← Κύπρος

JEREMY R. ZIGMAN ν. ZENOUTHIA LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5696/2013, 29/7/2015

JEREMY R. ZIGMAN ν. ZENOUTHIA LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5696/2013, 29/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5696/2013 Μεταξύ: JEREMY R. ZIGMAN Κατηγόρου ν.

  1. ZENOUTHIA LIMITED
  2. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ Κατηγορουμένων -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 29 Ιουλίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χ. Μάρκου (για να ακούσει απόφαση κα. Ε.Παύλου) Για τους Κατηγορούμενους 1 : καμία εμφάνιση Για τον Κατηγορούμενο 2 : κ. Α. Αργυρού Κατηγορούμενος 2: απών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν μία κατηγορία για την έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 20, 29 και 305Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας οι κατηγορούμενοι 1 την 08/10/12 εξέδωσαν την υπ' αριθμό 10725322 επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς για το ποσό των €144.000.- στο όνομα και σε διαταγή του Jeremy Zigman από τη Λευκωσία έναντι νόμιμου ανταλλάγματος και η οποία κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα παρουσιάστηκε για πληρωμή στην Cyprus Development Bank Public Company Limited και δεν εξοφλήθηκε, με την ένδειξη 'ο λογαριασμός έκλεισε-παρακαλούμε να παρουσιαστεί ξανά για σκοπούς ΚΑΠ' και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την εν λόγω παρουσίαση και μέχρι σήμερα. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει επίσης μία κατηγορία για την έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 20, 29 και 305Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 2 ουσιαστικά κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του διευθυντή και ή αντιπροσώπου των κατηγορούμενων 1 παρείχε συνδρομή στους κατηγορούμενους 1 στην διάπραξη του αδικήματος της κατηγορίας 1 πιο πάνω. Θεωρώ αυτό κατάλληλο σημείο πριν προχωρήσω περαιτέρω να αναφερθώ στα εξής: (α) Παρά το γεγονός ότι στις εκθέσεις αδικημάτων των δύο κατηγοριών πιο πάνω δεν αναφέρεται το εδάφιο του άρθρου 305Α του Κεφ.154 που αφορά το αδίκημα που αποδίδεται στους κατηγορούμενους και με δεδομένο ότι άλλο αδίκημα προνοεί το εδάφιο 1 και διαφορετικό το εδάφιο 2 του εν λόγω άρθρου, εντούτοις από την μελέτη του κατηγορητηρίου και πιο συγκεκριμένα των λεπτομερειών αδικήματος των κατηγοριών αλλά και της μαρτυρίας που έχει παρουσιάσει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής, δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι το αδίκημα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι αυτό του άρθρου 305 Α

(1)που αφορά την έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα και την μη εξόφληση επιταγής λόγω μη επαρκών υπολοίπων του εκδότη της ή λόγω κλεισίματος του λογαριασμού του. Αυτό αναφέρω ήταν ξεκάθαρο και στην πλευρά του κατηγορούμενου 2, ο οποίος εξ' αρχής γνώριζε επακριβώς το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται και προσάρμοσε την υπεράσπιση του ανάλογα. Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι δεν προέκυψε οιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός για την υπεράσπιση από την μη αναφορά του εδαφίου
(1)του άρθρου 305Α στην έκθεση αδικήματος (βλ. Νομολογία πιο κάτω), αλλά ούτε σημειώνω και έγινε ποτέ τέτοια εισήγηση από την Υπεράσπιση. (β) Επίσης αναφορά θα πρέπει να γίνει και στην μη συμπερίληψη στις εκθέσεις αδικημάτων των κατηγοριών στο κατηγορητήριο του Ν.70
(1)/08 ο οποίος τροποποίησε τον Ποινικό Κώδικα Κεφ.154 και αντικατέστησε το άρθρο 305Α. Το άρθρο 305A δηλαδή όπως ισχύει σήμερα αλλά και όπως ίσχυε κατά τον χρόνο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Στις εκθέσεις αδικημάτων γίνεται αναφορά μεταξύ άλλων στο Νόμο 26
(1)/03 (προφανώς εκ παραδρομής αντί 25
(1)/03) που δεν ίσχυε κατά τον χρόνο που μας ενδιαφέρει. Η μη αναφορά του Νόμου πιο πάνω δεν συνεπάγεται αυτόματα την απόρριψη του κατηγορητηρίου, αφού όπως προκύπτει από την Νομολογία για να συνεπάγεται απόρριψη θα πρέπει να αποδεικνύεται παραπλάνηση ή δυσμενής επηρεασμός για τον κατηγορούμενο (βλ.Σοφοκλής Μαρκίδης v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1999)2 ΑΑΔ 598, Π.Ε.6089, Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 194, Π.Ε.6053). Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος 2 δεν έθεσε το θέμα αυτό σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ούτε ισχυρίστηκε παραπλάνηση ή δυσμενή επηρεασμό του. Έχοντας δε υπόψη ότι στις εκθέσεις αδικημάτων αναφέρεται το άρθρο 305Α του Κεφ.154 και όπως αναφέρθηκε πιο πάνω είναι ξεκάθαρο ότι το αδίκημα που αποδίδεται στους κατηγορούμενους προκύπτει εκ του εδαφίου 1 αυτού, οι λεπτομέρειες αδικήματος συνάδουν με το άρθρο 305Α
(1)όπως τροποποιήθηκε με τον εν λόγω Νόμο, η μαρτυρία που εδόθη από πλευράς κατηγορούσας αρχής ακριβώς έτεινε να αποδείξει το αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)όπως αυτό αντικαταστάθηκε με τον πιο πάνω Νόμο, ο κατηγορούμενος 2 εκδίκασε την υπόθεση του και υπεράσπισε εαυτόν γνωρίζοντας επακριβώς το αδίκημα που αντιμετωπίζει ή και ότι το αδίκημα είναι αυτό του άρθρου 305A
(1), προσαρμόζοντας ανάλογα και την γραμμή υπεράσπισης του, ενώ περαιτέρω από πουθενά δεν φαίνεται να παραπλανήθηκε ή να έχει επηρεαστεί δυσμενώς κατά την προβολή της υπεράσπισης του, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να με απασχολήσει περαιτέρω θέμα ακυρότητας του κατηγορητηρίου ένεκα της παράλειψης πιο πάνω. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τρείς
(3)μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ο κατηγορούμενος 2 κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου και κάλεσε περαιτέρω ένα
(1)μάρτυρα για την Υπεράσπιση του. Οι κατηγορούμενοι 1 όπως είναι φυσικό ως εκ της μη εκπροσώπησης τους δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ούτε κάλεσαν μάρτυρες υπεράσπισης. Περαιτέρω σημειώνεται κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνολικά 35 τεκμήρια. Παρεμβάλλω εδώ ότι το Δικαστήριο, χωρίς να χρειάζεται κρίνω να λεχθεί κάτι περισσότερο, δεν θα λάβει καθόλου υπόψη το περιεχόμενο του τεκμηρίου Β για αναγνώριση το οποίο σημειώνεται δεν επιχειρήθηκε ποτέ να γίνει κανονικό τεκμήριο και συνεπώς δεν αποτελεί μαρτυρία (βλ. Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης-Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των κ.κ.Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη σελ.396-398). Κατ' επέκταση δεν θα ληφθεί υπόψη ούτε μαρτυρία που προέκυψε από το περιεχόμενο του. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, αμφότερες εμπεριστατωμένες ομολογουμένως. Οι αγορεύσεις βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν τύχει πολύ προσεκτικής μελέτης, δεν κρίνω όμως σκόπιμο να επαναλάβω ότι οι συνήγοροι με αυτές έχουν αναφέρει. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων πιο κάτω όπου και εάν αυτό κριθεί αναγκαίο. Όμως εδώ θα ήθελα να αναφέρω το εξής εν σχέση με τις αγορεύσεις των δύο πλευρών. Οι αγορεύσεις τους έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Συγκεκριμένα με αυτές γίνεται αναφορά στη μαρτυρία και η κάθε πλευρά εισηγείται αναξιοπιστία της εκδοχής της άλλης. Με λίγα λόγια αποδέχονται και οι δύο πλευρές ότι η παρούσα υπόθεση θα κριθεί στο θέμα της αξιοπιστίας και όπως θα διαφανεί πιο κάτω έχουν δίκαιο. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). ΜΚ1 Jeremy Zigman - παραπονούμενος Χωρίς κανένα ενδοιασμό απορρίπτω την μαρτυρία του ως αναξιόπιστη. Ο μάρτυρας αυτός κρίνω πως δεν ήταν ειλικρινής και δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Οι αντιφάσεις, οι μη καθαρές και μη λογικές θέσεις ήταν χαρακτηριστικά που εντόπισε το Δικαστήριο στη μαρτυρία του, τα οποία σε συνάρτηση με την κακή εντύπωση που αποκόμισε γενικότερα το Δικαστήριο από το μάρτυρα ως εκ της γενικότερης συμπεριφοράς του στο εδώλιο μέσα κυρίως από τις αδικαιολόγητες εξάρσεις του και το ειρωνικό του ύφος, επιβεβαιώνουν την θέση του Δικαστηρίου πιο πάνω. Παρεμβάλλω εδώ πως το Δικαστήριο έχει προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα έχοντας υπόψη και το σύνδρομο από το οποίο υποφέρει και στο οποίο αναφέρθηκε κατά την έναρξη της κυρίως εξέτασης του. Συγκεκριμένα ανέφερε πως υποφέρει από το σύνδρομο Tourette που είναι γενετική ασθένεια και ως εκ τούτου εμποδίζεται να κάνει κάποιες κινήσεις ενώ κάνει κάποιες κινήσεις πέραν της επιλογής του. Όμως αναφέρω ότι ουδεμία σχέση έχουν οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, οι οποίες αφορούν την ουσία του πράγματος, με το αν ο μάρτυρας κάνει ή όχι κάποιες κινήσεις πέραν της επιλογής του. Στο σημείο αυτό βέβαια οφείλω να πω σε κάθε περίπτωση πως δεν αποδέχομαι οτιδήποτε άλλο αναφέρει η ευπαίδευτη συνήγορος του παραπονούμενου στη γραπτή της αγόρευση για το σύνδρομο αυτό και τις συνέπειες του (βλ.σελ.3-4), πέραν αυτού που ανέφερε ο ίδιος ενώπιον του Δικαστηρίου. Ότι άλλο αναφέρει η συνήγορος απλά δεν υποστηρίζεται από καμία μαρτυρία. Με αυτά υπόψη αναφέρω επίσης ότι κατά την κρίση μου οι μικρές εξάρσεις, όπως τις ονομάζει (βλ. τελευταία παράγραφο σελ.3 της αγόρευσης), δεν μπορούν να ερμηνευτούν από το Δικαστήριο με τον τρόπο που η ίδια εισηγείται. Αντίθετα αυτές σε συνάρτηση με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω αλλά και τα σημεία της μαρτυρίας κατωτέρω μέσα από τα οποία προκύπτει ότι ο παραπονούμενος δεν είπε την αλήθεια, κάθε άλλο παρά προέρχονται θεωρώ από αίσθημα αδικίας. Λέγοντας αυτά θεωρώ πως δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο μάρτυρας κατ' αρχήν δεν είπε την αλήθεια εν σχέση με την επιστροφή της επιταγής και τους λόγους που αυτό έγινε. Ο μάρτυρας ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι κατέθεσε την επιταγή και δεν του ελέχθη ποτέ οτιδήποτε εν σχέση με την επιταγή αυτή και τους λόγους που επιστράφηκε την 1η φορά, ούτε του ανέφεραν οτιδήποτε για το θέμα του ότι χρειάζονται πλήρη υπογραφή οι αλλαγές, που ήταν ένας εκ των λόγων επιστροφής. Απλά του αναφέρθηκε ότι δεν ήταν καλή η επιταγή και δεν μπορούσε να πάρει τα λεφτά του. Ανέφερε επίσης πως μάλλον την παρουσίασε ξανά στις 28/12/12 και το έκανε γιατί προφανώς η τράπεζα εισηγήθηκε να την ξαναπαρουσιάσει. Τελικά κατέληξε να πει ότι δεν θυμάται τι του είπαν. Αυτό που κατ' αρχήν θα μπορούσε να λεχθεί έχοντας υπόψη τα πιο πάνω είναι πως ο μάρτυρας προσπάθησε να αποφύγει να δώσει ξεκάθαρη απάντηση στο θέμα αυτό. Όμως το Δικαστήριο θεωρεί πως δεν απέφυγε απλά να δώσει απάντηση αλλά είπε ψέματα. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα θεωρώ από άλλη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής και συγκεκριμένα αυτής των ΜΚ2 & 3 που όπως εμφαίνεται κατωτέρω γίνεται αποδεκτή. Με βάση την μαρτυρία αυτή και κυρίως αυτή του ΜΚ2 ο παραπονούμενος ενημερώθηκε πλήρως και κατανόησε τους λόγους επιστροφής της επιταγής τόσο την 1η φορά όσο και τη 2η φορά. Συνεπώς γνώριζε από την 1η στιγμή που επιστράφηκε η επιταγή τους λόγους επιστροφής και γνώριζε ότι ένας εκ των λόγων ήταν και ότι χρειάζεται πλήρης υπογραφή του εκδότη δίπλα από το λεκτικό που φαίνεται στην επιταγή. Με αυτά υπόψη όμως ως δεδομένα και εκτός του ότι ο παραπονούμενος προσπάθησε με ψέματα να παραπλανήσει το Δικαστήριο ότι δεν γνώριζε, θεωρώ πως τα ερωτηματικά που έχουν προκύψει είναι πολλά και αφορούν την ουσία της θέσης του παραπονούμενου ότι την επιταγή υπέγραψε ο κατηγορούμενος 2 και του την παρέδωσε για επιστροφή χρημάτων που του είχε δώσει, σε συνάρτηση πάντα με την βασική θέση της υπεράσπισης ότι ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο και ο παραπονούμενος μόνος του και έχοντας στην κατοχή του υπογραμμένη την επίδικη επιταγή την συμπλήρωσε χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση και ουσιαστικά ψευδώς ισχυρίζεται τα πιο πάνω. Είναι δε σε τέτοιο βαθμό τα ερωτηματικά αυτά ώστε να έχουν δημιουργηθεί σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο για το θέμα αυτό και την εκδοχή του παραπονούμενου. Διότι εάν ο κατηγορούμενος 2 πράγματι υπέγραψε με τη θέληση του την επιταγή για λογαριασμό των κατηγορούμενων 1 και την παρέδωσε στον παραπονούμενο, το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί αμέσως μετά την επιστροφή της επιταγής την 1η φορά και εφόσον γνώριζε τους λόγους, μεταξύ των οποίων ήταν και ότι χρειαζόταν πλήρης υπογραφή δίπλα από το λεκτικό που υπάρχει στην επιταγή, δεν αποτάθηκε στον κατηγορούμενο 2 να του ζητήσει να υπογράψει όπως ζητήθηκε από την εκδότρια τράπεζα. Εφόσον αυτό ζητήθηκε από την τράπεζα, ήταν λογικό αμέσως ο παραπονούμενος να αποταθεί στον κατηγορούμενο 2 για το θέμα αυτό, αφού αυτός ήταν και ο μοναδικός τρόπος που υπήρχε για να γίνει πλέον αποδεκτή από την τράπεζα η επιταγή προς εξαργύρωση. Όχι μόνον δεν το έπραξε όμως αλλά ούτε καν αναφέρθηκε στο θέμα αυτό ενόψει και των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω, και ξανακατάθεσε την επιταγή μετά από πάροδο 20 ημερών περίπου γνωρίζοντας ουσιαστικά ότι δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να τιμηθεί. Η όλη συμπεριφορά του παραπονούμενου όμως δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής, η συμπεριφορά δε αυτή αφήνει σκιές θα έλεγα στη μαρτυρία του και πιο συγκεκριμένα στο θέμα του κατά πόσο τα πράγματα είναι όντως όπως ο ίδιος τα παρέθεσε αναφορικά με την έκδοση της επιταγής, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να αποκλείσει την πιθανότητα η θέση της υπεράσπισης να είναι βάσιμη. Περαιτέρω όμως ο παραπονούμενος δεν έπεισε το Δικαστήριο ούτε εν σχέση με το εξής που αφορά πάλιν θεωρώ την ουσία του πράγματος. Προκειμένου να δικαιολογήσει την έκδοση της επιταγής των κατηγορούμενων 1 προς τον ίδιο, ανέφερε πως επειδή οι κατηγορούμενοι 1 όφειλαν ένα ποσό χρημάτων στον κατηγορούμενο 2 για μισθούς και προμήθειες από την εργασία του ως διευθυντή και περαιτέρω επειδή ο κατηγορούμενος 2 όφειλε να του επιστρέψει κάποια χρήματα, ο κατηγορούμενος 2 συμφώνησε να εκδοθεί η επιταγή των κατηγορούμενων 1 και ουσιαστικά τα λεφτά που θα έπαιρνε από τους κατηγορούμενους 1 να του τα δώσει για τα χρήματα που όφειλε να του επιστρέψει. Όμως στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει το ποσό που ισχυρίστηκε ότι είχε λαμβάνειν ο κατηγορούμενος 2 από τους κατηγορούμενους 1 θεωρώ πως είπε πράγματα που δεν αντέχουν στη βάσανο της λογικής και εν τέλει δεν είπε την αλήθεια. Διότι δεν έχει καμία λογική η θέση του ότι συμφώνησαν μεν αρχικά με τον κατηγορούμενο 2 ότι θα λαμβάνει μισθούς και προμήθειες από την εταιρεία αλλά αυτό θα καθοριζόταν αργότερα. Όταν ερωτήθηκε σημειώνω κατά την αντεξέταση του επί του θέματος, ανέφερε ουσιαστικά ότι δεν συμφωνήθηκε κάτι συγκεκριμένο και ήταν κάτι που έμεινε να αιωρείται (χαρακτηριστικά ανέφερε πως υπήρχε «κάπου στην ατμόσφαιρα»), ενώ αναφέρθηκε και σε συμφωνία διαμοιρασμού των κερδών. Με δεδομένες όμως τις απαντήσεις του και την αποδοχή της θέσης που του υποβλήθηκε ότι ουσιαστικά μέχρι και την έκδοση της επίδικης επιταγής το καλοκαίρι του 2012 αλλά και την αποχώρηση πιο μετά του κατηγορούμενου 2 ως διευθυντή της εταιρείας δεν έγινε καμία πώληση ακινήτου από την εταιρεία και δεν ήρθε έστω ένα ευρώ στην εταιρεία, και συνεπώς κέρδη δεν υπήρχαν, διερωτάται κανείς ποιοι είναι ακριβώς οι μισθοί ή οι προμήθειες που είχε λαμβάνειν ο κατηγορούμενος 2, για ποιές υπηρεσίες του και μάλιστα αξίας €144.000.- που αφορά το ποσό της επίδικης επιταγής. Είναι προφανές πως τέτοιοι μισθοί ή προμήθειες ήταν εντελώς παράλογο να ισχυριστεί κάποιος ότι υπήρχαν και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να συναχθεί άλλο συμπέρασμα με βάση την μαρτυρία. Συνεπώς καταλήγω και επί τούτου ότι ο παραπονούμενος προσπάθησε με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν πείθουν, να δικαιολογήσει την έκδοση της επιταγής των κατηγορούμενων 1 απευθείας προς τον ίδιο με αποτέλεσμα οι αμφιβολίες του Δικαστηρίου σε ότι αφορά την εκδοχή του να επιταθούν. Το Δικαστήριο έχει δηλαδή σοβαρότατες αμφιβολίες για το αν οι κατηγορούμενοι 1 όφειλαν πράγματι οποιοδήποτε ποσό στον κατηγορούμενο 2 ή αν η θέση αυτή αποτέλεσε απλά μια καλή δικαιολογία για τον παραπονούμενο προκειμένου να συμπληρώσει επ' ονόματι του την επιταγή που είχε στην κατοχή του υπογραμμένη, βλέποντας τον τρόπο αυτό σαν την επιλογή που είχε για να πάρει πίσω τα λεφτά που ισχυρίστηκε ότι του οφείλονταν. Αμφιβολίες όμως αναφέρω έχουν προκύψει στο μυαλό του Δικαστηρίου και εν σχέση με τον σκοπό που έχει αποστείλει τα χρήματα ο παραπονούμενος στον κατηγορούμενο 2 και μάλιστα σε προσωπικό λογαριασμό του τελευταίου. Τα χρήματα κατά τον παραπονούμενο αποστάληκαν για να αγοραστούν ακίνητες περιουσίες, και οι αγορές αυτές δεν είχαν καμία σχέση με τους κατηγορούμενους
  1. Η αποστολή στον προσωπικό λογαριασμό του κατηγορούμενου 2 έγινε για να υπάρχει ουσιαστικά ευελιξία και να μπορεί ο κατηγορούμενος όπως ο τελευταίος εισηγήθηκε να προβαίνει σε αγορές μόλις αντιληφθεί καλές τιμές, για να μην αναμένει να του αποσταλούν χρήματα από το εξωτερικό κάτι που θα σήμαινε καθυστέρηση. Από τη μαρτυρία του παραπονούμενου δε προκύπτει περαιτέρω ότι είχε ανοίξει και διατηρούσε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό στην Κύπρο για να μπαίνουν λεφτά για τα έξοδα διαβίωσης του (βλ. και μαρτυρία ΜΚ2 για κατάθεση της επιταγής από τον παραπονούμενο στο λογαριασμό του). Με αυτά όμως ως δεδομένα, κατά την κρίση μου η θέση του παραπονούμενου πιο πάνω δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής. Διότι αν τα χρήματα δεν αποστάληκαν για το σκοπό αγοράς του ακινήτου που αποτελεί αντικείμενο της συμφωνίας τεκμ.11, όπως ήταν η θέση της Υπεράσπισης, τότε δεν υπήρχε κανένας λόγος τα χρήματα να σταλούν στον λογαριασμό του κατηγορούμενου
  2. Την ίδια ευελιξία και γρήγορη διεκπεραίωση της όποιας συναλλαγής ο παραπονούμενος θα μπορούσε να την πετύχει αποστέλλοντας τα χρήματα στο δικό του προσωπικό λογαριασμό στην Κύπρο. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο έχει αμφιβολίες για την βασιμότητα της θέσης του παραπονούμενου. Υπάρχουν όμως σημειώνω πέραν των ανωτέρω και άλλα σημεία της μαρτυρίας του παραπονούμενου μέσα από τα οποία προκύπτει η αναξιοπιστία του. Πιο συγκεκριμένα: (α) Μια εκ των θέσεων της Υπεράσπισης ήταν ότι τα χρήματα που έστειλε ο παραπονούμενος στον κατηγορούμενο 2 αφορούσαν αγορά ακινήτου και σχετικά υπεγράφη συμβόλαιο (τεκμ.11), το οποίο υπεδείχθη στον παραπονούμενο. Ας σημειωθεί ότι η θέση του παραπονούμενου ήταν ότι υπόγραψε ένα συμβόλαιο το οποίο όμως ήταν ψεύτικο, απλά δηλαδή για να δοθεί στην τράπεζα και να δικαιολογηθεί το σχετικό έμβασμα. Το συμβόλαιο που του υπεδείχθη ανέφερε πως το είδε για 1η φορά και πως αναγνωρίζει σε αυτό την υπογραφή του στην 3η σελίδα, αλλά όχι την μονογραφή του στις 2 πρώτες σελίδες. Με αυτά υπόψη αναφέρω κατ' αρχήν ότι η θέση του παραπονούμενου εν σχέση με το συμβόλαιο αυτό ήταν αρχικά πως το διάβασε, ενώ ακολούθως κατά την αντεξέταση του επί του θέματος η θέση αυτή άλλαξε και ανέφερε πως το είδε περιληπτικά. Επίσης ανέφερε σε κάποια στιγμή ότι υπέγραψε το συμβόλαιο αλλά δεν είχε αντίγραφο και ότι το ζήτησε αλλά δεν του το έδωσαν, ενώ σε άλλο σημείο ανέφερε πως πιθανόν να είχε αντίγραφο και να το έχασε ή πιθανόν να έχει. Σε κάθε περίπτωση έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αντιφατικές και μη καθαρές του θέσεις σε επιμέρους σημεία του θέματος αυτού, σε συνάρτηση με το κενό που υπάρχει στην μαρτυρία του ως εκ της μη αναφοράς του ποτέ στο κατά πόσο το έγγραφο που διάβασε τότε, έστω περιληπτικά, και το έγγραφο που του υπεδείχθη είναι διαφορετικά τουλάχιστον σε ότι αφορά τις 2 πρώτες σελίδες στις οποίες δεν αναγνώρισε την μονογραφή του, είναι σαφές πως μόνον αμφιβολίες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν στο Δικαστήριο. Όμως εδώ αναφέρω πως σε κάθε περίπτωση η θέση του αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού δεν υποβλήθηκε η παραμικρή ερώτηση επί του θέματος αυτού στον κατηγορούμενο 2 όταν αντεξετάστηκε προκειμένου να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί και να μπορέσει το Δικαστήριο να αξιολογήσει τις εκατέρωθεν θέσεις και να καταλήξει στο δικό του συμπέρασμα. Όφειλε θεωρώ η πλευρά της κατηγορούσας αρχής αυτό το πολύ σοβαρό θέμα να το θέσει στον κατηγορούμενο 2, ελλείψει δε δικαιολογίας για την παράλειψη της αυτή, δείχνει κατά την κρίση μου αναξιοπιστία από μέρους της. (β) Οφείλω να πω επίσης πως ο παραπονούμενος δεν με έπεισε ούτε εν σχέση με το θέμα του χρόνου υπογραφής της επιταγής. Η αναφορά του ότι η επιταγή εκδόθηκε κάπου το καλοκαίρι του 2012, χωρίς να αναφέρει που εκδόθηκε και κάτω από ποιες συνθήκες και εν πάση περιπτώσει να δώσει πειστικές λεπτομέρειες για το θέμα, έχει δημιουργήσει στο μυαλό του Δικαστηρίου αμφιβολίες για το θέμα αυτό. Θεωρώ πως δεν είναι λογικό να μην θυμάται έστω κάτω από ποιες συνθήκες έγινε η έκδοση, που έγινε αλλά και κάτι πιο συγκεκριμένο για τον χρόνο, με δεδομένο ότι μιλούμε για μια επιταγή ύψους €144.000.-. (γ) Τελειώνοντας δεν μπορώ να μην σχολιάσω και τον τρόπο που έχει συμπληρωθεί η επιταγή. Φαίνεται η συμπλήρωση της να έγινε με γραφομηχανή και σε αυτή υπάρχει ένα λεκτικό, το οποίο αναφέρεται ουσιαστικά στο αντάλλαγμα έκδοσης της επιταγής. Όπως αναφέρει (σε μετάφραση) αφορά επιστροφή των χρημάτων που εστάλησαν από τον παραπονούμενο στον κατηγορούμενο 2 την 1η/12/11 και 25/01/
  3. Ας σημειωθεί ότι ο ΜΚ2 ανέφερε ότι έχει δει επιταγές να συμπληρώνονται ηλεκτρονικά αλλά αυτό γίνεται από κάποιες μεγάλες εταιρείες που εκδίδουν χιλιάδες επιταγές και έχουν δικό τους σύστημα και τις εκδίδουν. Σύμφωνα δε με την ΜΚ3, με εμπειρία από το 1988 σε τράπεζες, είναι η 1η φορά που βλέπει επιταγή με επιπρόσθετο λεκτικό. Εξ' αρχής αναφέρω ότι με κατάλληλη συνοδευτική μαρτυρία δεν θα θεωρούσα απίθανο να εκδοθεί η επιταγή όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον μου. Όμως με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω σε αμφιβολία τίθεται και το θέμα αυτό. Με δεδομένο ότι άλλες επιταγές οι κατηγορούμενοι 1 μέσω του κατηγορούμενου 2 με τον τρόπο αυτό, ως προκύπτει από την μαρτυρία, δεν φαίνεται να έχουν εκδώσει, σε συνάρτηση με την απόκρυψη από μέρους του παραπονούμενου ότι γνώριζε για τους λόγους επιστροφής της επιταγής, το γεγονός ότι μετά την 1η επιστροφή δεν αποτάθηκε στον κατηγορούμενο 2 για υπογραφή του λεκτικού όπως του υποδείχθηκε, και τις λοιπές αμφιβολίες που έχουν δημιουργηθεί στο Δικαστήριο, προκύπτουν σαφώς αμφιβολίες και για την συμπλήρωση της επιταγής από τον κατηγορούμενο 2 κατά τον τρόπο αυτό ή για τη σκοπιμότητα αναφοράς στο σώμα της επιταγής του πιο πάνω λεκτικού, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί αυτό να έγινε ακριβώς από τον ίδιο τον παραπονούμενο στα πλαίσια ενός προσχεδιασμού για να «στήσει» θα μπορούσε να λεχθεί καλύτερα την υπόθεση του. M.K.2 Δημήτρης Φιλασίδης Ο μάρτυρας αυτός εργάζεται στην Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Απάντησε ευθέως ότι γνώριζε με βάση τα καθήκοντα του και τα στοιχεία που έλαβε από την τράπεζα στην οποία εργάζεται για την επίδικη επιταγή. Δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον και δεν χωρεί αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Κατά την κυρίως εξέταση του αναγνώρισε την επίδικη επιταγή τεκμήριο 6 σαν επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς που έφερε ο πελάτης τους κ. Jeremy Zigman και έκανε κατάθεση στο λογαριασμό του στις 6/12/
  4. Μετά που κατατέθηκε στάλθηκε για πληρωμή και ήρθε πίσω κοντά τους απλήρωτη με τους δύο λόγους που αναφέρονται πάνω δηλαδή «χρειάζεται πλήρη υπογραφή του εκδότη της επιταγής» και «ο λογαριασμός έκλεισε, παρακαλώ να παρουσιαστεί ξανά για σκοπούς ΚΑΠ». Ο δικαιούχος της επιταγής ενημερώθηκε σχετικά με τα πιο πάνω και μετά από 1-2 μέρες παρέλαβε την επιταγή την οποία στις 28/12/12 ξανακατέθεσε αλλά επιστράφηκε πάλι οπότε την παρέλαβε. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως έχει ξαναδεί δακτυλογραφημένες, computerized επιταγές. Κάποιες μεγάλες εταιρείες που εκδίδουν χιλιάδες επιταγές έχουν δικό τους σύστημα και τις εκδίδουν. Ανέφερε επίσης πως εξήγησε ακριβώς στον πελάτη του όταν επιστράφηκε την 1η φορά η επιταγή για τους λόγους που έγινε αυτό και εντούτοις την κατέθεσε ξανά στις 28/12/12, οπότε επιστράφηκε με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη, ακάλυπτη επιταγή». Και την 2η φορά εξήγησε του πελάτη τους για τον λόγο επιστροφής, κάτι που κατάλαβε πλήρως. ΜΚ.3 Ελενίτσα Παντελή Η μάρτυρας αυτή εργάζεται στην Τράπεζα Πειραιώς και η μαρτυρία της επίσης γίνεται αποδεκτή. Απάντησε ευθέως ότι γνώριζε με βάση τα καθήκοντα της και τα στοιχεία που είχε στην κατοχή της για την επίδικη επιταγή και λογαριασμό. Δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον και δεν χωρεί αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστη μάρτυρα. Εργάζεται στην Τράπεζα Πειραιώς τα τελευταία 5 χρόνια, ενώ είναι τραπεζικός από το
  5. Οι κατηγορούμενοι 1 είναι πελάτες τους και διευθυντής τους ήταν ο κατηγορούμενος
  6. Η επίδικη επιταγή δεν έχει τιμηθεί καθότι υπήρχε ένα λεκτικό στην επιταγή το οποίο χρειαζόταν πλήρη υπογραφή του εκδότη και κατόπιν συνεννόησης με την Κεντρική Τράπεζα υπήρχε και 2ος λόγος ότι ο λογαριασμός έκλεισε και να παρουσιαστεί ξανά για σκοπούς ΚΑΠ (Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών). Ο επίδικος λογαριασμός έκλεισε στις 23/11/
  7. Η επιταγή κατατέθηκε ξανά στις 2/1/13 και επιστράφηκε πίσω στον εκδότη αφού θεωρήθηκε ακάλυπτη. Κατά την αντεξέταση ανέφερε κατ' αρχήν ότι ο υπογράφων διευθυντής για τον επίδικο λογαριασμό από το άνοιγμα του μέχρι και το κλείσιμο του ήταν ο κατηγορούμενος
  8. Πρωτοπαρουσιάστηκε κοντά τους η επιταγή στις 7/12/12 και επιστράφηκε για τους δύο λόγους πιο πάνω. Το λεκτικό που χρειαζόταν υπογραφή είναι το αναφερόμενο στην επιταγή "Return of money .. & January 25, 2012". Δηλαδή χρειαζόταν υπογραφή δίπλα από το λεκτικό αυτό, προς επικύρωση ουσιαστικά του λεκτικού που προστέθηκε και αυτό ζήτησαν. Η επιταγή επιστράφηκε στον δικαιούχο τον κ. Jeremy Zigman οπότε θα έπρεπε ο τελευταίος να τη δείξει στον εκδότη για υπογραφή. Οι σφραγίδες στην επιταγή σε ότι αφορά τους λόγους επιστροφής είτε την 1η φορά είτε την 2η φορά τέθηκαν με δική τους υπόδειξη από την υπηρεσία ξεκαθαρίσματος επιταγών στη Λευκωσία. Για να θεωρούσαν έγκυρη την επιταγή την 2η φορά που παρουσιάστηκε θα έπρεπε να υπάρχουν οι υπογραφές του εκδότη στο λεκτικό. Ακόμη και να υπήρχαν λεφτά για να πληρωθεί η επιταγή είτε κατά την 1η είτε κατά την 2η είτε κατά οποιαδήποτε μεταγενέστερη παρουσίαση και ανεξάρτητα από την σφραγίδα ημερ. 2/1/13 ότι ήταν ακάλυπτη, δεν μπορούσαν να πληρώσουν χωρίς την υπογραφή του λεκτικού. Είναι η 1η φορά ανέφερε που βλέπει επιταγή με επιπρόσθετο λεκτικό όπως αυτό της επίδικης και θεωρεί πως έγινε με γραφομηχανή. Μπορεί να τύχει να συμπληρωθεί επιταγή με τον τρόπο αυτό, χωρίς να συνηθίζεται, όχι όμως με επιπρόσθετο λεκτικό. Τέλος, ανέφερε πως κατά το κλείσιμο του επίδικου λογαριασμού ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε τους λόγους που ήθελε ουσιαστικά να σταματήσει κάποιες επιταγές και για τη διαφωνία τους με τον παραπονούμενο. Μετά την 2η παρουσίαση της επιταγής και της επιστροφής της ως ακάλυπτης, οι κατηγορούμενοι καταχωρήθηκαν στο ΚΑΠ, όμως στις 10/4/13 μετά από ενέργειες της Τράπεζας Πειραιώς και του δικηγόρου του κατηγορούμενου 2, οι κατηγορούμενοι εξήλθαν από το ΚΑΠ. Οι ενέργειες από μέρους της Τράπεζας Πειραιώς έγιναν γιατί η επιταγή αυτή θεωρείτο άκυρη από την αρχή αλλά και λόγω των πληροφοριών που έλαβε από τον κατηγορούμενο
  9. Το κλείσιμο του λογαριασμού και η ακύρωση των επιταγών έγιναν πριν την 1η παρουσίαση της εν λόγω επιταγής. Κατηγορούμενος 2 Η εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο ο συγκεκριμένος μάρτυρας με την όλη παρουσία του οφείλω να πω δεν ήταν καθόλου καλή. Κατ' αρχήν καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ήταν αδικαιολόγητα νευρικός και αντιδραστικός, ενώ σημειώνω επίσης μια συνεχή επιθετική και ειρωνική διάθεση έναντι του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής. Περαιτέρω όμως το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο μάρτυρας αυτός είχε μια τάση να υπεκφεύγει την ουσία αρκετών εκ των ερωτήσεων που του υποβάλλονταν, κάτι που σαφώς υποδηλοί προσπάθεια απόκρυψης πραγμάτων. Εν πάση περιπτώσει η σφαιρική εικόνα που αποκόμισε το Δικαστήριο από τον μάρτυρα αυτό, σε συνάρτηση με τις αντιφατικές και μη καθαρές του θέσεις που αναφέρονται πιο κάτω, είναι πως στην πραγματικότητα προσπάθησε να αποφύγει να δώσει στο Δικαστήριο εξ' αρχής καθαρή εικόνα για την εξέλιξη των πραγμάτων με τον παραπονούμενο και ουσιαστικά έδειξε πως έχει αποκρύψει πράγματα. Εν κατακλείδι η μαρτυρία του απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Ερχόμενος τώρα σε συγκεκριμένες θέσεις του μάρτυρα που υποστηρίζουν κατά την κρίση μου τα πιο πάνω αναφέρω τα εξής. (α) Αναφερόμενος στο έμβασμα ποσού €9.847.- που του έκανε ο παραπονούμενος στις 05/12/11 (βλ.τεκμ.17), ο μάρτυρας έδωσε αντιφατικές και συγκεχυμένες θέσεις για το σκοπό του. Ανέφερε σε κάποια στιγμή πως αυτό αφορούσε, μαζί με άλλο ποσό €136.053.-, την αγοραπωλησία του ακινήτου που αποτελεί αντικείμενο της συμφωνίας τεκμ.
  10. Σε άλλο σημείο δε ανέφερε πως δεν αφορά την αγοραπωλησία αυτή και πως ακολούθως ο κατηγορούμενος 2 επέστρεψε το ποσό στον μάρτυρα κατά τον τρόπο που αναφέρθηκε δηλαδή με την επιταγή τεκμ.7 και το υπόλοιπο ποσό σε μετρητά. Σε κάθε περίπτωση αναφέρω περαιτέρω πως δεν έχει διαφύγει του Δικαστηρίου η αντεξέταση που έτυχε ο παραπονούμενος εν σχέση με το τεκμήριο 7, όπου μέσα από τις ίδιες αντιφατικές και μη καθαρές θέσεις της η Υπεράσπιση του υπέβαλε σε κάποια στιγμή ουσιαστικά ότι εδόθη έναντι του ποσού της επίδικης επιταγής τεκμ.
  11. (β) Ήταν βασική θέση του κατηγορούμενου μέχρι και το πέρας της κυρίως εξέτασης του πως στην εταιρεία επενδύθηκαν μόνον €250.000-300.000.- και ήταν αδύνατο να πωληθεί γη, να πάρει η εταιρεία χρήματα και να πάρει και ο ίδιος €144.000.- που αφορά η επιταγή για να δώσει στον παραπονούμενο. Όμως η θέση αυτή διαφοροποιήθηκε ουσιωδώς κατά την αντεξέταση του. Ανέφερε συγκεκριμένα, χωρίς ποτέ προηγουμένως να έχει πει κάτι ή να έχει υποβληθεί κάτι σχετικό στον παραπονούμενο για σχολιασμό, ότι παρόλο που επενδύθηκε ποσό €250.000-300.000.- μόνον, εντούτοις αγοράστηκαν περιουσίες πολύ μεγαλύτερης αξίας με «μαύρα» λεφτά τα οποία δεν φαίνονται στην εταιρεία, χωρίς σημειώνω να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις τι ακριβώς εννοεί με τα «μαύρα λεφτά» αλλά ούτε και να πει συγκεκριμένα πόσα ήταν αυτά ή τι αξία είχε τελικά η περιουσία αυτή τον ουσιώδη χρόνο. Η αντίφαση κρίνω είναι εμφανής στις θέσεις πιο πάνω, όπως εμφανής ήταν και η προσπάθεια του να παραπλανήσει με ανακριβή στοιχεία. (γ) Ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση του πως υπήρχε με τους κατηγορούμενους 1 συμφωνία αρχικά να λαμβάνει μισθό €4.000.- και 10% μπόνους, που δεν πήρε όμως ποτέ, ενώ καθοδόν όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «γράφτηκαν πολλές συμφωνίες» και υποτίθεται έχει να παίρνει. Αυτά όμως σημειώνω προκάλεσαν έκπληξη στο Δικαστήριο, γιατί αφενός υπήρξε πλήρης άρνηση του κατηγορούμενου 2 κατά την κυρίως εξέταση του για τα λεγόμενα του παραπονούμενου περί ύπαρξης συμφωνίας για πληρωμή προς αυτόν μισθού ως διευθυντή ανάλογα με τα κέρδη, και αφετέρου επειδή όταν ο παραπονούμενος αντεξετάστηκε και είχε αναφέρει πως το ποσό της επίδικης επιταγής αφορούσε ουσιαστικά μισθούς και προμήθειες που όφειλαν οι κατηγορούμενοι 1 προς τον κατηγορούμενο 2, η Υπεράσπιση αμφισβήτησε πως υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία σχετικά με τα θέματα αυτά και δεν αποκάλυψε ποτέ την πιο πάνω συμφωνία. Απέφυγε η Υπεράσπιση να πει οτιδήποτε συγκεκριμένο για το θέμα αυτό. Αυτό βεβαίως κατά την κρίση μου δείχνει χωρίς άλλο τις μη καθαρές θέσεις της Υπεράσπισης σε ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης και προσδίδει αναξιοπιστία στην εκδοχή της. (δ) Ήταν η θέση του κατηγορούμενου 2 ότι όταν πήγε να προβεί σε ανάκληση των επιταγών με βάση το τεκμήριο 13 δεν γνώριζε που είναι το βιβλιάριο επιταγών της εταιρείας αφού ο παραπονούμενος ανέφερε πως δεν το είχε και αυτός είναι ο λόγος που σημειώθηκε σαν λόγος ανάκλησης «το βιβλιάριο επιταγών χάθηκε». Δεν γνώριζε ο ίδιος που ήταν το βιβλιάριο γιατί αν γνώριζε θα σταματούσε και την επίδικη επιταγή. Όμως είναι προφανές με βάση την λοιπή μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν έλεγε την αλήθεια για τα πιο πάνω. Αυτό προκύπτει πιο συγκεκριμένα από την επιστολή ημερ.12/11/12 (τεκμ.23) την οποία απέστειλε ο κατηγορούμενος 2 στην Τράπεζα Πειραιώς, που είναι η τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, και στην οποία αναφέρει ότι ουσιαστικά γνώριζε από τις 09/11/12 ότι το βιβλιάριο επιταγών ευρίσκεται στην κατοχή του παραπονούμενου και πως υπάρχουν δύο επιταγές υπογραμμένες χωρίς να έχουν συμπληρωθεί. Συνεπώς στις 12/11/12 που υπεγράφη και το τεκμήριο 13, ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ακριβώς τι συνέβαινε με το βιβλιάριο και για την ύπαρξη των επιταγών, για δικούς του λόγους όμως είπε ψέματα στην τράπεζα λέγοντας τα πιο πάνω στο τεκμήριο
  12. (ε) Επίσης δεν έχει διαφύγει του Δικαστηρίου η παράλειψη του κατηγορούμενου 2 να θέσει μέσω του συνηγόρου του την θέση του στον παραπονούμενο για σχολιασμό περί συμπλήρωσης της επίδικης επιταγής με γραφομηχανή στο Ισραήλ όπου βρισκόταν και αυτό έγινε για να μην μπορεί να αναγνωριστεί ο γραφικός του χαρακτήρας. Είναι ξεκάθαρο πως δεν υπήρχαν καθαρές θέσεις εξ' αρχής από την πλευρά του κατηγορούμενου
  13. (στ) Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε πως ο παραπονούμενος κρατούσε την επίδικη επιταγή και την έδειχνε. Πήγε στην Τράπεζα Πειραιώς, στην Τράπεζα Κύπρου και στην Ελληνική Τράπεζα να την καταθέσει και δεν την δέχτηκαν. Ακολούθως κατέληξε στην Cdb Bank και ο ίδιος το έμαθε ότι κρατά μια επιταγή και κυκλοφορά και μετά κατάλαβε τι έγινε. Ουδέποτε όμως υποβλήθηκαν αυτά τα πράγματα στον παραπονούμενο για σχολιασμό και με βάση τη Νομολογία πιο κάτω, πρόκειται για μαρτυρία που σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, ενώ περαιτέρω συνεπεία της παράλειψης αναδύεται αναξιοπιστία. (ζ) Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε πως ο παραπονούμενος γνώριζε που είναι ακριβώς τα κτήματα που αγόρασε με βάση τη συμφωνία τεκμ.11 καθ' ότι τα επισκέφθηκαν μαζί και υπάρχουν μάρτυρες που θα φέρουν να μαρτυρήσουν αν χρειαστεί. Όταν ερωτήθηκε δε για το θέμα κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως δεν ήταν πολλά πρόσωπα αλλά ένα είναι το πρόσωπο που ήταν μαζί τους και όταν θα έρθει στο Δικαστήριο να μαρτυρήσει θα αποκαλυφθεί. Οφείλω να πω βέβαια εδώ ότι ο τρόπος που επέλεξε να παρουσιάσει την Υπεράσπιση του ο κατηγορούμενος 2 τελικά και ποιους μάρτυρες επέλεξε να καλέσει είναι αποκλειστικά θέμα δικό του. Όμως κρίνω ότι από τη στιγμή που ο ίδιος επικαλέστηκε τρίτο πρόσωπο προς επιβεβαίωση ουσιαστικά μιας θέσης που προέβαλε και δεν κάλεσε ποτέ το πρόσωπο αυτό ως μάρτυρα, σαφώς άφησε σκιές στην μαρτυρία του και δημιούργησε αμφιβολίες για την βασιμότητα των όσων ανέφερε. (η) Επίσης ανακρίβειες από μέρους του που δημιουργούν ερωτηματικά προκύπτουν και γενικότερα από τη μαρτυρία του, όπως για το θέμα του χρόνου αποχώρησης του από διευθυντή των κατηγορούμενων 1 και της συνέχισης παρουσίασης του προς τα έξω ως διευθυντή μετά την αποχώρηση του αλλά για τον λόγο αποχώρησης του από διευθυντή τον οποίο συνέδεσε σημειώνω με την παρουσίαση της επιταγής τεκμήριο 6 στην τράπεζα ενώ προκύπτει ότι η παραίτηση του έγινε προγενέστερα (βλ.τεκμ.16). Ο κατηγορούμενος 2 δεν με έπεισε με την μαρτυρία του για την αλήθεια των θέσεων του ούτε στα θέματα αυτά αλλά και γενικότερα. (θ) Τέλος, μέσα στα ίσια πλαίσια πιο πάνω δεν μπορεί βέβαια το Δικαστήριο να μην σχολιάσει εδώ και την αρνητική εικόνα που προκάλεσε για την υπόθεση του κατηγορούμενου, η παρουσίαση από την Υπεράσπιση διαφορετικών θέσεων, αντιφατικών μεταξύ τους, σε κάποια ουσιώδη θέματα μέσω του ΜΥ1 που ως εμφαίνεται πιο κάτω επίσης η μαρτυρία του έχει απορριφθεί. Με βάση αυτό θεωρώ πως σαφώς και προκύπτει αναξιοπιστία για την εκδοχή του κατηγορούμενου
  14. Σημειώνω ότι οι θέσεις στις οποίες έχει διαφοροποιηθεί ο κατηγορούμενος 2 εν σχέση με τον ΜΥ1 αναφέρονται πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του τελευταίου. Πριν ολοκληρώσω όμως το θέμα της αξιολόγησης του κατηγορούμενου 2 και έχοντας αναφερθεί σε σημεία πιο πάνω από την μαρτυρία του τα οποία δεν ετέθησαν ποτέ στην άλλη πλευρά για σχολιασμό, αναφέρω πως αυτά με βάση τη Νομολογία πιο κάτω εκτός του ότι δεν θα μπορούσαν σε κάθε περίπτωση να ληφθούν υπόψη, περαιτέρω καταδεικνύουν τις μη καθαρές θέσεις του κατηγορούμενου 2 και προσδίδουν αναμφίβολα αναξιοπιστία στην υπόθεση της Υπεράσπισης. Η Υπεράσπιση είχε υποχρέωση να θέσει εξ' αρχής τις πιο πάνω θέσεις της στην άλλη πλευρά και στον ΜΚ1 προκειμένου να του δοθεί η ευκαιρία να τις σχολιάσει και το Δικαστήριο έχοντας υπόψη και τη δική του θέση, να αξιολογήσει τις εκατέρωθεν θέσεις και να καταλήξει σε συμπεράσματα. Η παράλειψη της δε να το πράξει με δεδομένη την έκταση της αλλά και ότι μιλούμε για ουσιαστικές θέσεις της Υπεράσπισης, έχουν θεωρώ εκθεμελιώσει την βάση επί της οποίας στηρίχθηκε η υπόθεση της Υπεράσπισης. Εφόσον έτσι είχαν τα πράγματα ως δηλαδή ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε θα ανέμενα καθαρές θέσεις εξ' αρχής από την Υπεράσπιση και η επιλογή της να παρουσιάσει εντελώς καινούριες θέσεις κατά την δική του μαρτυρία, χωρίς να δοθεί καμία εξήγηση για τούτο, θεωρώ ότι έχει πλήξει ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του κατηγορούμενου 2 και την γενικότερη εκδοχή της Υπεράσπισης (Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, Σιακαλλής v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146, R V. Bircham
(1972)Crim LR 430, Ευσταθίου v. Alpha Bank Ltd, Π.Ε.241/08 ημερ.19/07/12, Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των κ.κ.Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, σελ.720-723). Στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας πιο πάνω, αναφέρθηκαν τα εξής: « Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ
  1. Σημαντική στο θέμα ήταν η προβληθείσα υπεράσπιση περί κακοποίησης του εφεσείοντα. Η θέση αυτή προβλήθηκε όμως για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα στις 18.9.09, ενώ κατά τη συνέχιση της κυρίως εξέτασης του Δαμιανού Χατζηχριστοφή, Μ.Κ.5, στις 27.3.2009, μετά το πέρας της διαδικασίας της δίκης εντός δίκης, η ανακριτική κατάθεση του εφεσείοντα κατατέθηκε ως Τεκμ. 6, χωρίς καμία ένσταση, στη δε συνοπτική αντεξέταση του, ουδέν τέθηκε από την υπεράσπιση. Ορθά επομένως το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο σημείο αυτό ως πλήττον την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής των εφεσειόντων. ...». ΜΥ1 Μιχάλης Σαπαρίλλας Ευθέως αναφέρω πως δεν αποδέχομαι ούτε την δική του μαρτυρία την οποία επίσης κρίνω αναξιόπιστη. Κατ' αρχήν σημειώνω η εντύπωση που έκανε στο Δικαστήριο με την όλη παρουσία του, τον τρόπο που απαντούσε στις ερωτήσεις και τις απαντήσεις του ήταν κάκιστη. Απαντούσε στις ερωτήσεις με διστακτικότητα και ήταν εμφανής η αμηχανία του σε συγκεκριμένες ερωτήσεις επί συγκεκριμένων θεμάτων που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του. Ήταν δε κάτι περισσότερο από εμφανές κατά την κρίση μου ότι ο μάρτυρας δεν έδωσε ειλικρινείς απαντήσεις για συγκεκριμένα πράγματα που ερωτήθηκε και δεν είπε την αλήθεια. Η εικόνα όμως προσθέτω εδώ που έχει σχηματίσει το Δικαστήριο για τον συγκεκριμένο μάρτυρα, αναφέρω ότι έχει επιβεβαιωθεί περαιτέρω και μέσα από τις αντιφάσεις και τις μη καθαρές θέσεις που εντοπίζονται στη μαρτυρία του αλλά και της Υπεράσπισης γενικότερα μέσω της δικής του μαρτυρίας. Έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά την μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα, αναφέρω πιο συγκεκριμένα τα εξής. (α) Ήταν προφανής η προσπάθεια του να παραπλανήσει και να αποκρύψει πράγματα εν σχέση με το θέμα του λογαριασμού του στο Facebook και τις συνομιλίες που είχε με τον παραπονούμενο μέσω αυτού. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας κατά την ακρόαση της 06ης/05/15 ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του για το λογαριασμό του με το όνομα Μιχάλης Σαπαρίλλας και δεχόμενος ουσιαστικά ότι έχει τον λογαριασμό αυτό αναγνώρισε σε έγγραφο που του υπεδείχθη την φωτογραφία του και της συζύγου του και ανέφερε πως πράγματι υπήρχαν διάλογοι με τον παραπονούμενο, αλλά όχι οι συγκεκριμένοι διάλογοι που του υποβλήθηκαν. Παρεμβάλλω εδώ πως με δεδομένο ότι το έγγραφο που υπεδείχθη στον μάρτυρα ως ανωτέρω αναφέρεται είναι το τεκμήριο Β για αναγνώριση, το οποίο για τους λόγους που αναφέρθηκε στην αρχή της απόφασης δεν θα ληφθεί υπόψη, ότι αυτό κατά την κρίση μου δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεκτεί το γεγονός ότι ο μάρτυρας όπως προκύπτει από τις απαντήσεις του γενικότερα αποδέκτηκε ουσιαστικά την ύπαρξη λογαριασμού με το όνομα πιο πάνω και ότι μέσω του λογαριασμού υπήρξαν συνομιλίες με τον παραπονούμενο αλλά και ότι στον λογαριασμό αυτό παρουσιαζόταν φωτογραφία του με τη σύζυγο του. Σε ότι αφορά το θέμα της φωτογραφίας εν πάση περιπτώσει επιβεβαίωσε και προφορικά κατά την μαρτυρία του ότι στον λογαριασμό αυτό, που είναι υπαρκτός, υπάρχει η ίδια φωτογραφία με το άλλο προφίλ που αναφέρεται πιο κάτω. Στις 03/06/15 όμως, οπότε συνεχίστηκε η αντεξέταση του, ο μάρτυρας άλλαξε άρδην την εικόνα που μέχρι στιγμής είχε δώσει για τα πιο πάνω. Ισχυρίστηκε ότι δεν έχει προφίλ με το όνομα Μιχάλης Σαπαρίλλας, ως αποδέκτηκε δηλαδή πιο πάνω, και ανέφερε πως το δικό του προφίλ είναι Mike Σαπαρίλλας. Προσπάθησε περαιτέρω ανεπιτυχώς να πείσει πως υπάρχει η ίδια φωτογραφία στο προφίλ του με αυτήν που του είχε υποδειχθεί προηγουμένως και πως μπορούν να δουν τις συνομιλίες που είχε με τον παραπονούμενο οι οποίες είναι εντελώς διαφορετικές από το άλλο προφίλ. Το άλλο προφίλ ανέφερε είναι ψεύτικο και κάποιος άλλος έχει ανοίξει το λογαριασμό αυτό. Για το ίδιο θέμα σημειώνω επίσης έδωσε συγκεχυμένες και μη πειστικές απαντήσεις για αλλαγές τις οποίες είχε κάνει το τελευταίο διάστημα στο προφίλ του με το όνομα Mike Σαπαρίλλας αλλά και σε σχέση με το θέμα των φωτογραφιών στο προφίλ του, τις οποίες αλλάζει καθημερινά ανέφερε σε κάποιο σημείο, κάτι που έχει δικαίωμα να κάνει, ενώ σε άλλο σημείο ανέφερε πως δεν θυμάται πότε άλλαξε τη φωτογραφία στο προφίλ του. Εν κατακλείδι ο μάρτυρας δεν έπεισε για τα πιο πάνω, και με τη μαρτυρία του άφησε σκιές εν σχέση με το κατά πόσο έλαβαν χώρα ή όχι συγκεκριμένες συνομιλίες με τον παραπονούμενο, οι οποίες βεβαίως αφορούσαν την ουσία της παρούσας υπόθεσης. (β) Ήταν προφανές επίσης ότι κάτι απέκρυβε για τη σχέση του με τον παραπονούμενο αφού αν και το αρνήθηκε αρχικά, εντούτοις προέκυψε ότι υπήρξε και επαγγελματική συνεργασία μεταξύ τους και υπεγράφη μεταξύ τους η συμφωνία τεκμ.35 η οποία δεν έχω πεισθεί ότι ακυρώθηκε όπως ήταν η θέση του. Επί τούτου παρεμβάλλω εδώ ότι δεν έχει διαφύγει του Δικαστηρίου η αντίφαση στη μαρτυρία του όταν ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει την εταιρεία με την οποία συνεργάστηκε τελικά ο παραπονούμενος για να υλοποιήσει την εισαγωγή τηλεφώνων που αφορούσε η μεταξύ τους συμφωνία, ενώ είχε αναφερθεί σε άλλο σημείο συγκεκριμένα στην εταιρεία αυτή ονομαστικά. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ πως δεν έχει αποκλειστεί το ενδεχόμενο η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα, υπέρ του κατηγορούμενου 2, να έχει ως κίνητρο τις διαφορές που προέκυψαν μεταξύ του και του παραπονούμενου ως εκ της διαφοράς που υπήρξε θέση της κατηγορούσας αρχής πως προέκυψε μεταξύ τους από την πιο πάνω συμφωνία. (γ) Στο σημείο αυτό θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας του τα οποία όχι μόνον δεν ετέθησαν ποτέ στην πλευρά της κατηγορούσας αρχής για σχολιασμό, για το οποίο θέμα σχετική είναι η Νομολογία και οι αρχές που έχουν αναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου 2 πιο πάνω, αλλά περαιτέρω όπως επίσης έχει αναφερθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω έρχονται σε αντίφαση με άλλες θέσεις του κατηγορούμενου
  2. Αυτά μαζί σε συνάρτηση και με όλα τα πιο πάνω επαναλαμβάνω και εδώ δεν μπορούν παρά να έχουν ως αποτέλεσμα την απόρριψη της μαρτυρίας του αλλά και της γενικότερης εκδοχής της Υπεράσπισης ως αναξιόπιστης. i. Την περίοδο του καλοκαιριού (χωρίς να αναφέρεται ακριβώς ποιο ή ποιού έτους) ο κατηγορούμενος υπόγραψε στον παραπονούμενο δύο λευκές επιταγές για κάποια μικροέξοδα που είχε διότι ο κατηγορούμενος 2 θα απουσίαζε στο εξωτερικό και ο παραπονούμενος χρησιμοποίησε τη μια επιταγή (επίδικη) συμπληρώνοντας την με γραφομηχανή αντίκα που αγόρασε στο Ισραήλ. Παρεμβάλλω βέβαια εδώ ότι εκτός του ότι δεν ετέθη ποτέ η θέση αυτή στον παραπονούμενο, δεν έχει διαφύγει του Δικαστηρίου και η αντίφαση που υπάρχει στις θέσεις της Υπεράσπισης γενικότερα αφού η θέση του κατηγορούμενου 2 ήταν ουσιωδώς διαφοροποιημένη υπό την έννοια ότι ανέφερε πως υπήρχαν πάντα δύο υπογραμμένες επιταγές μήπως και ήθελε κάτι ο μέτοχος και ο ίδιος απουσίαζε, και όχι ότι δόθηκαν οι επιταγές επί τούτου. ii. Ο παραπονούμενος συμπλήρωσε με τον τρόπο αυτό δηλαδή με γραφομηχανή την επιταγή για να μην μπορεί να φανεί ο γραφικός του χαρακτήρας. iii. Ο παραπονούμενος του ανέφερε πως προσπάθησε να καταθέσει την επιταγή σε μια τράπεζα η οποία όμως αρνήθηκε λέγοντας ότι δεν ξαναείδε έτσι δακτυλογραφημένη επιταγή που να εξηγά για ποιο λόγο εκδόθηκε. iv. Από τις αγοραπωλησίες που έκαναν ο κατηγορούμενος 2 είχε δώσει κάποια λεφτά στον παραπονούμενο αλλά οφειλόταν ακόμη ένα ποσό. Κατά τον ίδιο τρόπο που έχω αναφέρει για άλλο σημείο πιο πάνω, τονίζω επιπρόσθετα και την αντίφαση στις θέσεις της Υπεράσπισης γενικότερα αφού ο κατηγορούμενος 2 δεν ανέφερε ποτέ κάτι τέτοιο και ανέφερε ότι δεν έγινε καμία πώληση και δεν έλαβαν οποιοδήποτε ποσό μέχρι και την αποχώρηση του ή σε οποιοδήποτε χρόνο. v. Ο παραπονούμενος έπρεπε να έχει επιταγές στα χέρια του για να μπορεί να κάνει αναλήψεις. Έπαιρνε χρήματα αφού έδινε επιταγή. Πρόκειται σημειώνεται για άλλη μια θέση που όχι μόνον δεν υποβλήθηκε στην άλλη πλευρά, άλλα και που έρχεται σε ευθεία αντίφαση με μια βασική θέση του κατηγορούμενου 2, ο οποίος ανέφερε πως δεν γνώριζε τι γινόταν με τον επίδικο λογαριασμό, ούτε τις αναλήψεις που γίνονταν, εξ' ου και όταν αντιλήφθηκε τι γινόταν παραιτήθηκε αμέσως από διευθυντής της εταιρείας. vi. Ο παραπονούμενος προέβη σε εκτιμήσεις των ακινήτων των κατηγορούμενων 1 και έλαβε εκτιμήσεις με βάση τις οποίες η αξία τους ήταν €700.000.-. Συνεπώς με δεδομένο ότι τα ακίνητα αγοράστηκαν περί τις €280.000-300.000.- υπήρχε το ανάλογο κέρδος. Κατηγορούμενοι 1 Ανεξάρτητα του ότι ως αναφέρθηκε πιο πάνω δεν εκπροσωπήθηκαν στη διαδικασία και όπως ήταν φυσικό δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οιανδήποτε δήλωση και δεν παρουσίασαν μάρτυρες υπεράσπισης, αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι οι κατηγορούμενοι αυτοί θα πρέπει να κριθούν ένοχοι. Αντίθετα το Δικαστήριο αναφέρει εδώ ότι δεν μπορεί εκ τούτου να εξάγει συμπέρασμα ενοχής και θεωρεί πως ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση για τους κατηγορούμενους 1 οι ίδιες αρχές που θα εφαρμόζονταν αν εκπροσωπούνταν μεν στη διαδικασία αλλά δεν έθεταν οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε παρουσίαζαν μάρτυρες (βλ. κατ'αναλογία Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Θεμιστοκλέους -v- Αστυνομία
(1981)2 C.L.R. 200, Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου -v- Αστυνομία
(1990)2 ΑΑΔ 250, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι προφανές ότι τα μόνα ευρήματα που θα μπορούσαν να γίνουν πηγάζουν από την μαρτυρία των τραπεζικών ΜΚ2 & 3 και είναι τα κάτωθι: -η επίδικη επιταγή τεκμήριο 6 έγινε κατάθεση στο λογαριασμό του παραπονούμενου στην Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως στις 6/12/12 και στάλθηκε για πληρωμή, αλλά επιστράφηκε απλήρωτη με τους δύο λόγους που αναφέρονται επί της επιταγής στις σχετικές σφραγίδες δηλαδή «χρειάζεται πλήρη υπογραφή του εκδότη της επιταγής» και «ο λογαριασμός έκλεισε, παρακαλώ να παρουσιαστεί ξανά για σκοπούς ΚΑΠ». Ο δικαιούχος της επιταγής ενημερώθηκε σχετικά με τα πιο πάνω και μετά από 1-2 μέρες παρέλαβε την επιταγή την οποία στις 28/12/12 ξανακατέθεσε αλλά επιστράφηκε πάλι οπότε την παρέλαβε. - η επίδικη επιταγή δεν έχει τιμηθεί από την τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε δηλαδή την Τράπεζα Πειραιώς στην ουσία γιατί υπήρχε ένα λεκτικό στην επιταγή το οποίο χρειαζόταν πλήρη υπογραφή του εκδότη αλλά και επειδή ο λογαριασμός έκλεισε και να παρουσιαστεί ξανά για σκοπούς ΚΑΠ (Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών). Η επιταγή πρωτοπαρουσιάστηκε στην εν λόγω τράπεζα στις 7/12/12 και μετά την επιστροφή της για τους λόγους πιο πάνω παρουσιάστηκε ξανά και στις 2/1/13 επιστράφηκε πίσω στον εκδότη αφού θεωρήθηκε ακάλυπτη. - η Τράπεζα Πειραιώς για να θεωρούσε έγκυρη την επιταγή την 2η φορά που παρουσιάστηκε θα έπρεπε να υπήρχε η υπογραφή του εκδότη στο λεκτικό επί της επιταγής. Ακόμη και να υπήρχαν λεφτά για να πληρωθεί η επιταγή είτε κατά την 1η είτε κατά την 2η είτε κατά οποιαδήποτε μεταγενέστερη παρουσίαση και ανεξάρτητα από την σφραγίδα ημερ. 2/1/13 ότι ήταν ακάλυπτη, δεν μπορούσαν να πληρώσουν χωρίς την υπογραφή του λεκτικού. - ο επίδικος λογαριασμός έκλεισε στις 23/11/12 από τον κατηγορούμενο 2. Μετά την 2η παρουσίαση της επιταγής και της επιστροφής της ως ακάλυπτης, οι κατηγορούμενοι καταχωρήθηκαν στο ΚΑΠ, όμως στις 10/4/13 μετά από ενέργειες της Τράπεζας Πειραιώς και του δικηγόρου του κατηγορούμενου 2, οι κατηγορούμενοι εξήλθαν από το ΚΑΠ. Οι ενέργειες από μέρους της Τράπεζας Πειραιώς έγιναν γιατί η επιταγή αυτή θεωρείτο άκυρη από την αρχή αλλά και λόγω των πληροφοριών που έλαβε από τον κατηγορούμενο 2. Το κλείσιμο του λογαριασμού και η ακύρωση των επιταγών έγιναν πριν την 1η παρουσίαση της εν λόγω επιταγής. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2. 1. Κατηγορούμενοι 1 1η Κατηγορία για την έκδοση της επίδικης επιταγής (τεκμ. 6) χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε (οι λεπτομέρειες του αδικήματος έχουν παρατεθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω). Το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154 έχει ως ακολούθως: " Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. " Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Είναι προφανές με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου πως δεν έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και κατ' επέκταση ούτε η 1η κατηγορία. Το Δικαστήριο συγκεκριμένα δεν έχει αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον του για την έκδοση της επιταγής, ούτε για τον χρόνο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η έκδοση (συμπλήρωση, υπογραφή και παράδοση) ή το αντάλλαγμα. Επίσης το Δικαστήριο, μη έχοντας μαρτυρία για τούτο, δεν γνωρίζει ούτε οτιδήποτε εν σχέση με το θέμα της μη εξόφλησης της επιταγής. Περαιτέρω μπορεί να λεχθεί επίσης εδώ, πέραν των ανωτέρω, ότι από τη στιγμή που προέκυψαν αμφιβολίες στο Δικαστήριο για την εκδοχή του παραπονούμενου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα πως οι κατηγορούμενοι 1 συμπλήρωσαν την επιταγή και έδωσαν πράγματι εντολή προς την τράπεζα τους για πληρωμή του αναφερόμενου στην επιταγή ποσού προς τον παραπονούμενο. Το γεγονός σημειώνω ότι η υπογραφή επί της επιταγής, τεκμήριο 6 είναι του κατηγορούμενου 2, διευθυντή των κατηγορούμενων 1, δεν συνεπάγεται αυτόματα και ότι η επιταγή έχει εκδοθεί από τους κατηγορούμενους 1. Στο σημείο αυτό παραπέμπω στον ορισμό 'επιταγή' που παρέχεται στο ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.154 (άρθρο 4) και που αποτελεί την κατ' εξοχήν νομοθεσία η οποία ρυθμίζει και προδιαγράφει τα όρια διάπραξης του αδικήματος με βάση το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο: " «Επιταγή» σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσης της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή." Αναμφίβολα με βάση την πιο πάνω ερμηνεία προκύπτει πως η συμπλήρωση της επιταγής αποτελεί εντολή του εκδότη της προς τράπεζα για πληρωμή συγκεκριμένου ποσού σε ορισμένο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό. Στην προκειμένη όμως περίπτωση επαναλαμβάνω δεν υπάρχει μαρτυρία για τούτο και εν πάση περιπτώσει δεν έχει αποδειχθεί πως οι κατηγορούμενοι 1 έδωσαν πράγματι μέσω του κατηγορούμενου 2 τέτοια εντολή. Επίσης θα πρόσθετα εδώ ότι έχοντας απορρίψει τις μαρτυρίες τόσο του παραπονούμενου όσο και του κατηγορούμενου 2 ως αναξιόπιστες και μη έχοντας αποδειχθεί τα στοιχεία που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, δεν έχει αποδειχθεί ούτε κατά πόσο ο παραπονούμενος ήταν νόμιμος κάτοχος της επιταγής εν τη έννοια του άρθρου 2 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ.262 άρα ούτε και το τεκμήριο της αντιπαροχής του άρθρου 30
(1)του ίδιου Νόμου (βλ. Ποιν.Εφ.129/2011 Μακάριος Παναγιώτου v. Γεωργία Φουρνίδου, ημερ.18/12/12). 2. Κατηγορούμενος 2 Κατηγορία 2 για παροχή συνδρομής στην έκδοση μίας επιταγής (τεκμ. 6) κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε (οι λεπτομέρειες των αδικημάτων έχουν παρατεθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω). Αναφέρεται εξ' αρχής ότι όπως είναι πάγια νομολογημένο η ιδιότητα του διευθυντή/συμβούλου εταιρείας την οποία αναμφίβολα είχε ο κατηγορούμενος 2, δεν σημαίνει οτιδήποτε σε ότι αφορά την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Δεν σημαίνει δηλαδή ότι επειδή είναι διευθυντής/σύμβουλος είναι και ένοχος χωρίς άλλο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ευρυβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 600) και Π. Παντελή ν. Χ. Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ.7095
(2001)2 Α.Α.Δ. 708). Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ'ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω είναι προφανές και εδώ ότι δεν τίθεται θέμα καταδίκης ούτε του κατηγορούμενου
  1. Αφενός γιατί μη έχοντας αποδειχθεί το αδίκημα εναντίον των κατηγορούμενων 1 δεν είναι δυνατόν να βρεθεί ένοχος ο κατηγορούμενος 2 για παροχή συνδρομής στο αδίκημα αυτό. Περαιτέρω όμως και επειδή όπως προκύπτει το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του αξιόπιστη μαρτυρία ούτε εν σχέση με το θέμα της υπογραφής του κατηγορούμενου 2 και συγκεκριμένα για τον χρόνο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό έγινε, όπως επίσης δεν έχει μαρτυρία ούτε για το θέμα της ένοχης διάνοιας. Παρεμβάλλω εδώ ότι εκ της Νομολογίας προκύπτει ότι σε ότι αφορά περιπτώσεις που η κατηγορία στρέφεται εναντίον συνεργού, είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης της επιταγής, ο συντάκτης της γνώριζε ότι κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν θα εξοφλείτο. Αυτό κρίνεται ότι συνιστά την απαιτούμενη ένοχη διάνοια συνεργού κατά την διάπραξη του αδικήματος και είναι σαφές πως κάτι τέτοιο εδώ δεν έχει αποδειχθεί. Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι η μη ύπαρξη μαρτυρίας περί της ακριβούς εμπλοκής του κατηγορούμενου 2 στη διαχείριση του επίδικου λογαριασμού αλλά και περί της γνώσης του για την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού και τα υπόλοιπα του, σε συνάρτηση με τη μη απόδειξη του χρόνου υπογραφής της επίδικης επιταγής και των συνθηκών κάτω από τις οποίες αυτό έγινε, είναι αναμφίβολα με βάση τη Νομολογία καθοριστικής σημασίας αφού είναι σε κάθε περίπτωση αδύνατον να αξιολογηθούν άλλα γεγονότα ή δείγματα συμπεριφοράς του κατηγορούμενου 2, ικανά να πείσουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, πως ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε τα ουσιώδη γεγονότα και άρα είχε την ανάλογη πρόθεση ή ένοχη πρόθεση (βλ. Militos Trading Ltd v. Αθηνάς Μαλέκκου, Ποιν.Εφ.150/09, 15-10-12). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες εναντίον των κατηγορούμενων 1 και
  2. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 1 αθωώνονται στην 1η κατηγορία και ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται στην 2η κατηγορία. Αναφορικά με το θέμα εξόδων έχω αποφασίσει παρά το αποτέλεσμα να μην επιδικάσω έξοδα υπέρ του κατηγορούμενου 2, με δεδομένο ότι και η μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά του απορρίφθηκε στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Συνεπώς σε ότι αφορά παραπονούμενο και κατηγορούμενο 2 η κάθε πλευρά θα επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. Για τους κατηγορούμενους 1 που δεν εκπροσωπήθηκαν στην διαδικασία δεν τίθεται οποιοδήποτε θέμα. Συνεπώς εν σχέση με αυτούς καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.)............. Μ.Παπαθανασίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Τελική Απόφαση/Έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα/ Άρθρα 20 και 305Α
(1)Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.