ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Γρηγόρης Φαντάρος κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 28940/12, 2/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 28940/12 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον Γρηγόρης Φαντάρος Βαλέριος Φαχιρίδης Κατηγορουμένων ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2/6/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κος Γιάννος Αργυρού Ο κατηγορούμενος 2 εμφανίζεται αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος 2 : παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος 2 (η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου 1 έχει διακοπεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας) αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 331, 333(α)(δ)(ι), 336 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι την 17ην Αυγούστου 2011 στον Αμίαντο της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή πλαστογραφία. Η δεύτερη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α)(δ)(ι), 336 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι την 17ην Αυγούστου 2011 στον Αμίαντο της Επαρχίας Λεμεσού, με σκοπό την καταδολίευση, πλαστογράφησαν την επιταγή της ALPHA BANK CYPRUS LTD με αρ. 19559513 η οποία εκδόθηκε στην εταιρεία GREENLIFE PETROLEUM (KARVOUNAS) μέσω της Μαρίας Πηλλακούρη από τον Αμίαντο, συμπληρώνοντας την πιο πάνω επιταγή για το ποσό των €250 αριθμητικώς και ολογράφως και υπογράφοντας την στην θέση του δικαιούχου με το όνομα του Κυριάκου Κελεσίδη, χωρίς την εξουσιοδότηση του. Η τρίτη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339,336 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι την 17ην Αυγούστου 2011 στον Αμίαντο της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει τους και δολίως, έθεσαν σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή την επιταγή που αναφέρεται στην δεύτερη κατηγορία. Η τέταρτη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της απόσπασης εμπορευμάτων και χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι την 17ην Αυγούστου 2011 στον Αμίαντο, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, απέσπασαν από την εταιρεία GREENLIFE PETROLEUM (KARVOUNAS) μέσω της Μαρίας Πηλλακούρη από τον Αμίαντο, πετρέλαιο αξίας €40 και το χρηματικό ποσό των €210, των ψευδών παραστάσεων συνισταμένων στην ουσία και στο αποτέλεσμα στο ότι οι κατηγορούμενοι έδωσαν στην πιο πάνω την επιταγή που αναφέρεται στην δεύτερη κατηγορία για το ποσό των €250 για πληρωμή της αξίας του πετρελαίου και πήραν ρέστα €210 ψευδώς προσποιηθέντες ότι η επιταγή ήταν καλή προς εξαργύρωση, ενώ εγνώριζαν ότι ήταν κλοπιμαία και πλαστογραφημένη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, σχετικό είναι το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο στοιχειοθετεί το αυτοτελές αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στην Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από την φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Σχετική επί του θέματος, είναι η υπόθεση Giani εναντίον Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 . Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από την στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα και δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από την συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο και η ύπαρξη της συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό της συνωμοσίας. Στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και συνεπώς ούτε συνωμοσία και το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους είναι πολύ λεπτή και δεν είναι δυνατό να καθοριστεί και συνεπώς το ζήτημα είναι πραγματικό. Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για την διάπραξη του αδικήματος. Αναφορικά με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, σχετικές είναι οι πιο κάτω νομοθετικές πρόνοιες: Το άρθρο 331 προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄ Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης΄΄. Το άρθρο 333(δ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄ Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος........ (δ) υπογράφει έγγραφο- (i) με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι΄΄ Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας λοιπόν είναι: 1. Ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου 2. Με σκοπό καταδολίευσης. Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό, κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης δίδεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄ Πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο, και το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προετίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου, ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτώταν με το πλαστό έγγραφο΄΄ Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold Archbold 35th ed. σελ. σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του. Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ακόμη και η πιθανότητα βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Τέλος στη Georghiou (ανωτέρω) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Αναφορικά με το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας, σχετικό είναι το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: << Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος>>. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: — Η ύπαρξη πλαστού εγγράφου που είναι σε γνώση του κατηγορουμένου. — Η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου από τον κατηγορούμενο με δόλιο τρόπο. Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό, έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω σχετική παραπομπή σε αυθεντίες και νομολογία, ως επίσης κατατοπιστικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice & Evidence 2003 p.357, Par. B6.2. <<Falsification, False Statements and False Instruments B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments. As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original)>>. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο, είναι η κυκλοφορία του εγγράφου αυτού από τον κατηγορούμενο. Ένα επιπλέον στοιχείο που απαιτείται για απόδειξη του αδικήματος, είναι ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό. Η γνώση μπορεί να είναι άμεση όταν πχ είναι παρών στην πλαστογράφηση του εγγράφου ή έμμεση όταν προκύπτει από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Ένα άλλο βασικό στοιχείο, είναι η ύπαρξη δόλου κατά την κυκλοφορία του εγγράφου. Το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα με το στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας του εγγράφου. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η κυκλοφορία ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη πρόθεση καταδολίευσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου, μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η "γνώση" και ο "δόλος" μπορούν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα, συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Σύμφωνα με τους Κανόνες του Αγγλικού Κοινοδικαίου στην Αγγλία πριν από το 1913 σε περιπτώσεις πλαστογραφίας χρησιμοποιόταν η φράση "με πρόθεση καταδολίευσης" (with intent to the fraud). Το 1913 ψηφίστηκε ο Νόμος The Forgery Act 1913 το άρθρο 1
(1)του οποίου προνοεί ότι: "A person is guilty of a forgery if he makes a false instrument, with the intention that he or another shall use it to induce somebody to accept it as genuine, and by reason of so accepting it to do or not to do some act to his own or any other person´s prejudice." Αργότερα τα Αγγλικά Δικαστήρια καθόρισαν την πλαστογραφία ως τη "δημιουργία ενός πλαστού εγγράφου ή αντικειμένου με σκοπό την καταδολίευση". (Βλ. υπόθεση R. v. Parkers and Brown
(1977)2 LEACH 775). Όπως έχει ερμηνεύσει το θέμα ο Δικαστής Denning στην υπόθεση Weltham v. D.P.P.
(1960)1 All E.R. 805 "Put shortly "with intent to defraud" means "with intent to practice a fraud" on someone or other. It need not be anyone in particular. Someone in general will suffice. If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough." Αναφορικά με το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας, σχετικά είναι τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» << Άρθρο 298:-
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων>>. Από το λεκτικο των άρθρων 297 και 298 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
- Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
- Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.
- Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
- Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με τα υπό αναφορά αδικήματα, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθούν αυτά πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold σελ. 775 ανωτέρω όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η κατηγορούσα αρχή κάλεσε συνολικά έξι μάρτυρες και κατέθεσε συνολικά δεκαέξι τεκμήρια, μερικά εκ των οποίων εκ συμφώνου και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως παραδεκτή μαρτυρία. Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο αστ. 2260 κ. Παναγιώτης Ζακχαίος ο οποίος στην κατάθεση του - τεκμήριο 1 - την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, αναφέρεται ότι ως ανακριτής της παρούσας υπόθεσης έλαβε μερικές καταθέσεις και συμπλήρωσε τον φάκελλο. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε τα τεκμήρια 2 έως 5, τα οποία εξετάστηκαν από το τμήμα γραφολογίας στην Λευκωσία τα οποία και περιέγραψε και που αφορούσαν τα δείγματα γραφής του Γεώργιου Γεωργίου και του κατηγορουμένου 1, ως επίσης αφορούσε και την επίδικη επιταγή. Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 2 και δεν ήταν εντελώς σίγουρος για το αποτέλεσμα των γραφολογικών εξετάσεων. Αντεξεταζόμενος και απαντώντας σε σχετικές υποβολές του κατηγορουμένου 2 ότι δεν εμπλέκεται στα επίδικα αδικήματα διότι δεν γνωρίζει να διαβάζει και να γράφει, ανέφερε ότι τα τεκμήρια που έχει καταθέσει αφορούν τον κατηγορούμενο 1 και όχι τον κατηγορούμενο 2, πλην όμως ο μάρτυρας ανέφερε ότι και οι δύο κατηγορούμενοι είχαν άλλες υποθέσεις σε άλλη επαρχία και εξέφρασε άγνοια στην υποβληθείσα θέση εάν ο πρώτος κατηγορούμενος έθεσε την υπογραφή του κατηγορούμενου 2 σε παγκύπρια κλίμακα. Ως Μ.Κ. 2, κατέθεσε ο αρχιαστυφύλακας 2129 κ. Κωνσταντίνος Γεωργούδης ο οποίος υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 6 - ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, στην οποία αναφέρει την εμπλοκή του στην παραλαβή, διακίνηση και παράδοση των τεκμηρίων που αναφέρει στην κατάθεση του και που έχει αναγνωρίσει στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ως τα τεκμήρια 2 έως 5, τονίζοντας ότι δεν είχε οποιανδήποτε άλλη εμπλοκή. Αντεξεταζόμενος, του υποβλήθηκε σχετική θέση από τον κατηγορούμενο 2 ότι δεν γνωρίζει να διαβάζει και να γράφει και ο μάρτυρας εξέφρασε έγνοια προς αυτήν την θέση, διότι δεν χειρίστηκε τον κατηγορούμενο
- Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε ο αστ. 1995 κ. Μιχαλάκης Πηλαβάκης ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του - τεκμήριο 7 - στην οποία κάνει αναφορά στις ενέργειες που έχει προβεί με την λήψη δειγμάτων γραφής, ως επίσης και στην παραλαβή, διακίνηση και παράδοση σχετικών τεκμηρίων και τα οποία στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τα τεκμήρια 2 έως
- Αντεξεταζόμενος, τοποθετήθηκε στο μέτρο που μπορούσε στις υποβληθείσες θέσεις που του τέθηκαν από τον κατηγορούμενο 2 και άπτονταν στην άρνηση οποιασδήποτε εμπλοκής του στα επίδικα αδικήματα, στην εμπλοκή του κατηγορούμενου 1 και στην προηγούμενη έκτιση ποινής από τον κατηγορούμενο
- Ως Μ.Κ. 4 κατέθεσε η κα Μαρία Πηλλακούρη η οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της - τεκμήριο 8 - και στην οποία αναφέρει τα καθήκοντα της σε πρατήριο, στις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθε στην κατοχή της η επίδικη επιταγή - τεκμήριο 4 - η οποία ήταν συμπληρωμένη από πριν για το ποσό των € 250 και με την οποία μετά την αγορά καυσίμων για το ποσό των €40, δόθησαν ρέστα για το ποσό των €
- Στην εν λόγω κατάθεση φαίνεται να ενημερώθηκε από την αστυνομία ότι συγκεκριμένο πρόσωπο κατείχε κλεμμένο βιβλιάριο επιταγών και εξέδιδε επιταγές. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης της και γενικά στην μαρτυρία της, αναγνώρισε το τεκμήριο 4 ως την επιταγή για την οποία αναφερόταν στην κατάθεση της, πλην όμως δεν αναγνώρισε τον κατηγορούμενο
- Ως Μ.Κ. 5 κατέθεσε ο αστ. 2789 κ. Νίκος Γεωργίου ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του - τεκμήριο 9 - στην οποία κάνει αναφορά στην παραλαβή, διακίνηση και παράδοση συγκεκριμένων τεκμηρίων για τα οποία έδωσε κάποιες θέσεις κατά την συνέχιση της κυρίως εξέτασης του, ήτοι η μη αναγνώριση των τεκμηρίων 2 και 3 και ότι το τεκμήριο 5 αφορά τον κατηγορούμενο 1, ως επίσης αναφέρθηκε στα τεκμήρια 10 και 11, τα οποία είναι η κατάθεση του κατηγορουμένου 2 στην μητρική του γλώσσα και η μετάφραση της στην ελληνική γλώσσα. Αντεξεταζόμενος, του υπολήθηκαν διάφορες θέσεις από τον κατηγορούμενο 2 που σχετίζονταν κυρίως με προηγούμενη καταδίκη και ο μάρτυρας ανέφερε όσα γνώριζε για την εν λόγω καταδίκη αλλά αγνοούσε την επιβληθείσα ποινή. Ως Μ.Κ. 6 κατέθεσε ο αστ. 481 κ. Μιχάλης Δαμιανού ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του - τεκμήριο 12 - και στην οποία αναφέρεται στα τεκμήρια 13 και 14 τα οποία κατέθεσε αφού προηγουμένως τα έχει αναγνωρίσει, ως επίσης και στο τι του ανέφερε ο κατηγορούμενος
- Αντεξεταζόμενος και αυτός ο μάρτυρας ανέφερε όσα γνώριζε σε υποβληθείσες από τον κατηγορούμενο 2 θέσεις που αφορούσαν προηγούμενη του καταδίκη και έκτιση ποινής. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως παραδεκτά γεγονότα τα τεκμήρια 15 και
- Το τεκμήριο 15 αφορά την έκθεση του Λοχ. Γεώργιου Χρυσάνθου και στην οποία δεν γίνεται κάποια αναφορά ως προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου 2 διότι δεν λήφθηκαν για σύγκριση δείγματα γραφής του κατηγορούμενου
- Το τεκμήριο 16 αφορά την κατάθεση του Α/Αστ. 4313 Ν. Ροδοσθένους και στην οποία κάνει αναφορά στις ενέργειες που έχει προβεί στα πλαίσια διερευνήσεων υποθέσεων διαρρήξεων και στην σύλληψη του κατηγορούμενου 1 και στην αναφορά του εν λόγω κατηγορουμένου προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου 2 εμπλέκοντας τον. Με την έγκριση των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο άκουσε και τις δύο πλευρές ως προς το κατά πόσο έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, ικανή ώστε να κληθεί αυτός σε απολογία. Αναφορικά με το ζήτημα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, η νομολογία επί του θέματος είναι πλούσια και πάγια και οι αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και εδραιωμένες. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου DI TRI HOLDINGS LTD - ν - Χαράλαμπου Ιακωβίδη, Ποινική Έφεση 121/2013 ημερ. 11/5/2015, αναφέρθησαν τα ακόλουθα: <<Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, 144 αναλύθηκε με πληρότητα ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση». Παραθέτουμε το σχετικό μέρος: «Όπως ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» γίνεται στην απόφαση της Ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250. Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v Police,
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Στην υπόθεση Azina (aνωτέρω), το δικαστήριο επεσήμανε ότι η προγενέστερη κυπριακή απόφαση Rex n. Mustafa Kara Mehmed, 16C.L.R. 46 συσχετίζεται με την ερμηνεία και εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων που ίσχυαν κατά το χρόνο της έκδοσής της, δηλαδή των Άρθρων 143 και 144 της περί των Κυπριακών Δικαστηρίων Διαταγής του 1927, η οποία δέσμευε το πρωτόδικο δικαστήριο να εξετάσει, μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορίας, κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ήταν επαρκής για να υποστηρίξει την καταδίκη. Οι διατάξεις του Άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155 εναρμονίζονται, όπως επεξηγείται, με τα αγγλικά θέσμια στον προσδιορισμό εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και για το λόγο αυτό τόσο η Πρακτική του 1962 όσο και η σχετική αγγλική νομολογία (Βλέπε μεταξύ άλλων: (α) Wiseman & Another v. Bomeman & Others
(1967)3 All E.R. 1045, (b) Cozens v. Brutus
(1972)2All E.R. 1, (c) Ellis v. Jones
(1973)2 All E.R. 893, (d) R. v. Galbraith
(1981)2 All E. R. 1061, (e) R. v. Barker (Note
(1975)65 Cr. App.R. 287) οριοθετούν το πλαίσιο διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.» Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτηση και καθοδήγηση από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, έχοντας κατά νου την τεθείσα ενώπιον του προφορική και γραπτή μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ως αυτά έχουν εκτεθεί ανωτέρω στην νομική πτυχή, τις λεπτομέρειες των αδικημάτων και προβαίνοντας αμιγώς σε αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας, κρίνει ότι δεν έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες, για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αναλυτικά πιο κάτω: Ως έχει διαφανεί μέσα από την μαρτυρία της κας Μαρίας Πηλλακούρη, ήτοι της Μ.Κ. 4 όπου είναι και το πρόσωπο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών 2 και 4, η εν λόγω μάρτυρας δεν αναγνώρισε καν το πρόσωπο του κατηγορούμενου 2 και συνεπώς, οι εν λόγω κατηγορίες με βάση την μη αναγνώριση του κατηγορουμένου 2 από την εν λόγω μάρτυρα, είναι θνησιγενείς και έκθετες προς απόρριψη, διότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει το συστατικό στοιχείο της ψευδής παράστασης από τον κατηγορούμενο 2 προς την Μ.Κ. 4 ως του καταλογίζεται στην τέταρτη κατηγορία. Το ίδιο ισχύει βεβαίως και με την δεύτερη κατηγορία με την επιπρόσθετη αναφορά ότι με βάση το τεκμήριο 15 το οποίο αποτελεί παραδεκτό γεγονός και που είχε ως επίκεντρο το τεκμήριο 4 το οποίο αποτελεί την επίδικη επιταγή και αντικείμενο όλων των κατηγοριών, ο κατηγορούμενος 2 δεν αναφέρεται καν το πρόσωπο του στην εν λόγω γραφολογική εξέταση και συνεπώς δεν συνδέεται καν ο κατηγορούμενος 2 με πλαστογραφία του τεκμηρίου 4 και συνακόλουθα συμπαρασύρεται και η πρώτη κατηγορία, ήτοι αυτής της συνωμοσίας. Η μαρτυρία που υπάρχει και που πηγάζει από την κατάθεση του κατηγορουμένου 2 και μέσα από το τεκμήριο 12, δεν δύναται να στοιχειοθετήσει αντικειμενικά την διάπραξη του αδικήματος της συνωμοσίας προς διάπραξη του αδικήματος της πλαστογραφίας. Ως προς την τρίτη κατηγορία, επειδή ο ουσιώδης χρόνος είναι ο ίδιος με όλες τις κατηγορίες και από την στιγμή που τοποθετείται χρονικά η ίδια ημερομηνία και η μαρτυρία που υπάρχει ως προς αυτήν την ημερομηνία είναι ουσιαστικά αυτής της Μ.Κ. 4 και ότι το τεκμήριο 4 κυκλοφόρησε εν τη εννοία του νόμου στο πρακτορείο όπου εργαζόταν και από την στιγμή που η Μ.Κ. 4 δεν αναγνώρισε καν το πρόσωπο του κατηγορουμένου 2, συνεπώς δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο 2 με την κυκλοφορία του τεκμηρίου 4, ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος στο πιο πάνω πρακτορείο. Το τεκμήριο 16 το οποίο εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός, δεν προσθέτει από μόνο του τίποτα, διότι γίνεται μνεία απλά ως προς τις έρευνες που έχει προβεί ο Α/Αστ. 4313 κ. Ν. Ροδοσθένους στα πλαίσια διερεύνησης υποθέσεων διαρρήξεων, ήτοι αδικημάτων διαφορετικών από τα επίδικα και που ο κατηγορούμενος 1 εμπλέκει τον κατηγορούμενο 2 στις εν λόγω διαρρήξεις και που από μόνη της αυτή η μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί αντικειμενικά τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων ως αυτά έχουν εκτεθεί αναλυτικά πιο πάνω. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να προσκομίσει μαρτυρία που να καλύπτει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ως αυτά έχουν εκτεθεί αναλυτικά πιο πάνω και ο κατηγορούμενος αθωώνεται από αυτό το στάδιο στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο