NEA STEREOTIS LTD ν. FARATON FURNISHING LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3765/2014, 5/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3765/2014 Μεταξύ: NEA STEREOTIS LTD Κατήγοροι ν.
- FARATON FURNISHING LIMITED
- ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Κατηγορουμένων -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 05 Ιουνίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Κ. Λαμπριανίδης (για να ακούσει απόφαση η κα Νάντα Στάροβλαχ) Για τους Κατηγορούμενους 1 & 3: κ. Μ. Χριστοδούλου (για να ακούσει απόφαση ο κ.Η.Αγαθοκλέους) Κατηγορούμενος 3: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν δέκα έξι
(16)κατηγορίες ως ακολούθως: A. Τις κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15 και 17 για την έκδοση εννέα επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών οι κατηγορούμενοι 1 σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ 10/02/12 και 30/05/12 εξέδωσαν στη Λάρνακα εννέα επιταγές [τεκμ. 11
(1)-
(9)] προς τους παραπονούμενους, οι οποίες επιταγές όμως όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην τράπεζα δεν εξοφλήθηκαν λόγω ανάκλησης της πληρωμής τους. B. Τις κατηγορίες 19, 21, 23, 25, 27, 29 και 31 για την έκδοση εφτά επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών οι κατηγορούμενοι 1 σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ 26/12/12 και 01/04/13 εξέδωσαν στη Λάρνακα εφτά επιταγές [τεκμήρια 11
(10)-
(16)] προς τους παραπονούμενους, οι οποίες επιταγές όμως όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην τράπεζα δεν εξοφλήθηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση τους. Ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει εφτά
(7)κατηγορίες ως ακολούθως: A. Tiς κατηγορίες 20, 22, 24, 26, 28, 30 και 32 για την παροχή συνδρομής στους κατηγορούμενους 1 σε ότι αφορά την έκδοση των εφτά
(7)επιταγών χωρίς αντίκρισμα πιο πάνω (τεκμήρια 11
(10)-
(16)) κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154. Σημειώνεται εδώ προκειμένου να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης ότι με βάση την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για το εκ πρώτης όψεως οι κατηγορούμενοι 1 και 3 αθωώθηκαν από όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετώπιζαν με βάση το κατηγορητήριο, πέραν δηλαδή των όσων αναφέρονται ανωτέρω, ενώ περαιτέρω ο κατηγορούμενος 2 απαλλάγηκε και αθωώθηκε από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 3 μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ο κατηγορούμενος 3 προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Οι κατηγορούμενοι 1 σημειώνω δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ούτε παρουσίασαν μάρτυρες υπεράσπισης. Έγιναν περαιτέρω παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνολικά 22 τεκμήρια. Τα παραδεκτά γεγονότα ήταν τα εξής: (α) Οι επίδικες επιταγές τεκμ.11
(1)-
(16)κατατέθηκαν από τους παραπονούμενους προς εξαργύρωση στο λογαριασμό τους στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου Λτδ κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται στις σχετικές σφραγίδες επί των επιταγών. Δηλαδή στις σφραγίδες στις οποίες αναφέρεται στο πάνω μέρος Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ και στο κάτω μέρος Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου Λτδ. (β) Οι επιταγές τεκμ.17-20 έχουν εκδοθεί από τους κατηγορούμενους 1 προς τους παραπονούμενους και έχουν πληρωθεί. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Οι αγορεύσεις σημειώνεται βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν τύχει πολύ προσεκτικής μελέτης, δεν κρίνω σκόπιμο όμως να επαναλάβω ότι οι συνήγοροι με αυτές έχουν αναφέρει. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων πιο κάτω όπου και εάν αυτό κριθεί αναγκαίο. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων και των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). ΜΚ1-Χαρίκλεια Μιχαήλ Είναι η οικονομική διευθύντρια των παραπονούμενων και σε γενικές γραμμές μου έκανε καλή εντύπωση. Οφείλω να πω εδώ βέβαια ότι δεν έχει διαφύγει του Δικαστηρίου και το έχει προβληματίσει η στάση της μάρτυρος και οι απαντήσεις της στο θέμα της εξόφλησης των επιταγών τεκμ. 11
(1)-
(9)οι οποίες ανακλήθηκαν. Εφόσον ήταν σαφές ότι αυτές αντικαταστάθηκαν από άλλες επιταγές, το Δικαστήριο θα ανέμενε από την μάρτυρα όταν ερωτήθηκε σε διάφορες περιπτώσεις κατά την αντεξέταση να είναι ξεκάθαρη επί τούτου, λέγοντας δηλαδή το αυτονόητο ότι σαφώς και δεν μπορούν να οφείλονται όλες οι επιταγές δηλαδή τόσο αυτές που ανακλήθηκαν όσο και αυτές που τις αντικατέστησαν. Αντί τούτου ήταν σταθερή θέση της μάρτυρος ότι υπάρχει απαίτηση για το ποσό των €35.466.- δυνάμει όλων των επίδικων επιταγών, οι οποίες ας σημειωθεί αφορούν το συνολικό ποσό των €89.966.-. Εν πάση όμως περιπτώσει αναφέρω ότι μελετώντας την μαρτυρία της έχω καταλήξει ότι αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει σε μη αποδοχή της μαρτυρίας της αφού αφενός δεν απέκρυψε ότι πράγματι οι επιταγές τεκμ. 11
(1)-
(9)αντικαταστάθηκαν με νέες επιταγές και αφετέρου επειδή εξ' όσων το Δικαστήριο αντιλήφθηκε η θέση της αυτή και ο χειρισμός του όλου θέματος προκύπτει μέσα από μια γενικότερη πολιτική θα έλεγα της εταιρείας της. Σε κάθε περίπτωση έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας της αλλά και τον τρόπο που απαντούσε και τις απαντήσεις της, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Η μάρτυρας αυτή αναφέρθηκε στη συνεργασία τους με τους κατηγορούμενους 1 και στις επίδικες επιταγές. Γνωρίζει τον κατηγορούμενο 3. Οι επιταγές των οποίων η πληρωμή ανακλήθηκε συνολικού ποσού €53.500.- [τεκμ.11
(1)-
(9)] αντικαταστάθηκαν με μια σειρά άλλων επιταγών οι οποίες δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Η αντικατάσταση των επιταγών που ανακλήθηκαν έγινε μετά τις 30/05/12, οπότε δηλαδή επιστράφηκαν οι τελευταίες επιταγές που ανακλήθηκαν απλήρωτες [βλ.τεκμ.11
(5)&
(6)]. Με βάση την επικοινωνία που είχαν με τους πελάτες τους οι τελευταίοι αναφορικά με την επιστροφή όλων των επιταγών επικαλέστηκαν οικονομικές δυσκολίες. Μετά την διαπίστωση της οικονομικής αδυναμίας των κατηγορούμενων οι παραπονούμενοι συνέχισαν να τους προμηθεύουν με προϊόντα αλλά μόνον επί πληρωμής μετρητών την ώρα της παράδοσης. Λήφθηκαν κάποια χρήματα έναντι των υποχρεώσεων των κατηγορούμενων. Τα ποσά που πλήρωνε ο πελάτης αφαιρούνταν από το σύνολο των υποχρεώσεων του. Σήμερα το ποσό που οφείλεται στους παραπονούμενους είναι €35.466.-. Οι παραπονούμενοι συνέχισαν να κρατούν και τις επιταγές που ανακλήθηκαν γιατί υπήρχε περίπτωση ο πελάτης να μην αποπληρώσει. Δεν μπορεί να γνωρίζει αν πουλήθηκαν στους κατηγορούμενους 1 ελαττωματικά προϊόντα. ΜΚ2- Ανδρέας Καρανικόλας Είναι διευθύνοντας σύμβουλος των παραπονούμενων. Έχοντας μελετήσει προσεκτικά την μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα και λαμβάνοντας υπόψη τις απαντήσεις του όπως επίσης τον τρόπο που απαντούσε σε αυτές καθ' όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης του, κατ' αρχήν διαπιστώνεται ξεκάθαρα ότι ο ίδιος προσωπικά δεν γνώριζε τα περισσότερα εκ των γεγονότων που κατέθεσε και ότι στην ουσία μετέφερε στο Δικαστήριο πληροφορίες που έλαβε από το λογιστήριο της εταιρείας του ή εν πάση περιπτώσει από άλλα πρόσωπα της εταιρείας του καθώς επίσης από έγγραφα των παραπονούμενων που είχε στην κατοχή του. Όμως με δεδομένο ότι όσα ανέφερε στην μαρτυρία του αλλά και πιο συγκεκριμένα στην γραπτή του δήλωση, τεκμ.7, πλην σημειώνω της παραγράφου 19 που μιλά για δόλο των κατηγορουμένων κάτι που δεν έχει αποδειχθεί, στην πραγματικότητα ευρίσκονται στην ουσία εν πλήρη συμφωνία και επιβεβαιώνονται από την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία, τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί και τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν γίνει, η μαρτυρία του κρίνω ότι θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. ΜΚ3- Γιάννος Θεμιστοκλέους Εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα και η μαρτυρία του στο μεγαλύτερο μέρος της γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας απάντησε ευθέως ότι γνώριζε εις τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με βάση τα καθήκοντα του και τα στοιχεία που είχε στην κατοχή της εν σχέση με τις επίδικες επιταγές και λογαριασμό. Δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον και το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Κατά την κυρίως εξέταση ανέφερε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο 3 ο οποίος ήταν το άτομο που χειριζόταν τον επίδικο λογαριασμό των κατηγορούμενων 1 και ήταν περαιτέρω το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να υπογράφει επιταγές για το λογαριασμό αυτό. Αυτό το γνωρίζει με βάση το δείγμα υπογραφής, στην καρτέλα υπογραφών (τεκμ.14). Eάν δει ανέφερε επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας που φέρει τη συγκεκριμένη υπογραφή θα την τιμήσει. Έχει δει και προηγουμένως την υπογραφή του κατηγορούμενου 3 σε επιταγή που έχει πληρωθεί αλλά και σε επιταγή που δεν πληρώθηκε. Η υπογραφή στα τεκμήρια 1
(1)-
(9)είναι του κατηγορούμενου 3. Οι επιταγές αυτές έχουν ανακληθεί, ο πελάτης τους δηλαδή έδωσε οδηγίες να μην πληρωθούν και αυτό το δείχνει και η σφραγίδα στις επιταγές. Το 2012 μπορεί να υπήρχε όριο στο λογαριασμό το οποίο όμως δεν γνωρίζει. Τώρα όμως ο λογαριασμός δεν είναι overdraft και δεν γνωρίζει από πότε σταμάτησε να είναι. Οι επιταγές τεκμ. 11
(10)-
(16)υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο 3 και δεν πληρώθηκαν λόγω μη επαρκών υπολοίπων. Οι καταστάσεις λογαριασμού αποστέλλονταν στην διεύθυνση της εταιρείας. Ο κατηγορούμενος 3 πληροφορείτο για τις καταστάσεις λογαριασμού. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι οι επιταγές τεκμ.13 & 16-20, με εκδότες τους κατηγορούμενους 1 και δικαιούχους τους παραπονούμενους έχουν πληρωθεί. Οι έξι αυτές επιταγές έχουν συνεχόμενους αριθμούς και ήταν πληρωτέες την περίοδο από 01/07/12 μέχρι 01/12/
- Την περίοδο αυτή υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό. Καθ' όλη τη διάρκεια του λογαριασμού αυτού υπάρχουν χρεωσπιστώσεις. Ο λογαριασμός αυτός σήμερα υπάρχει και δεν έχει οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο. Όταν ένας λογαριασμός έχει συγκεκριμένο όριο οι επιταγές του εξυπηρετούνται μέχρι να υπερβεί το όριο αυτό. Την συγκεκριμένη περίοδο επανέλαβε ότι δεν γνωρίζει ποιο ήταν το όριο του λογαριασμού αυτού. Δεν είναι αυτός που απέστελλε τις καταστάσεις λογαριασμού στους πελάτες και τέλος ανέφερε ότι δεν έχει γνώσεις γραφολόγου. Κατά την επανεξέταση του ανέφερε ότι γνωρίζει ότι αποτελεί πρακτική της τράπεζας να αποστέλλονται αντίγραφα λογαριασμών στους πελάτες, όπως είναι πρακτική και άλλων πιστωτικών ιδρυμάτων. Έχοντας υπόψη όσα ανέφερε ο μάρτυρας πιο πάνω, σημειώνω εδώ ότι δεν αποδέχομαι εκ της μαρτυρίας μόνον το εξής. (α) Ότι ο κατηγορούμενος 3 πληροφορείτο για τις καταστάσεις λογαριασμού. Ο μάρτυρας απαντώντας σε σχετική ερώτηση στο τέλος της κυρίως εξέτασης του έδωσε την απάντηση πιο πάνω χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε περισσότερο, και χωρίς να θέσει το υπόβαθρο για την απάντηση του αυτή. Δεν εξήγησε πως ο ίδιος γνωρίζει αυτό το πράγμα, ούτε και έδωσε οιεσδήποτε λεπτομέρειες ή αναφέρθηκε σε συγκεκριμένη περίοδο. Σε κάθε περίπτωση αναφέρεται ότι η αποστολή των καταστάσεων λογαριασμού στην εταιρεία από μόνη της δεν συνεπάγεται αυτόματα και πληροφόρηση του κατηγορούμενου 3 σε σχέση με αυτές, από τη στιγμή που αυτός δεν ήταν αξιωματούχος και περαιτέρω δεν υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία στο Δικαστήριο που να μην αφήνει περιθώρια για αμφιβολία όπως για παράδειγμα ότι η διεύθυνση στην οποία απέστελλε η τράπεζα τις καταστάσεις ήταν η διεύθυνση διαμονής του κατηγορούμενου
- Επίσης η αναφορά του μάρτυρα σε χειρισμό του λογαριασμού από μέρους του κατηγορούμενου 3 χωρίς άλλο δεν μπορεί να έχει κάποια σημασία εν σχέση με το συγκεκριμένο σημείο. Κατηγορούμενος 3 Ο κατηγορούμενος 3, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω προέβη σε ανώμοτη δήλωση (τεκμ.22). Ήταν δικαίωμα του να ενεργήσει όπως έπραξε και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος του, ούτε και πρέπει εκ τούτου να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Θεμιστοκλέους -v- Αστυνομία
(1981)2 C.L.R. 200, Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου -v- Αστυνομία
(1990)2 ΑΑΔ 250, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος 3, σύμφωνα με τη νομολογία πιο πάνω, εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια του να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. Όπως έχει αναφερθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 3 είναι το τεκμήριο 22 ενώπιον του Δικαστηρίου. Μελετώντας την δε διαπιστώνεται αφενός ότι σημεία όπως η ημερομηνία σύστασης των κατηγορούμενων 1 και οι αξιωματούχοι των τελευταίων, ότι ο ίδιος ήταν ο υπογραφέας του λογαριασμού των κατηγορούμενων 1, ότι σύντασσε ο ίδιος και απέστελλε επιστολές σε συνεργάτες των κατηγορούμενων 1 και τέλος, ότι ο επίδικος λογαριασμός των κατηγορούμενων 1 είχε κίνηση με καταθέσεις και αναλήψεις, έχουν επιβεβαιωθεί με την μαρτυρία που ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου και έγινε αποδεκτή αλλά και με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Όμως δεν μπορώ να αποδεκτώ τα υπόλοιπα σημεία της δήλωσης του που δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία, ενώ δεν έχει διαφύγει σημειώνω του Δικαστηρίου το γεγονός ότι σε δύο επιστολές που ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου δηλ. τα τεκμήρια 3 και 4, εκ των οποίων μάλιστα την πρώτη υπογράφει χωρίς αυτό να έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, ο κατηγορούμενος 3 παρουσιάζεται σαν διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, κάτι που σαφώς διαψεύδει την θέση που προβάλλει μέσα από τη δήλωση του ουσιαστικά για μη ενεργό εμπλοκή του στα της εταιρείας και παροχή απλά βοήθειας στον πατέρα του, διευθυντή της εταιρείας, ο οποίος είναι μεγάλης ηλικίας. Κατηγορούμενοι 1 Οι ίδιες αρχές πιο πάνω σημειώνω ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση και για τους κατηγορούμενους 1, οι οποίοι όπως αναφέρθηκε δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οιανδήποτε δήλωση και δεν παρουσίασαν μάρτυρες υπεράσπισης. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω, τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν γίνει και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα: Οι κατηγορούμενοι 1 στα πλαίσια της συνεργασίας τους με τους παραπονούμενους εξέδωσαν, δια της υπογραφής του κατηγορούμενου 3, τις επιταγές τεκμ.11(1-
(9)συνολικού ποσού €53.500.-. Οι επιταγές αυτές όταν παρουσιάστηκαν στην Ελληνική Τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκαν καθ' ότι οι κατηγορούμενοι 1 έδωσαν οδηγίες για μη πληρωμή τους (ανακάλεσαν την πληρωμή τους). Ακολούθως και συγκεκριμένα μεταξύ 30ης Μαΐου (ημερ. τελευταίων επιταγών που ανακλήθηκαν δηλ.τεκμ.11
(5)&
(6)και επιστολής τεκμ.6) και 01ης Ιουλίου (ημερ.τεκμ.13 δηλαδή της 1ης επιταγής που πληρώθηκε ως ακολούθως αναφέρεται) του 2012, οι κατηγορούμενοι 1 εξέδωσαν, δια της υπογραφής του κατηγορούμενου 3, προς αντικατάσταση των επιταγών πιο πάνω διάφορες επιταγές μεταχρονολογημένες μεταξύ των οποίων και οι επίδικες τεκμ.11
(10)-
(16)για κάλυψη του οφειλόμενου ποσού πιο πάνω. Οι πρώτες επιταγές πληρώθηκαν ενώ οι εν λόγω επίδικες επιταγές τεκμ.11
(10)-
(16)όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην Ελληνική Τράπεζα δεν πληρώθηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων στο λογαριασμό των κατηγορούμενων 1. Το ποσό που οφείλεται στους παραπονούμενους σήμερα δυνάμει των επιταγών τεκμ.11
(10)-
(16)ανέρχεται σε €35.466.- (το σύνολο τους είναι €36.466). ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 3. 1. Κατηγορούμενοι 1 Α. Κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15 και 17 για την έκδοση εννέα επιταγών [τεκμ. 11
(1)-
(9)] χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε (οι λεπτομέρειες έχουν αναφερθεί σε άλλο σημείο ανωτέρω). Το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154, προνοεί τα ακόλουθα: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης, που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της ». Από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου δε, ως αυτό έχει ερμηνευθεί στην Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου Ποινική Έφεση 94/2005 ημερομηνίας 24.3.06, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: 1. Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο 2. Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα πιο πάνω είναι φανερό ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι κατηγορούμενοι 1, εξέδωσαν και παρέδωσαν προς τους παραπονούμενους τις επίδικες επιταγές τεκμ.11
(1)-
(9). Οι κατηγορούμενοι 1 δε ακολούθως ανακάλεσαν την πληρωμή των εν λόγω επιταγών με αποτέλεσμα αυτές να μην πληρωθούν όταν εμφανίστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν δηλαδή στην Ελληνική Τράπεζα Αξίζει βέβαια στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων πιο πάνω δεν έχουν αμφισβητηθεί ποτέ από τους κατηγορούμενους
- Αντίθετα ήταν κρίνω παραδεκτά τα πιο πάνω από πλευράς τους εάν ληφθεί υπόψη η γραμμή υπεράσπισης. Ήταν η θέση των κατηγορούμενων 1 ότι οι συγκεκριμένες επιταγές εξοφλήθηκαν δια της αντικατάστασης τους με νέες επιταγές οι οποίες με τη σειρά τους εξοφλήθηκαν και δεν υπάρχει καμία οφειλή, ενώ περαιτέρω επιδίωξαν να δείξουν μέσα από την αντεξέταση της ΜΚ1 πως σε κάθε περίπτωση η ανάκληση των επιταγών έγινε επειδή υπήρχε εύλογη αιτία. Βεβαίως δεν έχει διαφύγει του Δικαστηρίου η θέση της Υπεράσπισης περί μη απόδειξης της πατρότητας της υπογραφής στις επιταγές και κατ' επέκταση της έκδοσης τους. Είναι γεγονός σημειώνω ότι κατά την αντεξέταση του ΜΚ3, ο οποίος όπως φαίνεται από τη σύνοψη της μαρτυρίας του πιο πάνω ανέφερε ότι τις επιταγές υπόγραψε ο κατηγορούμενος 3, ετέθη ερώτηση κατά πόσο είναι γραφολόγος και κατά κάποιο γενικό τρόπο θα έλεγα αμφισβητήθηκε η θέση του αυτή. Όμως χωρίς να χρειάζεται να λεχθούν πολλά θεωρώ ότι η θέση της Υπεράσπισης έρχεται σε σύγκρουση με την γενικότερη γραμμή που ακολούθησε στην υπόθεση και τις θέσεις της που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, οι οποίες ξεκινούν θα μπορούσε να λεχθεί έχοντας ως βάση την έκδοση των επιταγών αυτών. Με δεδομένα δε αυτά και το ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν το μόνο πρόσωπο που μπορούσε να υπογράφει επιταγές για το λογαριασμό αυτό (βλ. τεκμ.14 σε συνάρτηση με την δήλωση του κατηγορούμενου 3 τεκμ.22), θεωρώ ότι οι επιταγές έχουν εκδοθεί δια του κατηγορούμενου
- Εδώ κρίνω σκόπιμο να υπενθυμίσω επίσης ότι τουλάχιστον για κάποιες εκ των εν λόγω επιταγών και συγκεκριμένα για τις επιταγές τεκμ.11
(7)
(8)
(9), οι κατηγορούμενοι 1 δια του κατηγορούμενου 3 προβαίνουν σε παραδοχή περί της έκδοσης τους και με την επιστολή τεκμ.
- Κατόπιν των ανωτέρω το Δικαστήριο θα έπρεπε υπό κανονικές συνθήκες να εξετάσει κατά πόσο οι κατηγορούμενοι 1 έχουν κατορθώσει να αποδείξουν την υπεράσπιση που παρέχει το εδάφιο 2 του άρθρου 305(Α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Όμως παρατηρώ ότι σε καμία περίπτωση οι κατηγορούμενοι 1 δεν θα μπορούσαν να επικαλεστούν την Υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Αυτό βεβαίως γιατί δεν έχουν παρουσιάσει μαρτυρία στα πλαίσια απόδειξης της υπεράσπισης αυτής που να αποδεικνύει ότι κατά τον χρόνο της ανάκλησης παρέθεσαν γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκαν οι επιταγές, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής τους (βλ. υποπαράγραφο του εδαφίου 2 του άρθρου 305Α του Κεφ.154 πιο πάνω). Μόνον εφόσον ενεργούσαν με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να επικαλεστούν την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, αναφέρω σε περίπτωση που κριθεί ότι η πιο πάνω διαπίστωση είναι λανθασμένη και τα εξής. Το βάρος απόδειξης υπεράσπισης που δημιουργείται είτε από το Νόμο είτε από το Κοινοδίκαιο έχει ο κατηγορούμενος με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Ζαβός ν. Αστυνομίας
(1963)1 CLR 57, Ταραπουλούζης ν. Έπαρχος Λευκωσίας
(1962)CLR 91, Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(1980)2 CLR 10, Cross on evidence 4η έκδοση σελ. 85-87, Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 108, GP Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία και Γεώργιος Εργατίδης ν. Αστυνομία Ποιν. Έφ. 6138 και 6139 αντίστοιχα, ημερ. 19.6.97 και Ν. C. Diamonds Co Ltd και Χρίστου Γεωργίου Ποιν. Έφ. 7105, ημερ. 11.12.01). Το τι συνιστά εύλογη αιτία στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 έχει ερμηνευθεί στην N.C. Diamonds Co. Ltd ν. Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Συγκεκριμένα στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Περαιτέρω στην N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honestly" (ειλικρινά). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδ.
(2), ότι δηλ. πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εφεσίβλητου ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Τέλος στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδ.
(2), χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εδ. 2 και θα καθιερωνόταν έτσι η αντίθετη θεωρία, του μη ανακλητού της επιταγής. Με δεδομένο ότι οι κατηγορούμενοι 1 δεν έθεσαν οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόδειξη της θέσης τους περί ελαττωματικών προϊόντων είναι φανερό ότι δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας. Και είναι βέβαια σαφές ότι ούτε η υποβολή στην ΜΚ1 κατά την αντεξέταση της περί ελαττωματικών προϊόντων αλλά ούτε και η αποστολή της επιστολής τεκμ.4 ημερ.22/07/14 από πλευράς των κατηγορούμενων 1 είναι ικανά να αποδείξουν την θέση τους αυτή. Με αυτά υπόψη το Δικαστήριο κρίνει ότι οι κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15 και 17 εναντίον των κατηγορούμενων 1 έχουν αποδειχθεί. Β. Κατηγορίες 19, 21, 23, 25, 27, 29 και 31 για την έκδοση εφτά επιταγών [τεκμ.11
(10)-
(16)] χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (οι λεπτομέρειες έχουν αναφερθεί σε άλλο σημείο ανωτέρω). Το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154 έχει ως ακολούθως: " Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. " Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Δεν χρειάζεται θεωρώ να λεχθούν πολλά εδώ. Αυτό βέβαια γιατί όπως προκύπτει με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω είναι προφανές ότι έχουν αποδειχθεί και οι κατηγορίες 19, 21, 23, 25, 27, 29 και 31 εναντίον των κατηγορούμενων
- Το Δικαστήριο κρίνει όμως σκόπιμο εδώ να σημειώσει τα εξής με δεδομένη πάντα την θέση της υπεράσπισης περί μη απόδειξης της πατρότητας της υπογραφής και κατ' επέκταση της έκδοσης των επιταγών. Το σκεπτικό με βάση το οποίο το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι επιταγές έχουν εκδοθεί είναι όμοιο θα έλεγα με αυτό που έχει αναφερθεί για άλλες επιταγές πιο πάνω. Βασική γραμμή της Υπεράσπισης εν σχέση με τις συγκεκριμένες επιταγές είναι πως αυτές, μαζί με άλλες, έχουν εκδοθεί προς αντικατάσταση των επιταγών οι οποίες έχουν ανακληθεί πιο πάνω και ότι αυτές έχουν εξοφληθεί. Ήταν θεωρώ δεδομένη και αποδεκτή για την υπεράσπιση η έκδοση των επιταγών, ενώ την ίδια στιγμή επαναλαμβάνω ο κατηγορούμενος 3 ήταν το μοναδικό πρόσωπο που θα μπορούσε να υπογράψει για την έκδοση επιταγών της εταιρείας.
- Κατηγορούμενος 3 Α. Κατηγορίες 20, 22, 24, 26, 28, 30 και 32 για την παροχή συνδρομής στους κατηγορούμενους 1 σε ότι αφορά την έκδοση των εφτά
(7)επιταγών πιο πάνω (τεκμήρια 11
(10)-
(16)) χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Όπως είναι προφανές οι κατηγορίες αυτές σχετίζονται άμεσα με τις κατηγορίες 19, 21, 23, 25, 27, 29 και 31 εναντίον των κατηγορούμενων 1, οι οποίες όπως το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει έχουν αποδειχθεί. Δηλαδή επιδιώκεται ουσιαστικά η καταδίκη του κατηγορούμενου 3 ως συνεργού στη διάπραξη των αδικημάτων αυτών από τους κατηγορούμενους
- Κατ' αρχήν να αναφερθεί εδώ ότι όπως προκύπτει από την μαρτυρία και πιο συγκεκριμένα τα τεκμήρια 1 και 8, ο κατηγορούμενος 3 δεν ήταν διευθυντής των κατηγορούμενων 1 και δεν φαίνεται να είχε καθ' οιονδήποτε χρόνο από της σύστασης τους το 2003 οποιαδήποτε συμμετοχή στην εταιρεία. Εκ της μαρτυρίας όμως και συγκεκριμένα αυτής του ΜΚ3, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να υπογράφει επιταγές για το λογαριασμό αυτό των κατηγορούμενων
- Αυτό όμως είναι παραδεκτό και από μέρους του ίδιου του κατηγορούμενου 3 (βλ. δήλωση του τεκμ.22). Συνεπώς με δεδομένα τα πιο πάνω έρχομαι να εξετάσω το θέμα της απόδειξης των κατηγοριών εναντίον του κατηγορούμενου 3, έχοντας κατά νου όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, σε ότι αφορά τα απαιτούμενα στοιχεία που χρειάζεται να συντρέχουν σε περιπτώσεις συνεργών σε αυτού του είδους τα αδικήματα. Αναφέρω βέβαια ότι η ανάλυση των στοιχείων στην εν λόγω απόφαση έγινε με αναφορά σε διευθυντές εταιρειών που υπογράφουν επιταγές, πλην όμως είναι προφανές ότι κατ' αναλογία τα όσα έχουν λεχθεί εφαρμόζονται και στην δική μας περίπτωση. Στην εν λόγω απόφαση λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: « Οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ'ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. » Με βάση τα πιο πάνω συνεπώς το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί η παροχή βοήθειας ή η παρακίνηση του κατηγορούμενου 3 κατά τη διάπραξη των σχετικών αδικημάτων από τους κατηγορούμενους
- Το ζητούμενο βέβαια για να αποφασιστεί το θέμα αυτό είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί η συνδρομή του κατηγορούμενου 3 στην έκδοση των επιταγών και πιο συγκεκριμένα αν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι αυτός τις υπέγραψε. Με βάση δε όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω ευθέως αναφέρω ότι το στοιχείο αυτό έχει αποδειχθεί. Συνεπώς με αυτό υπόψη προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο έχει αποδειχθεί το δεύτερο στοιχείο που απαιτείται να συντρέχει με βάση την αναφερθείσα Νομολογία δηλαδή το στοιχείο της ένοχης διάνοιας. Αναφέρω εδώ ότι εκ της Νομολογίας προκύπτει ότι σε ότι αφορά περιπτώσεις που η κατηγορία στρέφεται εναντίον συνεργού, είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης της επιταγής, ο συντάκτης της γνώριζε ότι κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν θα εξοφλείτο λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Αυτό κρίνεται ότι συνιστά την απαιτούμενη ένοχη διάνοια συνεργού κατά την διάπραξη του αδικήματος. Απόλυτα σχετικό με το στοιχείο αυτό είναι το κατά πόσο έχει αποδειχθεί ο χρόνος υπογραφής των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο 3 (βλ.Militos Trading Ltd v. Αθηνάς Μαλέκκου, Ποιν.Εφ.150/09, 15-10-12). Έχοντας υπόψη δε την συνδυασμένη μαρτυρία των ΜΚ1 και 3 σε συνάρτηση με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί αναφέρω ότι αποδέχομαι, όπως φαίνεται και στα ευρήματα του Δικαστηρίου, ότι οι επιταγές εκδόθηκαν μετά τις 30/05/12 οπότε οι παραπονούμενοι πρότειναν διευθέτηση της οφειλής με την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών(τεκμ.6) και πριν την 01/07/12 οπότε ήταν πληρωτέα η πρώτη στη σειρά επιταγή από τις επιταγές που οι κατηγορούμενοι 1 εξέδωσαν και παρέδωσαν στους παραπονούμενους για διευθέτηση της οφειλής τους. Έχοντας λοιπόν τα πιο πάνω υπόψη και ερχόμενος στην ουσία του πράγματος, αναφέρω εδώ ότι στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι η μαρτυρία που έχει δοθεί και έγινε αποδεκτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να οδηγήσει στο συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος 3 κατά την έκδοση των επιταγών πιο πάνω γνώριζε όλες τις ουσιώδεις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων από την εταιρεία και συνεπώς κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί το στοιχείο της ένοχης διάνοιας. Σε κάθε περίπτωση όμως θα πρόσθετα εδώ ότι το Δικαστήριο με βάση την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την κατηγορούσα αρχή έχει σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο υπήρχε η απαιτούμενη γνώση και για το λόγο αυτό δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα επί τούτου. Την εν λόγω κατάληξη του Δικαστηρίου θεωρώ πως στηρίζουν τα κάτωθι. (α) Κατ' αρχήν να σημειωθεί ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι συγκεκριμένες επιταγές είναι άγνωστες, και εν πάση περιπτώσει ουδείς εκ των μαρτύρων συνάντησε ή έχει μιλήσει με τον κατηγορούμενο 3 είτε κατά την έκδοση των επιταγών είτε σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο αναφορικά με τις επιταγές αυτές. Συνεπώς ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει καμία μαρτυρία αναφορικά με λόγια ή συμπεριφορά του κατηγορούμενου 3 που σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία να συνηγορεί στην ύπαρξη της απαιτούμενης γνώσης από πλευράς του. (β) Περαιτέρω δεν έχει δοθεί ίχνος μαρτυρίας για τον τρόπο λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, κατά πόσο υπήρχε οποιοδήποτε όριο στο λογαριασμό και κατά πόσο υπήρχε οποιαδήποτε διευθέτηση πληρωμής επιταγών. Ούτε βέβαια και κατά πόσο ο κατηγορούμενος 3 ήταν ενήμερος των στοιχείων αυτών. Ο ΜΚ3 ανέφερε βέβαια ότι ο κατηγορούμενος 3 χειριζόταν τον λογαριασμό αλλά σίγουρα το Δικαστήριο χωρίς συγκεκριμένη μαρτυρία για το τι σημαίνει ότι «χειριζόταν» δεν μπορεί να κάνει εικασίες και να εξάξει συμπεράσματα, όταν μάλιστα σημειώνω εδώ ο κατηγορούμενος 3 δεν ήταν αξιωματούχος της εταιρείας. Εάν για παράδειγμα ο ΜΚ3 αναφέρθηκε σε χειρισμό επειδή ακριβώς ο κατηγορούμενος 3 ήταν το πρόσωπο που ήταν εξουσιοδοτημένο να υπογράφει επιταγές το Δικαστήριο δεν το γνωρίζει. (γ) Όπως επίσης το Δικαστήριο σημειώνω εδώ δεν γνωρίζει ούτε αν ο κατηγορούμενος 3 ήταν το πρόσωπο που τύγχανε ενημέρωσης για την κατάσταση του λογαριασμού ή εν πάση περιπτώσει αν ήταν το πρόσωπο που είχε την συχνή επαφή με την τράπεζα για τα θέματα του λογαριασμού ή ακόμη αν υπήρχε ενημέρωση μόνον του κατηγορούμενου ή και άλλων προσώπων δηλαδή των αξιωματούχων της εταιρείας. (δ) Εκ της κατάστασης λογαριασμού τεκμ.15 συνάγεται πως ο επίδικος λογαριασμός καθ' όλη τη διάρκεια που καλύπτει η κατάσταση δηλαδή από 10/02/12 μέχρι 29/03/13 εκινείτο με χρεωστικό υπόλοιπο σταθερά περί τις €150.000.-, με αυξομειώσεις. Εκ του περισσού να λεχθεί, όμως αναφέρω εδώ ότι αυτό συνέβαινε και η κατάσταση είχε την εν λόγω εικόνα τόσο κατά τον χρόνο έκδοσης των επιταγών που έχει αναφερθεί πιο πάνω όσο και κατά την παρουσίαση των επιταγών για πληρωμή. Συνεπώς με βάση αυτά και με δεδομένο ότι το Δικαστήριο δεν έχει εικόνα όπως αναφέρθηκε σε άλλο σημείο για τον τρόπο λειτουργίας και το όριο του λογαριασμού αλλά και για τυχόν διευθέτηση πληρωμής επιταγών, έχουν δημιουργηθεί αναφέρω σοβαρά ερωτηματικά στο Δικαστήριο για το λόγο που με την κατάσταση του λογαριασμού να είναι σταθερή όλη αυτή την περίοδο οι επιταγές τεκμ.13 και 16-20, οι οποίες έχουν εκδοθεί μαζί με τις επίδικες επιταγές και προηγούνταν χρονικά, έχουν πληρωθεί, ενώ οι επίδικες επιταγές όχι. (ε) Συνεπώς με δεδομένα όλα τα πιο πάνω, σε συνάρτηση με την έλλειψη μαρτυρίας για τον βαθμό εμπλοκής του κατηγορούμενου 3 στα οικονομικά της εταιρείας αλλά και το γεγονός ότι μιλούμε για μεταχρονολογημένες επιταγές, κρίνω ότι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσα να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος 3 κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών γνώριζε πως οι επιταγές όταν θα κατατίθεντο για πληρωμή δεν θα πληρώνονταν. Ή θα μπορούσα να πω διαφορετικά ότι δεν έχω ασφαλές υπόβαθρο για να καταλήξω σε τέτοιο συμπέρασμα και συνεπώς έχω αμφιβολίες για το θέμα αυτό. Ως εκ των ανωτέρω οι κατηγορίες 20, 22, 24, 26, 28, 30 και 32 εναντίον του κατηγορούμενου 3 απορρίπτονται. Στο σημείο αυτό θα ήθελα πριν ολοκληρώσω να σχολιάσω το θέμα της εθελοτυφλίας που ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής εισηγείται ότι υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο
- Κατ' αρχήν να σημειωθεί ότι και η εθελοτυφλία καταδεικνύει γνώση και είναι ποινικά κολάσιμη. Στην υπόθεση Henry Hudfield v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414 στη σελίδα 428 παραπέμπει στο απόσπασμα από το Criminal Law Review, 1989, σελίδα 212, το οποίο αναφέρει, υπό μορφή σχολίου, τι αποτελεί εθελοτυφλία η οποία συνιστά γνώση: "A requirement of knowledge is sometimes held to be satisfied by proof of a "willful blindness" as where "the defendant had deliberately shut his eyes to the obvious or refrained from inquiring because he suspected the truth but did not want to have his suspicion confirmed". Westminster City Council v. Croyalgrange
(1986)2 All E.R. 353 at p.359 (H.L.)" Σε ελεύθερη μετάφραση: «Μερικές φορές θεωρείται ότι υπάρχει το στοιχείο της γνώσης με την απόδειξη εθελοτυφλίας όπου π.χ. ο κατηγορούμενος εσκεμμένα έκλεισε τα μάτια του στο φανερό (αγνόησε το φανερό) ή δεν προέβη σε διερεύνηση καθότι υποψιάστηκε την αλήθεια αλλά δεν επιθυμούσε να επιβεβαιωθούν οι υποψίες του.» Στο ίδιο απόσπασμα πιο πάνω γίνεται αναφορά στην υπόθεση Safiullah v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 472, όπου ακριβώς αποφασίστηκε ότι η εθελοτυφλία είναι ικανή να αποδώσει γνώση. Με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης όμως και έχοντας υπόψη την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, κρίνω ότι δεν έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία οιεσδήποτε υποψίες του κατηγορούμενου 3 που να ισοδυναμούν με τόσο σοβαρή υποψία περί επιστροφής των επιταγών κατά τις ημερομηνίες που τέθηκαν σαν ημερομηνίες πληρωμής και στην οποία υποψία ηθελημένα έκλεισε τα μάτια και δεν ρώτησε ή διερεύνησε οτιδήποτε περαιτέρω για να μην επιβεβαιώσει τις υποψίες του. Αντίθετα τα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύουν ότι ο λογαριασμός κατά την έκδοση των επιταγών αν και με χρεωστικό υπόλοιπο λειτουργούσε κανονικά και γίνονταν χρεοπιστώσεις, δεν έχει τεθεί δε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο να δημιουργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επιταγών οιεσδήποτε υποψίες ως ανωτέρω αναφέρεται. Υπενθυμίζω και εδώ ότι το Δικαστήριο δεν γνωρίζει τον τρόπο λειτουργίας του λογαριασμού κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν γνωρίζει τυχόν ύπαρξη ορίου και ποιό είναι αυτό, ούτε γνωρίζει τυχόν διευθέτηση για την πληρωμή επιταγών, και με αυτά υπόψη, δεν γνωρίζει ούτε τον λόγο που οι επιταγές τεκμ.13 και 16-20 οι οποίες εκδόθηκαν μαζί με τις επίδικες επιταγές έχουν πληρωθεί, την ίδια στιγμή που ο λογαριασμός κατά την πληρωμή τους είχε όμοια εικόνα με αυτήν που είχε όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή οι επίδικες επιταγές. Ως εκ τούτου ακόμη και να υπήρχε λέγω μαρτυρία περί γνώσης του κατηγορούμενου 3 ανά πάσα στιγμή για την κατάσταση του λογαριασμού, που επαναλαμβάνω δεν υπάρχει, με όλα τα πιο πάνω κατά νου, δεν προκύπτει η απαιτούμενη υποψία ούτε και προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε υπόψη του γεγονότα και στοιχεία κατά τον χρόνο έκδοσης που του δημιούργησαν τέτοια ισχυρή υποψία ότι όταν οι επιταγές θα παρουσιάζονταν για πληρωμή τα πράγματα θα διαφοροποιούνταν κατά τρόπο ώστε αυτές να μην πληρώνονταν. Εν πάση περιπτώσει κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε κατά την άποψη μου να ειπωθεί με δεδομένο ότι έξι επιταγές που εκδόθηκαν μαζί με τις επίδικες και προηγούνταν χρονικά (τεκμ.13 & 16-20), όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή πληρώθηκαν κανονικά. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15, 17, 19, 21, 23, 25, 27, 29 και 31 εναντίον των κατηγορούμενων 1, στις οποίες τους βρίσκω ένοχους. Απέτυχε όμως να αποδείξει τις κατηγορίες 20, 22, 24, 26, 28, 30 και 32 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 3 και συνεπώς ο εν λόγω κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες αυτές. Αναφορικά με το θέμα εξόδων και έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα αλλά και ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 3 εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο, θεωρώ ότι η ορθή διαταγή είναι η κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα και ανάλογη διαταγή εκδίδεται. (Υπ.)............. Μ.Παπαθανασίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Τελική Απόφαση/Έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα/Ανάκληση πληρωμής επιταγών χωρίς εύλογη αιτία/ Άρθρα 20, 305Α
(1)
(2)Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο