ΑΝΤΩΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΝΕΟΚΛΗ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 9138/13, 9/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - ΠΑΝΑΓΗ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9138/13 ΑΝΤΩΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ Κατήγορος εναντίον ΝΕΟΚΛΗ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ Κατηγορούμενος ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 09/07/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κος. Ε. Πουργουρίδης Για τον κατηγορούμενο: κος. Θ. Κατσικίδης Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 2 κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία κατά παράβαση του άρθρου 122(α) του Κεφ.154 και η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της καταφρόνησης δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 44(γ) του Ν.16/60, Περί Δικαστηρίων Νόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 12/4/2013 στην Κυπερούντα της επαρχίας Λεμεσού μετά που του είχε επιδοθεί η αγωγή υπ'αριθμό 1502/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με ενάγοντα τον κατήγορο και εναγόμενο τον κατηγορούμενο, και κατά τρόπο που ήταν ενδεχόμενο να αποτρέψει τον κατήγορο από του να ενεργήσει ως διάδικος στην πιο πάνω αγωγή, τον απέιλησε με την φράση «τούτο που έκαμες να μου κινήσεις αγωγή θα το πληρώσεις πολύ ακριβά». Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 12/4/2013 στην Κυπερούντα της επαρχίας Λεμεσού και εκκρεμούσης δικαστικής διαδικασίας ήτοι της αγωγής 1502/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, εκφώνησε λόγο ικανό να επηρεάσει την δίκαια εκδίκαση της εν λόγω αγωγής και/ή να διακόψει την πορεία της δικαιοσύνης, ήτοι είπε προς τον κατήγορο «τούτο που έκαμες να μου κινήσεις αγωγή θα το πληρώσεις πολύ ακριβά». ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ Αναφορικά με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας σχετική νομοθετική ρύθμιση είναι αυτή του άρθρου 122(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη- (α) προορισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να αποτρέψει κάποιο πρόσωπο από το να ενεργήσει με οποιαδήποτε δικαστική ιδιότητα ή με οποιοδήποτε τρόπο ως συνήγορος, μάρτυρας ή διάδικος σε δικαστική διαδικασία (β) . είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Στην αναζήτηση σχετικής και συνεπακόλουθα καθοδηγητικής νομολογίας αναφορικά με το αδίκημα του πιο πάνω άρθρου διαπίστωσα ότι σε αντίθεση με άλλα αδικήματα του ποινικού κώδικα δεν αποτελεί το εδάφιο (α) του άρθρου 122, αδίκημα που συναντάται συχνά. Άμεσα όμως σχετική επί του θέματος και συνεπώς καθοδηγητική, νομολογία αποτελεί η απόφαση στην υπόθεση Κωνσταντίνα Ακκελίδου - ν - Αστυνομίας 2005 2 Α.Α.Δ. σελ.
- Παρά το ότι η κατηγορία στην απόφαση αυτή αφορούσε το εδάφιο β του άρθρου 122, σχετική μνεία γίνεται και για το αδίκημα της παρούσας υπόθεσης και γενικά για το άρθρο 122 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή και συγκεκριμένα στις σελίδες 10 και 11 αναφέρθηκαν τα εξής, αναφορικά με το άρθρο 122 γενικότερα: «Οι απαγορευτικές διατάξεις του άρθρου 122 εισήχθησαν στον Ποινικό Κώδικα της Κύπρου με τον τροποποιητικό Ν. 20/
- Ήταν βέβαια, αρχικά διατυπωμένες στην Αγγλική γλώσσα. Ως εξής: «
- Any person who does any act - (a) calculated, or which is likely, to deter any person from acting in any judicial capacity or in any manner as counsel, witness or party in any judicial proceedings; (b)calculated, or which is likely, to obstruct, or in any way interfere with, any judicial proceedings, is guilty of a misdemeanour and is liable to imprisonment for three years.» . Επίσης στην ίδια υπόθεση αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 11: «Έχουμε τη γνώμη ότι η εν λόγω διάταξη δεν δημιούργησε, είτε με την αρχική της μορφή είτε με την τροποποίηση την οποία υπέστη, αδίκημα άγνωστο ως τότε στο σύστημα μας όπως, για παράδειγμα, συνέβηκε πιο πρόσφατα με το αδίκημα προσβολής της μνήμης τεθνεώτος, το οποίο εισήχθη με τον τροποποιητικό Ν. 10/81ως άρθρο 202Α του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 122 έχει Αγγλικές ρίζες. Αποτελεί μηχανισμό προστασίας της δικαιοσύνης στηριγμένο σε Αγγλικά πρότυπα σκέψης. Δεν είναι λοιπόν νοητή η ερμηνεία του άρθρου 122(β) χωρίς αναφορά στο Αγγλικό σύστημα και τη φιλοσοφία του. Υπενθυμίζουμε γενικότερα και το άρθρο 3 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο προβλέπει για ερμηνευτική προσέγγιση ανάλογη με την Αγγλική. Εισήχθη ως διάταξη γενικής χρήσης διατυπωμένη με ευρύτητα ώστε να καλύπτει μεγάλο φάσμα ποινικών καταφρονήσεων τις οποίες κατέγραφε η νομολογία του κοινού δικαίου, όπως και μέρος τουλάχιστον ορισμένων άλλων περιπτώσεων σε σχέση με τις οποίες είχαν θεσπιστεί στην Αγγλία νομοθετικές απαγορεύσεις. Δεν ήταν η πρώτη νομοθεσία σ΄ αυτό τον τομέα στην Κύπρο. Είχαν ήδη μεταφερθεί και ενταχθεί στους εκάστοτε περί Δικαστηρίων Νόμους διάφορες τέτοιου είδους απαγορεύσεις, αρχικά ως καταφρονήσεις που αντιμετωπίζονταν από το δικαστήριο συνοπτικά - βλ. The Cyprus Courts of Justice Order 1882 - και από το 1949 ως ποινικές διατάξεις: βλ. Ν. 7/49, Ν. 40/53, Ν. 66/55, Ν. 31/58, Ν. 14/
- Σύγκριση μεταξύ εκείνων των διατάξεων και του άρθρου 122(β) ως διάταξης του Ποινικού Κώδικα, αποκαλύπτει έλλειψη ορθολογικού νομοθετικού σχεδιασμού. Ίσως να είναι καιρός για αναθεώρηση. Το πρακτικό πάντως αποτέλεσμα της σύγκρισης του άρθρου 122(β) με τις ποινικές διατάξεις στους περί Δικαστηρίων Νόμους, με τις οποίες διαπλέκεται, είναι ότι σε σχέση με το άρθρο 122(β) χρειάζεται οπωσδήποτε η απόδειξη και υποκειμενικής υπόστασης. . «Αυτού του είδους διατάξεις, που απαγορεύουν πράξεις ή συμπεριφορές με ευρεία διατύπωση και με ακαθόριστη διαβάθμιση, παρουσιάζουν ιδιαίτερη δυσκολία ερμηνείας.Μια τέτοια απασχόλησε πρόσφατα το Εφετείο στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Μάρκου, Ποιν. Εφ. 7614 ημερ. 2 Φεβρουαρίου 2005, όπου προσδιορίσαμε περιοριστικά την ποινική απαγόρευση. Επρόκειτο εκεί για το άρθρο 16
(1)(β) του περί Πυροβόλων Όπλων Νόμου του 1974 (Ν. 38/74)του οποίου η λεκτική ευρύτητα εμφανιζόταν να ποινικοποιούσε ακόμα και την πιο αθώα κατασκευή παιδικού παιχνιδιού, το ίδιο όπως και του πιο φοβερού φονικού όπλου. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σκοπός του υπό αναφορά Νόμου είναι η προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών. Με αυτόν, ρυθμίζεται, γενικά, η κατοχή και η χρήση πυροβόλων ή άλλων αντικειμένων, η χρήση των οποίων δημιουργεί τον κίνδυνο που ο νομοθέτης θέλησε να αποτρέψει. Ο τίτλος, κάτω από τον οποίο βρίσκεται το Άρθρο 16
(1)(β) του Νόμου - «ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ, ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ ΠΥΡΟΒΟΛΩΝ ΟΠΛΩΝ» - καταδεικνύει ακριβώς ότι η διάταξη θα πρέπει ερμηνευτικά να προσεγγιστεί κατά τρόπο ώστε να εξυπηρετείται ο σκοπός του νομοθετήματος, που δεν είναι άλλος από του να απαγορεύσει πυροβόλα όπλα και αντικείμενα, χρησιμοποιούμενα έξω από τις συνήθεις δραστηριότητες με δυνατότητα επαγωγής δυσμενών αποτελεσμάτων σε ζωή ή περιουσία.» Χρειάζεται παρομοίως και εδώ μια ερμηνεία που να αναδεικνύει, με αναφορά στις πραγματικότητες και τις ανάγκες, τον αληθινό σκοπό της διάταξης η οποία νόημα έχει μόνο εφόσον θεωρηθεί ότι αποβλέπει στην ποινικοποίηση ορισμένης συμπεριφοράς ως βλαπτικής για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η απόφαση αυτή συνιστά σημαντικό βοήθημα στην ερμηνεία του άρθρου 122 και παρά το ότι αφορούσε ουσιαστικά το αδίκημα του εδαφίου (β) του άρθρου 122, η πανομοιότυπη διατύπωση τους, ακόμα και στο αγγλικό κείμενο με την αναφορά σε «any act calculated, or which is likely to.» δίδει την δυνατότητα χρήσης της σε ότι αφορά την ερμηνεία τόσο της υποκειμενικής όσο και της αντικειμενικής υπόστασης των αδικημάτων. Ως εκ τούτου και με αναφορά στην απόφαση αυτή σημειώνω και τα κάτωθι τα οποία είχαν τεθεί: «Προχωρούμε αναλυτικότερα. Όπως είπαμε, το ελληνικό κείμενο της υπό αναφορά διάταξης αποβλέπει στη μετάδοση του νοήματος του αγγλικού. Η λέξη «calculated», που μεταφράστηκε με τη λέξη «προορισμένη», έχει στη συνηθισμένη της τώρα χρήση την έννοια της στόχευσης, δηλαδή του υπολογισμού στον οποίο προβαίνει κανείς ώστε η πράξη του να επιφέρει συγκεκριμένο, επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Ωστόσο, στο κοινό δίκαιο δεν είχε νομικώς αυτή την έννοια. Είχε την έννοια του απλού ενδεχομένου. Ήταν συνώνυμη με το «tending or likely to». Η έννοια της λέξης εξηγείται στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα «Arlidge, Eady & Smith on Contempt» 2η έκδοση
(1999)σελ. 292: «The nature of contempt as understood at common law was that it consisted in an act (or possibly an omission) calculated to interfere with the due administration of justice. "Calculated" in ordinary parlance may import a notion of intention or premeditation. This was no part of its meaning in the common law. Indeed, in the context of contempt, it has long been clear that publication calculated to prejudice the fair trial of a pending case was at common law an offence of strict liability. In the eighteenth and early nineteenth centuries the word "calculated" was used as meaning no more than "tending or likely to". In the result the net of contempt was spread wide, and this prevented, for example, virtually all ex parte statements about a case, and any discussion of the merits of pending litigation.» Το ίδιο ερμηνεύθηκε αυτή η λέξη και σε άλλους τομείς. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι από την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση McDowell v. Standard Oil Company (New Jersey)
(1927)AC 632 (σελ. 637): «.. it has been long ago decided, and is quite clear, that the words "calculated to deceive" which are found in s. 11 of the Trade Marks Act, 1905, do not mean "intended to deceive" but "likely (or reasonably likely) to deceive or mislead the trade of the public".» Φαίνεται λοιπόν ότι στην προκείμενη περίπτωση, πράξη «προορισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να .....» είναι πράξη που έχει εξ αντικειμένου κάποια τάση. Σύμφωνα δε με τα υπόλοιπα που συμπληρώνουν το actus reus, η τάση αυτή πρέπει να είναι «.... να παρεμποδίσει ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπον επηρεάσει οιανδήποτε δικαστικήν διαδικασίαν ....». Το actus reus δεν είναι λοιπόν η οποιαδήποτε πράξη. Είναι η πράξη με τη συγκεκριμένη τάση. Πρέπει, επομένως, να ερμηνεύσουμε και την έννοια της παρεμπόδισης και του επηρεασμού. Θεωρούμε ότι η σύγχρονη Αγγλική αντιμετώπιση περιπτώσεων όπου ακόμα προβλέπεται αυστηρή ευθύνη, παρέχει χρήσιμο σημείο αναφοράς, ένα μέτρο σύγκρισης. Έχουμε συγκεκριμένα υπόψη τις περιπτώσεις ποινικής καταφρόνησης με δημοσιεύματα. Αυτές ρυθμίστηκαν με το Contempt of Court Act 1981 ύστερα από την υπόδειξη, στην οποία προέβη η Επιτροπή Phillimore λίγο πιο πριν, ότι η απαγόρευση ανεπιθύμητης παρέμβασης (interference) θα πρέπει να αφορά σε δυσμενή επηρεασμό και παρακώληση (prejudice and obstruction) της δικαιοσύνης. Σύμφωνα με το άρθρο 2
(2)του εν λόγω νομοθετήματος, ακόμα και ο αυστηρός κανόνας ευθύνης αμβλύνεται. Ισχύει μόνο εφόσον δημιουργείται ουσιαστικός κίνδυνος - ερμηνεύτηκε να μη σημαίνει μεγάλος - ότι η πορεία της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη διαδικασία θα εμποδιστεί ή θα επηρεαστεί σοβαρά: «..... substantial risk that the course of justice in the proceedings in question will be seriously impeded or prejudiced». Αυτά βέβαια προσδιορίζουν το actus reus. Mens rea δεν χρειάζεται εκεί. Ο δράστης είναι ένοχος εφόσον πρόκειται για εκούσια πράξη, όπως την προσδιορίζει η διάταξη, ανεξάρτητα από πρόθεση. Βλέπουμε λοιπόν ότι, ακόμα και σε περιπτώσεις αυστηρής ευθύνης, απαιτείται πλέον ο εξ αντικειμένου κίνδυνος σοβαρού επηρεασμού ή παρακώλησης της δικαιοσύνης. Δεν θα μπορούσαμε εμείς, ερμηνεύοντας τη δική μας διάταξη, στη βάση γενικών αρχών παρόμοιων με εκείνων που υποθεμελιώνουν το Αγγλικό νομοθέτημα, να αποκλίνουμε προς το αυστηρότερο. Αυτά σε ό,τι αφορά την αντικειμενική υπόσταση. Πρέπει κάτι να πούμε και για την υποκειμενική υπόσταση. Ειδική πρόθεση δεν χρειάζεται. Θα χρειαζόταν μόνο εφόσον προβλεπόταν ρητά. Δεν συμβαίνει εδώ αυτό. Η περί του αντιθέτου εισήγηση του συνηγόρου της εφεσείουσας οφείλεται στο ότι εκλήφθηκε το actus reus ως mens rea. Εν προκειμένω, δεν απαιτείται παρά μόνο βασική πρόθεση. Η οποία, γενικά, θα πρέπει να συνοδεύει την κάθε πτυχή του actus reus, εκτός όπου ο δράστης γνώριζε πως η πράξη του ήταν ηθικά μεμπτή αλλά δεν έχουμε εδώ τέτοια περίπτωση. Η έννοια της πρόθεσης μπορεί να οριστεί με διάφορους τρόπους, ανάλογα και με τη μορφή που προσλαμβάνει. Για τις ανάγκες της προκείμενης περίπτωσης θεωρούμε πως εξυπηρετεί η συνοπτική περιγραφή την οποία βρίσκουμε στο σύγγραμμα Archbold on Criminal Pleading, Evidence and Practice 39η έκδοση, παράγραφος 1441e. Συνίσταται στα εξής: Πρόθεση του δράστη είναι να επιφέρει ό,τι επάγεται η πράξη του (α) όταν το επιθυμεί, ανεξάρτητα από το αν προβλέπει ή όχι ότι πιθανώς να επέλθει• και (β) όταν προβλέπει ότι πιθανώς να επέλθει, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Και βέβαια η πρόθεση δεν συναρτάται με το ελατήριο: Πρόκειται και πάλι για κανόνα του κοινού δικαίου που εξηγείται με λεπτομέρεια στη Hyam v. D.P.P.
(1974)2 All E.R. 41. Βρίσκεται και στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 9 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Εκτός των περιπτώσεων, κατά τις οποίες διαφορετικά προβλέπεται ρητά, το ελατήριο από το οποίο ωθήθηκε ο υπαίτιος στη διενέργεια της πράξης ή της παράλειψης ή στη διαμόρφωση της πρόθεσης από την οποία παρακινήθηκε σε τέτοια πράξη δεν επηρεάζει διόλου την ποινική ευθύνη. Πρόθεση, για να την εξηγήσουμε με απλά λόγια, σημαίνει ένοχη σκέψη. Δηλαδή, να έχει κατά νου ο δράστης τι θα επιφέρει με την πράξη του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων. Τα εξωτερικά ή αντικειμενικά στοιχεία της περίπτωσης παρέχουν συχνά το έρεισμα της κατάληξης ως προς την πρόθεση. Δεν προεξοφλούν όμως το αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο περί πρόθεσης να επιφέρει κανείς τις φυσιολογικές επιπτώσεις των πράξεων του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, στη βάση της μαρτυρίας, ότι έτσι σκεφτόταν ο ίδιος ο δράστης. Όχι ότι έτσι θα σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος αν ήταν στη θέση του δράστη. Η πρόσφατη απόφαση της Δικαστικής Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην R. v. G and Another
(2003)4 ALL ER 765, σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο στην περίπτωση αλόγιστης συμπεριφοράς, παρέχει ισχυρή επιβεβαίωση αυτής της επισήμανσης. Υπήρξε λοιπόν πρωτοδίκως εσφαλμένη αυτοκαθοδήγηση ως προς την υποκειμενική υπόσταση αφού το Δικαστήριο εξέτασε την περίπτωση αποκλειστικά «μέσα από μια αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων». Αναφορικά με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας , σχετική είναι η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 44(γ) του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: Καταφρόvησις τoυ Δικαστηρίoυ 44.-
(1)Οιovδήπoτε πρόσωπov τo oπoίov- ..... (γ) εκκρεμoύσης δικαστικής διαδικασίας ή εvώ δεv έχει εισέτι εκδoθή απόφασις εv αυτή, δημoσιεύει oιovδήπoτε έγγραφov, εκφωvεί λόγov ή oιαvδήπoτε oμιλίαv ή πρoβαίvει εις oιαvδήπoτε πράξιv ψευδώς παριστάvoυσαv τηv τoιαύτηv διαδικασίαv ή ικαvήv vα επηρεάση τηv δικαίαv εκδίκασιv της τoιαύτης διαδικασίας ή vα διακόψη ή επιβραδύvη τηv πoρείαv της δικαιoσύvης ή υπoλoγιζoμέvηv vα υπoβιβάση τo γόητρov oιoυδήπoτε πρoσώπoυ εvώπιov τoυ oπoίoυ η τoιαύτη διαδικασία διεξάγεται, ή ....
(2)Οσάκις έχη διαπραχθή oιovδήπoτε αδίκημα επί τη βάσει τωv παραγράφωv (α), (β), (γ), (θ), (ι) ή (ια) τoυ εδαφίoυ
(1)εvώπιov τoυ δικαστηρίoυ, τo δικαστήριov δύvαται vα διατάξη όπως o πταίστης τεθή υπό κράτησιv, και καθ' oιovδήπoτε χρόvov πρo της διακoπής της συvεδριάσεως κατά τηv ιδίαv ημέραv δύvαται vα επιληφθή της εκδικάσεως τoυ αδικήματoς και vα καταδικάση τov πταίστηv εις πρόστιμov ,75, ή εις φυλάκισιv εvός μηvός ή εις αμφoτέρας τας πoιvάς ταύτας. Μέσα από το λεκτικό του πιο πάνω νόμου, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α) θα πρέπει να υπάρχει σε εκκρεμότητα δικαστική διαδικασία, Β) να αποδειχθεί η δημοσίευση εγγράφου ή η εκφώνηση λόγου ή ομιλία οιαδήποτε φύσης ή πράξης, Γ) τα πιο πάνω να είναι τέτοιας φύσης που να παρουσιάζουν ψευδώς την διαδικασία η να είναι ικανά να επηρεάσουν την δίκαια εκδικαση της διαδικασίας ή να επιβραδύνουν ή διακόψουν την πορεία της δικαιοσύνης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Μέσα από τις 8 περίπου δικασίμους που διήρκησε η παρούσα διαδικασία εκδίκασης της υπόθεσης παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, προφορική και γραπτή υπό μορφή τεκμηρίων, μακροσκέλης σε όγκο. Το Δικαστήριο βεβαίως δεν δύναται να επαναλάβει αυτολεξεί την δοθείσα μαρτυρία πέραν από την παράθεση συνοπτικώς του πηυρήνα της μαρτυρίας που δόθηκε από κάθε μάρτυρα ξεχωριστά. Βεβαίως αναφορά θα γίνει σε συγκεριμένα σημεία και όπου τούτο θεωρηθεί αναγκαίο στο στ΄διο της αξιολόγησης της μαρτυρίας και με σκοπό την εξαγωγή ευρημάτων και συμνπερασμάτων. Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο ίδιος ο παραπονούμενος Αντώνης Ιωάννου. Ο ΜΚ1 κατέθεσε για σκοπούς κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του και η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Α. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι απο το 1985 είναι ο γραμματέας της σημερινής ΣΠΕ ΤΡΟΟΔΟΥΣ ΛΤΔ. Το 2012, μέλη της Επιτροπείας της ΣΠΕ αποφάσισαν να τον απομακρύνουν από την θέση του καθότι αρνιόταν να συμμετέχει σε παράνομες δραστηριότητες που οι ίδιοι επιδίδοντο και μετά που τους κατήγγειλε στις αρμόδιες αρχές τον έθεσαν σε διαθεσιμότητα και ξεκίνησαν εναντίον του πειθαρχική δίωξη η οποία και ολοκληρώθηκε στις 20/5/
- Ο κατηγορούμενος εκτελούσε χρέη κατηγόρου στην πιο πάνω διαδικασία και ήταν παράλληλα ο νομικός σύμβουλος της ΣΠΕ. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο επειδή η πορεία της πειθαρχικής διαδικασίας δεν προχωρούσε καλώς για την κατηγορούσα αρχή, έγινε προσπάθεια να του αποδοθεί ευθύνη για την κλοπή εγγράφου, από φάκελο της ΣΠΕ, παράπτωμα που ενέχει ηθική αισχρότητα, και το οποίο θα έδιδε το δικαίωμα για παύση του. Ενόψει αυτής της δήλωσης του κατηγορούμενου και λόγω της μη απολογίας και ανάκλησης των λεχθέντων, ο παραπονούμενος έδωσε οδηγίες στον Δικηγόρο του, ο οποίος και καταχώρησε αγωγή εναντίον του κατηγορούμενου για δυσφήμηση. Όλα δε τα δικόγραφα της πιο πάνω αγωγής αλλά και άλλων δικαστικών διαδικασιών, όπως επίσης και τα πρακτικά της πειθαρχικής διαδικασίας της ΣΠΕ κατατέθηκαν από τον παραπονούμενο ως Τεκμήρια με αριθμούς 1 -
- Σύμφωνα με τον παραπονούμενο η αγωγή για δυσφήμηση επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 12/4/2013 ημερομηνία που ήταν ορισμένη η πειθαρχική διαδικασία και πριν την έναρξη αυτής. Σημειώνεται ότι η επίδοση έγινε στην παρουσία άλλων μελών της πειθαρχικής επιτροπής. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας και αφού ο δικηγόρος του παραπονούμενου αποχώρησε από την αίθουσα, ο κατηγορούμενος του είπε, με ύφος θυμωμένο και εχθρικό, την φράση «Αυτό που έκαμες να μου κινήσεις αγωγή θα το πληρώσεις πολύ ακριβά». Αφότου έστειλε επιστολή μέσω του Δικηγόρου του καλώντας τον κατηγορούμενο να απολογηθεί και αφού ο κατηγορούμενος δεν έπραξε τούτο καταχώρησε την παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ο σκοπός του κατηγορούμενου ήταν να τον εκφοβίσει ούτως ώστε να αποσύρει την αγωγή που καταχώρησε εις βάρος του για δυσφήμηση. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο ο κατηγορούμενος ήξερε ότι παρανομούσε και γι'αυτό ανέμενε να εξέλθει της αίθουσας ο Δικηγόρος του. Ακολούθως ο παραπονούμενος αναφέρθηκε στην ολοκλήρωση της πειθαρχικής διαδικασίας και την κρίση για την ενοχή του στα πειθαρχικά παραπτώματα που του αποδόθηκαν καθώς επίσης και στην ποινή της απόλυσης που του επιβλήθηκε, κατέθεσε δε ως μέρος των πιο πάνω 21 τεκμηρίων όλα τα σχετικά με τους ισχυρισμούς του έγγραφα. Μετά την άρνηση του Εφόρου Εποπτείας να επικυρώσει την απόλυση του, ο παραπονούμενος επέστρεψε στα καθήκοντα του αλλά τα μέλη της επιτροπείας, στους οποίους ο παραπονούμενος, απευθύνεται καθ'ολη της μαρτυρία του, ως πελάτες του κατηγορούμενου, τον εμπόδισαν, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί εναντίον τους αίτηση παρακοής διατάγματος, που εξασφαλίστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, και στην οποία αφού κρίθηκαν ένοχοι τους επιβλήθηκε ποινή. Όλα τα δικόγραφα των πιο πάνω διαδικασιών επίσης κατατέθηκαν από τον παραπονούμενο ως Τεκμήρια. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, τόσο οι πελάτες του κατηγορούμενου όσο και ο ίδιος «είχαν κυριολεκτικά λεηλατήσει της ΣΠΕ προκαλώντας της και/ή ενδέχεται να της προκαλέσουν ζημιά που ξεπερνά τα €5.000.000=» ενώ ο ίδιος ο κατηγορούμενος χρέωσε με τεράστια ποσά την ΣΠΕ ενώ κρατούσε παράνομα φακέλους με σκοπό να εμποδίσει τον ίδιο να ελέγξει τις χρεώσεις του. Τέλος ο παραπονούμενος αναφέρθηκε στο ότι ο κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του και την παράνομη απόλυση του έκανε πράξη τις απειλές του υπέβαλε δε τον ίδιο σε ταλαιπωρία και ψυχική αναστάτωση. Κάλεσε δε το Δικαστήριο να τιμωρήσει τον κατηγορούμενο ο οποίος ενήργησε απαράδεκτα όντας και λειτουργός της Δικαιοσύνης. Κατά την αντεξέταση του ο παραπονούμενος αναφέρθηκε σε καταγγελίες στιις οποίες είχε προβεί στην Αστυνομία για έκδοση πλαστής βεβαίωσης για την οποία και δεν γνωρίζει την εξέλιξη και αν διώχθηκε οποιοδήποτε από την Αστυνομία. Στην υποβολή ότι η καταγγελία δεν προωθήθηκε καθότι οι αρχές κατέληξαν ότι η αυτή υποβλήθηκε δολίως από τον ίδιο ο παραπονούμενος αρνήθηκε και επίμεινε στην αλήθεια των καταγγελιών του ενώ ανάφερε ότι οι καταγγελίες του διερευνόνται μέχρι και σήμερα από την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα. Επίμεινε δε κατά τις υποβολές που του τέθηκαν ότι οι καταγγελίες του ήταν όλες ορθές και αληθείς και ότι πάντα λέει την αλήθεια. Σε σχέση με την επίδικη φράση ο παραπονούμενος αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος του είπε «τούτο που έκαμες σήμερα θα το πληρώσεις ακριβά στο Δικαστήριο» καθότι δεν έκανε κάτι για να πρέπει να το πληρώσει ακριβά και περαιτέρω ο ίδιος ο κατηγορούμενος μετά που του απέστειλαν επιστολή να απολογηθεί δεν απάντησε για να διορθώσει τα πράγματα και να αποτρέψει με αυτό τον τρόπο την παρούσα διαδικασία ενώ αναφέρθηκε ξανά στο θυμωμένο και απειλητικό, κατά τον ίδιο, ύφος του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο η φράση που λέχθηκε ήταν πραγματική και ήταν απειλή. Περαιτέρω κατά την αντεξέταση του ο παραπονούμενος ερωτήθηκε και απάντησε για διάφορες άλλες διαδικασίες που εγέρθησαν ενώπιον Δικαστηρίων και συγκεκριμένα για διαδικασίες που ο ίδιος κίνησε τόσο εναντίον του ίδιου του κατηγορούμενου όσο και εναντίον των μελών της Επιτροπείας. Οι υποθέσεις αυτές αφορούν μεταξύ άλλων αγωγές για κακόβουλη δίωξη, δυσφήμηση, ποινικές υποθέσεις για παράνομη επίθεση. Στην υποβολή ότι διακατέχετε από εμμονή εναντίον τόσο του κατηγορούμενου όσο και εναντίον των μελών της επιτροπείας απάντησε ότι η διαπαιδαγώγηση, το ήθος και ο χαρακτήρας του δεν του το επιτρέπουν και ότι έκανε το έκανε γιατί εξαναγκάστηκε και με σκοπό να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενώ αναφέρθηκε και στο που βρισκόταν κατά τον επίδικο χρόνο τόσο της επίδοσης της αγωγής όσο και της επίδικης φράσης καθώς και στο ποια πρόσωπα ήταν παρόντα. Ανέφερε δε ως τα άτομα τούτα τον Στέλιο Παπαστυλιανού, τον Αριστείδη Αριστείδου, τον Αντώνη Προκοπίου και τον Χριστάκη Θεοχάρους ενώ εξέφρασε αμφιβολία για την παρουσία της στενογράφου για την οποία δεν θυμάται ενώ δεν αποδίδει οιοδήποτε κίνητρο στην επιλογή να επιδοθεί η αγωγή στον κατηγορούμενο στην Κυπερούντα την στιγμή που το γραφείο του βρίσκεται στην Λεμεσό και αρνήθηκε ότι στόχο είχε να ρεζιλέψει τον κατηγορούμενο ενώπιον των μελών της πειθαρχικής επιτροπής. Ο παραπονούμενος επέμεινε στην θέση του ότι η φράση που του λέχθηκε ήταν ακριβώς ως περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο και συνιστούσε ξεκάθαρη απειλή εναντίον του. Αναφέρθηκε στις σκέψεις του μετά το επίδικο περιστατικό λέγοντας ότι σε πρώτο στάδιο έκρινε ότι οι απειλές του κατηγορούμενου αποσκοπούσαν καθαρά στο να τον υποχρεώσουν να αποσύρει την αγωγή και κατά συνέπεια να ανακόψουν το έργο της δικαιοσύνης και αφού του αρκούσε και μια συγνώμη απέστειλε την επιστολή και λόγω της μη απάντησης της, καταχώρησε την παρούσα ποινική υπόθεση. Στην υποβολή γιατί δεν κατήγγειλε το περιστατικό στην Αστυνομία ο παραπονούμενος απάντησε ότι αυτή ήταν η συνεννόηση με τον Δικηγόρο του. Με την κατάθεση του παραπονούμενου ο συνήγορος του δήλωσε ότι έκλεισε η υπόθεση της και ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι δεν θα υποβάλει εισήγηση για την εκ πρώτης όψεως υπόθεση και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του και αφού επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα στον κατηγορούμενο κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία. Ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και κάλεσε και μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος κατά την κατάθεση του κατέθεσε το έγγραφο Β, γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Συνοπτικά ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι είναι δικηγόρος απο το
- Κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του παραπονούμενου στα πλαίσια της πειθαρχικής διαδικασίας στην οποία αναφέρθηκε και ο παραπονούμενος, υπέβαλε στον τελαυταίο την θέση ότι «κατά το μάλλον ή ήττον αφαίρεσε το έγγραφο απο τα αρχεία της ΣΠΕ για δικούς του σκοπούς». Ουδέποτε αναφέρθηκε στην λέξη έκλεψε το έγγραφο και η όλη διαδικασία ενέπιπτε στα πλαίσια αντεξέτασης του. Αποδίδει την καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης σε μένος του παραπονούμενου τόσο εναντίον του όσο και εναντίον των μελών της επιτροπείας της ΣΠΕ αλλά και ακόμα στο μένος του ίδιου του Δικηγόρου του εναντίον του αλλά και του πατέρα του, οι οποίοι ήσαν οι προηγούμενοι του ιδίου νομικοί σύμβουλοι της ΣΠΕ. Την επίδοση της αγωγής στην Κυπερούντα ενώ το γραφείο του βρίσκεται δίπλα απο τα Δικαστήρια Λεμεσού την αποδίδει σε προσπάθεια τιμωρίας του, εκφοβισμού του και αποτροπής του απο του να ασκεί αμερόληπτα τα καθήκοντα του ως νομικός σύμβουλος της ΣΠΕ. Σε σχέση με το επίδικο συμβάν ανέφερε ότι στην παρουσία των Στέλιου Παπαστυλιανού και Αριστείδη Αριστείδου, απεύθυνε στον παραπονούμενο τα κάτωθι λόγια: «αυτό που έκανες σήμερα θα το πληρώσεις ακριβά στο Δικαστήριο» εννοώντας ότι την επίδοση της αγωγής ενώπιον της πειθαρχικής επιτροπής θα την πλήρωνε ακριβά σε έξοδα στο Δικαστήριο. Αναφέρει ότι ουδέν σκοπόν είχε να εκφοβίσει ή να απειλήσει τον παραπονούμενο να αποσύρει την αγωγή καθότι η ευχή του ήταν να συνεχίσει να υφίσταται και να αυξάνονται τα έξοδα της εφόσον είναι αβάσιμη τόσο νομικά όσο και πραγματικά. Με αναφορά στο πρόσωπο του παραπονούμενου εξέφρασε την θέση και άποψη ότι πρόκειται περί προσώπου που στρεβλώνει, αλλοιώνει λέξεις και φράσεις και διακατέχεται απο δολιότητα και εκδικητικότητα. Κατά την κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος παρουσίασε ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα κυρίως δικόγραφα δικαστικών διαδικασιών μεταξύ του και του παραπονούμενου αλλά και μελών της επιτροπείας της ΣΠΕ με σκοπό ως ανέφερε να αποδείξει την μανία του παραπονούμενου για να τον καταδιώκει. Τα έγγραφα αυτά κατατέθησαν ως Τεκμήρια με αριθμό 22 -
- Σε αντίθεση με τα όσα ο ίδιος ο παραπονούμενος κατέθεσε, ο κατηγορούμενος αντίστρεψε τις αποδιδόμενες σε αυτόν καταγγελίες για λεηλασία της ΣΠΕ στον παραπονούμενο και στο δικηγορικό γραφείο που εργαζόταν ο Δικηγόρος του που ήσαν οι προηγούμενοι νομικοί σύμβουλοι της ΣΠΕ για περίπου 30 χρόνια. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος αντεξετάστηκε επί των όσων ανέφερε στην κυρίως εξέταση του και τα οποία σχετίζονται με την αξιοπιστία του παραπονούμενου ακόμα και σε σχέση με άλλες δικαστικές αποφάσεις στις οποίες κατά τον κατηγορούμενο κρίθηκε ως αναξιόπιστος. Επιπλέον ο κατηγορούμενος ερωτήθηκε και απάντησε για τις σχέσεις του με τα μέλη της Επιτροπείας της ΣΠΕ κατά τον επίδικο χρόνο αλλά και μέχρι σήμερα και ιδιαίτερα για την εκπροσώπηση τους από τον ίδιο ως Δικηγόρο σε διάφορες δικαστικές διαδικασίες καθώς επίσης και για τις χρεώσεις του και την πληρωμή εξόδων του σε ιδιωτικές διαφορές των μελών της επιτροπείας από την ίδια την ΣΠΕ λέγοντας ότι η σημερινή επιτροπεία αποφάσισε όπως μην καταβάλλει δικηγορικά έξοδα για προσωπικές υποθέσεις των μελών της επιτροπείας. Θα πρέπει βέβαια στο σημείο αυτό να σχολιάσω ότι μεγάλο μέρος της αντεξέτασης επικεντρώθηκε στις χρεώσεις του κατηγορούμενου προς την ΣΠΕ και κατά πόσο αυτές γίνονταν με βάση τις καθορισμένες χρεώσεις των θεσμών όμως τα ζητήματα αυτά πέρα από την γενικη τους θεώρηση και κρίση που πιθανόν να σχετίζονται με την αξιοπιστία των μαρτύρων και κατηγορουμένου δεν δύναται να έχουν οιαδήποτε άλλη σημασία ως παντελώς άσχετα με τα επίδικα θέματα του κατηγορητηρίου συνεπώς δεν θα αναφερθώ περαιτέρω σε αυτά. Σε σχέση με το επίδικο συμβάν στα γραφεία της ΣΠΕ Κυπερούντας, ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στην επίσκεψη του επιδότη, την επίδοση της αγωγής, την οποία παρέλαβε και φύλαξε χωρίς να αναφέρει το οτιδήποτε καθότι θα άρχιζε η πειθαρχική διαδικασία. Ανέφερε ότι ενημέρωσε τους παρευρισκόμενους για το περιεχόμενο της αγωγής ενώ αρνήθηκε ότι ο επιδότης πιθανόν να επισκέφθηκε το γραφείο του πρώτα καθότι σκοπός του ήταν να επιδώσει εκείνη την στιγμή σε αυτό τον χώρο για να τον εκθέσει τόσο απέναντι στα μέλη της επιτροπής αλλά και να τον εκφοβίσουν για να μην ασκήσει τα καθήκοντα του σωστά. Σε σχέση με την επιστολή που παρέλαβε ισχυρίστηκε ότι το μόνο που άξιζε ήταν να την αγνοήσει και αυτό θα πράττει πάντοτε ενώ σε υποβολή ότι ήταν η μόνη επιστολή που δεν απάντησε ανάφερε ότι έκρινε ότι δεν άξιζε τον κόπο να απαντήσει. Σημαντικό μέρος της αντεξέτασης αποτέλεσε και το ζήτημα της διαγραφής δανείων μελών της επιτροπείας, η τυχόν ανάμειξη του κατηγορούμενου σε αυτά ως νομικού συμβούλου αλλά και οι καταγγελίες του παραπονούμενου στο ΤΑΕ για πλαστογραφία βεβείωσης. Αναφορά έγινε επίσης σε αγωγές που εκκρεμούν και σχετίζονται με τα δύο δάνεια και συγκεκριμένα του Στέλιου Παπαστυλιανού, τον χειρισμό των οποίων ο κατηγορούμενος ανέλαβε από το γραφείο του πατέρα του συνηγόρου του κατήγορου το οποίο και αρχικά ετοίμασε την Υπεράσπιση. Βεβαίως κρίνω άσκοπο και άτοπο να αναφέρω τα όσα περαιτέρω αντάλλαξαν ο συνήγορος του παραπονούμενου με τον κατηγορούμενου σε σχέση με τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς τους για λεηλασία της ΣΠΕ και χαρακτηρισμούς περί «ψευτών»καθότι αυτά ουδεμία σχέση είχαν με τα επίδικα ζητήματα. Γενικά οιαδήποτρε άλλα ζητήματα έχουν εγερθεί τα οποία δεν σχετίχονται με την παρούσα υπόθεση λαμβάνονται υπόψην από το Δικαστήριο στην γενική θεώρηση της μαρτυρίας και σε συσχετισμό πάντοτε με την αξιοπιστία των μαρτύρων γενικότερα, δεν δύναται όμως το Δικαστήριο να καταλήξει σε ευρήματα και συμπεράσματα τα οποία ενδεχομένως να αφορούν άλλες εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες ή έρευνες της Αστυνομίας ή άλλων αρμόδιων Αρχών. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε παρέκκλιση από τα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης αυτής καθ'εαυτής και θα αποτελούσε παρέμβαση σε δικαιοδοσία άλλου Δικαστηρίου στα πλαίσαι άλλων υποθέσεων. Ουσιαστικά η θέση του συνηγόρου του παραπονούμενου ήταν ότι από την στιγμή που το πειθαρχικό κατηγορητήριο έπασχε λόγω έλλειψης αδικήματος που να ενέχει ηθική αισχρότητα, ο κατηγορούμενος αποφάσισε να αποδώσει στον παραπονούμενο κλοπή εγγράφου για να μπορέσει να τον καταδικάσει και να τον απολύσει. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την θέση αυτή και την θέση ότι επειδή απότυχαν οι άλλες του προσπάθειες κατέφυγε στον εκφοβισμό του παραπονούμενου για να αποσύρει την αγωγή. Κατά την μακράν αντεξέταση του απο τον συνήγορο του ιδιώτη κατήγορου, ο κατηγορούμενος απάντησε σε ερωτήσεις αναφορικά με τα Τεκμήρια που κατέθεσε και συγκεκριμένα τις διαδικασίες ενώπιον άλλων Δικαστηρίων, τους λόγους απόρριψης άλλων ποινικών υποθέσεων και άλλα σχετικά με τα τεκμήρια. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις αποδιδόμενες σε αυτόν κατηγορίες δια της αντεξέτασης για ψευδορκία και μάλιστα συνειδητή και περαιτέρω αρνήθηκε ότι λέει ψέματα. Στην υποβολή ότι αφού κατάλαβε τις συνέπειες των πράξεων του ανέμενε τον συνήγορο του παραπονούμενου να φύγει για να τον απειλήσει απάντησε ότι την αγωγή δεν την έλαβε καθόλου υπόψην του καθότι είναι τόσο νόμω όσο και ουσία αβάσιμη. Ως μάρτυρας υπεράσπισης κλήθηκε από τον κατηγορούμενο ο Λοχίας 1870 Κ. Κολοκοτρώνης (ΜΥ2) ο οποίος εργάζεται στο Γραφείο Διερεύνησης Οικονομικού Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας για 13 περίπου χρόνια και έχω άλλα 6 χρόνια υπηρεσίας στο CID. Ανάφερε ότι τον παραπονούμενο τον γνωρίζει και κατάθεσε ως Έγγραφο Γ γραπτή δήλωση για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του. Συνοπτικά ο ΜΥ2 ανέφερε τα εξής: Ο παραπονούμενος στις 26/4/2013 κατήγγειλε στην Αστυνομία ότι τα μέλη της επιτροπείας της ΣΠΕ Κυπερούντας παράνομα τον απέλυσαν γιατί αρνήθηκε να συναινέσει στις παράνομες υποδείξεις τους. Ο παραπονούμενος παρέδωσε στον μάρτυρα έντυπο που έφερε τον τίτλο «Δήλωση που αφορά βεβαίωση ημερομηνίας 29 Οκτωβρίου 2012» με επισυναπτόμενη την εν λόγω βεβαίωση υπογεγραμμένη η επιστολή από κάποιον κο.Θεόδωρο Παλάζη. Σύμφωνα με τον ΜΥ2 ο παραπονούμενος ισχυριζόταν ότι η εν λόγω βεβαίωση αφορούσε προσπάθεια διαγραφής δανείων μελών της επιτροπείας της ΣΠΕ και παραπλάνησης του Εφόρου Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών για να συγκατατεθεί στην διαγραφή των δανείων αυτών. Ακολούθως και μετά την υποβολή της καταγγελίας από τον παραπονούμενο, ο ΜΥ2 αναφέρεται στις ενέργειες του και συγκεκριμένα στις καταθέσεις που λήφθηκαν αναφορικά με την καταγγελία αλλά και στο ένταλμα έρευνας των γραφείων της ΣΠΕ το οποίο και εκδόθηκε. Σύμφωνα με τον ΜΥ2 το ένταλμα εκτελέστηκε την ίδια ημέρα και αφού παραλήφθησαν τα έγγραφα που ζητούντο με το ένταλμα έρευνας ακολούθησε η διευρεύνση της υπόθεσης με την λήψη 11 καταθέσεων από συγκεκριμένα πρόσωπα. Περαιτέρω και με το πέρας των ανακρίσεων, ο ΜΥ2 αναφέρθηκε στα συμπεράσματα των ανακριτών και στην μη προώθηση της υπόθεσης καθότι δεν προέκυψε τότε οτιδήποτε που να δημιουργεί υποψία διάπραξης ποινικών αδικημάτων. Τα όσα ανέφερε ο ΜΥ2 σε σχέση με τα συμπεράσματα των ανακριτών δεν κρίνω απαραίτητο να αναφερθούν εφόσον ουδεμία σχέση έχουν με τα επίδικα θέματα. Κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο του παραπονούμενου ο ΜΥ2 αναφέρθηκε και αναγνώρισε έγγραφα που του υποδείκτηκαν σε σχέση με την υπό διερεύνηση υπόθεση και τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Κατά την διάρκεια όλης της αντεξέτασης ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονούμενου υπέβαλε στον ΜΥ2 ερωτήσεις αναφορικά με την διεξαγωγή των ερευνών για τις καταγγελίες του παραπονούμενου και τα ευρήματα, προωθώντας ουσιαστικά την θέση ότι μέλη της επιτροπείας, παρέδωσαν μεμονωμένα έγγραφα από φακέλους, αποκρύπτοντας ουσιαστικά στοιχεία με τα οποία στοιχειοθετούντο οι καταγγελίες του παραπονούμενου και με απώτερο σκοπό να αποπροσανατολίσουν και ξεγελάσουν τις αρχές στο να καταλήξουν στο αποτέλεσμα που ήδη κατέληξαν. Επαναλαμβάνω ότι οι ιδιαίτερες αναφορές για τα γεγονόταν που άπτονται άλλων υποθέσεων καθώς επίσης και οι λεπτομέρειες των ερευνών της Αστυνομίας για τις καταγγελίες του παραπονούμενου δεν αφορούν άμεσα την παρούσα υπόθεση πέραν από ζητήματα που δυνατόν να άπτονται της αξιοπιστίας των μαρτύρων αλλά και του ίδιου του κατηγορούμενου. Ο ΜΥ2 αρνήθηκε ότι έγινε προσπάθεια από τον κατηγορούμενο να τον εξαγοράσει με αντάλλαγμα την μαρτυρία του και επεξήγησε ότι του προσφέρθηκε συγκεκριμένο ποσό ως το ημερομήσθιο που λαμβάνουν οι δημόσιοι υπάλληλοι όταν κλητεύονται ως μάρτυρες αλλά αυτός το αρνήθηκε γιατί είχε ήδη πληρωθεί από το Δημόσιο. Κατά το στάδιο αυτό ο κος. Πουργουρίδης αναφέρθηκε σε έγγραφα που ο παραπονούμενος επιθυμεί να παραδώσει στον ΜΥ2 και τα οποία ανέφερε ότι θα τα παραλάβει με τον δέοντα νόμιμο τρόπο. Μεγάλο κεφάλαιο της αντεξέτασης του ΜΥ2 αποτέλεσε η θέση και εισήγηση του συνηγόρου του παραπονούμενου για την αναγκαιότητα να επαναρχίσουν οι έρευνες της αστυνομίας που συνδέονται με τις καταγγελίες του παραπονούμενου και με αναφορά σε έγγραφα και σημεία απ'αυτών εις τα οποία θα έπρεπε να βασισθούν και να είχαν ήδη στην κατοχή τους οι αρμόδιες αρχές. Σε ερώτηση εάν με τα νέα έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον του σε αυτήν την διαδικασία αισθάνεται ότι τα προηγούμενα συμπεράσματα του ήταν ασφαλή απάντησε ότι «Τα νέα έγγραφα Εντιμοτάτη, που υποδεικνύει ο δικηγόρος, θα πρέπει να αξιολογηθούν, να παραδοθούν στην αστυνομία, να αξιολογηθούν και μετά να απαντήσω, εάν αισθάνομαι ή δεν αισθάνομαι κάτι για την υπόθεση». Αναφορικά με πολιτικές παρεμβάσεις που τα μέλη της επιτροπείας προσπάθησαν να επιχειρήσουν με διάφροα πρόσωπα του πολιτικού σκηνικού, ο ΜΥ2 απάντησε ότι δεν γνωρίζει τίποτα για αυτά και ούτε ο παραπονούμενος ανέφερε οτιδήποτε στην κατάθεση του για πολιτικές παρεμβάσεις, βεβαιώνοντας ότι το τμήμα δεν επιδέχεται πολιτικών παρεμβάσεων και οποιαδήποτε νέα στοιχεία προσαχθούν θα διερευνηθούν. Ως ΜΥ3 παρουσιάσθηκε ο Στέλιος Παπαστυλιανού ο οποίος είναι ένα από τα πρόσωπα που φέρεται να ήταν παρών στο επίδικο γεγονός. Αναφέρθηκε στην πειθαρχική διαδικασία που έλαβε χώρα, στα πρόσωπα που ήταν παρόντες και σε ερώτηση για το τι λέχθηκε, απάντησε ότι ο κατηγορούμενος, αφού του επιδόθηκε η αγωγή στα γραφεία της ΣΠΕ και όλοι των ρωτούσαν τι αφορά, είπε στον παραπονούμενο μετά την λήξη της διαδικασίας «Τούτο που έκαμες σήμερα θα το πληρώσεις ακριβά στο Δικαστήριο». Απέδωσε δε την φράση αυτή στην πρσοβολή που αισθάνθηκε ο κατηγορούμενος λόγω της επίδοσης της αγωγής ενώπιον άλλων και ο ίδιος ακούγοντας τον δεν εξέλαβε την φράση αυτή σαν απειλή αλλά περισσότερο σαν ειρωνικό σχόλιο καθότι πριν αναφέρει την φράση αυτή ο κατηγορούμενος, ο άλλος παρευρισκόμενος, ο Αριστείδου, του είπε να μην ανησυχεί καθότι «οι συγγενείς λένε ότι κρατεί λεφτά για να μας παίρνει στα Δικαστήρια ώσπου ζούμε». Κατά την μακράν αντεξέταση του ο ΜΥ3 ερωτήθηκε για σωρεία άλλων υποθέσεων που εκκρεμούν μεταξύ του ιδίου και άλλων προσώπων με τον παραπονούμενο και την σχέση του με τον κατηγορούμενο. Ουσιαστική θέση της υπεράσπισης η οποία κατέστη σαφής κατά την αντεξέταση ήταν ότι ο κατηγορούμενος, αποτέλεσε τον νομικό σύμβουλο της ΣΠΕ ο οποίος παρείχε συνδρομή με τις νομικές του συμβουλές στην προσπάθεια διαγραφής των δανείων μελών της επιτροπείας. Ο ΜΥ3 φέρεται δε να είναι ένας εκ των προσώπων των οποίων τα δάνεια διαγράφηκαν και θέση και εισήγηση του συνηγόρου του παραπονούμενου, ήταν ότι η παρουσία του στο Δικαστήριο στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης είναι για να ανταποδώσει στον κατηγορούμενο τα όσα του προσέφερε και όχι για να πει την αλήθεια. Την θέση αυτή και τις σχετικές υποβολές ο ΜΥ3 τις αρνήθηκε και επέμεινε στην αρχική του θέση και άποψη ότι κλήθηκε ως μάρτυρας καθότι ήταν παρών στο επίδικο περιστατικό. Ο ΜΥ3 απέδωσε προς τον παραπονούμενο μένος εναντίον τόσο του ιδίου όσο και εναντίον άλλων προσώπων και αρνήθηκε τους ισχυρισμούς περί λεηλασιών της ΣΠΕ και παράνομων ενεργειών ενώ αρνήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις που αφορούσαν προσωπικά του δάνεια στην ΣΠΕ επικαλούμενος το τραπεζικό απόρρητο, εν πάση περιτπωση οι ερωτήσεις που αφορούσαν αυτό το ζήτημα, των προσωπικών υποχρεώσεων του ΜΥ3, δεν επιτράπησαν από το Δικαστήριο ως άσχετες με τα επίδικα θέματα. Στον ΜΥ3 υποβλήθηκαν ερωτήσεις και υποβολές για την συμμετοχή του σε πλαστογραφία εγγράφου και συγκεκριμένα της βεβαίωσης και την κυκλοφορία του με σκοπό την παραπλάνηση του Εφόρου Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών, υποβολές τις οποίες αρνήθηκε εντόνως ο μάρτυρας επικαλούμενος το αποτέλεσμα της έρευνας από την Αστυνομία. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης επικεντρώθηκε στην σύναψη των 2 δανείων από τον ΜΥ3 και άλλο πρόσωπο και τους λόγους σύναψης τους με τον μάρτυρα να απορρίπτει τις θέσεις του παραπονούμενου και να επιμένει ότι τα δάνεια συνήφθηκαν για να μπορέσουν να αγοράσουν κατάστημα στην Λευκωσία, το οποίο όταν άρονταν οι περιορισμοί για παραρτήματα συνεργατικών εκτός δικαιοδοσίας θα μπορούσαν να το παραχωρήσουν στην ΣΠΕ. Ο ΜΥ3 σε ερώτηση κατά πόσο οι ενέργειες για διαγραφή των δανείων, γίνονταν κατόπιν νομικών γνωματεύσεων του κατηγορούμενου, απάντησε ότι τον καιρό εκείνο νομικός σύμβουλος ήταν ο κατηγορούμενος όμως νομικές συμβουλές λάμβαναν και από το γραφείο του Χρίστου Πουργουρίδη. Περαιτέρω ο ΜΥ3 αναφέρθηκε στις εκατέρωθεν καταγγελίες που καταχώρησαν τόσο ο ίδιος όσο και ο παραπονούμενος αλλά και στην σωρεία δικαστικώ διαδικασιών που εκκρεμούν μεταξύ τους. Τα όσα δε αναφέρθηκαν σε σχέση με προσωπικές σημειώσεις του ΜΥ3 που περιήλθαν στην κατοχή του συνηγόρου του παραπονούμενου και οι οποίες περιλαμβάνουν αισχρές αναφορές δεν λαμβάνονται υπόψη ως στοιχεία παντελώς άσχετα με τα επίδικα θέματα. ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Αμφότεροι οι συνήγοροι του κατηγορούμενου και του ιδιώτη κατήγορου κατέθεσαν στα πλαίσια των τελικών τους εισηγήσεων γραπτές αγορεύσεις οι οποιες κατατέθηκαν ως Έγγραφα Δ και Ε αντίστοιχα. Μέσα από τις αγορεύσεις τους, ανέλυσαν πέραν της νομικής πτυχής των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, τις θέσεις τους με παραπομπή σε νομολογία και νομικά συγγράμματα αλλά και τον συσχετισμό των νομικών αρχών με την δοθείσα και από τις δυο πλευρές μαρτυρία. Τα όσα ανέφεραν αμφότεροι οι συνήγοροι, έχουν μελετηθεί δεόντως και έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο στα πλαίσια έκδοσης της παρούσας απόφασης και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης η οποία είναι μοναδική για κάθε πρωτόδικο Δικαστήριο, αποτυπώνει στο μυαλό του κάθε πρωτόδικου Δικαστηρίου την εικόνα εκάστου μάρτυρα, παρακολουθώντας το Δικαστήριο τον τρόπο που δίδει μαρτυρία, τις αντιδράσεις και εκφράσεις του και σίγουρα κάθε μάρτυρας έχει την δική του ιδιοσυγκρασία και τρόπο έκφρασης, σε συνδυασμό πάντα με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και την εμπλοκή που είχε στα διαδραματισθέντα. Και το παρόν Δικαστήριο επομένως είχε την ευκαιρία μέσα από την ακροαματική διαδικασία και μέσα από τις ομολογουμένως μακροσκελείς καταθέσεις των ενώπιον του μαρτύρων να παρακολουθήσει τούτους και να προβεί ακολούθως στην κάτωθι αξιολόγηση. Δεν αμφισβητείται και προκύπτει αβίαστα ότι το βασικό στοιχείο που θα πρέπει να εξεταστεί αναφορικά με την ουσία των κατηγοριών είναι η ένοχη σκέψη του κατηγορούμενου με την φράση προς τον παραπονούμενο, πέραν βεβαίως του πως αυτή η φράση λέχθηκε τελικά και κατά πόσο και με βάση την σχετική νομοθεσία η φράση αυτή είχε την τάση επηρεασμού και παρέμβασης δικαστικής διαδικασίας. Σε συνάρτηση βέβαια με την 2η κατηγορία, θα πρέπει να εξεταστεί το κατά πόσο η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά το επίδικο συμβάν, συνιστούσε καταφρόνηση Δικαστηρίου. Όλα αυτά βέβαια θα εξεταστούν από το Δικαστήριο σε πλήρη συνάρτηση με την εξέταση της αξιοπιστίας των μαρτύρων που παρουσιάσθηκαν ενώπιον του. Το Δικαστήριο βεβαιώς κατά το στάδιο της κρίσης του επι της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν δύναται να λάβει υπόψη του γεγονότα και αναφορές άσχετες με τα επίδικα θέματα πέραν βέβαια της επιρροής αυτών επί της συνολικής εικόνας των μαρτύρων. Ξεκινώντας από τον παραπονούμενο, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας που παρουσιάσθηκε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής. Ο παραπονούμενος δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο κατά την μακρά μαρτυρία του. Οφείλω βεβαίως να παρατηρήσω ότι ο παραπονούμενος, κατέθεσε σε πνεύμα απόλυτης ηρεμίας με ορθά δομημένες συντακτικά σκέψεις και λεχθέντα, η μαρτυρία του όμως, όπως αποτυπώθηκε στο Δικαστήριο, το οποίο είχε αυτή την μοναδική ευκαιρία να παρακολουθήσει πολύ προσεκτικά τον παραπονούμενο, κρίνω ότι ήταν επιτηδευμένη και προορισμένη να προωθήσει αυτήν την συγκεκριμένη εικόνα. Συγκεκριμένα, αυτό που απεκόμισε το Δικαστήριο από τον παραπονούμενο είναι ότι έδιδε μαρτυρία με προσοχή και επιφυλακτικότητα κυρίως κατά την αντεξέταση του προσπαθώντας να προωθήσει την εικόνα του ήρεμου προσώπου το οποίο μοναδικό σκοπό έχει την προστασία του ατόμου του, και την τιμωρία του κατηγορούμενου. Η συμπεριφορά του οφείλω να αναφέρω ότι δημιούργησε στο Δικαστήριο μια εντύπωση ότι ο ίδιος προσπάθησε να αποκρύψει ακόμη και τα συναισθήματα του, ακόμα και συναισθήματα οργής που πιθανόν να του προκλήθηκαν κατά την έντονη αντεξέταση, συναισθήματα που σε μια ειλικρινή και μη επιτηδευμένη μαρτυρία ενδεχομένως να μην ήτο δυνατό να μην αποκαλυφθούν. Περαιτέρω διαπίστωσα μια υπερβολή στις απαντήσεις του με ισχυριζόμενο κύριο γνώμονα την απονομή της δικαιοσύνης και την τιμωρία ενός λειτουργού αυτής όπως ο κατηγορούμενος, επιπλέον της προσπάθειας του να εντυπωσιάσει το Δικαστήριο με τον τρόπο αυτό. Λαμβάνω βεβαίως υπόψη μου στα πλαίσια της αξιοπιστίας του μάρτυρα αυτού και τα Τεκμήρια τα οποία συνολικά κατατέθηκαν στην ακρόαση, από τα οποία προκύπτει αβίαστα ότι τόσο ο παραπονούμενος, όσο και ο κατηγορούμενος αλλά και γενικά τα πρώην μέλη της επιτροπείας της ΣΠΕ έχουν μεταξύ τους καταχωρήσει σωρεία αγωγών και ποινικών υποθέσεων οι οποίες είτε ολοκληρώθηκαν είτε εκδικάζονται με οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι μεταξύ των πιο πάνω και ιδιαίτερα μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενου εκκρεμεί και δυστυχώς φέρεται να έχει δημιουργηθεί μια τεταμένη κατάσταση. Ξενίζει βεβαίως και με προβλημάτισε το γεγονός ότι ένα πρόσωπο που παρουσίαζεται να σέβεται πλήρως τη Δικαιοσύνη και τον ρόλο της ταυτόχρονα αποδίδει με μεγάλη ευκολία και όντας σίγουρος, κατηγορίες, τόσο εναντίον των πρώην μελών της ΣΠΕ όσο και εναντίον του κατηγορούμενου, για «λεηλασία» και «παρανομίες». Σημειώνω βέβαια ότι για τις θέσεις του αυτές φαίνεται να έχει προβεί σε καταγγελίες τόσο στην Αστυνομία όσο και στις αρμόδιες εποπτικές αρχές όμως αυτές δεν φαίνεται προς το παρών να προωθήθηκαν. Βεβαίως δεν θα προχωρήσω να αποφασίσω κατά πόσο ορθά η όχι η Αστυνομία δεν προώθησε αυτές τις καταγγελίες ούτε εάν αυτές τελικά ευσταθούν ή όχι, καθότι κάτι τέτοιο εκφεύγει της δικής μου εξουσίας και της παρούσας διαδικασίας αλλά όποιο και εάν τελικά είναι το αποτέλεσμα των διαδικασιών, το οποίο ο μάρτυρας ανακριτής (ΜΥ2) άφησε ανοικτό, δεν αφορά την παρούσα διαδικασία. Μέσα από την συνολική μαρτυρία του παραπονούμενου διαπίστωσα ότι ο ίδιος έχοντας, ενδεχομένως δικαίως, αρνητικά συναισθήματα για την πειθαρχική δίωξη που έλαβε χώρα εναντίον του ενεπλάκη σε πληθώρα δικαστικών διαδικασιών τις οποίες όμως ατυχώς έθεσε ενώπιον μου προσπαθώντας ακόμα και μέσα από αυτή την διαδικασία και συγκεκριμένα με την ευκαιρία παρουσίασης του αστυνομικου ανακριτή ως μάρτυρα υπεράσπισης να καταφέρει την επανέναρξη της αστυνομικής έρευνας. Η θέση του παραπονούμενου επακριβώς σε αναφορά στο επίδικο περιστατικό ήταν ότι «από την απειλή του Νεοκλή ένιωσα αναστάτωση, προσβεβλημενος, το αίσθημα της αδικίας αλλά και προκατάληψη του κου. Νεοκλέους εναντίον μου στον οποίο εξ'όσων εξάγεται από τις μετέπειτα ενέργειες του, αποδίδω και σκοπιμότητες ή και αλλότρια κίνητρα. Ο κος. Νεοκλέους μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπείας προέβηκαν σε διάφορες ενέργειες που αποδεικνύουν το πραγματικό της απειλής τους» Παράλληλα σε ερώτηση κατά πόσο από τις έντονες απειλές που ισχυρίζεται ότι έλαβε σκέφτηκε να αποσύρει την αγωγή η απάντηση του ήταν ότι «Έκρινα σε πρώτο στάδιο ότι οι απειλές του κου. Νεοκλέους αποσκοπούσαν καθαρά στο να με υποχρεώσουν να αποσύρω την αγωγή που κατέθεσα εναντίον του και κατά συνέπεια να ανακόψουν το έργο της Δικαιοσύνης. Μιλώντας με τον δικηγόρο μου κρίναμε ότι σε πρώτο στάδιο αρκούσε η απολογία κάτι που δεν έπραξε και έτσι καταχωρήσαμε την παρούσα ποινική υπόθεση». Από τις πιο πάνω απαντήσεις του, σε ουσιαστικά ερωτήματα της αντεξέτασης, ευλόγως διερωτήθηκα πως ένα άτομο το οποίο ένιωσε την φράση που ισχυρίζεται ότι του λέχθηκε ως μια σοβαρή απειλή εκ πρώτης θα του αρκούσε μια απλή απολογία ενώ ερώτημα προκαλεί και η στάση του να μην καταγγείλει το τόσο σοβαρό κατά τον ίδιο περιστατικό στην αστυνομία που είναι και η κατ'εξοχήν αρμόδια αρχή για λήψη παραπόνων τέτοιας φύσης. Στο ερώτημα δε γιατί δεν υπέβαλε παράπονο στην αστυνομία, απάντησε γενικά και αόριστα ότι «Καταχώρησα την υπόθεση στο Δικαστήριο» ενώ στην υποβολή ότι ο λόγος που δεν το έκανε είναι γιατί ήξερε ότι δεν θα τον έπαιρναν στα σοβαρά και δεν θα προωθείτο υπόθεση απάντησε «Ως είπα και πριν συνεννοήθηκα με τον Δικηγόρο μου». Θα ανέμενε κανείς μέσα και από την σοβαρότητα που ο ίδιος ο παραπονούμενος προσδίδει στο επίδικο περιστατικό να είχε προχωρήσει άμεσα σε καταγγελία στην Αστυνομία και όχι να αναμένει να λάβει μια απολογία και μάλιστα, να του αρκεί μια τέτοια απολογία, για ένα τέτοιο, ως οι ισχυρισμοί του, σοβαρό περιστατικό. Ιδιαίτερη αναφορά κρίνω ότι θα πρέπει να γίνει και στα όσα προκύπτουν μέσα από τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν και ιδιαίτερα το Τεκμήριο 3 που αποτελεί και την «δικαστική διαδικασία» αντικείμενο των κατηγοριών. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, η αγωγή για δυσφήμιση με εναγόμενο τον κατηγορούμενο, καταχωρήθηκε στο Ε.Δ. Λεμεσού την 12/04/2013 ενώ σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 επιδόθηκε προσωπικά στον εναγόμενο στην Κυπερούντα την ίδια μέρα. Ο παραπονούμενος αρνήθηκε την υποβολή ότι σκοπίμως απέστειλε τον επιδότη να επιδώσει το κλητήριο στην Κυπερούντα με σκοπό να εκφοβίσει τον κατηγορούμενο με την φράση «Δεν υπήρχε κίνητρο, ο επιδότης πολλές φορές χρειάστηκε να μεταβεί και στην Κυπερούντα και στην Λευκωσία για να κάνει επιδόσεις» ενώ στην επόμενη ερώτηση εάν ξαναεπέδωσε στον κατηγορούμενο στην Κυπερούντα, απάντησε «Δεν θυμούμαι άλλη περίπτωση για τον Νεοκλή, σε άλλα άτομα ναι». Στην υποβολή ότι ο μοναδικός σκοπός της επίδοσης ήταν να ρεζιλέψει τον κατηγορούμενο ενώπιον των μελών της επιτροπείας, απάντησε «Διαψεύδω, δεν πέρασε τέτοιο πράγμα από το μυαλό μου. Ήθελα να επιδοθεί το συντομότερο δυνατό η κλήση αυτή». Τα πιο πάνω δεδομένα καταχώρησης και επίδοσης της αγωγής (Τεκμ. 3 και 4) εντείνουν και ενισχύουν την άποψη και κρίση μου επί της αξιοπιστίας του παραπονούμενου καθότι αφήνουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τα αληθή και ειλικρινή κίνητρα του. Απορία εύλογη προκαλεί το γιατί να επιλεγεί η άμεση και αυθημερόν επίδοση της αγωγής σε μια περιοχή εκτός της πόλης της Λεμεσού και μάλιστα ενώ θα συνεχιζόταν μια άλλη διαδικασία, ενώ ο εναγόμενος είναι πρόσωπο που δύναται να εξευρεθεί είτε εντός του Ε.Δ. Λεμεσού είτε στο ίδιο του το δικηγορικό γραφείο. Βεβαίως ουδέν μεμπτό προκύπτει από την επίδοση του κλητηρίου όμως η επιθυμία του παραπονούμενου αυθημερόν να επιδόσει την αγωγή και μάλιστα στην Κυπερούντα δημιουργεί στο μυαλό μου, σε συνδυασμό και με την υπόλοιπη εικόνα και στάση του, σοβαρές αμφιβολίες για τα κίνητρα του, επηρεάζοντας συνεπώς την κρίση μου περί της αξιοπιστίας του, ενισχύει δε την κατάληξη μου περί της έντονης διαμάχης που υφίσταται μεταξύ του ιδίου και του κατηγορούμενου. Μέσα από τα πιο πάνω καταλήγω ότι ο παραπονούμενος δεν απεκάλυψε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια και προσέφυγε σε μια επιτηδευμένη μαρτυρία με σκοπό να πείσει για τις θέσεις και τις εισηγήσεις του. Όλα δε τα πιο πανω στοιχεία που παραθέτω σε συνάρτηση βέβαια με την συνολική εικόνα που απεκόμισα από τον παραπονούμενο κατά το στάδιο που ενώπιον μου μαρτύρησε, κλονίζουν καίρια την αξιοπιστία του σε βαθμό που δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ την μαρτυρία του ως αξιόπιστη και καταδεικνύουν ότι αυτός δεν προσέφυγε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και με στόχο να αποκαλύψει όλη την αλήθεια αλλά με μια επιτηδευμένη μαρτυρία σχεδιασμένη να παρουσιάσει τις θέσεις του ως αυτός ήθελε. Θα ήθελα περαιτέρω, προτού προχωρήσω να αναφερθώ και στο γεγονός ότι κατά την μελέτη της δοθείσας ενώπιον μου μαρτυρίας, κυρίως από τον παραπονούμενο, ως φαίνεται και από την σύνοψη που αναφέρω ανωτέρω, τόσο στην κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του, δεν έγινε ιδιαίτερη αναφορά και μνεία στο επίδικο συμβάν πέραν από τα οσα αναφέρω πιο πάνω, αλλά αντίθετα το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας αφορά άλλα ζητήματα, άσχετα με τα επίδικα. Στο σημείο αυτό και αφού αναφέρω ότι ο κατηγορούμενος δεν φέρει το βάρος απόδειξης σε αντίθεση με την Κατηγορούσα Αρχή που βαρύνεται αποκλειστικά με το βάρος απόδειξης, όλων των συστατικών στοιχείων που αφορούν τα αδικήματα της υπόθεσης, θα πρέπει να αναφέρω για σκοπούς πληρότητας και καθότι κρίνω ότι η φύση και η εξέλιξη της υπόθεσης το καθιστά απαραίτητο, ότι ούτε ο κατηγορούμενος άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και ούτε και αυτός απεκάλυψε όλη την αλήθεια. Ίδια κρίση και κατάληξη έχω και για τον ΜΥ3 ο οποίος μου δημιούργησε την εικόνα ότι ήρθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει τον κατηγορούμενο χωρίς να αναφέρει πλήρως την αλήθεια. Ο κατηγορούμενος παρά την ιδιότητα του ενώπιον μου σε αυτήν την υπόθεση, ως κατηγορούμενος, δεν μπορώ να παραβλέψω ότι κατέχει ταυτόχρονα και την ιδιότητα του Δικηγόρου. Η εμφάνιση του στην μαρτυρία του επίσης διακατέχεται από υπερβολές, έντονες φράσεις και λυπάμαι που καταλήγω ακόμα και καταφυγή σε προσβλητικές φράσεις. Οι αναφορές του στον παραπονούμενο ως «ο Αντωνής του Γιαννή», γιατί έτσι λένε στο χωριό του, ή η απάντηση του σε αίτημα της αντεξέτασης να βοηθήσει να εντοπιστεί ένα σημείο σε μια απόφαση Δικαστηρίου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο με την φράση «Δεν επιθυμώ να σας βοηθήσω. Διαβάστε και θα βρείτε. Ο Δικαστής που το είπε δεν ήταν ηλίθιος», κρίνω ότι δεν προσδίδουν αξιοπιστία σε ένα πρόσωπο που μάλιστα κατέχει την ίδια στιγμή και την ιδιότητα του Δικηγόρου. Είναι βέβαια κατανοητή η συναισθηματική κατάσταση ενός προσώπου που είναι δικηγόρος να βρίσκεται κατηγορούμενος για αδικήματα μάλιστα αυτής της φύσης, όμως ο Δικηγορικός «μανδύας» και ότι αυτός εξυπακούεται, μεταξύ άλλων και τον σεβασμό σε όλους του παράγοντες της δίκης, δεν δύναται να αποβάλλεται κατ' επιλογή και ανάλογα με την θέση στην οποία βρίσκεται. Παράλληλα εντόπισα μια έντονη προσπάθεια να πείσει για τις θέσεις του για το επίδικο συμβάν και ιδιαίτερα την θέση ότι η φράση δεν συνιστά απειλή ή παρέμβαση αλλά μια διευκρίνιση ότι θα λάβει πολλά έξοδα καθότι θα απαλλαγεί και η αγωγή θα απορριφθεί. Επίσης, και χωρίς να προβαίνω στο συμπέρασμα αυτό αυθαίρετα και με πολλή μελέτη και προβληματισμό για τα όσα διαμείφθηκαν ενώπιον μου, διέκρινα μια προσωπική διαμάχη και κόντρα μεταξύ του ίδιου του κατηγορούμενου και του συνηγόρου του παραπονούμενου κυρίως κατά το στάδιο της αντεξέτασης του με αναφορές σε σχέσεις των Δικηγόρων με τους πελάτες τους, ανάμειξη συγγενικών τους προσώπων και γραφείων. Συνεπώς και χωρίς να κρίνεται απαραίτητο να προχωρήσω περαιτέρω, αν και είναι πλέον χωρίς σημασία για την εξέλιξη της υπόθεσης, απορρίπτω στην ολότητα της και την μαρτυρία του κατηγορούμενου. Βεβαίως αναφορικά με τον ΜΥ 2, ανακριτή της Αστυνομίας, κο. Κολωκοτρώνη, να αναφέρω ότι κρίνεται καθόλα αξιόπιστος παρά το ότι η μαρτυρία του ουδεμία σχέση είχε με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης και των υπό εξέταση αδικημάτων. Ο ΜΥ2 απλά αναφέρθηκε στο ιστορικό των ερευνών της αστυνομίας για τις καταγγελίες που υπέβαλε ο παραπονούμενος και καταλήγω ότι ουδέποτε κλονίστηκε η αξιοπιστία του, θα πρέπει όμως να σημειώσω ότι ο μάρτυρας αυτός ουσιαστικά «χρησιμοποιήθηκε» και από τις δυο πλευρές από την μια για να παρουσιαστεί η θέση της Υπεράσπισης ότι ο παραπονούμενος με μένος καταχωρεί ανυπόστατες καταγγελίες εναντίον των πρώην μελών της επιτροπείας αλλά και του κατηγορούμενου, και από την άλλη από την Κατηγορούσα Αρχή για να αποδειχθεί η απόκρυψη στοιχείων από τον κατηγορούμενο και τα μέλη της επιτροπείας και την παρεμπόδιση ουσιαστικά ορθής έρευνας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου και με δεδομένη την κρίση μου επί της αξιοπιστίας των διαδίκων καταλήγω ότι τόσο ο παραπονούμενος όσο και ο κατηγορούμενος έχουν εμπλακεί σε σωρεία δικαστικων διαδικασιών, που δεν δίστασαν να τις παρουσιάσουν όλες ενώπιον μου χάνοντας ουσιαστικά την ουσία της παρούσας υπόθεσης. Παρά τις συστάσεις του Δικαστηρίου σε όλη την διάρκεια της δίκης και την προσπάθεια να διατηρηθεί η διαδικασία εντός των ουσιωδών ζητημάτων, τέθηκαν ενώπιον μου όλες οι διαφορές των μερών, από την μια με τον παραπονούμενο να ισχυρίζεται ότι σκοπό έχει να πλήξει την αξιοπιστία τόσο του κατηγορούμενου όσο και του ΜΥ3 και από την άλλη την θέση του κατηγορούμενου ότι ο παραπονούμενος έχει μένος και καταδιώκει αδίκως δικαστικά τον ίδιο. Η ενασχόληση με θέματα άλλα από τα επίδικα είχε ξεφύγει σε μεγάλο βαθμό με αποτέλεσμα η ουσία να απωλεσθεί πλήρως. Η αληθινή εικόνα των πραγμάτων όποια και αν ήταν αυτή τελικά, σε σχέση με το επίδικο περιστατικό και τη φράση η οποία λέχθηκε, κρίνω ότι μέσα από αυτή την ακροαματική διαδικασία δεν αποκαλύφθηκε. Με τις ισχυρές αμφιβολίες που δημιούργησε η μαρτυρία του παραπονούμενου στο Δικαστήριο και η απόρριψη της ως πλήρως αναξιόπιστη είναι εμφανές ότι δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή και αναμφίβολα ευρύματα ως προς τα ακριβή γεγονότα, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει σε σχετικά συμπεράσματα. Η απόρριψη της μαρτυρίας τόσο του ιδιώτη κατήγορου, όσο και του κατηγορούμενου, δεν δημιουργούν ασφαλή βάση ευρυμάτων και συμπερασμάτων επί των οποίων να βασίσω την οποιαδήποτε άλλη ετυμηγορία μου, η οποία θα ήτο ακροασφαλής. Συνεπώς, η κατάληξή μου βασιζόμενη και στα πλαίσια του τεκμηρίου της αθωώτητας και του βάρους απόδειξης στις ποινικές υποθέσεις, δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει υπέρ του κατηγορούμενου, ο οποίος απαλλάσεται και αθωώνεται και στις δύο κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ Ε. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - ΠΑΝΑΓΗ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο