Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιαννάκης Τουμάζου, Αρ. Υπόθεσης: 3132/12, 23/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον:Π. Παπαπέτρου Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3132/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Γιαννάκης Τουμάζου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 23 Ιουλίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Δημητρίου. Για τον Κατηγορούμενο: κος Χ Λοιζου Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης. Ο κατηγορούμενος την 18η Φεβρουαρίου 2011 στον Αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Πάφου παρά την Επισκοπή της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΕΡ166, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο του Ανδρέα Πάζαρου τέως από τη Λεμεσό. 2η κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος με ακυρωθείσα εγγραφή. Ο κατηγορούμενος την 18η Φεβρουαρίου 2011 στον Αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Πάφου παρά την Επισκοπή της Επαρχίας Λεμεσού, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΕΡ166, η εγγραφή του οποίου ακυρώθηκε λόγω μετατροπών που έγιναν στο όχημα κατά παράβαση του καν. 55, δηλαδή έφερε ελαστικά τα οποία εξείχαν από το εργοστασιακό πλάτος του αμαξώματος κατά 6,5 εκατοστά σε κάθε πλευρά με αποτέλεσμα να επηρεάζονται οι διαστάσεις του. 3η κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος με ανασταλείσα άδεια κυκλοφορίας, ήτοι ο κατηγορούμενος την 18η Φεβρουαρίου 2011 στον Αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Πάφου παρά την Επισκοπή της Επαρχίας Λεμεσού, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΕΡ166, η άδεια κυκλοφορίας, του οποίου ακυρώθηκε λόγω μετατροπών που έγιναν στο όχημα κατά παράβαση κάν.55. 4η κατηγορία: Μετατροπή αμαξώματος εγγεγραμμένου μηχανοκίνητου οχήματος άνευ της αδείας του Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων, δηλαδή τοποθέτησε στο πιο πάνω όχημα ελαστικά τα οποία εξείχαν από το εργοστασιακό πλάτος του αμαξώματος κατά 6,5 εκατοστά σε κάθε πλευρά με αποτέλεσμα να επηρεάζονται οι διαστάσεις του. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία. Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της, παρουσίασε είκοσι
(20)μάρτυρες κατηγορίας, ενώ κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου 45 τεκμήρια. Ο δε κατηγορούμενος αφού κληθηκε σε απολογία και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155) επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε δε τρεις 3 μάρτυρες υπεράσπισης και κατέθεσε επιπλέον τρία 3 τεκμήρια. Πέραν των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος προέβηκε σε παραδεκτά γεγονότα τα οποία κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου σαν τεκμήριο Α και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο . Τα εν λόγω γεγονότα έχουν ως αυτολεξεί ως ακολούθως: ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ «
- Από το δυστύχημα τραυματίστηκε σοβαρά ο Αντρέας Πάζαρος (θύμα ο οποίος αφού απεγκλωβίστηκε από τα συντρίμμια του οχήματος του, μεταφέρθηκε αρχικά στο Γεν. Νοσοκομείο Λεμεσού όπου ο Δρ. Χρίστος Πηλάσας Μ2 στο κατηγορητήριο στις 18.2.11 και ώρα 07.40 έλαβε δείγμα αίματος από το θύμα για έλεγχο αλκοόλης και άλλων ουσιών τα οποία αποστάληκαν στο Γενικό Χημείο του Κράτους για εξέταση και το αποτέλεσμα τους ήταν αρνητικό. Η έκθεση της Δρ. Μαρίας Αυξεντίου κατατέθηκε στο δικαστήριο ως τεκμήριο. Στη συνέχεια λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης του το θύμα μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείου Λευκωσίας και στις 23:00 της ίδιας ημέρας υπέκυψε στα τραύματα του.
- Στις 18.2.11 και ώρα 11:00μμ η Δρ. Νίκη Παφίτου στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας εξέτασε το θύμα η οποία διαπίστωσε το θάνατο του και εξέδωσε πιστοποιητικό θανάτου το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο.
- Στις 19.2.11 ο Δρ. Σοφοκλής Σοφοκλέους Μ20 στο κατηγορητήριο στο Νεκροτομείο του Γεν. Νοσοκομείου Λευκωσίας διενέργησε τη νενομισμένη νεκροψία επί της σωρού του θύματος και αποφάνθηκε ως αιτία θανάτου «Βαριά Κρανοεγκεφαλική Κάκωση» ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα. Μεταθανάτιος Ιατροδικαστική Έκθεση καθώς και Βεβαίωση Θανάτου κατατίθενται στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια.
- Την αναγνώριση του θύματος κατά την διάρκεια της Νεκροψίας έκανε ο Σολωμός Πάζαρος, πατέρας του θύματος, στην παρουσία του Μ19 στο κατηγορητήριο Αστ. 1144 Α. Ανδρέου ο οποίος έλαβε και αριθμό φωτογραφιών κατά την διενέργεια της Νεκροψίας. Φωτογραφίες της Νεκροψίας κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο.» Πέρα της πιο πάνω μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και των παραδεκτών γεγονότων, κατατέθηκαν επίσης και 45 τεκμήρια. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν προτίθεμαι να την επαναλάβω αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ στα ουσιαστικότερα της μέρη, κατά την αξιολόγηση της για να διαφανούν και οι εκατέρωθεν θέσεις. Από την πιο πάνω μαρτυρία, προκύπτει ότι η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, είναι ότι στις 18.2.2011 περί ώρα 06:10 αλλά και πριν από την πιο πάνω ώρα, το θύμα Ανδρέας Πάζαρος οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής KRP262, στον αυτοκινητόδρομο Πάφου - Λεμεσού με κατεύθυνση την Λεμεσό παρά την έξοδο Επισκοπής. Την ίδια ώρα το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΕΡ166 το οποίο είναι ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου Γιαννάκη Τουμάζου βρισκόταν ακινητοποιημένο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου με κατεύθυνση την Λεμεσό. Αποτέλεσμα ήταν το όχημα που οδηγούσε ο Ανδρέας Πάζαρος να προσκρούσει στο πίσω μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου. Από την σύγκρουση το θύμα τραυματίστηκε θανάσιμα. Η θέση η οποία προβλήθηκε από την κατηγορούσα αρχή ήταν ότι το όχημα με αρ. Εγγραφής EEP166 οδηγείτο από πρόσωπο, το οποίο ομοιάζει με τον κατηγορούμενο και ότι αυτός εν τέλει ήταν και ο οδηγός του οχήματος. Από την άλλη, η υπεράσπιση αντεπαρέβαλε, ότι το όχημα δεν οδηγείτο σε καμιά περίπτωση από τον κατηγορούμενο και ότι δεν αποδείχθηκε ενώπιον του δικαστηρίου με οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο οδηγός του οχήματος είναι ο κατηγορούμενος. Δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι εντός του οχήματος υπήρχε οδηγός, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν αποδέχτηκε η υπεράσπιση ότι ο οδηγός του οχήματος τον επίδικο χρόνο ήταν ο κατηγορούμενος. Ήταν η θέση της ενώπιον του δικαστηρίου ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος στις 18.2.11 οδήγησε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΕΕΡ166 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Πάφου με κατεύθυνση την Λεμεσό και το ακινητοποίησε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του εν λόγω αυτοκινητόδρομου με αποτέλεσμα το θύμα να κτυπήσει στο όχημα του. Εν κατακλείδι δε ο κ. Χ΄ Λοίζου εισηγήθηκε ότι δεν συνάδει με την κοινή λογική να ήταν οδηγός του οχήματος με αρ. Εγγραφής EEP166 ο κατηγορούμενος, να επέλθει τόση σφοδρή σύγκρουση των δύο οχημάτων, με αποτέλεσμα τα οχήματα να μετατοπιστούν σε τόσο μεγάλη απόσταση, και ο κατηγορούμενος αν ήταν τελικά ο οδηγός του οχήματος να μην τραυματιζόταν έστω και ελάχιστα, σ΄ αντίθεση με τον οδηγό του άλλου οχήματος, ο οποίος τραυματίστηκε θανάσιμα. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο ΜΚ1 κατέθεσε ο Αστ 1611 Μ Χρυσάνθου, ο οποίος επισκέφθηκε στις 18/2/11 και περί ώρα 0720 την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβη στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Πάφου με κατεύθυνση τη Λεμεσό παρά την έξοδο της Επισκοπής που έγινε την ίδια ημέρα και περί ώρα
- Ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα και με βάση αυτό ετοίμασε σχέδιο επί κλίμακας τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα. Επίσης έλαβε φωτογραφίες της σκηνής του δυστυχήματος, τις οποίες τις έδεσε σε βιβλιάριο και τις κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο
- Η κατάθεση του μάρτυρα, το πρόχειρο σχεδιαγράφημα, το σχέδιο επί κλίμακας καθώς και οι φωτογραφίες βρίσκονται ενώπιον του δικαστηρίου ως τεκμήρια 1,2,3,4 αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα ευρήματα του μάρτυρα, το δυστύχημα συνέβηκε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του εν λόγω αυτοκινητόδρομου, με κατεύθυνση την Λεμεσό. Εμπλεκόμενα οχήματα ήταν το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΕΡ 166 το οποίο ανήκει στον κατηγορούμενο και το όχημα με αρ. εγγραφής KRP 262 το οποίο οδηγούσε ο Ανδρέας Πάζαρος (θύμα). Το όχημα του θύματος προσέκρουσε στο πίσω μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου. Στις φωτογραφίες που κατατέθηκαν (τεκμ 4) φαίνονται οι εξωτερικές ζημιές και των δύο οχημάτων ενώ εσωτερικές ζημιές φαίνονται μόνο στο όχημα του θύματος. Σύμφωνα δε με τον ΜΚ1, δεν υπάρχουν φωτογραφίες που να αποτυπώνουν το εσωτερικό μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου και ο ίδιος δεν προέβη σε οποιεσδήποτε εξετάσεις οι οποίες να αφορούσαν το εσωτερικό μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου. Σε σχέση με το μέρος της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, που αφορά το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο αποτελεί ουσιαστικά και τη πραγματική μαρτυρία καθώς επίσης και τα συμπεράσματα του επί αυτής, με βάση τα ευρήματα του, έχει αποφασιστεί από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία του προσεγγίζεται με την μαρτυρία του εμπειρογνώμονα που σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο για να καταλήξει στα δικά του ευρήματα αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα συνυπολογίζοντας και ελέγχοντας και την ορθότητα της υπόλοιπης μαρτυρίας που έχει ενώπιον του. Θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελεχθεί η ακρίβεια των συμπερασμάτων του (βλ. Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Eπίσης, έχει λεχθεί σε σωρεία αποφάσεων ότι η πραγματική μαρτυρία δεν αποδεικνύει πώς έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί πολύτιμο υλικό με βάση το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα για τις συνθήκες που επεσυνέβη ένα δυστύχημα (βλ. Meshiou v. Eleftheriou
(1982)1 C.L.R. 486 και Charalambous and another v. Kaifas
(1986)1 C.L.R. 278). Περαιτέρω, η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας ποικίλει ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα (βλ. Κονναρή v. Κυριάκου
(1996)1 Α Α.Α.Δ. 267 Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Από τη πραγματική μαρτυρία που κατέθεσαν οι μάρτυρες στο Δικαστήριο, δή ο ΜΚ1αποδέχομαι τις φωτογραφίες που λήφθηκαν από τον Μ.Κ.1 (τεκμήριο 4) και απεικονίζουν τη σκηνή του δυστυχήματος και τα ενεχόμενα οχήματα. Οι φωτογραφίες αυτές κατατέθηκαν στο Δικαστήριο χωρίς ένσταση, δεν έτυχαν αμφισβήτησης σε σχέση με την αυθεντικότητα τους και ούτε έχει προκύψει οτιδήποτε που να δείχνει ότι αυτές δεν παρουσιάζουν την πραγματική εικόνα ή ότι αλλοιώθηκαν ή έτυχαν οποιασδήποτε επέμβασης. Επομένως, κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να μην τις αποδεκτώ και ως εκ τούτου τις αποδέχομαι. Επίσης, αποδέχομαι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμ. 3) που ετοιμάστηκε από τον Μ.Κ.1 και ότι αυτό απεικονίζει το δρόμο όπου έγινε το επίδικο δυστύχημα. Επίσης, αποδέχομαι όλες τις μετρήσεις που φαίνονται στο σχέδιο αφού αυτές λήφθηκαν από τον Μ.Κ.1 κατά την επίσκεψη του στη σκηνή, αφού αυτές δεν έτυχαν αμφισβήτησης και ούτε έχει προκύψει οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι είναι λανθασμένες. Όπως φαίνεται στο σχέδιο αλλά εξηγήθηκε και από τους μάρτυρες, ο δρόμος στο σημείο όπου επεσυνέβει το τροχαίο δυστύχημα έχει πλάτος 7 μέτρα και είναι ασφάλτινος. Η κάθε λωρίδα κυκλοφορίας ήταν πλάτος 3.50 μ. Στη Νότια πλευρά του δρόμου υπήρχε μικρή ασφάλτινη προέκταση πλάτους 1,10 εκ. Ο δρόμος ήταν ευθύς και η στροφή που υπάρχει ήταν σε μεγάλη απόσταση από το σημείο που επεσυνέβει το δυστύχημα. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας επανέλαβε ότι η στροφή που υπάρχει κοντά στο σημείο που έγινε το δυστύχημα δεν επηρεάζει σε καμιά περίπτωση την ευθεία του δρόμου και ως εκ τούτου δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο στην ορατότητα των οδηγών που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι δεν εξέτασε αν υπήρχαν εσωτερικές ζημιές στο όχημα με αρ. εγγρ EEP166 παρά μόνο διαπίστωσε ότι το όχημα είχε υποστεί εξωτερικές ζημιές. Ο μάρτυρας εξήγησε στο Δικαστήριο μετά από ερωτήσεις που του τέθησαν από την υπεράσπιση το σχέδιο επι κλίμακος το οποίο ετοίμασε και ανάλυσε όλα τα ευρήματα που ανηύρε στην σκηνή του δυστυχήματος και τα οποία τοποθέτησε επί του σχεδιαγραφήματος. Αποδέχομαι όλη την μαρτυρία του ΜΚ1 αφού ουσιαστικά ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση σε σχέση με τις ενέργειες και τα ευρήματα του κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος. Αν σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του ο μάρτυρας υπέπεσε σε ορισμένες αντιφάσεις θεωρώ ότι αυτές δεν είναι τέτοιες οι οποίες να με οδηγήσουν στο να απορρίψω την μαρτυρία του. Θεωρώ ότι ο μάρτυρας αυτός παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με μοναδικό σκοπό να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο γι αυτό και οι απαντήσεις του ήταν ευθείς χωρίς ίχνος υπεκφυγής ή άρνησης σε σχέση με τις ενέργειες του κατα την διερεύνηση του δυστυχήματος. Ως εκ τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της. Ο ΜΚ4 ήταν ο Κυριάκος Ευσταθίου, ο οποίος αφού υιοθέτησε την κατάθεση την οποία έδωσε στην Αστυνομία την κατάθεσε ως τεκμήριο Σύμφωνα με την κατάθεση του ο μάρτυρας την ημέρα του δυστυχήματος και περί ώρα 05:48 οδηγούσε το όχημα του στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Πάφου παρά την έξοδο της Επισκοπής και βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση τη Λεμεσό. Ενώ οδηγούσε το όχημα του, είδε ένα όχημα, το οποίο στη συνέχεια αναγνώρισε στον Αστυνομικό Σταθμό Πισσουρίου, να είναι ακινητοποιημένο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με τα φώτα αναμμένα. Ήταν η θέση του ότι, είδε τα <stop lights> αναμμένα , ελάττωσε ταχύτητα και κόρναρε για να μην εισέλθει στην πορεία του το εν λόγω όχημα. Όταν δε αντιλήφθηκε ότι το εν λόγω όχημα δεν μετακινήθηκε, συνέχισε την πορεία του. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι γύρω στις 5:30, ώρα κατά την οποία ο ίδιος οδηγούσε το λεωφορείο, ήταν σκοτεινά γιατί ήταν Χειμώνας. Η ταχύτητα του ήταν στο ανώτατο όριο, δηλαδή περίπου 90 - 95 χλμ την ώρα αφού στο λεωφορείο του υπάρχει «κόφτης». Ήταν η θέση του ότι όπως ο ίδιος αντιλήφθηκε, ειδικά από το γεγονός ότι τα « stop - lights» του οχήματος ήταν «πατημένα συνεχώς» υπήρχε κάποιος οδηγός στο τιμόνι ο οποίος πατούσε και τα σχετικά «stop lights». Δεν ήταν σε καμιά περίπτωση σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σε σχέση με το πρόσωπου του οδηγού αλλά και τα χαρακτηριστικά του. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε αρκετά καλή εντύπωση, απαντούσε με ευθύτητα και σαφήνεια τις ερωτήσεις τόσο της κατηγορούσας αρχής όσο και της υπεράσπισης και δεν διαπίστωσα οποιεσδήποτε αντιφάσεις οι οποίες να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Ο ΜΚ5 ήταν ο Αστ. 407 Α Κανάρης ο οποίος αφού υιοθέτησε τη κατάθεση που έκανε σε σχέση με τις ενέργειες του ίδιου κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος και η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο η οποία βρίσκεται κατατεθειμένη ενώπιον του Δικαστηρίου, μετά από δίκη εντός δίκης που διεξήχθη στα πλαίσια της ακρόασης της υπόθεσης και στη οποία αποφασίστηκε ότι δεν παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα του κατηγορουμένου. Ο μάρτυρας αυτός αντεξετάστηκε σε σχέση με την εξέταση που έτυχε ο κατηγορούμενος από το Τμήμα Α΄ Βοηθειών στο Γεν. Νοσοκομείο Λεμεσού. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος κατά την σύλληψη του εξετάστηκε από τον Δρ. Ι. Ιωάννου η ώρα 18:30 στις 18.2.11 και ότι ο Δρ. Ιωάννου δεν βρήκε απολύτως καμιά σωματική βλάβη στον κατηγορούμενο ούτε καν μώλωπα. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί το αποτέλεσμα της εξέτασης από τον Δρ. Ι. Ιωάννου. Παρόλο που στη μαρτυρία του αυτού υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις δεν θεωρώ ότι είναι τέτοιες, οι οποίες να με οδηγήσουν να απορρίψω τη μαρτυρία του. Την αποδέχομαι στο σύνολο της. Ως ΜΚ6 κατάθεσε ο Αστ 3908 Α Φρεσνίτο ο οποίος κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την κατάθεση του (τεκμ 14) στην οποία καταγράφονται όλες οι ενέργειες του μάρτυρα την ημέρα του δυστυχήματος. Ήταν η θέση του Αστ. 68 ότι περί ώρα 08:30 διενήργησε τελικό έλεγχο αλκοόλης στον κατηγορούμενο με ένδειξη 39mg αντί 22mg προχώρησε δε περαιτέρω στην κατάθεση της απόδειξης του αποτελέσματος της τελικής εξέτασης αλκοόλης στην οποία υποβλήθηκε ο κατηγορούμενος ως τεκμ
- Ως ΜΚ8, κατέθεσε ο Αστ 68 Γ. Γιακουμή . Στην κατάθεση του τεκμ26 ανέφερε ότι περί ώρα 06:10 δέχτηκε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο ο οποίος του κατάγγειλε την κλοπή του αυτοκινήτου του με αρ εγγραφής ΕΕΡ 166 το οποίο είχε σταθμευμένο έξω από το περίπτερο της Μαρίας στο χωριό Αυδήμου. Ήταν η θέση του ότι κατά την διάρκεια του καθήκοντος του στις 17/2/11 και περί ώρα 23:45 και αργότερα στις 18/2/11 και περί ώρα 00:40 περιπόλησε το σημείο που ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος ότι είχε σταθμευμένο το όχημα του αλλά δεν το εντόπισε. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε σε σχέση με τις ενέργειες του τον επίδικο χρόνο αλλά και την συνομιλία που είχε με τον κατηγορούμενο το επίδικο πρωϊνό (δηλαδή γύρω στις 06:10) της ίδιας ημέρας σε σχέση με την καταγγελία που αφορούσε την κλοπή του οχήματος του. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος τραύλιζε δεν έδινε ευθείς απαντήσεις γι΄ αυτό και ο ίδιος συμπέρανε ότι ο κατηγορούμενος πιθανόν να ήταν πιωμένος. Ο συνήγορος υπεράσπισης αντεξέτασε τον μάρτυρα σε σχέση με τον χώρο που βρίσκεται το περίπτερο της Μαρίας, χώρο κατά τον οποίον ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος ότι είχε σταθμεύσει το όχημα του. ΄Ηταν η θέση της υπεράσπισης ότι ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναφέρει με ασφάλεια στο Δικαστήριο για το αν πράγματι έλεγξε τα οχήματα τα οποία ήταν σταθμευμένα στο χώρο στάθμευσης του περιπτέρου και αν πράματι θα μπορούσε να ήταν σε θέση με ασφάλεια να αναφέρει για το αν το όχημα του κατηγορούμενου ήταν σταθμευμένο όντως στον συγκεκριμένο χώρο. Επανέλαβε δε ότι κατά τους δύο ελέγχους που έκανε το βράδυ της προηγούμενης νύχτας και το πρωί της επομένης δεν εντόπισε το όχημα του κατηγορουμένου να ήταν παρκαρισμένο εκεί. Δέχτηκε δε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ότι κλάπηκε το όχημα του κατηγορούμενου κατά την διάρκεια της περιπολίας του. Αξιολογώντας την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, θεωρώ ότι γενικά ο μάρτυρας είπε την αλήθεια στο δικαστήριο σε σχέση με τις ενέργειες του τόσο κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος όσο και για τις ενέργειες που ο ίδιος προέβη μετά την καταγγελία από τον κατηγορούμενο για την κλοπή του οχήματος του. Δεν μπορώ να δεχθώ όμως την μαρτυρία του μάρτυρα σε σχέση με τις ενέργειες αλλά και τους ελέγχους που ο ίδιος έκανε την προηγούμενη νύχτα και νωρίς το πρωί της ίδιας ημέρας και πρίν γίνει η σχετική καταγγελία από τον κατηγορούμενο για την κλοπή του οχήματος. Δεν είναι δυνατόν αλλά ούτε και μπορεί κάποιος να στηριχθεί με ασφάλεια και να προβεί σε εύρημα ότι ο Αστ. 68, Γιακουμής, παρόλο που δεν γνώριζε για την καταγγελία της κλοπής του οχήματος του κατηγορούμενου και άρα δεν έψαχνε για τον εντοπισμό του εν λόγω οχήματος, να μπορεί να θυμηθεί ότι πράγματι το όχημα του κατηγορούμενου δεν βρισκόταν σταθμευμένο στο συγκεκριμένο χώρο. Στο μέρος λοιπόν αυτό της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα δεν μπορεί να γίνει αυτή να γίνει δεκτή. Δέχομαι όμως τις υπόλοιπες ενέργειες του μάρτυρα ως αληθινές και αποδέχομαι την θέση του. Ως ΜΚ9 κατέθεσε ο Δώρος Δημητριάδης υπάλληλος του Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικής Υπηρεσίας. Αναφέρει λεπτομερώς για τον τύπο και τα χαρακτηριστικά του οχήματος του κατηγορουμένου, με αρ. εγγραφής ΕΕΡ
- Ήταν η θέση του ότι στο όχημα του κατηγορούμενου εξήχαν τα ελαστικά γι΄ αυτό και δεν πέρασε τον σχετικό έλεγχο για να εκδοθεί το σχετικό πιστοποιητικό καταλληλότητας. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε από την Υπεράσπιση. Ανάφερε ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την κατάσταση του εν λόγω οχήματος τον επίδικο χρόνο δηλ. στις 17.2.11 και 18.2.11 αφού από το 1995 δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την κατάσταση του οχήματος. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι η πρώτη φορά που είδε το όχημα του κατηγορουμένου ήταν στις 4.3.
- Ως ΜΚ10 κατέθεσε ο Α/Λοχ 4745 Α. Ηλία ο οποίος αφού υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στη Αστυνομία αυτή κατατέθηκε ως τεκμ
- Ανέφερε ότι κατά την διάρκεια της περιπολίας του στις 17 και 18/2/11 δεν είδε το όχημα του κατηγορούμενου να βρίσκεται στο σημείο όπου ισχυρίστηκε ο ίδιος ότι το είχε σταθμεύσει. Ήταν η θέση του ότι γνωρίζει το όχημα του κατηγορούμενου, γιατί αυτό είχε εμπλακεί παλαιότερα σε θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα με εγκατάλειψη σκηνής δυστυχήματος όταν αυτός εργαζόταν στο τμήμα Τροχαίας Λεμεσού. Επιπλέον δε ανέφερε ότι αρχές του έτους 2010, ενώ βρισκόταν μηχανοκίνητη περιπολία με άλλους συναδέλφους του, εντόπισε το όχημα του κατηγορούμενου σταματημένο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας παρά το χωριό Αυδήμου και τον ίδιο τον κατηγορούμενο να κοιμάται στην θέση του οδηγού ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης. Ήταν η θέση του, ότι ο λόγος που είναι σίγουρος ότι δεν είδε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου έξω από το περίπτερο της Μαρίας, ήταν γιατί ο χώρος δεν ήταν περιφραγμένος και ότι ο ίδιος κατά καιρούς ελέγχει και οχήματα αλλά και το κτίριο. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν σε θέση να ελέγχει με ασφάλεια τα οχήματα που βρίσκονταν εκεί. Αναγνώρισε από το Τεκμήριο 4 και την φωτογραφία 9 το όχημα του κατηγορούμενου. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι πράγματι δεν είχε λόγο να κοιτάξει τα οχήματα που ήταν παρκαρισμένα έξω από το περίπτερο, ούτε και το επίδικο βράδυ είχε οποιοδήποτε λόγο να ελέγξει οχήματα ή κτίρια. Δεν ήταν σε θέση να πει στο δικαστήριο πόσα οχήματα είδε στην περιοχή το επίδικο βράδυ τι τύπους οχημάτων αλλά ούτε και τον αριθμό τους. Παρόλα αυτά ήταν σίγουρος ότι το όχημα του κατηγορούμενου δεν ήταν σε εκείνο το χώρο δηλ. στην πλατεία του περιπτέρου, γιατί στο παρελθόν είχε εξετάσει υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και γνώριζε το αυτοκίνητο του. Ήταν επίσης η θέση του , ότι η στιγμή που έμαθε ο ίδιος ότι το όχημα του κατηγορουμένου ήταν εμπλεκόμενο σε θανατηφόρο δυστύχημα ήταν όταν επέστρεψε στον σταθμό και ενημερώθηκε από τους συναδέλφους του. Ο ίδιος είδε τον κατηγορούμενο στον Αστ. Σταθμό την ώρα που ο ίδιος κατάγγελλε την κλοπή του οχήματος του, δεν ανάφερε όμως οτιδήποτε στον κατηγορούμενο ότι όταν πέρασε από το συγκεκριμένο σημείο κατά την περιπολία δεν εντόπισε το όχημα. Παρόλο που ο μάρτυρας αυτός δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις στην μαρτυρία του θεωρώ ότι αυτή μπορεί να γίνει δεκτή στον βαθμό που συνάδει με την κοινή λογική. Δεν είναι δυνατόν σε ανύποτπο χρόνο, αφού ο μάρτυρας στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχε κανένα λόγο να ελέγξει συγκεκριμένα αυτοκίνητα τα οποία να ήταν παρκαρισμένα στο χώρο στάθμευσης έξω από το περίπτερο της Μαρίας «Το Γεφύρι», να παρουσιάζεται τόσο σίγουρος για το αν πράγματι το όχημα του κατηγορούμενου ήταν εκεί ή όχι. Δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να ελέγχει με τόση λεπτομέρεια τα οχήματα τα οποία ήταν σταθμευμένα στο επίδικο σημείο ειδικότερα δε όταν αυτά βρίσκονται σταθμευμένα και δεν δημιουργούν οποιεδήποτε υποψίες. Δεν συνάδει δε με την κοινή λογική και αφού ο ίδιος προέβη σε αυτούς τους ελέγχους, από την στιγμή που ενημερώθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατήγγειλε την κλοπή του οχήματος του να μην ανέφερε ότιδήποτε τόσο στον ίδιο όσο και στους συναδέλφους του που εξέταζαν τη συγκεκριμένη καταγγελία ότι δηλ. κατα την περιπολία του το προηγούμενο βράδυ ήταν βέβαιος ότι το όχημα του κατηγορούμενου δεν ήταν σταθμευμένο στο χώρο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του. Απορρίπτω λοιπόν σ΄ αυτό το σημείο την μαρτυρία του. Κατά τα λοιπά την δέχομαι ως αξιόπιστη. Ως ΜΚ11 κατέθεσε η Μαρία Ζένιου η οποία αφού υιοθέτησε την κατάθεση της την κατάθεσε ως τεκμ
- Η μάρτυρας ήταν η ιδιοκτήτρια του περιπτέρου με την ονομασία ΄΄Το Γεφύρι΄΄ στην Αυδήμου. Η μάρτυρας ανέφερε ότι μπροστά από το μαγαζί της υπήρχε υπόστεγο το οποίο μια εβδομάδα πριν από το δυστύχημα έκλεισε με γυψοσανίδες και ως εκ τούτου δεν υπήρχε πρόσβαση σε κανένα. Στις 17/2/11 και περί ώρα 17:00 όταν έκλεισε το περίπτερο της δεν υπήρχε κανένα πρόσωπο μέσα σε αυτό. Ήταν η θέση της , η οποία εκφράστηκε τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και από την αντεξέταση ότι στο υποστατικό της διεξάγονταν οικοδομικές εργασίες για να κλείσει μέρος αυτού με γυψοσανίδα. Ανέφερε δε, ότι τις ώρες που το περίπτερο ήταν κλειστό ή όπου είχε εργάτες δεν μπορούσε κανείς να παίξει στα μηχανάκια γιατί ήταν επικίνδυνο. Η μάρτυρας αυτή ήταν ειλικρινής και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στην μαρτυρία της και ως εκ τούτου την αποδέχομαι στο σύνολο της. Ως ΜΚ12 κατέθεσε ο Α/Αστ 2611 ο οποίος στην κατάθεση του τεκμ.31 ανέφερε ότι περί ώρα 0620 μαζί με τον Αστ 3526 μετέβηκε στην σκηνή τροχαίου δυστυχήματος. Στην κυρίως εξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου ο μάρτυρας ανέφερε ότι πέραν των ενεργειών που έκανε και οι οποίες αναφέρονται στην κατάθεση του, έλεγξε και το μπροστινό εσωτερικό μέρος οχήματος αλλά δεν διαπίστωσε οποιεσδήποτε ζημιές που να δικαιολογούσαν κάποιο τραυματισμό. Διευκρίνισε δε, ότι δεν υπήρχε καμιά ζημιά ούτε στο τιμόνι ούτε στο ταμπλό του οχήματος αλλά ούτε πουθενά αλλού στο εσωτερικό του μέρος. Ο μάρτυρας αυτός δεν ανάφερε σε κανένα σημείο της κατάθεσης του αλλά ούτε και στην κυρίως εξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου σε ποιο αυτοκίνητο αναφερόταν, ποιό αυτοκίνητο εξέτασε και πως κατέληξε σ΄ αυτά τα ευρήματα. Στη κυρίως εξέταση του ο μάρτυρας, παρόλο που στην κατάθεση του ανάφερε ότι προέβη σε κάποιες εξετάσεις στην σκηνή του δυστυχήματος δεν ερωτήθηκε από την κατηγορούσα αρχή για να αναφέρει ποιο όχημα εξέτασε τον επίδικο χρόνο, αμέσως δηλαδή μετά το δυστύχημα και αν προέκυψε οτιδήποτε από τις εξετάσεις του σε σχέση με το εν λόγω όχημα. Η μαρτυρία του όπως έχει παρουσιαστεί από την Κατηγορούσα Αρχή δεν είναι καθόλου βοηθητική προς το δικαστήριο για να εξάξει αυτό ασφαλή συμπεράσματα ή έστω για να ενισχύσει την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής. Ο ΜΚ 13 Αστ 370 Σ. Σεργίου ανέφερε ότι υπηρετεί στις Βρετανικές Βάσεις .Στην κατάθεση του τεκμ 32 ανέφερε ότι στις 17.4.2010 μετά από πληροφορία και περί ώρα 0400 μετέβηκε μαζί τον Αστ. 356 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού -Πάφου με κατεύθυνση την Πάφο. Κοντά στην έξοδο του χωριού Παραμάλι εντόπισε το όχημα με αρ. εγγρ. ΕΕΡ 166 σταθμευμένο στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου και συγκεκριμένα στο παγκέτο του δρόμου, με τη μηχανή του οχήματος του αναμμένη και τον οδηγό του , που ήταν ο κατηγορούμενος να κοιμάται στο κάθισμα του οδηγού. Τον ξύπνησαν τον υπέβαλαν σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης και στην συνέχεια στον Αστυνομικό Σταθμό Ακρωτηρίου σε τελικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη 67 mg αντί 22mg. Στον βαθμό που η μαρτυρία αυτή αφορά την υπόθεση, την αποδέχομαι, θα ασχοληθώ όμως με το θέμα που προκύπτει από αυτή την μαρτυρία κατωτέρω. Ο ΜΚ14 ήταν ο Σάββας Πολυκάρπου ο οποίος αφού υιοθέτησε την κατάθεση του και το περιεχόμενο της αυτή κατατέθηκε τεκμ
- Σύμφωνα με τον ίδιο στις 18/2/11 και περί ώρα 0515-0530 ενώ οδηγούσε το όχημα του στον αυτοκινητόδρομο Πάφου - Λεμεσού με κατεύθυνση την Λεμεσό, είδε ένα όχημα, το οποίο στη συνέχεια αναγνώρισε στον Αστυνομικό Σταθμό Πισσουρίου, ότι ήταν αυτό του κατηγορουμένου, πριν την έξοδο της Επισκοπής να βρίσκεται ακινητοποιημένο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου. Ο ίδιος πέρασε από αριστερά και φώναξε στον οδηγό του οχήματος ο οποίος ήταν σκυμμένος και πιθανόν να κοιμόταν όπως ανέφερε. Ήταν η θέση του όπως αυτή εκφράστηκε στη κυρίως εξέταση ότι ο οδηγός, ο οποίος ήταν φαλακρός, όπως ήταν σκυμμένος του έγνεψε για να φύγει. Αυτός φοβήθηκε μήπως ο οδηγός ήταν μεθυσμένος και γι΄ αυτό συνέχισε την πορεία του. Κατά την κυρίως εξέταση, ο μάρτυρας ανάφερε επίσης σε ερώτηση της κατηγορούσας αρχής ότι αυτός σταμάτησε το όχημα του δίπλα από το όχημα που βρισκόταν ακινητοποιημένο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, άνοιξε το παράθυρο του και φώναξε στον οδηγό. Η ταχύτητα του σύμφωνα με τον ίδιο ήταν γύρω στα 100 km. Κατά την αντεξέταση, ο μάρτυρας αυτός αμφισβητήθηκε αναφορικά με το περιεχόμενο της κατάθεσης την οποία έδωσε στην αστυνομία σε σχέση με τα όσα ο ίδιος ανάφερε στο Δικαστήριο. Αμφισβητήθηκαν τα όσα ο ίδιος ανάφερε στο δικαστήριο σε σχέση με τις ενέργειες τις οποίες έκανε την στιγμή που ο ίδιος αντιλήφθηκε το συγκεκριμένο όχημα να είναι ακινητοποιημένο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας αφού ήταν η θέση του κ. Χ Λοίζου ότι διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους. Ενώ στην κατάθεση που ο ίδιος έδωσε στην Αστυνομία αμέσως μετά το δυστύχημα δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες σε σχέση με χαρακτηριστικά του οδηγού του οχήματος, στην κυρίως εξέταση του ενώπιον του δικαστηρίου, ανέφερε ότι, αυτός, δηλαδή ο οδηγός, ήταν φαλακρός. Επιπλέον δε ο μάρτυρας κατέθεσε, ότι ο ίδιος δεν ελάττωσε μόνο την ταχύτητα του οχήματος του αλλά σταμάτησε και μετά άνοιξε το παράθυρο του και φώναξε στον οδηγό. Σύμφωνα με την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ο μάρτυρας αναφέρει τα εξής: «πέρασα από δίπλα του από τα αριστερά και ελάττωσα, κατέβασα το παράθυρο μου και του φώναξα τι κάμνεις δαμέ ; Πρόσεξα ότι στην θέση του οδηγού καθόταν ένας άντρας, ο οποίος ήταν σκυμμένος πάνω στο τιμόνι του αυτοκινήτου και πιθανόν να κοιμόταν. Εγώ του έβαλα τις φωνές και χωρίς να σηκώσει πάνω το κεφάλι του, μου έγνεψε με το χέρι του να φύγω. Δεν είδα το πρόσωπο του ούτε τα χαρακτηριστικά του». Θεωρώ, αξιολογώντας την μαρτυρία αυτή του μάρτυρα, ότι αυτός δεν είπε την αλήθεια στο δικαστήριο. Δεν νοείται ένας οδηγός ο οποίος οδηγεί το όχημα του με ταχύτητα 100χλμ την ώρα επί αυτοκινητοδρόμου την συγκεκριμένη ώρα, όπως ο ίδιος αναφέρει στην κατάθεση του, και ο οποίος δίνει κατάθεση στην αστυνομία αμέσως μετά το δυστύχημα, μια κατάθεση για ένα τόσο σοβαρό δυστύχημα, να μην δίνει αυτές τις λεπτομέρειες οι οποίες έχουν άμεση σχέση με τον οδηγό του οχήματος, τα χαρακτηριστικά του και να τις αναφέρει 3 και πλέον έτη μετά το δυστύχημα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στη προφορική του μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου δίνει τόσες λεπτομέρειες που ουσιαστικά αυτές τείνουν να δώσουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του οδηγού του οχήματος. Στην κατάθεση του στην Αστυνομία ανέφερε ότι αυτό το οποίο έκανε τον επίδικο χρόνο ήταν να ελαττώσει ταχύτητα, να ανοίξει το παράθυρο του και να φωνάξει στον οδηγό. Ενώπιον του δικαστηρίου και στην κυρίως εξέταση του ανάφερε ότι αυτό που έκανε τελικά ήταν να σταματήσει το όχημα του να ανοίξει το παράθυρο του και να φωνάξει στον οδηγό. Περαιτέρω δε ενώ στην κατάθεση του στην αστυνομία, ο ίδιος δεν πρόσεξε κανένα χαρακτηριστικό του οδηγού, ενώπιον του δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι ο οδηγός ήταν φαλακρός. Επιπλέον δε η μαρτυρία του βρίσκεται σε αντίθεση και με τη μαρτυρία άλλου μάρτυρα που η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε. Η μαρτυρία του βρίσκεται σε αντι΄θεση και δεν συνάδει με την μαρυτρία του ΜΚ4, Ευσταθίου ο οποίος ανάφερε ότι γύρω στις 5:30 όταν είδε το εν λόγω όχημα του κατηγορουμένου να βρίσκεται ακινητοποιημένο στην δεξιά λωρίδα ήταν νύχτα, ήταν χειμώνας και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί ή να δει οτιδήποτε. Προχωρώντας περαιτέρω θα ήθελα να αναφέρω και τα εξής σε σχέση με αυτή την μαρτυρία. Ακόμα και να γινόταν αποδεκτή η μαρτυρία του μάρτυρα, το Δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει στην συνέχεια κατά πόσο μπορούν να εφαρμοστούν οι αρχές οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής και αφορούν το θέμα της αναγνώρισης αγνώστων προσώπων κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Όπως έχει νομολογηθεί, η μαρτυρία που στηρίζεται σε αναγνώριση θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη σχολαστικότητα και αυστηρότητα για να αποφεύγεται η πιθανότητα σφάλματος. Από πολύ παλαιά η Αγγλική νομολογία αντιλήφθηκε, την ανάγκη εκεί όπου η διάπραξη ενός αδικήματος δεν αμφισβητείται αλλά αμφισβητείται η αναγνώριση του κατηγορούμενου, η αναγνώριση πρέπει να είναι καλής ποιότητας. Μόνο όπου υπάρχει βεβαιότητα σε βαθμό που να εξουδετερώνει το ενδεχόμενο λάθους, θα προχωρήσει το Δικαστήριο σε καταδίκη του κατηγορουμένου με βάση μόνο την αναγνώριση. Στην υπόθεση Scott & another v. R.
(1989)2 All E.R.305, τονίστηκε ότι αν η αναγνώριση είναι η μοναδική μαρτυρία η οποία συνδέει τον κατηγορούμενο με τη διάπραξη του αδικήματος, τότε πρέπει να δίδεται προειδοποίηση προς τους ενόρκους, έτσι ώστε να υπάρχει ο αναγκαίος προβληματισμός για την ορθότητα και την ακρίβεια της αναγνώρισης. Στην υπόθεση Mills & others v. R.
(1995)3 All E.R.865, τονίστηκε ότι ένας καθ' όλα ειλικρινής μάρτυρας μπορεί να κάμει λάθος και το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να προειδοποιήσει τους ενόρκους. Στην υπόθεση R v. Turnbull & others
(1976)3 All E.R.549, τέθηκαν κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με την αναγνώριση. Υπογραμμίσθηκε πως η οπτική αναγνώριση υπόπτων (visual identification), πολλές φορές μπορεί να οδηγήσει σε αδικία και έτσι το Δικαστήριο πρέπει να παίρνει τέτοιες προφυλάξεις ώστε να μειώνει τον κίνδυνο. Οι κατευθυντήριες γραμμές τέθηκαν σε συσχέτιση με το σύστημα ενόρκων που υπάρχει στην Αγγλία. Στην Κύπρο δεν υπάρχει βέβαια αυτό το σύστημα αλλά το Δικαστήριο από μόνο του οφείλει να περάσει τη μαρτυρία αναγνώρισης μέσα από το ίδιο αποδεικτικό κόσκινο. Οι κατευθυντήριες αρχές όπως τέθηκαν στην υπόθεση Turnbull (ανωτέρω) είναι οι ακόλουθες: « First, whenever the case against an accused depends wholly or substantially on the correctness of one or more identifications of the accused which the defence alleges to be mistaken, the judge should warn the jury of the special need for caution before convicting the accused in reliance on the correctness of the identification or identifications. In addition he should instruct them as to the reason for the need for such a warning and should make some reference to the possibility that a mistaken witness can be a convincing one and that a number of such witnesses can all be mistaken. Provided this is done in clear terms the judge need not use any particular form of words. Secondly, the judge should direct the jury to examine closely the circumstances in which the identification by each witness came to be made. How long did the witness have the accused under observation? At what distance? In what light? Was the observation impeded in any way, as for example by passing traffic or a press of people? Had the witness ever seen the accused before? How often? If only occasionally, had he any special reason for remembering the accused? How long elapsed between the original observation and the subsequent identification to the police? Was there any material discrepancy between the description of the accused given to the police by the witness when first seen by them and his actual appearance? If in any case, whether it is being dealt with summarily or on indictment, the prosecution have reason to believe that there is such a material discrepancy they should supply the accused or his legal advisers with particulars of the description the police were first given. In all cases if the accused asks to be given particulars of such descriptions, the prosecution should supply them. Finally, he should remind the jury of any specific weaknesses which had appeared in the identification evidence. Recognition may be more reliable than identification of a stranger; but, even when the witness is purporting to recognise someone whom he knows, the jury should be reminded that mistakes in recognition of close relatives and friends are sometimes made. All these matters go to the quality of the identification evidence. If the quality is good and remains good at the close of the accused's case, the danger of a mistaken identification is lessened; but the poorer the quality, the greater the danger. In our judgment, when the quality is good, as for example when the identification is made after a long period of observation, or in satisfactory conditions by a relative, a neighbour, a close friend, a workmate and the like, the jury can safely be left to assess the value of the identifying evidence even though there is no other evidence to support it; provided always, however, that an adequate warning has been given about the special need for caution. Were the courts to adjudge otherwise, affronts to justice would frequently occur. When, in the judgment of the trial judge, the quality of the identifying evidence is poor, as for example when it depends solely on a fleeting glance or on a longer observation made in difficult conditions, the situation is very different. The judge should then withdraw the case from the jury and direct an acquittal unless there is other evidence which goes to support the correctness of the identification. This may be corroboration in the sense lawyers use that word; but it need not be so if its effect is to make the jury sure that there has been no mistaken identification. Οι πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές δεν αποτελούν κανόνα δικαίου, βοηθούν όμως το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας την ανθρώπινη πείρα να αποκλείσει τις περιπτώσεις σφάλματος. Η υπόθεση Turnbull υιοθετήθηκε σε πολλές Κυπριακές αποφάσεις, μεταξύ των οποίων οι Rossides v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 391, 401-406, Michaelides v. The Republic
(1987)2 C.L.R.269, Πουτζιουρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.309, Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ.258, Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259
(273)Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 160 και Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 482. Μιας κακής ποιότητας αναγνώριση, η οποία δεν ενισχύθηκε από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία, ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο είχε διαταχθεί η επανεκδίκαση στην υπόθεση Michaelides (ανωτέρω, σελ. 272). Σχετικό με το πιο κάτω απόσπασμα: " In our view it suffices to say that the trial Court, in a manner rendering its verdict unsafe, appears to have proceeded to treat other evidence adduced at the trial as amounting to corroboration of the credibility of the evidence of witness Palaris regarding his identification of Zygos, even though such identification had been found, by the trial Court, to be in the circumstances in which it was made, an identification of poor quality, whereas, in our opinion, the basic issue was whether or not there existed other independent evidence rendering it safe to find, beyond reasonable doubt, that the man seen by witness Palaris at the locality Zygos must have been the appellant". Στην υπόθεση Θεοδωρίδης (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας τις κατευθυντήριες αρχές της Turnbull, ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «Στην Turnbull, διαγράφονται οι κίνδυνοι από την εμφιλοχώρηση σφάλματος στην αναγνώριση υπόπτων και οι διαδικασίες που πρέπει να τηρούνται για τον κατά το δυνατό αποκλεισμό λάθους. Ανάλογη καθοδήγηση παρέχεται και για την αξιολόγηση μαρτυρίας αναγνώρισης υπόπτων και της σημασίας ενισχυτικής μαρτυρίας ως ασφαλιστικής δικλείδας για την αποφυγή λαθών που μπορεί να παρεισφρήσουν στην αναγνώριση. Στην προκείμενη υπόθεση το Κακουργιοδικείο, παρά την απουσία μαρτυρίας η οποία να τείνει να ενισχύσει το αξιόπιστο της αναγνώρισης του εφεσείοντος και παρά τη διαπίστωση σφάλματος στη διαδικασία αναγνώρισης λόγω της πρότερης επίδειξης φωτογραφίας του εφεσείοντος στον παραπονούμενο, έκρινε ασφαλές να βασιστεί στη μαρτυρία του. Στη θεώρηση της μαρτυρίας η οποία έγινε δεκτή, το Κακουργιοδικείο δεν απέδωσε σημασία ή την πρέπουσα βαρύτητα σε ένα ουσιώδες μέρος της, εκείνο που αφορούσε την περιγραφή του υπόπτου από τον παραπονούμενο στο σκιτσογράφο της Αστυνομίας, τον λοχία Σταύρο Περικλέους, (Μ.Υ.3)..» Κάθε φορά που η υπόθεση ενάντια στον κατηγορούμενο στηρίζεται αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στην ακρίβεια μιας ή περισσότερων αναγνωρίσεων του, που κατά την Υπεράσπιση είναι εσφαλμένες, ο Δικαστής οφείλει να αυτοπροειδοποιείται για την ειδική ανάγκη προσοχής πριν καταδικάσει με βάση τις αναγνωρίσεις αυτές. Περιπλέον, οφείλει να εξηγεί σαφώς το λόγο που χρειάζεται μια τέτοια αυτοπροειδοποίηση και ότι ένας μάρτυς που έκανε λάθος μπορεί να είναι πειστικός και ότι έστω και αν υπάρχει αριθμός τέτοιων μαρτύρων, μπορεί όλοι να έκαναν λάθος. Όταν κατά την κρίση του πρωτόδικου Δικαστή η ποιότητα της αναγνωριστικής μαρτυρίας είναι πτωχή, όπως όταν στηρίζεται μόνο σε μια φευγαλέα ματιά ή σε μια χρονικά μεγαλύτερη παρακολούθηση, υπό δύσκολες όμως συνθήκες, η κατάσταση καθίσταται πολύ διαφορετική. Ο Δικαστής οφείλει να καταλήγει σε ανάλογο εύρημα αποτυχίας αναγνώρισης αν δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία που τείνει να επιρρώσει την ορθότητα της. Η μαρτυρία αυτή μπορεί να είναι ενισχυτική, με τη νομική έννοια του όρου, αλλά δεν χρειάζεται αναγκαστικώς να είναι τέτοια, αν το αποτέλεσμα είναι να δημιουργήσει βεβαιότητα στο Δικαστήριο ότι η αναγνώριση δεν είναι εσφαλμένη. Ο Δικαστής έχει υποχρέωση να καθορίσει στην απόφαση του τη μαρτυρία που θεωρεί ικανή να δώσει στήριγμα στην αναγνωριστική μαρτυρία. Αν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ή περιστατικό που μπορεί να θεωρηθεί ότι υποστυλώνει τη μαρτυρία αυτή, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχει τέτοια ποιότητα, ο Δικαστής οφείλει να προβεί στην αναγκαία αυτοκαθοδήγηση. Ο Δικαστής πρέπει να είναι προσεκτικός όταν ζυγιάζει τη μαρτυρία αναγνώρισης σε αντιδιαστολή με εκείνη του άλλοθι του κατηγορουμένου. Η επίκληση ψευδούς άλλοθι μπορεί να γίνει για πολλούς λόγους. Ένας κατηγορούμενους, ο οποίος βασίζεται μόνο στη δική του προβαλλόμενη μαρτυρία, μπορεί να κατασκευάσει το άλλοθι του εξασφαλίζοντας προς τούτο ψευδομάρτυρες για να το υποστηρίξουν, από φόβο ότι η δική του μαρτυρία δεν είναι αρκετή. Επιπλέον, μάρτυρες που καταθέτουν για το άλλοθι του, μπορεί να διαπράξουν γνήσια λάθη αναφορικά με μέρες και γεγονότα όπως και οποιοσδήποτε άλλος μάρτυς. Το Δικαστήριο θα πρέπει να μην ξεχνά ότι τα ψέματα του κατηγορουμένου ως προς το πού βρισκόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν αποδεικνύουν από μόνα τους ότι βρισκόταν εκεί που ο μάρτυς που τον αναγνώρισε λέει ότι βρισκόταν. Καταλήγοντας θεωρώ ότι αυτή η μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το δικαστήριο και σίγουρα το δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σ΄ αυτήν με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να θεωρηθεί ότι ο μάρτυρας αναγνώρισε τον οδηγό του οχήματος ότι ομοιάζει με τον κατηγορούμενο. Ο ΜΚ15 Αντρέας Νεοφύτου κατέθεσε ως Τεκμήριο 35 και 36 τις καταθέσεις τις οποίες ο ίδιος έδωσε στην αστυνομία. Σύμφωνα με τις καταθέσεις ο μάρτυρας ανάφερε ότι ξημερώματα της 18ης Φεβρουαρίου 2011 ο Γιάννης του Ποντικού, εννοώντας τον κατηγορούμενο, ήταν στη μπυραρία την οποία ο ίδιος διατηρεί στο χωριό ΠΙσσούρι. Η θέση του, όπως αρχικά εκφράστηκε στα εν λόγω τεκμήρια, ήταν ότι ο κατηγορούμενος γύρω στις 1:00 ξημερώματα της Παρασκευής 18.2.11, ήταν στην μπυραρία του και κάθισε σε μια γωνιά του μπάρ. Δεν τον είδε από την αρχή αλλά τον κατάλαβε όταν πήγε κοντά του. Ανάφερε δε ότι ο Γιάννης του Ποντικού, έμεινε μέχρι τις 2:45 όταν ο ίδιος ο μάρτυρας ανάφερε σ΄ αυτόν και στην παρέα του ότι θα έκλεινε την μπυραρία. Ήταν η θέση του ότι είχαν καταναλώσει μισή μπουκάλα ουίσκι. Κατά την αντεξέταση, όταν ο μάρτυρας αντεξετάστηκε από τον κ. Χ΄ Λοίζου σε σχέση με τα χαρακτηριστικά του κατηγορούμενου κατά την 18.2.11, ο μάρτυρας δεν μπορούσε να τα θυμηθεί αφού σε κανένα στάδιο της ακροματικής διαδικασίας δηλαδή στη μαρτυρία του δεν αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, ούτε καν στο εδώλιο. Συμφώνησε δε ότι ο κατηγορούμενος έχει έντονη φυσιογνωμία με τον αδελφό του, ενώ η τελευταία φορά που είχε δει τον κατηγορούμενο ήταν 6 χρόνια πριν, περίοδο κατά την οποία σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο κατηγορούμενος είχε μαλλιά. Ο μάρτυρας αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση και ανέφερε στο δικαστήριο ότι δεν ήταν σίγουρος τελικά αν ήταν όντως ο κατηγορούμενος ο οποίος ήταν στην μπυραρία του εκείνο το βράδυ, αφού στο συγκεκριμένο σημείο που καθόταν ήταν σκοτεινά και πιθανόν να μην ήταν αυτός. Αξιολογώντας αυτή την μαρτυρία θεωρώ ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σ΄ αυτή για να εξάξει θετικό συμπέρασμα σε σχέση με το αν βρισκόταν τελικά στη μπυραρία του μάρτυρα ο κατηγορούμενος το επίδικο βράδυ. Κλονίστηκε η αξιοπιστία του σε βαθμό που δεν μπορεί να λειτουργήσει η μαρτυρία του και να εξυπηρετήσει την θέση που προβάλει η κατηγορούσα αρχή. Παρόλο που η κα. Δημητρίου κατά την επανεξέταση επιχείρησε να ανατρέψει τα όσα ο μάρτυρας ανάφερε στην αντεξέταση, κηρύσσοντας τον μάρτυρα εχθρικό, εντούτοις τελικά δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους της και ως εκ τούτου παραμένει εν αμφιβόλω η θέση του μάρτυρα σε σχέση με την αναγνώριση του κατηγορουμένου από τον ίδιο. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι ούτε και σ΄αυτή την εκδοχή της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής μπορούν να εφαρμοστούν οι αρχές της αναγνώρισης, τις οποίες έχω αναφέρει πιο πάνω για να με οδηγήσουν να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα και να απορρίψω την θέση του κατηγορούμενου επιβεβαιώνοντας την θέση την οποία προέβαλε η κατηγορούσα αρχή. Ως ΜΚ16 κατέθεσε ο Αστ. 2984 Β. Φυσούνης ο οποίος στην κατάθεση του (τεκμ37) ανέφερε ότι στις 20/3/10 ενώ βρισκόταν στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Πάφου παρά την Αυδήμου, εντόπισε το όχημα του κατηγορούμενου να βρίσκεται ακινητοποιημένο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με την μηχανή και τα φώτα του οχήματος αναμμένα ενώ ο οδηγός του κοιμόταν στο κάθισμα του. Αφού τον ξύπνησε τον υπέβαλε σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης και στην συνέχεια στον Αστυνομικό Σταθμό Αυδήμου σε τελικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη 70mg αντί 22mg. Ο ΜΚ18 κατέθεσε ο Υπαστυνόμος Ν. Νικολάου ο οποίος σύμφωνα με τον ίδιο ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Διερεύνησε τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου για την κλοπή του οχήματος του ,για κλοπή του ποσού των 800 ευρώ καθώς και μια χρυσής αλυσίδας τα οποία βρισκόντουσαν εντός του οχήματος του. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι σχηματίστηκαν ποινικοί φάκελοι και για τις δύο καταγγελίες οι οποίοι ταξινομήθηκαν ως ανυπόστατοι. Περαιτέρω ανέφερε ότι εντός του οχήματος του κατηγορούμενου ανευρέθηκαν 2 ρολόγια (το ένα μάρκας Ρόλεξ) καθώς επίσης και 94 φυσίγγια τα οποία του επιστράφηκαν. Μαζί με άλλους συνάδελφους έκανε έρευνες για εντοπισμό του προσώπου που ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι θα συναντούσε για την αγοραπωλησία σκύλων. Ήταν η θέση του ότι, ο κατηγορούμενος δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες προς εντοπισμό του πιο πάνω προσώπου, αφού ισχυρίστηκε δε ότι το όνομα του το είχε γραμμένο σε κάρτα εντός του οχήματος του η οποία πρέπει να κλάπηκε και ότι το πρόσωπο αυτό του το σύστησε ο Παναγιώτης Κωνσταντίνου. Ο μάρτυρας αυτός αντεξετάστηκε σε σχέση με τις ενέργειες που ο ίδιος έκανε για την διερεύνηση του δυστυχήματος. Ήταν η θέση του κ. Χ΄ Λοίζου ότι ο μάρτυρας αυτός δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με την διερεύνηση του παρόντος δυστυχήματος και ότι ανέφερε στην μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου τα ανέφερε εκ των υστέρων για να βοηθήσει την θέση της κατηγορούσας αρχής. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός ουσιαστικά δεν έχει να προσθέσει οτιδήποτε σε σχέση με την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής και ειδικά με τα θέματα τα οποία το δικαστήριο θα πραγματευθεί στο τέλος της υπόθεσης. Δεν κατέδειξε οτιδήποτε περαιτέρω που να υποστηρίζει ότι τον επίδικο χρόνο ο οδηγός του οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος . Δεν διαπίστωσα ότι ο μάρτυρας ήθελε εσκεμμένα να πεί ψέματα στο δικαστήριο αλλά εν πάσει περιπτώσει κρίνω ότι η όλη του μαρτυρία δεν είναι τόσο βοηθητική προς το Δικαστήριο για να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα για το επίδικο δυστύχημα ιδιαίτερα δε για το θέμα που θα πραγμαυτευτεί το δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε, ως άλλωστε εδικαιούτο, να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε τρεις μάρτυρες υπεράσπισης. Η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου καταγράφεται στα πρακτικά της υπόθεσης και δεν θεωρώ σκόπιμο να την επαναλάβω. Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία, η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από την αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό ύφος (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Πριν προχωρήσω στην εξέταση της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου κρίνεται ότι θα πρέπει να αξιολογηθούν τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του. Αναφορικά με το πως αξιολογείται η κατάθεση ενός κατηγορούμενου σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 109: «Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή. Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης». Η εκτίμηση λοιπόν της κατάθεσης του κατηγορούμενου είναι θέμα που ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 190 και Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 693). Ως ΜΥ 1 κατέθεσε ο Γιάννης Κλεόπα ο οποίος αφού κλήθηκε στην Αστυνομία στις 18.2.2011 έδωσε γραπτή κατάθεση τεκμ.
- Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι το βράδυ της 17.2.2011 ο κατηγορούμενος μαζί με τον Πανίκο Παναγιώτου πήγαν στο σπίτι του στο χωριό Αγ. Γεώργιος Μαμωνιών κατά τη ώρα 21:30 - 22:00 και παρέμειναν σε αυτό μέχρι την ώρα 00:30 της 18ης .2.
- Ήταν η θέση του ότι ο κατηγορούμενος ήρθε στο σπίτι του με το αυτοκίνητο του Πανίκου Παναγιώτου τύπου διπλοκάμπινου ISUZU ή CHEVROLET χρώματος πράσινου και όταν έφυγαν από το σπίτι του το αυτοκίνητο το οδηγούσε ο Πάνικος Παναγιώτου. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή αλλά η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε σε βαθμό που να οδηγήσει το Δικαστήριο στο να απορρίψει την μαρτυρία του στο σύνολο της. Δέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της ότι αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ως ΜΥ2 κατέθεσε ο Δρ. Γιαννάκης Ιωάννου ο οποίος είναι γιατρός των Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Ο μάρτυρας έδωσε μια κατάθεση στην Αστυνομία τεκμ. 47 στην οποία περιγράφει ότι στις 18.2.2011 εξέτασε στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού τον κατηγορούμενο, μετά από αίτημα της Αστυνομίας. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι εξέτασε τον κατηγορούμενο από το κεφάλι μέχρι τα πόδια και διαπίστωσε ότι δεν έφερε εξωτερικές κακώσεις στο σώμα, ούτε μώλωπες, και ο ίδιος δεν ανέφερε πόνο πουθενά. Έγινε επισκόπιση σώματος αρνητική, και ψηλάφιση σώματος επίσης αρνητική για κακώσεις. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι όλα έγιναν μπροστά στους Αστ. 2289 και
- Ο μάρτυρας αυτός αντεξετάστηκε από την κα Δημητρίου για τον τρόπο της εξέτασης του επί του σώματος του κατηγορούμενου αλλά η θέση του μάρτυρα δεν κλονίστηκε σε κανένα βαθμό, αφού η κα. Δημητρίου ουσιαστικά δεν του υπέβαλε σε κανένα απολύτως σημείο ότι ο κατηγορούμενος πιθανόν να είχε σωματικές βλάβες και ο ίδιος να μην τις κατέγραψε. Η αξιοπιστία του μάρτυρα αυτού δεν κλονίστηκε και θα εξεταστεί στο τέλος της υπόθεσης σε συνδιασμό με τη μαρτυρία του ΜΥ
- Ως MY3 κατέθεσε ο Δρ. Μάριος Ματσάκης ο οποίος ετοίμασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 48 Ιατροδικαστική Γνώμη η οποία υιοθετήθηκε πλήρως από την υπεράσπιση και από τον ίδιο τον μάρτυρα. Κατά την κυρίως εξέταση του μάρτυρα αρχικά δεν αμφισβητήθηκαν τα προσόντα του από την Κατηγορούσα Αρχή δηλαδή από την κα Δημητρίου και ο ίδιος προχώρησε στην ανάλυση των ευρημάτων του. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι για να καταλήξει στα ευρήματα του είχε πάρει στην κατοχή του μεταξύ άλλων την κατάθεση του Δρ. Γιαννάκη Ιωάννου η οποία λήφθηκε στις 23.3.2011, το σχέδιο επί κλίμακος το οποίο ετοιμάστηκε από τον Αστ.1611 Μάρκο Χρυσάνθου, την κατάθεση του Αστ. 2611 Νίκου Κωνσταντίνου αλλά και τις φωτογραφίες οι οποίες λήφθηκαν από την σκηνή του δυστυχήματος επίσης από τον Αστ.1611 Μάρκο Χρυσάνθου. Ήταν η θέση του μάρτυρα λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω τεκμήρια και στηριζόμενος στην Επιστημονική του εκπαίδευση και πείρα (που περιλαμβάνει Ιατροδικαστική εμπλοκή στην διερεύνηση σωρείας τροχαίων δυστυχημάτων τόσον σε επίπεδο νεκροτομής όσον και σχετικής αυτοψίας και εξέτασης εμπλεκομένων οχημάτων) ότι θα ήταν απίθανον το ενδεχόμενο, το άτομο που βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο ΕΕΡ166 κατά την ώρα της βιαιότατης πρόσκρουσης σε αυτό του αυτοκινήτου ΚRP 262, να μην είχε υποστεί τραυματισμό ο οποίος κατ΄ ελάχιστον θα συνίστατο από εξωτερικές κακώσεις (π.χ. μώλωπες, εκδορές, θλάσεις) που θα ήταν εμφανείς σε μια ιατρική εξέταση μερικές ώρες μετά το δυστύχημα. Ο μάρτυρας ανάφερε επίσης ότι κατά την εξέταση των τεκμηρίων και συνδυαζόμενο με το τεκμ.4 δεν φαίνεται ο εσωτερικός χώρος του οχήματος με αρ. Εγγρ. EEP166 ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου αλλά και από την μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και η οποία έχει αξιολογηθεί από το Δικαστήριο διαπιστώνω ότι δεν ήταν τέτοια η οποία να αναφέρει με σαφήνεια την εσωτερική κατάσταση του οχήματος του κατηγορούμενου μετά την σύγκρουση. Κατά την αντεξέταση η κα Δημητρίου θέλησε να αμφισβητήσει τον μάρτυρα σε σχέση με τα ευρήματα του, υποβάλλοντας του ερωτήσεις σε σχέση πάντοτε με τον τρόπο που ο ίδιος εκτίμησε την σύγκρουση, αν ήταν βίαιη ή όχι, για τα τραύματα τα οποία ο κατηγορούμενος πιθανόν να είχε και να μην τα ανάφερε στον ΜΥ2 Δρ. Γιαννάκη Ιωάννου κατά την εξέταση κλπ. Η θέση του μάρτυρα παρέμεινε σταθερή και ανέφερε, ότι αποκλείεται το πρόσωπο το οποίο καθόταν στην θέση του οδηγού να μην είχε τραυματιστεί καθόλου και να μην είχε υποστεί ούτε κοκκινίσματα ούτε μώλωπες μετά από τόσο σφοδρή σύγκρουση στην οποία υπήρξε μετατόπιση των δύο οχημάτων. Σε ερώτηση της κας Δημητρίου σε σχέση με την κρίση του μάρτυρα για την βιαιότητα της σύγκρουσης ο μάρτυρας επανέλαβε ότι η σύγκρουση ήταν σφοδρή αφού το όχημα του κατηγορούμενου διένυσε απόσταση 17 μέτρων επί της ασφάλτου ενώ το όχημα του θύματος διένυσε απόσταση 41 μέτρων μέχρι να φτάσει στην τελική του θέση. Υπεραμύνετο ο μάρτυρας της θέσης του ότι κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες και με ότι ρούχα και αν φορούσε∙ ο οδηγός του οχήματος θα ήταν αδύνατον να μην είχε υποστεί οποιαδήποτε σωματική βλάβη ή έστω να μην είχε κατ' ελάχιστον αμυχές. Ήταν η θεση του μάρτυρα ότι ο ίδιος λόγω της εμπειρίας του θα ανέμενε να υπήρχαν πιο σοβαροί τραυματισμοί. Στην υποβολή της κας Δημητρίου ότι χωρίς φωτογραφίες από το εσωτερικό μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου, φωτογραφίες του γιατρού ο οποίος εξέτασε τον κατηγορούμενο και οι οποίες να τον απεικονίζουν δεν ήταν σε θέση ο ίδιος να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα, ο ίδιος ανάφερε ότι στηρίχθηκε σε μαρτυρία την οποία θεώρησε εκ πρώτης όψεως ότι ήταν επιστημονική δηλ. στην μαρτυρία του Δρ. Ιωάννου αλλά και στην μαρτυρία την οποία η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω ότι ενώπιον του δικαστηρίου δεν παρουσιάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή καμία μάρτυρία σε σχέση με την κατάσταση στο εσωτερικό μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου μετά την σύγκρουση και ως εκ τούτου δεν έχει τεθεί ενώπιον μου ασφαλές υπόβαθρο και στηριζόμενη σε αυτο να αποφασίσω για το αν πράγματι το εσωτερικό του οχήματος του κατηγορούμενου δεν είχε υποστεί ζημιές και άρα δικαιολογείτο ή μη ύπαρξη τραυματισμού του κατηγορούμενου θέση που επανειλημμένα προβάλλει η κατηγορούσα αρχή. Αξιολογώντας τον μάρτυρα κρίνω ότι η παρουσία του στο Δικαστήριο είχε σαν σκοπό να βοηθήσει το Δικαστήριο να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα αφού η μαρτυρία του και τα συμπεράσματα στηρίχθηκαν από την μαρτυρία την οποία ήδη η Κατηγορούσα Αρχή έχει προσκομίσει στο Δικαστήριο. Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. Φιλίππου v Οδυσσέως
(1989)1 Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 984, Ευαγγέλου v. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 41, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 746, R. V. Turner
(1975)1 All. E.R. 70 και Χ' Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο τομέα που καταθέτει και στη συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να το καταστήσει ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Αφού έλαβα λοιπόν υπόψη μου τα προσόντα του, την πείρα του και τις γνώσεις του και τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας, είναι η κατάληξη μου ότι ο Μ. Υ 3 Δρ. Μάριος Ματσάκης είναι εμπειρογνώμονας αφού ούτε τα προσόντα του έχουν αμφισβητηθεί αλλά ούτε και η εμπειρία του στην διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων τόσο σε επίπεδο νεκροτομής όσο και σχετικής αυτοψίας και εξέτασης εμπλεκομένων οχημάτων. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν υπέβαλε σε κανένα στάδιο ότι ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα και να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο λόγω ακριβώς της έλλειψης εμπειρογνωμοσύνης από τον ίδιο αλλά οι υποβολές της ήταν μόνο λόγω των τεκμηρίων τα οποία είχε στην κατοχή του. Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί ότι ούτε η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να παρουσιάζει το εσωτερικό μέρος του οχήματος του κατηγορουμένου. Οποιαδήποτε αμφισβήτηση λοιπόν που άπτεται αυτή της έλλειψης δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο και αναπόφευκτα δεν μπορούν να αξιολογηθούν σε καμία περίπτωση υπέρ της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής. Ευρήματα Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, καθώς επίσης και τις αρχές που διέπουν τα θέματα πραγματικής μαρτυρίας, παραδεκτών γεγονότων και γραπτών καταθέσεων κατηγορουμένου, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 18.2.2011 και περί ώρα 06:10 αλλά και πριν από την πιο πάνω ώρα, το θύμα Ανδρέας Πάζαρος οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής KRP262, στον αυτοκινητόδρομο Πάφου - Λεμεσού με κατεύθυνση την Λεμεσό παρά την έξοδο Επισκοπής. Την ίδια ώρα το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΕΡ166 το οποίο είναι ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου Γιαννάκη Τουμάζου βρισκόταν ακινητοποιημένο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου με κατεύθυνση την Λεμεσό. Αποτέλεσμα ήταν το όχημα που οδηγούσε ο Ανδρέας Πάζαρος να προσκρούσει στο πίσω μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου. Από το δυστύχημα τραυματίστηκε σοβαρά ο Αντρέας Πάζαρος (θύμα ο οποίος αφού απεγκλωβίστηκε από τα συντρίμμια του οχήματος του, μεταφέρθηκε αρχικά στο Γεν. Νοσοκομείο Λεμεσού όπου ο Δρ. Χρίστος Πηλάσας Μ2 στο κατηγορητήριο στις 18.2.11 και ώρα 07.40 έλαβε δείγμα αίματος από το θύμα για έλεγχο αλκοόλης και άλλων ουσιών τα οποία αποστάληκαν στο Γενικό Χημείο του Κράτους για εξέταση και το αποτέλεσμα τους ήταν αρνητικό. Η έκθεση της Δρ. Μαρίας Αυξεντίου κατατέθηκε στο δικαστήριο ως τεκμήριο. Στη συνέχεια λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης του το θύμα μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείου Λευκωσίας και στις 23:00 της ίδιας ημέρας υπέκυψε στα τραύματα του. Στις 18.2.11 και ώρα 11:00μμ η Δρ. Νίκη Παφίτου στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας εξέτασε το θύμα η οποία διαπίστωσε το θάνατο του και εξέδωσε πιστοποιητικό θανάτου. Ενώ στις 19.2.11 ο Δρ. Σοφοκλής Σοφοκλέους Μ20 στο κατηγορητήριο στο Νεκροτομείο του Γεν. Νοσοκομείου Λευκωσίας διενέργησε τη νενομισμένη νεκροψία επί της σωρού του θύματος και αποφάνθηκε ως αιτία θανάτου «Βαριά Κρανοεγκεφαλική Κάκωση» ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα. Μεταθανάτιος Ιατροδικαστική Έκθεση καθώς και Βεβαίωση Θανάτου κατατίθενται στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια. Την αναγνώριση του θύματος κατά την διάρκεια της Νεκροψίας έκανε ο Σολωμός Πάζαρος, πατέρας του θύματος, στην παρουσία του Μ19 στο κατηγορητήριο Αστ. 1144 Α. Ανδρέου ο οποίος έλαβε και αριθμό φωτογραφιών κατά την διενέργεια της Νεκροψίας. Φωτογραφίες της Νεκροψίας κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο.» Την ίδια μέρα και περί ώρα 0610 ο κατηγορούμενος Γιαννάκης Τουμάζου κατήγγειλε στον Αστ. 68 Γιακουμή ότι το όχημα του το οποίο ήταν σταθμευμένο έξω από το περίπτερο της Μαρίας κλάπηκε και ο ίδιος μετά από σχετικές οδηγίες του Αστ. 68 μετέβηκε για να προβεί σε σχετική γραπτή καταγγελία. Στον Αστυνομικό σταθμό ο κατηγορούμενος υπεβλήθη σε εξέταση αλκοόλης με ένδειξη 39 αντι 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης ως είναι το επιτρεπόμενο από τον Νόμο. Νομική Πτυχή Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί ως ακολούθως: «Όποιος, λόγο αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, όπως υποδηλώνει και το ίδιο το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, είναι ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, επέφερε τον θάνατο του θύματος. Σύμφωνα με τη νομολογία, η οποία ερμήνευσε τις πιο πάνω απαιτούμενες συμπεριφορές, η στοιχειοθέτηση μιας επικίνδυνης πράξης εξυπακούει τουλάχιστον την απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού. Το στοιχείο αυτό είναι το ελάσσον που πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω η παράλειψη ή το λάθος του οδηγού τη συγκεκριμένη στιγμή δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η επικίνδυνη οδήγηση. Πρέπει να συνδεθεί με τις σχετικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η λέξη 'επικίνδυνος' στη συνήθη γραμματική της ερμηνεία, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (Επίτομο Νέο Λεξικό Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιουνή) (βλ. Μιχαλάκης Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 233, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Επίσης, στην Αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502, σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: "fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards or driving..Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case." Σε ότι δε αφορά την ερμηνεία του όρου ¨απερίσκεπτη¨ το κριτήριο δεν είναι μόνο αντικειμενικό αλλά και υποκειμενικό και θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με την οδήγηση του κατηγορουμένου. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με τέτοιο τρόπο που εγκυμονούσε εμφανή ή σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιο άλλο πρόσωπο το οποίο τυχόν θα χρησιμοποιούσε το οδικό δίκτυο ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημίας σε περιουσία. Επιπλέον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε με αυτό τον τρόπο χωρίς να σκεφτεί την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή ότι ενώ αντιλήφθηκε την ύπαρξη του, εντούτοις ενέργησε με τον τρόπο που ενέργησε διακινδυνεύοντας (βλέπε R v Lawrence [1981] 1 ALL E. R. 974, R v Reid [1992] 3 ALL E. R. 673, R v. Caldwell
(1981)1 ALL ER 961 και Γεν. Εισαγγελέας ν Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ.1)
(2002)2 ΑΑΔ σελ.473). Σε σχέση με την ερμηνεία του όρου 'αλόγιστη', είναι η πράξη ή συμπεριφορά η οποία εγκυμονεί άμεσο κίνδυνο για την ασφάλεια προσώπων, τον οποίο ο κατηγορούμενος αψηφά. Είναι η μη λελογισμένη ενέργεια δηλαδή απόρροια της κοινής λογικής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις (βλ. Κώστας Ζυπίτης κ.α. ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220, 223). Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι όροι «αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά» υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ανδρέου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409). Τέλος, με βάση το λεκτικό του εν λόγω άρθρου οι πιο πάνω αναφερόμενες συμπεριφορές, πρέπει να συνδέονται με το αποτέλεσμα. Δηλαδή, θα πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή τον θάνατο άλλου προσώπου. Περαιτέρω, θα πρέπει να λεχθεί ότι θέματα τα οποία έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τέτοια θέματα, εκτός βέβαια στις περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 120, 125). Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος που προνοείται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα διαφέρει από την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της αμέλειας που προνοείται στο άρθρο 8 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου. Στην περίπτωση της αμελούς οδήγησης εκείνο που ελέγχεται είναι κατά πόσο ο οδηγός επέδειξε χαμηλότερο επίπεδο προσοχής και φροντίδας από αυτό που αναμένεται να υποδειχθεί από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της αμελούς οδήγησης: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Κατάληξη Προτού προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, κρίνω σκόπιμο στο στάδιο αυτό να εξετάσω τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής η οποία εγέρθηκε μέσα από την γραπτή της αγόρευση . Η Κατηγορούσα Αρχή κατά το στάδιο των αγορεύσεων εισηγήθηκε ότι έχει αποδείξει την υπόθεση της με περιστατική μαρτυρία θέλησε δε να συνδέσει τον κατηγορούμενο πέραν από το θέμα της αναγνώρισης του ιδίου σαν οδηγού του οχήματος και ότι συντρέχει στην παρούσα υπόθεση θέμα εφαρμογής παρόμοιων γεγονότων τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και να λάβει υπόψη του για να καταλήξει υπέρ της εκδοχής της ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός του οχήματος και ότι συνηθίζει να συμπεριφέρεται με αυτό τον τρόπο. Ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσιάστηκαν 2 Μάρτυρες Κατηγορίας10,13, 16 οι οποίοι μεταξύ άλλων ανάφεραν ότι στις 20.3.2010 και 17.4.2010 ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε από τους ιδίους να έχει ακινητοποιημένο το όχημα του με αρ. Εγγραφής EEP 166 στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και συγκεκριμένα στο παγκέτο του δρόμου έχοντας την μηχανή και τα φώτα του οχήματος του αναμμένα. Ο κατηγορούμενος ο οποίος ήταν και ο οδηγός του οχήματος καθόταν στην θέση του οδηγού και κοιμόταν. Ήταν η θέση των μαρτύρων ότι όταν ξύπνησαν τον κατηγορούμενο και τον υπέβαλαν σε έλεγχο αλκοόλης η ένδειξη ήταν .67 και 70 αντίστοιχα. Η υπεράσπιση αρνήθηκε ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι πιο πάνω αρχές και ανέπτυξε την δική της επιχειρηματολογία. Ήταν η θέση του κ. Χ.Λοίζου ότι στην παρούσα υπόθεση δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει ότι τον επίδικο χρόνο του δυστυχήματος ο οδηγός του εν λόγω οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος και ότι ήταν αυτός ο οποίος οδήγησε το εν λόγω όχημα και το ακινητοποίησε επί του αυτοκινητοδρόμου, με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση των δύο οχημάτων. Ανατρέχοντας στη Νομολογία η οποία πραγματέυεται το σχετικό θέμα και πότε αυτά τα γεγονότα μπορούν να ληφθούν υπόψη και να αξιολογηθούν ερμηνεύοντας την συμπεριφορά κάποιου προσώπου ο οποίος είναι κατηγορούμενος σε κάποια υπόθεση διαπιστώνω ότι ο γενικός κανόνας είναι ότι γεγονότα τα οποία έχουν ομοιότητα με τα επίδικα θέματα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά σαν μαρτυρία για να αποδείξουν ένα επίδικο θέμα, αφού το γεγονός ότι ένα πρόσωπο είχε ενεργήσει στο παρελθόν με ένα συγκεκριμένο τρόπο, δεν σημαίνει ότι έχει ενεργήσει με τον ίδιο τρόπο σε μια δεδομένη περίπτωση. Στον κανόνα αυτό όμως επιτρέπονται οι εξαιρέσεις σύμφωνα με τις οποίες επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας παρόμοιων γεγονότων τόσο σε ποινικές όσο και σε πολιτικές υποθέσεις. Σύμφωνα με τον κανόνα ο οποίος έχει διατυπωθεί από τον Λόρδο Herschel στην υπόθεση Makin v. Attorney General for New South Wales είναι ανεπίτρεπτο για την Κατηγορούσα Αρχή να προσκομίζει μαρτυρία που να τείνει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος υπήρξε ένοχος για εγκληματικές πράξεις άλλες από εκείνες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο με σκοπό να οδηγηθεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος κρινόμενος από την εγκληματική του συμπεριφορά ή τον χαρακτήρα του είναι πρόσωπο που είναι πιθανόν να διέπραξε το αδίκημα για το οποίο δικάζεται. Από την άλλη όμως το γεγονός και μόνο ότι η μαρτυρία που προσκομίζεται τείνει να δείξει ότι διαπράχθηκαν και άλλα αδικήματα δεν την καθιστά ανεπίτρεπτη αν αυτή είναι σχετική με ένα επίδικο θέμα που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι σχετική αν οι πράξεις οι οποίες συνιστούν ένα αδίκημα που περιέχεται στο κατηγορητήριο ήταν σκόπιμες ή τυχαίες ή για να αντικρούσουν μια υπεράσπιση η οποία θα προσφερόταν στον κατηγρούμενο. Η μαρτυρία η οποία καταδεικνύει αυτή την συμπεριφορά δεν πρέπει να είναι τυχαία και να περιορίζεται σε μια τάση αλλά να προσφέρει μια θετική απόδειξη των επίδικων θεμάτων. Στην R v Benabbou
(2012)EWCA Crim 3088, το Εφετείο έκρινε ότι κακώς είχε γίνει αποδεκτή προηγούμενη καταδίκη του κατηγορούμενου για βιασμό που είχε συμβεί οχτώ χρόνια πριν από τη διάπραξη του ενός εκ των δύο επίδικων αδικημάτων σεξουαλικής επίθεσης που αντιμετώπιζε. Ο βιασμός συνέβη υπό διαφορετικές συνθήκες και περιστάσεις αφού, για παράδειγμα, είχε διαπραχθεί με δύο άλλους κατηγορούμενους, σε αντίθεση με το επίδικο αδίκημα κατά το οποίο ο κατηγορούμενος ενήργησε μόνος, ενώ το θύμα, σε αντίθεση με την περίπτωση του βιασμού, του ήταν παντελώς άγνωστο. Το Εφετείο θεώρησε ότι, αυστηρώς, η απόδοχή της προηγούμενης καταδίκης ήταν αποδεκτή ως μαρτυρία. Θα έπρεπε όμως να είχε αποκλειστεί επειδή, μολονότι δεικτική κάποιας τάσης προς διάπραξη αδικημάτων σεξουαλικής φύσης, η καταδίκη είχε δυσανάλογη επίδραση στον κατηγορούμενο και στο δικαίωμα του για δίκαιη δίκη. Αντιθέτως, στην R v Montakhab
(2012)EWCA Crim 2012, το Εφετείο επικρότησε απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποδεχθεί ως μαρτυρία επτά προηγούμενες καταδίκες του κατηγορούμενου για σεξουαλικής φύσης αδικήματα, με έξι από αυτές να αφορούν σε σχεδόν πανομοιότυπα αδικήματα με το επίδικο. Στη Βαρνάβας Νικολάου και Υιοί Λτδ ν Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1991)2 ΑΑΔ 261 - χωρίς ρητή αναφορά στην Boardman v DPP
(1974)3 All E.R. 887, αλλά στη Makin v Attorney - General for New South Wales (1891-94) All ER Rep 24, η οποία αποτέλεσε βάθρο του δικαστικού σκεπτικού στην Boardman v DPP
(1974)3 All ER 887 - η εφεσείουσα αντιμετώπιζε κατηγορία παράλειψης αποτελεσματικής προφύλαξης κοπτήρων μηχανής, κατά παράβαση σχετικών προνοιών του Περί Εργοστασίων Νόμου, Κεφ. 143. Το Επαρχιακό Δικαστήριο δέχθηκε ως μαρτυρία, τα πρακτικά και απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και του Εφετείου για προγενέστερο παρόμοιο αδίκημα για το οποίο η εφεσείουσα είχε βρεθεί ένοχη είκοσι περίπου χρόνια προηγουμένως, ως απόδειξη ότι το μεταγενέστερο και επίδικο συμβάν δεν ήταν τυχαίο και ότι αυτή γνώριζε για την παράβαση που οδήγησε στον τραυματισμό της υπαλλήλου που χειριζόταν τη μηχανή. Στην έφεση, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η μαρτυρία παρόμοιων γεγονότων που παρουσιάστηκε δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Υπογραμμίστηκε, ότι αποτελεί κεντρικό πυρήνα στην ενότητα των αρχών που διέπουν το θέμα πως όποια και είναι η περίπτωση, μαρτυρία για παρόμοια γεγονότα είναι δυνατόν να εισαχθεί άμα κριθεί ότι είναι σχετική με κάποιο επίδικο ζήτημα έτσι που να μπορεί να έχει επίδραση πάνω στο τελικό θέμα της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου, ειδάλλως είναι άσχετη. Και ότι, ακόμα και στην περίπτωση που μαρτυρία για παρόμοια γεγονότα φαίνεται σχετική με κάποιο επίδικο ζήτημα, το Δικαστήριο δύναται να την αποκλείσει αν φρονεί ότι η αποδεικτική της αξία είναι δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τον κίνδυνο δυσμενούς επηρεασμού που είναι δυνατόν να προξενήσει η εισαγωγή της. Επομένως , το Δικαστήριο το οποίο εξετάζει την αποδοχή μαρτυρίας που εδράζεται σε παρόμοια γεγονότα πρέπει να διατηρεί τη λεπτή ισορροπία μεταξύ του αποκλεισμού ιδιαίτερα δυσμενούς μαρτυρίας για τον κατηγορούμενο και της αποδοχής μαρτυρίας που οδηγεί σε συμπέρασμα ενοχής. Η επίτευξη ισορροπίας δεν είναι εύκολη γιατί όσο περισσότερη αποδεικτική αξία έχει η μαρτυρία παρόμοιων γεγονότων (που συνηγορεί υπέρ της αποδοχής της), τόσο περισσότερο δυσμενή επίδραση μπορεί να έχει για τον κατηγορούμενο (που συνηγορεί υπέρ του αποκλεισμού της). Εφαρμόζοντας λοιπόν τις αρχές τις οποίες η Νομολογία καθιέρωσε, στην μαρτυρία της παρούσας υπόθεσης κρίνω ότι δεν μπορούν να εφαρμοστούν και να λειτουργήσουν βοηθητικά για να καθοριστεί εντέλει κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός του οχήματος τον επίδικο χρόνο. Δεν μπορεί η θέση της Κατηγορούσας Αρχής να ευοδωθεί γιατί η ίδια η κατηγορούσα αρχή δεν παρουσίασε μαρτυρία σε σχέση αν η προηγούμενη συμπεριφορά του κατηγορούμενου συνιστούσε αδίκημα, αν κατηγορήθηκε ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου και αν καταδικάστηκε για τα αδικήματα τα οποία διέπραξε και τα οποία «ομοιάζουν» με τα γεγονότα ή καλύτερα με τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Θεωρώ λοιπόν ότι ελλείψει αυτής της μαρτυρίας από την κατηγορούσα αρχή θα ήταν ακροασφαλής να κατάληξω σε ασφαλές εύρημα ότι με βάση την μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και δη με του μάρτυρες κατηγορίας 10, 13, 16 αποδείχθηκαν παρόμοια γεγονότα τα οποία τείνουν να αποδείξουν ότι ο κατηγορούμενος ακριβώς γιατί εντοπίστηκε δύο φορές να κοιμάται όταν το όχημα του βρισκόταν ακινητοποιημένο στο παγκέτο του δρόμου από Αστυνομικούς των Βρεττανικών Βάσεων και ότι επειδή βρισκόταν υπό την επίρροια αλκοόλης, σημαίνει αυτόματα ότι ήταν ο ίδιος που οδήγησε το όχημα του στις 18.2.2011 και περί ώρα 0610 και προηγουμένως και το ακινητοποίησε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να επεσυμβεί αυτό το τραγικό δυστύχημα. Θα πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι η θέση της υπεράσπισης όπως αυτή προβλήθηκε μέσα από τις αγορεύσεις του κυρίου Χ΄ Λοίζου ήταν ότι δεν αποδείχθηκε με άμεση αλλά ούτε με περιστατική μαρτυρία ,ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός του οχήματος κατά την ώρα της σύγκρουσης ή και του δυστυχήματος. Θα πρέπει να λεχθεί, ότι πράγματι δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία για τη κρίσιμη στιγμή της σύγκρουσης και η οποία να καταδεικνύει, ότι την ώρα του δυστυχήματος οδηγός του οχήματος ήταν ο Κατηγορούμενος. Θα εξεταστεί όμως από το δικαστήριο αν έχει αποδειχθεί το αδίκημα της πρώτης κατηγορίες με περιστατική μαρτυρία και αν αυτή η μαρτυρία η οποιά προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή είναι ικανοποιητική να αποδείξει τα θέματα που ανακύπτουν στην παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με την νομολογία η περιστατική μαρτυρία, παρομοιάζεται με τους κρίκους της αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή, ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του Κατηγορούμενου (Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34, Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97) . Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής, η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του Κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της, δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του Κατηγορούμενου (βλ. επίσης Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 26-36). Στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41 αναφέρθηκε ότι οι διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες, που να εξάγονται από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι έργο του Δικαστηρίου. Εκεί δε όπου χρειάζεται κάποια εξήγηση, αυτή επίσης πρέπει να προκύπτει από τη μαρτυρία και όχι από απλές υποθέσεις (βλ. R. v. Mary Ann Ash
(1911)6 Cr.App. Rep. 225). Περαιτέρω στην πολύ πρόσφατη Σωτήρης Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ., αρ. 70/10, ημερ. 20.10.2010 λέχθηκε ότι: «Αν και ένα ένα τα κομμάτια της περιστατικής μαρτυρίας δεν συνιστούν από μόνα τους απόδειξη της ενοχής του Κατηγορούμενου, το συλλογικό τους αποτέλεσμα όταν ιδωθεί μαζί, μπορεί να αποδείξει την ενοχή του Κατηγορούμενου, νοουμένου πάντα, ότι το αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας δεν θα είναι συμβατό, με οποιανδήποτε άλλη βάση, πλην της ενοχής του Κατηγορούμενου. Ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σύνολο (Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R, 37 και Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του Κατηγορούμενου πρέπει να είναι άμεση, αφ' ενός, και να μην μπορεί να συμβιβαστεί, αφ' ετέρου, με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλέπε μεταξύ άλλων Παφίτης κ.α. v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, 119-120). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του Κατηγορούμενου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του». Περαιτέρω στην Γεωργίου άλλως Παφίτης v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ποιο τα βάρος της περιστατικής μαρτυρίας και πότε, συνεκτικά αποτιμούμενη, μπορεί να στοιχειοθετήσει την ενοχή του Κατηγορούμενου, αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις. Περιστατική είναι η μαρτυρία, η οποία προκύπτει από ή συναρτάται προς τα περιστατικά του εγκλήματος. Αντιδιαστέλλεται προς άμεση μαρτυρία, δηλαδή μαρτυρία η οποία ευθέως αποκαλύπτει τα περιστατικά του εγκλήματος και τον εγκληματία. Η σημασία της περιστατικής μαρτυρίας και πότε αποδεικνύει την ενοχή του Κατηγορούμενου εξηγείται σε πολλές δικαστικές αποφάσεις - (βλ. μεταξύ άλλων, Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73 Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172 Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211 Σάββα v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258). Το πρώτο, που διευκρινίζεται, είναι ότι ποιοτικά η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται, ούτε είναι υποδεέστερης αξίας από την άμεση μαρτυρία. Η σημασία της έγκειται στα συμπεράσματα, που μπορεί να εξαχθούν από το περιεχόμενο της. Συνοψίζοντας την μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας διαπιστώνω και η οποία έγινε στα πλαίσια των παραδεκτών γεγονότων είναι η εξής: Στις 18.2.2011 και περί ώρα 06:10 αλλά και πριν από την πιο πάνω ώρα, το θύμα Ανδρέας Πάζαρος οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής KRP262, στον αυτοκινητόδρομο Πάφου - Λεμεσού με κατεύθυνση την Λεμεσό παρά την έξοδο Επισκοπής. Την ίδια ώρα το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΕΡ166 το οποίο είναι ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου Γιαννάκη Τουμάζου βρισκόταν ακινητοποιημένο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου με κατεύθυνση την Λεμεσό. Αποτέλεσμα ήταν το όχημα που οδηγούσε ο Ανδρέας Πάζαρος να προσκρούσει στο πίσω μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου. Από το δυστύχημα τραυματίστηκε σοβαρά ο Αντρέας Πάζαρος (θύμα ο οποίος αφού απεγκλωβίστηκε από τα συντρίμμια του οχήματος του, μεταφέρθηκε αρχικά στο Γεν. Νοσοκομείο Λεμεσού όπου ο Δρ. Χρίστος Πηλάσας Μ2 στο κατηγορητήριο στις 18.2.11 και ώρα 07.40 έλαβε δείγμα αίματος από το θύμα για έλεγχο αλκοόλης και άλλων ουσιών τα οποία αποστάληκαν στο Γενικό Χημείο του Κράτους για εξέταση και το αποτέλεσμα τους ήταν αρνητικό. Η έκθεση της Δρ. Μαρίας Αυξεντίου κατατέθηκε στο δικαστήριο ως τεκμήριο. Στη συνέχεια λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης του το θύμα μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείου Λευκωσίας και στις 23:00 της ίδιας ημέρας υπέκυψε στα τραύματα του. Στις 18.2.11 και ώρα 11:00μμ η Δρ. Νίκη Παφίτου στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας εξέτασε το θύμα η οποία διαπίστωσε το θάνατο του και εξέδωσε πιστοποιητικό θανάτου το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο. Στις 19.2.11 ο Δρ. Σοφοκλής Σοφοκλέους Μ20 στο κατηγορητήριο στο Νεκροτομείο του Γεν. Νοσοκομείου Λευκωσίας διενέργησε τη νενομισμένη νεκροψία επί της σωρού του θύματος και αποφάνθηκε ως αιτία θανάτου «Βαριά Κρανοεγκεφαλική Κάκωση» ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα. Μεταθανάτιος Ιατροδικαστική Έκθεση καθώς και Βεβαίωση Θανάτου κατατίθενται στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια. Την αναγνώριση του θύματος κατά την διάρκεια της Νεκροψίας έκανε ο Σολωμός Πάζαρος, πατέρας του θύματος, στην παρουσία του Μ19 στο κατηγορητήριο Αστ. 1144 Α. Ανδρέου ο οποίος έλαβε και αριθμό φωτογραφιών κατά την διενέργεια της Νεκροψίας. Φωτογραφίες της Νεκροψίας κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο.» Την ίδια μέρα και περί ώρα 0610 ο κατηγορούμενος Γιαννάκης Τουμάζου κατήγγειλε στον Αστ. 68 Γιακουμή ότι το όχημα του το οποίο ήταν σταθμευμένο έξω από το περίπτερο της Μαρίας κλάπηκε και ο ίδιος μετά από σχετικές οδηγίες του Αστ. 68 μετέβηκε για να προβεί σε σχετική γραπτή καταγγελία. Στον Αστυνομικό σταθμό ο κατηγορούμενος υπεβλήθη σε εξέταση αλκοόλη με ένδειξη 39 αντι 22 εκατομυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης ως είναι το επιτρεπόμενο από τον Νόμο. Είναι ξεκάθαρο και αυτό φάνηκε, η θέση την οποία η Υπεράσπιση προέβαλλε κατά την ακροαματική διαδικασία είναι ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ο οδηγός του οχήματος. Κανένας από τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει με ασφάλεια τον κατηγορούμενο ως τον οδηγό του οχήματος με αρ. εγγρ. ΕΡP166. Το γεγονός ότι κατά την ακρόαση της υπόθεσης η Κατηγορούσα Αρχή προσπάθησε να εισάξει νέα μαρτυρία με σκοπό οι μάρτυρες να αναγνωρίσουν ή να προσδώσουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο του οδηγού του οχήματος το οποίο να μοιάζει με αυτό του κατηγορούμενου δεν έγινε κατορθωτή αφού η μαρτυρία αυτών των μαρτύρων απερρίφθη ως αναξιόπιστη λόγω των αντιφατικών δηλώσεων τους από το Δικαστήριο. Από προσεκτική εξέταση της μαρτυρίας αναγνώρισης και σε εφαρμογή των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, που αφορούν το θέμα της περιστατικής μαρτυρίας προκύπτουν τα εξής: ότι η αναγνώριση του κατηγορούμενου είναι σε τέτοιο βαθμό φτωχή που το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να στηριχθεί πάνω σ΄ αυτή για να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα. Όπως όμως έχει αναφέρει προηγουμένως το δικαστήριο με αναφορά στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το Δικαστήριο εξετάζει ότι βρίσκεται ενώπιον του με μαρτυρία και ποτέ με απλές υποθέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση το Δικαστήριο όπως ελέχθει πιο πάνω θα καλείτο να εξετάσει σενάρια ή πιθανότητες. Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει διαζευκτικές πιθανότητες, οι οποίες να εξάγονται από την ολότητα μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του, διαφορετικά τα Δικαστήρια θα καλούνται τελικά να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες σε σχέση με συμβάντα, τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό που βρίσκεται ενώπιον τους και σίγουρα αυτό δεν είναι έργο τους. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης μου θεωρώ ότι δεν είναι απαραίτητο να ασχοληθώ περαιτέρω με την υπαγωγή οιονδήποτε ευρημάτων μου στην Νομική Πτυχή του αρθ. 210 ΠΚ για την απόδειξη ή μη του εν λόγω αδικήματος, αφού από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε με σαφή, αξιόπιστη και ασφαλή μαρτυρία ότι στο όχημα το οποίο ακινητοποιήθηκε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος βρισκόταν σκυφτός και πάνω στο τιμόνι του οχήματος του επί του οποίου το όχημα το οποίο οδηγείτο από τον Μάριο Πάζαρο προσέκρουσε βίαια με αποτέλεσμα αυτός να τραυματιστεί θανασιμα. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία αυτή. Όσον αφορά τις υπόλοιπες κατηγορίες κρίνω ότι το θέμα που προκύπτει, το δικαστήριο έχει πραγματευθεί σε προηγούμενο μέρος της απόφασης του σε σχέση με το αν πράγματι ο κατηγορούμενος ήταν οδηγός του οχήματος με αρνητική κατάληξη. Θεωρώ λοιπον ότι ενόψει της μαρτυρίας που έχει προσκομίσει η κατηγορούσα αρχή, αυτή δεν έχει απόδειξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και ως εκ τούτου αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............. Τ. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Κ.Κ. Subject: Traffic/Deadly accident Αναφορά: Τροχαίο/ Θανατηφόρο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο