← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Ahmad Ahmad κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 26039/12, 5/6/2015

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Ahmad Ahmad κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 26039/12, 5/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26039/12 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον Ahmad Ahmad Αντώνης Κυριάκου Κατηγορουμένων ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5/6/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κος Γιάννος Αργυρού Για κατηγορούμενο 1: κος Λύσανδρος Λυσάνδρου Για τον κατηγορούμενο 2 : κος Θεόδωρος Στυλιανού Κατηγορούμενοι παρόντες ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού τις κατηγορίες 1 έως 5, ενώ η έκτη κατηγορία αφορά μόνο το πρόσωπο του κατηγορουμένου 1. Η πρώτη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 331, 333, 335, και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι την 12ην Οκτωβρίου 2012 στην Λεμεσό, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή πλαστογραφία εγγράφου. Η δεύτερη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι την 12ην Οκτωβρίου 2012 στην Λεμεσό, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Η τρίτη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α), 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι την 12ην Οκτωβρίου 2012 στην Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση, κατάρτησαν πλαστό έγγραφο, δηλαδή το έντυπο της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων ημερομηνίας 28/9/2012 στο όνομα του του κατηγορουμένου 1, το οποίο εμφανιζόταν ως να μην είναι στην πραγματικότητα. Η τέταρτη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339, 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι την 12ην Οκτωβρίου 2012 στην Λεμεσό, εν γνώσει τους και δολίως έθεσαν σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή το έντυπο που αναφέρεται στην τρίτη κατηγορία. Η πέμπτη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 305, 366, 367 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι την 12ην Οκτωβρίου 2012 στην Λεμεσό, εσκεμμένα αποπειράθηκαν να εξασφαλίσουν άδεια οδηγού με ψευδείς παραστάσεις. Η έκτη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της παραμονής στην Δημοκρατία μετά την λήξη της άδειας παραμονής, κατά παράβαση του άρθρου 19(λ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ. 105 όπως τροποποιήθηκε και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο πρώτος κατηγορούμενος μεταξύ της 17ης Απριλίου 2011 και της 18ης Οκτωβρίου 2012 στην Λεμεσό, ενώ ήταν αλλοδαπός, δηλαδή Σύριος υπήκοος και βρίσκετο στην Κύπρο ως μαθητής μέχρι τις 16/4/2011, παρέμεινε στην Δημοκρατία μετά την λήξη της προσωρινής άδειας παραμονής του, χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του διευθυντή του τμήματος αρχείου πληθυσμού και μετανάστευσης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος και που αφορούν τις κατηγορίες 1 και 2, σχετικό είναι το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο στοιχειοθετεί το αυτοτελές αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στην Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από την φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Σχετική επί του θέματος, είναι η υπόθεση Giani εναντίον Δημοκρατίας

(1991)2 Α.Α.Δ. 134 . Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από την στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα και δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από την συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο και η ύπαρξη της συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό της συνωμοσίας. Στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και συνεπώς ούτε συνωμοσία και το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους είναι πολύ λεπτή και δεν είναι δυνατό να καθοριστεί και συνεπώς το ζήτημα είναι πραγματικό. Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για την διάπραξη του αδικήματος. Αναφορικά με το αδίκημα της πλαστογραφίας και που αφορά το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας, σχετικά είναι τα άρθρα 331 και 333(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπου προνοούν τα ακόλουθα: <<331. Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης>>. <<333. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα>> Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας λοιπόν είναι: 1. Ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου 2. Με σκοπό καταδολίευσης. Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης δίδεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold Archbold 35th ed. σελ. σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του. Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ακόμη και η πιθανότητα βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Τέλος στη Georghiou (ανωτέρω) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Αναφορικά με το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που αφορά το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας, σχετικό είναι το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: << Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος>>. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: — Η ύπαρξη πλαστού εγγράφου που είναι σε γνώση του κατηγορουμένου. — Η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου από τον κατηγορούμενο με δόλιο τρόπο. Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό, έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω σχετική παραπομπή σε αυθεντίες και νομολογία, ως επίσης κατατοπιστικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice & Evidence 2003 p.357, Par. B6.2. <<Falsification, False Statements and False Instruments B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments. As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original)>>. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο, είναι η κυκλοφορία του εγγράφου αυτού από τον κατηγορούμενο. Ένα επιπλέον στοιχείο που απαιτείται για απόδειξη του αδικήματος, είναι ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό. Η γνώση μπορεί να είναι άμεση όταν πχ είναι παρών στην πλαστογράφηση του εγγράφου ή έμμεση όταν προκύπτει από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Ένα άλλο βασικό στοιχείο, είναι η ύπαρξη δόλου κατά την κυκλοφορία του εγγράφου. Το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα με το στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας του εγγράφου. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η κυκλοφορία ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη πρόθεση καταδολίευσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου, μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η "γνώση" και ο "δόλος" μπορούν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα, συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Σύμφωνα με τους Κανόνες του Αγγλικού Κοινοδικαίου στην Αγγλία πριν από το 1913 σε περιπτώσεις πλαστογραφίας χρησιμοποιόταν η φράση "με πρόθεση καταδολίευσης" (with intent to the fraud). Το 1913 ψηφίστηκε ο Νόμος The Forgery Act 1913 το άρθρο 1
(1)του οποίου προνοεί ότι: "A person is guilty of a forgery if he makes a false instrument, with the intention that he or another shall use it to induce somebody to accept it as genuine, and by reason of so accepting it to do or not to do some act to his own or any other person´s prejudice." Αργότερα τα Αγγλικά Δικαστήρια καθόρισαν την πλαστογραφία ως τη "δημιουργία ενός πλαστού εγγράφου ή αντικειμένου με σκοπό την καταδολίευση". (Βλ. υπόθεση R. v. Parkers and Brown
(1977)2 LEACH 775). Όπως έχει ερμηνεύσει το θέμα ο Δικαστής Denning στην υπόθεση Weltham v. D.P.P.
(1960)1 All E.R. 805 "Put shortly "with intent to defraud" means "with intent to practice a fraud" on someone or other. It need not be anyone in particular. Someone in general will suffice. If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough." Αναφορικά με το αδίκημα της απόπειρας εξασφάλισης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις και που αφορά το αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας, σχετικά είναι τα άρθρα 305 και 366 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 τα οποία προνοούν τα ακόλουθα: <<
  1. Όποιος εσκεμμένα εξασφαλίζει ή αποπειράται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του ή άλλον, εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων>>. <<
  2. Όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεση του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει. Είναι αδιάφορο, εκτός καθόσον αφορά στην ποινή, κατά πόσο ο υπαίτιος διενήργησε οτιδήποτε το οποίο ήταν αναγκαίο εκ μέρους του για συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή κατά πόσο η πλήρης πραγμάτωση της πρόθεσης του αποτράπηκε λόγω περιστατικών ανεξάρτητων από τη βούληση του ή κατά πόσο υπαναχώρησε εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσης του. Είναι αδιάφορο ότι, λόγω περιστατικών που δεν είναι γνωστά στον υπαίτιο, η πραγμάτωση του ποινικού αδικήματος ήταν εξ αντικειμένου αδύνατος>>. Μέσα λοιπόν από την συνδυασμένη εφαρμογή αμφοτέρων των νομοθετικών διατάξεων, προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας, θα πρέπει να αποδεικτούν σωρευτικά τα πιο κάτω συστατικά στοιχεία: Α) θα πρέπει να υπάρχει απόπειρα εν τη εννοία του άρθρου 366, ήτοι αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεση του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα Β) η απόπειρα να είναι βεβαίως εσκεμμένη, ήτοι να ενέχει το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) Γ) οι ενέργειες που σχετίζονται με την απόπειρα, να αποσκοπούν στην εξασφάλιση πιστοποιητικού και στην συγκεκριμένη περίπτωση άδειας οδηγού, ήτοι να υπάρχει συσχέτιση και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της απόπειρας με την εξασφάλιση του εν λόγω πιστοποιητικού Δ) οι ενέργειες θα πρέπει να συνοδεύονται με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και ως προς την έννοια της ψευδούς παραστάσεως, πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Σχετική νομοθετική πρόνοια ως προς την έννοια της ψευδούς παραστάσεως, είναι το άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Στο άρθρο 366 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 περιέχεται ο ορισμός της απόπειρας για διάπραξη ποινικού αδικήματος και πιο συγκεκριμένα: ΄΄Όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεση του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει. Είναι αδιάφορο, εκτός καθόσον αφορά στην ποινή, κατά πόσο ο υπαίτιος διενήργησε οτιδήποτε το οποίο ήταν αναγκαίο εκ μέρους του για συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή κατά πόσο η πλήρης πραγμάτωση της πρόθεσης του αποτράπηκε λόγω περιστατικών ανεξάρτητων από τη βούληση του ή κατά πόσο υπαναχώρησε εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσης του. Είναι αδιάφορο ότι, λόγω περιστατικών που δεν είναι γνωστά στον υπαίτιο, η πραγμάτωση του ποινικού αδικήματος ήταν εξ αντικειμένου αδύνατος.΄΄ Επομένως, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά είναι: Α) η πρόθεση διάπραξη ποινικού αδικήματος Β) η έναρξη εφαρμογής της πρόθεσης με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της Γ) η έμπρακτη εκδήλωση της πρόθεσης Δ) η μη συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος Με βάση την πρώτη και την δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 366 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το αδίκημα στοιχειοθετείται και στις περιπτώσεις όπου: Α) ο αδικοπραγών δεν πράττει οτιδήποτε είναι αναγκαίο εκ μέρους του για την συμπλήρωση του ποινικού αδικήματος Β) η διάπραξη του αδικήματος αποτρέπεται από γεγονότα ανεξάρτητα από την βούληση του Γ) ο αδικοπραγών υπαναχωρεί εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσης του και Δ) ο αδικοπραγών δεν γνωρίζει ότι η διάπραξη του ποινικού αδικήματος είναι εξ΄ αντικειμένου αδύνατη Το άρθρο 367 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί: ΄΄ Όποιος αποπειράται να διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος πλημμελήματος εκτός αν προνοείται διαφορετικά΄΄ Αναφορικά με το αδίκημα της παραμονής στην Δημοκρατία μετά την λήξη της άδειας παραμονής και που αφορά το αδίκημα της έκτης κατηγορίας, σχετική είναι η νομοθετική πρόνοια του άρθρου 19(λ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: <<Πρόσωπο το οποίο......... (λ)αφoύ έχει εισέλθει στη Δημoκρατία ως πρoσωριvός κάτoικoς για περιoρισμέvη περίoδo παραμέvει στη Δημoκρατία μετά τηv εκπvoή της περιόδoυ αυτής χωρίς vα έχει εξασφαλίσει άδεια από τov Αvώτερo Διευθυντή.............. υπόκειται σε φυλάκιση για χρovικό διάστημα πoυ δεv υπερβαίvει τoυς δώδεκα μήvες ή σε πρόστιμo πoυ δεv υπερβαίvει τις χίλιες λίρες ή και στις δύo τις πoιvές της φυλάκισης και τoυ πρoστίμoυ>> Τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α) να υπάρχει είσοδος στην Δημοκρατία Β) η είσοδος να είναι υπό το καθεστώς προσωρινού κατοίκου για περιορισμένη περίοδο Γ) να υπάρχει παραμονή στην Δημοκρατία μετά την εκπνοή της περιόδου αυτής Δ) η παραμονή να μην συνοδεύεται από άδεια από τον ανώτερο διευθυντή ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Αναφορικά με τους μάρτυρες που παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δέκα μάρτυρες και με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία και μετά την επεξήγηση σε αυτούς των δικαιωμάτων τους, ο κατηγορούμενος 1 επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και κάλεσε μια μάρτυρα υπεράσπισης, ο δε κατηγορούμενος 2 επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση με βάση την οποία δήλωνε αθώος και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο αστ. 3353 κ. Γενεθλής Μανίταρος ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε και υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 1, στην οποία κάνει αναφορά ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανέλαβε την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, στις καταθέσεις που έλαβε και από τους δύο κατηγορούμενους και τις απαντήσεις τους, στις πληροφορίες που έλαβε αναφορικά με το καθεστώς παραμονής του κατηγορουμένου 1 στην Δημοκρατία και την μαρτυρία που έχει προκύψει ως προς τα υπόλοιπα επίδικα αδικήματα και την παραλαβή και παράδοση των σφραγίδων από την αρμόδια υπηρεσία ασύλου. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε ως τεκμήριο 2 την επίδικη επιστολή όπου σύμφωνα με την θέση της κατηγορούσας αρχής είναι πλαστή, ως επίσης κατέθεσε και το τεκμήριο 3 όπου είναι οι σφραγίδες της αρμόδιας υπηρεσίας ασύλου. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήρια 4 και 5 τις καταθέσεις που έλαβε από τους κατηγορούμενους 1 και 2 αντίστοιχα τους οποίους και έχει αναγνωρίσει, αναφέρθηκε στις ενέργειες που έχει προβεί ως ανακριτής στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, ως κατέθεσε το τεκμήριο 6 το οποίο είναι η σχετική έκθεση που έχει ετοιμαστεί ως προς την γνησιότητα του τεκμηρίου
  1. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην πηγή των γνώσεων του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως προς το καθεστώς παραμονής του κατηγορουμένου 1 και γενικά περιέγραψε τις ενέργειες που έχει προβεί ως ανακριτής της υπόθεσης και εξέφρασε τις απόψεις του ως προς τα επίδικα θέματα και αποκάλυψε την πηγή των γνώσεων του επί των επιδίκων θεμάτων ως ανακριτής της υπόθεσης. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο κ. Ευτύχιος Ανδρέου, εξεταστής οδηγών στο τμήμα οδικών μεταφορών (ΤΟΜ για σκοπούς συντομογραφίας) ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 8 και στην οποία αναφέρεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και πιο συγκεκριμένα κατά την επίδικη ημέρα προσήλθε ο κατηγορούμενος 1 στο ΤΟΜ και υποψιάστηκε ότι το τεκμήριο 2 είναι πλαστό λόγω του σήματος της Δημοκρατίας και του αριθμού φακέλλου και αφού έχει επικοινωνήσει με την αρμόδια αρχή και του ανέφεραν ότι τα στοιχεία του τεκμηρίου 2 δεν είναι αληθή, κάλεσε την αστυνομία όπου προσήλθε στο μέρος και παρέλαβε τον κατηγορούμενο 1, ως επίσης και το τεκμήριο
  2. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 1, ως επίσης και το τεκμήριο 2 για το οποίο έδωσε μια περιγραφή ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθε στην κατοχή του και γενικά έδωσε την δική του εκδοχή και ερμηνεία ως προς το περιεχόμενο του και τι οδήγησε τον μάρτυρα στο να πιστεύει ότι το τεκμήριο 2 είναι πλαστό, αντιπαραβάλλοντας το με το τεκμήριο
  3. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν έχει σπουδάσει ή να έχει διδαχθεί οτιδήποτε σχετικό με γραφολογία, πλην όμως εξέφρασε την άποψη ότι λόγω της πείρας και του τρόπου σκέψης του δύναται να εκφέρει άποψη αν κάποιο έγγραφο όπως είναι αυτό του τεκμηρίου 2 είναι πλαστό ή όχι, αντιπαραβάλλοντας το με το τεκμήριο
  4. Επίσης αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες του παρουσιάστηκε ο κατηγορούμενος 1 και έλαβε το τεκμήριο 2, ως επίσης αναφέρθηκε στις επαφές που είχε με την αναθεωρητική αρχή προσφύγων. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε η κα Μαρία Κωνσταντίνου η οποία εργάζεται στην αναθεωρητική αρχή προσφύγων και ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της - τεκμήριο 9 - στην οποία εξέφρασε την βεβαιότητα της ότι το τεκμήριο 2 είναι πλαστό, λόγω του διαφορετικού της σφραγίδας, ως επίσης και του διαφορετικού του αριθμού που υπάρχει σε αυτήν. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, έδωσε την δική της ερμηνεία ως προς το τεκμήριο 2, ότι δηλαδή είναι πλαστό για τους λόγους επεξήγησε, έδωσε την δική της εξήγηση και ερμηνεία ως προς το τεκμήριο 10, ήτοι ότι είναι το γνήσιο της επιστολής της υπηρεσίας όπου εργάζεται, σε αντιπαραβολή με το τεκμήριο 2 που δεν είναι, ως είναι η θέση της και για τους λόγους που έχει εξηγήσει όπως είναι π.χ. η διαφορετικότητα στην σφραγίδα, στην γραμματοσειρά, στο ότι δεν υπήρχε συνάδελφος της με το όνομα Κωνσταντίνα Κωνσταντίνου στην υπηρεσία όπου εργαζόταν, στην απουσία του αριθμού φακέλου που αναγράφεται στο τεκμήριο 2 και στην απουσία του ονόματος του κατηγορουμένου 1 ως αιτητή στην εν λόγω υπηρεσία αλλά υπήρχε το όνομα του πατέρα του κατηγορούμενου
  5. Αντεξεταζόμενη, κατέθεσε τα τεκμήρια 11 και 12, αναφέρθηκε στα καθήκοντα που είχε στην πιο πάνω υπηρεσία και γενικά ανέφερε όσα γνώριζε αναφορικά με την παρούσα υπόθεση και γενικά για το καθεστώς του κατηγορουμένου
  6. Ως Μ.Κ. 4 κατέθεσε ο αστ. 4507 κ. Πολύβιος Πολυβίου, ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 13, στην οποία κάνει αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες μετέβηκε στο ΤΟΜ και παρέλαβε από εκεί τα σχετικά έγγραφα και συνόδευσε τον κατηγορούμενο 1 στον αστυνομικό σταθμό για διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης και παρέδωσε τα σχετικά έγγραφα σε άλλην συνάδελφο του και στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 1, ως επίσης και το τεκμήριο 2, λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν συνεργάσιμος. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ως Μ.Κ. 5 κατέθεσε η Γ/Αστ. 3615 κα Λουίζα Γιαννοπούλου η οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της, ήτοι το τεκμήριο 14, στην οποία κάνει αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες μεταφέρθηκε ο κατηγορούμενος 1, τον οποίο και αναγνώρισε, από την αρχή αδειών στην Λεμεσό για διερεύνηση υπόθεσης πλαστού εγγράφου και το πως πληροφορήθηκε το καθεστώς παραμονής του κατηγορουμένου 1, τις συνθήκες σύλληψης του κατηγορουμένου 1 και την απάντηση αυτού. Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στο πώς ενημερώθηκε για το καθεστώς παραμονής του κατηγορουμένου 1 και εξέφρασε άγνοια σε υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν νόμιμος στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ως Μ.Κ. 6 κατέθεσε η κα Κωνσταντίνα Κωνσταντίνου η οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της - τεκμήριο 15 - στην οποία η μάρτυρας αναφέρθηκε στα καθήκοντα της ως διοικητικού λειτουργού στην υπηρεσία ασύλου. Στην κατάθεση της αλλά και προφορικά, ως προς το τεκμήριο 2 αναγνώρισε την υπογραφή της και την σφραγίδα της υπηρεσίας της, πλην όμως δεν υπέγραψε το τεκμήριο 2 διότι δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες της και εξέφρασε την άποψη ότι η σφραγίδα και η υπογραφή που φαίνεται στο τεκμήριο 2 θα πρέπει να είναι αντίγραφο από άλλη επιστολή που υπέγραψε και σφράγισε. Επίσης αναγνώρισε το τεκμήριο 3 και την υπογραφή της επί αυτού του τεκμηρίου. Αντεξεταζόμενη και όταν της υποδείχθηκαν τα τεκμήρια 2 και 3, ανέφερε ότι με εξαίρεση το χρώμα, η σφραγίδα του τεκμηρίου 2 με αυτήν του τεκμηρίου 3 δεν διαφέρουν σε κάτι άλλο. Ως Μ.Κ. 7 κατέθεσε ο κ. Κωνσταντίνος Θεμιστοκλέους. Ανέφερε ότι εργάζεται στην υπηρεσία ασύλου, έχει στην κατοχή του τον φάκελο της οικογένειας του κατηγορουμένου 1 και κατέθεσε από αυτόν τα τεκμήρια 16, 17 και 18 όπου αφορούν την διαδικασία που ακολουθήθηκε και που αφορούσε αίτημα του πατέρα του κατηγορουμένου 1 για να αναγνωριστεί ως πολιτικός πρόσφυγας και που τελικά απορρίφθηκε το εν λόγω αίτημα με βάση τα εν λόγω τεκμήρια και την καταληκτική απόφαση από την αναθεωρητική αρχή προσφύγων - τεκμήριο
  7. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του και όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 2, ανέφερε ότι η Κωνσταντίνα Κωνσταντίνου δεν εργάζεται στην αναθεωρητική αρχή προσφύγων και ότι η υπηρεσία του δεν μπορεί να σφραγίσει επιστολές όπως αυτές του τεκμηρίου
  8. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε ότι δεν γνωρίζει εάν η απόφαση της αναθεωρητικής αρχής προσφύγων - τεκμήριο 18 - έχει παραληφθεί από τον κατηγορούμενο 1 ή τον πατέρα του, αναφεφέροντας ταυτόχρονα ότι η ενημέρωση του φτάνει μέχρι του χρονικού σημείου της απόφασης - τεκμήριο
  9. Ως Μ.Κ. 8 κατέθεσε η κα Κρίστια Σταύρου. Ανέφερε η μάρτυρας ότι εργάζεται στο τμήμα αρχείου πληθυσμού και μετανάστευσης με απόσπαση στην ΥΑΜ Λεμεσού και κατέθεσε τα τεκμήρια 19 και 20 τα οποία αφορούν το καθεστώς παραμονής του κατηγορούμενου 1 στην Κυπριακή Δημοκρατία. Με βάση την προτελευταία αίτηση και έκδοση άδειας παραμονής που έληγε στις 14/4/2011 και με την τελευταία αίτηση ημερομηνίας 4/1/2013 εκδόθηκε άδεια παραμονής με ημερομηνίας λήξης 8/7/
  10. Ερωτηθείσα η μάρτυρας και όταν της υποδείχθηκαν τα τεκμήρια 19 και 20 κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 κατά την επίδικη περίοδο που αφορά την έκτη κατηγορία, ήτοι για την περίοδο από 17/4/2011 μέχρι τις 18/10/2012, ήταν νόμιμος ή όχι στην Κυπριακή Δημοκρατία, ανέφερε ότι από τις 17/4/2011 που έχει λήξει η άδεια παραμονής του μέχρι τις 4/1/2013 που έχει αποταθεί για ανανέωση, δεν υπάρχει καμία αίτηση για διευθέτηση της άδειας παραμονής. Αντεξεταζόμενη, συμφώνησε ότι ο κατηγορούμενος 1 γεννήθηκε στις 2/1/1994 και ότι στις 16/4/2011 που έληγε η άδεια παραμονής του σύμφωνα με το τεκμήριο 19 ήταν ανήλικος και σε αυτές τις περιπτώσεις την αίτηση για ανανέωση την υποβάλλει ο αρχηγός της οικογένειας που είναι ο πατέρας. Ερωτηθείσα εάν έχει γνώση εάν εκκρεμούσαν οποιεσδήποτε αιτήσεις στην αναθεωρητική αρχή προσφύγων ή στο Ανώτατο Δικαστήριο αναφορικά με αίτημα να λάβει πολιτικό άσυλο ως πολιτικός πρόσφυγας ο κατηγορούμενος 1 ή η οικογένεια του, απάντησε ότι εάν εκκρεμούσε στην υπηρεσία ασύλου θα ήταν στις ενδείξεις και εάν είχε κάνει έφεση στην αναθεωρητική αρχή δεν θα φαινόταν ούτε στα τεκμήρια που κατέθεσε, ούτε και στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ως Μ.Κ. 9 κατέθεσε ο αστ. 1763 κ. Αντώνης Θεοδωρίδης ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 21, στην οποία αναφέρεται στην έρευνα που διενήργησε κατ΄ όπιν κλήσης από την Μ.Κ. 5 στις 12/10/12 αναφορικά με το καθεστώς παραμονής του κατηγορουμένου 1 και η έρευνα του μέσω Η/Υ έδειξε ότι ο κατηγορούμενος 1 βρίσκεται παράνομα στην Κύπρο διότι έληξε η άδεια παραμονής του στις 16/4/
  11. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε ότι δεν έγιναν άλλες ενέργειες εκ μέρους του και εξέφρασε άγνοια για το πως εισάγονται τα στοιχεία στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Αντεξεταζόμενος, ουσιαστικά επανέλαβε τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του και στην κυρίως εξέταση του αναφορικά με τις ενέργειες που έχει προβεί και εξέφρασε άγνοια σε υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν ανήλικος στις 16/4/
  12. Ως Μ.Κ. 10 κατέθεσε η Υπαστυνόμος κα Κρίστυ Χριστοφίδου η οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, την έκθεση που έχει ετοιμάσει, ήτοι το τεκμήριο 6 και αναγνώρισε επίσης τα τεκμήρια 2 και 3 ως τα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στην έκθεση της. Ανέλυσε την έκθεση της, δίνοντας συγκεκριμένες θέσεις και επεξηγήσεις αναφορικά με τα ευρήματα και συμπεράσματα της και τον τρόπο όπου έγινε η εξέταση των σχετικών εγγράφων και πιο συγκεκριμένα εξέφρασε την απόλυτη γνώμη ότι το τεκμήριο 2 αποτελεί εκτύπωση τύπου laser. Στο αποτέλεσμα της εξέτασης της, ήτοι στο τεκμήριο 6, αναφέρει ότι το τεκμήριο 2 δεν είναι πρωτότυπο, διότι αποτελεί έγχρωμη αναπαραγωγή τύπου laser, το αμφισβητούμενο αποτύπωμα σφραγίδας δεν είναι πρωτότυπο (μελάνι) διότι και αυτό αποτελεί έγχρωμη αναπαραγωγή τύπου laser και ως εκ του πιο πάνω, καθίσταται εκ των πραγμάτων αδύνατη η εξέταση/ σύγκριση και κατ΄ επέκταση η εκφορά γνώμης αναφορικά με την σφραγίδα από την οποία προέρχεται. Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στις εμπειρίες, προσόντα και εκπαίδευσης που έτυχε τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί και ανέφερε γενικά ότι κάθε άτομο εξαρτάται από τις γνώσεις που έχει για να αναγνωρίσει τα πρωτότυπα ή τα εκτυπωμένα έγγραφα. Αναφέρθηκε επίσης στην μέθοδο που ακολουθείται και συγκεκριμένα τι αποτελούσε η εξέταση που έχει προβεί και πιο συγκεκριμένα κατά πόσο η σφραγίδα και η υπογραφή επί του τεκμηρίου 2 ήταν πρωτότυπο, δηλαδή μελάνι, ή κάποιας μορφής εκτύπωση και δεν λήφθηκαν δείγματα γραφής. Όταν της τέθηκε ως ερώτηση το συμπέρασμα της που αναγράφεται επί της έκθεσης της, ότι δηλαδή δεν μπορεί να αποφανθεί για την γνησιότητα των εγγράφων επειδή πρόκειται για αναπαραγωγή laser, ανέφερε ότι είναι άκρως αντιεπαγγελματικό να απαντήσει ολοκληρωμένα όταν ένα αποτύπωμα δεν είναι πρωτότυπο και είναι αναπαραγωγή να εκφέρει οποιαδήποτε γνώμη κατά πόσο προέρχεται από συγκεκριμένη σφραγίδα ή όχι και να προβαίνει σε οποιαδήποτε σύγκριση ή γνώμη, καθ΄ ότι υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος είτε μεταφοράς από ένα έγγραφο σε άλλο, είτε ο κίνδυνος αλλοίωσης των μικρολεπτομερειών και χαρακτηριστικών, αλλά εξέφρασε την βεβαιότητα ότι το συγκεκριμένο αποτύπωμα δεν προέρχεται από σφραγίδα, δεν είναι από πρωτότυπη σφραγίδα, δεν είναι μελάνι, αλλά είναι αποτέλεσμα αναπαραγωγής. Ο κατηγορούμενος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 4, στην οποία αναφέρεται στο καθεστώς παραμονής του ιδίου και της οικογένειας του, τον λόγο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε τον κατηγορούμενο 2 και τι έχει λεχθεί μεταξύ τους αναφορικά με την έκδοση άδειας οδηγού που ήθελε να εκδώσει ο κατηγορούμενος
  13. Στην συνέχει της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε την μαθητική άδεια που είχε, ήτοι το τεκμήριο 22, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνάντησε τον κατηγορούμενο 2 και τι έχει λεχθεί μεταξύ τους αναφορικά με τα έγγραφα που απαιτούνταν για να εκδοθεί η άδεια οδηγού και δεν έχει αναγνωρίσει το τεκμήριο 2 και δεν έχει ελέγξει τα έγγραφα όταν τα πήρε, όμως το τεκμήριο 2 συμπεριλαμβανόταν στα έγγραφα που έδωσε στον Μ.Κ.
  14. Επίσης ανέφερε ότι δεν του έχει λεχθεί κατά την διαδικασία έκδοσης της μαθητικής και της κανονικής άδειας οδηγού ότι είχε πρόβλημα με την άδεια παραμονής του. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στο πως γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, στο καθεστώς παραμονής του στην Κύπρο και την πηγή της γνώσης του επί αυτού και πιο συγκεκριμένα από τον πατέρα του, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε το τεκμήριο 22 χωρίς να είναι απόλυτα σίγουρος για την ημερομηνία έκδοσης του, ως επίσης και ο λόγος που συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 2 και που αφορούσε την έκδοση κανονικής άδειας οδηγού και τι έχει λεχθεί μεταξύ τους. Έδωσε την δική του εξήγηση για την αναφορά που έκανε στην κατάθεση του περί μη δικαιώματος του να εκδώσει άδεια και την απέδωσε στην άγνοια που είχε ως προς την διαδικασία που απαιτείται για να εκδοθεί η κανονική άδεια οδηγού και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι γνώριζε ότι είχε πρόβλημα με την παραμονή του, απάντησε ότι εάν το γνώριζε δεν θα πήγαινε να αποκτήσει άδεια οδηγού και εξέφρασε την άγνοια του ότι το έγγραφο ήταν πλαστό, αναφέροντας ότι πρέπει το τεκμήριο 2 να ήταν εντός του φακέλου που πήρε από τον κατηγορούμενο 2 αλλά δεν το έχει δει αλλά ήταν αυτό που έδωσε στον Μ.Κ. 2 και για το οποίο συνελήφθηκε από την αστυνομία. Περιέγραψε την διαδικασία που ακολουθήθηκε πριν, αλλά και κατά την ημέρα όπου πήγε στο ΤΟΜ για να εκδοθεί η άδεια οδηγού και ποιους συνάντησε εκεί. Επίσης έκανε αναφορά στο τι γνώριζε για την έκδοση άδειας οδηγού της Μ.Υ. 1 που είναι η αδερφή του, έδωσε την δική του θέση αναφορικά με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 11 και του τεκμηρίου 12 και γενικά επανέλαβε τις θέσεις του σε υποβληθείσες θέσεις που αφορούσαν τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του κατηγορουμένου 2 , ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν του ανέφερε ότι θα προέβαινε σε πλαστογράφηση για να εκδοθεί άδεια οδηγού και ότι εάν του έλεγε τέτοιο πράγμα δεν θα το έκανε ο κατηγορούμενος
  15. Ως Μ.Υ. 1 του κατηγορουμένου 1, κατέθεσε η αδελφή του κα Ρόζα Άχμετ. Η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι όταν είχε εκδοθεί η άδεια οδήγησης της, ήτοι το τεκμήριο 23, δεν της έχει λεχθεί οτιδήποτε πρόβλημα ως προς την άδεια παραμονής της, τονίζοντας ότι για αυτό το θέμα επιλαμβανόταν ο πατέρας της. Αντεξεταζόμενη, περιέγραψε τις σχέσεις που έχει με τον αδελφό της, ανέφερε ότι έχει αποκτήσει και μαθητική άδεια οδήγησης η ίδια, περιέγραψε την διαδικασία που ακολουθήθηκε για να αποκτήσει κανονική άδεια οδήγησης, τα όσα γνώριζε αναφορικά με το καθεστώς παραμονής της ιδίας, αλλά και της οικογένειας της και που η πηγή της γνώσης της προερχόταν από τον πατέρα της και όταν της υποδείχθηκε το τεκμήριο 2, δεν το έχει αναγνωρίσει, λέγοντας ότι δεν έχει προσκομίσει παρόμοιο έγγραφο η ίδια όταν είχε εκδοθεί η άδεια οδήγησης της. Επίσης ανέφερε στην έκταση που μπορούσε ότι είχε σχέση με την μαθητική άδεια που απέκτησε ο κατηγορούμενος 1 και εξέφρασε άγνοια για την πρόθεση του κατηγορουμένου 1 να αποκτήσει κανονική άδεια οδήγησης, απαντώντας σε σχετική υποβληθείσα θέση περί γνώσης της επί αυτού του θέματος που περιελάμβανε και την θέση ότι γνώριζε ότι θα ελάμβανε ο αδελφός της από τον κατηγορούμενο 2 το τεκμήριο 2 για να αποκτήσει άδεια οδηγού. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Όσον αφορά την επιλογή του κατηγορουμένου 2 να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αυτό αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση η επιλογή του αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία τους, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση ενός κατηγορούμενου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). To Δικαστήριο έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που διέπουν την αποδεικτική βαρύτητα της ανώμοτης δήλωσης, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης που απλά περιοριζόταν στην αναφορά ότι είναι αθώος και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αποτελεί ούτως ή αλλιώς υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία έκαστης κατηγορίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δύναται να αποδώσει στην εν λόγω ανώμοτη δήλωση οιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα. Αναφορικά με την μαρτυρία του Μ.Κ. 1, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις: Τα όσα ενέφερε ο μάρτυρας αναφορικά με το νομικό καθεστώς του κατηγορουμένου 1, αυτά προήλθαν από άλλο πρόσωπο και συνεπώς το Δικαστήριο θα προσδώσει την δέουσα βαρύτητα μετά από σχετική αξιολόγηση, του μάρτυρα ο οποίος είναι αρμόδιος για να δώσει μαρτυρία αναφορικά με αυτό το θέμα, ως θα αναφερθεί πιο κάτω και συνεπώς το Δικαστήριο επί αυτού του θέματος δεν δύναται να στηριχθεί στην γνώμη του εν λόγω μάρτυρα για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα για αυτό το θέμα και δεν δεσμεύεται από την γνώμη του μάρτυρα αυτού για το θέμα του καθεστώτος του κατηγορουμένου
  1. Αναφορικά με την αποδεικτική βαρύτητα του τεκμηρίου 7 που ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε, ήτοι η κατάθεση της κας Χριστίνας Καουλλά, αυτή δεν δύναται να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι το εν λόγω πρόσωπο δεν παρήλασε από το εδώλιο του μάρτυρα και να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της και συνεπώς ότι έχει αναφερθεί επί αυτού του τεκμηρίου δεν δύναται να ληφθεί υπόψη. Επίσης τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας αναφορικά με την πλαστότητα ή όχι του τεκμηρίου 2 και γενικά η άποψη και γνώμη του επί αυτού του θέματος, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν παρέχεται ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί στα λεγόμενα του μάρτυρα, διότι για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αναλυτικά πιο κάτω, βαρύνουσα σημασία, αλλά και ασφαλές μαρτυρικό υπόβαθρο για αυτό το θέμα, αποτελεί το τεκμήριο 6 και η μάρτυρας που το έχει συντάξει και που είναι πιο καταρτισμένη ως εμπειρογνώμονας και θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω κατά το στάδιο της αξιολόγησης της σχετικής μαρτυρίας. Κατά τα λοιπά, ως προς τα καθήκοντα του εν λόγω μάρτυρος ως ανακριτού, το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο και ως προς τις ενέργειες του στην λήψη του ανακριτικού υλικού και δεν έχει εντοπιστεί οτιδήποτε το παράτυπο. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 2, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις: Η γνώμη και γενικά τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας αναφορικά με την γνησιότητα του τεκμηρίου 2, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δεσμεύεται από τις απόψεις του εν λόγω μάρτυρα, όση εμπειρία και να κατέχει, διότι ως έχει αναφερθεί ήδη πιο πάνω, δεν παρέχεται ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί στα λεγόμενα του μάρτυρα, διότι για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αναλυτικά πιο κάτω, βαρύνουσα σημασία αλλά και ασφαλές μαρτυρικό υπόβαθρο για αυτό το θέμα, αποτελεί το τεκμήριο 6 και η μάρτυρας που το έχει συντάξει και που είναι πιο καταρτισμένη ως εμπειρογνώμονας και θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω κατά το στάδιο της αξιολόγησης της σχετικής μαρτυρίας. Επιχειρήθηκε κατά την αντεξέταση του μάρτυρα να κλονιστεί η αξιοπιστία του, λόγω της μη επαρκούς μνήμης του ως προς το με ποιο πρόσωπο έχει επικοινωνήσει και ενημερώθηκε για το πρόβλημα που ανέκυψε, ως επίσης και για το εάν απέστειλε με τηλεομοιότυπο ή αν πληροφορήθηκε τηλεφωνικώς για το θέμα που ανέκυψε με το τεκμήριο 2, πλην όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτά είναι θέματα επουσιώδη, διότι δεν έχουν ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα, εν΄ όψει των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων, ως αυτά έχουν εκτεθεί πιο πάνω. Αναφορικά με την μαρτυρία της Μ.Κ. 3, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις: Οι αναφορές της μάρτυρος αναφορικά με το καθεστώς παραμονής του κατηγορουμένου 1, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν παρέχουν ασφαλές υπόβαθρο για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα λόγω της υπηρεσίας όπου εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο η εν λόγω μάρτυρας. Τέτοιο ασφαλές υπόβαθρο παρέχεται από την αρμόδια υπάλληλο της ΥΑΜ, ήτοι της Μ.Κ. 8 για την οποία θα γίνει σχετική αξιολόγηση πιο κάτω. Επίσης, οι αναφορές, γνώμες και απόψεις της μάρτυρος αναφορικά με την γνησιότητα του τεκμηρίου 2, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει τα όσα έχουν λεχθεί πιο πάνω, ήτοι δεν παρέχεται ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί στα λεγόμενα του μάρτυρα, διότι για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αναλυτικά πιο κάτω, βαρύνουσα σημασία αλλά και ασφαλές μαρτυρικό υπόβαθρο για αυτό το θέμα, αποτελεί το τεκμήριο 6 και η μάρτυρας που το έχει συντάξει και που είναι πιο καταρτισμένη ως εμπειρογνώμονας και θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω κατά το στάδιο της αξιολόγησης της σχετικής μαρτυρίας. Βεβαίως, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η θέση της κατηγορούσας αρχής είναι ότι το τεκμήριο είναι πλαστό διότι αποτελεί αναπαραγωγή τύπου laser και ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και στον ορθό τύπο τέτοιου εγγράφου, ήτοι ότι θα έπρεπε να συνάδει με το τεκμήριο 10, θέση η οποία θα αξιολογηθεί εκτενώς κατά την αξιολόγηση του τεκμηρίου 6 σε συνδυασμό με την μάρτυρα που το έχει συντάξει και σε συνδυασμό με τα συστατικά στοιχεία των επιδίκων αδικημάτων ως αυτά έχουν εκτεθεί αναλυτικά πιο πάνω. Η αναφορά της μάρτυρος με διασύνδεση του τεκμηρίου 2 ότι δεν υπήρχε συνάδελφος της με το όνομα Κωνσταντίνα Κωνσταντίνου, είναι κενή περιεχομένου, διότι παρήλασε από το εδώλιο του μάρτυρα η Μ.Κ. 6 και που έχει δώσει την δική της εκδοχή επί του τεκμηρίου 2, θέση η οποία θα αξιολογηθεί κατωτέρω. Αναφορικά με την μαρτυρία του Μ.Κ. 4, αυτή είναι αποδεκτή από το Δικαστήριο, διότι η μαρτυρία του δεν έχει αμφισβητηθεί εν΄ όψει της μη αντεξέτασης του. Αναφορικά με την μαρτυρία της Μ.Κ. 5, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο ως προς τις έρευνες που έχει προβεί για να πληροφορηθεί το καθεστώς παραμονής του κατηγορούμενου 1, πλην όμως η όλη της γνώση επί του θέματος πηγάζει από πληροφορίες άλλου προσώπου και όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, ασφαλές υπόβαθρο παρέχεται από την αρμόδια υπάλληλο της ΥΑΜ, ήτοι της Μ.Κ. 8 για την οποία θα γίνει σχετική αξιολόγηση πιο κάτω, για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα ως προς το καθεστώς παραμονής του κατηγορουμένου
  2. Αναφορικά με την μαρτυρία της Μ.Κ. 6, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις: Όταν της υποδείχθηκε το τεκμήριο 2, ανέφερε ότι διαφέρει μόνο το χρώμα της σφραγίδας που βρίσκεται σε αυτό. Ως προς το όνομα της που βρίσκεται επί του τεκμηρίου 2, υπέθεσε και το απέδωσε στο γεγονός ότι θα προέρχεται από άλλη επιστολή την οποία η ίδια σφράγισε και υπέγραψε στο παρελθόν. Αυτή η αναφορά της μάρτυρος όμως, δημιουργεί αναπάντητα και ανυπέρβλητα ερωτηματικά και αφήνοντας κενά στο όλο οικοδόμημα που επιχειρήθηκε να ανεγερθεί από την κατηγορούσα αρχή, έχοντας υπόψη τις λεπτομέρειες των επίδικων αδικημάτων και τα συστατικά στοιχεία αυτών ως έχουν εκτεθεί αναλυτικά πιο πάνω. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει κενό μαρτυρίας από πλευράς κατηγορούσας αρχής που να αποδεικνύει ότι η ισχυριζόμενη πλαστογραφία έγινε με τον συγκεκριμένο τρόπο που περιέγραψε η Μ.Κ. 6, που είναι και το πρόσωπο που αναγράφεται επί του τεκμηρίου 2, σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο. Η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος 1 παρέλαβε το τεκμήριο 2 από τον κατηγορούμενο 2, δεν αποδεικνύει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και πιο συγκεκριμένα ότι οι κατηγορούμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο συνωμότησαν, με την έννοια που έχει αναλυθεί πιο πάνω, να διαπράξουν και τελικά να διέπραξαν κατά τον ουσιώδη χρόνο από κοινού τα αδικήματα ως αυτά τους αποδίδονται με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ως επίσης το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει τέτοιου είδους άμεση ή περιστατική μαρτυρία που να καταδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν για την γνησιότητα ή όχι του τεκμηρίου
  3. Αναφορικά με την μαρτυρία του Μ.Κ. 7, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις: Ο εν λόγω μάρτυρας κλητεύθηκε για να δώσει μαρτυρία αναφορικά με το καθεστώς του κατηγορουμένου
  4. Τα τεκμήρια που έχει καταθέσει ο εν λόγω μάρτυρας, διαφαίνεται ότι αυτά απευθύνονταν όχι προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου 1 απευθείας, αλλά απευθύνονταν στο πρόσωπο του πατέρα του κατηγορουμένου 1 και ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να πει με βεβαιότητα και ούτε τέτοια μαρτυρία υπάρχει που να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 1 έλαβε γνώση αυτών και συνακόλουθα η έκτη κατηγορία που αφορά τον κατηγορούμενο 1 δεν αποδεικνύεται λόγω ακριβώς αυτής της μη γνώσης από τον κατηγορούμενο 1 του περιεχομένου αυτών των εγγράφων και κατ΄ επέκταση της δυνατότητας να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο και γενικά να γνωρίζει για το παράνομο της παραμονής του. Βεβαίως αναφορικά με την γνώση του κατηγορουμένου 1, θα γίνει περαιτέρω αναφορά κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.
  5. Αναφορικά με την αναφορά του μάρτυρα ότι η υπηρεσία όπου εργάζεται δεν σφραγίζει επιστολές όπως αυτήν του τεκμηρίου 2 και ότι η Μ.Κ. 6 δεν εργαζόταν στην εν λόγω υπηρεσία, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει τα όσα έχει αναφέρει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.
  6. Αναφορικά με την μαρτυρία της Μ.Κ. 8, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις: Η εν λόγω μάρτυρας είναι το πρόσωπο όπου εργάζεται στην αρμόδια υπηρεσία και κλητεύθηκε για να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με το καθεστώς παραμονής του κατηγορουμένου 1 και που αποτελεί αντικείμενο της έκτης κατηγορίας. Μέσα από την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος, έχει διαφανεί και αποδειχθεί ότι από την στιγμή που ο κατηγορούμενος 1 γεννήθηκε στις 2/1/1994, κατά την έναρξη του ουσιώδη χρόνου όπως αυτή αναγράφεται στην έκτη κατηγορία, ο κατηγορούμενος 1 ήταν ανήλικος και υπεύθυνος για τα θέματα της έκδοσης ή ανανέωσης της άδειας παραμονής του ιδίου, ήταν ο αρχηγός της οικογένειας του και στην συγκεκριμένη περίπτωση ο πατέρας του κατηγορουμένου 1 και συνακόλουθα δεν δύναται να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη στον κατηγορούμενο 1 επί αυτού του θέματος που άπτεται της έκτης κατηγορίας με αποτέλεσμα της απόρριψη της. Αναφορικά με την μαρτυρία του Μ.Κ. 9, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο αναφορικά με την έρευνα που έχει προβεί για να πληροφορηθεί το καθεστώς παραμονής του κατηγορουμένου 1, πλην όμως λόγω του ότι έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση της αρμοδίου υπαλλήλου, ήτοι της Μ.Κ. 8, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα η μαρτυρία του επί αυτού του θέματος. Καίριας και αποφασιστικής σημασίας, είναι η μαρτυρία της Μ.Κ. 10 η οποία έχει συντάξει και την σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ήτοι το τεκμήριο
  7. Τα προσόντα της εν λόγω μάρτυρος δεν έχουν αμφισβητηθεί, αλλά εν πάσει περιπτώσει το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ως προς τα προσόντα της και διαφώτισε το Δικαστήριο αναφορικά με τα ευρήματα και συμπεράσματα της ως προς το τεκμήριο 2 και που φαίνονται αυτά στην έκθεση της, ήτοι το τεκμήριο
  8. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω μάρτυρας εξέφρασε την απόλυτη γνώμη ότι το τεκμήριο 2 αποτελεί εκτύπωση τύπου laser και ότι δεν είναι πρωτότυπο. Όμως, η αναφορά της στο αποτέλεσμα της εξέτασης της, ήτοι στο τεκμήριο 6, ότι το τεκμήριο 2 δεν είναι πρωτότυπο, διότι αποτελεί έγχρωμη αναπαραγωγή τύπου laser, το αμφισβητούμενο αποτύπωμα σφραγίδας δεν είναι πρωτότυπο (μελάνι) διότι και αυτό αποτελεί έγχρωμη αναπαραγωγή τύπου laser και ως εκ του πιο πάνω, καθίσταται εκ των πραγμάτων αδύνατη η εξέταση/ σύγκριση και κατ΄ επέκταση η εκφορά γνώμης αναφορικά με την σφραγίδα από την οποία προέρχεται, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι όταν της τέθηκε ως ερώτηση το συμπέρασμα της που αναγράφεται επί της έκθεσης της, ότι δηλαδή δεν μπορεί να αποφανθεί για την γνησιότητα των εγγράφων επειδή πρόκειται για αναπαραγωγή laser, ανέφερε ότι είναι άκρως αντιεπαγγελματικό να απαντήσει ολοκληρωμένα όταν ένα αποτύπωμα δεν είναι πρωτότυπο και είναι αναπαραγωγή να εκφέρει οποιαδήποτε γνώμη κατά πόσο προέρχεται από συγκεκριμένη σφραγίδα ή όχι και να προβαίνει σε οποιαδήποτε σύγκριση ή γνώμη, καθ΄ ότι υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος είτε μεταφοράς από ένα έγγραφο σε άλλο, είτε ο κίνδυνος αλλοίωσης των μικρολεπτομερειών και χαρακτηριστικών και σε συνδυασμό με το ότι όπως έχει προκύψει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ. 6, ότι δηλαδή έχει προκύψει κενό μαρτυρίας από πλευράς κατηγορούσας αρχής που να αποδεικνύει ότι η ισχυριζόμενη πλαστογραφία έγινε με τον συγκεκριμένο τρόπο που περιέγραψε η Μ.Κ. 6, που είναι και το πρόσωπο που αναγράφεται επί του τεκμηρίου 2, σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο, δεν αφήνουν πολλα περιθώρια στο Δικαστήριο στο να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα τα οποία να στοιχειοθετούν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1 - 5 με αποτέλεσμα της απόρριψη τους. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση ουσιαστικά σφραγίζεται και η έκβαση της παρούσας υπόθεσης, ήτοι με την απόρριψη των κατηγοριών λόγω μη απόδειξης των αναγκαίων συστατικών στοιχείων των αδικημάτων, εν τούτοις το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου 1 και της Μ.Υ.1, ως είναι πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου να αξιολογήσει το σύνολο της τεθείσας ενώπιον του μαρτυρίας. Το Δικαστήριο έχει διακρίνει ότι ο κατηγορούμενος 1 τελούσε σε σύγχυση όταν έδιδε μαρτυρία, ενώ ταυτόχρονα ήταν διστακτικός και σκεπτικός όταν έδιδε τις απαντήσεις του. Ο κατηγορούμενος 1, δεν ήταν σχεδόν σε θέση να αναγνωρίσει την διαφορετικότητα μεταξύ του τεκμηρίου 2 και του τεκμηρίου 11 όταν υποβαλλόταν σε σχετικές ερωτήσεις επί αυτών των τεκμηρίων κατά το στάδιο της αντεξέτασης και αυτό διαφάνηκε μέσα από τις απαντήσεις που έδιδε, όπως π.χ. ανέφερε ότι είναι το τεκμήριο 11 που του έχουν υποδείξει στην αστυνομία, ενώ προφανώς του έχουν υποδείξει το τεκμήριο
  9. Επίσης η αναφορά του κατηγορουμένου 1 για δικηγόρο, όπως έχει τεθεί κατά την μαρτυρία του, τέθηκε για πρώτη φορά κατά την προφορική του μαρτυρία, καθ΄ ότι στην κατάθεση του δεν ανέφερε οτιδήποτε το σχετικό και συνακόλουθα η αναφορά του αυτή κρίνεται ως υστερόβουλη. Η εξήγηση που έδωσε ο κατηγορούμενος 1 αναφορικά με το τι εννοούσε στην κατάθεση του με το να λέει ότι δεν είχε δικαίωμα να αποκτήσει άδεια, ήτοι η εξήγηση ότι αυτό που εννοούσε είναι η άγνοια της διαδικασίας, δεν είναι καθόλου πειστική διότι έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα λεγόμενα στην κατάθεση του. Αναφορικά με τις εξηγήσεις που έχει δώσει αναφορικά με το τεκμήριο 2, ουδόλως πειστικές και διαφωτιστικές υπήρξαν. Δεν έπεισε το Δικαστήριο η αναφορά του κατηγορουμένου 1 ότι δεν έχει ελέγξει το τεκμήριο 2 όταν το παρέλαβε από τον κατηγορούμενο 2, διότι το λογικά αναμενόμενο θα ήταν να το ελέγξει από την στιγμή που το ανέμενε από τον κατηγορούμενο 2 και αφορούσε το πρόσωπο του. Από την μια δημιουργούνται εύλογες υποψίες εναντίον του κατηγορουμένου, λόγω ακριβώς της μη λογικής εκδοχής ότι δεν το έχει εξετάσει, δημιουργώντας δηλαδή εύλογες υποψίες αναφορικά με την γνώση του κατηγορουμένου 1 ως προς το περιεχομένου του τεκμηρίου 2, όμως από την μια οι εύλογες υποψίες και μόνο δεν είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε καταδίκη του κατηγορουμένου 1, σε συνδυασμό με το γεγονός και λαμβάνοντας υπόψη του το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν είχε ιδίαν γνώση αναφορικά με το καθεστώς παραμονής του στην Δημοκρατία και που είχε ως περιεχόμενο το τεκμήριο 2, διότι για αυτά τα θέματα υπεύθυνος ήταν ο πατέρας του. Ο κατηγορούμενος 1 γενικά όταν καλείτο να απαντήσει σε ερωτήσεις που αφορούσαν το τεκμήριο 2, ήταν διστακτικός και σκεπτικός, αρχικά δεν το έχει αναγνωρίσει όταν του έχει υποδειχθεί, ενώ σε κατοπινό στάδιο έδιδε συγκεχυμένες εκδοχές, ήτοι ανέφερε ότι πρέπει να είναι το έγγραφο που του παρέδωσε ο κατηγορούμενος 2 και δεν ήταν σε θέση να δώσει μια σταθερή γραμμή ως προς το πότε το έλαβε στην κατοχή του. Συνακόλουθα το Δικαστήριο κρίνει ότι η εκδοχή του κατηγορουμένου 1 δεν παρέχει στο Δικαστήριο ασφαλές υπόβαθρο για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα, διότι η όλη του αναφορά αναφορικά με το τεκμήριο 2 δεν έχει πείσει και ήταν εν πολλοίς ασαφής. Αναφορικά με την μαρτυρία της Μ.Υ. 1, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις: Η μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος επικεντρώθηκε στις διαδικασίες που η ίδια ακολούθησε για να εξασφαλίσει άδεια οδήγησης αλλά και στο τι εγνώριζε ως προς το καθεστώς παραμονής της ιδίας αλλά και της οικογένειας της στο έδαφος της Δημοκρατίας. Τα όσα ανέφερε η μάρτυρας αναφορικά με το θέμα της παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας, δεν είχε να προσθέσει οτιδήποτε διαφορετικό από την ήδη προσαχθείσα και αξιολογηθείσα μαρτυρία, διότι και αυτή η μάρτυρας ανέφερε ότι το θέμα αυτό το επιλαμβανόταν ο πατέρας της και η όλη πληροφόρηση της προερχόταν από αυτόν. Επίσης, τα όσα ανέφερε η μάρτυρας αναφορικά με την διαδικασία που ακολούθησε για να εξασφαλίσει άδεια παραμονής, δεν έχουν καμία απολύτως αποδεικτική βαρύτητα, διότι δεν έχουν να προσθέσουν το οτιδήποτε προς τα επίδικα γεγονότα και τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, ως αυτά έχουν εκτεθεί αναλυτικά πιο πάνω. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολογηθείσα μαρτυρία, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: Το τεκμήριο 2, δεν είναι πρωτότυπο, διότι αποτελεί έγχρωμη αναπαραγωγή τύπου laser, πλην όμως λόγω της πιο πάνω αξιολογηθείσας μαρτυρίας, δεν παρέχεται στο Δικαστήριο ασφαλές υπόβαθρο για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που να στοιχειοθετούν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1 έως 5 ως έχουν εκτεθεί πιο πάνω και να συνδέουν τους κατηγορουμένους 1 και 2 με τα εν λόγω αδικήματα. Ως προς το αδίκημα της έκτης κατηγορίας, διαφάνηκε ότι κατά την αρχή του ουσιώδη χρόνου της εν λόγω κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 1 ήταν ανήλικος και δεν είχε οποιαδήποτε γνώση αναφορικά με τις διαδικασίες που απαιτούνται για να εξασφαλιστεί και να παραταθεί η άδεια παραμονής του ιδίου και της οικογένειας του, διότι υπεύθυνος για το εν λόγω θέμα ήταν ο πατέρας του κατηγορουμένου 1 και δεν δύναται να καταλογιστεί οποιαδήποτε ευθύνη στον κατηγορούμενο 1 επί αυτού του θέματος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, οι κατηγορούμενοι αθωώνονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.