Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2990/13, 5/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2990/13 Μεταξύ: Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Εναντίον ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΔΤ 732452 Οδός Ζωοδόχου Πηγής 46, 4747 Μονιάτης, Λεμεσός. Ημερομηνία: 05.06.2015 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος. Γ. Προδρόμου Για Κατηγορούμενο: κος. Προδρόμου Κατηγορούμενος: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 29/01/2013. Ο κατηγορούμενος αρχικά αντιμετώπιζε συνολικά 5 κατηγορίες οι οποίες αφορούν αδικήματα μη πληρωμής εβδομαδιαίου / μηνιαίου μισθού σε εργοδοτούμενο προσωπικό οι 1η και 2η κατηγορία κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1)και 20 του Νόμου που προνοεί για την προστασία των μισθών του 2007 (Ν.35
(1)/2007), αδικήματα για παράλειψη παρουσίασης οποιουδήποτε αρχείου, πιστοποιητικού, βιβλίου ή άλλου εγγράφου ή στοιχείου που απαιτείται να παρουσιάσουν κατά παράβαση των άρθρων 2, 20
(3)(γ) της ίδιας νομοθεσιας η 3η κατηγορια, παράλειψη παρουσίασης οποιουδήποτε αρχείου, πιστοποιητικού, βιβλίου ή άλλου εγγράφου ή στοιχείου που απαιτείται να παρουσιασουν κατά παράβαση των άρθρων 2, 10 (ΣΤ) των Περί Ενημέρωσης του εργοδουμένου από τον εργοδότη για τους όρους που διέπουν την σύμβαση ή την σχέση εργασίας Νόμων του 2000 (Ν.100
(1)/2000) και 2007 (Ν.12
(1)/2007) η 4η κατηγορία. Η 5η κατηγορια αφορά παράλειψη παρουσίασης καταλόγυ των εν τω ξενοδοχείω εργοδοτουμένων καά παράβαση των Κανονισμών 14
(1)(α), 20 και 21
(2)των Περί Εργοδοτουμένων εις Ξενοδοχεία (Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμών του 1972, ΚΔΠ 136/72 εκδοθείσας δυνάμει των άρθρων 12 και 22 του Περι Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου 1969 έως
- Η 1η κατηγορία μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, διακόπηκε, από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας Αρχής και ο κατηγορουμενος απαλλλαχθηκε στην κατηγορία αυτή. Συνεπώς εκκρεμούν πλέον οι κατηγορίες 2 -
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος κατηγορειται ότι περί το τέλος Σεπτεμβρίου δεν κατέβαλε στην παραπονούμενη εργοδοτούμενη του κα. Marinova Stella Vladimirova, μισθό ύψους €500, για την περίοδο απασχόλησης της από 01/9/2012 - 30/9/2012, ως όφειλε να πράξει ανώ παράλειψε να παροσυιάσει στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας Λεμεσού τα στοιχεία που του ζητήθηκαν. Ο κατηγορούμενος καταχώρησε μή παραδοχή στις κατηγοίες και η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε στις 13/3/
- Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την ακροαματική διαδικασία, ο κατηγορούμενσο επέλεξε να εκπροσωπήσει τον εαυτό του και δεν επέλεξε τις υπηρεσίες δικηγόρου, δικαίωμα το οποίο άσκησε κατά την δεύτερη δικάσιμο οπότε και πλέον διόρισε τον ευαπίδευτο συνήγορο του ο οποίος συνέχισε εκ μέρους του την υπεράσπιση του. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από τρείς
(3)μάρτυρες. Την κα. Ελένη Ευσταθίου (ΜΚ1), επιθεωρήτρια του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων στην επαρχία Λεμεσού, ενώ παράλληλα κατατέθηκαν 5 τεκμήρια, τα οποία ήταν η γραπτή μαρτυρική κατάθεση της ΜΚ1, το πρωτότυπο έντυπο υποβολής παραπόνου ημερ. 2/10/2012, επιστολές ημερ.5/12/12 και 30/10/14 συνοδευόμενες με αποδείξεις αποστολής τους με συστημένο ταχυδρομείο και αντίγραφα 5 αποδείξεων πληρωμής. Περαιτέρω και στις 03/04/2015 παρουσιάστηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας 2 και 3, η παραπονούμενη κα. Στέλλα Μαρίνοβα (ΜΚ2) και ο Ventsislav Morlov Ivanov (MK3), γιός της παραπονούμενης. Με τους 3 μάρτυρες κατηγορίας η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και δεν παρουσίασε οιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου κατέθεσε με γραπτή αγόρευση, την εισήγηση του, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του αναφορικά με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και κάλεσε το Δικαστήριο να τον απαλλάξει και αθωώσει από αυτό το στάδιο. Η θέση και εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου μετά των σχετικών επιχειρημάτων του βρίσκεται κατατεθειμένη αυτούσια στον φάκελο του Δικαστηρίου, εχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη και δεν χρειάζεται να καταγραφεί αυτούσια στην παρούσα απόφαση. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής αντικρούοντας τη θέση του συναδέλφου του, εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου για όλα τα αδικήματα που αυτός αντιμετωπίζει, και τον οποίο, όπως υποστήριξε, το Δικαστήριο πρέπει να καλέσει σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις εισηγήσεις και αγορεύσεις τους, έχουν καταγραφεί στο πρακτικό του Δικαστηρίου, έουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης και ως εκ τούτου δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Ευγένειος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:- "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: " Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο θα εξετάσει σε αυτό το στάδιο την υπάρχουσα μαρτυρία αντικειμενικά, χωρίς δηλαδή να υπεισέρχεται σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής. Το Δικαστήριο θα επικεντρωθεί μόνο στα σημεία της μαρτυρίας που σχετίζονται με την απόδειξη των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Καταρχήν μέσα από την κατάθεση των 3 μαρτύρων κατηγορίας και την αντεξέταση εις την οποία αυτοί υπεβλήθησαν από την υπεράσπιση δεν φαίνεται ακόμα και σε αυτό το στάδιο να αμφισβητήθηκε η ύπαρξη κάποιας σχέση εργοδότησης μεταξύ του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης. Η ουσιώδης διαφορά έγκειται στο κατά πόσο οφείλεται το ποσό που αναφέρεται στο κατηγορητήριο και στο κατά πόσο ο κατηγορούμενος παρουσιάσε ή όχι τα στοιχεία και έγγραφα που του ζητήθηκαν. Μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία από τους μάρτυρες κατηγορίας και εξετάζοντας την μαρτυρία αυτή αντικειμενικά χωρίς να υπεισέρχομαι σε ζητήματα αξιοπιστίας ή βαθύτερης ανάλυσης καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Έχω μελετήσει εις βάθος την γραπτή εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου και την ανάλυση της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά θα πρέπει να διευκρινήσω ότι το έργο τούτο δεν δύνατι να επιτελεστεί σε αυτό το στάδιο. Οι τυχόν αντιφάσεις και η τελική κρίση επί της αξιοπιστίας όλων των μαρτύρων θα επιτελεστεί στο τέλος της δίκης και δεν είναι δυνατό να γίνει σε αυτό το στάδιο. Περαιτέρω δεν φαίνεται ότι εξετάζοντας την μαρτυρία που δόθηκε εξ'όψεως και χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία και λαβάνοντας υπόψη μου βεβαίως και την έγγραφη μαρτυρία, τα τεκμήρια, φαίνεται οτι πληρούνται και αποδεικνύονται στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που περιγράφονται στο κατηγορητήριο. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή και ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορούμενου που άπτονται των λεπτομεριεών της προσαχθείσας μαρτυρίας και των συμπερασμάτων που προκύπτουν από την ενδελεχή μελέτη και κρίση αυτής δεν δύναται σε αυτό το στάδιο να εξεταστούν. Εν πάσει περιπτώσει, όπως είναι γνωστό η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας καθώς και όλη η προσαχθείσα μαρτυρία θα τύχουν ενδελεχούς αξιολόγησης από το Δικαστήριο στο στάδιο που η μαρτυρία αξιολογείται με την ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου και τις εισηγήσεις αναφορικά με τα νομικά ζητήματα που εγείρονται από τον ευαπίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου, αναφορικά με το δικαίωμα προώθησης της 5ης κατηγορίας από της κατηγορούσα αρχή αλλά και το γεγονός ότι ο νόμος που αφορά η 2η κατηγορία έχει τροποποιηθεί και καταλήγω ότι τα νομικά αυτά ζητήματα θα εξεταστούν στο τέλος της δίκης όπου θα μελετηθεί τόσο από πλευράς νομικής πτυχής όσο και μαρτυρίας η παρούσα υπόθεση. Αναφορικά με την εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου περί πολλαπλότητας του κατηγορητηρίου στην 4η κατηγορία, δεν μπορώ στο στάδιο αυτό να την κάνω αποδεκτή. Η ένσταση αυτή άπτεται του ίδιου του κατηγορητηρίου και θα έπρεπε ο κατηγορούμενος να είχε θέσει την θέση του αυτή πριν την απάντηση στις κατηγορίες ή έστω πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να θέσει το ζήτημα αυτό αφού ολοκληρώθηκε η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, ως εκ τούτου κρίνω ότι η εισήγηση του αυτή, περί αποστέρησης των διακιωμάτων του θα πρέπει να εξεταστεί με το πέρας της δίκης και όχι σε αυτό το στάδιο, εφόσον δεν έχει εγερθεί προδικαστικά. Επομένως, στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για τις κατηγορίες 2 μέχρι 5 και ως εκ τούτου καλώ τον κατηγορούμενο σε απολογία στις κατηγορίες αυτές. (Υπ.)................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο