← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΡΑΙΝΑ ΠΑΦΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 30634/2014, 12/6/2015

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΡΑΙΝΑ ΠΑΦΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 30634/2014, 12/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 30634/2014 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον ΡΑΙΝΑ ΠΑΦΙΟΥ Κατηγορουμένης ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:12/6/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κος Γιάννος Αργυρού Κατηγορούμενη : εμφανίζεται αυτοπροσώπως ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες, πλην όμως η ακροαματική διαδικασία διεξήχθηκε αναφορικά με τις κατηγορίες 1 και 3, διότι στην κατηγορία 2 η οποία αφορά το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, η κατηγορούμενη απάντησε με παραδοχή η οποία και επαναλείφθηκε όταν έδιδε μαρτυρία δια ζώσης. Η πρώτη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της απαγωγής, κατά παράβαση των άρθρων 247 και 248 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η κατηγορουμένη την 20ην Νοεμβρίου 2014 στη Λεμεσό, με βία εξανάγκασε την Rubylyn Sukaw Albis από τις Φιλιππίνες να φύγει από το γραφείο εξευρέσεως εργασίας του Γιώργου Πάφιου από την Λεμεσό. Η άλλη κατηγορία αφορά το αδίκημα της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η κατηγορούμενη την 20ην Νοεμβρίου 2014 στη Λεμεσό, προκάλεσε στην Rubylyn Sukaw Albis από τις Φιλιππίνες τρόμο, απειλώντας την με βία, δηλαδή την απείλησε με την φράση ΄΄I will kill you with a knife and i will burry you in the garden΄΄. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας

(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με το αδίκημα της κατηγορίας της απαγωγής, σχετική είναι η νομοθετική διάταξη του άρθρου 247 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: << Όποιος με βία εξαναγκάζει ή με οποιαδήποτε απατηλά μέσα παρακινεί άλλο να φύγει από κάποιο τόπο, θεωρείται ότι απαγάγει το εν λόγω πρόσωπο>>. Μέσα λοιπόν από την πιο πάνω νομοθετική διάταξη, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α) ο αδικοπραγών να εξαναγκάζει με την χρήση βίας ή Β) παρακινεί με την χρήση απατηλών μέσων Γ) άλλο πρόσωπο να φύγει από κάποιο τόπο Αναφορικά με το αδίκημα της απειλής, σχετική είναι η νομοθετική διάταξη του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: << Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη>>. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, για να αποδειχθεί το εν λόγω αδίκημα θα πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένη απειλή για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη και η οποία να προκαλεί στον άλλον τρόμο ή ανησυχία. Στην Ντζιαν Νετζιήπ v. Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1 η οποία αφορούσε συναφές αδίκημα, αυτό της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Στην εν λόγω απόφαση επίσης, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. (βλ. επίσης Χρίστου Βοσκού v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510 και Kallenos v. Police
(1969)2 C.L.R. 210). Οι πιο πάνω αποφάσεις αφορούσαν το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, το αδίκημα της απειλής Βιαιοπραγίας, το λεκτικό του οποίου είναι διαφορετικό από το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: 91. Όποιος- . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Με βάση το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί είναι, πέραν της απειλής η οποία δεν πρέπει να είναι κενή περιεχομένου, και ο σκοπός για τον οποίον γίνεται. Ουσιαστικά, αναζητείται η πρόθεση του κατηγορούμενου που εκτοξεύει μια τέτοια απειλή και το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα όμως, είναι διαφορετικό. Εκτός από την απόδειξη της απειλής για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, η οποία απειλή θα πρέπει να εξετάζεται αντικειμενικά, απαιτείται και η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον άλλο. Το ερώτημα είναι κατά πόσο το κριτήριο και σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να είναι αντικειμενικό ή εδώ θα πρέπει να είναι υποκειμενικό ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπως είναι συνταγμένο το εν λόγω άρθρο, δεν αφήνει περιθώριο για άλλη ερμηνεία από το ότι το κριτήριο κατά πόσο προκαλείται τρόμος ή ανησυχία στον άλλο θα πρέπει να είναι υποκειμενικό και να εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Τυχόν εφαρμογή αντικειμενικού κριτηρίου θα προϋπόθετε στην πρόσθεση λέξεων στο άρθρο κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Αν ο νομοθέτης ήθελε να ποινικοποιήσει την απειλή με βάση την πρόθεση που είχε κάθε κατηγορούμενος όταν την εκτόξευε και συγκεκριμένα την πρόθεση του να προκαλέσει φόβο ή τρόμο στον άλλο, θα το έλεγε ξεκάθαρα. Σε αυτή την περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το κριτήριο θα ήταν αντικειμενικό και θα εξεταζόταν η πρόθεση που είχε ο κάθε κατηγορούμενος ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα και κατά πόσο εν τέλει προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή φόβος στο θύμα. Στην Αγγλία, όπου διάφορα νομοθετήματα δημιουργούν ξεχωριστά αδικήματα τα οποία έχουν ως συστατικό στοιχείο την απειλή για άσκηση βίας ή την απειλή για πρόκληση θανάτου ή ζημιάς σε περιουσία ή πρόκληση ενόχλησης το λεκτικό τους είναι ξεκάθαρο και εκείνο που αναζητείται είναι η πρόθεση του κατηγορούμενου να επιφέρει κάποιο αποτέλεσμα και όχι το αποτέλεσμα στο θύμα αυτό καθεαυτό. (βλ. Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, 2009, para. 29-68, p. 2718, para. 19-129, p. 2718 και p. 2229-2230, στις παραγράφου 23-32 - 23-35a). Με βάση το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα όμως, το Δικαστήριο κρίνει ότι εκείνο το οποίο αναζητείται είναι το αποτέλεσμα της απειλής το οποίο θα πρέπει να είναι η πρόκληση στον άλλο τρόμου ή ανησυχίας και αυτό θα πρέπει να εξαρτάται από τις περιστάσεις και τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης και το πώς αντιδρά και εκλαμβάνει μια τέτοια απειλή το θύμα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο, θα παραθέσει τον πυρήνα της προσαχθείσας μαρτυρίας και χωρίς να την καταγράψει αυτολεξεί και θα προβαίνει ταυτόχρονα στην αξιολόγηση της, κάνοντας ειδική αναφορά και παραπομπή σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας τα οποία είναι αναγκαία για την εξαγωγή των ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Ως προς τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα και τα οποία έχουν εγκριθεί από το Δικαστήριο, το Δικαστήριο δεν κρίνει σκόπιμο να τα παραθέσει αυτολεξεί, πλην όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτά έχουν μετουσιωθεί αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου και ανάμεσα σε αυτά συμπεριλαμβάνονται και τα γεγονότα που άπτονται της δεύτερης κατηγορίας στην οποία υπήρξε παραδοχή, για τα οποία όμως θα γίνει σχετική αξιολόγηση σε κατοπινό στάδιο κατά την επιμέτρηση της ποινής. Αναφορικά με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, με δήλωση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, διευκρινίστηκε ότι ο ουσιώδης χρόνος και πιο συγκεκριμένα η χρονική περίοδος που αφορά η κατ΄ ισχυρισμόν απαγωγή, είναι ο χρόνος που η παραπονούμενη ήταν στο σπίτι της κατηγορουμένης υπό το καθεστώς του φόβου λόγω των απειλών και της προηγούμενης επίθεσης που δέχθηκε από την κατηγορούμενη και των τραυμάτων της και γενικά λόγω της άσχημης της κατάστασης και όχι ο χώρος και χρόνος που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας. Επί αυτού του σημείου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν τίθεται θέμα τροποποίησης των λεπτομερειών ή παραπλάνησης της κατηγορουμένης, διότι τόσο κατά το στάδιο των υποβολών προς την παραπονούμενη από τον συνήγορο της που την εκπροσωπόύσε αρχικά, όσο και κατά το στάδιο της δια ζώσης μαρτυρίας της κατηγορουμένης, δόθηκαν πλήρης εξηγήσεις και αναφορές τόσο στα όσα διαδραματίστηκαν στον χώρο που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, όσο και στα διαδραματισθέντα στο σπίτι της κατηγορουμένης και θα γίνει ειδική αξιολόγηση από το Δικαστήριο. Αναφορικά με τα τεκμήρια Α και Β προς αναγνώριση, το Δικαστήριο δεν δύναται να προσδώσει σε αυτά οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι παρέμειναν ως τεκμήρια προς αναγνώριση και δεν κατατέθηκαν ως κανονικά τεκμήρια μετά από σχετική αναγνώριση. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο Nanayakkarare S. Rajapaksha, ο οποίος στην κατάθεση του αλλά και προφορικά, κάνει αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες εντόπισε την παραπονούμενη να αιμορραγεί και γενικά περιέγραψε την σωματική, φυσική και ψυχική της κατάσταση. Αναφορικά με τον εν λόγω μάρτυρα, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι αξιόπιστος, διότι δεν έχει διακρίνει κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και την σύντομη εξέταση και αντεξέταση του, οποιαδήποτε απόπειρα του μάρτυρα να μεροληπτήσει υπέρ ή εναντίον της παραπονούμενης ή της κατηγορούμενης, παρέθεσε με αντικειμενικό τρόπο τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του αναφορικά με την κατάσταση της παραπονουμένης και που εν πάσει περιπτώσει ως προς τα τραύματα της παραπονουμένης αυτά είναι παραδεκτά και δεν πρόσθεσε οτιδήποτε άλλο ο μάρτυρας που να αφορά τις κατηγορίες της απαγωγής και της απειλής, διότι η παραπονούμενη δεν του έχει αναφέρει κάτι το σχετικό, ως επίσης το Δικαστήριο για τις εν λόγω κατηγορίες θα προβεί σε ειδική αξιολόγηση των εμπλεκομένων στα διαδραματισθέντα που δεν είναι άλλες από την παραπονούμενη και την κατηγορούμενη. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο αστ. 4885 κ. Θεόδωρος Σοφοκλέους ο οποίος στην κατάθεση του αλλά και προφορικά, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε το σχετικό παράπονο και τι αυτό αφορούσε, ως επίσης και στις ενέργειες που έχει προβεί στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, όπως είναι η λήψη της κατάθεσης της από την κατηγορουμένη και την παραπονούμενη, ακτινογραφίες και ψηφιακό δίσκο με αξονική τομογραφία από την παραπονούμενη, ως επίσης και για την εξέταση της κατηγορούμενης αναφορικά με την κατάσταση της. Αντεξεταζόμενος, έδωσε διάφορες εξηγήσεις και λεπτομέρειες αναφορικά με τις ενέργειες που έχει προβεί ο ίδιος ως ανακριτής της παρούσας υπόθεσης και γενικά αναφέρθηκε στα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του μέσα από τις καταθέσεις και γενικά το μαρτυρικό υλικό που έχει συλλέξει και τις ενέργειες του. Επίσης έδωσε την δική του εκτίμηση και ερμηνεία αναφορικά με τα λεχθέντα και διαδραματισθέντα από τα εμπλκόμενα μέρη. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εν λόγω μάρτυρας είναι αξιόπιστος, με τις εξής όμως επισημάνσεις, ήτοι το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο ή το μεροληπτικό εκ μέρους του μάρτυρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως ανακριτή και η άγνοια ή η έλλειψη μνήμης σε επί μέρους ζητήματα δεν έχουν κλονίσει την αξιοπιστία του. Όμως τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας ως προς τα λεχθέντα και διαδραματισθέντα από τους εμπλεκόμενους, δεν έχουν καμία αποδεικτική βαρύτητα, διότι το Δικαστήριο θα προβεί στην δέουσα αξιολόγηση των εν λόγω μαρτύρων που παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα σε κατοπινό στάδιο. Η δε ερμηνεία του ως προς την στοιχειοθέτηση των επίδικων αδικημάτων, ασφαλώς δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο και είναι το Δικαστήριο που μετά από την αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας θα κρίνει εάν αυτά έχουν διαπραχθεί ή όχι. Ω ς Μ.Κ. 3 κατέθεσε η παραπονούμενη κα Rubylyn Sukaw Albis. Η παραπονούμενη τόσο στις καταθέσεις της, όσο και προφορικά, περιέγραψε τα όσα έχει βιώσει κατά τον ουσιώδη χρόνο, τόσο στο γραφείο που διατηρεί ο σύζυγος της κατηγορουμένης, όσο και στο σπίτι της κατηγορουμένης και κατά την διαδρομή από το γραφείο στο σπίτι, ως επίσης και τα όσα έγιναν μετά την αποχώρηση της από το σπίτι της κατηγορουμένης. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε ότι η κατηγορούμενη την συνάντησε στο γραφείο του συζύγου της κατηγορουμένης και εκεί η κατηγορούμενη την κτύπησε σε διάφορα σημεία του σώματος της τα οποία και περιέγραψε, τα οποία ως αναφέρθηκε πιο πάνω είναι τελικώς παραδεκτά. Το όλο θλιβερό συμβάν, το οποίο έχει γίνει και ενώπιον άλλου αυτόπτη μάρτυρα, οφείλεται στην παραδεχθείσα ούτως ή άλλως ερωτική σχέση που διατηρούσε η παραπονούμενη με τον σύζυγο της κατηγορουμένης, η κατηγορούμενη δεν άφηνε την παραπονούμενη να φύγει από το μέρος και περιέγραψε τις συνθήκες και τους λόγους κάτω από τους οποίους μεταφέρθηκε στο σπίτι της κατηγορουμένης. Περιέγραψε την όλη κατάσταση και τις συνθήκες που επικρατούσαν στο σπίτι της κατηγορουμένης, την συμπεριφορά της κατηγορουμένης η οποία ήταν απειλητική αλλά εκεί δεν την έχει κτυπήσει, ως επίσης ανέφερε τα μεταξύ τους λεχθέντα, τις άκαρπες προσπάθειες αμφοτέρων να επικοινωνήσουν με τον σύζυγο της κατηγορουμένης και να του ζητήσουν να πάει στο σπίτι και να τις συναντήσει, ως επίσης αναφέρθηκε στις πράξεις της ίδιας εκεί, όπως είναι η ενασχόληση με δουλειές του σπιτιού, η παρασχεθείσα βοήθεια προς την κατηγορούμενη αλλά και την βόλτα του σκύλου της κατηγορούμενης από την παραπονούμενη. Αρνήθηκε επίσης σχετικές υποβληθείσες θέσεις που άπτονταν στο θέμα του τρόμου και του καθεστώτος της απαγωγής αλλά και επί του θέματος των απειλών. Αναφορικά με το ζήτημα της φύσης και της έκτασης των σωματικών βλαβών, το Δικαστήριο κρίνει ότι από την στιγμή που υπάρχει παραδοχή της κατηγορουμένης και σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των τεκμηρίου 3, 14 και 15 τα οποία είναι παραδεκτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι επί αυτού του θέματος η παραπονούμενη είπε την αλήθεια. Για τα υπόλοιπα θέματα όμως, ήτοι για το θέμα της απαγωγής και της απειλής, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις: Το Δικαστήριο, έχει παρακολουθήσει κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με ιδιαίτερα επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα την εν λόγω μάρτυρα, λόγω ακριβώς της ιδιότητας της ως παραπονούμενης και μια εκ των δύο αρνητικών πρωταγωνιστριών ως προς τα λεχθέντα και διαδραματισθέντα. Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη από την μια τον τρόπο που κατέθετε η μάρτυρας κατά την ακροαματική διαδικασία και από την άλλη το περιεχόμενο τόσο των καταθέσεων της, ως επίσης και των όσων ανέφερε προφορικά, κρίνει ότι τα όσα ανέφερε δεν δύναται να παράσχουν στο Δικαστήριο ασφαλές, λογικό και πειστικό μαρτυρικό υπόβαθρο για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα, εν αντιθέσει με τα όσα ανέφερε η κατηγορούμενη και για τους λόγους που θα επεξηγηθούν πιο κάτω, έπεισε το Δικαστήριο η κατηγορούμενη για τα όσα έχουν λεχθεί και διαδραματισθεί. Συγκεκριμένα, η κατ΄ ισχυρισμόν απαγωγή ως αυτή έχει περιγραφεί στις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, αυτή δεν έχει στοιχειοθετηθεί, διότι η ίδια η παραπονούμενη συμφώνησε με την κατηγορούμενη, όπως μεταβούν στο σπίτι της τελευταίας για να συζητήσουν το πρόβλημα που ανέκυψε, ήτοι την αποκαλυφθείσα και παραδεχθείσα ερωτική σχέση που διατηρούσε η παραπονούμενη με τον σύζυγο της κατηγορουμένης και η εν λόγω συζήτηση που θα γινόταν στο σπίτι ήταν κοινή επιθυμία και των δύο και συνακόλουθα η παραπονούμενη δεν έφυγε με την βία ως αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας και συνεπώς ούτε βία υπήρξε, ούτε απατηλά μέσα χρησιμοποιήθηκαν. Βεβαίως το Δικαστήριο θα αξιολογήσει και την θέση της κατηγορούσας αρχής και της παραπονούμενης, ότι η κατ΄ ισχυρισμόν απαγωγή έλαβε χώρα στο σπίτι της κατηγορουμένης, όπου η κατηγορούμενη με απειλές και υπό το καθεστώς τρόμου δεν άφηνε την παραπονούμενη να φύγει. Το Δικαστήριο έχει διεξέλθει με πάρα πολλή προσοχή τόσο τις καταθέσεις της παραπονούμενης, όσο και την δια ζώσης μαρτυρία της και κρίνει ότι τέτοιες συνθήκες οι οποίες έχουν περιγραφεί, δεν πείθουν το Δικαστήριο ότι έλαβε χώρα τέτοιου είδους απαγωγή ή παράνομη κράτηση υπό το καθεστώς απειλών και τρόμου και δεν δύνανται να στοιχειοθετήσουν τα συστατικά στοιχεία των επίδικων κατηγοριών ως αυτά έχουν εκτεθεί πιο πάνω. Συγκεκριμένα, οι όλες συνθήκες που έχουν περιγραφεί, οδηγούν το Δικαστήριο στο να εξάξει ευρήματα και συμπεράσματα, έχοντας κυρίως ως πυξίδα και γνώμονα τους κανόνες της κοινής λογικής. Ειδικότερα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η παραπονούμενη συμφώνησε με την κατηγορούμενη όπως μεταβούν στο σπίτι της τελευταίαςγια να συζητήσουν το πρόβλημα που ανέκυψε, ήτοι την αποκαλυφθείσα και παραδεχθείσα ερωτική σχέση που διατηρούσε η παραπονούμενη με τον σύζυγο της κατηγορουμένης και η εν λόγω συζήτηση που θα γινόταν στο σπίτι ήταν κοινή επιθυμία και των δύο. Δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής και της αξιολόγησης του Δικαστηρίου ότι έχει λάβει χώρα προηγουμένως σοβαρή επίθεση από την κατηγορούμενη εναντίον της παραπονούμενης και προκλήθηκαν σοβαροί τραυματισμοί. Η κατηγορούσα αρχή επιχείρησε να οικοδομήσει, κυρίως δια μέσου σχετικών υποβληθείσων θέσεων κατά το στάδιο της αντεξέτασης της κατηγορουμένης, επί αυτού του θλιβερού κατά τα άλλα προηγηθέντα συμβάντος, για να στηρίξει την θέση της ότι η μετάβαση της παραπονουμένης στο σπίτι της κατηγορούμενης ήταν υπό το καθεστώς τρόμου και άγχους λόγω ακριβώς αυτού του επεισοδίου. Όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι η κοινή συμφωνία και ο κοινός στόχος αμφοτέρων των πρωταγωνιστριών και που δεν ήταν άλλος από το να συζητήσουν το ανακύψαν ζήτημα και να ξεκαθαρίσουν με τον σύζυγο της κατηγορουμένης για το τι μέλλει γενέσθαι, υπερτερούσαν των οποιωνδήποτε άλλων θλιβερών καταστάσων που έχουν προηγηθεί, διότι πλέον στο σπίτι της κατηγορούμενης επικεντρώθηκαν αμφότερες στην προσπάθεια τους να επικοινωνήσουν με τον σύζυγο της κατηγορουμένης για να ξεκαθαριστεί για το τι μέλλει γενέσθαι και αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι τόσο η παραπονούμενη, όσο και η κατηγορούμενη, επιχειρούσαν να επικοινωνήσουν με τον σύζυγο της κατηγορουμένης, πλην όμως οι προσπάθειες τους απέβησαν άκαρπες όλο το βράδυ μέχρι και το πρωί της επομένης. Αναφορικά με τα όσα έλαβαν χώρα στο σπίτι της κατηγορουμένης, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ως αυτά έχουν εκτεθεί αναλυτικά πιο πάνω. Συγκεκριμένα, δεν πείθει και δεν είναι λογικό, μια ώριμη και έξυπνη γυναίκα όπως είναι η παραπονούμενη, να τελεί υπό καθεστώς απαγωγής, παράνομης κατακράτησης ή οιωνεί ομηρίας και να έχει δεχθεί απειλές και πιο συγκεκριμένα ότι θα φονευθεί με μαχαίρι και ότι θα θαφτεί στον κήπο του σπιτιού όπου βρισκόταν, και από την άλλη να βγάζει τον σκύλο της κατηγορουμένης, ήτοι του προσώπου από την οποίαν προήλθαν οι απειλές και η οποία την απήγαγε, βόλτα κατά τις πρωινές ώρες και να μην δραπετεύει επειδή σκεφτόταν ότι η κατηγορούμενη θα την κατηγορούσε για την κλοπή σκύλου. Αυτή η εξήγηση, κανένα έρεισμα στην κοινή λογική και την στοιχειώδη σοβαρότητα δεν έχει, διότι αν κάποιος τελούσε υπό το καθεστώς πρόσφατης και έντονης απαγωγής που συνοδευόταν με απειλές ως αυτές έχουν εκτεθεί, σίγουρα θα έδινε προτεραιότητα στην δραπέτευση της και την απελευθέρωση του προσώπου της την ώρα που θα πήγαινε τον σκύλο βόλτα και όχι να έδιδε προτεραιότητα σε ένα σκύλο και να προβληματίζεται εάν την κατηγορήσει η απαγωγέας της για ένα σκύλο. Περαιτέρω, ξενίζει και δεν πείθει πως μια απαγωγέας να προτρέπει το θύμα του να βγάλει βόλτα τον σκύλο της και γενικά αυτή η εικόνα που παρουσιάστηκε δεν πείθει για να στηρίξει τις επίδικες κατηγορίες. Το ίδιο συμβαίνει και με την αναφορά της παραπονουμένης ότι κατά την διάρκεια της παραμονής της στο σπίτι της κατηγορουμένης, προέβη σε οικιακές εργασίες όπως τις έχει περιγράψει, ήτοι στο πλύσιμο και άπλωμα των ρούχων, ως επίσης και στην βοήθεια που παρείσχε η παραπονούμενη προς την κατηγορούμενη για να ανέβει τις σκάλες για να αλλάξει ρούχα και να της τοποθετεί πάγο στο πόδι της όπου πονούσε. Η κατηγορούσα αρχή επιχείρησε να οικοδομήσει, κυρίως δια μέσου σχετικών υποβληθείσων θέσεων κατά το στάδιο της αντεξέτασης της κατηγορουμένης, ότι η παραπονούμενη προέβη στις πιο πάνω ενέργειες λόγω του φόβου που είχε και των απειλών που είχαν εκστομιστεί εναντίον της με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αρνηθεί στις επιθυμίες της κατηγορουμένης, πλην όμως το Δικαστήριο κρίνει, μέσα από την όλη περιγραφή που έχει γίνει, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η παραπονούμενη έβγαλε και το σκύλο βόλτα και για το οποίο έχει γίνει ειδική αξιολόγηση πιο πάνω, ότι το όλο πνεύμα στο σπίτι της κατηγορουμένης ήταν τέτοιο που έχουν κατασταλάξει πλέον τα πράγματα και τα πνεύματα και επικεντρώθηκαν πλέον αμφότερες στην προσπάθεια τους να επικοινωνήσουν με τον σύζυγο της κατηγορουμένης και που εν τέλει δεν έχει γίνει κατορθωτό. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο κρίνει, από την στιγμή που η παραπονούμενη και γενικά η κατηγορούσα αρχή, παρουσίασαν μια ενοποιημένη εικόνα αναφορικά με το θέμα της απαγωγής και των απειλών, ότι αναπόφευκτα συμπαρασύρεται και η κατηγορία της απειλής και γενικά τα όσα αποδίδονται ότι εκστόμισε η κατηγορούμενη προς την παραπονούμενη, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι λογικό να υπήρχαν αυτές οι απειλές και από την άλλη η παραπονούμενη να προβαίνει στις πιο πάνω ενέργειες που έχουν αναφερθεί και αξιολογηθεί. Ακόμα όμως και να έχουν εκστομιθεί, η όλη συμπεριφορά και ενέργειες της παραπονούμενης σε συνδυασμό με τα περιστατικά της υπόθεσης, καταδεικνύουν ότι η παραπονούμενη δεν έχει φοβηθεί και γενικά δεν τελούσε υπό το καθεστώς τρόμου, έτσι ώστε να στοιχειοθετηθεί και το ανάλογο συστατικό στοιχείο του αδικήματος ως έχει εκτεθεί πιο πάνω. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση, ουσιαστικά σφραγίζεται και η έκβαση της παρούσας υπόθεσης και που δεν είναι άλλη από την αθώωση της κατηγορουμένης στις κατηγορίες 1 και 3, το Δικαστήριο θα προχωρήσει και θα αξιολογήσει και την μαρτυρία της κατηγορουμένης, ως είναι πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου να αξιολογήσει το σύνολο της τεθείσας ενώπιον του μαρτυρίας. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερα επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης την κατηγορουμένη, λόγω ακριβώς της ιδιότητας της και μιας εκ των δύο αρνητικών πρωταγωνιστριών. Η κατηγορούμενη επανέλαβε εκ νέου την παραδοχή της στην δεύτερη κατηγορία. Δεν αρνήθηκε τον ξυλοδαρμό της παραπονούμενης από την ίδια και τον απέδωσε στο έντονο αίσθημα προδοσίας που ένιωθε ως γυναίκα και σύζυγος, τονίζοντας ότι ένιωθε να καταρρέει το όλο οικογενειακό οικοδόμημα που έκτιζε μια ζωή. Εξέφρασε την μεταμέλεια για τον ξυλοδαρμό, λέγοντας τελικώς ότι η παραπονούμενη δεν κέρδισε κάτι. Περιέγραψε την οικογενειακή της κατάσταση και ανέφερε τα όσα της είπε η παραπονούμενη για τις ερωτικές σχέσεις που είχε με τον σύζυγο της. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε κατηγορηματικά τα όσα της καταλογίζουν και που άπτονται του θέματος της απαγωγής και απειλής, περιγράφοντας τα όσα έχουν λάβει χώρα τόσο στο γραφείο του συζύγου της, όσο και στο σπίτι της. Ο τρόπος, αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας της κατηγορουμένης, προκάλεσε ιδιαίτερη, αλλά και καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο διέκρινε κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και μέσα από τον τρόπο που έδιδε μαρτυρία, ως επίσης και το περιεχόμενο της μαρτυρίας της, ότι δεν αποπειράθηκε να αποποιηθεί οποιωνδήποτε ευθυνών πέραν αυτών που έχει παραδεχθεί, ήτοι τον ξυλοδαρμό της παραπονουμένης. Παρά την έντονη συναισθηματική της φόρτιση την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι ήταν δικαιολογημένη και αυθόρμητη και όχι προιόν θεατρινισμού ή υποκριτικής, διότι το Δικαστήριο έχει αντιληφθεί την έντονη απαγοήτευση και προδοσία που έχει νιώσει, λόγω του ερωτικού δεσμού που διατηρούσε η παραπονούμενη με τον σύζυγο της, εν τούτοις το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατηγορούμενη είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Δεν δίστασε μάλιστα να αναφέρει ότι τελικώς από την επίθεση της, έπεσε θύμα και άλλος μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου, χωρίς να αντιμετωπίζει σχετική κατηγορία, καταδεικνύοντας ότι η κατηγορούμενη δεν είχε πρόθεση να αποκρύψει κάτι από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, δεν δίστασε να αναφέρει η κατηγορούμενη ότι εάν τελικώς ερχόταν ο σύζυγος της το επίδικο βράδυ, δεν ξέρει τι θα γινόταν αλλά σίγουρα κάτι το πολύ σοβαρό θα γινόταν, καταδεικνύοντας και επιβεβαιώνοντας την αποκαλυπτικότητα της, ως επίσης και τα έντονα συναισθήματα που ένιωθε λόγω της προδοσίας της. Δεν προσπάθησε καν να μετριάσει ή να υποβαθμίσει το όλο σκηνικό, λέγοντας μάλιστα χαρακτηριστικά για την παραπονούμενη ότι την έδειρε, ότι η κατηγορούμενη ήταν πιο δυνατή και ότι την κτύπησε με τα δακτυλίδια της που είναι μεγάλα και ότι δεν έβλεπε καν που κτυπούσε, λόγω της έντονης συναισθηματικής της φόρτισης. Επίσης τα όσα έχει αναφέρει για τις επικρατούσες συνθήκες, τόσο στο γραφείο του συζύγου της, όσο και στο σπίτι της, έπεισαν το Δικαστήριο, εν΄ όψει βεβαίως και της πιο πάνω αξιολόγησης της παραπονούμενης - Μ.Κ. 3. Το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε υπερβολή ή παραλογισμό στα λεχθέντα της κατηγορουμένης ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβαν χώρα τα θλιβερά κατά τα άλλα διαδραματισθέντα, έδιδε μαρτυρία με αυθορμητισμό, αμεσότητα και πειστικότητα και συνεπώς η μαρτυρία της κατηγορουμένης κρίνεται ως αληθή και αξιόπιστη. Έπεισε επίσης η αναφορά της κατηγορουμένης για το τι εννοούσε όταν ερωτήθηκε στην κατάθεση της για τις σχέσεις της με την παραπονούμενη λέγοντας ότι είναι καλές, εννοόντας προφανώς για τις σχέσεις πριν το συμβάν, όχι μόνο λόγω και των όσων αναφέρει μετά από αυτήν την αναφορά την στην κατάθεση της με την αμέσως μετά πρόταση που ακολουθεί, αλλά και επειδή δεν νοείται μετά από αυτό το συμβάν να έχουν καλές σχέσεις. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση λοιπόν την πιο αξιολόγηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των επίδικων κατηγοριών, όπως είναι η χρήση βίας από την κατηγορούμενη για να την μεταφέρει από το γραφείο του συζύγου της στο σπίτι της, δεν υπήρξε παράνομη κατακράτηση ή απαγωγή, δεν υπήρξαν απειλές, αλλά ακόμα και να υπήρξαν δεν προξένησαν φόβο στην παραπονούμενη και συνακόλουθα η κατηγορούμενη αθωώνεται στις κατηγορίες 1 και 3. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.