Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. YANEV ILIYA EMILOV, Αρ. Υπόθεσης: 11059/15, 10/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B91 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11059/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και YANEV ILIYA EMILOV Ημερομηνία: 10.7.2015. Για την κατηγορούσα αρχή: κα Γ. Ιωαννίδου. Για τον κατηγορούμενο: κα Σ. Αδάμου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, σε καμία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Αντίθετα η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε όλες τις κατηγορίες και συναφώς εισηγήθηκε όπως ο κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν με λεπτομέρεια για υποστήριξη των θέσεων τους οι συνήγοροι είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 290, 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 1 και 3), απαίτησης περιουσίας με απειλές με σκοπό κλοπής, κατά παράβαση του άρθρου 290 του Κεφ. 154 (κατηγορία 2) και κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Κεφ. 154 (κατηγορία 4). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, μεταξύ της 15.5.12 και της 19.7.14, στην Λεμεσό, ο κατηγορούμενος συνωμότησε με την Elisaveta Rangelova από την Βουλγαρία να διαπράξουν τα κακουργήματα της απαίτηση περιουσίας με απειλές με σκοπό τη κλοπή και της κλοπής (κατηγορία 1 και 3). Περαιτέρω κατηγορείται ότι κατά την ίδια χρονική περίοδο και στον ίδιο τόπο, με σκοπό την κλοπή του χρηματικού ποσού των €41.513, απαίτησε με απειλές από τον Στέλιο Θεοδοσίου και έκλεψε το ποσό αυτό από το εν λόγω πρόσωπο (κατηγορίες 2 και 4). Το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω θα εξετάσει στη συνέχεια αντικειμενικά την υπάρχουσα μαρτυρία στην παρούσα, χωρίς δηλ. να υπεισέρχεται σε κρίση επί της αξιοπιστίας, όπως επιβάλλεται στο στάδιο της διάγνωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης κατέθεσαν 4 μάρτυρες, κατατέθηκαν 14 τεκμήρια και έγιναν και παραδεκτά γεγονότα. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ. 1810 Νικόλα Ανδρέας. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ. 3064 Αχιλλέας Κοκκινόφτας. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο παραπονούμενος Στέλιος Θεοδοσίου και ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Βασίλης Κωνσταντίνου Τιμοθέου. Η μόνη μαρτυρία, η οποία εμπλέκει τον κατηγορούμενο στην διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, είναι αυτή του παραπονούμενου (Μ.Κ.3). Αυτός υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήρια 7-10). Στο τεκμήριο 7 όπου εξιστορεί τα γεγονότα της υπόθεσης αναφέρει βασικά τα ακόλουθα: Είναι παντρεμένος και πατέρας τριών παιδιών. Ο γιος του σπούδασε ιατρική στην Βουλγαρία και τελείωσε το 2012, ήλθε στην Κύπρο για ένα χρόνο και τον Αύγουστο του 2013 πήγε στην Γερμανία για να κάνει την ειδικότητα του. Ο παραπονούμενος είναι κάτοχος δύο αριθμών τηλεφώνων δηλ. του 99-555654 και του 96-
- Ο πρώτος είναι αυτός που χρησιμοποιεί εδώ και χρόνια και τον οποίο γνωρίζει η οικογένεια και οι φίλοι του. Τον δεύτερο τον πήρε για να επικοινωνεί με τον γιο του στην Βουλγαρία. Τον Οκτώβριο του 2011 γνώρισε μία κοπέλα από την Βουλγαρία την Elisaveta Ivanov Rangelova, η οποία έμενε στην Λάρνακα και σύναψαν δεσμό για περίπου 3 μήνες μέχρι τον Γενάρη του 2012 που εκείνη επέστρεψε στην Βουλγαρία. Η Elisaveta του τηλεφωνούσε στον αριθμό 96-709779 αλλά γνώριζε και τον άλλο του αριθμό. Η Elisaveta γνώριζε ότι ήταν παντρεμένος και ότι έχει παιδιά και την συναντούσε μόνο στην Λάρνακα. Από την οικογένεια του δεν γνώριζε κανένας γι' αυτή. Όταν η Elisaveta πήγε στην Βουλγαρία του τηλεφωνούσε κατά διαστήματα και του ζητούσε χρήματα ισχυριζόμενη ότι ήταν άρρωστη αυτή ή η κόρης της που είναι 9 χρονών και ήθελε να πάνε στον γιατρό. Ο παραπονούμενος την λυπήθηκε και της έστειλε δύο φορές χρήματα μέσω WESTERN UNION στο όνομα της, €100 και €
- Μετά του ζήτησε €300 γιατί πέθανε ο πατέρας της και δεν είχαν χρήματα για την κηδεία και της τα έστειλε. Μετά ο παραπονούμενος αποτραβήχτηκε γιατί κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Σε κάποια από την συνομιλία τους ο παραπονούμενος άκουσε έναν άντρα που μιλούσε και την ρώτησε αν έχει φίλο και εκείνη του είπε ότι ήταν κάποιος ξάδελφος της με το όνομα Ηλίας. Ο παραπονούμενος γνώρισε και τον αδελφό της με τον οποίο είχαν μιλήσει τηλεφωνικές και εκείνος του εκμυστηρεύτηκε ότι το πρόσωπο που του σύστησε ως ξάδελφο της η Elisaveta, ήταν φίλος της και ότι το όνομα του είναι Ηλίας Γιάνεφ. Στη συνέχεια η Elisaveta σε κάποια από τις επικοινωνίες που είχε με τον παραπονούμενο του είπε ότι γνώρισε τον γιο του αφού μίλησαν στο τηλέφωνο, το οποίο όπως του είχε πει βρήκε στο κινητό του παραπονούμενου. Επίσης του είπε ότι μιλούσαν μαζί στο Skype. Ο παραπονούμενος της είπε να αφήσει τον γιο του ήσυχο. Μετά η Elisaveta άρχισε να τον απειλεί ότι κάποιοι θα κάνουν κακό στο γιο του και την ρώτησε ποιοι και εκείνη του είπε κάποια καθάρματα. Στην πορεία η Elisaveta αναγκάστηκε και του είπε ότι την πιέζει ο φίλος της ο Ηλίας να τον απειλεί για να τους στέλνει χρήματα. Επίσης για να τον πείσει ότι ξέρει τον γιο του, τον περιέγραψε και του είπε ότι έχει και ένα σκυλάκι μικρό, πράγμα το οποίο ήταν αλήθεια. Ο παραπονούμενος μίλησε με τον γιο του, ο οποίος του είπε ότι του είχε τηλεφωνήσει η Elisaveta και του ζήτησε το Skype του αλλά δεν μίλησαν ποτέ σε αυτό. Μετά που το σκέφτηκε ο παραπονούμενος κατέληξε ότι η Elisaveta γνώριζε την περιγραφή του γιου του και για το σκυλάκι από την φωτογραφία που έχει ο γιος του ως προφίλ στο Skype. Η Elisaveta του τηλεφωνούσε από τους αριθμούς 00359-897216777, 00359-893278060 και 00359-
- Τις περισσότερες φορές η Elisaveta ενεργούσε ως διερμηνέας αφού μετέφραζε αυτά που της έλεγε ο Ηλίας, γιατί εκείνος δεν μιλούσε ελληνικά. Οι απειλές στρέφονταν εναντίον του γιου του και του ιδίου αν προσπαθούσε να κάνει κάτι ή να τους καταγγείλει. Επίσης τον απειλούσαν ότι θα έλεγαν στην γυναίκα του ότι είχε δεσμό με την Elisaveta. Συνολικά τους έστειλε στο όνομα της Elisavetas, σε 35 διαφορετικές περιπτώσεις, μέσω WESTERN UNION, διάφορα ποσά που συνολικά ανήλθαν στο ποσό των €41.
- Η πρώτη φορά που τους έστειλε χρήματα ήταν στις 15.5.12 και η τελευταία στις 8.5.
- Λόγω του ότι οι απειλές συνεχίζονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα και ο παραπονούμενος είχε φόβους για την σωματική ακεραιότητα όλης της οικογένειας του, αποφάσισε να πάει στην Βουλγαρία να τους βρει και να βάλει ένα τέλος στην ιστορία. Έτσι στις 8.3.13 μετέβηκε μόνος του στην Βουλγαρία και συγκεκριμένα στην πόλη Plovdiv, που είναι κοντά στο χωριό Τρουτ, όπου μένει η Elisaveta. Τους πήρε τηλέφωνο και τους είπε που ήταν και τους ζήτησε να πάνε να τον συναντήσουν. Έμεινε στο ξενοδοχείο «ΤΡΑΚΗΡ». Μιλούσε μαζί τους και καθυστερούσαν να του πουν που να βρεθούν. Στις 14.3.13 τελικά του είπαν και τους συνάντησε δίπλα από μια μικρή καφετέρια, δίπλα από το κεντρικό σταθμό των λεωφορείων κοντά στα τρένα. Στην αρχή πήγε η Elisaveta με τον Ηλία και μετά προσεγγίστηκε από πίσω από ακόμα δύο άντρες. Ο ένας έκαμε μια κίνηση με το χέρι του στην τζέπη του σαν να ήθελε να του πει ότι κρατούσε κάτι και του ζήτησαν να τους ακολουθήσει όπως και έκανε. Τον έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο σαλούν BMW κοκκινοβυσινή, παλιό μοντέλο. Αφού του έβαλαν κουκούλα τον πήραν σε κάποιο σπίτι μισή ώρα περίπου από το σημείο που τον πήραν. Τον έβαλαν σε ένα δωμάτιο με όλα τα παράθυρα κλειστά και ήταν κλειστός εκεί για τέσσερις μέρες. Τον χτύπησαν και του έριξαν στα πόδια κάποιο σπρέι, που του προκαλούσε πάρα πολλή φαγούρα. Όταν τον χτύπησαν η Elisaveta δεν ήταν παρούσα. Πριν τους συναντήσει ο παραπονούμενος, έβαλε το κινητό με αριθμό 96-709779 μέσα στο εσώρουχο του για να μην το βρουν και είχε το άλλο στην τζέπη του. Εκείνοι του πήραν το τηλέφωνο από την τσέπη και το δελτίο ταυτότητας του. Του ζήτησαν να τους δώσει χρήματα για να τον αφήσουν και αυτός τους έδωσε το ποσό των €2.700 σε μετρητά που είχε μαζί του. Αυτοί όμως ήθελαν και άλλα αλλιώς θα τον σκότωναν. Με το τηλέφωνο που είχε κρυμμένο επικοινώνησε με τον γαμπρό του Βάσο Κωνσταντίνου, που του είχε εμπιστοσύνη και του ζήτησε να του στείλει χρήματα. Εκείνος του έστειλε ακόμα €2.700 μέσω WESTERN UNION και τον μετέφεραν σε γραφείο της εν λόγω εταιρείας και αφού τα παρέλαβε τους τα έδωσε. Στις 17.3.13 ημέρα που έπρεπε να επιστρέψει τον πήραν στο αεροδρόμιο της Σόφιας και επέστρεψε στην Κύπρο. Λόγω του σπρέι που του έβαλαν είχε πρόβλημα και αναγκάστηκε και είπε στον γιο του την όλη ιστορία και πήγε σε γιατρό. Όταν επέστρεψε στην Κύπρο τους έστειλε χρήματα ακόμη δύο φορές μετά από απειλές που δεχόταν. Οι απειλές συνέχισαν αλλά ο γιος του στις 29.7.13 πήγε στην Γερμανία και έτσι ο παραπονούμενος ένοιωθε πιο ήσυχος και σταμάτησε να τους δίνει χρήματα. Μέσα Φεβρουαρίου του 2014, είχε αναπάντητη από τον αριθμό 0049-152176841, ο οποίος είναι από την Γερμανία. Την επόμενη μέρα πήρε πίσω και ήταν η Elisaveta, η οποία γνώριζε ότι ο γιος του ήταν στην Γερμανία. Του είπε ότι εργαζόταν σαν πόρνη σε μπαρ και ότι χώρισε με τον Ηλία και ήθελε χρήματα για να έρθει στην Κύπρο. Ο παραπονούμενος δεν της έστειλε και συνέχισαν να τον παίρνουν και οι δύο και τον απειλούσαν ότι θα βρουν τον γιο του. Τον έπαιρναν τηλέφωνο από τον πιο πάνω αριθμό και τον αριθμό 0049-
- Του είπαν ότι ήταν σε μία περιοχή που ονομάζεται Τόρμουκ. Δεν τους έστειλε άλλα χρήματα αφού αποφάσισε πλέον ότι πρέπει να κάνει καταγγελία στην Αστυνομία. Η τελευταία φορά που τον πήραν τηλέφωνο ήταν στις 19.7.14 από απόκρυψη. Ήταν ο Ηλίας και μόλις άκουσε την φωνή του ο παραπονούμενος το έκλεισε. Κατέθεσε ως τεκμήριο 11, 34 αποδείξεις για τις προαναφερόμενες περιπτώσεις που έστειλε χρήματα στην Βουλγαρία και ως τεκμήριο 12 μία απόδειξη στα Βουλγάρικα, όταν του έστειλε χρήματα ο Βάσος και τα παρέλαβε ο ίδιος. Τα χρήματα στην Βουλγαρία τα έστελνε πάντα στο όνομα της Elisavetas. Στις 3.6.15 αναγνώρισε στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού τον κατηγορούμενο, ως τον Ηλία που ανέφερε ανωτέρω. Ανέφερε δε στην σχετική του κατάθεση τεκμήριο 9 ότι στο κινητό του τηλέφωνο έχει ακόμη απειλητικά μυνήματα στα Βουλγαρικά που του έστελνε ο Ηλίας. Περαιτέρω στην κυρίως εξέταση του σε σχέση με το σε ποιούς έστειλε δύο φορές χρήματα μετά που απειλές που δεχόταν όταν ήλθε, είπε ότι εννοούσε τον Ηλία Γιάνεφ και την Elizaveta, η οποία ενημέρωνε τον μάρτυρα ότι δεχόταν απειλές από τον Ηλία Γιάνεφ. Πρόσθεσε ότι εκείνος την ανάγκαζε να τον παίρνει τηλέφωνο και να του λέει διάφορα ψέματα για αρρώστιες, ότι είχε καρκίνο, ότι έκανε γυναικολογικές εγχειρίσεις με την κόρη της, είχε προβλήματα και να της στέλνει χρήματα και ότι εάν η Elizaveta δεν το έκανε θα της κάρφωνε μαχαίρι στην καρδιά και θα της έκαιγε το σπίτι, πράγμα για το οποίο υπάρχει καταγγελία από την ίδια την οικογένεια της στην Αστυνομία στη Βουλγαρία. Όσον αφορά το ότι εξακολουθούσε να δέχεται απειλές μετά που ήλθε στην Κύπρο είπε ότι δεχόταν ακριβώς τις ίδιες απειλές και ότι έκανε υπομονή και τους έστελνε χρήματα μέχρι να φύγει ο γιος του από τη Βουλγαρία. Όταν ρωτήθηκε εάν αυτές οι απειλές αφορούσαν μόνο του γιο του είπε ότι εάν χρειαστεί θα καταθέσει τα κινητά του τηλέφωνα, τα sms με βουλγάρικα νούμερα που του γράφουν «Χαχαχα ρε μαλάκα έλα και θα δεις τι θα πάθεις. Θα σε σκοτώσω. Θα βρω τον γιο σου. Θα βρούμε τον γιο σου». Αντεξεταζόμενος για τα πιο πάνω είπε τα ακόλουθα: Πήγε στην Βουλγαρία, για να συναντήσει την Elisaveta τουλάχιστον 5 φορές. Περαιτέρω πήγε και δύο φορές στην Θεσσαλονίκη και έστειλε χρήματα στην Elisaveta για να πάρει εισιτήριο και να τον συναντήσει σε ξενοδοχείο. Ανέφερε δε ότι στην μια από τις δύο αυτές φορές η Elisaveta μίλησε στο τηλέφωνο με τον κατηγορούμενο. Όταν ρωτήθηκε πως γνωρίζει ότι μιλούσε με τον κατηγορούμενο και όχι με τον πατέρα της ή άλλο συγγενικό της πρόσωπο απάντησε διερωτώμενος «Με ποιον να μιλούσε άραγε;» εφόσον ενώ του είπε ότι ο πατέρας της πέθανε και ζητούσε €300 για την κηδεία του, αυτός ζει. Πήγε για πρώτη φορά στην Βουλγαρία λίγο καιρό μετά που έφυγε η Elisaveta από την Κύπρο. Για τελευταία φορά πήγε εκεί στις 16.1.14 όταν πήγε για να βάλει ένα τέλος στην υπόθεση. Είπε δε ότι πήγε εκεί με την οικογένεια του για την αποφοίτηση του γιου του και μετά αφού έστειλε την οικογένεια του στην Κύπρο αυτός πήγε στην Θεσσαλονική και το ίδιο βράδυ επέστρεψε για να ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Είπε δε ότι σε κάποιο σημείο όταν του τηλεφωνούσε η Elisaveta από την Βουλγαρία αυτός κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει είπε ότι όταν του τηλεφωνούσε η Elisaveta και κλαψούριζε ότι ο πατέρας της ήταν άρρωστος και ήταν νοσοκομείο, ο μάρτυρας άκουγε παιδιά στο τηλέφωνο. Σε σχέση με την αναφορά του στην κατάθεση του ότι σε κάποια σημεία άκουσε ένα άνδρα που μιλούσε και την ρώτησε αν έχει φίλο και εκείνη του είπε ότι ήταν κάποιος ξάδελφος της με όνομα Ηλίας, είπε ότι το πρόσωπο εκείνο μιλούσε Βουλγαρικά και ότι αυτός απλώς άκουγε μια ανδρική φωνή χωρίς να αντιλαμβάνεται το περιεχόμενο και ποιος ήταν. Ανέφερε δε ότι γνώρισε τον κατηγορούμενο για πρώτη φορά όταν η Elisaveta του τον σύστησε ως εξάδελφο της μια με δύο μέρες πριν τα γενέθλια της κόρης της στα οποία παρέστη ο μάρτυρας στην Βουλγαρία δηλ. πριν τις 24.8.
- Είπε επίσης ότι τον ξαναείδε ακόμη μια φορά μετά τα γενέθλια. Ανέφερε δε ποιο συγκεκριμένα όσον αφορά την πρώτη συνάντηση ότι όταν βγήκαν με την Elisaveta για ψώνια εκείνη του είπε ότι θα τηλεφωνήσει του εξάδελφου της να πάει με το αυτοκίνητο για να τους πάρει όπως και έγινε. Ο δε αδελφός της Elisaveta, που έχει το ίδιο όνομα με τον κατηγορούμενο δηλ. Ηλίας, του είπε ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι εξάδελφος της αλλά γκόμενος της. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο ο κατηγορούμενος του τηλεφώνησε ποτέ απάντησε καταφατικά. Όταν ρωτήθηκε από ποιον αριθμό τηλεφώνου είπε «Από το δικό του». Δεν θυμόταν όμως τον αριθμό. Θυμόταν μόνο ότι ήταν αριθμός από την Βουλγαρία. Όταν στην συνέχεια ρωτήθηκε τι του είπε ο κατηγορούμενος είπε ότι ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει ελληνικά ούτε αγγλικά και ότι του έστειλε sms (γραπτό μήνυμα στο κινητό τηλέφωνο) λέγοντας του "Εγώ είμαι, θέλω μιλήσω τηλέφωνο μαζί σου" με αγγλικούς χαρακτήρες και διαβάζοντας το στα ελληνικά. Θυμόταν ότι αυτό έγινε Κυριακή αλλά όχι ημερομηνία ή έστω χρονιά. Συνεχίζοντας είπε ότι μετά του έστειλε μήνυμα ότι έχει ξάδελφο ονόματι Εμίλ που μιλά ελληνικά και ο μάρτυρας τον πήρε στο τηλέφωνο στο νούμερο του. Ο Εμίλ μιλούσε άπταιστα ελληνικά και του έκανε τον διερμηνέα από τα ελληνικά στα βουλγαρικά. Ερωτώμενος τι είπε στο τηλέφωνο με τον Εμίλ απάντησε «Ήξερε ότι άρχισαν να στενεύουν τα περιθώρια επειδή δεν έστελνα το χαβιάρι για να περνούν στα ξενοδοχεία και στα καζίνα και στο καζίνο Ριτς όπου έτρωγαν τα λεφτά μου και οι δύο και ήθελε να μου απολογηθεί ότι δήθεν τέλειωσε μαζί της. Τι με ενδιαφέρει αν τέλειωσε μαζί της; Και μου ζήτησε συγγνώμη». Όταν ρωτήθηκε για πιο πράγμα απολογήθηκε είπε ότι ήταν για ότι του έκανε, για τα λεφτά που του έπαιρναν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Όταν του υποβλήθηκε ότι τα χρήματα που λέει ότι έστειλε με την Western Union τα έστελνε αποκλειστικά και μόνο στην Elisaveta πριν μπει στη ζωή της ο κατηγορούμενος είπε ότι ο κατηγορούμενος μπήκε στην ζωή της Elisavetas 3 μέρες μετά που εκείνη επέστρεψε από την Κύπρο στην Βουλγαρία. Αυτό είπε ότι το έμαθε από την Elisaveta μετά που εκείνη δέχτηκε απειλές από τον κατηγορούμενο και ήθελε να αποτραβηχτεί, να φύγει από κοντά του γιατί κινδύνευε μαζί του. Είπε βασικά ότι ο κατηγορούμενος απειλούσε την Elisaveta ότι θα της καρφώσει μαχαίρι στην καρδιά, θα έκανε κακό στο παιδί της και θα έβαζε φωτιά στα σπίτια τους και ότι υπάρχει καταγγελία για αυτά από την ίδια και την οικογένεια της, στην Αστυνομία στη Βουλγαρία. Για την εν λόγω καταγγελία ο μάρτυρας έμαθε όταν η Elisaveta ήταν στην Γερμανία με τον κατηγορούμενο και ο αδελφός της παρακάλεσε τον μάρτυρα να τον βοηθήσει με €50 για να πάει στην Αστυνομία να κάνει την καταγγελία όπως και έκανε. Σε άλλο σημείο όταν του ζητήθηκε να προσδιορίσει χρονικά πότε άρχισε να στέλνει λεφτά επειδή τον εκφόβιζε η Elisaveta και μέχρι να φύγει ο γιος του από την Βουλγαρία είπε ότι δεν μπορεί να απαντήσει στην ερώτηση συγκεκριμένα και το μόνο που μπορεί να αποδείξει είναι ότι απειλείτο η ζωή του γιου του, κάτι που φαίνεται από τα sms. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο γιος του ουδέποτε δέχτηκε οποιοδήποτε απειλητικό τηλεφώνημα ή μήνυμα από την Elisaveta ή από τον κατηγορούμενο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο απάντησε ότι δέχθηκε. Στη συνέχεια όμως, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει χρονικά, δέχθηκε ότι όταν ο γιος του ήταν στην Βουλγαρία και είχε τελειώσει την ιατρική, δέχθηκε ένα και μοναδικό τηλεφώνημα από την Elisaveta, στην οποία ο μάρτυρας είχε δώσει το τηλέφωνο του γιου του για να ζητήσει την άποψη του για την υγεία της μετά από επέμβαση που έκανε το στήθος λόγω του καρκίνου. Στη συνέχεια ο μάρτυρας είπε ότι δεν είπε στις καταθέσεις του ότι έπιασαν τηλέφωνο τον γιο του και τον απειλούσαν αλλά ότι απειλούσαν τον ίδιο ότι θα κάνουν κακό στον γιο του. Ερωτώμενος όμως τι κακό θα του έκαναν απάντησε «Ρωτήστε τους» και στην συνέχεια ότι του έλεγαν ότι θα κάνουν κακό στον γιο του, αλλά δεν ξέρει τι κακό καθώς και ότι αν τολμούσε ο ίδιος να πάει στην Βουλγαρία θα τον σκοτώσουν, θα τον θάψουν και θα τον γαμήσουν πριν φύγει από το αεροδρόμιο. Όταν όμως ρωτήθηκε εάν αυτά τα είπε ο κατηγορούμενος απάντησε ότι τα είπε η Elisaveta, υπενθυμίζοντας ότι ο κατηγορούμενος δεν μιλά ελληνικά ούτε αγγλικά. Εδώ να σημειωθεί ότι σε άλλο σημείο της αντεξέτασης είπε ότι η Elisaveta του είπε «Ξέρουμε πού είναι ο γιος σου, ξέρουμε ποιος είναι ο γιος σου, είναι ο τάδε, είναι έτσι ή αλλιώς φαλακρός και έχει μικρό σκυλάκι με συγκεκριμένα χρώματα και γι' αυτό υπέκυψα στις απειλές τους και μου έφαγαν ένα αυτό λίρες λεφτά». Όταν ρωτήθηκε εάν συμφωνεί ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε τον απείλησε είτε τηλεφωνικά είτε προφορικά απάντησε «Αφού ήταν ο εγκέφαλος της κατάστασης» και όταν ρωτήθηκε εάν ο κατηγορούμενος τον απείλησε προσωπικά είπε ότι τον απείλησε και προς τούτο παρέπεμψε σε ένα sms που έχει στο τηλέφωνο του. Όταν του ζητήθηκε από την συνήγορο υπεράσπισης να το βρει, βλέποντας από μια συσκευή κινητού τηλεφώνου που είχε μαζί του, είπε ότι αυτό έγινε στο τηλέφωνο του με αρ. 96-709779 στις 2.7.13 και ώρα 11:10:59 και ότι το μήνυμα ήταν στα βουλγαρικά γραμμένο με αγγλικούς χαρακτήρες αλλά ένας που μιλά αγγλικά δεν μπορεί να το διαβάσει. Είπε ότι δε ότι το έδωσε σε κάποιον να το διαβάσει αλλά δεν ανέφερε στο Δικαστήριο τι ήταν το περιεχόμενο του. Είπε επίσης ότι αυτό εννοείται ότι έγινε από το τηλέφωνο του κατηγορούμενου χωρίς όμως να αναφέρει πως το γνώριζε αυτό. Όταν ρωτήθηκε εάν αυτό ήταν η μόνη απειλή από τον κατηγορούμενο είπε ουσιαστικά ότι δέχτηκε αυτό το sms και τα υπόλοιπα είναι αυτά που του έλεγε η Elisaveta και η οικογένεια της που απειλείτο από τον κατηγορούμενο να απειλεί και τον μάρτυρα ότι θα έκαμναν κακό στον γιο του. Στη συνέχεια πρόσθεσε ότι έχει και μάρτυρα, ο οποίος παρουσιάστηκε στο Τ.Α.Ε. αλλά δεν θέλησε να έρθει στο Δικαστήριο, φοβούμενος για τη ζωή του και της οικογένειας του. Σε άλλο σημείο όταν του υποβλήθηκε ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος τον απείλησε για να του αποσπάσει οποιονδήποτε χρηματικό ποσό είπε ότι υπάρχει μάρτυρας εν ονόματι Δήμος που μιλούσε με τον κατηγορούμενο και του έκανε το διερμηνέα και τον απειλούσε και ήταν κοντά στην ημέρα που πέθανε η μητέρα του και του έλεγε ότι θα γαμήσει τη μητέρα του στον τάφο και θα του γαμήσει τα παιδιά του, την οικογένεια του. Όταν ρωτήθηκε σε ποια γλώσσα μιλούσε ο κατηγορούμενος με το εν λόγω πρόσωπο είπε ότι δεν ξέρει και ότι ήταν μάλλον στα τσιγγάνικα. Σε άλλο σημείο είπε ότι 2-3 φορές από αυτές που πήγε στην Βουλγαρία για να συναντήσει την Elisaveta δεν πήγε για να συνευρεθούν ερωτικά αλλά για να την παρακολουθήσει γιατί αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στην όλη υπόθεση. Είπε δε ότι μια από τις φορές αυτές ήταν και στις 8.3.
- Είπε δε σχετικά ότι εκείνη την ημέρα πήγε στο σπίτι της, χτύπησε την πόρτα και εκεί βρίσκονταν ο κατηγορούμενος, ένας τραβεστί, η Elisaveta και η κόρη της. Όταν του τέθηκε ότι σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του προηγουμένως είπε ότι για πρώτη φορά συνάντησε τον κατηγορούμενο αργότερα δηλ. λίγες μέρες πριν τα γενέθλια της κόρης της Elisaveta όπου παρευρέθηκε δηλ. λίγο πριν τις 24.8.13 δέχθηκε ότι το είπε αλλά πρόσθεσε ότι όπως του τον παρουσίαζε η Elisaveta σαν ξάδελφο της δεν αποκλείεται να τον ξαναείδε στο χωριό ή στο σπίτι της ή σαν ξάδελφο της. Είπε δε τελικά ότι νομίζει ότι τον συνάντησε για πρώτη φορά όταν το είδε «τετ‑α‑τετ» 2‑3 μέρες πριν τα γενέθλια του παιδιού της Elisaveta όταν πήγαν για ψώνια με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Σε άλλο σημείο, για το τι έγινε στις 8.3.13 είπε ότι πήγε στην Βουλγαρία με σκοπό με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο να έβαζε ένα τέλος στην υπόθεση. Είχε φώτα στο σπίτι της Elisavetas. Χτύπησε την πόρτα του σπιτιού γύρω 10:00 το βράδυ, δεν ήταν στο σπίτι και την περίμενε. Δεν κατέβηκε γιατί πήγε για παρακολούθηση. Μετά έφυγε. Όταν ρωτήθηκε εάν ισχύει αυτό ή εκείνο που είπε στην κατάθεση του ότι δηλ. πήγε εκείνη την ημέρα στο χωριό που μένει η Elisaveta, τους πήρε τηλέφωνο και τους είπε ποιος ήταν και ζήτησε να συναντηθούν και καθυστερούσαν και τελικά συναντήθηκαν στις 14.3.13 απάντησε ουσιαστικά ότι ίσχυε αυτό που είπε στην κατάθεση του. Όσον αφορά το τι έγινε κατά την συνάντηση τους ακριβώς πριν την ισχυριζόμενη απαγωγή του όταν ρωτήθηκε τι κουβέντες αντάλλαξαν με την Elisaveta είπε ότι εκείνη του είπε «Σου είπα ότι θα παίζω και θα χορεύεις, δεν με πίστεψες. Σου είπα ότι θα κάνουμε κακό στον γιο σου. Γιατί ήρθες εδώ και γιατί δεν μου το είπες ότι θα ερχόσουν εδώ;» Στη συνέχεια όμως είπε ότι στις 8.3.13 όταν χτύπησε την πόρτα είδε την Elisaveta, έφυγε ο τραβεστί, μετά από 2‑3 λεπτά έφυγε και ο κατηγορούμενος, πήγε εκεί ο αδελφός της Elisavetas και ακολούθησε καβγάς μεταξύ αυτής και του αδελφού της, φώναζαν, πήγε και η μητέρα τους την οποία επίσης έβρισε η Elisaveta και τους είπε «Θα κάνω ό,τι θέλω» και μετά από αυτό ο μάρτυρας πήρε την βαλίτσα του, έφυγε αμέσως και πήγε σε ξενοδοχείο. Όταν δε στη συνέχεια του υποδείχθηκε ότι μετά την απαγωγή του και μετά από όλα αυτά που τράβηξε ξαναπήγε στην Βουλγαρία είπε ότι το για ποιό λόγο το έκανε είναι πρόβλημα δικό του. Όταν λίγο μετά ρωτήθηκε εάν δηλ. θέλει να πει ότι προστάτευε την οικογένεια του με το να πάει μετά από την απαγωγή του στο πάρτι της κόρης της Elisavetas είπε ότι τα πράγματα αλλιώς ξεκίνησαν αλλού κατέληξαν. Και πρόσθεσε ότι «έχουμε να κάνουμε με μεγάλη εγκληματικότητα. Αυτός ο κύριος ο κατηγορούμενος έχει μεγάλη δράση στη Βουλγαρία, εμπλέκεται σε φόνο και εξεπλήρωσε την ποινή του με €1.500». Όταν ρωτήθηκε πως το γνωρίζει αυτό είπε ότι του το είπε η Elisaveta και ότι είναι σίγουρος 1,000%, όχι 100% ότι ο κύριος εγκέφαλος της κατάστασης είναι ο κατηγορούμενος. Όταν δε πολύ εύλογα ρωτήθηκε εάν πίστεψε σε αυτά που του είπε η Elisaveta για το ποιόν του κατηγορούμενου την στιγμή που πριν είπε ότι είναι μια ψεύτρα που του είπε ψέματα για τον θάνατο του πατέρα της, απάντησε ότι «Από τη στιγμή που έχω το sms το δικό του από το δικό του τηλέφωνο να με απειλεί, ναι ξέρω ποιος είναι ο κατηγορούμενος και ότι ό,τι και αν έκαμε η Elisaveta μετά που αυτά που της πρόσφερα εγώ, σίγουρα απειλείτου όπως μου τα είπε όπως υποστηρίζω και στηρίζω όπως και η ίδια η οικογένεια της, η οποία επαναλαμβάνω και σήμερα υπάρχει κατάθεση στην Αστυνομία στο Plovdiv εναντίον του κατηγορούμενου ότι την απείλαν αν σταματούσε να μου ζητούσε λεφτά με οποιονδήποτε τρόπο θα της κάρφωνε μαχαίρι στην καρδιά, θα έκανε κακό στο παιδί της και θα έβαζε φωτιά στα σπίτια τους». Όταν του υποβλήθηκε ότι το μεγάλο μίσος και έχθρα που αισθάνεται για τον κατηγορούμενο είναι επειδή είναι ο μεγάλος αντίζηλος που του έκλεψε την αγαπημένη του δηλ. την Elisaveta δεν το δέχθηκε και πρόσθεσε «Ο τρόπος που μου έπαιρναν τα λεφτά, είναι ο εγκέφαλος, ο εγκληματικός εγκέφαλος της όλης ιστορίας και αυτό δεν το ανέχομαι, γι' αυτό και βγήκα στη Δικαιοσύνη και γι' αυτό τολμώ και τόλμησα και πήγα στη Βουλγαρία με οποιονδήποτε τρόπο και κόστος να βάλω τέλος σε αυτήν την ιστορία». Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του σε υποβολή ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος τον απείλησε για να του αποσπάσει χρήματα απάντησε «Μέσω της Elisavetas». Όταν δε του υποβλήθηκε ότι όσα λεφτά έχει στείλει ή δώσει στην Elisaveta τα έδωσε επειδή την αγαπούσε και είχε ερωτική σχέση μαζί της, δεν το δέχθηκε και αναφέρθηκε σε γραπτά μηνύματα που έπαιρνε από την Elisaveta όπου του έλεγε «Χα χα χα ρε μαλακά, αν δεν του στείλεις λεφτά θα μάθει η οικογένεια σου και θα κάνουμε κακό στον γιο σου». Όταν ρωτήθηκε ποιοί θα έκαναν κακό στον γιο του είπε ουσιαστικά ότι το «Θα κάνουμε» ήταν στα μηνύματα της Elisavetas και είπε «Γιατί δεν ρωτάτε τους ίδιους;». Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε τι εννοούσε η Elisaveta απάντησε «Ο εγκέφαλος που είναι απέναντι μας ο κατηγορούμενος και δεν ξέρω». Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε τελικά ποιος είναι ο εγκέφαλος της υπόθεσης ο κατηγορούμενος ή η Elisaveta απάντησε ότι υποστηρίζει ότι ο εγκέφαλος είναι ο κατηγορούμενος και ότι η Elisaveta ήταν θύμα και ουσιαστικά εκβιαζόταν από τον κατηγορούμενο. Όταν μετά ρωτήθηκε εάν συμφωνεί ότι πήγε στη Βουλγαρία και βρήκε τον Ηλία τον αδελφό της Elisavetas και είπε ότι θα της έχτιζε σπίτι αν δεχόταν να συνεχίσει μαζί του είπε ότι είναι ψέματα και πρόσθεσε, για να επιβεβαιώσει ως είπε, ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο εγκέφαλος, ότι σε ένα μήνυμα της Elisavetas του γράφει «Θα βγω σε λίγο με τα καθάρματα να πάω στη Σόφια». Σε άλλο σημείο όταν του υποβλήθηκε ότι αποκαλεί τον κατηγορούμενο εγκέφαλο της υπόθεσης επειδή απογοητεύτηκε από την ποινή που επιβλήθηκε από το Δικαστήριο στην Elisaveta παρέπεμψε σε sms που του έστειλε η Elisaveta και του έλεγε «Είμαι με τον Ηλία, βγαίνω είμαι με τον Ηλία πηγαίνω στα σύνορα της Θεσσαλονίκη για την Ελλάδα για να παραδώσουμε κάποια πράγματα, έγγραφα». Όταν ρωτήθηκε εάν σε μια από τις επισκέψεις του στη Βουλγαρία παρουσίασε στην Elisaveta ένα αγοραπωλητήριο έγγραφο με το οποίο της είπε ότι «Αυτό το διαμέρισμα εις την Πάφο θα σου το κάμω δώρο αν με ακολουθήσεις και έρθεις Κύπρο μαζί μου» είπε ότι έκανε copy το κοτσιάνι του σπιτιού του στην Λεμεσό, έσβησε με tipex και έγραψε φανταστική διεύθυνση για διαμέρισμα στην Πάφο και της το έδειξε. Είπε δε ότι αυτό το έκανε για να την ξεγελάσει για να δει ποιες ήταν οι αντιδράσεις της για τον κατηγορούμενο. Το έγγραφο δε αυτό το έκαψε το ίδιο βράδυ στη σόμπα στο σπίτι της μπροστά στην οικογένεια της. Όταν ρωτήθηκε εάν έκανε αυτό από τα νεύρα του επειδή αρνήθηκε την πρόταση του απάντησε ότι το έκαψε γιατί δεν υπάρχει τέτοιο έγγραφο και διερωτήθηκε ποιος τρελός να έκαιγε ένα κοτσιάνι διαμερίσματος εφόσον δεν ήταν. Όταν όμως του υποδείχθηκε ότι η Elisaveta νόμιζε ότι ήταν αληθινό απάντησε «Δεν ξέρω, ό,τι θέλει ας νομίζει». Όσον αφορά τις απειλές από την Γερμανία είπε ότι όταν δέχθηκε το πρώτο τηλεφώνημα η Elisaveta του είπε ότι ήθελε λεφτά ισχυριζόμενη ότι ήθελε να φύγει από τον κατηγορούμενο, ο οποίος την απειλούσε και την πίεζε να δουλεύει σε μπαρ σαν πόρνη. Είπε δε σε άλλο σημείο ότι όταν εκείνη επέμενε ότι ήθελε λεφτά δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα της. Από την μαρτυρία λοιπόν του παραπονούμενου στην κυρίως εξέταση του προκύπτει ότι αρχικά τον απειλούσε η Elisaveta ότι κάποιοι θα κάνουν κακό στο γιο του και στην πορεία η Elisaveta του είπε ότι την πιέζει ο φίλος της ο Ηλίας να τον απειλεί για να τους στέλνει χρήματα. Ανέφερε δε ότι τις περισσότερες φορές η Elisaveta ενεργούσε ως διερμηνέας αφού μετέφραζε αυτά που της έλεγε ο Ηλίας, γιατί εκείνος δεν μιλούσε ελληνικά. Οι απειλές στρέφονταν εναντίον του γιου του και του ιδίου αν προσπαθούσε να κάνει κάτι ή να τους καταγγείλει. Επίσης ανέφερε ότι τον απειλούσαν, χωρίς να προσδιορίσει ποιοι, ότι θα έλεγαν στην γυναίκα του ότι είχε δεσμό με την Elisaveta. Είπε δε ότι όταν επέστρεψε στην Κύπρο μετά την απαγωγή του τους έστειλε χρήματα ακόμη δύο φορές μετά από απειλές που δεχόταν. Διευκρίνισε δε σχετικά ότι όταν το είπε αυτό εννοούσε τον κατηγορούμενο και την Elisaveta, η οποία ενημέρωνε τον μάρτυρα ότι δεχόταν απειλές από τον Ηλία, ο οποίος την ανάγκαζε να παίρνει τηλέφωνο τον μάρτυρα και να του λέει διάφορα ψέματα για αρρώστιες, ότι είχε καρκίνο, ότι έκανε γυναικολογικές εγχειρίσεις με την κόρη της, είχε προβλήματα και να της στέλνει χρήματα και ότι εάν η Elisaveta δεν το έκανε θα της κάρφωνε μαχαίρι στην καρδιά και θα της έκαιγε το σπίτι. Είπε επίσης ότι οι απειλές που δεχόταν στην Κύπρο ήταν ακριβώς οι ίδιες και αναφέρθηκε και σε sms (δηλ. γραπτό μήνυμα από κινητό τηλέφωνο) με βουλγάρικα νούμερα που του γράφουν «Χαχαχα ρε μαλάκα έλα και θα δεις τι θα πάθεις. Θα σε σκοτώσω. Θα βρω τον γιο σου. Θα βρούμε τον γιο σου», χωρίς να αναφέρει από ποιον ήταν. Από την αντεξέταση του προκύπτει σαφώς ότι τα πλείστα όσα ανέφερε για τις απειλές που δεχόταν και την εμπλοκή του κατηγορούμενου τα γνωρίζει από τα όσα του έλεγε η Elisaveta ή από γραπτά μηνύματα που έλαβε από αυτήν στο τηλέφωνο του. Η δε θέση του ότι ο κατηγορούμενος είναι ο εγκέφαλος της υπόθεσης αποτελεί συμπέρασμα του με βάση τα όσα του ανέφερε η Elisaveta. Με βάση δε πάντα αυτά που εκείνη του ανέφερε, την απειλούσε και την εκβίαζε ο κατηγορούμενος να απειλεί τον μάρτυρα για να της στέλνει τα χρήματα. Ξεκαθάρισε δε στην αντεξέταση του σε ποιες περιπτώσεις τον απείλησε προσωπικά ο ίδιος ο κατηγορούμενος όχι μέσω της Elisavetas. Θα πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι σύμφωνα με τον μάρτυρα ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ούτε ελληνικά ούτε αγγλικά. Είπε δε ότι ο κατηγορούμενος του έστειλε sms και ότι μίλησε μαζί του και στο τηλέφωνο. Όσον αφορά τον αριθμό του τηλεφώνου υποστήριξε ότι ανήκε στον κατηγορούμενο αλλά δεν τον θυμόταν. Αναφέρθηκε δε σχετικά σε ένα sms που έγραφε "Εγώ είμαι, θέλω μιλήσω τηλέφωνο μαζί σου" με αγγλικούς χαρακτήρες και διαβάζοντας το στα ελληνικά. Μετά ότι του έστειλε μήνυμα ότι έχει ξάδελφο ονόματι Εμίλ που μιλά ελληνικά και ο μάρτυρας τον πήρε στο τηλέφωνο στο νούμερο του. Το πρόσωπο αυτό έκανε τον διερμηνέα από τα ελληνικά στα βουλγαρικά. Ερωτώμενος όμως τι είπε στο τηλέφωνο με τον Εμίλ απάντησε βασικά ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να του απολογηθεί, ότι δήθεν τέλειωσε με την Elisaveta και του ζήτησε συγγνώμη για ότι του έκανε, για τα λεφτά που του έπαιρναν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, χωρίς να πει λεπτομέρειες. Αναφέρθηκε επίσης και σε άλλο ένα sms που του έστειλε, σύμφωνα με τον ίδιο, ο κατηγορούμενος στις 2.7.
- Είπε δε σχετικά ότι το μήνυμα ήταν στα βουλγαρικά γραμμένο με αγγλικούς χαρακτήρες αλλά ένας που μιλά αγγλικά δεν μπορεί να το διαβάσει. Ανέφερε επίσης ότι το έδωσε σε κάποιον να το διαβάσει αλλά δεν ανέφερε στο Δικαστήριο τι ήταν το περιεχόμενο του. Είπε επίσης ότι αυτό εννοείται ότι έγινε από το τηλέφωνο του κατηγορούμενου χωρίς όμως να αναφέρει πως το γνώριζε αυτό. Πέραν από τα εν λόγω γραπτά μηνύματα στο κινητό του ο μάρτυρας υποστήριξε ότι είχε και τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο. Είπε δε σχετικά ότι αυτό έγινε λίγο μετά την ταφή της μητέρας του δηλ. περί τον Ιανουάριο του 2014 και ότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι θα γαμήσει τη μητέρα του στον τάφο και θα του γαμήσει τα παιδιά του, την οικογένεια του. Όσον δε αφορά το πως ο μάρτυρας έμαθε ότι αυτό του έλεγε ο κατηγορούμενος, ο οποίος ως προαναφέρθηκε δεν μιλούσε ούτε ελληνικά ούτε και αγγλικά, είπε ότι κάποιο πρόσωπο που ήταν με τον παραπονούμενο του έκανε τον διερμηνέα και ότι μάλλον μιλούσε με τον κατηγορούμενο στα τσιγγάνικα. Ανέφερε δε ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν ήθελε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία γιατί φοβόταν. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.2) ανέφερε ότι πράγματι υπήρχε κάποιο πρόσωπο Bουλγαρικής καταγωγής, το οποίο ανέφερε ότι έκανε τον μεταφραστή στον παραπονούμενο και το οποίο μάλιστα πήγε στην Αστυνομία με τον παραπονούμενο, όμως αν και του ζητήθηκε να δώσει κατάθεση αρνήθηκε γιατί φοβόταν για την ασφάλεια τόσο του ιδίου όσο και της οικογένειας του που είναι στη Βουλγαρία. Όσον δε αφορά τις απειλές από την Γερμανία στην κυρίως εξέταση του ο παραπονούμενος είπε ότι όταν δεν έστειλε χρήματα στην Elisaveta μετά που αυτή του τηλεφώνησε, συνέχισαν να τον παίρνουν και οι δύο και τον απειλούσαν ότι θα βρουν τον γιο του. Στην αντεξέταση του είπε δε σχετικά ότι όταν δέχθηκε το πρώτο τηλεφώνημα, η Elisaveta του είπε ότι ήθελε λεφτά ισχυριζόμενη ότι ήθελε να φύγει από τον κατηγορούμενο, ο οποίος την απειλούσε και την πίεζε να δουλεύει σε μπαρ σαν πόρνη. Είπε δε σε άλλο σημείο ότι όταν εκείνη επέμενε ότι ήθελε λεφτά δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα της. Δεν ανέφερε δε ότι έλαβε από τον κατηγορούμενο οποιοδήποτε γραπτό μήνυμα ή τηλεφώνημα από την Γερμανία. Πριν προχωρήσω θα πρέπει να αναφερθεί ότι τα όσα ανέφερε για την απαγωγή του στην Βουλγαρία τον Μάρτιο του 2013 και την όποια εμπλοκή του κατηγορούμενου δεν είναι επίδικα. Ο κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει τέτοια κατηγορία στην παρούσα. Αυτό έγινε γιατί προφανώς πρόκειται για γεγονότα που έλαβαν χώραν στην Βουλγαρία και ενδεχομένως να τίθεται θέμα δικαιοδοσίας εκδίκασης τους από Κυπριακό Δικαστήριο. Άλλωστε από την μαρτυρία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος προσήχθη στο Δικαστήριο μετά την εκτέλεση Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, το οποίο εκδόθηκε στην βάση εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε στην Κύπρο και δεν περιλάμβανε το αδίκημα της απαγωγής. Συνεπώς ακόμη και εάν το παρόν Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία εκδίκασης του εν λόγω αδικήματος δεν θα μπορούσε να το εκδικάσει εφόσον δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος κατά την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ή μετά, παραιτήθηκε ρητά από το ευεργέτημα του κανόνα της Ειδικότητας. Επιτράπηκε δε να ακουστεί μαρτυρία για το θέμα της απαγωγής καθότι αποτελεί μέρος της όλης εκδοχής του παραπονούμενου. Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί ότι από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου δεν προκύπτει ότι η όποια εμπλοκή του κατηγορούμενου στην εν λόγω απαγωγή οδηγεί χωρίς αμφιβολία στην σύνδεση του και με τα αδικήματα της παρούσας. Τα όσα δε ανέφερε ο παραπονούμενος σε σχέση με την εμπλοκή και τον ρόλο του κατηγορούμενο στα επίδικα αδικήματα προέρχονται από όσα του ανέφεραν άλλα πρόσωπα και συγκεκριμένα η Elisaveta, κάποιος Εμίλ που σύμφωνα με τον παραπονούμενο ήταν ξάδελφος του κατηγορούμενου και έκανε τον διερμηνέα σε κάποια περίπτωση καθώς και κάποιο άλλο πρόσωπο Βουλγαρικής καταγωγής που επίσης έκανε τον διερμηνέα στην Κύπρο. Πρόκειται λοιπόν για εξ ακοής μαρτυρία. Κανένα όμως από τα πρόσωπα που έκαναν στον παραπονούμενο τις αρχικές αυτές δηλώσεις δεν κλήθηκαν για να καταθέσουν στο Δικαστήριο, παρά το ότι οι δηλώσεις τους ουσιαστικά αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του παραπονούμενου. Η απουσία λοιπόν των εν λόγω προσώπων στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των όσων ανάφεραν στον παραπονούμενο μέσα από την διαδικασία της αντεξέτασης τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217). Όσον δε αφορά την Elisaveta, η οποία σύμφωνα με την μαρτυρία του παραπονούμενου του ανέφερε τα πλείστα που σχετίζονται με την εμπλοκή και τον ρόλο του κατηγορούμενου, θα πρέπει να λεχθούν και τα ακόλουθα. Αναμφίβολα από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει ότι το εν λόγω πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί τουλάχιστον συνεργός του κατηγορούμενου στην διάπραξη των επίδικων αδικημάτων (βλ. Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 482). Αυτή κατηγορήθηκε στα πλαίσια άλλης υπόθεσης για τα ίδια με τα επίδικα αδικήματα και μετά από παραδοχή της καταδικάσθηκε από το παρόν Δικαστήριο σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτήν των 2 ½ ετών, με τριετή αναστολή. Σύμφωνα με την σχετική νομολογία το Δικαστήριο έχει νομική υποχρέωση να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι ένας συνεργός είναι σπιλωμένος μάρτυρας, του οποίου η μαρτυρία μπορεί να επηρεάζεται από τη σχέση του με το έγκλημα και ότι επομένως είναι επικίνδυνο να βασιστεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση. Ως κανόνας πρακτικής λοιπόν σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει ανάγκη αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας. Είναι βέβαια επίσης νομολογημένο ότι το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε καταδίκη παρά την έλλειψη τέτοιας μαρτυρίας αφού προηγουμένως αυτοπροειδοποιηθεί για τους κινδύνους τέτοιου εγχειρήματος. Σε κάθε όμως περίπτωση η μαρτυρία στην οποία θα στηριχθεί αποκλειστικά το Δικαστήριο ή για την οποία θα αναζητήσει ενίσχυση πρέπει να είναι αξιόπιστη. Στην παρούσα όμως όχι μόνο δεν υπάρχει σχετική ενισχυτική μαρτυρία αλλά, ως έχει προαναφερθεί, δεν μπορεί να κριθεί ούτε το αξιόπιστο της μαρτυρίας της Elisavetas σε σχέση με τα όσα ανέφερε στον παραπονούμενο. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω αλλά και το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, τηv σημασία της συνολικής προαναφερόμενης εξ ακοής μαρτυρίας για την υπόθεση αλλά και το ότι πρόκειται για ποινική υπόθεση, όπου το βάρος αποδείξεως είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η μαρτυρία πρέπει να έχει την απαιτούμενη πληρότητα και βεβαιότητα, κρίνω ότι με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, δεν μπορεί να δοθεί στην μαρτυρία αυτή οποιαδήποτε βαρύτητα. Η πρόσδοση σε αυτήν οποιασδήποτε βαρύτητας ακόμη και σε αυτό το στάδιο θα έχει ως αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία και έτσι να δοθεί στην κατηγορούσα αρχή η ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας σύστημα δικαίου, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Περαιτέρω κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Συνεπώς κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει στην παρούσα τέτοια μαρτυρία, η οποία να είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της για να αποδείξει ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ότι ο κατηγορούμενος είχε οποιαδήποτε ποινικά κολάσιμη εμπλοκή στην διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Η διαπίστωση δε αυτή δημιουργεί εγγενή αδυναμία στην υπόθεση, η οποία δεν μπορεί να ξεπερασθεί στο στάδιο της έκδοσης της τελικής απόφασης. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε καμία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και συναφώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ........................................ Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος - Απαίτηση περιουσίας με απειλές - Κλοπή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο