ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Παναγιώτης Παναγιώτου, Aρ. υπόθεσης:13015/2012, 30/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Aρ. υπόθεσης:13015/2012 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον Παναγιώτης Παναγιώτου Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:30/6/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κος Γιάννος Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κος Λύσανδρος Λυσάνδρου Κατηγορούμενος : παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2003 στη Λεμεσό, συνωμότησε με άγνωστο πρόσωπο προς την κατηγορούσα αρχή να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή πλαστογραφία επισήμου εγγράφου. Η δεύτερη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 337, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2003 στη Λεμεσό, συνωμότησε με άγνωστο πρόσωπο προς την κατηγορούσα αρχή να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή κυκλοφορία επισήμου πλαστού εγγράφου. Η τρίτη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας επισήμου εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α) και 337 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2003 στη Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση, πλαστογράφησε επίσημο έγγραφο, δηλαδή την αίτηση για έκδοση διαβατηρίου με αρ. αίτησης 1723219 η οποία εμφανιζόταν ως να μην είναι στην πραγματικότητα. Η τέταρτη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας επισήμου πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339 και 337 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2003 στη Λεμεσό, εν γνώσει και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό επίσημο έγγραφο, δηλαδή την αίτηση που αναφέρεται στην 3η κατηγορία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 και που αφορούν την συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, σχετικό είναι το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο στοιχειοθετεί το αυτοτελές αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στην Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από την φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Σχετική επί του θέματος, είναι η υπόθεση Giani εναντίον Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 . Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από την στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα και δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από την συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο και η ύπαρξη της συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό της συνωμοσίας. Στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και συνεπώς ούτε συνωμοσία και το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους είναι πολύ λεπτή και δεν είναι δυνατό να καθοριστεί και συνεπώς το ζήτημα είναι πραγματικό. Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για την διάπραξη του αδικήματος. Αναφορικά με το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας, σχετικά είναι τα άρθρα 331 και 333(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπου προνοούν τα ακόλουθα: <<331. Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης>>. <<333. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα>> Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας λοιπόν είναι: 1. Ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου 2. Με σκοπό καταδολίευσης. Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης δίδεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold Archbold 35th ed. σελ. σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του. Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ακόμη και η πιθανότητα βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Τέλος στη Georghiou (ανωτέρω) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Αναφορικά με το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας, σχετικό είναι το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: << Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος>>. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: — Η ύπαρξη πλαστού εγγράφου που είναι σε γνώση του κατηγορουμένου. — Η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου από τον κατηγορούμενο με δόλιο τρόπο. Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό, έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω σχετική παραπομπή σε αυθεντίες και νομολογία, ως επίσης κατατοπιστικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice & Evidence 2003 p.357, Par. B6.2. <<Falsification, False Statements and False Instruments B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments. As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original)>>. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο, είναι η κυκλοφορία του εγγράφου αυτού από τον κατηγορούμενο. Ένα επιπλέον στοιχείο που απαιτείται για απόδειξη του αδικήματος, είναι ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό. Η γνώση μπορεί να είναι άμεση όταν πχ είναι παρών στην πλαστογράφηση του εγγράφου ή έμμεση όταν προκύπτει από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Ένα άλλο βασικό στοιχείο, είναι η ύπαρξη δόλου κατά την κυκλοφορία του εγγράφου. Το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα με το στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας του εγγράφου. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η κυκλοφορία ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη πρόθεση καταδολίευσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου, μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η "γνώση" και ο "δόλος" μπορούν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα, συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Σύμφωνα με τους Κανόνες του Αγγλικού Κοινοδικαίου στην Αγγλία πριν από το 1913 σε περιπτώσεις πλαστογραφίας χρησιμοποιόταν η φράση "με πρόθεση καταδολίευσης" (with intent to the fraud). Το 1913 ψηφίστηκε ο Νόμος The Forgery Act 1913 το άρθρο 1
(1)του οποίου προνοεί ότι: "A person is guilty of a forgery if he makes a false instrument, with the intention that he or another shall use it to induce somebody to accept it as genuine, and by reason of so accepting it to do or not to do some act to his own or any other person´s prejudice." Αργότερα τα Αγγλικά Δικαστήρια καθόρισαν την πλαστογραφία ως τη "δημιουργία ενός πλαστού εγγράφου ή αντικειμένου με σκοπό την καταδολίευση". (Βλ. υπόθεση R. v. Parkers and Brown
(1977)2 LEACH 775). Όπως έχει ερμηνεύσει το θέμα ο Δικαστής Denning στην υπόθεση Weltham v. D.P.P.
(1960)1 All E.R. 805 "Put shortly "with intent to defraud" means "with intent to practice a fraud" on someone or other. It need not be anyone in particular. Someone in general will suffice. If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough." ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε η Γ/Αστ. 939 κα Μαρία Φράγκου, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της - τεκμήριο 1 - στην οποία κάνει αναφορά στην ενέργειες που έχει προβεί ως ανακρίτρια της παρούσας υπόθεσης, όπως είναι η παραλαβή και παράδοση τεκμηρίων, η σύλληψη του κατηγορουμένου και την απάντηση του μετά από την επίστηση του στον νόμο - τεκμήριο 2 -, η λήψη δειγμάτων υπογραφών και η διενέργεια έρευνας σε υποστατικά του κατηγορουμένου. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, κατέθεσε διάφορα τεκμήρια, αναφέροντας ταυτόχρονα τις συνθήκες που αυτά παραλήφθησαν και παραδόθησαν και συγκεκριμένα το τεκμήριο 3, η οποία είναι φωτογραφία αγνώστου ανδρός και που αναγράφεται ο αριθμός ταυτότητας του κατηγορουμένου και ο εν λόγω αριθμός αναγράφηκε από την υπάλληλο της επαρχιακής διοίκησης κατά το χρονικό διάστημα που παρουσιάστηκαν για να εξασφαλιστεί η έκδοση διαβατηρίου και που ήταν ενσωματωμένη στο πρωτότυπο έντυπο. Περαιτέρω κατατέθηκε το τεκμήριο 4 που είναι φωτοαντίγραφο διαβατηρίου με αριθμό Ε096592 με τα στοιχεία του Παναγιώτη Παναγιώτου, ακολούθως την σχετική αίτηση για έκδοση διαβατηρίου - τεκμήριο 5, την εξουσιοδότηση μαζί με τα δείγματα γραφής - υπογραφής που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο για μεταφορά τους στο εργαστήριο γραφολογίας της ΥΠΕΓΕ αρχηγείου, η αίτηση για άνοιγμα λογαριασμού του Παναγιώτη Παναγιώτου ημερομηνίας 31/10/2013 - τεκμήριο 6, έγγραφο προσωπικών δεδομένων του Παναγιώτη Παναγιώτου και ως προς τα έγγραφα που κατέθεσε και που ήταν αντίγραφα, έδωσε σχετικές εξηγήσεις. Περαιτέρω η μάρτυρας αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες υποβλήθηκε το σχετικό παράπονο και πιο συγκεκριμένα από ποιο πρόσωπο και τι αφορούσε το παράπονο, ως επίσης αναφέρθηκε στις ενέργειες που έχει προβεί η ίδια στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι παρέλαβε το τεκμήριο 3 από τον συνάδελφο της αστυφύλακα 1863 και η εν λόγω φωτογραφία ήταν επισυνημμένη στην πρωτότυπη αίτηση για έκδοση διαβατηρίου, την οποία η ίδια αφαίρεσε και την καταχώρησε ως τεκμήριο το οποίο και θεώρησε σημαντικό, διευκρίνιζοντας ότι δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας όταν δόθηκε η αίτηση στην επαρχιακή διοίκηση. Στην εν λόγω φωτογραφία υπάρχει ένας αριθμός ταυτότητας ο οποίος είναι ο γραφικός χαρακτήρας της υπαλλήλου της επαρχιακής διοίκησης, με βάση τα λεγόμενα της εν λόγω υπαλλήλου. Επίσης αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθε στην κατοχή της το τεκμήριο 4 από την κα Παναγιώτα Μουζούρη και ότι της έχει λεχθεί από αυτήν αναφορικά με απώλεια διαβατηρίου το έτος 2005 και για το οποίο η ίδια η μάρτυρας παρέπεμψε στην Παναγιώτα Μουζούρη για το θέμα εάν υπήρχε εκδομένο διαβατήριο στο όνομα του κατηγορουμένου και κατά πόσο τα στοιχεία του κατηγορουμένου ήταν καταχωρημένα στο σύστημα του αρμόδιου υπουργείου και εάν μπορούσε η υπάλληλος της επαρχιακής διοίκησης να έχει πρόσβαση, διευκρινίζοντας ότι η κα Μουζούρη μετά από έλεγχο, εντόπισε το διαβατήριο του κατηγορουμένου για το έτος 2003 και ότι δεν υπάρχει άλλο. Επίσης η μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δήλωσε ως απωλεσθέν το διαβατήριο του και δεν έχει εντοπιστεί το διαβατήριο του στην έρευνα που έγινε στο σπίτι του. Συμφώνησε η μάρτυρας ότι ο κατηγορούμενος ταξίδεψε στην Ρωσική Ομοσπονδία μεταξύ 2003 και 2010 και δεν ήταν σε θέση να απαντήσει εάν άλλο πρόσωπο με το συγκεκριμένο διαβατήριο έχει ταξιδέψει, διότι οι Κύπριοι δεν καταγράφονται στο σύστημα αφιξοαναχωρήσεων, απαντώντας ταυτόχρονα σε σχετική υποβληθείσα αντίθετη θέση. Ως προς το τεκμήριο 5, ανέφερε ότι μέσα από τις εξετάσεις που έχει προβεί, ότι ο γραφικός χαρακτήρας ανήκει στην υπάλληλο του γραφείου που αποτάθηκε ο κατηγορούμενος, δεν υπάρχει ημερομηνία, παρά μόνο η υπογραφή του κατηγορούμενου, δεν υπάρχει υπογραφή παραλαβής από τον αρμόδιο λειτουργό, λέγοντας όμως ότι η αρμόδια υπάλληλος η οποία παρέλαβε την αίτηση της ανέφερε ότι υπάρχει η ημερομηνία και την έχει καταγράψει στα βιβλία της επαρχιακής διοίκησης. Συμφώνησε ότι εναπόκειται στην κάθε υπάλληλο ότι θα πρέπει κανονικά να υπάρχει υπογραφή του υπαλλήλου που την παραλαμβάνει και να τοποθετεί την ημερομηνία, πράγμα που δεν έγινε, ως επίσης συμφώνησε ότι η σχετική εξουσιοδότηση που είναι επισυνημμένη είναι ημισυμπληρωμένη, ως επίσης η φωτογραφία - τεκμήριο 3 δεν είναι πιστοποιημένη, αν και θα έπρεπε να είναι για να αιτηθεί κάποιος έκδοση διαβατηρίου, λέγοντας ότι η υπάλληλος της ανέφερε ότι την πήρε λόγω φόρτου εργασίας και ότι άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να υπάρχει άλλη δεύτερη φωτογραφία πιστοποιημένη. Επίσης συμφώνησε η μάρτυρας ότι θα έπρεπε να ελεγχθεί η συγκεκριμένη φωτογραφία και από την στιγμή που δεν ήταν πιστοποιημένη δεν θα έπρεπε να εκδοθεί το τεκμήριο
- Ο κοινοτάρχης ο οποίος φέρεται να πιστοποίησε την σχετική εξουσιοδότηση επί του τεκμηρίου 5, δεν κατέστη δυνατό λόγω των προβλημάτων υγείας να του ληφθεί κατάθεση. Περαιτέρω η μάρτυρας ανέφερε όσα περιήλθαν στην αντίληψη της αναφορικά με το τεκμήριο 9, το οποίο είναι η σχετική γραφολογική έκθεση, ως επίσης αναφέρθηκε στο τι μεσολάβησε μέχρι να καταχωρηθεί η παρούσα υπόθεση στο Δικαστήριο και τέλος, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος δεν έδωσε το τεκμήριο 3 για έκδοση διαβατηρίου και αυτή δεν επισυνάφθηκε από τον κατηγορούμενο, αλλά από υπάλληλο της επαρχιακής διοίκησης. Περαιτέρω, κατατέθηκαν διάφορα άλλα τεκμήρια τα οποία είτε αποτελούν τα πρωτότυπα ήδη κατατεθημένων εγγράφων, ή τεκμήρια που σχετίζονταν για σκοπούς σύγκρισης της υπογραφής του κατηγορουμένου και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, η νομότυπη παραλαβή των τεκμηρίων 10 έως
- Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε η Γ/αστ. 580 κα Παναγιώτα Κουτούκη, η οποία κατέθεσε σχετικό βιογραφικό της σημείωμα - τεκμήριο 16 - και αναφέρθηκε συμπληρωματικά στα προσόντα και εμπειρίες της και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, την έκθεση που έχει ετοιμάσει, ήτοι το τεκμήριο 9 και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι η μάρτυρας για να συντάξει την έκθεση της, είχε ενώπιον της σχετικά κατατεθημένα τεκμήρια. Αντεξεταζόμενη, έδωσε κάποιες διευκρινιστικές απαντήσεις επί των συμπερασμάτων της, όπως αυτά αποτυπώνονται στο τεκμήριο 9 και πιο συγκεκριμένα, ότι υπάρχει υποψία που να συνδέει τον κατηγορούμενο, αλλά θα ήταν επισφαλές να καταλήξει σε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα, λόγω της περιορισμένης ποσότητας γραφής και πιθανόν κάποια χαρακτηριστικά να εντοπιστούν και σε γραφή άλλου προσώπου, λέγοντας ταυτόχρονα ότι δεν είχε άλλα δείγματα γραφής άλλου προσώπου κατά την εξέταση της, διότι δεν την δόθησαν. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε ο κ. Άριστος Παλούζας. ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του - τεκμήριο 17, στην οποία κάνει αναφορά στο είδος των υπηρεσιών που παρέχει η εταιρεία του, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας έκδοσης διαβατηρίου και περιέγραψε την διαδικασία που ακολουθείται για την έκδοση διαβατηρίου. Περαιτέρω, ο μάρτυρας στην κατάθεση του αναγνώρισε την σφραγίδα του κοινοτικού συμβουλίου Ύψωνα, δεν αναγνώρισε την φωτογραφία που του έχει υποδειχθεί διότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο Παναγιώτη Παναγιώτου, ως επίσης ανέφερε όσα γνωρίζει ο ίδιος για την αίτηση έκδοσης διαβατηρίου και πιο συγκεκριμένα ο μάρτυρας παρέπεμπε σε υπάλληλο του γραφείου του και ο ίδιος δεν θυμόταν να είχε έρθει στο γραφείο του ο Παναγιώτου για να ζητήσει την έκδοση διαβατηρίου. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναφέρθηκε στην γνωριμία του με τον κατηγορούμενο, κατέθεσε το τεκμήριο 18 το οποίο αποτελεί σχετική απόδειξη είσπραξης, περιέγραψε την διαδικασία που ακολουθείται για έκδοση διαβατηρίου, τονίζοντας το αναγκαίο της πιστοποίησης των εγγράφων, διαφορετικά δεν θα το δεχόταν η επαρχιακή διοίκηση και εξέφρασε άγνοια γιατί υπάρχει κενό στην εξουσιοδότηση που υπάρχει στο τεκμήριο 10 και που εξουσιοδοτείται η εταιρεία του, ως επίσης αναγνώρισε την σφραγίδα του κοινοτικού συμβουλίου Ύψωνα. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι εκ της πείρας του θα πρέπει να υπογράφεται από τον λειτουργό παραλαβής ένα έγγραφο ως αυτό του τεκμηρίου 10, επανέλαβε την μη εμπλοκή του στα ουσιώδη ζητήματα, διότι η επίσκεψη του στο γραφείο του επικεντρωνόταν κυρίως σε ταμειακά θέματα. Ως Μ.Κ. 4 κατέθεσε η κα Παντελίτσα Μουζούρη, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της - τεκμήριο 19, στην οποία αφού κάνει αναφορά στα καθήκοντα της στην επαρχιακή διοίκηση Λεμεσού στον κλάδο ταυτοτήτων και διαβατηρίων, ανέφερε ότι άτομο προσπάθησε με δόλιο τρόπο να εξασφαλίσει διαβατήριο με φωτογραφία άλλου ατόμου και αναφέρθηκε γενικά στην έρευνα που έκανε και που οδήγησε στον κατηγορούμενο. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, διευκρίνησε ότι υπήρχε και μια άλλη υπόθεση η οποία δεν αφορά την παρούσα υπόθεση και αυτός ήταν ο λόγος που έγινε σχετική έρευνα που οδήγησε στον κατηγορούμενο. Αναγνώρισε τα τεκμήρια 3 και 10 ως τα τεκμήρια που παρέδωσε στην αστυνομία και ως προς το τεκμήριο 8 το οποίο είναι το διαβατήριο του κατηγορουμένου και ανέφερε ότι η υπηρεσία της δεν είχε εμπλοκή, αλλά η αρμόδια υπηρεσία της Λευκωσίας. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι δεν ήταν αυτή που παρέλαβε τα τεκμήρια 3 και 10, αλλά η Μ.Κ. 5 και αυτό το γνωρίζει μέσα από τον γραφικό της χαρακτήρα, πλην όμως δεν φαίνεται η υπογραφή της Μ.Κ. 5, αλλά μέσα από την απόδειξη και τα στοιχεία του αρχείου τους φαίνεται η σχετική παραλαβή. Αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι δεν ακολουθείται η διαδικασία υπογραφής από τον αρμόδιο λειτουργό, συμφώνησε όμως ότι η φωτογραφία θα πρέπει να είναι πιστοποιημένη, λέγοντας όμως ότι το τεκμήριο 3 ήταν επισυνημμένο με το τεκμήριο 10 και γενικά αυτή η μάρτυρας υπεραμύνθηκε του ορθού της διαδικασίας που ακολουθήθηκε, αρνούμενη σχετική υποβληθεία θέση περί του αντιθέτου και την οποιαδήποτε παρατυπία την απέδωσε σε καλή πίστη. Επίσης ως προς την εξουσιοδότηση επί του τεκμηρίου 10, απέδωσε ευθύνη στο γραφείο που την έχει παραλάβει. Ως Μ.Κ. 5 κατέθεσε η κα Αναστασία Χρυσοστόμου, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της - τεκμήριο 20, στην οποία κάνει αναφορά στα καθήκοντα που είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο στο τμήμα της επαρχιακής διοίκησης Λεμεσού που ήταν αρμόδιο για την έκδοση διαβατηρίων. Αναφορικά με την επίδικη αίτηση για έκδοση διαβατηρίου, ανέφερε ότι ήταν η ίδια που την έχει παραλάβει, αναγνώρισε τον γραφικό της χαρακτήρα στην αίτηση και στην αναγραφή του αριθμού ταυτότητας που είναι πίσω στην φωτογραφία - τεκμήριο 3 και τον έχει αναγράψει κατά την παραλαβή της αίτησης, έτσι ώστε να συμβαδίζει με την ορθή αίτηση του ορθού προσώπου. Δεν θυμόταν εάν έχει προσκομιστεί και το παλαιό διαβατήριο και κατά πόσο έτυχε επεξεργασίας η εν λόγω αίτηση, αναφέροντας επίσης ότι δεν ήταν αυτή η υπάλληλος που παρέδωσε το διαβατήριο στις 24/11/2003 στο γραφείο του Μ.Κ.
- Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, επανέλαβε την διαδικασία που ακολουθείτο και που περιέγραψε και στην κατάθεση της, ως επίσης και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες παρέλαβε την επίδικη αίτηση και τις ενέργειες που έχει προβεί η ίδια, όπως είναι η συμπλήρωση κάποιων στοιχείων και η αναγραφή του αριθμού ταυτότητας στο τεκμήριο 3, η οποία ήταν επισυνημμένη επί του τεκμηρίου
- Επίσης η μάρτυρας δεν έχει αναγνωρίσει το τεκμήριο 8 το οποίο είναι το διαβατήριο του κατηγορουμένου, ως επίσης δεν έχει αναγνωρίσει το τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενη, συμφώνησε ότι η φωτογραφία - τεκμήριο 3, δεν είναι πιστοποιημένη, αν και θα έπρεπε από την στιγμή που αυτό απαιτείται όταν υπάρχει αίτηση για έκδοση διαβατηρίου και οποιουδήποτε άλλου επισήμου εγγράφου, ως επίσης συμφώνησε ότι οποιαδήποτε εξουσιοδότηση θα πρέπει να είναι συμπληρωμένη, πράγμα που δεν συμβαίνει με την επίδικη, ως επίσης συμφώνησε ότι στην επίδικη αίτηση δεν υπάρχει υπογραφή του αρμόδιου υπαλλήλου με την σχετική ημερομηνία, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα το λάθος που έγινε που παρέβλεπαν ορισμένα πράγματα για να εξυπηρετηθεί ο κόσμος, λόγω και του φόρτου εργασίας. Επίσης έδωσε την δική της θέση αναφορικά με το πως ήταν η φωτογραφία - τεκμήριο 3 - στο τεκμήριο 10 και την αναγραφή του αριθμού ταυτότητας στο τεκμήριο 3 για να μην δημιουργηθεί κάποιο λάθος. Δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, σειρά τεκμηρίων με περαιτέρω παραδεκτά γεγονότα, τα οποία δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν αυτολεξεί, διότι είναι λεπτομερώς και ευκρινώς καταγραμμένα στα πρακτικά του Δικαστηρίου και κατατεθειμένα τα εν λόγω έγγραφα. Ως Μ.Κ. 6, κατέθεσε η κα Χριστίνα Δρουσιώτη, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της - τεκμήριο
- Στην κατάθεση της η μάρτυρας αλλά και συμπληρωματικά στην προφορική της μαρτυρία, αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργαζόταν στο γραφείο του Μ.Κ. 3 και περιέγραψε την διαδικασία που ακολουθείτο αναφορικά με την έκδοση, ανανέωση διαβατηρίων και δελτίων ταυτότητας. Σχετικά με την επίδικη αίτηση, αναγνώρισε τον γραφικό της χαρακτήρα επί αυτής, ως επίσης αναγνώρισε και την σχετική απόδειξη - τεκμήριο 18 και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν ήρθε στο γραφείο το ίδιο το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή άλλο άτομο εκ μέρους του, ανέφερε όμως ότι προφανώς θα είχε έρθει ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος. Ακολούθως μεταφέρθηκε η αίτηση στην επαρχιακή διοίκηση για την οποία δεν ήταν σε θέση να πει εάν η ίδια πήρε την αίτηση στην επαρχιακή διοίκηση και εάν έχει λάβει πιστοποιημένη φωτογραφία. Επίσης η μάρτυρας αναγνώρισε το τεκμήριο 28, το οποίο είναι το έντυπο παραλαβής του διαβατηρίου από την επαρχιακή διοίκηση. Η ίδια ανέφερε ότι πάντα λάμβανε πιστοποιημένη φωτογραφία, εκτός εάν έπαιρνε δύο φωτογραφίες και η μια ήταν πιστοποιημένη και η άλλη όχι και στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν θυμόταν εάν πήρε δύο φωτογραφίες, αφήνοντας η μάρτυρας κάθε ενδεχόμενο ανοικτό. Η μάρτυρας δεν έχει αναγνωρίσει το τεκμήριο 3 και εξέφρασε την άποψη ότι υπάρχει ομοιότητα με το τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι θα εντόπιζε την διαφορά μεταξύ της φωτογραφίας - τεκμήριο 3 και της επίδικης αίτησης, διότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο, αναφέροντας ότι δεν θυμόταν εάν είχε δει τον κατηγορούμενο στο γραφείο. Η ίδια ανέφερε ότι δεν θα έπαιρνε μη πιστοποιημένη φωτογραφία, συμφώνησε ότι αιτήσεις όπως η επίδικη θα πρέπει να ήταν συμπληρωμένες, δεν ήταν σε θέση εάν έλαβε οποιοδήποτε ληγμένο διαβατήριο και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει με βεβαιότητα εάν στην παραλαβή υπέγραψε κάποιος ενώπιον της. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της πιο πάνω μάρτυρος, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα στον κατηγορούμενο, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση, λέγοντας ότι είναι αθώος και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Όσον αφορά την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αυτό αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση η επιλογή του αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία τους, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση ενός κατηγορούμενου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Το Δικαστήριο αντλώντας καθοδήγηση από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές ως προς το θέμα της ανώμοτης δήλωσης, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου με βάση την οποία δήλωνε αθώος και ότι δεν είχε εμπλοκή στην διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, κρίνει ότι δεν δύναται να προσδώσει σε αυτήν οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, εν΄ όψει και του βάρους που έχει η κατηγορούσα αρχή όπως αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αναφορικά με την κατάθεση του κατηγορουμένου - Τεκμήριο 25 ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε το Δικαστήριο όπως την αξιολογήσει και της δώσει την δέουσα βαρύτητα διότι σε αυτήν καταγράφεται η παραδοχή του κατηγορουμένου ότι υπόγραψε την σχετική εξουσιοδότηση. Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να προσδώσει στο εν λόγω Τεκμήριο οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα διότι το Τεκμήριο 25 κατατέθηκε απλά για σκοπούς λήψης και δεν υιοθετήθηκε ενόρκως και ούτε αντεξετάστηκε ο κατηγορούμενος επί του περιεχομένου του. Επίσης ο κατηγορούμενος στο Τεκμήριο 25 εν πάση περιπτώσει δεν αναγνωρίζει την φωτογραφία που δεν απεικονίζει το πρόσωπο του. Κυρίως όμως το Δικαστήριο για τους λόγους που θα επεξηγηθούν πιο κάτω κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων κατηγορίας έχουν δημιουργηθεί σοβαρές αμφιβολίες και έχουν εντοπιστεί κενά μαρτυρίας που αφορούν την εμπλοκή του κατηγορούμενου και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Αναφορικά με τα δηλωθέντα παραδεκτά γεγονότα, έγγραφα και τις συνοδευτικές διευκρινιστικές δηλώσεις και τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, αυτά κρίνονται ότι έχουν μετουσιωθεί αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται να επαναληφθούν αυτολεξεί, διότι είναι καταγεγραμμένα ευκρινώς στα πρακτικά του Δικαστηρίου και κατατεθημένα τα σχετικά τεκμήρια στον φάκελο της παρούσας διαδικασίας. Αναφορικά με την μαρτυρία της Μ.Κ. 1 η οποία είναι και η ανακρίτρια της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω μάρτυρας κινήθηκε και ενήργησε στα πλαίσια των καθηκόντων της με αμεροληψία και αντικειμενικότητα και δεν έχει εντοπιστεί οτιδήποτε το επιλήψιμο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, όπως είναι π.χ. η λήψη του ανακριτικού υλικού και τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο και αποκάλυπτε την πηγή των γνώσεων της και που σχετίζονταν με τον ρόλο της ως ανακριτού. Τα όσα η μάρτυρας όμως ανέφερε και που σχετίζονταν με τα επίδικα θέματα, ζητήματα και τεκμήρια, ως επίσης και η ερμηνεία που απέδωσε σε αυτά και που καταδεικνύουν ενοχή του κατηγορουμένου, όπως είναι η αναγραφή του αριθμού ταυτότητας του κατηγορουμένου επί του τεκμηρίου 3, αυτό είναι θέμα που θα αξιολογηθεί πιο κάτω κατά την αξιολόγηση των Μ.Κ. 4 και 5, ιδίως όμως της Μ.Κ.
- Για τα υπόλοιπα θέματα, όπως είναι η μη συμπληρωμένη εξουσιοδότηση, η μη αναγραφή ημερομηνίας στην αίτηση για έκδοση διαβατηρίου, η μη υπογραφή παραλαβής της εν λόγω αίτησης από την αρμόδια λειτουργό, ο γραφικός χαρακτήρας στην εν λόγω αίτηση, η μη πιστοποίηση της φωτογραφίας - τεκμήριο 3, είναι θέματα τα οποία θα αξιολογηθούν πιο κάτω κατά την αξιολόγηση των σχετικών μαρτύρων και που εν πάσει περιπτώσει δεν δύνανται να έχουν οι αναφορές της οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι η μάρτυρας δεν ήταν αυτόπτης ή αυτήκοος μάρτυρας των διαδραματισθέντων. Τα όσα ανέφερε η μάρτυρας αναφορικά με την έξοδο του κατηγορουμένου από την Κύπρο με την χρησιμοποίηση του τεκμηρίου 8, κρίνεται υπό τις περιστάσεις ως επουσιώδη και ήσσονος σημασίας, όχι μόνο λόγω των συστατικών στοιχείων των επίδικων αδικημάτων ως αυτά έχουν εκτεθεί αναλυτικά πιο πάνω, αλλά και επειδή έχουν δημιουργηθεί ούτως ή άλλως τέτοιες σοβαρές αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου και που άπτονταν κυρίως στην πλημελή εκτέλεση των καθηκόντων των υπαλλήλων της επαρχιακής διοίκησης και σε διάφορα κενά στην μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, που μόνο υπέρ του κατηγορουμένου δύνανται να επενεργήσουν και που έχουν προκαλέσει εκτεταμένες ριγματώσεις στο οικοδόμημα της κατηγορούσας αρχής. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις και διευκρινήσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω μάρτυρας είναι αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία της Μ.Κ. 2, το Δικαστήριο θα την αξιολογήσει και κάτω από το πρίσμα του εμπειρογνώμονα (expert). Αναφορικά με τα προσόντα της εν λόγω μάρτυρος, το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι είναι ειδική εμπειρογνώμονας σε θέματα γραφολογίας, τόσο μέσα από την εκπαίδευση που έτυχε, όσο και μέσα από την εμπειρία της, ως έχουν διαφανεί δια μέσου του τεκμηρίου 16, το οποίο είναι το βιογραφικό της σημείωμα, προσόντα που ουσιαστικά δεν έχουν αμφισβητηθεί. Η εν λόγω μάρτυρας, ετοίμασε σχετική έκθεση, την οποία και υιοθέτησε πλήρως και επεξήγησε εμπεριστατωμένα κατά την ακροαματική διαδικασία και ήταν πολύ διαφωτιστική. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω μάρτυρας προέβη σε μια ανεξάρτητη, αντικειμενική και αμερόληπτη εμπειρογνωμοσύνη με τα επιστημονικά της εχέγγυα και χωρίς κανένα δισταγμό το Δικαστήριο νιώθει την ασφάλεια να στηριχθεί σε αυτήν, για σκοπούς εξέτασης των επιδίκων και αμφισβητούμενων εγγράφων και ειδικότερα βεβαίως της επίδικης αίτησης για έκδοση διαβατηρίου και της σχετικής εξουσιοδότησης. Η μάρτυρας με πάσα ειλικρίνεια, δεν δίστασε να αναφέρει τόσο στην έκθεση της, όσο και κατά την δια ζώσης μαρτυρίας της, ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή στην αίτηση για έκδοση διαβατηρίου, καθώς και η αμφισβητούμενη υπογραφή στην θέση του εξουσιοδοτούντος, είναι περιορισμένες σε ποσότητα γραφής και ως εκ τούτου η εκφορά γνώμης ως προς τον καθορισμό του προσώπου που τις έκανε είναι επισφαλής. Αυτή η αναφορά της μάρτυρος, δημιουργεί και το πρώτο ρίγμα στο οικοδόμημα της κατηγορούσας αρχής και την πρώτη αβεβαιότητα και αμφιβολία, η οποία βεβαίως επενεργεί άμεσα προς όφελος του κατηγορουμένου. Υπάρχει βεβαίως και η αναφορά της μάρτυρος, ότι σε σύγκριση τόσο με τα αντίστοιχα δείγματα γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, όσο και με τις υπογραφές δείγμα, παρουσιάζουν τέτοιες ομοιότητες μεταξύ τους, που της δημιουργούν την υποψία ότι δυνατό οι δύο πιο πάνω αμφισβητούμενες υπογραφές να έγιναν από αυτόν. Αυτή η αναφορά και εκτίμηση της μάρτυρος, ασφαλώς δεν καλύπτει το βάρος της απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στους ώμους της, διότι δεν αρκεί μια υποψία για να καταδικαστεί ένας κατηγορούμενος, όσο εύλογη και να είναι, διότι θα πρέπει να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, η αναφορά της μάρτυρος ότι θα ήταν επισφαλές να καταλήξει σε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα, λόγω της περιορισμένης ποσότητας γραφής και πιθανόν κάποια χαρακτηριστικά να εντοπιστούν και σε γραφή άλλου προσώπου, λέγοντας ταυτόχρονα ότι δεν είχε άλλα δείγματα γραφής άλλου προσώπου κατά την εξέταση της, διότι δεν την δόθησαν, δεν παρέχουν στο Δικαστήριο στέρεο μαρτυρικό υπόβαθρο για να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορουμένου και συνεπεία της μαρτυρίας της εν λόγω μάρτυρος και της αξιολόγησης της, οι αμφιβολίες που δημιουργούνται είναι εύλογες και επενεργούν προς όφελος του κατηγορουμένου. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 3, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εν λόγω μάρτυρας, δεν διαφώτισε ιδιαίτερα το Δικαστήριο και ούτε ήταν σε θέση άλλωστε να το πράξει, διότι ο εν λόγω μάρτυρας, δεν ήταν το πρόσωπο που παρέλαβε την επίδικη αίτηση και ούτε είδε τον κατηγορούμενο να την παραδίδει και συνεπώς δεν είχε να προσθέσει ο εν λόγω μάρτυρας οτιδήποτε στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, εν΄ όψει και του γεγονότος ότι η εμπλοκή του μάρτυρος με τα επαγγελματικά ζητήματα του γραφείου του όπου παρουσιάστηκε η επίμαχη αίτηση, περιοριζόταν σε ταμειακά ζητήματα. Ως προς τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 4 και 5, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι μαρτυρίες τους είναι εν πολλοίς αλληλένδετες, αλληλοεξαρτώμενες και η μια έτεινε να συμπληρώνει ή να επιβεβαιώνει την άλλη. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερα επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα τις εν λόγω μάρτυρες, διότι οι μαρτυρίες τους έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, ιδίως αυτής της Μ.Κ. 5, λόγω ακριβώς της εμπλοκής της με την παραλαβή της επίδικης αίτησης κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η εντύπωση που έχει σχηματίσει το Δικαστήριο κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, παρατηρώντας τις εν λόγω μάρτυρες να καταθέτουν από το εδώλιο του μάρτυρα, ήταν ότι προσπαθούσαν να αιτιολογήσουν, να δικαιολογήσουν, να υπεραμυνθούν και να υποστηρίξουν την πρακτική που ακολουθούσαν στις περιπτώσεις παραλαβής αιτήσεων για έκδοση διαβατηρίου, ακόμα και με παραλείψεις, παρατυπίες και πλημελή έρευνα. Το Δικαστήριο έχει πειστεί, για τους λόγους που θα εξηγηθούν αναλυτικά πιο κάτω, ότι οι όλες συνθήκες κάτω από τις οποίες παραλήφθηκε η αίτηση, η εξουσιοδότηση και η σχετική φωτογραφία είναι νεφελώδης, ομιχλώδης και έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό αναπάντητα ερωτηματικά και εύλογες αμφιβολίες, οι οποίες ασφαλώς επενεργούν προς όφελος του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα, είναι πραγματικά απορίας άξιο, πως είναι δυνατό να παραλαμβάνεται η φωτογραφία - τεκμήριο 3 και να αναγράφεται από την Μ.Κ. 5 ο αριθμός ταυτότητας του κατηγορουμένου σε αυτήν την φωτογραφία, η οποία δεν ανήκει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου. Θα ανέμενε κανείς ότι για να σημειωθεί ο αριθμός της ταυτότητας του κατηγορουμένου στο τεκμήριο 3, να είχε υποδειχθεί η ταυτότητα του κατηγορουμένου, πράγμα για το οποίο δεν έχει γίνει ασφαλώς, διότι εάν γινόταν, θα διαπιστωνόταν πάραυτα ότι δεν υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ του τεκμηρίου 3 και του αριθμού ταυτότητας του κατηγορουμένου και όλα αυτά συνεπικουρούνται από το κενό μαρτυρίας και τις αμφιβολίες που έχουν εντοπιστεί μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ. 6 και που αφορούν την επίδικη αίτηση με την κατάθεση της στο γραφείο του Μ.Κ. 3, την διαδρομή γενικά αυτής της αίτησης προς την επαρχιακή διοίκηση και την διασύνδεση των επίμαχων τεκμηρίων με τον κατηγορούμενο. Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η φωτογραφία - τεκμήριο 3 δεν είναι πιστοποιημένη, αν και θα έπρεπε, γεγονός το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί, καταδεικνύει ελλειπής εκτέλεση καθηκόντων και ελέγχου της επίδικης αίτησης και γενικά των στοιχείων του κατηγορουμένου από πλευράς επαρχιακής διοίκησης, που απλά εντείνουν τις αμφιβολίες οι οποίες επενεργούν υπέρ του κατηγορουμένου. Περαιτέρω αμφιβολίες έχουν δημιουργηθεί και από το γεγονός ότι η σχετική αίτηση, δεν φέρει ημερομηνία παραλαβής και υπογραφή του αρμόδιου λειτουργού. Επιχειρήθηκε μέσα από τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 4 και 5 να καλυφθεί αυτό το κενό με προφορική μαρτυρία και πιο συγκεκριμένα από την Μ.Κ. 4 ότι δεν ακολουθείται η πρακτική αυτή να συμπληρώνεται η σχετική αίτηση με την ημερομηνία παραλαβής και την υπογραφή του σχετικού λειτουργού. Αυτή η θέση βεβαίως δεν πείθει, διότι υπάρχει αποχρών και εύλογος λόγος να υπάρχει χώρος όπου αναγράφεται η ημερομηνία παραλαβής και η υπογραφή του λειτουργού που την παραλαμβάνει και ο λόγος αυτός, είναι αυτός της ευταξίας. Αυτή η προσπάθεια της Μ.Κ. 4 να μειώσει, ή ακόμα και να εκμηδενίσει την αναγκαιότητα συμπλήρωσης του χώρου όπου αναγράφεται η ημερομηνία παραλαβής και υπογραφής του αρμόδιου λειτουργού ξενίζει, δεν πείθει, σίγουρα δεν τιμά την εικόνα της δημόσιας υπηρεσίας και περαιτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η αναφορά της μάρτυρος έγινε σε μια προσπάθεια υποβάθμισης της σοβαρής αυτής παρατυπίας, αλλά και κενού, που επενεργεί βεβαίως υπέρ του κατηγορουμένου. Επιχειρήθηκε επίσης μέσα από τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 4 και 5 να καλυφθεί αυτό το κενό με προφορική μαρτυρία και πιο συγκεκριμένα από την Μ.Κ. 4, ότι η παραλαβή της επίδικης αίτησης αποδεικνύεται και φαίνεται μέσα από τα αρχεία που διατηρούνται και το Δικαστήριο θα προβεί σε αξιολόγηση αυτής της θέσης πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ. 6 και του τεκμηρίου
- Η αναφορά της μάρτυρος ότι έχει αναγράψει επί του τεκμηρίου 10 την ημερομηνία παραλαβής, δεν δύναται να καλύψει αυτό το κενό και αμφιβολία, διότι όχι μόνο υπάρχει ένα ήδη νεφελώδης τοπίο και ήδη μια αξιολογηθείσα μαρτυρία επί αυτού του θέματος, αλλά και επειδή υπάρχει μια αναγραφή 24/11/ όχι στον χώρο όπου θα έπρεπε να υπάρχει για σκοπούς ευταξίας, αλλά σε χώρο που εφιστάται η προσοχή για μελέτη των οδηγιών συμπλήρωσης και ότι είναι ποινικά κολάσιμη η αναληθής δήλωση και σίγουρα δεν τιμά την δημόσια υπηρεσία να συμπληρώνονται με τέτοιον τρόπο τα απαραίτητα στοιχεία, θέση και αναφορά που εν πάσει περιπτώσει δεν έπεισε το Δικαστήριο. Περαιτέρω κενά υπάρχουν βεβαίως και στο σχετικό έντυπο εξουσιοδότησης, όχι μόνο διότι αυτό είναι ημισυμπληρωμένο, αλλά και επειδή το πρόσωπο που πιστοποίησε την υπογραφή δεν του λήφθηκε καν κατάθεση. Βεβαίως αυτό εν τέλει δεν διαδραματίζει καίριας σημασίας ρόλο, απλά επιβεβαιώνει τις αμφιβολίες και τα κενά μαρτυρίας, διότι ούτως ή άλλως με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ. 2, δεν δύναται να συνδεθεί ο κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με την εν λόγω υπογραφή, αλλά εν πάσει περιπτώσει από την στιγμή που είναι ημισυμπληρωμένη η σχετική εξουσιοδότηση, σε συνδυασμό με την αξιολόγηση της Μ.Κ. 2 και εν κατακλείδει με την παραδεχθείσα από τις Μ.Κ. 4 και 5 αναγκαιότητα όπως τέτοιες εξουσιοδοτήσεις να παραλαμβάνονται συμπληρωμένες στο έπακρο, το μόνο που επιβεβαιώνεται είναι οι αμφιβολίες και το κενό μαρτυρίας. Ούτως ή άλλως είναι παραδεκτό ότι έχει γίνει λάθος, ως ανέφερε η Μ.Κ. 5 και παρόλη την προσπάθεια της να μετριάσει ή να υποβαθμίσει το γεγονός αυτό αποδίδοντας το σε καλή πίστη, αλλά και σε βιασύνη λόγω φόρτου εργασίας, δεν δύναται να δικαιολογήσει ή να καλύψει αυτήν την αμφιβολία και το κενό. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται επίσης τις αναφορές της Μ.Κ. 5 ότι η φωτογραφία - τεκμήριο 3, συνόδευε την επίδικη αίτηση, όχι μόνο λόγω των αμφιβολιών που έχουν δημιουργηθεί και των κενών που έχουν εντοπιστεί με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, αλλά και επειδή η μάρτυρας δεν παρουσίασε μια σταθερή εκδοχή για τον τρόπο που η εν λόγω φωτογραφία ήταν επισυνημμένη. Συγκεκριμένα, ανέφερε η μάρτυρας ότι η φωτογραφία ήταν καρφιτσωμένη στην επίδικη αίτηση στο πάνω αριστερό μέρος, πλην όμως αυτή η αναφορά της μάρτυρος διαψεύδεται από το ίδιο το τεκμήριο 10, διότι αν πράγματι ήταν καρφιτσωμένη (στιτσιαρισμένη όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε) θα έπρεπε να υπάρχουν και οι ανάλογες μικρές οπές, πράγμα που δεν συμβαίνει. Σε άλλο στάδιο όμως της μαρτυρίας της ανέφερε ότι ήταν επισυνημμένη απλά με ένα σκλιπ, χωρίς δηλαδή να υπάρχει μια σταθερότητα και που μόνο επιβεβαιώνουν και εντείνουν τις υπέρ του κατηγορουμένου αμφιβολίες. Όλοι λοιπόν οι πιο πάνω παράγοντες και διαπιστώσεις δυνάμει της πιο πάνω αξιολόγησης, δεν παρέχουν στο Δικαστήριο λόγω των διαπιστωθείσων αμφιβολιών αλλά και κενών, να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου και γενικά δεν παρέχεται εκείνο το ασφαλές μαρτυρικό υπόβαθρο που να αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων, αφήνοντας έτσι τις επίδικες κατηγορίες έκθετες προς απόρριψη. Αναφορικά με την μαρτυρία της Μ.Κ. 6, ούτε αυτή η μάρτυρας πέτυχε να καλύψει τα πιο πάνω κενά στην μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής και ούτε μπόρεσε να ξεκαθαρίσει τα νέφη αμφιβολίας που είχαν δημιουργηθεί, αλλά απεναντίας εντείνοντας και επιβεβαιώνοντας τις αμφιβολίες και τα κενά, εδραίωσε το ομιχλώδης αυτό τοπίο και αυτό οφείλεται στις πιο κάτω επισημάνσεις και πιο συγκεκριμένα: Α) δεν ήταν σε θέση να αναφέρει με βεβαιότητα εάν η σχετική απόδειξη - τεκμήριο 18, έχει παραληφθεί ή όχι. Β) Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει εάν η ίδια μετέφερε την επίδικη αίτηση στην επαρχιακή διοίκηση Γ) Δεν θυμόταν εάν έλαβε πιστοποιημένη φωτογραφία ή όχι και που εν πάσει περιπτώσει εάν έπαιρνε κάποια μη πιστοποιημένη φωτογραφία, αυτό θα οφειλόταν ότι έλαβε κάποια άλλη όμοια, πράγμα που δεν θυμόταν να έγινε κάτι τέτοιο και περαιτέρω παραδέχθηκε ότι θα πρέπει να λαμβάνονται πιστοποιημένες φωτογραφίες και συμπληρωμένες αιτήσεις και ως τέτοιες η μάρτυρας τις παραλάμβανε. Δ) Δεν αναγνώρισε το τεκμήριο
- Ε) Στην σχετική εξουσιοδότηση, αναγνώρισε μόνο την σφραγίδα του γραφείου όπου εργαζόταν, ήτοι του Μ.Κ.
- Στ) Η οποιαδήποτε αναφορά της αναφορικά με το τεκμήριο 28, δεν δύναται να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι το τεκμήριο 28 δεν αναγνωρίστηκε από τις Μ.Κ. 4 και 5 οι οποίες έκαναν αναφορά σε σχετικά μητρώα και επιπλέον το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει ενώπιον του τέτοιο στέρεο μαρτυρικό υπόβαθρο που να αποδεικνύει, αλλά και να στοιχειοθετεί εν τη εννοία του νόμου, ότι το εν λόγω έγγραφο είναι απόσπασμα από συγκεκριμένο μητρώο δημόσιας υπηρεσίας. Ζ) Η μάρτυρας παραδέχθηκε ότι θα εντόπιζε την διαφορά μεταξύ του κατηγορουμένου, τον οποίο γνωρίζει και της φωτογραφίας - τεκμήριο 3 και είναι απορίας άξιο να λαμβάνεται αίτηση από κάποιο ενδιαφερόμενο πρόσωπο και να προσκομίζεται φωτογραφία ενός άλλου προσώπου και μάλιστα μη πιστοποιημένη και να μην εντοπίζεται το λάθος αυτό και το μόνο βέβαιο είναι ο πλημελής έλεγχος από πλευράς επαρχιακής διοίκησης τουλάχιστον. Η) Η μάρτυρας παραδέχθηκε ότι δεν θυμόταν να είδε τον κατηγορούμενο στο γραφείο της. Θ) Η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να πει με βεβαιότητα εάν κατά την παραλαβή υπέγραψε κάποιος ενώπιον της. Όλα λοιπόν τα πιο πάνω, καταδεικνύουν ότι το μόνο βέβαιο στην παρούσα υπόθεση, είναι η αβεβαιότητα και το κενό μαρτυρίας που πλαισιώνει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συντάθχηκαν τα επίδικα έγγραφα και παραδόθησαν στην επαρχιακή διοίκηση και αυτή η αβεβαιότητα βεβαίως επενεργεί υπέρ του κατηγορουμένου, διότι δεν καλύπτονται τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων, ως αυτά έχουν αναλυθεί πιο πάνω. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, λόγω των πιο πάνω αμφιβολιών, αλλά και κενών στην μαρτυρία, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και ο κατηγορούμενος αθωώνεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο