νομίζει ότι μπορεί να δεχτεί τη μαρτυρία αυτή και αισθάνεται ότι μπορεί με σιγουριά να στηριχτεί σε αυτήν χωρίς ενίσχυση, τότε έχει από το νόμο δικαίωμα να το κάνει, δεδομένου ότι η υπόθεση δεν ανήκει στην κατηγορία εκείνη των περιπτώσεων που η ενίσχυση απαιτείται από τον ίδιο το νόμο ανεξάρτητα από τη συμμετοχή του μάρτυρα στο έγκλημα. Όταν όμως το Δικαστήριο αισθάνεται ότι δεν είναι διατεθειμένο να βασιστεί σε τέτοια μαρτυρία χωρίς άλλο στήριγμα, τότε πρέπει να αναζητήσει ενίσχυση από ανεξάρτητη μαρτυρία, η οποία όχι μόνο να στηρίζει την εκδοχή του συνεργού σχετικά με τη διάπραξη του αδικήματος αλλά και να συνδέει ή να τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο με το αδίκημα (βλ. Zacharias ν. The Republic
(1962)C.L.R. 52 και Saad κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2Α.Α.Δ 106). Όσον αφορά το τι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία ενδεικτικά είναι τα όσα αναφέρονται σχετικά στην Saad (ανωτέρω) και στο σύγγραμμα του Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 156-160. Όσον δε αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας συνεργού μέρος της παλαιότερης δικής μας νομολογίας αλλά και της αντίστοιχης αγγλικής υποστηρίζει ότι τίθεται θέμα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας, μόνο εφόσον ο συνεργός φαίνεται αξιόπιστος. Όμως στην απόφαση του Privy Council, Attorney-General of Hong Kong v. Wong Muk-ping [1987] 2 All E.R. 488 - ως επισημάνθηκε και στην δική μας Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258 - αποφασίστηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας συνεργού διενεργείται ενιαία. Δεν πρόκειται για διαφορά ουσίας αλλά προσέγγισης. Μάρτυρας, εμφανώς αναξιόπιστος, δεν μπορεί να τύχει ενίσχυσης, εφόσον ελλείπει το αντικείμενο της ενίσχυσης, το κατ' αρχήν παραδεκτό της εκδοχής του. Σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας είναι η άρση των εγγενών αμφιβολιών για την ποιότητα της μαρτυρίας του συνεργού, λόγω της συμμετοχής ή σύμπραξής του στο έγκλημα. Είναι προς άρση αυτών των αμφιβολιών που αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία για την ανάμειξη του κατηγορουμένου στο έγκλημα. Παραμένει όμως το δικάζον Δικαστήριο κριτής του αξιόπιστου, της σημασίας και της βαρύτητας που αποδίδεται στη μαρτυρία συνεργού και στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. Η απουσία της δεν αναιρεί το δικαίωμα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ως βάσιμη τη μαρτυρία συνεργού. Στην Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 628 αναφέρθηκε ότι ορθολογιστική αντιμετώπιση του θέματος επιβάλλει όπως πρώτα εξεταστεί κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, πριν το Δικαστήριο προχωρήσει σε τελική κρίση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του συνεργού. Τονίστηκε όμως ότι με τον όρο "ορθολογιστική", δεν δημιουργείται άκαμπτος κανόνας δικαίου ή πρακτικής για τον ακριβή τρόπο προσέγγισης και αξιολόγησης της μαρτυρίας συνεργού, αφού, βέβαια, δοθεί η πρέπουσα προειδοποίηση (βλ. επίσης την Saad (ανωτέρω) όπου γίνεται σχετική αναφορά στην Attorney-General of Hong Kong v. Wong Muk-ping [1987] 2 All E.R. 488). Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα ανωτέρω και ακολουθώντας τον τρόπο προσέγγισης που εισηγείται η σύγχρονη νομολογία θα εξετάσω πρώτα κατά πόσο υπάρχει ή όχι ενισχυτική μαρτυρία στην εκδοχή της Μ.Κ.2 και στη συνέχεια θα προχωρήσω σε τελική κρίση επί της αξιοπιστίας της. Η βασική θέση της Μ.Κ.2 είναι ότι η κατηγορούμενη γνώριζε και έλαβε μέρος στην διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, τα οποία αφορούν τις εικονικές επιστροφές προϊόντων που φαίνονται στα τεκμήρια 10-16 και 18-35 καθώς και ότι σε κάποιες από τις περιπτώσεις αυτές πήρε και κάποιο χρηματικό ποσό. Η υπεράσπιση δε της κατηγορούμενης δεν αμφισβητεί ότι έγιναν οι εν λόγω εικονικές επιστροφές και ότι κλάπηκε από την παραπονούμενη εταιρεία το ποσό της αξίας των εμπορευμάτων που δήθεν επιστράφηκαν. Αυτό που αμφισβητεί είναι την γνώση, την εμπλοκή και το όφελος που αποδίδει στην κατηγορούμενη, η Μ.Κ.2. Σε σχέση λοιπόν με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι πέραν της μαρτυρίας της Μ.Κ.2 καμία άλλη μαρτυρία δεν έχει τεθεί που να ενισχύει αυτήν. Ενόψει λοιπόν του πιο πάνω η εξέταση της αξιοπιστίας της Μ.Κ.2 θα γίνει χωρίς την ύπαρξη τέτοιας μαρτυρίας. Η εικόνα λοιπόν που άφησε στο Δικαστήριο η εν λόγω μάρτυρας, μέσα από την δια ζώσης μαρτυρία της ήταν πολύ καλή. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα, περιέγραψε απλά και χωρίς περιστροφές τα γεγονότα που περιβάλλουν τα αδικήματα που διέπραξε, όπως τα θυμόταν και χωρίς να απεκδύεται των πράξεων της ή να δικαιολογεί αυτές αλλά αντίθετα δείχνοντας και δηλώνοντας ειλικρινά ντροπή και μεταμέλεια για αυτές. Δεν περιέπεσε δε σε ουσιώδεις αντιφάσεις ενώ οι θέσεις της ήταν σταθερές και συνεπείς, χαρακτηρίζονταν από συνοχή και λογική και η συνολική εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση της. Αποτελεί θέση της υπεράσπισης ότι η Μ.Κ.2 ψευδώς ενέπλεξε την κατηγορούμενη στην υπόθεση. Σε σχέση με το ποιος είναι ο λόγος ή το κίνητρο της μάρτυρος να πει ψέματα, κατά την αντεξέταση της, της υποβλήθηκαν σε διαφορετικά σημεία ότι το έκανε (χωρίς αυτή να τα δεχθεί):
(1)γιατί την παγίδευσαν (από την παραπονούμενη εταιρεία) ότι ήταν η κατηγορούμενη που τους έβαλε τις υποψίες εναντίον της,
(2)για να ευχαριστήσει τους αστυνομικούς, για να δείξει ότι βοηθά στην εξιχνίαση της υπόθεσης, για να έχει καλή μεταχείριση και
(3)για να υπάρχει ένα ακόμα όνομα μέσα στην υπόθεση. Πρόκειται προφανώς για διαφορετικές και προφανώς διαζευκτικές εκδοχές που επέλεξε η υπεράσπιση να προωθήσει, χωρίς αυτές να στηρίζονται σε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ή στοιχεία. Εδώ να σημειωθεί ότι ούτε η ίδια η κατηγορούμενη έδωσε κατά τη μαρτυρία της κάποια εξήγηση για το λόγο που η Μ.Κ.2 την ενέπλεξε στην υπόθεση ενώ μάλιστα, ως η ίδια παραδέχθηκε, δεν είχε οτιδήποτε εναντίον της. Δεν μου διαφεύγει δε ότι η Μ.Κ.2 στην αντεξέταση της ερωτώμενη εάν δεν ανησύχησε αν η κατηγορούμενη το έλεγε και στις άλλες ταμίες απάντησε ότι σίγουρα ανησύχησε αλλά από την στιγμή που της έδινε χρήματα θα έλεγε και αυτή μετά ότι παίρνει και η κατηγορούμενη. Η θέση όμως που η υπεράσπιση άντλησε από αυτό ότι δηλ. ανέφερε στην κατηγορούμενη τι έκανε για να μπορεί μετά να την έχει στο χέρι (κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν δέχθηκε η μάρτυρας) δεν αναιρεί εν πάση περιπτώσει τη θέση ότι η κατηγορούμενη γνώριζε και συμμετείχε στην διάπραξη των αδικημάτων. Αντίθετα θα μπορούσε να δείξει το κίνητρο που έκανε την μάρτυρα να πράξει έτσι. Αλλά και πάλι αυτό δεν είναι λογικό και εξηγώ. Εφόσον, ως είπε η μάρτυρας, η κατηγορούμενη δεν αντιλήφθηκε τίποτε πριν της αναφέρει τι έκανε, όπως ούτε οι άλλες ταμίες, και άρα μπορούσε να το κάνει χωρίς να κινδυνεύει άμεσα να το μάθει κάποια από αυτές γιατί να ρισκάρει να το αποκαλύψει στην κατηγορούμενη και γενικότερα να αποκαλυφθεί «για να την έχει στο χέρι». Άλλωστε ως ανέφερε πολύ λογικά η Μ.Κ.2 η κατηγορούμενη θα μπορούσε να αρνηθεί να συμμετέχει και να παίρνει λεφτά ή ακόμη να το αναφέρει στους εργοδότες της. Να σημειωθεί δε ότι η θέση της Μ.Κ.2 ότι αμέσως όταν κλήθηκε μόνη της (όχι με την κατηγορούμενη) από τον Μ.Κ.3 - αφού έγινε έλεγχος στην υπεραγορά και διαπιστώθηκε ότι έγιναν εικονικές επιστροφές προϊόντων - παραδέχθηκε, ενώπιον και άλλων λειτουργών της παραπονούμενης εταιρείας, ότι αυτή έκανε τις εικονικές επιστροφές και έπαιρνε χρήματα και ενέπλεξε και την κατηγορούμενη, επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του ίδιου του Μ.Κ.
  1. Η δε καταγγελία στην Αστυνομία και συναφώς και τα όσα ανέφερε η μάρτυρας σχετικά με την εμπλοκή της κατηγορούμενης στις καταθέσεις της ακολούθησαν αυτή την συνάντηση. Επίσης ενώ η μάρτυρας προέβηκε σε εικονικές επιστροφές και έλαβε χρήματα και από άλλα ταμία δεν ενέπλεξε άλλη ταμία καθότι, ως ανέφερε, οι άλλες δεν γνώριζαν οτιδήποτε. Εάν έλεγε όμως ψέματα γιατί να μην εμπλέξει και τις άλλες ταμίες; Έδωσε μάλιστα λογική και πειστική εξήγηση γιατί ενώ έκανε τέτοιες πράξεις και σε άλλα ταμία, μόνο στην κατηγορούμενη είπε και μάλιστα σε σύντομο χρόνο μετά που άρχισε την εγκληματική της συμπεριφορά, τι έκανε και έδωσε και σε αυτήν σε κάποιες περιπτώσεις κάποια ποσά. Είπε συγκεκριμένα ότι η κατηγορούμενη ήταν η μόνη ταμίας με την οποία δούλευε καθημερινά και έτσι εκεί έκανε τις περισσότερες επίδικες «συναλλαγές» ενώ οι άλλες ταμίες δούλευαν είτε μόνο πρωί, είτε μόνο απόγευμα και δεν τις έβλεπε καθημερινά. Έτσι με την κατηγορούμενη ανέπτυξε, πάντα εν ώρα εργασίας, καλή σχέση (μιλούσαν και έκαναν διάλειμμα μαζί) και στα πλαίσια αυτά της είπε το οικονομικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε και τι έκανε. Δεν μου διαφεύγει δε ότι στην αντεξέταση της ερωτώμενη συγκεκριμένα είπε όσον αφορά τα τεκμήρια 10, 13, 14, 16 και 21 ότι δεν θυμάται κατά πόσο οι εκεί σχετικές επιστροφές είναι εικονικές. Αυτό θα πρέπει να λεχθεί όμως ότι δεν αλλοιώνει την γενικότερη εικόνα ως προς την αξιοπιστία της εφόσον είναι λογικό, με βάση και τον αριθμό των περιπτώσεων και το χρονικό διάστημα εντός του οποίου έγιναν αυτά να μην μπορεί να θυμάται μια έκαστη των περιπτώσεων. Προκύπτει όμως από τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. καταθέσεις τεκμήρια 41 και 42 του Ευστάθιου Ευσταθίου, ο οποίος παρέδωσε και τα εν λόγω τεκμήρια στην Αστυνομία, αφού εργαζόταν στο τμήμα εσωτερικού ελέγχου της παραπονούμενης εταιρείας το οποίο προέβη στους σχετικούς ελέγχους) ότι και αυτές οι περιπτώσεις αφορούσαν εικονικές επιστροφές. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η ίδια η Μ.Κ.2 ερωτώμενη αφού της υποδείχθηκαν εν έκαστο των εντύπων «VOID» (τεκμήρια 10-16 και 18-36) υπέδειξε ότι σε τρία εξ αυτών και συγκεκριμένα στα τεκμήρια 18, 25 και 32, υπήρχε μόνο η υπογραφή της και όχι και αυτή της κατηγορούμενης. Εξήγησε δε σχετικά, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι η κατηγορούμενη υπόγραψε μόνο την πρώτη επιστροφή που περιλαμβάνει το καθένα από αυτά και φαίνεται ότι μετά αμέλησε να υπογράψει και τις υπόλοιπες (ως εξήγησε κάποιες κοπέλες το έκαναν δηλ. τα υπέγραφαν στο τέλος όλα). Με άλλα λόγια ήταν η θέση της ότι αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πραγματοποιήθηκε η εικονική επιστροφή αλλά απλά η κατηγορούμενη δεν υπέγραψε τα εν λόγω έντυπα στο συγκεκριμένο σημείο. Να σημειωθεί δε ότι η κατηγορούμενη βλέποντας όλα τα τεκμήρια 10-16 και 18-36 δέχθηκε ότι φέρουν όλα τις υπογραφές της. Περαιτέρω ως προκύπτει από τα όσα ανέφερε σχετικά η μάρτυρας η υπογραφή της κατηγορούμενης ως ταμία στα εν λόγω έντυπα ήταν απαραίτητη για τον έλεγχο της ορθότητας του ταμείου της (εάν είχε περίσσευμα ή έλλειμμα) από την υπεύθυνη καταμέτρησης (που γινόταν αργότερα) αλλά δεν ήταν απαραίτητη για να ολοκληρωθεί η διαδικασία της εικονικής επιστροφής και για να ληφθούν τα χρήματα της αξίας του προϊόντος από το ταμείο. Ενόψει των ανωτέρω η μαρτυρία της Μ.Κ.2 γίνεται δεκτή εφόσον κρίνεται ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και αυτό αφού έχω ήδη αυτοπροειδοποιηθεί για τους κινδύνους που παραμονεύουν στο να στηριχθώ στη μαρτυρία αυτή χωρίς ενίσχυση και αφού κατέληξα χωρίς κανένα ενδοιασμό ότι μπορώ να στηριχθώ σε αυτή με απόλυτη ασφάλεια και σιγουριά. Από την άλλη η κατηγορούμενη δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Παραδέχθηκε ότι τα έντυπα «VOID» (τεκμήρια 10-16 και 18-36) φέρουν τον κωδικό της και τις υπογραφές της στην μεσαία στήλη. Η θέση της όμως ήταν ότι ουδέποτε η Μ.Κ.2 της ανέφερε ότι ουσιαστικά έκανε εικονικές επιστροφές προϊόντων και ουδέποτε της έδωσε οποιαδήποτε λεφτά από αυτά που έπαιρνε από το ταμείο της όταν έκανε τέτοιες επιστροφές. Ήταν επίσης η θέση της ότι ουδέποτε αντιλήφθηκε τι έκανε η Μ.Κ.
  2. Προσπάθησε λοιπόν κατά τη μαρτυρία της να πείσει ότι ουσιαστικά η Μ.Κ.2, ως προϊστάμενη της, την χρησιμοποίησε, εν αγνοία της, για να κλέψει από την παραπονούμενη εργοδότρια τους. Η όλη εκδοχή της όμως στερείται λογικής και πειστικότητας. Συγκεκριμένα: Προσπαθώντας να πείσει ότι αυτή ουσιαστικά δεν μπορούσε να αρνηθεί να κάνει οποιαδήποτε πράξη και να δώσει λεφτά από το ταμείο στην Μ.Κ.2, ως είχε δικαίωμα να πράξει ως ταμίας (βλ. μαρτυρία Μ.Κ.3) και απλώς υπάκουε οδηγίες και δεν είχε άλλη επιλογή, ανέφερε ότι η Μ.Κ.2 της έλεγε κάθε φορά ότι την έστελνε ο διευθυντής τους και τις έδιδε οδηγίες να επιστραφούν τα χρήματα στον πελάτη. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι αυτή η βασική θέση της εκδοχής της κατηγορούμενης, χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση, δεν υποβλήθηκε στην Μ.Κ.2 για να την σχολιάσει ώστε να αξιολογηθεί και συναφώς είναι έκθετη σε απόρριψη (βλ. Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383). Όσο αφορά τη θέση της ότι δεν γνώριζε και δεν υποψιάστηκε καν ποτέ ότι πιθανόν η Μ.Κ.2 να έκλεβε τα χρήματα θα πρέπει να λεχθούν τα εξής. Ως φαίνεται από τις ημερομηνίες που φέρουν τα σχετικά έντυπα «VOID», που βασικά απεικονίζουν μια έκαστη των εικονικών επιστροφών που έγιναν, φαίνεται ότι σε συνεχόμενες ημερομηνίες ή σε πολύ κοντινές γινόταν επιστροφή ίδιων ηλεκτρικών προϊόντων μεγάλης αξίας για μια υπεραγορά, μέσω του ταμείου της κατηγορούμενης και ενώ στην υπεραγορά υπήρχε τμήμα ηλεκτρικών προϊόντων, όπου κανονικά έπρεπε να γίνονται οι σχετικές επιστροφές και το οποίο δεν υπήρχε περίπτωση, ως εξήγησε ο Μ.Κ.3, να ήταν κλειστό σε όλες τις εν λόγω περιπτώσεις. Έτσι στις 4 και 5.7.11 φαίνεται ότι επιστράφηκαν δύο KENWOOD MIXER αξίας €299, στις 2 και 19.9.11 δύο ηλεκτρικοί διάδρομοι αξίας €472.64, την 1 και στις 13.12.11 και πάλι δύο ηλεκτρικοί διάδρομοι αξίας €472.64 ενώ σε 4 διαφορετικές ημερομηνίες σε διάστημα μόλις 17 ημερών (20.12.11, 3.1.12, 5.1.12, και 7.1.12) τέσσερα ψυγεία MORRIS αξίας €550, €570, €570 και €
  1. Περαιτέρω στις 30 και 31.1.12 δύο τηλεοράσεις TOMSON 40" αξίας €450, στις 10 και 11.2.12 και πάλι δύο ψυγεία MORRIS αξίας €570 και €250 και στις 10 και 11.4.12 δύο σιδερόπρεσες TEFAL αξίας €
  2. Από αυτά προκύπτει ότι τουλάχιστον θα έπρεπε να αντιληφθεί ότι κάτι επιλήψιμο γινόταν ή έστω να της εγερθούν κάποιες απορίες και να ζητήσει εξηγήσεις από την Μ.Κ.2 εφόσον τα λεφτά της αξίας των προϊόντων έβγαιναν από το ταμείο της, του οποίου την ευθύνη είχε. Η όλη θέση της λοιπόν δεν είναι λογική. Ακόμη για να πείσει για τη θέση της ότι δεν υποψιάστηκε καν είπε ότι δεν έδωσε προσοχή γιατί και οι άλλες κοπέλες δεν ρώτησαν γιατί παίρνει λεφτά από τα ταμεία τους. Για να δικαιολογήσει πως το γνώριζε αυτό είπε στην αντεξέταση της ότι κάθε φορά πήγαινε η Μ.Κ.2 και της ζητούσε για παράδειγμα €2,000, η κατηγορούμενη της έλεγε ότι δεν είχε τόσα λεφτά στο ταμείο και εκείνη της έλεγε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα και πήγαινε σε άλλο ταμείο και έπαιρνε λεφτά. Είπε δε μάλιστα στην κυρίως εξέταση της ότι συνέβηκε πολλές φορές κατά το επίδικο χρονικό διάστημα να μην έχει αρκετά λεφτά στο ταμείο της και η Μ.Κ.2 να πάει σε άλλο ταμείο για να βρει το ποσό. Πέραν όμως και πάλι του ότι κάτι τέτοιο δεν τέθηκε στην Μ.Κ.2 θα πρέπει να λεχθεί ότι από τη μαρτυρία που έγινε δεκτή πουθενά δεν προκύπτει ότι η Μ.Κ.2 έκανε εικονική επιστροφή προϊόντος αξίας μεγαλύτερης από €570, γεγονός που δείχνει ότι η κατηγορούμενη δεν λέει την αλήθεια. Τέλος, ως λέχθηκε ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.2, η υπεράσπιση που επέλεξε να ακολουθήσει η κατηγορούμενη ως προς το λόγο που κατά την ίδια η Μ.Κ.2 είπε ψέματα για την εμπλοκή της στην υπόθεση είναι διαζευκτική και οι σχετικές εκδοχές που τέθηκαν στην εν λόγω μάρτυρα δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Πέραν τούτου ούτε και η ίδια η κατηγορούμενη έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση αναφορικά με το γιατί ενώ η Μ.Κ.2 δεν είχε οποιαδήποτε διαφορά μαζί της την ενέπλεξε στην υπόθεση, σε αντίθεση με τις άλλες ταμίες της υπεραγοράς. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η κατηγορούμενη δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς η μαρτυρία της, στο μέτρο που δεν συμφωνεί με την υπόλοιπη μαρτυρία που έγινε δεκτή, απορρίπτεται. Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή και τα παραδεκτά γεγονότα καταλήγω στα ακόλουθα: Η Μ.Κ.2 ήταν υπάλληλος της εταιρείας CHRIS CASH & CARRY LIMITED από τον Μάϊο του 2007 και εργαζόταν στην υπεραγορά που διατηρούσε η εργοδότρια της στην Λινόπετρα στην Λεμεσό. Περί το 2010 αυτή έγινε βοηθός υπεύθυνη ταμείων. Ανάμεσα στα καθήκοντα της ήταν να έχει κλειδί για να ανοίγει τα ταμεία, να δίνει ψιλά στις ταμίες και να εγκρίνει τις επιστροφές και αφαιρέσεις προϊόντων. Γνώρισε την κατηγορούμενη όταν άρχισε και εκείνη να δουλεύει στην ίδια εταιρεία ως ταμίας. Η κατηγορούμενη ήταν η μόνη ταμίας με την οποία η Μ.Κ.2 δούλευε καθημερινά, ούσα σταθερά στην βάρδια της. Έτσι με την κατηγορούμενη ανέπτυξε, πάντα εν ώρα εργασίας, μια καλή σχέση (μιλούσαν και έκαναν διάλειμμα μαζί) χωρίς να έχουν οποιοδήποτε πρόβλημα. Μέσα στο μήνα Ιούνιο - Ιούλιο 2011 άρχισαν να πιέζουν την Μ.Κ.2 τα οικονομικά της. Προσπαθούσε να βρει λύσεις χωρίς αποτέλεσμα. Σκεφτόταν για κάποιο χρονικό διάστημα τι να κάνει και τελικά αποφάσισε να παίρνει χρήματα από τα ταμεία της υπεραγοράς, κάνοντας εικονικές επιστροφές ηλεκτρικών συσκευών. Η διαδικασία για την εικονική επιστροφή προϊόντος που έκανε ήταν η ακόλουθη: Πήγαινε σε ένα ταμείο όπου ήταν παρούσα η ταμίας. Για να εισέλθει στο ταμείο έπρεπε να δώσει την έγκριση η ταμίας, βάζοντας τον μυστικό κωδικό της που γνώριζε μόνο εκείνη. Στη συνέχεια η Μ.Κ.2 τοποθετούσε το κλειδί της και τον δικό της μυστικό κωδικό και πατούσε στην ταμειακή μηχανή ένα κουμπί που έγραφε πάνω «VOID». Όταν το πατούσε φαινόταν ο κωδικός του προϊόντος και το ποσό. Έγραφε στην μηχανή τον κωδικό του προϊόντος που ήθελε να κάνει την επιστροφή και μετά πατούσε «Enter». Έτσι αφαιρείτο αμέσως το ποσό της αξίας του εν λόγω προϊόντος και αυτόματα το προϊόν ξανάμπαινε στο στοκ με αποτέλεσμα να φαίνεται ότι υπάρχει μεγαλύτερο στοκ από ότι στην πραγματικότητα. Η Μ.Κ.2 έπαιρνε την ίδια ώρα τα χρήματα που αντιστοιχούσαν στην αξία του προϊόντος. Αυτά γίνονταν στην παρουσία των ταμιών, ανάμεσα στις οποίες και η κατηγορούμενη. Για την διαδικασία επιστροφής προϊόντων χρησιμοποιείτο στην υπεραγορά και ένα έντυπο-έγγραφο, το οποίο ονομάζεται «VOID»-«ΑΚΥΡΩΣΕΙΣ στα ταμεία»». Όταν ξεκινούσαν την βάρδια τους οι ταμίες έπαιρναν αυτό το έντυπο μαζί με το τσαντάκι με τα χρήματα. Όταν γινόταν επιστροφή προϊόντος, η ταμίας, η οποία χειριζόταν το συγκεκριμένο ταμείο συμπλήρωνε στο εν λόγω έντυπο το ποσό των χρημάτων που αφαιρείτο από το ταμείο και υπέγραφε σε αυτό, κάτι που έκανε και η Μ.Κ.2 ως βοηθός υπεύθυνη ταμείων. Το έντυπο αυτό αργότερα παραδιδόταν στην υπεύθυνη καταμέτρησης της υπεραγοράς για έλεγχο της ορθότητας του ταμείου (δηλ. εάν είχε περίσσευμα ή έλλειμμα). Με τον πιο πάνω τρόπο η Μ.Κ.2 μέσα σε μια περίοδο μεταξύ Ιουλίου 2011 και Απριλίου του 2012, σε 53 διαφορετικές περιπτώσεις, ανάμεσα στις οποίες και οι επίδικες για την κατηγορούμενη, πήρε χρήματα από τα ταμεία της υπεραγοράς συνολικού ύψους €20,615.
  3. Στις άλλες ταμίες η Μ.Κ.2 δεν ανέφερε ότι έπαιρνε για τον εαυτό της τα χρήματα αλλά της κατηγορούμενης μετά από λίγες φορές που άρχισε να το κάνει αυτό, τον Ιούλιο του 2011, της είπε ότι έχει οικονομικό πρόβλημα και τι έκανε και ότι θα της δίνει και αυτής ένα ποσό από αυτά που θα έπαιρνε και η κατηγορούμενη δεν έφερε καμία αντίρρηση. Η κατηγορούμενη ήταν η μόνη που γνώριζε τι έκανε η Μ.Κ.
  4. Οι άλλες ταμίες δεν γνώριζαν οτιδήποτε. Η Μ.Κ.2 είπε δε στην κατηγορούμενη να μην πουν σε κανένα τίποτε και εκείνη συμφώνησε. Συγκεκριμένα όσον αφορά την κατηγορούμενη, η Μ.Κ.2 πήγαινε στο ταμείο της, έκανε την πιο πάνω διαδικασία εικονικής επιστροφής, συμπλήρωνε η κατηγορούμενη στο έντυπο «VOID» - «ΑΚΥΡΩΣΕΙΣ στα ταμεία» στην πρώτη στήλη («ΠΟΣΟ ΑΚΥΡΩΣΗΣ) το ποσό του προϊόντος και υπέγραφε στην δεύτερη στήλη («ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ») ενώ στην τρίτη στήλη («ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΥΠΕΥΘΥΝΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ») υπέγραφε η Μ.Κ.
  5. Εδώ να σημειωθεί ότι από τα όσα η ίδια η κατηγορούμενη ανέφερε κατά τη μαρτυρία της (έστω και εάν δεν δέχεται οποιαδήποτε επιλήψιμη εμπλοκή της) προκύπτει ότι όταν γινόταν η διαδικασία αυτή με την Μ.Κ.2, η κατηγορούμενη έπαιρνε την ίδια ώρα από το ταμείο τα χρήματα της αντίστοιχης αξίας του προϊόντος, που δήθεν επιστρεφόταν και τα έδινε στην Μ.Κ.
  6. Η Μ.Κ.2 σε κάποιες περιπτώσεις έδωσε στην κατηγορούμενη κάποια από αυτά τα χρήματα που έπαιρνε. Συγκεκριμένα εικονικές επιστροφές ηλεκτρικών συσκευών με τον πιο πάνω τρόπο έγιναν από το ταμείο της κατηγορούμενης, στην παρουσία αυτής, στις ακόλουθες περιπτώσεις και λήφθηκαν από την Μ.Κ.2 τα ακόλουθα ποσά:
  7. Στις 4.7.11 το ποσό των €299 για KENWOOD MIXER (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 26 - κατηγορία 20).
  8. Στις 5.7.11 το ποσό των €299 για KENWOOD MIXER (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 27 - κατηγορία 21).
  9. Στις 23.7.11 το ποσό των €285 για F & U FDH (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 24 - κατηγορία 18).
  10. Στις 28.7.11 το ποσό των €513.07 για πολυόργανο με σάκκο (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 19 - κατηγορία 13).
  11. Στις 30.8.11 το ποσό των €360 για ποδήλατο ηλεκτρομαγνητικό (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 29 - κατηγορία 23).
  12. Στις 2.9.11 το ποσό των €472.64 για ηλεκτρικό διάδρομο (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 34 - κατηγορία 28).
  13. Στις 19.9.11 το ποσό των €472.64 για ηλεκτρικό διάδρομο (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 33 - κατηγορία 27).
  14. Στις 11.11.11 το ποσό των €472.64 για ηλεκτρικό διάδρομο (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 32 - κατηγορία 26).
  15. Στις 17.11.11 το ποσό των €299 για KENWOOD MIXER (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 25 - κατηγορία 19).
  16. Στις 28.11.11 το ποσό των €149 για σιδερόπρεσα ROWENTA STEAMSTATION (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 31 - κατηγορία 25).
  17. Στις 1.12.11 το ποσό των €472.64 για ηλεκτρικό διάδρομο (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 36 - κατηγορία 30).
  18. Στις 13.12.11 το ποσό των €472 για ηλεκτρικό διάδρομο (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 35 - κατηγορία 29).
  19. Στις 20.12.11 το ποσό των €550 για ψυγείο MORRIS (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 20 - κατηγορία 14).
  20. Στις 23.12.11 το ποσό των €335 για τηλεόραση THOMSON 32'' (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 28 - κατηγορία 22).
  21. Στις 3.1.12 το ποσό των €570 για ψυγείο MORRIS (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 11 - κατηγορία 6).
  22. Στις 5.1.12 το ποσό των €570 για ψυγείο MORRIS (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 12 - κατηγορία 7).
  23. Στις 7.1.12 το ποσό των €539 για ψυγείο MORRIS (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 10 - κατηγορία 5).
  24. Στις 24.1.12 το ποσό των €360 για ποδήλατο ηλεκτρομαγνητικό (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 30 - κατηγορία 24).
  25. Στις 30.1.12 το ποσό των €450 για τηλεόρασης THOMSON 40" (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 13 - κατηγορία 8).
  26. Στις 31.1.12 το ποσό των €450 για τηλεόρασης THOMSON 40" (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 14 - κατηγορία 9).
  27. Στις 10.2.12 το ποσό των €570 για ψυγείο MORRIS (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 15 - κατηγορία 10).
  28. Στις 11.2.12 το ποσό των €250 για ψυγείο MORRIS (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 16 - κατηγορία 11).
  29. Στις 2.3.12 το ποσό των €270 για TONDEUSE THERMIQUE (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 18 - κατηγορία 12).
  30. Στις 10.4.12 το ποσό των €285 για σιδερόπρεσσα TEFAL (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 23 - κατηγορία 17).
  31. Στις 11.4.12 το ποσό των €285 για σιδερόπρεσα TEFAL (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 22 - κατηγορία 16).
  32. Στις 26.4.12 το ποσό των €399 για τηλεόραση TOSHIBA (βλ. έντυπο «VOID» τεκμήριο 21 - κατηγορία 15). Στις υπ' αρ. 8, 9 και 23 (ανωτέρω) περιπτώσεις η κατηγορούμενη δεν υπέγραψε στην αντίστοιχη στήλη των συγκεκριμένων εντύπων «VOID». Μόνο συμπλήρωσε το ποσό. Υπέγραψε μόνο για την πρώτη επιστροφή από τις πολλές επιστροφές που περιλαμβάνει το καθένα από αυτά τα έντυπα. Η Μ.Κ.2 δεν έδωσε σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις στην κατηγορούμενη κάποιο ποσό από τα λεφτά που έπαιρνε. Άρχισε να της δίνει χρήματα από τον Ιούλιο του 2011 και της έδινε μέχρι τον Απρίλιο του
  33. Όσον αφορά το πόσες φορές και ποιο είναι το συνολικό ποσό χρημάτων που έδωσε στην κατηγορούμενη, ως έχει προαναφερθεί, η Μ.Κ.2 δεν θυμόταν ακριβώς. Ανέφερε κατά τη μαρτυρία της ότι της έδωσε 15-26 φορές €50 ή €100, με τις περισσότερες φορές να της έδωσε €
  34. Η μαρτυρία της Μ.Κ.2, ως έχει προαναφερθεί, έγινε δεκτή στο σύνολο της. Για κατάληξη όμως στο απαραίτητο σχετικό εύρημα, κρίνω ότι είναι δίκαιο όπως το μέρος αυτό αξιολογηθεί με τρόπο ώστε να είναι προς όφελος της κατηγορούμενης. Και εξηγώ. Με δεδομένο από την μια το ότι η Μ.Κ.2 δεν θυμόταν να πει ακριβώς πόσες φορές και ποιό ποσό έδωσε στην κατηγορούμενη αλλά από την άλλη το ότι έγινε δεκτό ότι της έδωσε χρήματα σε κάποιες περιπτώσεις, τότε το σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου κρίνεται δίκαιο ότι θα πρέπει να είναι οι ελάχιστες περιπτώσεις πολλαπλασιαζόμενες επί του ελάχιστου ποσού που ανέφερε ήτοι 15 φορές Χ €50 κάθε φορά. Αποτελεί λοιπόν εύρημα μου ότι η Μ.Κ.2 έδωσε στην κατηγορούμενη σε 15 διαφορετικές περιπτώσεις, από τις πιο πάνω αναφερόμενες εικονικές επιστροφές προϊόντων, συνολικά το ποσό των €
  35. Νομική πτυχή Το αδίκημα της κλοπής υπό υπηρέτη προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 255 και 268 του Ποινικού κώδικα. Τα συστατικά στοιχεία λοιπόν του εν λόγω αδικήματος, ως συνάγονται από το λεκτικό των πιο πάνω άρθρων, είναι τα εξής:
  36. Ο κατηγορούμενος να είναι γραµµατέας ή υπηρέτης,
  37. Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία του εργοδότη του ή πράγµα που περιήλθε στην κατοχή του για λογαριασµό του εργοδότη του,
  38. Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του εργοδότη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του εργοδότη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση.
  39. Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο,
  40. Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
  41. Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον εργοδότη του μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Η σχετική με το προαναφερόμενο αδίκημα νομολογία έχει πρόσφατα συνοψισθεί με αναφορά και σε αγγλική νομολογία και συγγράμματα στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486, από την οποία προκύπτουν τα ακόλουθα: · Η φράση «με δόλιο τρόπο» («fraudulently») σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα βρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. · Αναφορικά δε με την έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), αυτή περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. · Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε πράγμα που έχει αξία και ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3). Η έννοια της λέξης «περιουσία» («property») είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας (βλ. και άρθρο 4 του Κεφ. 154). · Δεν είναι αναγκαία δε η φυσική αποκόμιση της περιουσίας. Περαιτέρω στην Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14 λέχθηκε ότι η πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του ιδιοκτήτη από το αντικείμενο της κλοπής, ενδιαφέρει ως συστατικό του αδικήματος εφόσον υπήρχε κατά το χρόνο λήψης του αντικειμένου ή όταν η περίπτωση εμπίπτει στην επιφύλαξη στο άρθρο 255 του Κεφ. 154, εφόσον συνοδεύει την "ιδιοποίησή" του. Όσον δε αφορά την έννοια του υπηρέτη στο σύγγραμμα Archbold 33η έκδοση σελ. 636 η ερώτηση που χρήζει απάντησης είναι: «Was he under the control of and bound to obey his alleged master?». Η ερώτηση απαντάται ως ακολούθως: «Prove, therefore, that the prisoner, at the time when he receive the chattel money of valuable security, was clerk or servant to JN, or employed for the purpose or in the capacity of a clerk or servant as stated in the indictment, acting under and bound to obey the orders of his master, or employer. This may be proved by evidence that he acted as such.» Το αδίκημα των ψευδών λογαριασμών με σκοπό καταδολίευσης, με βάση τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη στην παρούσα εδράζεται στο άρθρο 313(β) του Κεφ.
  1. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού, ως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη στην παρούσα είναι:
  2. Ενώ ο κατηγορούμενος είναι υπηρέτης,
  3. Με σκοπό καταδολίευσης,
  4. Προβαίνει σε ψευδή καταχώριση, σε οποιοδήποτε βιβλίο, έγγραφο ή λογαριασµό ή έχει σχέση µε οποιαδήποτε τέτοια καταχώριση. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold 35η έκδοση σελ. 775 έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Περαιτέρω στο σύγγραμμα Archbold, 33η έκδοση, σελ. 729 αναφέρεται: «where money is obtained by pretences that are false, prima facie, there is an intent to defraud: R v. Hammerson, 10 Cr. App. R.,
  5. And use of false statements or documents to obtain the money, though the money might have been obtained without them, is evidence from which there may be inferred an intent to defraud: R. v. Hopley, 11 Cr. App. R. 248.» Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Το αδίκημα της κατηγορίας 59 προβλέπεται από το άρθρο 4
(1)(ιιι) του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/
  1. Από το λεκτικό λοιπόν του εν λόγω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
  2. Γνώση του κατηγορούμενου ή υποχρέωση για γνώση αυτού, ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος.
  3. Απόκτηση ή κατοχή ή χρήση τέτοιας περιουσίας. «Έσοδο» σύμφωνα με το άρθρο 2 του ίδιου Νόμου, σημαίνει «οποιασδήποτε μορφής περιουσία ή οικονομικό όφελος, που προήλθε άμεσα ή έμμεσα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος». Στην Αριστοδήμου ανωτέρω, όπου απασχόλησε το ίδιο άδικημα στην βάση της σχετικής νομοθεσίας Νόμος 61(Ι)/96 ως ίσχυε τότε και όπου η εν λόγω πρόνοια είναι ταυτόσημη με αυτή της επίδικης στην παρούσα νομοθεσίας (Νόμος 188(Ι)/07), λέχθηκε ότι το αδίκημα συντελείται, όταν πρόσωπο, ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει, ότι οποιαδήποτε μορφή περιουσίας αποτελεί «έσοδο», αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία. Η έννοια του «εσόδου» συναρτάται με περιουσία οποιασδήποτε μορφής που προήλθε από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Το τι συνιστά «γενεσιουργό αδίκημα», όσον αφορά την παρούσα, ορίζεται στο άρθρο 5(α) και είναι το ποινικό αδίκημα εκείνο που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης άνω του ενός έτους, ως αποτέλεσμα της διάπραξης του οποίου προήλθαν έσοδα, τα οποία δύνανται να αποτελέσουν το αντικείμενο αδικήματος κατά το άρθρο 4 του ίδιου Νόμου. Η γνώση, η πρόθεση ή ο σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία του τρόπου διάπραξης του εν λόγω αδικήματος μπορούν να συναχθούν από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις (βλ. άρθρο 4
(2). Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 4
(2), τα αδικήματα μπορούν να διαπραχθούν και από τους δράστες των γενεσιουργών αδικημάτων. Προκύπτει λοιπόν ότι το εν λόγω αδίκημα συντελείται ακόμα και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος διαπράττει το γενεσιουργό αδίκημα ο ίδιος και καθιστά την νόμιμη περιουσία, έσοδο εν τη εννοία των νόμων, με τη δική του παρανομία. Δεν έχει δε επίδραση στη στοιχειοθέτηση της κλοπής ούτε και του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθεί το κλαπέν ποσό ή η κατάληξη του (βλ. Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 646). Τέλος όσον αφορά το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος αυτό βασίζεται στο άρθρο 371. Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 «το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold (ανωτέρω) σελ. 2035, παράγρ. 28-4.)». Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται λοιπόν όχι στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. σύγγραμμα Archbold 2004, παρ. 34-4). Είναι λοιπόν άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Εισήγηση για πολλαπλότητα Πριν εξετάσω κατά πόσο από τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, θα εξετάσω την εισήγηση της υπεράσπισης περί πολλαπλότητας κάποιων εκ των κατηγοριών. Κατ' αρχήν πρέπει να σημειωθεί ότι το θέμα της πολλαπλότητας μπορεί να εγερθεί όχι μόνο πριν από την απάντηση του κατηγορουμένου στις κατηγορίες αλλά και σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο της δίκης (βλ. Archbold 41η έκδοση παρ. 1-62 σελ. 53, Α. Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επαρχ. Λειτ. Εργασίας
(1998)2 ΑΑΔ 194). Πολλαπλότητα μπορεί να διαγνωσθεί στην όψη του κατηγορητηρίου ή κατόπιν συσχετισμού του κατηγορητηρίου με την προσαχθείσα μαρτυρία (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Η πολλαπλότητα ορίζεται ως η συμπερίληψη στην ίδια κατηγορία πέραν του ενός αδικήματος. Η αρχή ότι το κατηγορητήριο δεν πρέπει να πάσχει από πολλαπλότητα, ότι δηλαδή δεν θα πρέπει στην ίδια κατηγορία ο κατηγορούμενος να αντιμετωπίζει τη διάπραξη δύο ή περισσοτέρων αδικημάτων είναι καλά καθιερωμένη αρχή τόσο στο Αγγλικό όσο και στο Κυπριακό Δίκαιο (βλ. Archbold 41η έκδοση παρ. 1-57 σελ. 48 και άρθρο 39(α) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155). Αυτό για να γνωρίζει η υπεράσπιση επακριβώς τι είναι που αντιμετωπίζει. Αλλιώς ενδέχεται να επηρεαστεί δυσμενώς. Και για να παρέχεται η δυνατότητα διακρίβωσης προηγούμενης καταδίκης ή αθώωσης autrefois convict ή acquit για το ίδιο αδίκημα σε περίπτωση μεταγενέστερης κατηγορίας (βλ. Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 249). Το κατά πόσο η ποινική διάταξη αποβλέπει στη δημιουργία μόνο ενός αδικήματος ή περισσοτέρων, είναι ζήτημα ερμηνείας, με πρακτική μάλλον παρά με αναλυτική διάθεση, υπό το φως της κοινής λογικής και του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις (βλ. D.P.P. v. Merriman [1973] AC 584 και Wilson [1979] 69 Cr App. R. 83). Χωριστά αδικήματα στην ίδια διάταξη έχουμε όταν προβλέπεται για το καθένα διαφορετική, από τη φύση της, πράξη (βλ. Kyriacou v. The Welfare Office
(1961)C.L.R. 227 και Mallon and another v. Allon [1963] 3 All E.R. 843). Όταν ο νόμος προσδιορίζει τους τρόπους, με τους οποίους μπορεί να διαπραχθεί το αδίκημα, με μια ή περισσότερες πράξεις που έχουν κοινό πυρήνα (όταν δηλ. η πράξη είναι βασικά του ίδιου είδους αλλά διαφέρει στη μορφή της), δεν έχουμε παρά μόνο ένα αδίκημα (βλ. Attorney General v. Hadjiconstanti
(1969)2 C.L.R. 5 και Police v. Economides & Others
(1951)XX (Part II) C.L.R. 11). Όμως ένα αδίκημα μπορεί να διαπράττεται με περισσότερο από ένα τρόπο, είτε ως προς την αντικειμενική υπόσταση είτε ως προς την υποκειμενική. Σε τέτοια περίπτωση επιτρέπονται στην ίδια κατηγορία οι διαζεύξεις. Το ζήτημα της πολλαπλότητας πρέπει να αποφασίζεται αποκλειστικά και μόνο με αναφορά στο κείμενο της κατηγορίας (βλ. Criminal Procedure in Cyprus σελ. 48-52). Μια κατηγορία δεν πάσχει από πολλαπλότητα όταν οι λεπτομέρειες που αναφέρει καταδεικνύουν ένα μόνο αδίκημα (Archbold 2009 σελ. 96, παρ. 1-137). Στο σύγγραμμα Blackstone΄s Criminal Practice 2002 στη σελ. 1272 αναφέρονται τα ακόλουθα αναφορικά με τα κριτήρια με τα οποία θα πρέπει να εξετάζεται το ζήτημα της πολλαπλότητας. «The test of whether it is proper to have a single count is: Can the separate acts attributed to the accused fairly be said to form a single activity or transaction? (see D10.20). It follows from that test that, if the particulars of a count can sensibly be interpreted as alleging a single activity, it will not be bad for duplicity, even if a number of distinct criminal acts are implied. Thus, the rule against duplicity rests ultimately on common sense and pragmatic considerations of what is fair in all the circumstances». Στην Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 έγινε παραπομπή στο σύγγραμμα Archbold 2007 σελ. 87-89, παρ. 1-125 έως 1-132, όπου εξηγούνται οι προϋποθέσεις σε σχέση με τις λεπτομέρειες που πρέπει να τίθενται σε ένα κατηγορητήριο προς ενημέρωση του κατηγορουμένου. Όσον αφορά τη χρονολογία ή την ημερομηνία, το ορθό είναι να αναφέρεται στο κατηγορητήριο η ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος (βλ. R. v. Hollond
(1841)5 T.R. 607). Όπου βεβαίως είναι δυνατό να συνδέεται το επίδικό επεισόδιο με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα όπως γενέθλια, διακοπές, ασθένειες κλπ., το κατηγορητήριο θα πρέπει να συντάσσεται κατά ανάλογο τρόπο. Όταν όμως η ακριβής ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος δεν είναι γνωστή, η ημερομηνία θα πρέπει να αναφέρεται ως «κατά ή περί συγκεκριμένη ημερομηνία» ή σε ημερομηνία άγνωστη μεταξύ δύο συγκεκριμένων ημερομηνιών, ώστε να καθορίζεται η ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος όσον ακριβέστερα γίνεται. Σύμφωνα δε με το σύγγραμμα Archbold 41η έκδοση παρ. 1-57(ii) σελ. 49, όταν μια κατηγορία αναφέρεται σε αδίκημα, το οποίο δεν είναι συνεχιζόμενο, ότι διαπράχθηκε μεταξύ δύο ημερομηνιών τότε είναι φανερό ότι πάσχει από πολλαπλότητα. Όταν όμως το αδίκημα είναι συνεχιζόμενο τότε το κατηγορητήριο δεν πάσχει από πολλαπλότητα (βλ. ίδιο σύγγραμμα παρ. 1-61(α) σελ. 52). Παρόμοια αναφέρονται στο σύγγραμμα Blackstone΄s (ανωτέρω) στη σελ. 1272. Στην Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486 με αναφορά στις R. v. Lawson [1952] 1 All ER 804 και R. v. Tomlin [1954] 2 All ER 272, λέχθηκε ότι εκεί όπου είναι πρακτικά αδύνατο για την κατηγορούσα αρχή να καθορίσει και να συνδέσει λεπτομέρειες γεγονότων, ώστε να ξεχωρίσει το ένα γεγονός από το άλλο, προς θεμελίωση ξέχωρης κατηγορίας για το κάθε ένα, τότε επιτρέπεται να διαμορφωθούν οι κατηγορίες κατά τέτοιο τρόπο που να περιλαμβάνουν το ολοκληρωμένο ποσό. Λέχθηκε επίσης ότι οι υποθέσεις αυτές συνηγορούν μεν υπέρ της διαμόρφωσης του κατηγορητηρίου κατά τρόπο που να καλύπτει τις επιμέρους πράξεις που μπορούν να ανιχνευθούν σε ξέχωρες κατηγορίες, δεν ανάγουν όμως το ζήτημα σε κανόνα πρακτικής, όπως αναφέρεται στη δεύτερη υπόθεση. Είναι απλώς επιθυμητό να μην συγχωνεύονται όλες οι πράξεις καταδολίευσης σε μια και μοναδική κατηγορία. Από την άλλη ένα κατηγορητήριο με τεράστιο αριθμό κατηγοριών για να καλύψει μια έκαστη των επί μέρους πράξεων, θα ήταν καταπιεστικό, καταχρηστικό και ενοχλητικό. Στην Barton v. DPP
(2001)165 JP779 (αναφέρεται στο Blackstone´s Criminal Practice 2007 στη σελ. 1765 και στο Archbold 2002 παρ. 1-43a) η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι σε 94 διαφορετικές περιπτώσεις, οι οποίες μπορούσαν να διευκρινισθούν, η κατηγορούμενη έπαιρνε μικρά ποσά μετρητών από το ταμείο. Κρίθηκε ότι το κατηγορητήριο που περιλάμβανε μια κατηγορία κλοπής συνολικού ποσού £1,338.23, δεν έπασχε από πολλαπλότητα. Κρίθηκε επίσης ότι δεν υπήρξε οποιοσδήποτε επηρεασμός της κατηγορούμενης με το να θεωρηθεί η συμπεριφορά της σαν μια πράξη εφόσον δεν είχε συγκεκριμένη εξήγηση για κάθε λήψη μετρητών ξεχωριστά αλλά είχε κοινή υπεράσπιση για όλες τις περιπτώσεις. Περαιτέρω λέχθηκε ότι η περίληψη 94 ξεχωριστών κατηγοριών θα ήταν καταπιεστική. Αποτελεί θέση της υπεράσπισης στην παρούσα ότι οι κατηγορίες 1 και 2 δηλ. της συνωμοσίας προς διάπραξης των κακουργημάτων της κλοπής υπό υπηρέτη και των ψευδών λογαριασμών με σκοπό καταδολίευσης, πάσχουν από πολλαπλότητα καθότι πέραν του αδικήματος της συνωμοσίας περιλαμβάνουν και τη συνέργεια στην διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων, ως εκ της περίληψης στην έκθεση των εν λόγω αδικημάτων και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Είναι ξεκάθαρο από τις λεπτομέρειες αδικήματος των δύο κατηγοριών ότι αυτό που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη είναι το αδίκημα της συνωμοσίας και όχι της συνέργειας στην διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Από πολλαπλότητα εισηγείται η υπεράσπιση ότι πάσχει και η κατηγορία 59, καθότι σύμφωνα πάντα με την ίδια εισήγηση το αδίκημα της «Συγκάλυψης» ως αναφέρεται στην έκθεση αδικήματος, προβλέπεται από το άρθρο 4
(1)(ιι) του Νόμου 188(Ι)/2007 ενώ στο άρθρο 4
(1)(ιιι), που αναγράφεται στην εν λόγω έκθεση αδικήματος, προβλέπεται το αδίκημα της «απόκτησης, κατοχής και χρήσης». Ούτε αυτή η θέση κρίνεται ότι ευσταθεί. Είναι ξεκάθαρο από τις λεπτομέρειες αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας ότι η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι απέκτησε και κατείχε συγκεκριμένο ποσό ενώ γνώριζε ότι αυτό αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, ότι δηλ. προβλέπει το άρθρο 4
(1)(ιιι) που παρατίθεται στην έκθεση αδικήματος. Εξάλλου δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση ότι στο άρθρο 4
(1)(ιι) προβλέπεται αδίκημα «Συγκάλυψης» ως αναφέρει η συνήγορος. Το άρθρο 4, ως φαίνεται από τον πλαγιότιτλο του, προβλέπει τα «Αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες». Δεν μπορεί ασφαλώς να συναχθεί τέτοια πολλαπλότητα επειδή, σύμφωνα με την εισήγηση της υπεράσπισης, στην Αγγλία στην σχετική νομοθεσία (Proceeds of Crime Act 2002) διακρίνονται τα αδικήματα που καλύπτει το άρθρο 4, εφόσον προβλέπονται σε δύο διαφορετικά άρθρα. Πέραν των ανωτέρω αποτελεί θέση της υπεράσπισης ότι από πολλαπλότητα πάσχουν και η κατηγορία 4 αλλά και η κατηγορία 59 και για ένα άλλο λόγο. Συγκεκριμένα αυτό που ουσιαστικά προβάλλει η υπεράσπιση είναι ότι ενώ τα αδικήματα των εν λόγω κατηγοριών δεν αποτελούν συνεχιζόμενα αδικήματα περιλαμβάνουν περισσότερα από ένα αδίκημα η κάθε κατηγορία εφόσον η κλοπή υπό υπηρέτη και το αδίκημα της «συγκάλυψης» έπρεπε να υπάρχει για κάθε ένα εκ των αδικημάτων αυτών που αντιστοιχεί στις κατηγορίες 5-30 που αφορούν τους ψευδείς λογαριασμούς. Με βάση τη νομολογία, ως έχει εκτεθεί ανωτέρω, σε περίπτωση που είναι πρακτικά αδύνατο για την κατηγορούσα αρχή να καθορίσει και να συνδέσει λεπτομέρειες γεγονότων, ώστε να ξεχωρίσει το ένα γεγονός από το άλλο, προς θεμελίωση ξεχωριστής κατηγορίας για το κάθε ένα, τότε είναι επιτρεπτό να διαμορφωθεί μια κατηγορία. Στην παρούσα, από το σύνολο της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής και ιδιαίτερα από την μαρτυρία της Μ.Κ.2, η οποία δεν θυμόταν να πει ακριβώς, στα πλαίσια και της διάπραξης των αντίστοιχων αδικημάτων των κατηγοριών 5-30, πόσες φορές και πόσα χρήματα έδωσε στην κατηγορούμενη, προκύπτει ότι υπήρχε πρακτική αδυναμία να προσδιορισθεί και να διαχωριστεί κάθε τέτοια περίπτωση. Συνεπώς κρίνεται ότι τόσο η κατηγορία 4 όσον και η αντίστοιχη σε αυτήν κατηγορία 59, ήταν επιτρεπτό να διαμορφωθούν κατά τέτοιο τρόπο και συναφώς δεν πάσχουν από πολλαπλότητα. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η συμπερίληψη στο κατηγορητήριο και αντίστοιχων κατηγοριών κλοπής υπό υπηρέτη και νομιμοποίησης εσόδων για κάθε μια περίπτωση ξεχωριστά, αντίστοιχων των κατηγοριών 5-30, θα είχε ως αποτέλεσμα η κατηγορούμενη να αντιμετωπίζει ένα κατηγορητήριο αποτελούμενο από 78 κατηγορίες, κάτι που ενδεχομένως θα ήταν καταπιεστικό, καταχρηστικό και ενοχλητικό για αυτήν. Όσον αφορά την κατηγορία 2 δηλ. της συνωμοσίας προς διάπραξη ψευδών λογαριασμών είναι η θέση της υπεράσπισης ότι αυτή πάσχει από πολλαπλότητα και αοριστία. Πιο συγκεκριμένα η εισήγηση της υπεράσπισης είναι ότι το εν λόγω αδίκημα αποτελεί μεν συνεχιζόμενο αδίκημα αλλά έπρεπε να προσδιορίζεται στην παρούσα για ποιο από τα αδικήματα των κατηγοριών 5-30 αφορά. Ούτε αυτή η θέση με βρίσκει σύμφωνο. Εφόσον η εν λόγω κατηγορία, ως αναφέρει και η ίδια η υπεράσπιση, αφορά συνεχιζόμενο αδίκημα, δεν χρειάζεται να διευκρινισθεί κάτι περαιτέρω. Άλλωστε εάν η υπεράσπιση θεωρούσε ότι πράγματι υπάρχει κάποια αοριστία θα μπορούσε να ζητήσει λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου, κάτι που δεν έπραξε. Ακόμη όμως και να κρινόταν ότι υπήρχε πολλαπλότητα για όλες τις πιο πάνω κατηγορίες το θέμα δεν θα τελείωνε εδώ. Θα πρέπει να εξετασθούν εάν υπάρχουν και ποιες οι συνέπειες αυτής στην παρούσα. Παλαιότερες αυθεντίες είχαν αποφασίσει ότι διαδικασίες που στηρίχθηκαν σε κατηγορητήρια που έπασχαν από πολλαπλότητα ήταν άκυρες. Σύμφωνα όμως με τη νομολογία, ως διαμορφώθηκε και ισχύει σήμερα, η πολλαπλότητα στο κατηγορητήριο δεν οδηγεί αυτόματα σε ακυρότητα των κατηγοριών παρά μόνον εάν διαφανεί ότι λόγω αυτής ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε δυσμενώς ή παραπλανήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην υπεράσπιση του (βλ. Παπαδόπουλος ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 111 και Α. Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 ΑΑΔ 194). Ως λέχθηκε δε στην πολύ πρόσφατη Σ.Π. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 207/2013, ημερ. 25.6.14, με αναφορά στην Ανδρονίκου (ανωτέρω) για να υπάρχει ουσιώδης επίπτωση επί του ασφαλούς της καταδίκης πρέπει το κατηγορούμενο πρόσωπο να έχει παραπλανηθεί κατά ουσιώδη τρόπο. Υπάρχει δε πάντοτε η δυνατότητα αναζήτησης λεπτομερειών επί του κατηγορητηρίου και κατά πόσο υπήρξε παραπλάνηση ή αδικία συνεξετάζεται και με το κατά πόσο ζητήθηκαν τέτοιες λεπτομέρειες έχοντας ταυτόχρονα υπόψη και όλες τις άλλες πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στον κατηγορούμενο μέσα από καταθέσεις, υλικό κατά την προανάκριση, όπου υπάρχει, μαρτυρία πριν την έναρξη της δίκης κ.ά. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι στην παρούσα δεν ζητήθηκαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου και μόνο στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων τέθηκε το θέμα της πολλαπλότητας. Η υπεράσπιση δε δεν παραπονέθηκε ότι δεν είχε στην κατοχή της τις καταθέσεις των μαρτύρων που θα παρουσίαζε η κατηγορούσα αρχή. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην την όλη διαδικασία που διεξήχθη ενώπιον μου, σε συνδυασμό με τον τρόπο που χειρίστηκε την υπόθεση της η υπεράσπιση και τη γραμμή που ακολούθησε από την αρχή, που δεν αποσκοπούσε στο να δοθεί συγκεκριμένη εξήγηση για μια εκάστη των περιπτώσεων και για κάθε λήψη χρημάτων ξεχωριστά αλλά επικεντρώθηκε στο ότι ουδέποτε η κατηγορούμενη συνωμότησε, έκλεψε από τους εργοδότες της και νομιμοποιήθηκε παράνομων εσόδων, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη δεν έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς ή παραπλανήθηκε στην υπεράσπιση από οποιαδήποτε πολλαπλότητα. Άλλωστε η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης δεν εισηγήθηκε ότι υπήρξε οποιοσδήποτε επηρεασμός ή παραπλάνηση αλλά απλά ζήτησε, ενόψει της ύπαρξης της πολλαπλότητας και μόνον, την απαλλαγή της κατηγορούμενης. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες νομικές αρχές καταλήγω στα ακόλουθα: Κατ' αρχήν κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί το κοινό συστατικό στοιχείο, για τα αδικήματα της κλοπής υπό υπηρέτη (κατηγορία 4) και των ψευδών λογαριασμών με σκοπό καταδολίευσης (κατηγορίες 5-30), ότι δηλ. κατά τους επίδικους χρόνους, η κατηγορούμενη ήταν υπηρέτης της παραπονούμενης εταιρείας CHRIS CASH & CARRY LTD, η οποία διατηρούσε την υπεραγορά στην οποία αυτή εργαζόταν. Αυτό άλλωστε δεν αμφισβητείται. Οι καταχωρήσεις δε που έκανε η κατηγορούμενη στα έντυπα «VOID» - «ΑΚΥΡΩΣΕΙΣ στα ταμεία» (τεκμήρια 10-16 και 18-36) με το να συμπληρώνει εκεί το «Ποσό Ακύρωσης» στην πρώτη στήλη που έδειχνε την αξία του προϊόντος που δήθεν επιστρεφόταν και να υπογράφει στην δεύτερη στήλη του ίδιου εντύπου (Υπογραφή Υπαλλήλου Ταμείου) ήταν δε αναμφίβολα ψευδείς εφόσον η επιστροφή του προϊόντος δεν γινόταν στην πραγματικότητα αλλά ήταν εικονική, κάτι που γνώριζε η κατηγορούμενη. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι στις περιπτώσεις αρ. 8, 9 και 23 (βλ. ανωτέρω στα ευρήματα) μπορεί η κατηγορούμενη να μην υπέγραψε στην αντίστοιχη στήλη αλλά έκανε ψευδή καταχώρηση σε αυτά εφόσον συμπλήρωσε τα αντίστοιχα ποσά στην στήλη «Ποσό Ακύρωσης». Το δε έντυπο «VOID» - «ΑΚΥΡΩΣΕΙΣ στα ταμεία»» αναμφίβολα αποτελεί κατά την κρίση μου έγγραφο εν τη εννοία του άρθρου 313(β) του Ποινικού Κώδικα. Η εισήγηση της υπεράσπισης ότι η λέξη «καταχώρηση» πρέπει να ερμηνευθεί ως «λογιστική καταχώρηση» δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η εισήγηση αυτή εδράζεται στο ότι η ερμηνεία θα πρέπει να γίνει σε αντιπαραβολή με το άρθρο 17
(1)(α) του αγγλικού Theft Act
  1. Η εν λόγω πρόνοια όμως ασφαλώς δεν αντιστοιχεί με την επίδικη στην παρούσα εφόσον καλύπτει σαφώς και συγκεκριμένα περιπτώσεις όπου ο κατηγορούμενος «falsifies any account or record or document made or required for any accounting purpose» (η υπογράμμιση δική μου). Δεν έχει δε κατά την κρίση μου σημασία ότι δεν ήταν απαραίτητη η συμπλήρωση του εν λόγω εγγράφου για να γίνει η εικονική επιστροφή. Αυτό χρησιμοποιείτο στην υπεραγορά ως μέρος της διαδικασίας επιστροφής προϊόντων και ήταν υποχρέωση των ταμίων όπως η κατηγορούμενη να το συμπληρώσει βάζοντας τα αληθινά δεδομένα. Αργότερα αυτό παραδιδόταν στην υπεύθυνη καταμέτρησης της υπεραγοράς για να ελέγξει με βάση αυτό την ορθότητα του ταμείου (δηλ. εάν είχε περίσσευμα ή έλλειμμα). Συνεπώς εάν το εν λόγω έντυπο δεν συμπληρωνόταν με την ψευδή καταχώρηση, θα εντοπιζόταν διαφορά στο ταμείο κάτι που θα κινούσε αμέσως τις διαδικασίες με αποτέλεσμα τον εντοπισμό των εικονικών επιστροφών και κατά συνέπεια την διάπραξη των υπό αναφορά αδικημάτων. Το γεγονός δε ότι η κατηγορούμενη γνώριζε ότι στις εν λόγω περιπτώσεις οι επιστροφές προϊόντων ήταν εικονικές και εν γνώση αυτού συμπλήρωνε τα εν λόγω έντυπα και τα υπέγραφε ώστε να φαίνεται ότι εκτέλεσε τα καθήκοντα της ορθά και νόμιμα, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εντοπισθούν οι υπό αναφορά παράνομες πράξεις, κρίνεται ότι αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το ότι αυτό το έκανε με σκοπό καταδολίευσης του εργοδότη της. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 5-
  2. Όσον αφορά την κατηγορία 4 θα πρέπει αρχικά να λεχθούν τα ακόλουθα: Το ποσό των €10,609.18 που αναφέρεται στην εν λόγω κατηγορία φαίνεται ότι αντιστοιχεί στο άθροισμα των ποσών που φαίνονται στις κατηγορίες 5-30 δηλ. για τους ψευδείς λογαριασμούς. Το δε ποσό των €20,615.25 που φαίνεται στην κατηγορία κλοπής υπό υπηρέτη, που αντιμετώπιζε η Μ.Κ.2 (κατηγορία 3) αντιστοιχεί στο σύνολο των ποσών των κατηγοριών για τους ψευδείς λογαριασμούς που εκείνη αντιμετώπιζε (κατηγορίες 5-57) δηλ. περιλαμβάνει και τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε από κοινού με την κατηγορούμενη (κατηγορίες 5-30). Είναι λοιπόν προφανές ότι το ποσό των €10,609.18 που αναφέρεται στην κατηγορία 4 δεν είναι διαφορετικό από το ποσό των €20,615.25 αλλά μέρος αυτού, που αντιστοιχεί στις κατηγορίες που αποδίδονται στην κατηγορούμενη μαζί με την Μ.Κ.2 (κατηγορίες 5-30). Δεν ήταν δε ποτέ η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι το ποσό που αναφέρεται στην κατηγορία 4 είναι διαφορετικό από το συνολικό ποσό των €20,615.25 αλλά αντίθετα ότι το τελευταίο ποσό ήταν το συνολικώς κλαπέν από την παραπονούμενη εταιρεία. Συνεπώς δεν υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ως προς τούτο. Εάν όμως η υπεράσπιση θεωρούσε ότι υπάρχει τέτοια θα μπορούσε κάλλιστα να ζητήσει λεπτομέρειες, κάτι που δεν έπραξε. Ως φαίνεται δε από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, στις περιπτώσεις που έγιναν εικονικές επιστροφές προϊόντων από το ταμείο της κατηγορούμενης, αυτή την ίδια ώρα έπαιρνε από το ταμείο τα χρήματα της αντίστοιχης αξίας των εν λόγω προϊόντων και τα έδινε στην Μ.Κ.
  3. Σε 15 δε διαφορετικές από τις περιπτώσεις αυτές, η Μ.Κ.2 έδωσε στην κατηγορούμενη μέρος αυτών των χρημάτων και συγκεκριμένα €50 σε κάθε μια από αυτές. Η θέση της υπεράσπισης ότι ουσιαστικά δεν έχει αποδειχθεί ότι η Μ.Κ.2 έδινε στην κατηγορούμενη χρήματα από αυτά που έπαιρνε από το ταμείο (δηλ. περιουσία της παραπονούμενης εταιρείας) δεν ευσταθεί. Αυτό γιατί προκύπτει σαφώς από την μαρτυρία της Μ.Κ.2 και δεν αμφισβητήθηκε, ότι έδινε στην κατηγορούμενη μέρος των χρημάτων αυτών. Ακόμη δε και να μην της τα έδινε την ίδια ώρα που τα έπαιρνε αλλά αργότερα ήταν σαφές ότι αυτά αποτελούσαν μέρος των χρημάτων που λήφθηκαν από το ταμείο και όχι άλλα (ιδιοκτησίας της Μ.Κ.2 ως εισηγείται η υπεράσπιση στις αγορεύσεις της). Η δε κατηγορούμενη, σύμφωνα με τα όσα προκύπτουν από την μαρτυρία της Μ.Κ.2, γνώριζε ότι τα χρήματα που έπαιρνε ήταν από αυτά που λαμβάνονταν από το ταμείο μετά από εικονική επιστροφή προϊόντος. Έτσι με τον τρόπο αυτό η κατηγορούμενη απόκτησε χρήματα (δηλ. περιουσία) που ανήκε στον εργοδότη της (και αποτελούσε αντικείμενο κλοπής) χωρίς την συγκατάθεση αυτού. Αποτελεί δε αναμφίβολο συμπέρασμα, λαμβανομένου υπόψην του τρόπου με τον οποίο γίνονταν οι εικονικές επιστροφές προϊόντων (δηλ. και με την ψευδή συμπλήρωση των εντύπων «VOID») αλλά και του αριθμού των εν λόγω εικονικών επιστροφών (ήταν κάτι που συνέβηκε όχι μια φορά αλλά συστηματικά), ότι η κατηγορούμενη δρούσε με πρόθεση μόνιμης αποστέρησης των χρημάτων που έλαβε, από τον εργοδότη της και με δόλιο τρόπο προς την κατεύθυνση αυτή. Παρά δε το ότι αποδείχθηκε ότι αυτή έκλεψε λιγότερα λεφτά από αυτά που της αποδίδονται στην εν λόγω κατηγορία (κατηγορία 4) και συγκεκριμένα το ποσό των €750, δεν χρειάζεται για να καταδικασθεί σε αυτήν οποιαδήποτε τροποποίηση της εφόσον έχει αποδειχθεί η εκ μέρους της διάπραξη του αδικήματος αναφορικά με περιορισμένο ποσό από αυτό που της αποδίδεται (βλ. άρθρο 85
(1)της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155 και Issa and Another v. Republic
(1989)2 C.L.R. 39). Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία και του αδικήματος της κατηγορίας
  1. Όσον αφορά την κατηγορία 59, με δεδομένο ότι η κατηγορούμενη απέκτησε τα προαναφερόμενα λεφτά ήτοι €750, ενώ γνώριζε ότι ήταν περιουσία που αποτελούσε έσοδο που προήλθε από τη διάπραξη εκ μέρους της του αδικήματος της κλοπής υπό υπηρέτη (που είναι γενεσιουργό αδίκημα εφόσον τιμωρείται με ποινή φυλάκισης άνω του ενός έτους), κρίνεται ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία και του αδικήματος της κατηγορίας
  2. Όσα δε αναφέρθηκαν ανωτέρω για την κατηγορία 4, για τον τρόπο απόκτησης των χρημάτων αλλά και για την απόδειξη απόκτησης μικρότερου ποσού από αυτό που της αποδίδεται στην εν λόγω κατηγορία, ισχύουν και για την παρούσα. Περαιτέρω ως έχει προαναφερθεί κατά την έκθεση της νομικής πτυχής, σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)του Νόμου 188(Ι)/2007, το υπό εξέταση αδίκημα συντελείται ακόμα και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος διαπράττει το γενεσιουργό αδίκημα ο ίδιος και καθιστά την νόμιμη περιουσία, έσοδο με τη δική του παρανομία. Αυτό ισχύει και στην παρούσα. Τέλος όσον αφορά τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη των αδικημάτων της κλοπής υπό υπηρέτη και των ψευδών λογαριασμών (κατηγορίες 1 και 2) αυτά δεν αποδεικνύονται μόνο και μόνο από το γεγονός ότι αργότερα η κατηγορούμενη διέπραξε αυτά καθαυτά τα αδικήματα. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η κατηγορούμενη με την Μ.Κ.2 κατήρτισαν συμφωνία να διαπράξουν αυτά με πρόθεση υλοποίησης τους. Πρέπει δηλ. να αποδειχθεί η προώθηση της πρόθεσης, την οποία η καθεμιά είχε συλλάβει στο μυαλό της και η οποία να μετατράπηκε από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία πραγματοποίησης του εγκληματικού τους σχεδίου. Δεν είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι επιδίωκαν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση των αδικημάτων αυτών. Από τα ευρήματα στην παρούσα προκύπτει ότι ο σχεδιασμός διάπραξης των επίδικων αδικημάτων έγινε από την Μ.Κ.
  1. Μάλιστα αυτή σκέφτηκε τον τρόπο και άρχισε την διάπραξη τους πριν αναφέρει οτιδήποτε στην κατηγορούμενη. Αργότερα ανέφερε στην κατηγορούμενη ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ότι έκανε εικονικές επιστροφές ηλεκτρικών συσκευών και ότι θα της δίνει και αυτής ένα ποσό από αυτά που θα έπαιρνε και εκείνη δεν έφερε καμία αντίρρηση. Είπε δε στην κατηγορούμενη να μην πουν σε κανένα τίποτε και εκείνη συμφώνησε. Στη συνέχεια η διάπραξη των αδικημάτων γινόταν με πρωτοβουλία της Μ.Κ.
  2. Δηλ. εκείνη αποφάσιζε πότε θα προχωρούσαν και απλά πήγαινε στο ταμείο της κατηγορούμενης, στις περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν, και ακολουθούσε η διάπραξη των αδικημάτων. Τα πιο πάνω στοιχεία όμως κατά την κρίση μου δεν αποδεικνύουν, χωρίς αμφιβολία, ότι μεταξύ της κατηγορούμενης και της Μ.Κ.2, υπήρξε «καταρτισμός συμφωνίας» (ως η έννοια έχει εξηγηθεί ανωτέρω) να διαπράξουν τα εν λόγω αδικήματα. Το γεγονός ότι η κατηγορούμενη απλά γνώριζε τι γινόταν και τι έκανε η Μ.Κ.2 και προχωρούσε και αυτή στην διάπραξη των αδικημάτων δεν μεταβάλλει κατά την κρίση μου το πιο πάνω. Συνεπώς κρίνεται ότι δεν έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας οι κατηγορίες 1 και
  3. Καταληκτικά η κατηγορούμενη 2 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 4-30 και 59 ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1 και
  4. (Υπ.) ......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος - Κλοπή υπό υπηρέτη - Ψευδείς λογαριασμοί με σκοπό καταδολίευσης - Αδίκημα Νομιμοποίησης Εσόδων). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.