ΔΗΜOΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ν. DELKASA ESTATES LTD κ.α., Αρ. Υποθ.: 20358/13, 17/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 20358/13 Μεταξύ: ΔΗΜOΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Κατηγόρου εναντίον
- DELKASA ESTATES LTD
- ΛΙΑΣ ΚΑΡΥΟΠΟΥΛΗ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Κατηγορουμένων ----------------------------------------------------- Ημερομηνία: 17 Ιουνίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για την Κατηγορούμενη 2 : κ. Ε. Πουργουρίδης Κατηγορούμενη 2 : Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση η Κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για παρακοή δικαστικού διατάγματος κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(β) & (στ) και 20
(1)
(2)
(3)&
(5)του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ.96 ως έχει τροποποιηθεί με τους Νόμους 24/78 και 108/88. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, η κατηγορούμενη 2 από 19/09/2010 μέχρι και σήμερα εσκεμμένα, εκ προθέσεως και ή ηθελημένα παρέλειψε και εξακολουθεί να παραλείπει να υπακούσει στο διάταγμα του Δικαστηρίου που εξεδόθη στις 19/07/2010, στην παρουσία της κατηγορούμενης 2 προσωπικά και μόνης διοικητικής συμβούλου της κατηγορούμενης 1 στην ποινική υπόθεση 19686/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος κατεδάφισης για 2 μήνες, το οποίο διέταττε την κατεδάφιση συγκεκριμένων προσθηκομετατροπών στο υφιστάμενο ακίνητο εντός του τεμαχίου 960 Φ/Σχ.54/43 στον Δήμο Αγίου Αθανασίου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, η κατηγορούμενη 2 από 19/09/2010 μέχρι και σήμερα εσκεμμένα, εκ προθέσεως και ή ηθελημένα παρέλειψε και εξακολουθεί να παραλείπει να υπακούσει στο διάταγμα του Δικαστηρίου που εξεδόθη στις 19/07/2010, στην παρουσία της κατηγορούμενης 2 προσωπικά και μόνης διοικητικής συμβούλου της κατηγορούμενης 1 στην ποινική υπόθεση 19686/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος κατεδάφισης για 2 μήνες, το οποίο διέταττε την κατεδάφιση της οικοδομής ως αποθήκης τροφίμων, εκθεσιακού χώρου και γραφείων εντός των τεμαχίων 960 και 961 Φ/Σχ.54/43 στον Δήμο Αγίου Αθανασίου. Ας σημειωθεί εδώ προκειμένου να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης ότι η κατηγορούμενη 2 αθωώθηκε από την 3η κατηγορία που αντιμετώπιζε με βάση το κατηγορητήριο με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για το εκ πρώτης όψεως. Περαιτέρω αναφέρεται ότι τις ίδιες κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 2 αντιμετώπιζαν αρχικά και οι κατηγορούμενοι 1, οι οποίοι όμως έχουν απαλλαγεί των κατηγοριών σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας και πιο συγκεκριμένα στις 24/03/14 κατόπιν απόσυρσης της υπόθεσης εναντίον τους. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε ένας μάρτυρας και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορούμενης 2 εις τις κατηγορίες 1 & 2 πιο πάνω σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, η κατηγορούμενη 2 προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Έγιναν ακόμη παραδεκτά γεγονότα που εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και κατατέθηκαν συνολικά 23 τεκμήρια. Τα παραδεκτά γεγονότα ήταν τα εξής: α. Το αναφερόμενο τεμάχιο 239/1 στα διάφορα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι το ίδιο με το τεμάχιο 960 που αναφέρεται στο κατηγορητήριο. β. Το τεμάχιο 961 ανήκει στην εταιρεία Ακαπνίτης και ανήκε και στους ουσιώδεις χρόνους. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, με τον συνήγορο σημειώνεται της κατηγορούμενης 2 να προσθέτει και κάποια πράγματα προφορικά. Όλα όσα ανέφεραν δε οι συνήγοροι των δύο πλευρών έχουν τύχει πολύ προσεκτικής μελέτης από το Δικαστήριο, λαμβάνονται υπόψη αλλά δεν θεωρείται σκόπιμη η παράθεση τους. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων πιο κάτω αν και όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων και τα παραδεκτά γεγονότα έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που αυτό κριθεί αναγκαίο είτε για σκοπούς αξιολόγησης είτε κατά την εξέταση των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 2. Η μαρτυρία του ΜΚ1, Γεώργιου Γεωργίου, που ήταν ο μοναδικός μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή, γίνεται αποδεκτή. H μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα, ο οποίος ας σημειωθεί δεν αντεξετάστηκε επί της ουσίας των όσων ανέφερε και στον οποίο υπεβλήθη μια μόνον ερώτηση κατά την αντεξέταση του, δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε δυσκολία ως προς την αξιολόγηση της ούτε και η μαρτυρία του χρήζει οποιασδήποτε ιδιαίτερης ανάλυσης. Με σαφή και άμεσο τρόπο απάντησε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, η μαρτυρία του δε παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι εργάζεται ως τεχνικός στον Δήμο Αγίου Αθανασίου. Ήταν μάρτυρας στην ποινική υπόθεση 19686/08 και αναγνώρισε το διάταγμα τεκμ.3 που εκδόθηκε στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης. Τα πράγματα που γράφει το διάταγμα ότι έπρεπε να γίνουν, από επιτόπια εξέταση που έκανε και μάλιστα αμέσως πριν έρθει στο Δικαστήριο δεν έγιναν και τα πράγματα παραμένουν όπως πριν να γίνει το διάταγμα. Μάλιστα διαπίστωσε ότι στο παρόν στάδιο στο ισόγειο λειτουργεί γυμναστήριο κάτι που σημαίνει ακόμα μια παρανομία και πρέπει να γίνει αίτηση για αλλαγή χρήσης και μετατροπής του σε γυμναστήριο. Κατά την αντεξέταση του συμφώνησε ότι η κατηγορούμενη 2 στα πλαίσια της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης με αρ.19686/08 είχε διωχθεί ως διευθύντρια της εταιρείας Delkasa. Η κατηγορούμενη 2, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω προέβη σε ανώμοτη δήλωση (τεκμ.6). Ήταν δικαίωμα της να ενεργήσει όπως έπραξε και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος της, ούτε και πρέπει εκ τούτου να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Θεμιστοκλέους -v- Αστυνομία
(1981)2 C.L.R. 200, Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου -v- Αστυνομία
(1990)2 ΑΑΔ 250, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη η Κατηγορούμενη 2, σύμφωνα με τη νομολογία πιο πάνω, εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια του να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. Όπως έχει αναφερθεί η ανώμοτη δήλωση της κατηγορούμενης 2 είναι το τεκμήριο 6 ενώπιον του Δικαστηρίου. Μελετώντας την δε διαπιστώνεται ότι ουσιαστικά το μεγαλύτερο μέρος των όσων αναφέρονται έχουν επιβεβαιωθεί με την μαρτυρία που ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου και πιο συγκεκριμένα με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Δεν υπάρχει όμως μαρτυρία και σε κάθε περίπτωση δεν μπορώ να αποδεχτώ εκ της δήλωσης της τα ακόλουθα: (α) Στο βαθμό που με τις παραγράφους 15 και 16 της δήλωσης της αφήνει να νοηθεί ότι κακώς καταδικάστηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 19686/08(τεκμ.1) και κακώς εκδόθηκαν εναντίον της τα επίδικα διατάγματα (τεκμ.3) υπό την ιδιότητα της ως διευθύντρια της εταιρείας Delkasa, και όσα σχετικά αναφέρει σαφώς και απορρίπτονται. Η κατηγορούμενη 2 αναφέρεται χωρίς να χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε περισσότερο καταδικάστηκε με απόφαση του Ε.Δ.Λεμεσού (τεκμ.2), εκδόθηκαν εναντίον της προσωπικά τα σχετικά διατάγματα (τεκμ.3) και η απόφαση του Δικαστηρίου επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (τεκμ.4). (β) Απορρίπτεται επίσης η θέση της κατηγορούμενης 2 που περιέχεται στην παράγραφο 20 της δήλωσης της. Πιο συγκεκριμένα αναφέρεται ότι προφανώς και ο λόγος που ευρίσκεται στο Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης είναι επειδή δεν εκδόθηκαν οι σχετικές άδειες ούτε εντός της αναστολής των 2 μηνών που έδωσε το Δικαστήριο στα διατάγματα του, αλλά στο βαθμό που η ευθύνη για κατεδάφιση μετατίθεται από μέρους της αποκλειστικά στην Delkasa δεν είναι αποδεκτή και απορρίπτεται. Τα διατάγματα αφορούν και την ίδια προσωπικά (βλ.τεκμ.3) και αυτό είναι ξεκάθαρο. (γ) Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου καμία μαρτυρία και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση που περιέχεται στην παράγραφο 21 της δήλωσης της περί κατάρρευσης ολόκληρης της οικοδομής εφόσον κατεδαφιστούν οι προσθηκομετατροπές που δεν καλύπτονται από άδεια. (δ) Τέλος, δεν είναι αποδεκτά ούτε όσα αναφέρονται στην παράγραφο 22 της δήλωσης της. Αφενός δεν είναι επίδικο θέμα η αναφερόμενη παράλειψη της κατηγορούσας αρχής να ασκήσει την εξουσία ή το δικαίωμα εν πάση περιπτώσει που της παρέχει ο Νόμος και συγκεκριμένα το εδάφιο 4 του άρθρου 20 του Κεφ.96, ενώ περαιτέρω δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ελλείψει μαρτυρίας ότι οι προσθηκομετατροπές έγιναν με βάσει τη Νομοθεσία, όταν ακριβώς η παρούσα υπόθεση ξεκινά από την μη εξασφάλιση των απαιτούμενων με βάση τη Νομοθεσία αδειών για τις συγκεκριμένες προσθηκομετατροπές και που με βάση αυτό τεκμαίρονται παράνομες. Έχοντας κάνει την πιο πάνω αξιολόγηση αναφέρω ότι αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου τα εξής: (α) Στις 19/07/2010 εξεδόθη στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης με αρ.19686/2008 του Ε.Δ.Λεμεσού εναντίον της εταιρείας Delkasa Estates Ltd και της κατηγορούμενης 2 προστακτικό διάταγμα με το οποίο διατάσσονταν να κατεδαφίσουν συγκεκριμένες προσθηκομετατροπές και οικοδομές, εκτός αν εντός 2 μηνών από 19/07/10 εξασφαλιζόταν η σχετική άδεια και το σχετικό πιστοποιητικό τελικής έγκρισης αντίστοιχα (βλ. σημεία 1, 2 & 4 τεκμ.3). (β) Το διάταγμα πιο πάνω εξεδόθη στα πλαίσια του εδαφίου 3 του άρθρου 20 του Κεφ.96. (γ) Από της εκδόσεως του διατάγματος πιο πάνω και μέχρι σήμερα δεν έχουν εξασφαλιστεί ούτε η σχετική άδεια ούτε το σχετικό πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από την Αρμόδια Αρχή, δηλαδή την κατηγορούσα αρχή, ενώ περαιτέρω δεν υπήρξε καμία συμμόρφωση εν σχέση με το διάταγμα αφού τόσο οι προσθηκομετατροπές όσο και οι οικοδομές που αναφέρονται σε αυτό μέχρι και σήμερα δεν έχουν κατεδαφιστεί. Με αυτά υπόψη το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή κατάφερε, στο βαθμό που το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους της, να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 2. Το άρθρο 20
(5)του Κεφ.96, επί του οποίου ουσιαστικά εδράζονται τα αδικήματα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 2, προνοεί τα ακόλουθα: « Οποιοδήποτε πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(3)ή (3Α), το οποίο δεν υπακούει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τέτοιο διάταγμα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος ανεξάρτητα από το αν η αρμόδια αρχή προχώρησε στην εκτέλεση ή εκτέλεσε το διάταγμα αυτό, και υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατό πενήντα λίρες ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής. » Από το λεκτικό του άρθρου 20
(5)του Κεφ. 96 πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι τα εξής: (α) Η ύπαρξη διατάγματος το οποίο να έχει εκδοθεί δυνάμει των εδαφίων 3 ή 3Α του άρθρου 20 του Κεφ.96. (β) Η παρακοή ή η παράλειψη συμμόρφωσης με το εν λόγω διάταγμα του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Βέβαια θα πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι εν σχέση με την παρακοή ή την παράλειψη συμμόρφωσης δεν είναι αρκετό να αποδειχθεί απλά η παρακοή ή παράλειψη συμμόρφωσης, αλλά θα πρέπει περαιτέρω να αποδειχθεί και το ηθελημένο αυτής. Επί τούτου σχετικά είναι όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Δήμος Έγκωμης -v- Πέτρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 70 η οποία αξίζει να σημειωθεί αφορούσε αδικήματα ίδια με αυτά που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 2 στην προκειμένη περίπτωση. Τα Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την Έφεση που ασκήθηκε εναντίον της αθωωτικής απόφασης που εξέδωσε το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ως εξής: « Στο σύγγραμμα The Law of Contempt - Borrie & Lowe, (σελ. 322), διαπιστώνεται η ύπαρξη βαθμού αβεβαιότητας ως προς την αναγκαιότητα απόδειξης του ηθελημένου της πράξης. Υιοθετείται η άποψη ότι κάποιος βαθμός υπαιτιότητας (fault) είναι απαραίτητος για τη στοιχειοθέτηση παρακοής διατάγματος δικαστηρίου. Στην περίπτωση, όμως, προστακτικών διαταγμάτων, με τα οποία επιβάλλεται θετική ενέργεια από το άτομο προς το οποίο απευθύνονται, η αδυναμία εκτέλεσης τους, όπως επισημαίνεται, συνιστούσε ανέκαθεν υπεράσπιση, με την επιφύλαξη ότι το βάρος απόδειξης της αδυναμίας φέρει το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η διαταγή - (βλ. A.G. v. Walthamstow Urban District Council, 1895, VOL. XI 1894-95, TLR, 533. Lewis v. Pontypridd, Caerphilly, and Newport Railway Company, 1895, VOL. XI 1894-95, TLR, 203). Στην προκείμενη περίπτωση, η αδυναμία του εφεσίβλητου να συμμορφωθεί προς το διάταγμα διαπιστώνεται ως πραγματικό γεγονός. Πέραν τούτου, το στοιχείο του ηθελημένου της πράξης, με την έννοια της πρόκλησης εκείνου το οποίο απαγορεύει ο νόμος, δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση ποινικού αδικήματος, περιλαμβανομένων εκείνων τα οποία προσδιορίζει το Άρθρο 20
(5)του Κεφ. 96, να εξοβελισθεί. Σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίνουμε ότι το στοιχείο του ηθελημένου, τόσο της παρακοής όσο και της μη συμμόρφωσης προς εκείνο το οποίο επιβάλλει το διάταγμα, αποτελούσε συστατικό στοιχείο και των δύο αδικημάτων. Στην απουσία του, ορθά διαπιστώθηκε ότι ο εφεσίβλητος δε διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία κατηγορήθηκε. » Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, να αναφέρω τέλος ότι με βάση τη Νομολογία για να είναι δυνατή η τιμωρία του κατηγορούμενου, το σχετικό διάταγμα θα πρέπει να διατυπώνεται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, ώστε να μην εμφιλοχωρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ποιές πράξεις θα πρέπει να γίνουν ή απαγορεύονται ανάλογα και κάτω υπό ποια ιδιότητα (1. YUGOS FINANCE BV κ.α. v. HALEBAY HOLDINGS LIMITED, Πολ.Εφ.180/09 ημερ. 08/03/13, Φρύνη Σπύρου Λτδ v. Οδοντοτεχνικού Εργαστηρίου Γ.Α. Βαριάνος Λτδ κ.α.
(2007)2 Α.Α.Δ. 151). Στην προκειμένη περίπτωση αυτό που κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί είναι πως αναμφίβολα το γεγονός της έκδοσης και της ύπαρξης του διατάγματος τεκμ.3 και περαιτέρω της μη ύπαρξης υπακοής/συμμόρφωσης μέχρι σήμερα εν σχέση με αυτό αποτελούν στοιχεία που έχουν αποδειχθεί. Εν πάση περιπτώσει αυτά ήταν θεωρώ παραδεκτά από την Υπεράσπιση εξ' αρχής και αυτό διαφάνηκε εκ της παράλειψης αντεξέτασης του ΜΚ1 όταν κατέθεσε σχετικά. Βέβαια ακολούθως αυτό διαφάνηκε και μέσα από την ανώμοτη δήλωση της κατηγορούμενης 2 (τεκμ.6). Εξάλλου η θέση που συνάγεται από την δήλωση της κατηγορούμενης 2 είναι πως ακριβώς υπάρχει αδυναμία από μέρους της να συμμορφωθεί με το διάταγμα, θέση η οποία επιβεβαιώνεται σημειώνω και με την γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της (βλ. παραγράφους 12-14). Έρχομαι τώρα στο θέμα του κατά πόσο το διάταγμα (τεκμ.3) είναι σαφές ως προς τις ενέργειες που πρέπει να γίνουν και γενικότερα. Κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως αναφέρεται το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπάρχει ασάφεια εν σχέση με αυτό λέγοντας επιγραμματικά ότι το διάταγμα «ξεκάθαρα ορίζει ποιοι, πότε και τι ακριβώς πρέπει να κατεδαφίσουν». Και πράγματι μελετώντας το διάταγμα εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να υπάρχει οιαδήποτε ασάφεια. Στην όψη του είναι ένα καθ' όλα σαφές διάταγμα. Όσα δε είχαν αναφερθεί περί ασάφειας από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούμενης 2 κατά το εκ πρώτης όψεως ακριβώς κρίθηκαν με τα δεδομένα και στοιχεία που υπήρχαν στο Δικαστήριο τη δεδομένη στιγμή. Όμως έκτοτε ακολούθησε η ανώμοτη δήλωση της κατηγορούμενης 2, τα παραδεκτά γεγονότα που αναφέρθηκαν σε άλλο σημείο πιο πάνω και κατάθεση στο Δικαστήριο των τεκμηρίων 7-
- Με αυτά λοιπόν υπόψη και κατόπιν της αξιολόγησης της συνολικής μαρτυρίας που ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, έχω καταλήξει τελικά στο συμπέρασμα ότι στην πραγματικότητα επί της ουσίας το επίδικο διάταγμα είναι ασαφές και η εφαρμογή του ως έχει ανέφικτη. Αυτό διότι κατ' αρχήν η κατηγορούμενη 2 διατάσσεται να κατεδαφίσει προσθηκομετατροπές και οικοδομές που ευρίσκονται εκτός από το μέρος του ακινήτου που της ανήκει, και εντός ακινήτου που δεν της ανήκει (τεμ.961). Κατά ποιο τρόπο η κατηγορούμενη 2 μπορεί να εισέλθει εντός του ακινήτου που δεν της ανήκει και να προβεί σε κατεδαφίσεις, όταν μάλιστα η ιδιοκτήτρια του συγκεκριμένου ακινήτου (εταιρεία Ακαπνίτης) δεν έχει διαταχθεί να προβεί σε οιανδήποτε κατεδάφιση ούτε και είναι κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση; Δεν μπορεί βεβαίως να γίνει αυτό το πράγμα. Με δεδομένα συνεπώς όσα αναφέρονται πιο πάνω, η ασάφεια προκύπτει από το γεγονός ότι δεν υπάρχει οιοσδήποτε διαχωρισμός στο διάταγμα αναφορικά με το ποιες ακριβώς κατεδαφίσεις ζητείται να γίνουν από την κατηγορούμενη 2, οι οποίες να αφορούν οικοδομήματα που εμπίπτουν στη δική της περιουσία ή εν πάση περιπτώσει που η Delkasa, της οποίας ήταν διευθύντρια κατά τον χρόνο της έκδοσης του επίδικου διατάγματος και υπό αυτή της την ιδιότητα είχε κατηγορηθεί, ανήγειρε στην περιουσία της. Υπενθυμίζω εδώ ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για την ακριβή θέση των παρανομιών εν σχέση με το κυρίως οικοδόμημα ούτε και για την έκταση που αυτές καταλαμβάνουν εντός της περιουσίας της κατηγορούμενης
- Κατ' επέκταση καταλήγω ότι δεν προκύπτει με σαφήνεια τι ακριβώς είναι αυτό που ζητήθηκε από την κατηγορούμενη 2 να κατεδαφίσει και εν πάση περιπτώσει ως έχει το διάταγμα είναι ανέφικτο να εκτελεστεί. Ολοκληρώνοντας το θέμα αυτό θα ήθελα να σημειώσω το εξής. Ευθέως θέμα ασάφειας του διατάγματος στα πλαίσια της τελικής του αγόρευσης δεν ετέθη από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούμενης
- Σχετική εισήγηση από μέρους του είχε γίνει στο εκ πρώτης όψεως όπως ανέφερα πιο πάνω. Όμως η εισήγηση του συνηγόρου στα πλαίσια της τελικής του αγόρευσης, και βασική θέση σημειώνω της κατηγορούμενης 2, περί αδυναμίας συμμόρφωσης ένεκα μεταξύ άλλων και του ότι οι παρανομίες ευρίσκονται και σε «ιδιοκτησία τρίτων», σε συνάρτηση με το ίδιο το διάταγμα, θεωρώ πως «άνοιξε την πόρτα» για εξέταση και του θέματος αυτού. Ανεξάρτητα όμως από όσα αναφέρονται ανωτέρω, μέσα από τα οποία όπως γίνεται αντιληπτό κρίνεται και το αποτέλεσμα της υπόθεσης, θα προχωρήσω να εξετάσω και τα υπόλοιπα στοιχεία που παραμένουν σε περίπτωση που η κατάληξη του Δικαστηρίου ανωτέρω κριθεί λανθασμένη. Ως εκ των ανωτέρω θα εξετάσω στο σημείο αυτό κατά πόσο σε κάθε περίπτωση η παρακοή/παράλειψη συμμόρφωσης με το διάταγμα ήταν ηθελημένη. Αυτό βέβαια θα εξεταστεί σε συνάρτηση με την υπεράσπιση που προβάλλει η κατηγορούμενη 2 περί αδυναμίας εκτέλεσης από μέρους της των ενεργειών για κατεδάφιση τις οποίες προστάζει το επίδικο διάταγμα. Το βάρος απόδειξης της Υπεράσπισης αυτής με βάση την απόφαση Δήμος Έγκωμης ανωτέρω φέρει η κατηγορούμενη
- Σε ότι αφορά την Υπεράσπιση της αδυναμίας εκτέλεσης, σχετικά είναι επίσης όσα αναφέρθηκαν στην Έπαρχος Πάφου v. Χρύσως Κωνσταντίνου
(2009)2 Α.Α.Δ. 594, στην οποία σημειώνω έγινε αναφορά στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση Δήμος Έγκωμης, και λέχθηκαν τα εξής: « Για να θεμελιωθεί επομένως η υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος, απαιτείται η απόδειξη ηθελημένης παράλειψης προς συμμόρφωση ή διαφορετικά, απόδειξη πρόθεσης ανυπακοής, μη οφειλόμενη σε αδυναμία εκτέλεσης. Και εφόσον προβάλλεται ως υπεράσπιση η αδυναμία συμμόρφωσης/εκτέλεσης της διαταγής, η αδυναμία αυτή απαραιτήτως πρέπει να διαπιστώνεται ως πραγματικό γεγονός. » Έχοντας υπόψη μου τις αρχές πιο πάνω αλλά και την μαρτυρία και τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως δεν μπορεί να διαπιστωθεί με ασφάλεια η ύπαρξη ηθελημένης παρακοής. Έχουν προκύψει αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου εν σχέση με το θέμα αυτό. Και αυτό παρά σημειώνω την γνώση της κατηγορούμενης 2 σε ότι αφορά την ύπαρξη του διατάγματος και τις παρανομίες, την παράλειψη αντεξέτασης του ΜΚ1 και την μη προβολή είτε στον μάρτυρα είτε στην κατηγορούσα αρχή προηγουμένως οιασδήποτε δικαιολογίας για την παράλειψη συμμόρφωσης. Οι αμφιβολίες προκύπτουν σημειώνεται από τα εξής: - Η κατηγορούμενη 2 είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του 1/10 μεριδίου του ακινήτου με αρ. τεμαχίου 960 (πρώην 239/1). Οι προσθηκομετατροπές και οι οικοδομές δε που με βάση το επίδικο διάταγμα τεκμ.3 διατάσσεται ομού μαζί με την εταιρεία Delkasa να κατεδαφίσει, ευρίσκονται ακριβώς στο τεμάχιο 960, προφανώς στο δικό της μερίδιο, αλλά και στο όμορο τεμάχιο
- Το τεμάχιο 961 υπενθυμίζεται δεν ανήκει στην κατηγορούμενη 2 αλλά στην εταιρεία Ακαπνίτης. - Με αυτά υπόψη αφενός θα πρέπει να επισημανθεί ότι εναντίον της εταιρείας Ακαπνίτης, παρά το γεγονός ότι οι παρανομίες καταλαμβάνουν και το δικό της τεμάχιο, δεν έχει εκδοθεί σχετικό διάταγμα κατεδάφισης. Ο λόγος παραμένει άγνωστος στο Δικαστήριο. - Επίσης παρατηρώ ότι δεν υπάρχει μαρτυρία για την ακριβή θέση των παράνομων οικοδομών εντός των δύο τεμαχίων. Οι παράνομες προσθηκομετατροπές και οικοδομές που ζητείται να κατεδαφιστούν που ακριβώς ευρίσκονται εν σχέση με το κυρίως οικοδόμημα είναι επίσης στοιχείο άγνωστο. - Με αυτά υπόψη και με δεδομένο το διάταγμα που διατάσσει την κατεδάφιση από μέρους της κατηγορούμενης 2 των παρανομιών που ευρίσκονται στα δύο τεμάχια 960 & 961, το ερώτημα που τίθεται βέβαια είναι πως θα μπορούσε η κατηγορούμενη 2 να επέμβει και να κατεδαφίσει πράγματα εντός ακινήτου που ανήκει σε τρίτο πρόσωπο (εταιρεία Ακαπνίτης), το οποίο πρόσωπο εν πάση περιπτώσει δεν έχει διαταχθεί να κατεδαφίσει οτιδήποτε στο δικό του ακίνητο; Παρεμβάλλω εδώ ότι η σχέση της κατηγορούμενης 2 με την εταιρεία Ακαπνίτης κατά την έκδοση του διατάγματος δεν σημαίνει βέβαια ότι το θέμα έχει επιλυθεί χωρίς άλλο. - Δεν έχει δοθεί σημειώνεται μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση την οποία οι αναφερόμενες στις λεπτομέρειες αδικήματος προσθηκομετατροπές (1η κατηγορία) και οικοδομές (2η κατηγορία) ευρίσκονται αποκλειστικά στο δικό της μερίδιο γης ή εν πάση περιπτώσει σε ποια έκταση ευρίσκονται εντός αυτού και να διαχωριστούν. Τα πράγματα περιπλέκονται περισσότερο σημειώνω από το γεγονός ότι ενώ στο διάταγμα τεκμ.3 το διάταγμα υπό
- που αφορά η 1η κατηγορία αναφέρει ότι οι προσθηκομετατροπές βρίσκονται στα τεμάχια 960 και 961 και ακολούθως απαριθμούνται πέντε διαφορετικές κατασκευές, στις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας γίνεται αναφορά μόνον στο τεμάχιο 960 και σε τρείς μόνον κατασκευές. Στις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας όμως μεταφέρεται αυτούσιο το διάταγμα υπό
- του τεκμ.3 που αναφέρεται σε οικοδομές στα δύο τεμάχια 960 &
- Σε ότι αφορά την 1η κατηγορία αναφέρω δεν εδόθη καμία εξήγηση για τα πιο πάνω, ούτε σημειώνω επιχειρήθηκε τροποποίηση ή υπήρξε εν πάση περιπτώσει εισήγηση έστω στο τελικό στάδιο των αγορεύσεων όταν ετέθη το θέμα από την Υπεράσπιση ότι αυτό οφείλεται σε λάθος κατά την σύνταξη του κατηγορητηρίου και να ζητηθεί θεραπεία. - Επίσης αναφέρεται εδώ ότι δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου περί οιασδήποτε ενεργής συμμετοχής της κατηγορούμενης 2 στην εταιρεία Delkasa από της αποχώρησης της ως διευθύντριας της στις 11/07/12 (βλ.τεκμ.5). - Συνεπώς το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τα κενά που αναμφίβολα υπάρχουν, δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα περί του ηθελημένου της παρακοής. Η κατηγορούσα αρχή όφειλε με την μαρτυρία της να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας κάθε στοιχείο που συνθέτει τις κατηγορίες και κρίνω πως δεν το έπραξε. Ως έχει δε η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου φαίνεται να υπάρχει πράγματι αδυναμία εκτέλεσης από πλευράς κατηγορούμενης 2 του διατάγματος ως αυτό έχει εκδοθεί. Κατάληξη Κατά συνέπεια για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον της κατηγορούμενης 2 αναφορικά με τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ως εκ τούτου η κατηγορούμενη 2 απαλλάσσεται και αθωώνεται από τις κατηγορίες 1 & 2 που αντιμετωπίζει. Αναφορικά με το θέμα των εξόδων κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου επιδικάζω έξοδα υπέρ της κατηγορούμενης 2 και εναντίον της κατηγορούσας αρχής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Τελική Απόφαση/Παρακοή δικαστικού διατάγματος/Άρθρο 20
(5)Κεφ.96 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο