ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Αναστάσης Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 10822/11, 8/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10822/11 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον Αναστάσης Ιωάννου Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8/6/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κος Γιάννος Αργυρού Κατηγορούμενος : εμφανίζεται αυτοπροσώπως ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος μεταξύ του μηνός Φεβρουαρίου 2008 και της 23ης Μαρτίου 2008 στην Λεμεσό, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, απέσπασε από τον Ανδρέα Ηρακλέους το ποσό των €50,000 σε μετρητά, των ψευδών παραστάσεων συνισταμένων στην ουσία και στο αποτέλεσμα στο ότι ο κατηγορούμενος προσποιήθηκε ψευδώς ότι θα του πουλούσε ένα ρολόι χειρός Vintage 1945 Jackpot Tourbilion 99720 - 52 - 651 - ΒΑ6Α αξίας € 240,000 με αποτέλεσμα να του δώσει το χρηματικό ποσό των €50,000 ως προκαταβολή στην πραγματικότητα ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα πιο πάνω λεχθέντα ήσαν ψευδή. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της απόπειρας απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 130
(1)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 4η Φεβρουαρίου 2009 στην Λεμεσό με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, αποπειράθηκε να αποσπάσει από τον Ανδρέα Ηρακλέους από την Λεμεσό το χρηματικό ποσό των € 50,
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, σχετικά είναι τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» << Άρθρο 298:-
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων>>. Από το λεκτικο των άρθρων 297 και 298 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
- Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
- Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.
- Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
- Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με τα υπό αναφορά αδικήματα, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθούν αυτά πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold σελ. 775 ανωτέρω όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Στο άρθρο 366 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 περιέχεται ο ορισμός της απόπειρας για διάπραξη ποινικού αδικήματος και πιο συγκεκριμένα: ΄΄Όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεση του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει. Είναι αδιάφορο, εκτός καθόσον αφορά στην ποινή, κατά πόσο ο υπαίτιος διενήργησε οτιδήποτε το οποίο ήταν αναγκαίο εκ μέρους του για συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή κατά πόσο η πλήρης πραγμάτωση της πρόθεσης του αποτράπηκε λόγω περιστατικών ανεξάρτητων από τη βούληση του ή κατά πόσο υπαναχώρησε εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσης του. Είναι αδιάφορο ότι, λόγω περιστατικών που δεν είναι γνωστά στον υπαίτιο, η πραγμάτωση του ποινικού αδικήματος ήταν εξ αντικειμένου αδύνατος.΄΄ Επομένως, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά είναι: Α) η πρόθεση διάπραξη ποινικού αδικήματος Β) η έναρξη εφαρμογής της πρόθεσης με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της Γ) η έμπρακτη εκδήλωση της πρόθεσης Δ) η μη συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος Με βάση την πρώτη και την δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 366 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το αδίκημα στοιχειοθετείται και στις περιπτώσεις όπου: Α) ο αδικοπραγών δεν πράττει οτιδήποτε είναι αναγκαίο εκ μέρους του για την συμπλήρωση του ποινικού αδικήματος Β) η διάπραξη του αδικήματος αποτρέπεται από γεγονότα ανεξάρτητα από την βούληση του Γ) ο αδικοπραγών υπαναχωρεί εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσης του και Δ) ο αδικοπραγών δεν γνωρίζει ότι η διάπραξη του ποινικού αδικήματος είναι εξ΄ αντικειμένου αδύνατη Το άρθρο 367 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί: ΄΄ Όποιος αποπειράται να διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος πλημμελήματος εκτός αν προνοείται διαφορετικά΄΄ Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Το Δικαστήριο δεν θα παραθέσει βεβαίως αυτολεξεί την προφορική και γραπτή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, πλην όμως θα παραθέσει πολύ συνοπτικά τις θέσεις εκάστου μάρτυρα και θα γίνεται ειδική αναφορά κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο παραπονούμενος κ. Ανδρέας Ηρακλέους ο οποίος κατέθεσε τα τεκμήρια 1 έως 11 και σε κατοπινό στάδιο τα τεκμήρια Α έως Δ για αναγνώριση τα οποία μετά σημειώθηκαν ως κανονικά τεκμήρια, ήτοι ως τεκμήρια 18,19, 20 και 25 αντίστοιχα. Στην κατάθεση του - τεκμήριο 1 - την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του , κάνει αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε τον κατηγορούμενο και τον Μ.Κ. 5 κ. Steve Catena, την συμφωνία που είχε γίνει για να αγοραστεί το επίδικο ρολόι και τους όρους αποπληρωμής και χρόνο παράδοσης του, σε επίσκεψη του σε έκθεση στην Γενεύη με τον κατηγορούμενο και τις συζύγους τους και την μετέπειτα επικοινωνία που είχε με την κατασκευάστρια εταιρεία (Girard Perregaux ή GP για σκοπούς συντόμευσης) του επίδικου ρολογιού. Έκανε αναφορά στο πως έχει διαπιστώσει, κατά τον ίδιο, ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν αντιπρόσωπος της κατασκευάστριας εταιρείας, αναφέρθηκε στην πληρωμή που έχει κάνει στον κατηγορούμενο για το ποσό των € 50,000 και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες του ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο εκ νέου το ποσό των € 50,000, ως επίσης και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε από την κατασκευάστρια εταιρεία το επίδικο ρολόι μετά από την πληρωμή του σχετικού τιμήματος. Επίσης αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο και του απεκάλυψε τις επαφές που είχε με την κατασκευάστρια εταιρεία (εν τοις εφεξοίς GP) και ότι ο κατηγορούμενος έχει συγχυστεί και φοβηθεί και ζήτησε από τον παραπονούμενο όπως μην αποκαλύψει σε κανέναν οτιδήποτε, απολογήθηκε και δεσμεύθηκε να του επιστέψει το ποσό των € 50,
- Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του, έκανε αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθαν στην κατοχή και γνώση του τα τεκμήρια τα οποία είχε καταθέσει και έδωσε την δική του εξήγηση, εκδοχή και ερμηνεία ως προς αυτά, στην σχέση που είχε η GP, ο κατηγορούμενος, αλλά και ο ίδιος με τα διαδραματισθέντα ως προς την απόκτηση και εξόφληση του επίδικου ρολογιού, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ενημερώθηκε για την μη ύπαρξη συνεργασίας του κατηγορούμενου με την GP και γενικά στην γνωριμία και τις επαφές που είχε ο μάρτυρας με τον κατηγορούμενο και τι λεγόταν μεταξύ τους αναφορικά με το επίδικο ρολόι, ως επίσης και τι διαδραματίσθηκε με την εμπλοκή του ιδίου του μάρτυρα, του κατηγορούμενου και του Μ.Κ.
- Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει γνωριστεί με τον κατηγορούμενο και τον Μ.Κ. 5 στα πλαίσια της επιθυμίας του όπως αποκτήσει το επίδικο ρολόι και τους όρους της συμφωνίας που σύναψε με τον κατηγορούμενο για την αγορά του επίδικου ρολογιού, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος επέμενε όπως εκδοθεί σχετική απόδειξη πληρωμής για το ποσό των € 50,000 και ότι ο μάρτυρας δεν επιθυμούσε αυτό, εξέφρασε άγνοια ως προς το τι αναγραφόταν στην επίσημη ιστοσελίδα της GP ως αντιπρόσωπος ο κατηγορούμενος, στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει παρευρεθεί σε έκθεση ρολογιών στην Ελβετία στην οποία συνάντησε τον κατηγορούμενο και τον Μ.Κ. 5 και ενημερώθηκε για το επίδικο ρολόι, ως επίσης και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πληροφορήθηκε από την GP ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν αντιπρόσωπος της και εξέφρασε άγνοια ως προς το περιεχόμενο των τεκμηρίων 19, 20 και
- Επίσης αναφέρθηκε εκ νέου ως προς την αντίδραση του κατηγορούμενου όταν του απεκάλυψε ότι τελικώς απέκτησε το ρολόι και ποιος ήταν παρών στην συνάντηση, ήτοι ο Μ.Κ. 4 και αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι ο παραπονούμενος παραβίασε την σύμβαση που σύναψε με τον κατηγορούμενο παρακάμπτοντας τον για να αποκομιστεί σχετικό όφελος δια της μη καταβολής προμήθειας στον κατηγορούμενο, ως επίσης αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι παρότρυνε τον κατηγορούμενο να μην συμπεριληφθεί το Φ.Π.Α. στην τιμή του ρολογιού. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο αστ. 434 κ. Σωτήρης Λεωνίδου, ο οποίος κατέθεσε το τεκμήριο 12, το οποίο αποτελεί την κατάθεση του την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και στην οποία αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει συλλάβει τον κατηγορούμενο στο αεροδρόμιο Λάρνακας και για αυτές τις συνθήκες έδωσε κάποιες διευκρινήσεις κατά το στάδιο της αντεξέτασης του. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε ο αστ. 2567 κ. Γιαννάκης Κέρμανος, ο οποίος κατέθεσε το τεκμήριο 13 το οποίο αποτελεί την κατάθεση του την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και στην οποία αναφέρθηκε στις ενέργειες που έχει προβεί κατά την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης και πιο συγκεκριμένα στην λήψη καταθέσεων από τον κατηγορούμενο, ήτοι τα τεκμήρια 14 και 15 και την γραπτή κατηγορία που του έχει απαγγείλει, ήτοι το τεκμήριο 16, αναγνώρισε τα τεκμήρια 2 έως 10 αλλά όχι το τεκμήριο
- Αναφέρθηκε στα στοιχεία που έχει συλλέξει ως ανακριτής και που τον οδήγησαν στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης στο Δικαστήριο τα οποία περιέγραψε και ανέλυσε, δίνοντας ταυτόχρονα και την δική του ερμηνεία ως προς αυτά. Αντεξεταζόμενος, έδωσε την δική του ερμηνεία σε έγγραφα που έχει συλλέξει ως ανακριτής και γενικά σε τεκμήρια που του είχαν υποδειχθεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης και αναφέρθηκε στις ενέργειες που είχε προβεί ως ανακριτής της παρούσας υπόθεσης και στις πληροφορίες που έχει λάβει από τα εμπλεκόμενα μέρη. Ως Μ.Κ. 4 κατέθεσε ο υπαστυνόμος κ. Γιαννάκης Σωτηριάδης. Ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρθηκε στην σχέση του με τον παραπονούμενο ο οποίος είναι συγγενής του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ήταν παρών σε συνάντηση που είχε ο κατηγορούμενος με τον παραπονούμενο στο γραφείο του τελευταίου, τι έχει λεχθεί εκεί και ότι ο παραπονούμενος αποκάλυψε στον κατηγορούμενο ότι αγόρασε το ρολόι και όταν τον ρώτησε γιατί δεν έδωσε τα χρήματα στην GP, ο κατηγορούμενος τελούσε σε σύγχυση, ήταν απολογητικός, δεσμεύτηκε να του επιστρέψει τα χρήματα και τον παρακάλεσε όπως μην προχωρήσει σε καταγγελία στην αστυνομία. Επίσης αναφέρθηκε ο μάρτυρας στα όσα έμαθε ως προς την διακοπή συνεργασίας της GP με τον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος, έδωσε εκ νέου εξηγήσεις γιατί δεν έχει δώσει γραπτή κατάθεση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, αναφέρθηκε στα όσα έλαβαν χώρα στην πιο πάνω αναφερθείσα συνάντηση, οι συζητήσεις που ανταλλάγησαν και οι συμπεριφορές των εμπλεκομένων και εξέφρασε άγνοια σε υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος υπέδειξε σε ηλεκτρονικό υπολογιστή σχετική ιστοσελίδα της GP στην οποία φαινόταν τα στοιχεία του κατηγορουμένου ως αντιπροσώπου της εν λόγω εταιρείας. Ως Μ.Κ. 5 κατέθεσε ο κ. Steve Catena με την μέθοδο της εικονοτηλεδιάσκεψης. Στην κατάθεση του - τεκμήριο 17 - την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, έκανε αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε τον κατηγορούμενο και τον παραπονούμενο και τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του αναφορικά με τις συνθήκες και τους όρους πώλησης του επίδικου ρολογιού, ως επίσης έδωσε την δική του εκδοχή και ερμηνεία ως προς την σχέση του κατηγορούμενου με την GP, τονίζοντας ότι δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν υπήρξε έναρξη της ισχύος της σύμβασης εκπροσώπησης μεταξύ της GP και του κατηγορούμενου, διότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε συγκεκριμένο ποσό στην εν λόγω εταιρεία για να θεωρηθεί έγκυρη και υπαρκτή η σύμβαση αντιπροσώπευσης. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του, έδωσε μια εικόνα ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε τον παραπονούμενο και τον κατηγορούμενο και συμφωνήθηκε να πωληθεί το επίδικο ρολόι και έδωσε την δική του ερμηνεία για το πότε και υπό ποιες προυποθέσεις θα ολοκληρωνόταν και θα θεωρείτο κατά τον ίδιο έγκυρη η σύμβαση αντιπροσώπευσης της GP από τον κατηγορούμενο, ως επίσης και η συμφωνία πώλησης του επίδικου ρολογιού την οποία συνέδεσε με την σύμβαση αντιπροσώπευσης. Αντεξεταζόμενος, έκανε αναφορά ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε τον κατηγορούμενο και την σχέση του με την IT HOROLOGIA και TIMEPIECE, στα καθήκοντα του ιδίου στην GP και άλλων προσώπων στην εν λόγω εταιρεία, επαναλαμβάνοντας την θέση ότι τελικώς η συνεργασία μεταξύ της GP και του κατηγορούμενου δεν έχει γίνει, επειδή δεν προπληρώνονταν τα ρολόγια, αναφέρθηκε σε προηγούμενες επαφές και συναλλαγή που είχε με τον κατηγορούμενο η εν λόγω εταιρεία, αναγνώρισε τα τεκμήρια 3 και 7 και έδωσε την δική του εκδοχή και ερμηνεία ως προς το περιεχόμενο τους, επαναλαμβάνοντας την θέση του ότι η συνεργασία δεν έχει αρχίσει επειδή ο κατηγορούμενος δεν πλήρωσε την GP. Αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι η GP διέρρηξε την συμβατική σχέση με τον κατηγορούμενο ενώ είχε πρόθεση ο τελευταίος όπως αποστείλει το 10% για το επίδικο ρολόι και ότι η GP εκμεταλλεύθηκε τις γνωριμίες του τελευταίου, ως επίσης αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος δρούσε ως αντιπρόσωπος της εν λόγω εταιρείας λόγω και της πεποίθησης που δημιούργησε η εν λόγω εταιρεία στον κατηγορούμενο και στους πελάτες του και λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς ο κατηγορούμενος υπέστη ζημιά. Επανεξεταζόμενος έδωσε κάποιες ερμηνείες και διευκρινήσεις οι οποίες ουσιαστικά επαναλάμβαναν τις θέσεις του ως προς τις προυποθέσεις έναρξης της συνεργασίας της GP με τον κατηγορούμενο. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και μετά την επεξήγηση των δικαιωμάτων του, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως. Στις καταθέσεις του - τεκμήρια 14 και 15 - τις οποίες και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, κάνει αναφορά ως προς τις επαγγελματικές του δραστηριότητες και τις εταιρείες του, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε τον παραπονούμενο και συμφώνησε μαζί του όπως αγοράσει το επίδικο ρολόι και τους όρους της εν λόγω συμφωνίας, ως επίσης και το πως απέκτησε ο παραπονούμενος το ρολόι ο οποίος τον αμφισβήτησε ως αντιπρόσωπος της GP και το πως ο κατηγορούμενος το έχει αντικρούσει, ως επίσης κάνει αναφορά ως προς την συνεργασία και τις επαφές που είχε με την εν λόγω εταιρεία. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του, αναγνώρισε τεκμήρια προς αναγνώριση και που μετέπειτα έφεραν αρίθμηση κανονικού τεκμηρίου, ως επίσης κατέθεσε διάφορα άλλα τεκμήρια και έδωσε την δική του εξήγηση και ερμηνεία ως προς το περιεχόμενο τους, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ως διευθυντής και κύριος μέτοχος των εταιρειών του σύναψε συμφωνία αντιπροσώπευσης με την GP, ως επίσης αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε τον παραπονούμενο στην παρουσία του Μ.Κ. 5 και συμφώνησε μαζί του όπως αγοράσει το επίδικο ρολόι και τους όρους της εν λόγω συμφωνίας και τι λέχθηκε μεταξύ τους, τόσο κατά την εν λόγω συνάντηση αλλά και μετά και που είχαν ως αντικείμενο της συμφωνία συνεργασίας της GP με τον κατηγορούμενο αλλά και την συμφωνία πώλησης του επίδικου ρολογιού. Έδωσε την δική του θέση, ερμηνεία αλλά και περιεχόμενο ως προς την συμφωνία συνεργασίας της GP με τον κατηγορούμενο αλλά και την συμφωνία πώλησης του επίδικου ρολογιού και τους όρους αυτών, καθώς επίσης και τις ενέργειες που έχει προβεί για την υλοποίηση αυτής της συμφωνίας και το πως περιήλθε στην αντίληψη του η αντισυμβατική κατά τον ίδιο συμπεριφορά της GP και του παραπονούμενου απέναντι του και έδωσε την δική του λεπτομερή επεξήγηση, κυρίως στην αντεξέταση του, για το τι περιελάμβανε το ποσό των €50,000 που είσπραξε από τον παραπονούμενο και που είχε πρόθεση ο κατηγορούμενος να δώσει το 10% στην GP και που σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι το ποσό των €50,000 δεν έχει δωθεί, διότι δεν του δόθηκε η ευκαιρία επειδή η GP έσπασε την μεταξύ τους συμφωνία. Αναγνώρισε τα τεκμήρια 2 και 6 δίνοντας την δική του ερμηνεία, εκδοχή και επεξήγηση ως προς το περιεχόμενο αλλά και τις συνθήκες, τους λόγους που οδήγησαν στην σύνταξη τους και τι λέχθηκε μεταξύ του ιδίου και του παραπονούμενου αναφορικά με αυτά τα τεκμήρια. Επίσης αναφέρθηκε σε αλληλογραφία που είχε με την GP στα πλαίσια της συνεργασίας που είχαν, ως επίσης και σε σχετικά σεμινάρια και εκθέσεις που γίνονταν με την συνεργασία και παρουσία αντιπροσώπων της εν λόγω εταιρείας, όπως ήταν και ο κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε ως προς τις επαγγελματικές του δραστηριότητες και στην συγκεκριμένη περίπτωση ως αντιπρόσωπος της GP για την αγορά του επίδικου ρολογιού και όχι ως μεσίτη, δίνοντας σχετικές εξηγήσεις και αρνούμενος σχετική υποβληθείσα θέση περί του αντιθέτου, αναφέρθηκε στην σχέση που είχε με τις εταιρείες του δίνοντας σχετικές εξηγήσεις και καταθέτοντας σχετικά τεκμήρια, δίνοντας ταυτόχρονα την δική του εκδοχή, ερμηνεία, αλλά και επεξήγηση επί αυτών των θεμάτων με παραπομπή σε τεκμήρια που έχουν κατατεθεί και αντικρούοντας σχετικές υποβληθείσες θέσεις περί του αντιθέτου. Έδωσε την δική του θέση ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η πληρωμή και κατάθεση του ποσού των €50,000 και τι λέχθηκε μεταξύ παραπονουμένου και κατηγορουμένου, ως επίσης και την ιδιότητα που είχε ο κατηγορούμενος, δίνοντας επίσης διευκρινήσεις, εξηγήσεις και ερμηνείες για την συνεργασία που είχε με την GP και πιο συγκεκριμένα για το περιεχόμενο και τους όρους αυτής, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετικές υποβληθείσες αντίθετες θέσεις με αυτές του ιδίου επί των πιο πάνω θεμάτων και εξέφρασε την άγνοια του για την αγορά του ρολογιού από τον παραπονούμενο απ΄ ευθείας από την GP, ως επίσης και για την καταγγελία του παραπονούμενου στην αστυνομία. Επίσης αναφέρθηκε στις σύνθηκες κάτω από τις οποίες έχει συλληφθεί και τις συνέπειες αυτής, ως επίσης και την νομική συμβουλή που έλαβε αναφορικά με αυτά τα ζητήματα, αιτιολογώντας ταυτόχρονα τι αντιστοιχούσε το ποσό των € 50,000 και τι απέγινε εκείνο το ποσό, αναφέροντας επίσης τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ενημερώθηκε από την GP για τον τερματισμό της μεταξύ τους συνεργασίας. Επίσης αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι η παρακολούθηση σεμιναρίων και οι σχετικές εκθέσεις ήταν προπαρασκευαστικά διαβήματα και δεν συνιστούσαν σύμβαση αντιπροσώπευσης, δίνοντας ταυτόχρονα τις δικές του εξηγήσεις. Επανεξεταζόμενος ο μάρτυρας κατέθεσε σχετικά τεκμήρια τα οποία και έχει υιοθετήσει, δίνοντας επιπρόσθετα κάποιες διευκρινήσεις και εξηγήσεις. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Αρχικά το Δικαστήριο επισημαίνει ότι κατά την ακροαματική διαδικασία προωθήθηκαν και εμπλουτίστηκαν οι θέσεις από την κατηγορούσα αρχή, ότι οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παρουσίαζε τον εαυτό του ως αντιπρόσωπο της GP ενώ αυτό δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα και παρόλο που αυτές οι παραστάσεις δεν αναγράφονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, εν τούτοις το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει παραπλανηθεί, διότι έδωσε ο ίδιος τόσο μέσω των υποβολών του, όσο και δια μέσου της προφορικής του μαρτυρίας συγκεκριμένες εξηγήσεις και θέσεις και συνακόλουθα δεν τίθεται θέμα ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου ή να χρήζει τροποποίησης και το Δικαστήριο θα εξετάσει το θέμα των ισχυριζόμενων ψευδών παραστάσεων στο σύνολο τους κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας που ακολουθεί. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερα επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα τον παραπονούμενο - Μ.Κ. 1 κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διότι ήταν ένα από τα πρόσωπα - κλειδιά της παρούσας υπόθεσης και που είχαν άμεση εμπλοκή με τα διαδραματισθέντα, όπως το ίδιο συμβαίνει με τον Μ.Κ. 5, τον κατηγορούμενο και εν μέρει τον Μ.Κ. 4 αναφορικά με την δεύτερη κατηγορία. Ο Μ.Κ. 1 δεν άφησε θετική εικόνα το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διέκρινε ότι ο Μ.Κ. 1 δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια, αλλά απεναντίας να συσκοτίσει το όλο σκηνικό των διαδραματισθέντων και προσπάθησε να πείσει, ανεπιτυχώς, ότι έπεσε θύμα των ισχυριζόμενων ψευδών παραστάσεων εκ μέρους του κατηγορουμένου, ενώ για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αναλυτικά πιο κάτω, ο παραπονούμενος παρέκαμψε τον κατηγορούμενο και δια μέσου του Μ.Κ. 5 αγόρασε το επίδικο ρολόι από την GP , παραβιάζοντας την συμφωνία που σύναψε ο κατηγορούμενος με τον παραπονούμενο και που αφορούσε το επίδικο ρολόι, όντας ο κατηγορούμενος αντιπρόσωπος της GP και που οι Μ.Κ. 1 και 5 γνώριζαν εκ των προτέρων. Συγκεκεριμένα, ο Μ.Κ. 1 κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης απαντούσε με τρόπο επιλεκτικό, διστακτικό και γενικά παρουσίασε μια εκδοχή που ουδόλως έπεισε το Δικαστήριο. Ουδόλως έπεισαν οι θέσεις του παραπονούμενου ότι έχει εξαπατηθεί από τον κατηγορούμενο με το να του παρουσιάζεται ο κατηγορούμενος, ως ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος, ως αντιπρόσωπος της GP ενώ δεν ήταν και ότι δεν είχε σκοπό ο κατηγορούμενος να του πωλήσει το επίδικο ρολόι, διότι όπως διαφάνηκε δια μέσου του τεκμηρίου 3, ο Μ.Κ. 5 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον παραπονούμενο μια μέρα μετά την τελευταία μέρα του ουσιώδη χρόνου της δεύτερης κατηγορίας που ήταν και το τελευταίο χρονικό σημείο ως ουσιώδη χρόνου της παρούσας υπόθεσης με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων και σε αυτό το τεκμήριο αναγράφονται τα εξής: ΄΄I have to inform you also that we have stopped the business partnership with Mr Tasos Ioannou from Timepiece and It Orologia company΄΄. Από τα πιο πάνω διαφαίνεται και αποδεικνύεται ξεκάθαρα ότι από την στιγμή που γίνεται αναφορά ότι έχουν σταματήσει την συνεργασία με τον κατηγορούμενο, εξ΄ αντικειμένου, εξ΄ ορισμού και ως φυσική και λογική απόρροια για να σταματήσει κάτι, απαραιτήτως θα πρέπει να έχει ξεκινήσει και συνεπώς υπήρχε ως πραγματικό γεγονός. Αυτό μάλιστα ενισχύεται και δια μέσου του τεκμηρίου 7 όπου ο παραπονούμενος απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον Μ.Κ. 5 όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: ΄΄In March 2008 i agreed to purchase the above watch with your local agent (who you refer to as your business partner) at the time΄΄. Οι ίδιοι όροι local agent και business partner αναφέρονται και σε κατοπινό στάδιο στο ίδιο τεκμήριο. Συνακόλουθα οι οποιεσδήποτε θέσεις για ψευδείς παραστάσεις ως πιο πάνω έχουν εκτεθεί, αυτοκαταρρίπτονται μέσα από την ίδια την αλληλογραφία των Μ.Κ. 1 και 5 και την ορολογία που χρησιμοποιούν και που παραπέμπουν ευθέως σε αντιπροσώπευση και συνεργασία, από την στιγμή μάλιστα που έχει συμφωνηθεί ότι το ρολόι θα παραδιδόταν το έτος 2010 με ενδεχόμενο να παραδιδόταν ενωρίτερα, εν τούτοις όμως η GP παρέδωσε απευθείας το επίδικο ρολόι στον παραπονούμενο αρχές του 2009, παρακάμπτοντας τον κατηγορούμενο και χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στον κατηγορούμενο να ολοκληρώσει στο ακέραιο τις συμβατικές του υποχρεώσεις απέναντι στον Μ.Κ. 1, αλλά και να δρέψει ταυτόχρονα τους καρπούς των ενεργειών του στο ακέραιο, με ταυτόχρονη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Μ.Κ. 1 και του παραπονούμενου. Περαιτέρω, δια μέσου του τεκμηρίου 4 που είναι ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 6/2/2009 που απέστειλε ο παραπονούμενος στον Μ.Κ. 5, ο ίδιος ο παραπονούμενος εξέφρασε την έκπληξη του ότι σταμάτησε η επαγγελματική συνεργασία με τον κατηγορούμενο και πιο συγκεκριμένα αναφέρει ΄΄.....but i am surprise of informing me that you stop the business partnership with Mr Tasos Ioannou΄΄. Συνακόλουθα δεν τίθεται θέμα ψευδών παραστάσεων ότι ο κατηγορούμενος παρουσιαζόταν ως αντιπρόσωπος ενώ δεν ήταν, διότι από την στιγμή που ενημερώνεται ότι σταμάτησε η επαγγελματική συνεργασία, εξ΄ αντικειμένου, εξ΄ ορισμού και ως φυσική και λογική απόρροια για να σταματήσει κάτι, απαραιτήτως θα πρέπει να έχει ξεκινήσει και συνεπώς υπήρχε ως πραγματικό γεγονός. Ξενίζουν και σίγουρα αυτοαναιρούνται οι θέσεις του παραπονούμενου περί ψευδών παραστάσεων, ιδίως της πρώτης κατηγορίας, σε συνδυασμό με τον ουσιώδη χρόνο όπως καταγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, διότι δια μέσου του τεκμηρίου 2 που φέρει ημερομηνία 22/3/2008 γίνεται προκαταβολική πληρωμή για το ποσό των € 50,000 για το επίδικο ρολόι και ένα μήνα μετά να επισκέπτεται ο Μ.Κ. 1 με τον κατηγορούμενο την Γενεύη, όπως λέει στην κατάθεση του - τεκμήριο 1, και εκεί να επιλύονται απορίες και να του δίνονται πληροφορίες για το επίδικο ρολόι στην παρουσία μάλιστα του Μ.Κ.
- Επίσης ξενίζει και σίγουρα αυτοαναιρεί τις θέσεις του παραπονούμενου περί ψευδών παραστάσεων ιδίως της πρώτης κατηγορίας σε συνδυασμό με τον ουσιώδη χρόνο όπως καταγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μαζί με τον Μ.Κ. 5 επισκέφθηκαν τον Μ.Κ. 1 στο γραφείο του και να συζητούν την αγορά του επίδικου ρολογιού. Ξενίζει και σίγουρα δεν πείθει η αναφορά του παραπονούμενου στην κατάθεση του ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να του πουλήσει το επίδικο ρολόι παίρνοντας όμως τα χρήματα επειδή το ποσό ήταν μικρότερο των €240,000 όπως ζητούσε το εργοστάσιο, διότι ούτως ή αλλιώς η τιμή ανερχόταν στο ποσό των €240,000 και εν πάσει περιπτώσει αυτός ο ισχυρισμός, ως επίσης και οι θέσεις του ως αυτές είναι καταγραμμένες στις σελίδες 10 και επόμενες των πρακτικών ημερομηνίας 18/11/2014 δεν πείθουν εν΄ όψει της πιο πάνω αξιολόγησης. Αναπόφευκτα συμπαρασύρονται και οι ισχυρισμοί του παραπονούμενου για τα όσα ισχυρίστηκε ότι έλαβαν χώρα στο γραφείο του στις 4/2/2009 και που αφορούν την δεύτερη κατηγορία, άρα συμπαρασύρεται και η μαρτυρία του Μ.Κ. 4 που έτεινε να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του παραπονούμενου, διότι όπως έχει διαφανεί, ο κατηγορούμενος ήταν αντιπρόσωπος της GP, αυτό ήταν εις γνώση των Μ.Κ. 1 και 5 και έχει συναφθεί συμφωνία μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενου για την αγορά του επίδικου ρολογιού και ενώ εκκρεμούσε η εν λόγω συμφωνία και ζητήθηκε περαιτέρω χρηματικό ποσό, ενώ η συμφωνία ίσχυε ακόμα, εν τούτοις ο κατηγορούμενος πιάστηκε εξ΄ απίνης όταν τελικώς διαπίστωσε να φορεί το επίδικο ρολόι ο παραπονούμενος και συνεπώς υπήρχε παράκαμψη του κατηγορουμένου από τον παραπονούμενο και την GP δια μέσου του Μ.Κ. 5 και ουδεμία πρόθεση καταδολίευσης υπήρχε εκ μέρους του κατηγορούμενου. Για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, μη πειστική, μη λογική, αλλά και αλληλοαναιρετική. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 2, το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε επιλήψιμο κατά την παράθεση της μαρτυρίας του, η οποία είχε ως κύριο αντικείμενο τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος έχει συλληφθεί και που ως γεγονός δεν έχει αμφισβητηθεί και συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του στο σύνολο της ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 3, σε γενικές γραμμές ισχύουν τα ίδια με τα όσα έχουν λεχθεί για τον Μ.Κ. 2, διότι το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει κάτι το επιλήψιμο στην όλη παράθεση της μαρτυρίας του ο οποίος ήταν και ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης. Βεβαίως δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο οι απόψεις του εν λόγω μάρτυρα ως προς την ερμηνεία που έχει δώσει ως προς την σχέση αντιπροσώπευσης, όχι μόνο λόγω της πιο πάνω αξιολόγησης κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Κ. 1, αλλά και για τους λόγους που θα επεξηγηθούν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ. 5 και του κατηγορούμενου, ως επίσης και για τον λόγο ότι κλειδί για την κρίση του Δικαστηρίου, είναι τα διαδραματισθέντα και λεχθέντα από τους άμεσα εμπλεκόμενους, ήτοι των Μ.Κ. 1 και 5 αλλά και του κατηγορούμενου. Αναφορικά με την μαρτυρία του Μ.Κ. 4, το Δικαστήριο έχει κρίνει πιο πάνω ότι η μαρτυρία του έχει συμπαρασυρθεί, λόγω του ότι έτεινε να επιβεβαιώσει μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ. 1 η οποία δεν έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και περαιτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι θα ήταν υπό τις περιστάσεις ακροσφαλές να στηριχθεί στην μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, διότι δεν έχει δώσει κατάθεση στην αστυνομία αν και είναι μέλος της αστυνομικής δύναμης Κύπρου και η εξήγηση που έδωσε για το θέμα αυτό δεν κρίνεται ικανοποιητική. Περαιτέρω η συγγένεια που έχει με τον παραπονούμενο δεν αφήνουν πολλά περιθώρια υπό τις περιστάσεις για να στηριχθεί το Δικαστήριο στην μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Αναφορικά με την μαρτυρία του Μ.Κ. 5, το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερα επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα τον εν λόγω μάρτυρα, διότι ήταν ένα από τα πρόσωπα κλειδιά των διαδραματισθέντων και λεχθέντων μεταξύ του ιδίου, του Μ.Κ. 1 και του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο διέκρινε κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, (η οποία διεξήχθηκε σε αυτό το μέρος όταν παρέθετε μαρτυρία ο Μ.Κ. 5 με την μέθοδο της εικονοτηλεδιάσκεψης χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα ή μειονέκτημα), ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν έντονα προκατειλημμένος υπέρ του παραπονούμενου και εναντίον του κατηγορούμενου σε όλη την μαρτυρία του, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να προσπαθεί να πείσει, ανεπιτυχώς, για το ποια πρόθεση είχε η GP ως προς την εγκυρότητα και έναρξη της συνεργασίας μεταξύ GP και κατηγορούμενου, θέσεις οι οποίες δεν έπεισαν το Δικαστήριο, όχι μόνο διότι κρίνονται ως μη πειστικοί και υστερόβουλοι, αλλά και λόγω του γεγονότος ότι αυτοί οι ισχυρισμοί έρχονται εν πολλοίς εν αντιθέσει με τα ίδια τα γραφόμενα της GP για τους λόγους που θα επεξηγηθούν πιο κάτω. Ως μέρος της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Κ. 5, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα όσα αναφέρθηκαν κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Κ. 1 σε συνδυασμό με τα τεκμήρια 3, 4 και 7, ισχύουν τα ίδια και για τον Μ.Κ. 5, διότι τα εν λόγω τεκμήρια αφορούσαν επικοινωνία μεταξύ των Μ.Κ. 1 και 5 αντίστοιχα. Το ίδιο ισχύει για τα όσα ανέφεραν οι Μ.Κ. 1 και 5 αναφορικά με το ποσό που πλήρωσε τελικά ο παραπονούμενος στην GP για την αγορά του επίδικου ρολογιού και που έχει γίνει αναφορά πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ. 1 και ούτως ή άλλως ο εν λόγω μάρτυρας συμφώνησε κατά την αντεξέταση του ότι ήταν διαφορετική η τιμή που καταβλήθηκε από τον παραπονούμενο στην GP από αυτήν που συμφωνήθηκε μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενου και που διαφοροποιείτο η εκδοχή του από αυτήν του Μ.Κ.
- Περαιτέρω, ο εν λόγω μάρτυρας στην κατάθεση του - σελίδα 9 του τεκμηρίου 17 στην πρώτη παράγραφο αναφέρει τα εξής: ΄΄Η λεπτομέρεια της διαπραγμάτευσης αναφορικά με την τιμή διευθετήθηκε μεταξύ των κ.κ. ΙΩΑΝΝΟΥ και ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ. Από την στιγμή που ο πρώτος είχε την αντιπροσωπεία της μάρκας, εναπόκειτο σε αυτόν να διευθετήσει τις τιμές μαζί με τους πελάτες, στο μέτρο που ο ίδιος κατέβαλλε στο εργοστάσιο την συμφωνηθείσα τιμή΄΄. Από το πιο πάνω απόσπασμα, πηγάζει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος ήταν αντιπρόσωπος της GP και όντας αντιπρόσωπος της GP, σύναψε συμφωνία με τον παραπονούμενο για την αγορά του επίδικου ρολογιού και συνακόλουθα το ζήτημα των ισχυριζόμενων ψευδών παραστάσεων έχει αποκρυσταλλωθεί, δηλαδή δεν έγιναν ψευδείς παραστάσεις. Τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ. 5 αναφορικά με την θέση του ότι η σύμβαση αντιπροσώπευσης δεν τέθηκε ποτέ σε εφαρμογή, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η θέση είναι από την μια αντιφατική και αλληλοαναιρετική με βάση τις πιο πάνω αναφορές με τα αποσπάσματα από τα τεκμήρια 3, 4, 7 και 9, αλλά και υστερόβουλη για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αναλυτικά πιο κάτω με παραπομπή σε σχετικά τεκμήρια. Αλληλοαναιρετική και αντιφατική είναι και η αναφορά του μάρτυρα όπως διαφαίνεται στην 16η γραμμή των πρακτικών ημερομηνίας 19/2/2015 σελ. 13 όπου αναφέρει τα εξής: ΄΄Εάν είχαμε αντιληφθεί ότι ήταν άτομο αναξιόπιστο, δεν θα τον είχαμε αντιπρόσωπο μας΄΄. Το πιο πάνω απόσπασμα απλά αυτοαναιρεί την θέση που προωθήθηκε από την κατηγορούσα αρχή ότι ο κατηγορούμενος ψευδώς παρουσίασε τον εαυτό του ως αντιπρόσωπο. Περαιτέρω, όπως έχει αποδειχθεί δια μέσου του τεκμηρίου 18, η GP είχε ανηρτημένη στην ιστοσελίδα της μέχρι τις 9/3/2009 τα στοιχεία της εταιρείας του κατηγορουμένου ως αντιπροσώπου τους στην Κύπρο και ο Μ.Κ. 5, αν και διστακτικός, ανέφερε ότι είναι δυνατόν να αποκαλούσαν τον κατηγορούμενο ως partner, ενισχύοντας επομένως την πεποίθηση του Δικαστηρίου ότι ο Μ.Κ. 5 προσπαθούσε να συσκοτίσει την όλη εικόνα αναφορικά με την ιδιότητα του κατηγορούμενου. Είναι λογική η εξήγηση του κατηγορουμένου, με βάση την οποία η ημερομηνία που αναγράφεται στο τεκμήριο 18 είναι με βάση το Αμερικάνικο σύστημα, όπου πρώτα αναγράφεται ο μήνας και μετά η μέρα και ο κατηγορούμενος έθεσε τον εαυτό του ως αντιπρόσωπο σε μικρότερο χρονικό διάστημα, ήτοι της 9/3/2009, αν και θα τον συνέφερε να αναφέρει ότι η ημερομηνία είναι 3/9/2009 και η εξήγηση που έδωσε είναι λογική, διότι η GP απέστειλε στον κατηγορούμενο στις 17/3/2009 το τεκμήριο 26, για την αποδεικτική αξία του οποίου θα γίνει ειδική μνεία πιο κάτω και συνεπώς όπως θα αναφερθεί και πιο κάτω, ο κατηγορούμενος είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Οι συνθήκες και οι όλες περιστάσεις που αποδεικνύουν το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν αντιπρόσωπος της GP, αποτελεί και το γεγονός ότι στις σελίδες 5 και 7 των πρακτικών ημερομηνίας 24/2/2015, όταν δηλαδή ο μάρτυρας αντεξεταζόταν, αναφέρθηκε ότι είναι δυνατόν να αποκαλούσαν τον κατηγορούμενο ως partner και δεν έχει αμφισβητηθεί ότι έχει γίνει ξανά παράδοση ρολογιού στον κατηγορούμενο στην Αθήνα. Οι εξηγήσεις, ερμηνείες και εκδοχές που έχει δώσει ο Μ.Κ. 5 αναφορικά με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 19, ήτοι η θέση του ότι η σύμβαση αντιπροσώπευσης δεν τέθηκε σε ισχύ επειδή ο κατηγορούμενος δεν απέδωσε τα χρηματικά ποσά στην GP, όχι μόνο δεν είναι πειστικοί, αλλά κρίνονται επίσης ως υστερόβουλοι και πόρρω απέχουν από την ίδια την ορολογία που χρησιμοποιείται στο εν λόγω τεκμήριο και γενικά από το περιεχόμενο του. Συγκεκριμένα, στην πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 19, αναφέρονται τα εξής: ΄΄As agreed you are the new official and exclusive distributor of Girard - Perregoux in Cyprus.΄΄ Το εν λόγω τεκμήριο αποστάληκε στον κατηγορούμενο εντός του ουσιώδη χρόνου της πρώτης κατηγορίας και αυτομάτως καταρρίπτει την θέση της κατηγορούσας αρχής περί ψευδών παραστάσεων ως έχουν εκτεθεί πιο πάνω, διότι αποδεικνύεται η σχέση αντιπροσώπευσης και μάλιστα αποκλειστικής μεταξύ της Girard - Perregoux και του κατηγορούμενου. Στην τρίτη σελίδα του ιδίου τεκμηρίου
(19)αναφέρονται τα εξής: ΄΄We confirm we will be able to deliver this timepiece by 2010. We will do our best to deliver you earlier, probably in 2009 but this don΄ t have to be communicate to the end costumer.΄΄ Από τα πιο πάνω διαφαίνεται και αποδεικνύεται ότι από την στιγμή που συμφωνήθηκε ως χρόνος παράδοσης το έτος 2010, με πιθανότητα αυτό να γίνεται και το 2009 και από την στιγμή που δεν δόθηκε η ευκαιρία στον κατηγορούμενο να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, αλλά και να δρέψει τους καρπούς των ενεργειών του δια μέσου της εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων του παραπονούμενου, η Girard - Perregoux παρέκαμψε αντισυμβατικά τον κατηγορούμενο και παρέδωσε το επίδικο ρολόι απευθείας στον παραπονούμενο, αποδεικνύοντας ότι το μέρος που δεν μπορεί να του καταλογιστεί η ρίξη της επίδικης συμφωνίας είναι ο κατηγορούμενος και υπαίτια μέρη είναι ο παραπονούμενος και η Girard - Perregoux και ως προς τις περαιτέρω προεκτάσεις, αρμόδιο Δικαστήριο είναι αυτό που ασκεί δικαιοδοσία αστικής φύσεως. Η ερμηνεία που έδωσε ο εν λόγω μάρτυρας ως προς τις προυποθέσεις έναρξης της σύμβασης αντιπροσώπευσης δεν πείθουν, διότι στην σελίδα 2 του ιδίου τεκμηρίου
(19)στην τελευταία πρόταση όπου έκανε αναφορά ο εν λόγω μάρτυρας, αναφέρονται τα εξής: ΄΄ The payment conditions are advanced payment without any discount΄΄. Από το πιο πάνω απόσπασμα, διαφαίνεται και αποδεικνύεται, ότι δεν υπάρχει ουδεμία σύνδεση ή προυπόθεση της έναρξης της σύμβασης αντιπροσώπευσης με το ζήτημα της πληρωμής, όχι μόνο λόγω ανυπαρξίας ρητής τέτοιας πρόνοιας ή προυπόθεσης, αλλά και επειδή αποδεικνύεται ότι με το πιο πάνω απόσπασμα και την ορολογία που χρησιμοποιείται, ως επίσης και οι όροι πληρωμής που έχουν συμφωνηθεί, είναι όροι ως προς το θέμα και γενικά τον τρόπο πληρωμής και όχι ως προς την σύμβαση αντιπροσώπευσης αυτήν καθ΄ εαυτήν. Δηλαδή, δεν δύναται να συνδεθεί με βάση την ορολογία και το λεκτικό των πιο πάνω αποσπασμάτων, η έναρξη της ισχύος της σύμβασης αντιπροσώπευσης με το ζήτημα της πληρωμής και συνακόλουθα η όλη προσπάθεια του Μ.Κ. 5 να συνδέσει αυτά τα δύο, δεν έπεισε το Δικαστήριο, διότι όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, είναι δύο ζητήματα που δεν είναι αλληλένδετα και αλληλοεξαρτώμενα, αλλά ξεχωριστά ζητήματα και η εξήγηση που έδωσε ο μάρτυρας κρίνεται ως μη πειστική, αλλά και υστερόβουλη. Τα ίδια ισχύουν και για την θέση που προέβαλε ο εν λόγω μάρτυρας όπως είναι καταγραμμένη στην σελίδα 16 των πρακτικών ημερομηνίας 24/2/2015 γραμμή 22 και 23, ότι δηλαδή εφόσον ο κατηγορούμενος δεν πλήρωνε τα ρολόγια κατάλαβαν ότι δεν είναι αντιπρόσωπος της GP, ως επίσης και για την θέση του μάρτυρα όπως αυτή καταγράφεται στην σελίδα 17 των πρακτικών ημερομηνίας 24/2/2015 γραμμή 19, ότι δηλαδή δεν είχαν σχέση με τον κατηγορούμενο διότι δεν πλήρωσε το ρολόι. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είσπραξε το ποσό των € 50,000 ως προκαταβολή για την αγορά του επίδικου ρολογιού, γεγονός που δεν έχει αμφισβητηθεί, και το κατά πόσο αυτό θα πρέπει να επιστραφεί ή αν αποτελεί μέρος των ζημιών ή εξόδων του κατηγορουμένου, αυτό θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια αστικής διαδικασίας, διότι αυτό που εξετάζει το παρόν Δικαστήριο είναι τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ως αυτά έχουν τεθεί ανωτέρω. Εν κατακλείδι, όλο το περιεχόμενο του τεκμηρίου 19 και η ορολογία που χρησιμοποιείται, παραπέμπουν ευθέως σε σύμβαση αντιπροσώπευσης και γενικά συνεργασίας και υπάρχουν σε αυτήν ειδικοί όροι. Συνεπεία της πιο πάνω αξιολόγησης, το Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία του Μ.Κ. 5 ως αναξιόπιστη, υστερόβουλη και μη πειστική. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση, ουσιαστικά σφραγίζεται και η έκβαση της παρούσας υπόθεσης, ήτοι με την αθώωση του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει επειδή δεν αποδείχθηκαν οι ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις και πρόθεση καταδολίευσης, εν τούτοις, ως αποτελεί πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου, θα αξιολογήσει το σύνολο της τεθείσας ενώπιον του μαρτυρίας και συνακόλουθα αυτής του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος έχει αφήσει πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο διέκρινε κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ότι ο μάρτυρας έδιδε σταθερές, λεπτομερείς, λογικές και κατατοπιστικές θέσεις, εξηγήσεις και ερμηνείες επί όλων των θεμάτων που έχουν ανακύψει και ερωτηθεί, απαντούσε με πάρα πολύ φυσικό, απλό και πηγαίο τρόπο, με αμεσότητα και χωρίς υπεκφυγές, η αξιοπιστία του όχι μόνο δεν έχει κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης του αλλά απεναντίας ενισχύθηκε, οι θέσεις του βρίσκονταν σε πλήρη αρμονία, συνοχή και συνέχεια και σε συνδυασμό με τα κατατιθέντα τεκμήρια για τα οποία έδωσε πλήρης και λογικές επεξηγήσεις και θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω. Ως προς το λογικό και πειστικό των θέσεων του κατηγορουμένου, έχει γίνει ήδη ειδική αναφορά πιο πάνω κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων κατηγορίας και ιδίως των Μ.Κ. 1 και 5 και των σχετικών τεκμηρίων για τα οποία έχει γίνει ειδική αναφορά πιο πάνω και το Δικαστήριο κρίνει ότι με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν παρουσίασε τον εαυτό του ψευδώς ως αντιπρόσωπο της GP, διότι έχει αποδειχθεί ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο και δια μέσου των εταιρειών του ήταν αντιπρόσωπος αυτής της εταιρείας και συνεργαζόταν μαζί της και αυτό ήταν εις γνώση των Μ.Κ. 1 και 5 και ως τέτοιον τον αναγνώριζαν και τον αποκαλούσαν. Περαιτέρω, ως έχει αποδειχθεί δυνάμει της πιο πάνω αξιολόγησης των Μ.Κ. 1 και 5, ο κατηγορούμενος δεν προέβη ψευδώς σε παραστάσεις που να καταδεικνύουν πρόθεση όπως μην γίνει η πώληση του επίδικου ρολογιού και ότι αποπειράθηκε εκ νέου για δεύτερη φορά, όπως του αποσπάσει χρήματα με πρόθεση καταδολίευσης ως είναι η δεύτερη κατηγορία, διότι το εν λόγω ποσό ζητήθηκε στα πλαίσια της συμφωνίας που σύναψε ο κατηγορούμενος ως αντιπρόσωπος της GP με τον παραπονούμενο και που η εν λόγω συμφωνία διερρήχθηκε, διότι η GP δια μέσου του Μ.Κ. 5 και ο παραπονούμενος, παρέκαμψαν τον κατηγορούμενο, εν αγνοία του, και ολοκλήρωσαν την επίδικη συμφωνία του ρολογιού και μάλιστα πριν την εκπνοή του αρχικά συμφωνηθέντος χρόνου παράδοσης ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Το ότι όλα έγιναν εν αγνοία του κατηγορουμένου, προκύπτει και από το γεγονός ότι πρώτη φορά ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε για την απευθείας πώληση του ρολογιού στις 4/2/
- Πειστικές και λογικές είναι η εξηγήσεις, εκδοχές και ερμηνείες που έχει δώσει ο κατηγορούμενος αναφορικά με την φύση, περιεχόμενο, όρους και προυποθέσεις αναφορικά με την σύμβαση αντιπροσώπευσης, διότι αυτές βρίσκονται σε πλήρη αρμονία, συνοχή και συνάφεια με το περιεχόμενο των τεκμηρίων για τα οποία έχει γίνει ήδη ειδική αναφορά κατά το στάδιο της αξιολόγησης των Μ.Κ. 1 και
- Ως προς το ζήτημα της εμπλοκής και της σχέσης του κατηγορούμενου με τις εταιρείες του και τις σχετικές επωνυμίες, ο κατηγορούμενος έδωσε σαφείς και πειστικές εξηγήσεις οι οποίες βρίσκονται σε αρμονία με τα δημόσια έγγραφα τα οποία κατέθεσε και που εν πάσει περιπτώσει στην αλληλογραφία που προερχόταν από την GP, αλλά και την ιστοσελίδα της γίνεται ειδική αναφορά και συνεπώς το Δικαστήριο έχει πειστεί για τις θέσεις του κατηγορουμένου και επί αυτού του ζητήματος. Τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος ως προς το πρόσωπο του Πάρη Σαββίδη σε συνδυασμό με το τεκμήριο Στ΄ προς αναγνώριση, αυτά δεν δύναται να έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι από την μια το εν λόγω τεκμήριο παρέμεινε ως τεκμήριο προς αναγνώριση και από την άλλη τα πλείστα δεν έχουν υποβληθεί κυρίως στον παραπονούμενο που τον αφορούσαν και γενικά δεν αφορούν άμεσα τα επίδικα γεγονότα σε συνδυασμό με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Πειστικές και λογικές είναι οι εξηγήσεις που έχει δώσει ο κατηγορουμένος ως προς το όλο πλέγμα συνεργασίας και αντιπροσώπευσης με την GP, διότι όπως έχει εκτεθεί πιο πάνω κατά την αξιολόγηση του Μ.Κ. 5, προκύπτει ότι η εν λόγω εταιρεία τον αποκαλούσαν ως συνεργάτη τους, έθεσε το όνομα της εταιρείας του κατηγορουμένου στην ιστοσελίδα της και έχει γίνει και στο παρελθόν άλλη παράδοση ρολογιού στην Αθήνα. Επιπλέον, τα τεκμήρια που κατέθεσε ο κατηγορούμενος και πιο συγκεκριμένα η αλληλογραφία που είχε με την GP, τον χρόνο που αυτή γινόταν αλλά και το περιεχόμενο της, αποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν αντιπρόσωπος και συνεργάτης της εν λόγω εταιρείας. Αναφορικά με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 26 το οποίο προήθε από την GP και που ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατέθεσε, προβαίνοντας χωρίς κανένα δισταγμό σε πλήρη αποκάλυψη όλων των στοιχείων που περιβάλλουν το πλαίσιο συνεργασίας που είχε με την εν λόγω εταιρεία, το Δικαστήριο κρίνει ότι η φρασεολογία που υπάρχει σε αυτό το έγγραφο, ήτοι η φράση της πρώτης παραγράφου δυνάμει της οποίας δεν είχαν ποτέ την πρόθεση να συνεργαστούν με τον κατηγορούμενο ή τις εταιρείες του, τέθηκε υστερόβουλα και βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τα ίδια τα γραφόμενα και την στάση της εν λόγω εταιρείας, ως προκύπτει δηλαδή από την πιο πάνω αξιολόγηση του Μ.Κ.
- Δηλαδή, δεν είναι πειστική η θέση αυτή της εταιρείας, διότι αυτή προέκυψε μετά την συνάντηση που είχε ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος στις 4/2/2009 όπου ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε για πρώτη φορά για την απευθείας πώληση του επίδικου ρολογιού και την παράκαμψη του και το εν λόγω τεκμήριο στάληκε σε μια προσπάθεια της εν λόγω εταιρείας να άρει αναδρομικά τα οποιαδήποτε αποτελέσματα, προσπάθεια βεβαίως που δεν έχει κανένα νομικό έρισμα και βαρύτητα, διότι αποδείκτηκε ότι όχι μόνο είχαν πρόθεση να συνεργαστούν με τον κατηγορούμενο, αλλά συνεργάστηκαν ήδη με την παράδοση ρολογιού στην Αθήνα, ως επίσης η πρόθεση να συνεργαστούν έχει υλοποιηθεί ως έχει αποδειχθεί δυνάμει της πιο πάνω αξιολόγησης και της αλληλογραφίας που προήλθε από την ίδια την GP. Ως προς το ποσό των €50,000 που ο κατηγορούμενος είσπραξε, αυτό είναι ούτως ή άλλως παραδεκτό και το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι αυτό κατατέθηκε στον σχετικό λογαριασμό ως φαίνεται επί του τελευταίου τεκμηρίου που έχει κατατεθεί και που το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι το ποσό των €49,000 που φαίνεται ότι κατατέθηκε, προέρχεται από το ποσό των €50,000 που είσπραξε από τον παραπονούμενο, λόγω και του μικρού χρονικού διαστήματος που παρήλθε μεταξύ είσπραξης και κατάθεσης. Το ότι δεν δόθηκε ακόμα αυτό το ποσό από τον κατηγορούμενο στην GP, το Δικαστήριο όπως έχει ήδη αξιολογηθεί πιο πάνω, θα πρέπει να απασχολήσει Δικαστήριο αστικής δικαιοδοσίας εξετάζοντας θέμα αποζημιώσεων ή άλλων εξόδων. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου είναι αληθή, αξιόπιστη, πειστική και λογική. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, αποτελούν ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου, ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει προβεί στις ψευδείς παραστάσεις που του αποδίδονται ως πιο πάνω έχουν εκτεθεί και ούτε πρόθεση καταδολίευσης είχε. Ο κατηγορούμενος δρούσε ως αντιπρόσωπος της GP, δρούσε με καλή τη πίστη και δεν είχε πρόθεση καταδολίευσης, σύναψε συμφωνία όντας αντιπρόσωπος της GP και δια μέσου των εταιρειών του με τον παραπονούμενο για την αγορά του επίδικου ρολογιού και η είσπραξη του ποσού των € 50,000, ως επίσης και η απαίτηση του για πληρωμή επιπλέον ισόποσου ποσού, έγιναν στα πλαίσια της πιο πάνω σύμβασης αντιπροσώπευσης και συμφωνίας που αφορούσε το επίδικο ρολόι και η ιδιότητα αυτή του κατηγορούμενου ήταν γνωστή στους Μ.Κ. 1 και 5 και στην GP και συνεπώς δεν τίθεται θέμα απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η εν λόγω εταιρεία δια μέσου του Μ.Κ. 5 και ο Μ.Κ. 1 παρέκαμψαν τον κατηγορούμενο και ολοκλήρωσαν εν αγνοία του κατηγορούμενου την σύμβαση πώλησης του επίδικου ρολογιού. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αξιόπιστη μαρτυρία τα συστατικά στοιχεία των ψευδών παραστάσεων και της πρόθεσης καταδολίευσης και ο κατηγορούμενος αθωώνεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο