← Κύπρος

ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΟΔΥΣΣΕΩΣ, Αρ. Υποθ.: 6429/14, 1/7/2015

ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΟΔΥΣΣΕΩΣ, Αρ. Υποθ.: 6429/14, 1/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 6429/14 Μεταξύ: ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Κατήγορος εναντίον ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΟΔΥΣΣΕΩΣ Κατηγορούμενης ----------------------------------------------------- Ημερομηνία: 01 Ιουλίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ.Καραίσκος Για την Κατηγορούμενη: κ. Σ.Στυλιανού Κατηγορούμενη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μία κατηγορία για το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής άνευ ευλόγου αιτίας κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη κατά ή περί την 18/04/2010 στη Λευκωσία και ή προγενέστερα σε χρόνο άγνωστο για την κατηγορούσα αρχή εξέδωσε και παρέδωσε τη μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας Κύπρου υπ'αρ.85874330 ημερ.18/04/2010 δια το ποσόν των €26.500,00.- εις διαταγή του παραπονούμενου. Στη συνέχεια με σχετικές οδηγίες της κατηγορούμενης προς την Τράπεζα Κύπρου άνευ ευλόγου αιτίας παρεμπόδισε την υπό της ως άνω τράπεζας εξόφληση της υπό αναφορά επιταγής. Η επιταγή παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εξεδόθη εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία πληρωμής της αλλά επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής - κατηγορούμενη και παραμένει απλήρωτη. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν τρείς μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορούμενης σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, η κατηγορούμενη κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπλέον αναφέρεται έγιναν παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνολικά 9 τεκμήρια. Τα παραδεκτά γεγονότα ήταν τα εξής: Στις 23/07/13 καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση 16183/13 με παραπονούμενο τον Νεόφυτο Δημητρίου και κατηγορούμενη την ίδια κατηγορούμενη με την παρούσα υπόθεση. Η ως άνω αναφερόμενη ποινική υπόθεση επιδόθηκε στην κατηγορούμενη στις 24/10/
  1. Η ποινική υπόθεση 16183/13 πιο πάνω αποσύρθηκε από τον δικηγόρο του παραπονούμενου και η κατηγορούμενη απαλλάγηκε καθότι δεν είχε φτάσει έγκαιρα στα χέρια του η επίδοση της. Η υπογραφή επί της επίδικης επιταγής τεκμήριο 1 ανήκει στην κατηγορούμενη. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας σημειώνεται και οι δύο συνήγοροι υποστήριξαν τις θέσεις τους κυρίως με τις γραπτές αγορεύσεις που παρέδωσαν στο Δικαστήριο, αλλά και εν μέρει με προφορικές αγορεύσεις τονίζοντας ο καθένας κάποια σημεία που ήθελε. Όλα όσα αναφέρουν δε έχουν σημειωθεί, λαμβάνονται υπόψη αλλά δεν θεωρώ σκόπιμο να τα παραθέσω. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω αν και όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με τα παραδεκτά γεγονότα και τα τεκμήρια έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). MK1 Χρυσόστομος Θεοδούλου Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας αυτός εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και απάντησε ότι γνώριζε με βάση τα καθήκοντα του και τα στοιχεία που είχε για την επίδικη επιταγή και λογαριασμό. Δεν είχε προσωπικό συμφέρον και δεν χωρεί αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε στον επίδικο λογαριασμό της κατηγορούμενης, την οποία γνωρίζει, ο οποίος διατηρείται στο κατάστημα της τράπεζας όπου εργάζεται και στην επίδικη επιταγή (τεκμ.1) η οποία αφορά τον εν λόγω λογαριασμό. Εκ των δύο σφραγίδων που φαίνονται στην επιταγή η μια ημερ.2/7/10 αφορά την Ελληνική Τράπεζα στην οποία έγινε κατάθεση και η άλλη τέθηκε στις 6/7 από την Τράπεζα Κύπρου και αναφέρεται στην ανάκληση της. Οι οδηγίες ανάκλησης (τεκμ.2) αφορούν την επίδικη επιταγή και επίσης μια δεύτερη επιταγή και ο λόγος που έχει δοθεί είναι διότι χάθηκαν. Στις οδηγίες υπάρχει το όνομα και η υπογραφή της κατηγορούμενης. Κατά την αντεξέταση του κατ' αρχήν ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει τον γραφικό χαρακτήρα της κατηγορούμενης. Περαιτέρω ανέφερε ότι στις οδηγίες ανάκλησης επιταγών όταν ο πελάτης τους γράφει ως λόγο ότι χάθηκε, αν θυμάται το ποσό της επιταγής το αναγράφει στο σχετικό έντυπο των οδηγιών όπου υπάρχει θέση για τούτο. Δεν υπάρχει χρονολογία στην σφραγίδα της Τράπεζας Κύπρου επί της επιταγής, χωρίς να γνωρίζει ο ίδιος τον λόγο όμως η σφραγίδα θεωρεί ήταν κοντά στην ημερομηνία έκδοσης διαφορετικά αν ήταν μεταγενέστερη η επιταγή θα επιστρεφόταν λόγω ληγμένης ημερομηνίας. Όταν δοθούν οδηγίες ανάκλησης όπως στην προκειμένη περίπτωση δεν κοιτάζουν αν ο λογαριασμός έχει λεφτά μέσα. ΜΚ2 Νεόφυτος Δημητρίου-παραπονούμενος Χωρίς κανένα ενδοιασμό κάνω αποδεκτή την μαρτυρία του. Ο μάρτυρας αυτός έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Απάντησε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ευθέως, με φυσικότητα και χωρίς δισταγμό, παρέμεινε δε σταθερός στις θέσεις του καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του χωρίς να κλονιστεί κρίνω σε καμία περίπτωση η αξιοπιστία του μέσα από την έντονη ομολογουμένως αντεξέταση του. Δεν διαπίστωσα εν πάση περίπτωση καμία προσπάθεια από πλευράς του να αποκρύψει οτιδήποτε, οι απαντήσεις του συνάδουν με τη λογική και η μαρτυρία του έχει συνοχή. Αναφέρθηκε στη γνωριμία του με την κατηγορούμενη μέσω του γαμπρού της του Χαράλαμπου, με τον οποίο είχαν φιλικές σχέσεις. Ο τελευταίος του είχε ζητήσει κάποια βοήθεια και ήρθαν σε επαφή με την κατηγορούμενη. Συγκεκριμένα ο Χαράλαμπος που ήταν λαστιχάρης του ανέφερε ότι θα πιάσει μια προσφορά της Αστυνομίας μαζί με την κατηγορούμενη και επειδή θα είχαν κάποιο όφελος ζητούσαν βοήθεια οικονομική. Ο Χαράλαμπος γνώριζε ότι είχε πιάσει κάποια λεφτά εκείνο το διάστημα και γι'αυτό του ζητούσε βοήθεια για να καταφέρει να πάρει την προσφορά. Μέσα Οκτωβρίου του 2009 βρέθηκαν με τον Χαράλαμπο και την κατηγορούμενη και είδε κάποια χαρτιά. Με την κατηγορούμενη βρέθηκαν 2-3 φορές στο γραφείο του Χαράλαμπου. Τους έδωσε τελικά το ποσό των €25.000.- σε μετρητά περί το τέλος Οκτωβρίου του 2009 και η κατηγορούμενη του έδωσε την επίδικη επιταγή για να έχει κάτι στα χέρια του μέχρι να του επιστρέψουν τα λεφτά του. Του έδωσαν όμως με την επιταγή €1500.- περισσότερα από όσα τους έδωσε για τους 5-6 μήνες που θα κρατούσαν τα λεφτά του. Το επιπλέον ποσό πρότεινε ο Χαράλαμπος και συμφώνησε η κατηγορούμενη. Το όνομα στην επιταγή το συμπλήρωσε ο ίδιος, ενώ ο Χαράλαμπος στην παρουσία της κατηγορούμενης συμπλήρωσε την ημερομηνία εξαργύρωσης και το ποσό ολογράφως και αριθμητικώς. Την επιταγή την υπόγραψε η κατηγορούμενη στην παρουσία του. Διευκρίνισε ότι τα λεφτά τα έδωσε στην κατηγορούμενη και ο Χαράλαμπος που κρατούσε το βιβλιάριο επιταγών συμπλήρωσε την επιταγή και η κατηγορούμενη την υπόγραψε, την έκοψε και του την έδωσε. Η κατηγορούμενη αποδέκτηκε το ποσό που αναγραφόταν στην επιταγή. Η συμφωνία τους για την αποπληρωμή ήταν για 4-5 μήνες. Κατέθεσε την επιταγή για πληρωμή στην Ελληνική Τράπεζα στις 6/7 όπως αναγράφει η επιταγή αλλά μετά από 5-6 μέρες ήρθε πίσω επειδή ανακλήθηκε. Προσπάθησε να μιλήσει με την κατηγορούμενη και σε κάποια φάση μίλησε μαζί της και του ζήτησε χρόνο 2-3 μήνες για να πληρώσει. Είχε προσπαθήσει να έρθει ξανά σε επικοινωνία με την κατηγορούμενη αλλά δεν τα κατάφερε και μετά που έμαθε ότι είχε ένα δυσάρεστο γεγονός στην οικογένεια της έκανε υπομονή. Δεν έχει πάρει μέχρι σήμερα οποιοδήποτε ποσό από την κατηγορούμενη για την επιταγή αυτή. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε αρχικά ότι η ημερομηνία 18/04/10 στην επιταγή αναγράφηκε γιατί ήταν η συμφωνία τους να πληρωθεί σε 4-5 μήνες. Δεν γνωρίζει πότε αυτοκτόνησε ο γαμπρός της κατηγορούμενης και αν αυτό έγινε στις 19/04/10 δηλαδή μια μέρα μετά την εν λόγω ημερομηνία που ήταν πληρωτέα η επιταγή. Γνωρίζει την κατηγορούμενη και επέμεινε στη θέση του ότι έγιναν οι συναντήσεις μαζί της στις οποίες αναφέρθηκε αλλά και ότι η συμφωνία έγινε μεταξύ των τριών τους δηλαδή του ιδίου, του Χαράλαμπου και της κατηγορούμενης. Μετά την κατάθεση της επιταγής απευθύνθηκε στην μητέρα του Χαράλαμπου επειδή ο τελευταίος πλέον δεν ήταν εν ζωή και ο λόγος επίσης που το έπραξε ήταν για να εντοπίσει την κατηγορούμενη αφού αυτή δεν έβγαινε στα τηλέφωνα. Ήξερε ότι η κατηγορούμενη εργαζόταν σε συγκεκριμένη Υπεραγορά αλλά δεν πήγε στην εργασία της γιατί υπήρχαν συγκεκριμένα οικογενειακά προβλήματα στα οποία αναφέρθηκε και ήταν εκτός Κύπρου. Επέμεινε ότι την επιταγή την έλαβε από την κατηγορούμενη και δεν αποδέκτηκε την θέση που του υποβλήθηκε ότι επειδή είχε δοσοληψίες με τον Χαράλαμπο ο τελευταίος έκλεψε την επιταγή από το πορτοφόλι της πεθεράς του και του την έδωσε και ότι αυτός είναι ο λόγος που πάνω στην επιταγή υπάρχει μόνον η υπογραφή της. Προχώρησε με την υπόθεση 4 χρόνια μετά γιατί ανέμενε να δει ανταπόκριση και να πληρωθεί σύμφωνα με τα λεγόμενα της κατηγορούμενης. Σε ότι αφορά την προσφορά ανέφερε ότι του είχαν δείξει ένα φάιλ με τις προσφορές και του ανέφεραν ότι έπρεπε να φέρουν στοκ και να καταθέσουν κάποια λεφτά για να υπάρχουν. Δεν γνώριζε αν ήταν αξιόπιστη η κατηγορούμενη και μπορεί να ήταν αφέλεια του αλλά γνώριζε τον Χαράλαμπο. Δεν έπιασε κάποιο έγγραφο εν σχέση με την εν λόγω προσφορά που αναφέρει αλλά δεν έκρινε σκόπιμο να πιάσει γιατί είχε πάρει την επιταγή για εξαργύρωση. Εκ του ποσού που έδωσε €20.000.- τα είχε σπίτι. Προερχόταν από τις δουλειές που έκανε, ενώ ποσό €17.000.-18.000.- του έδωσε ο πατέρας του πριν αρρωστήσει. Πρέπει να υπάρχει κατάσταση ότι τις υπόλοιπες €5000.- τις έβγαλε από τράπεζα. Δεν γνωρίζει σε ποια τράπεζα είχε τα λεφτά ο πατέρας του και δεν έχει οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού του πατέρα του που πήρε τα λεφτά αυτά που του έδωσε. Κατά την επανεξέταση του παρουσίασε κατάσταση λογαριασμού του στην Τράπεζα Κύπρου (τεκμήριο 4), και ανέφερε ότι φαίνονται οι 2 αναλήψεις που έκανε στις 23/09/09 και 29/09/09 για €4.000.- και €1.000.- αντίστοιχα. Το ποσό των €25.000.- το είχε σπίτι και όχι στην τράπεζα γιατί διαπραγματευόταν να αγοράσει ένα αυτοκίνητο και ήθελε τα μετρητά για να πιάσει καλύτερη τιμή. Δεν αγόρασε τελικά το αυτοκίνητο γιατί έδωσε τα λεφτά στην κατηγορούμενη και ακόμη τα περιμένει. ΜΚ3 Θέκλα Σιανταρή Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Η μάρτυρας αυτή εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και απάντησε ότι γνώριζε με βάση τα καθήκοντα της και τα στοιχεία που είχε για την παρουσίαση ουσιαστικά της επίδικης επιταγής στην τράπεζα τους και την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού. Δεν είχε προσωπικό συμφέρον και δεν χωρεί αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστη μάρτυρα. Ανέφερε ότι γνωρίζει την κατηγορούμενη η οποία είναι πελάτισσα του καταστήματος που εργάζεται τώρα ως διευθύντρια. Η επιταγή τεκμήριο 1 παρουσιάστηκε στην τράπεζα τους στις 05/07/10 και επιστράφηκε στις 06/07/10 και η απόδειξη είναι πάνω στη σφραγίδα που υπάρχει στο πάνω μέρος της επιταγής που λέει ότι η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής-stop payment. Η επιταγή αυτή είχε παρουσιαστεί αρχικά στις 02/07/10 στην Ελληνική Τράπεζα. Στην αντεξέταση της η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν και πότε έκδωσε η κατηγορούμενη την επίδικη επιταγή. Μέσα από την κατάσταση λογαριασμού της κατηγορούμενης, τεκμήριο 8, που αφορά την περίοδο από 01/10/09-30/04/10, αυτό που μπορεί να πει μόνον είναι πως κάποιες επιταγές από το συγκεκριμένο μπλοκ επιταγών που ανήκει και η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκαν την συγκεκριμένη περίοδο. Συγκεκριμένα παρουσιάστηκαν 21 επιταγές από το συγκεκριμένο μπλοκ επιταγών. Η τελευταία ήταν στις 09/04/10 και ήταν η υπ'αρ.
  2. Δεν γνωρίζει όμως πως έκδωσε η κατηγορούμενη τις υπόλοιπες επιταγές και αν οι επιταγές με τους επόμενους αριθμούς δηλαδή που τελειώνουν σε 29 και 30(τεκμ.1) εκδόθηκαν πριν την αναφερόμενη επιταγή που λήγει σε
  3. Ο πελάτης τους κρατώντας ένα βιβλιάριο επιταγών με 50 φύλλα κάμνει όπως ο ίδιος κρίνει σωστό. Κατηγορούμενη Ευθέως αναφέρω ότι δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της. Η μαρτυρία της έχει κρίνω όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά τα οποία την καθιστούν αναξιόπιστη. Πιο συγκεκριμένα έχω εντοπίσει στη μαρτυρία της αντιφάσεις, μη καθαρές και μη λογικές θέσεις αλλά και κενά που οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι αφενός η μάρτυρας δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και αφετέρου ότι κάτω από οποιαδήποτε αξιολόγηση η μαρτυρία της δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη. Σε κάθε περίπτωση όμως αναφέρω ότι αυτά επιβεβαιώνει και η όλη παρουσία της κατηγορούμενης στο εδώλιο του μάρτυρα, αφού με την συμπεριφορά και τις αντιδράσεις της όχι μόνον δεν με έπεισε και δεν μου έκανε καλή εντύπωση αλλά περαιτέρω μου άφησε έντονα την εικόνα μάρτυρα που δεν έλεγε αλήθεια. Πιο συγκεκριμένα: (α) Κατ' αρχήν να σημειωθεί η πολύ σοβαρή αντίφαση στην γραμμή Υπεράσπισης της κατηγορούμενης για τον λόγο που δεν εντόπισε τις επιταγές στο πορτοφόλι της όταν στις 20/04/10 θα τις χρησιμοποιούσε για συγκεκριμένη αγορά που θα έκανε και κατ' επέκταση για τον λόγο ανάκλησης που έδωσε στην τράπεζα (τεκμ.2), κάτι που όπως γίνεται αντιληπτό αφορά την ουσία του πράγματος. Επί τούτου υποβλήθηκε στον παραπονούμενο, ΜΚ2, ότι επειδή είχε δοσοληψίες με τον γαμπρό της κατηγορούμενης ο τελευταίος έκλεψε την επίδικη επιταγή από το πορτοφόλι της και του την έδωσε και ότι αυτός είναι ο λόγος που πάνω στην επιταγή υπάρχει μόνον η υπογραφή της. Με την υποβολή αυτή βέβαια η υπεράσπιση έδειξε ότι γνώριζε κάτω από ποιες συνθήκες χάθηκαν οι 2 επιταγές, μεταξύ των οποίων και η επίδικη, από το πορτοφόλι της κατηγορούμενης. Με αυτά δε υπόψη και ενώ το Δικαστήριο βέβαια ανέμενε η κατηγορούμενη να υποστηρίξει με την μαρτυρία της την θέση αυτή και να δώσει εξηγήσεις για την κλοπή των επιταγών αλλά και με βάση ποιο σκεπτικό δήλωσε στην τράπεζα ότι οι επιταγές χάθηκαν(τεκμ.2), η κατηγορούμενη δεν υποστήριξε σε κανένα σημείο την θέση πιο πάνω, ανέφερε ότι δεν θα κατηγορήσει τον γαμπρό της και ισχυρίστηκε απλά ότι όταν πήρε το πορτοφόλι της για να πάρει τις επιταγές δεν τις έβρισκε. Με βάση τα πιο πάνω αναφέρω κατ' αρχήν ότι η σοβαρότατη αντίφαση εν σχέση με το πλέον ουσιώδες ζήτημα για την εκδοχή της κατηγορούμενης είναι δεδομένη, ενώ προσθέτω πως είναι προφανές ότι η κατηγορούμενη δεν παρουσίασε εξ' αρχής καθαρές θέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπέβαλε μέσω του δικηγόρου της μια συγκεκριμένη θέση στον ΜΚ2 και του ζητήθηκε να τοποθετηθεί, ενώ ακολούθως στην δική της μαρτυρία ήρθε και είπε κάτι ουσιωδώς διαφορετικό, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν έθεσε στον ΜΚ2 για σχολιασμό. Η Υπεράσπιση όμως είχε υποχρέωση να θέσει εξ' αρχής την θέση της στην άλλη πλευρά και στον ΜΚ2 προκειμένου να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί επ' αυτής και το Δικαστήριο έχοντας υπόψη και τη δική του θέση, να αξιολογήσει τις εκατέρωθεν θέσεις και να καταλήξει σε συμπεράσματα. Η παράλειψη της δε να το πράξει με δεδομένο το ουσιώδες της θέσης θεωρώ ότι έχει εκθεμελιώσει την βάση επί της οποίας στηρίχθηκε η εκδοχή της κατηγορούμενης. Εφόσον έτσι είχαν τα πράγματα ως δηλαδή η κατηγορούμενη ανέφερε θα ανέμενα καθαρές θέσεις εξ' αρχής από μέρους της και η επιλογή της να παρουσιάσει μια εντελώς καινούρια θέση κατά την δική της μαρτυρία, χωρίς να δοθεί καμία εξήγηση για τούτο από μέρους της Υπεράσπισης, θεωρώ ότι έχει πλήξει ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της και την γενικότερη εκδοχή της Υπεράσπισης (Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, Σιακαλλής v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146, R V. Bircham
(1972)Crim LR 430, Ευσταθίου v. Alpha Bank Ltd, Π.Ε.241/08 ημερ.19/07/12, Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των κ.κ.Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, σελ.720-723). Όμως ανεξάρτητα από τα πιο πάνω αναφέρω ότι ακριβώς οι εν λόγω μη καθαρές θέσεις της κατηγορούμενης και της Υπεράσπισης δημιουργούν και άλλα πολύ σοβαρά ερωτηματικά και κενά σε ότι αφορά την εκδοχή της, σε βαθμό που αυτή να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή. Διότι εάν γνώριζε η κατηγορούμενη πως οι επιταγές εκλάπησαν, τότε διερωτάται κανείς γιατί δεν προέβη άμεσα σε ενέργειες για ανάκληση της επίδικης επιταγής, διαδικασία που γνώριζε πολύ καλά με βάση τα λεγόμενα της και τις γνώσεις που είχε για θέματα επιταγών, και περαιτέρω γιατί στην τράπεζα είπε ότι απλά χάθηκαν αποκρύβοντας ουσιαστικά την αλήθεια; Είναι προφανές σημειώνω με βάση αυτά ότι εφόσον γνώριζε ότι εκλάπησαν, τότε η δικαιολογία που έδωσε στην τράπεζα για ανάκληση και γενικότερα η όλη εκδοχή της στο Δικαστήριο ήταν αναμφίβολα πλαστή και ψεύτικη. Εάν πάλιν οι επιταγές απλά χάθηκαν όπως η κατηγορούμενη υποστήριξε στη μαρτυρία της, εκτός του ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ως εκ της μη υποβολής της θέσης αυτής στην άλλη πλευρά ως αναφέρθηκε πιο πάνω, διερωτάται κανείς γιατί υποβλήθηκε με θετικό τρόπο προς τον ΜΚ2 ότι η επιταγή του εδόθη κατόπιν που αυτή εκλάπη από συγκεκριμένο γνωστό της κατηγορούμενης πρόσωπο. (β) Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, αναφέρω επίσης την θέση της μάρτυρος ότι μέσα στο δράμα που ζούσε η οικογένεια της με την αυτοκτονία του γαμπρού της στις 19/04/10 και την διαπίστωση την επόμενη ημέρα δηλ. στις 20/04/10 όταν επισκέφθηκε συγκεκριμένο κατάστημα ότι οι 2 επιταγές που είχε στο πορτοφόλι της χάθηκαν, αφού επέστρεψε στο σπίτι και ανέφερε το γεγονός στους δικούς της, η νύφη της που είναι τραπεζικός την συμβούλεψε να σταματήσει αμέσως τις επιταγές και αφού μίλησε με την τραπεζικό της έτρεξε αμέσως στην τράπεζα, έκαμε stop payment τις επιταγές, υπέγραψε και έφυγε. Το Δικαστήριο κρίνει ότι και εκ του σημείου αυτού προκύπτει ότι η μάρτυρας δεν έλεγε την αλήθεια. Η μάρτυρας είχε αναφέρει ότι ήξερε ότι είχε πάντα σε μια θήκη του τσεντιού της 2 επιταγές, τις οποίες έβαλε εκεί σε περίπτωση που τις χρειαστεί και ξεχνούσε το βιβλιάριο επιταγών της όπως της συνέβη στο παρελθόν. Είναι προφανές ότι θέση της ήταν πως έβαλε 2 τυχαίες επιταγές από ένα μπλοκ επιταγών που με βάση τη μαρτυρία της ΜΚ3 αποτελείτο από 50 φύλλα/επιταγές για περίπτωση ανάγκης. Αυτή τη θέση προώθησε όπως συνάγεται ευθέως τόσο από την αναφορά της κατά την κυρίως εξέταση της ότι «.ήξερα όμως πάντα ότι είχα μέσα σε μια θήκη του τσεντιού μου, είχα επιταγές..» (βλ.σελ.17 στενοτυπημένων πρακτικών ημερ.27/04/15), όσο και από την αναφορά της κατά την αντεξέταση της ότι «Ήμουν σίγουρη ότι μέσα στο πορτοφόλι είχα επιταγές, όταν τις έψαξα δεν τις βρήκα.» (βλ.σελ.31 στενοτυπημένων πρακτικών ημερ.27/04/15). Σε κάθε περίπτωση όμως δεν ανέφερε ποτέ ότι γνώριζε πως είχε βάλει στο πορτοφόλι της συγκεκριμένες επιταγές με συγκεκριμένους αριθμούς, και ότι μια εξ' αυτών ήταν και η επίδικη. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω, διερωτάται κανείς πως αναμένει η κατηγορούμενη να γίνει πιστευτή όταν ισχυρίζεται πως «έτρεξε αμέσως στην τράπεζα, έκαμε stop payment τις επιταγές, υπέγραψε και έφυγε» σε συνάρτηση με το δράμα που περνούσε η οικογένεια της κάτι που επικαλέστηκε επανειλημμένως για να ισχυριστεί ουσιαστικά ότι δεν σκεφτόταν καθαρά, και την ίδια στιγμή θυμάται και δηλώνει στην τράπεζα τους συγκεκριμένους αριθμούς δύο επιταγών από ένα μπλοκ 50 φύλλων. Δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι για παράδειγμα πριν πάει στην τράπεζα μελέτησε το βιβλιάριο επιταγών και εντόπισε τις δύο συγκεκριμένες επιταγές και να δώσει εξήγηση πως αναγνώρισε ότι πρόκειται για τις συγκεκριμένες που χάθηκαν, κάτι που σε κάθε περίπτωση ενόψει των όσων ανέφερε είναι προφανές πως δεν έπραξε, ούτε ισχυρίστηκε οτιδήποτε άλλο σχετικά με το θέμα αυτό ή ότι είχε κάποιο λόγο που θυμόταν τους συγκεκριμένους αριθμούς των επιταγών. Κάτω από τις συνθήκες που ανέφερε ότι έγινε η ανάκληση θεωρώ ανθρωπίνως αδύνατο και εν πάση περιπτώσει μη λογικό να ήταν σε θέση να θυμηθεί τους αριθμούς δύο τυχαίων επιταγών, τους οποίους ανέφερε στην τραπεζικό και σημειώθηκαν στις οδηγίες ανάκλησης τεκμ.2. Εν πάση περιπτώσει αναφέρω ότι η κατηγορούμενη δεν έπεισε το Δικαστήριο ούτε για το θέμα αυτό. Θεωρώ πως η κατηγορούμενη όταν επισκέφθηκε την τράπεζα γνώριζε ακριβώς ποιες δύο συγκεκριμένες επιταγές θα σταματούσε, και αυτό δεν συνάδει λογικά με την μαρτυρία της και την εκδοχή που προώθησε στο Δικαστήριο. (γ) Επίσης ένα άλλο σημείο στη μαρτυρία της που αφήνει κενό σε βαθμό που να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση της, είναι η αναφορά της γενικά περί ύπαρξης 2 επιταγών στο πορτοφόλι της για ώρα ανάγκης. Δεν ανέφερε ποτέ όμως η κατηγορούμενη ότι οι δύο αυτές επιταγές ήταν υπογραμμένες και το Δικαστήριο είναι σαφές ότι δεν μπορεί ελλείψει μαρτυρίας να εξάξει οποιοδήποτε συμπέρασμα στη βάση του ότι οι 2 επιταγές στο πορτοφόλι της κατηγορούμενης ήταν υπογραμμένες, ούτε βέβαια το κενό αυτό προσθέτω εδώ μπορεί να καλύψει η αναφορά του ευπαίδευτου συνηγόρου της στην γραπτή του αγόρευση όπου αναφέρει σε κάποιο σημείο (βλ.σελ.4) κάτι που είναι με σεβασμό λέω αυθαίρετο αφού δεν βρίσκει έρεισμα στα πρακτικά και στα λεχθέντα από μέρους της κατηγορούμενης ότι δηλαδή «συνήθιζε πάντοτε να υπογράφει» τις επιταγές που είχε στο πορτοφόλι της. Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο ακόμη και να υπήρχε η μαρτυρία αυτή θα ανέμενε περαιτέρω να ακούσει από την κατηγορούμενη ικανοποιητική εξήγηση και για τον λόγο που ήταν αναγκαίο οι επιταγές στο πορτοφόλι της να ήταν υπογραμμένες. Το λογικό και για λόγους ασφαλείας ήταν να έμπαιναν στο πορτοφόλι οι επιταγές για ώρα ανάγκης λευκές, και μόνον όταν θα χρειάζετο να εκδοθούν να συμπληρώνονταν αλλά και να υπογράφονταν. Με αυτά λοιπόν υπόψη και με δεδομένο το παραδεκτό γεγονός ότι η υπογραφή στην επιταγή ανήκει στην κατηγορούμενη, είναι προφανές ότι δεν υπάρχει κανένα υπόβαθρο που να στηρίζει την εκδοχή της κατηγορούμενης περί απώλειας της επίδικης επιταγής, η οποία ακολούθως να βρέθηκε στην κατοχή του παραπονούμενου τον οποίο δεν γνώριζε υπογραμμένη, ενώ αντίθετα το κενό αυτό στη μαρτυρία της δεν μπορεί παρά να ενισχύει την θέση του παραπονούμενου περί υπογραφής της επιταγής ενώπιον του κατά τον χρόνο που ο ίδιος ανέφερε. (δ) Ένα άλλο σημείο στο οποίο θα ήθελα να σταθώ αφορά το θέμα της παράλειψης της κατηγορούμενης να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία. Δεν με έχει πείσει η κατηγορούμενη με όσα ανέφερε και δεν αποδέχομαι την θέση της. Μέσα στο δράμα που περνούσε η οικογένεια της όπως η ίδια το περιέγραψε και μάλιστα την επόμενη ακριβώς ημέρα του τραγικού συμβάντος με τον γαμπρό της, θορυβήθηκε από όσα της είχε αναφέρει η νύφη της και βρήκε την δύναμη να πάει στην τράπεζα να ανακαλέσει τις επιταγές, για τις οποίες μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν γνώριζε που βρίσκονταν κατά την δική της θέση, κάτι που ήταν απόλυτα λογικό κρίνω κάτω από τις περιστάσεις που ισχυρίστηκε η ίδια. Πολύ περισσότερο όμως κρίνω ότι θα πρέπει να θορυβήθηκε, όπως ήταν λογικό, όταν αυτό που προηγουμένως ήταν μια σκέψη ή απλά φόβος θα έλεγα, έλαβε σάρκα και οστά δια της παρουσίασης από άγνωστα της πρόσωπα, ως ισχυρίστηκε, των δύο επιταγών που χάθηκαν προς εξαργύρωση για συνολικό ποσό €100.000.-. Αν είναι δυνατόν να υπάρχει με αυτά τα δεδομένα λογική στα όσα ανέφερε η κατηγορούμενη για τους λόγους που δεν πήγε στην Αστυνομία. Η κατηγορούμενη δεν έχει πείσει το Δικαστήριο είτε με τη θέση της ότι δεν της πέρασε από το μυαλό να προβεί σε καταγγελία, με την σημείωση εδώ ότι η θέση της αυτή έρχεται σε πλήρη αντίφαση με αυτό που ανέφερε σε άλλο σημείο ότι πίστευε ότι δεν χρειαζόταν να πάει στην Αστυνομία, είτε λέγοντας ότι δεν της αρέσει να «νεκατώνει» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Αυτά θεωρώ αποτελούν εκ του προχείρου δικαιολογίες γιατί δεν έπραξε αυτό που ήταν απόλυτα λογικό να πράξει ένας άνθρωπος που θα εβρίκετο αντιμέτωπος με την ίδια κατάσταση στην οποία βρέθηκε η ίδια. Αν είναι δυνατόν να προβάλλονται δικαιολογίες του τύπου αυτού όταν παρουσιάζονται στην τράπεζα επιταγές αξίας €100.000.- περίπου από πρόσωπα που υποτίθεται δεν γνωρίζει και όχι μόνον στην Αστυνομία να μην προβαίνει σε καταγγελία αλλά περαιτέρω να μην κάνει απολύτως καμία άλλη κίνηση να μάθει για παράδειγμα τα στοιχεία των δικαιούχων, να τους αποστείλει μια επιστολή ή οτιδήποτε άλλο. (ε) Τέλος, αναφέρω ότι άλλα σημεία που δείχνουν πως η κατηγορούμενη δεν είπε την αλήθεια ή που εν πάση περιπτώσει επιβεβαιώνουν τις μη καθαρές θέσεις και τα κενά στη μαρτυρία της ήταν: i. Η αναφορά της ότι δύο
(2)μόνον φορές οχλήθηκε για την επίδικη επιταγή, και συγκεκριμένα μία φορά όταν επικοινώνησε η τραπεζικός για να της αναφέρει ότι παρουσιάστηκε προς εξαργύρωση και την δεύτερη φορά όταν έλαβε την κλήση για την παρούσα υπόθεση. Αυτή της η θέση όμως διαψεύδεται από τα παραδεκτά γεγονότα με βάση τα οποία της επιδόθηκε από τον Οκτώβριο του 2013 άλλη υπόθεση από τον παραπονούμενο η οποία αποσύρθηκε για τον λόγο που στα παραδεκτά γεγονότα αναφέρεται. ii. Με βάση την υποβολή του συνηγόρου της προς τον ΜΚ2, είναι με την μητέρα του γαμπρού της που μίλησε και όχι με την ίδια για την επίδικη επιταγή μετά την επιστροφή της. Δεν αναφέρθηκε ποτέ όμως στο Δικαστήριο από την κατηγορούμενη ούτε και εξηγήθηκε πως αυτό περιήλθε σε γνώση της ή ότι συνομίλησε με την μητέρα του γαμπρού της και την ενημέρωσε σχετικά. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για θέση σημειώνω που παρέμεινε αστήριχτη και που είναι προφανές ότι πηγάζει από τις ίδιες μη καθαρές θέσεις της κατηγορούμενης ενώπιον του Δικαστηρίου. iii. Όταν ερωτήθηκε σχετικά με την ποινική υπόθεση τεκμ.9 που αφορούσε την άλλη επιταγή που ανακλήθηκε ανέφερε ότι πλήρωσε λεφτά στην δικηγόρο εν σχέση με αυτήν. Δεν εξήγησε τι ακριβώς αφορούσαν τα λεφτά αυτά που έδωσε αλλά σίγουρα η πληρωμή χρημάτων στα πλαίσια της υπόθεσης δεν συνάδει σε καμία περίπτωση με την θέση ότι δεν είχε καμία σχέση με τον παραπονούμενο και την επιταγή που αφορούσε η υπόθεση αυτή, έστω και αν τελικά η υπόθεση εναντίον της αποσύρθηκε. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω καθώς επίσης τα παραδεκτά γεγονότα και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του παραπονούμενου, ΜΚ2, μαζί με την κατηγορούμενη και τον γαμπρό της, ο παραπονούμενος δάνεισε στους τελευταίους τέλος Οκτωβρίου του 2009 ποσό €25.000.- και η κατηγορούμενη του εξέδωσε την επίδικη επιταγή, μεταχρονολογημένη, για να έχει κάτι στα χέρια του μέχρι να του επιστρέψουν τα λεφτά του. Του έδωσαν όμως με την επιταγή €1500.- περισσότερα από όσα τους έδωσε για τους 5-6 μήνες που θα κρατούσαν τα λεφτά του. Το όνομα στην επιταγή το συμπλήρωσε ο παραπονούμενος, ενώ ο γαμπρός της κατηγορούμενης στην παρουσία της συμπλήρωσε την ημερομηνία εξαργύρωσης και το ποσό ολογράφως και αριθμητικώς. Την επιταγή την υπόγραψε η κατηγορούμενη. Ο παραπονούμενος κατέθεσε την επιταγή για πληρωμή στην Ελληνική Τράπεζα στις 02/07/10 αλλά όταν αυτή παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου επί της οποίας εκδόθηκε στις 06/07/10 δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη ότι η πληρωμή της ανακλήθηκε από τον εκδότη της. Αυτό έγινε γιατί εν τω μεταξύ η κατηγορούμενη στις 20/04/10 προέβη σε ανάκληση της πληρωμής της επιταγής με σχετικές οδηγίες της προς την Τράπεζα Κύπρου λέγοντας ότι η επιταγή χάθηκε. Μέχρι και σήμερα δεν πληρώθηκε κανένα ποσό σε ότι αφορά την επίδικη επιταγή. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Με βάση τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω αν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω η κατηγορούμενη κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης, που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της ». Από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου δε, ως αυτό έχει ερμηνευθεί στην Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου Ποινική Έφεση 94/2005 ημερομηνίας 24.3.06, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο
  2. Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα πιο πάνω είναι φανερό ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η κατηγορούμενη τέλος Οκτωβρίου του 2009 εξέδωσε και παρέδωσε προς τον παραπονούμενο την επίδικη επιταγή. Η κατηγορούμενη δε με γραπτές οδηγίες της προς την Τράπεζα Κύπρου οι οποίες δόθηκαν στις 20/04/10 ανακάλεσε την πληρωμή της εν λόγω επιταγής με αποτέλεσμα αυτή να μην πληρωθεί όταν εμφανίστηκε στην εν λόγω τράπεζα. Πριν προχωρήσω περαιτέρω θεωρώ αυτό κατάλληλο σημείο για να αναφέρω το εξής το οποίο έχει άμεση σχέση με το συστατικό στοιχείο της έκδοσης πιο πάνω. Είναι γεγονός ότι σύμφωνα με το κατηγορητήριο και πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας αναφέρεται ότι ο χρόνος έκδοσης της επίδικης επιταγής ήταν «κατά ή περί την 18/04/10 και ή προγενέστερα σε άγνωστο χρόνο για την κατηγορούσα αρχή», ενώ σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο χρόνος έκδοσης ήταν τέλος Οκτωβρίου του
  3. Με βάση δε αυτά το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο προκύπτει εκ τούτου κάτι ουσιαστικό που να οδηγεί στην μη απόδειξη της κατηγορίας. Οφείλω βέβαια να πω εδώ ότι παρόλο που δεν έχει τεθεί οτιδήποτε σχετικό από την Υπεράσπιση, το θέμα έχει τεθεί από την ίδια την κατηγορούσα αρχή με την τελευταία παράγραφο της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου της (βλ.σελ.22) και συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί. Ευθέως όμως αναφέρω ότι δεν θεωρώ ότι εκ του θέματος πιο πάνω προκύπτει κάτι ουσιαστικό. Η αναφορά στο κατηγορητήριο «και ή προγενέστερα σε άγνωστο χρόνο» θεωρώ πως καλύπτει χρονικά και την ορθή ημερομηνία έκδοσης πιο πάνω από τη στιγμή μάλιστα που έχει αποδειχθεί προγενέστερος μεν αλλά συγκεκριμένος χρόνος. Όμως ακόμη και αν θεωρηθεί ότι δεν καλύπτεται το θέμα με τον πιο πάνω τρόπο, κρίνω και πάλιν ότι υπό τις περιστάσεις δεν τίθεται θέμα σε ότι αφορά την απόδειξη της κατηγορίας. Έχοντας υπόψη την μαρτυρία την οποία έχει κάνει αποδεκτή το Δικαστήριο αναφέρω ότι εάν παρά την απόδειξη του αδικήματος διαπίστωνε το Δικαστήριο οιονδήποτε κώλυμα στην καταδίκη της κατηγορούμενης ως εκ της διάστασης μεταξύ της μαρτυρίας και των λεπτομερειών στο κατηγορητήριο, τότε θα προχωρούσε με βάση το άρθρο 85
(4)του Κεφ.155*, σε προσθήκη κατηγορίας. Πιο συγκεκριμένα στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο θα προχωρούσε σε αθώωση της κατηγορούμενης στην υφιστάμενη κατηγορία και θα πρόσθετε νέα ίδια κατηγορία πλην μόνον με τις ορθές λεπτομέρειες σε ότι αφορά την ημερομηνία έκδοσης και ακολούθως θα έβρισκε ένοχη την κατηγορούμενη στην νέα κατηγορία. Και αυτό γιατί το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι θα συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και κυρίως επειδή έχοντας υπόψη την μαρτυρία που έχει δοθεί κρίνω δεν θα προέκυπτε κανένας δυσμενής επηρεασμός της κατηγορούμενης στην υπεράσπιση της, η οποία προέβαλε την υπεράσπιση της γνωρίζονταν από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία και την κατάθεση του ΜΚ2 ότι η θέση της κατηγορούσας αρχής είναι πως η επίδικη επιταγή εκδόθηκε τέλος Οκτωβρίου του 2009 και πως η αναφερόμενη στο κατηγορητήριο ημερομηνία είναι η αναγραφόμενη στην επιταγή ημερομηνία πληρωμής (παραπέμπω σχετικά στο σύγγραμμα των κ.κ.Λοϊζου και Πική Criminal Procedure in Cyprus σελ. 75, αλλά και στις υποθέσεις Χρυσοστόμου ν. Αστυνομίας 24 CLR 192, Φορής ν. Δημοκρατίας
(1980)1 ΑΑΔ 152, 177 και Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 458, 466). * Το άρθρο 85
(4)του Κεφ.155 έχει ως εξής: « Αν στο τέλος της δίκης το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχτεί με μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα που δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία δεν δύναται να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία καταδικαζόμενος δεν θα υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και ότι ο κατηγορούμενος δεν θα επηρεαζόταν με αυτό δυσμενώς στην υπεράσπιση του, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο κατηγορίας ή κατηγοριών εναντίον του κατηγορούμενου για τέτοιο ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα, και το Δικαστήριο αποφασίζει για αυτά ωσάν η κατηγορία αυτή ή οι κατηγορίες αποτελούσαν μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο. » Κατόπιν των ανωτέρω εκείνο που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η κατηγορούμενη έχει κατορθώσει να αποδείξει την υπεράσπιση που παρέχει το εδάφιο 2 του άρθρου 305(Α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Το βάρος απόδειξης υπεράσπισης που δημιουργείται είτε από το Νόμο είτε από το Κοινοδίκαιο έχει ο κατηγορούμενος με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Ζαβός ν. Αστυνομίας
(1963)1 CLR 57, Ταραπουλούζης ν. Έπαρχος Λευκωσίας
(1962)CLR 91, Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(1980)2 CLR 10, Cross on evidence 4η έκδοση σελ. 85-87, Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 108, GP Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία και Γεώργιος Εργατίδης ν. Αστυνομία Ποιν. Έφ. 6138 και 6139 αντίστοιχα, ημερ. 19.6.97 και Ν. C. Diamonds Co Ltd και Χρίστου Γεωργίου Ποιν. Έφ. 7105, ημερ. 11.12.01). Το τι συνιστά εύλογη αιτία στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 έχει ερμηνευθεί στην N.C. Diamonds Co. Ltd ν. Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Συγκεκριμένα στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Περαιτέρω στην N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honestly" (ειλικρινά). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδ.
(2), ότι δηλ. πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εφεσίβλητου ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Τέλος στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδ.
(2), χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εδ. 2 και θα καθιερωνόταν έτσι η αντίθετη θεωρία, του μη ανακλητού της επιταγής. Στην Ποινική Έφεση Αρ. 246/2009 Αντρέου -v- Vangel Art Ltd κ.α. ημερ. 24 Ιανουαρίου 2012, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής αναφορικά με την υπεράσπιση του άρθρου 305A
(2)του Κεφ.154: " Θα παρατηρήσουμε δε περαιτέρω ότι εν πάση περιπτώσει το κρίσιμο ερώτημα για σκοπούς της υπεράσπισης του άρθρου 305(Α)
(2)δεν αφορά μάλλον στη θετική διαπίστωση του σχετικού όρου της προφορικής συμφωνίας, δεδομένης της εκ διαμέτρου διαφωνίας των διαδίκων ως προς τούτο, παρά στην κρίση του εύλογου της ενέργειας των Εφεσιβλήτων να προκαλέσουν τη μη εξόφληση εν όψει ακριβώς της έντονης διαφωνίας τους με τον Εφεσείοντα ως προς τον κρίσιμο όρο για τον αριθμό των γαϊδουριών που επωλήθησαν. Εξ άλλου, η ποινική διαδικασία, στερούμενη του δικογραφικού πλαισίου της αστικής διαδικασίας, και τοσούτο μάλλον αφού έχει άλλο σκοπό, όχι μόνο δεν προσφέρεται για την επακριβή διάγνωση μιας διαφοράς που έχει στη γένεση και στην ουσία της αστική μορφολογία, αλλά και έχει ως βασική παράμετρο την ένοχη πρόθεση παρά την αντικειμενική ορθότητα της πράξης. Η υπεράσπιση της ευλόγου αιτίας φαίνεται ακριβώς να έχει αυτή την κατεύθυνση και να επιδιώκει να αντισταθμίσει την άλλως αυστηρή ευθύνη που διέπει το άρθρο 305(Α)
(2), εισάγοντας, έστω και υπό τη μορφή υπεράσπισης, ένα στοιχείο που ουσιαστικά ανάγεται στο mens rea. " Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω και την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι φανερό ότι η μαρτυρία που τέθηκε από την κατηγορούμενη, έχοντας κριθεί αναξιόπιστη, δεν θα ήταν ικανή να αποσείσει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης που την βαρύνει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατά συνέπεια για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον της κατηγορούμενης την οποία κρίνω ένοχη στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα της διαδικασίας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της κατηγορούσας αρχής και εναντίον της κατηγορούμενης. (Υπ.)............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Τελική Απόφαση/Πρόκληση μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία / Άρθρο 305Α
(2)Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.