← Κύπρος

CORINA SNACKS LIMITED ν. 1. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ δια του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5645

CORINA SNACKS LIMITED ν.

  1. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ δια του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5645/2013, 21/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5645/2013 Μεταξύ: CORINA SNACKS LIMITED (Υπο Διαχείριση) Κατηγόρων ν.
  2. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (Υπό Διαχείριση)
  3. ΧΡΙΣΤΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ Κατηγορουμένων Και ως τροποποιήθηκε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου ημερ.19/05/15 CORINA SNACKS LIMITED Κατηγόρων ν.
  4. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ δια του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή
  5. ΧΡΙΣΤΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ Κατηγορουμένων -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 21 Ιουλίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Αλεξόπουλος Για τους Κατηγορούμενους 1 : καμία εμφάνιση Για τον Κατηγορούμενο 2 : κ. Ν. Τσαρδελής Κατηγορούμενος 2: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν τέσσερις κατηγορίες (1η, 2η, 3η & 7η) για την έκδοση τεσσάρων επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών οι κατηγορούμενοι 1 κατά ή περί τις 26/09/12 εξέδωσαν και παρέδωσαν στους παραπονούμενους τις επίδικες επιταγές τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, οι οποίες επιταγές όμως όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην τράπεζα δεν τιμήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη των ή και επειδή ο λογαριασμός των κατηγορούμενων 1 ήταν κλειστός και ή παγοποιημένος και παρόλο που παρήλθαν 15 ημέρες από την παρουσίαση τους δεν εξοφλήθηκαν. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει επίσης τέσσερις κατηγορίες (4η, 5η, 6η & 8η) για συμμετοχή και ή παροχή συνδρομής και ή παρακίνηση στην έκδοση τεσσάρων επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών, ο κατηγορούμενος 2 ουσιαστικά κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του διευθυντή και ή αντιπροσώπου των κατηγορούμενων 1 και ή εξουσιοδοτημένου προσώπου και ή προσώπου που είχε την ευθύνη και ή το δικαίωμα λειτουργίας και ή διαχειρίσεως του τραπεζικού λογαριασμού των κατηγορούμενων 1, συμμετείχε και ή παρείχε συνδρομή και ή παρακίνησε τους κατηγορούμενους 1 στην διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 1, 2, 3 και 7 πιο πάνω. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 3 μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ο κατηγορούμενος 2 προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Οι κατηγορούμενοι 1 όπως είναι φυσικό ως εκ της μη εκπροσώπησης τους δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ούτε παρουσίασαν μάρτυρες υπεράσπισης. Έγιναν περαιτέρω παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνολικά 19 τεκμήρια. Παρεμβάλλω εδώ προκειμένου να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα, ότι οι κατηγορούμενοι 1 στα αρχικά στάδια της διαδικασίας εκπροσωπούνταν από δικηγόρους πλην όμως ακολούθως κατόπιν εκδόσεως διατάγματος διάλυσης / εκκαθάρισης της εταιρείας σταμάτησαν να εμφανίζονται μη έχοντας σχετικές οδηγίες από τον Εκκαθαριστή. Δεν υπήρξε όμως σημειώνεται εμφάνιση και εκπροσώπηση της εταιρείας ούτε μετά την επίδοση στον Εκκαθαριστή δηλαδή στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη του τροποποιημένου κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου κατηγορητηρίου, δηλαδή του κατηγορητηρίου στο οποίο παρουσιάζεται πλέον η εταιρεία ως κατηγορούμενη δια του Εκκαθαριστή της. Τα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και τα οποία σημειώνεται περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 1, ήταν τα εξής:
(1)Η MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD με ειδικό ψήφισμα που καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών στις 05/04/12 άλλαξε την επωνυμία της σε CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD.
(2)Με βάση τον Νόμο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων 17
(1)του 2013, ημερομηνίας 29/03/13 καθώς και το Διάταγμα περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, δυνάμει των άρθρων 5
(12)(α), 7
(1)και 9 που εκδόθηκε από το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας ως Αρχή Εξυγίανσης, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως αποκτών πρόσωπο έχει υποκαταστήσει τη Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd) αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία η οποία σχετίζεται με τίτλους, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται. Το αποκτών πρόσωπο που είναι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ανέλαβε όλα τα πιο πάνω δικαιώματα και υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd από την ημερομηνία μεταβίβασης που ήταν η 29/03/13.
(3)Η κατηγορούμενη 1 είναι δημόσια εταιρεία εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και εξακολουθεί να υφίσταται και από τις 31/1/13 έχουν διοριστεί διαχειριστές.
(4)Ο κατηγορούμενος 2 ήταν ο Ανώτερος Εκτελεστικός Σύμβουλος (αγγλιστί "chief executive officer") και εκ των μελών του διοικητικού συμβουλίου της κατηγορούμενης 1 όταν εκδόθηκαν οι επιταγές.
(5)Η επιταγή με αριθμό 09849167 ημερομηνίας 30/11/12 για το ποσό των €60.000.- εμφανίστηκε για πληρωμή στις 30/11/12 και ξανά στις 03/12/12, 05/12/12, 07/12/12, 10/12/12, 12/12/12 και σφραγίστηκε με ενδείξεις να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα ως επίσης και ότι παγοποιήθηκε ο λογαριασμός και καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ.
(6)Η επιταγή με αριθμό 09849213 ημερομηνίας 31/12/12 για το ποσό των €224.208,04.- εμφανίστηκε για πληρωμή αυθημερόν και σφραγίστηκε με την ένδειξη ότι παγοποιήθηκε ο λογαριασμός και καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ.
(7)Η επιταγή με αριθμό 09849221 ημερομηνίας 31/01/13 για το ποσό των €241.963,70.- εμφανίστηκε για πληρωμή αυθημερόν και σφραγίστηκε με την ένδειξη να παρουσιαστεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα καθώς και ότι παγοποιήθηκε ο λογαριασμός και καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ.
(8)Η επιταγή με αριθμό 09849222 ημερομηνίας 28/02/13 για το ποσό των €162.731,82.- εμφανίστηκε για πληρωμή αυθημερόν και σφραγίστηκε με την ένδειξη ότι παγοποιήθηκε ο λογαριασμός και καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ.
(9)Η παραπονούμενη εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και ασχολείται με την πώληση τροφίμων συγκεκριμένων εταιρειών στην Κύπρο. · Επίδικες επιταγές -με αριθμό 09849167 ημερομηνίας 30/11/12 της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) για το ποσό των €60.000.-. -με αριθμό 09849213 ημερομηνίας 31/12/12 της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) για το ποσό των €224.208,04.-. -με αριθμό 09849221 ημερομηνίας 31/01/13 της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) για το ποσό των €241.963,70.-. -με αριθμό 09849222 ημερομηνίας 28/02/13 της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) για το ποσό των €162.731,82.-. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι όλων των πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Οι αγορεύσεις βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν τύχει πολύ προσεκτικής μελέτης, δεν κρίνω όμως σκόπιμο να επαναλάβω ότι οι συνήγοροι με αυτές έχουν αναφέρει. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων πιο κάτω όπου και εάν αυτό κριθεί αναγκαίο. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων και των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). ΜΚ1-Βύρωνας Βρυώνη Εργάζεται στους παραπονούμενους και είναι συγκεκριμένα εμπορικός τους διευθυντής. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Απάντησε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ευθέως, με φυσικότητα και χωρίς δισταγμό, ενώ να σημειώσω ότι η μαρτυρία του έχει συνοχή και συνάδει με τα τεκμήρια που έχει καταθέσει. Δεν διαπίστωσα εν πάση περίπτωση καμία προσπάθεια από πλευράς του να αποκρύψει οτιδήποτε, ενώ κρίνω ότι σε καμία περίπτωση δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του μέσα από την αντεξέταση του. Ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε ουσιαστικά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες συμφωνήθηκε στις 25/09/12 η έκδοση των τεσσάρων επίδικων επιταγών (τεκμ.4-7), και εξήγησε τον λόγο που οι επιταγές δεν μπορούσαν να εκδοθούν αυθημερόν. Οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν από τους κατηγορούμενους 1 την αμέσως επόμενη ημέρα δηλαδή στις 26/09/12 μεταχρονολογημένες και παραλήφθηκαν από τον πωλητή τους την ίδια μέρα (βλ. τεκμ.3). ΜΚ2-Άλκης Πιερίδη Εργάζεται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως προϊστάμενος του τμήματος ερευνών και παρακολούθησης της αγοράς. Κατέθεσε με βάση τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του αναφορικά με πρόστιμο που επιβλήθηκε στους κατηγορούμενους σε ότι αφορά ενημερωτικό δελτίο των κατηγορούμενων 1 που υπέγραψε ο κατηγορούμενος 2 (τεκμ.10) και το οποίο ανέφερε περιείχε πληροφορίες που δεν ήταν ακριβείς, πλήρεις και επίκαιρες. Ο μάρτυρας αυτός δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον και αποδέχομαι την μαρτυρία του. Ανέφερε πως στο ρηθέν ενημερωτικό δελτίο δεν αναφερόταν ότι ποσό €9.150.000.- το οποίο αποτελούσε μέρος του κεφαλαίου από την έκδοση κυμαινόμενων ομολόγων και προοριζόταν σύμφωνα με το σκοπό της έκδοσης για αποπληρωμή υφιστάμενων τραπεζικών υποχρεώσεων για την χρηματοδότηση πλάνου επέκτασης της εταιρείας και για την ενίσχυση κεφαλαίου κίνησης (βλ. παράγραφο 6.21 σελ. 93 Τεκμηρίου 10) είχε ήδη χρησιμοποιηθεί από την εταιρεία για αγορά μετατρέψιμων αξιόγραφων ενισχυμένου κεφαλαίου της Λαικής Τράπεζας (ΜΑΕΚ). Δηλαδή η αγορά των αξιόγραφων δεν ενέπιπτε στους σκοπούς έκδοσης των κυμαινόμενων ομολόγων όπως καθορίστηκαν στο ενημερωτικό δελτίο Τεκμήριο 10. Επίσης ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι 1 ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο εταιρεία έχουν υποχρέωση να ανακοινώνουν τους ελεγμένους λογαριασμούς τους στο Χρηματιστήριο και ταυτόχρονα αυτοί να υποβάλλονται στην επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Έχει στην κατοχή του την εξαμηνιαία οικονομική έκθεση της εταιρίας για το εξάμηνο που έληξε στις 30/6/12 (Τεκμήριο 11). Τέλος, είπε ότι η αγορά των αξιόγραφων πιο πάνω από την εταιρεία, χωρίς να έχει ασχοληθεί η επιτροπή με το θέμα αυτό, γνωρίζοντας που έχουν καταλήξει ήταν μια καταστροφική επένδυση. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι το ποσό των €9.150.000.- είχε χρησιμοποιηθεί πριν τις 11/10/11 που ήταν το ενημερωτικό δελτίο, και συγκεκριμένα τον Ιούλιο του 2011. Σύμφωνα με επιστολή του προς την Λαϊκή Τράπεζα, με κοινοποίηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ο κατηγορούμενος 2 δίδει τις δικές του εξηγήσεις για τον εξαναγκασμό του ουσιαστικά από υπαλλήλους της Λαϊκής Τράπεζας να πάρει τα αξιόγραφα. Γνωρίζει ότι ο κατηγορούμενος 2 έχει προσβάλει την αναφερθείσα απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, ενώ ανέφερε περαιτέρω ότι εξ' όσων τους είχε αναφερθεί σε σχέση με το θέμα εγέρθηκαν και εκκρεμούν αγωγές εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. ΜΚ3- Μάκης Αδάμου Εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και η μαρτυρία του στο μεγαλύτερο μέρος της γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας απάντησε ουσιαστικά στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με βάση τα καθήκοντα του και τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του εν σχέση με τις επίδικες επιταγές και λογαριασμό. Όμως θα πρέπει να αναφερθεί ότι μέρος της μαρτυρίας του που αναφέρεται κατωτέρω δεν θα γίνει αποδεκτή αφού κρίνω πως αυτή αφορά την προφανέστατα λανθασμένη προσωπική του άποψη για πράγματα που δεν γνώριζε ή και αυθαίρετα συμπεράσματα του μάρτυρα και εν πάση περιπτώσει θέματα για τα οποία δεν με έπεισε. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 39, Σάββα v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Νικολαίδης v. Αστυνομία
(2003)2 Α.Α.Δ. 271 και Π.Ε. 89/12 Αγαθοκλέους v. Αστυνομίας ημερ.24-07-
  1. Εν πάση περιπτώσει με την εν λόγω σημείωση υπόψη κρίνω ότι η απόρριψη μέρους της μαρτυρίας του για τους λόγους που αναφέρονται ουδόλως επηρεάζει την κατά τα λοιπά αξιόπιστη μαρτυρία του η οποία επαναλαμβάνω πηγάζει κυρίως από άλλα στοιχεία/τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθεί ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου πιο πάνω για την απόρριψη μέρους της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα, ήταν αποτέλεσμα ενδελεχούς μελέτης της μαρτυρίας του και προβληματισμού εν σχέση με συγκεκριμένα σημεία της. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια σημειώνω τα σημεία αυτά της μαρτυρίας έχουν εξεταστεί από το Δικαστήριο και από τη σκοπιά της θέσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου 2 κατά την αντεξέταση, την οποία επαναλαμβάνει στη γραπτή του αγόρευση, πως υπήρχε προκατάληψη ή εμπάθεια εναντίον του κατηγορούμενου 2 από πλευράς του μάρτυρα. Έχω καταλήξει όμως πως δεν υπάρχουν στοιχεία που να οδηγούν σε εμφανή προκατάληψη ή εμπάθεια εναντίον του κατηγορούμενου 2, και εν πάση περιπτώσει δεν έχω πεισθεί πως υπήρχαν τα στοιχεία αυτά στη μαρτυρία του. Ο μάρτυρας ανέφερε στην κυρίως εξέταση του πως προηγουμένως εργαζόταν στην Λαική Τράπεζα και τον Μάρτιο του 2013 κατόπιν του διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας και την μεταφορά των υπηρεσιών της στην Τράπεζα Κύπρου, μεταφέρθηκε και εργοδοτείται στην Τράπεζα Κύπρου. Είναι συγκεκριμένα στο τμήμα ανάκτησης χρεών. Αναφέρθηκε στο άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού στις 09/03/12, και είπε πως για την έκδοση επιταγών υπέγραφαν ο κατηγορούμενος 2 και η Χαρίκλεια Ορφανίδου ή ένας εκ των δύο μαζί με σφραγίδα της εταιρείας (βλ.τεκμ.12). Αυτό άλλαξε σημειώνεται στις 28/11/12 οπότε υπεγράφη έγγραφο από τον κατηγορούμενο 2 με βάση το οποίο θα υπέγραφε μόνον ο ίδιος (τεκμ.15). Σε κάποια στιγμή μετά το άνοιγμα του λογαριασμού οι κατηγορούμενοι 1 δια του κατηγορούμενου 2 ζήτησαν κάποιες αλλαγές και τροποποιήσεις στις διευκολύνσεις και μεταξύ άλλων δόθηκε και προσωρινό όριο €8.000.000.- για τον συγκεκριμένο λογαριασμό που έληγε στις 10/07/
  2. Σχετική είναι η επιστολή προσφοράς της τράπεζας ημερ.28/05/12(τεκμ.13-σελ.5/2). Αυτή ήταν η τελευταία συμφωνία που έγινε με τους κατηγορούμενους
  3. Βλέποντας τις επίδικες επιταγές και το δείγμα υπογραφών (τεκμ.12), ανέφερε πως επιβεβαιώνει ότι η υπογραφή στις επιταγές είναι του κατηγορούμενου
  4. Τον Δεκέμβριο του 2012, ένεκα του προβλήματος με τις επιταγές, η εταιρεία μπήκε στο ΚΑΠ δηλαδή στο Κεντρικό Αρχείο της Κεντρικής Τράπεζας όπου μπαίνει μια εταιρεία όταν παρουσιάζει ακάλυπτες επιταγές και ενημερώνονται σχετικά όλες οι τράπεζες. Μετά την καταχώρηση στο ΚΑΠ παγοποιείται ο λογαριασμός και οι μετέπειτα επιταγές δεν μπορούν να περάσουν. Η τράπεζα απέστειλε στους κατηγορούμενους 1 σχετικά την επιστολή ημερ.11/12/12 (τεκμ.16). Ανέφερε επίσης πως υπήρχε ενημέρωση των κατηγορούμενων σε ότι αφορά τα αρνητικά υπόλοιπα στον λογαριασμό. Περαιτέρω αναφέρθηκε στους λόγους επιστροφής των επιταγών και στις σχετικές σφραγίδες που υπάρχουν σε αυτές. Στο τέλος της κυρίως εξέτασης του είπε πως οι λογαριασμοί των κατηγορούμενων 1 τερματίστηκαν τέλος Ιανουαρίου του 2013, και στις 27 Ιανουαρίου του 2013 έχουν διορίσει ως τράπεζα διαχειριστή παραλήπτη, ενώ σήμερα έχουν κινηθεί και με νομικά μέτρα εναντίον των εδώ κατηγορούμενων. Επίσης είπε πως γνωρίζει ότι οι κατηγορούμενοι 1 επένδυσαν σε αξιόγραφα (ΜΑΕΚ) ένα σημαντικό ποσό, η αξία τους όμως σήμερα έχει μηδενιστεί λόγω του διατάγματος για το κλείσιμο της Λαικής Τράπεζας. Κατά την αντεξέταση του αναφέρθηκε σε διάφορα υπόλοιπα του λογαριασμού σε συγκεκριμένες ημερομηνίες για τις οποίες ερωτήθηκε. Την περίοδο από 10/07/12 μέχρι 30/09/12 δεν υπάρχουν επιστρεφόμενες επιταγές. Την περίοδο αυτή γίνονταν καταθέσεις και εξαργυρώθηκαν εκατοντάδες επιταγές εκατομμυρίων ευρώ. Τον Οκτώβριο του 2012 υπάρχουν 3-4 επιστρεφόμενες επιταγές, από μερικές εκατοντάδες επιταγές αξίας εκατομμυρίων ευρώ που τιμήθηκαν. Δεν γνωρίζει τον λόγο που επιστράφηκαν οι εν λόγω 3-4 επιταγές ή αν ο λόγος που επιστράφηκαν ήταν τυπικός. Επίσης ανέφερε ότι όπου στον επίδικο λογαριασμό (τεκμ.14) αναγράφεται ο λογαριασμός με αρ.04811006488, το ποσό που αναφέρεται δίπλα αφορά μεταφορά από τον λογαριασμό αυτό προς τον επίδικο. Σύμφωνα με την επιστολή προσφοράς τεκμ.13 (βλ.σελ.5/2) υπήρχε προσωρινό όριο €9.000.000.- εν σχέση με τον λογαριασμό αυτό που έληγε στις 16/01/
  5. Υπήρχαν διάφορες μεταφορές από τον εν λόγω λογαριασμό στον επίδικο όπως στις 17/07/12 €400.000.-, στις 20/07/12 €168.000.-, στις 24/07/12 €1.046.000.-, στις 25/07/12 €619.000 αλλά και άλλες. Το όριο των €8.000.000.- για τον επίδικο λογαριασμό επανέλαβε ότι δόθηκε μέχρι τις 10/07/12 και ανέφερε πως η τράπεζα αφού αξιολόγησε τα δεδομένα αποφάσισε αυτό το όριο να είναι προσωρινό και όχι μόνιμο. Από τα έγγραφα δε προκύπτει ότι υπήρχαν διάφοροι όροι και ανάμεσα σε αυτούς και ότι θα γίνονταν κάποιες πωλήσεις ακινήτων (βλ.σελ.9 τεκμ.13). Το όριο δόθηκε σε συσχετισμό με τις πωλήσεις κάποιων ακινήτων αλλά δεν γνωρίζει πότε έχουν ολοκληρωθεί οι όροι αυτοί. Δεν συμφωνεί όμως ότι το όριο συνέχισε να υφίσταται μετά τις 10/07/12 επειδή καθυστερούσαν να πωληθούν τα ακίνητα και να ολοκληρωθεί αυτή η πράξη. Το όριο του επίδικου λογαριασμού έληξε στις 10/07/
  6. Σε ότι αφορά το θέμα της υπογραφής στις επιταγές επέμεινε ότι πρόκειται για την υπογραφή του κατηγορούμενου 2 την οποία ανέφερε πως αναγνωρίζει. Συγκρίνει την υπογραφή με το δείγμα υπογραφής και αυτός είναι ο τρόπος που δουλεύουν στην τράπεζα. Δεν είναι γραφολόγος και δεν ξέρει αν κάποιος πλαστογράφησε την υπογραφή αλλά μπορούμε να φέρουμε γραφολόγο ανέφερε να μας πει. Ανέφερε επίσης πως συμφωνεί ότι πιθανόν οι κατηγορούμενοι 1 να έκαναν τζίρο 200 εκατομμυρίων και τέλος, επιβεβαίωσε ότι εκκρεμούν μεταξύ της τράπεζας και των κατηγορούμενων αγωγές εκατέρωθεν. Το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ3 που δεν γίνεται αποδεκτό Εν συνεχεία των όσων έχουν αναφερθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω, αναφέρω εδώ πως εκ της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα δεν γίνονται αποδεκτά τα εξής: (α) Ήταν σταθερά οι θέσεις του πως μετά τη λήξη του ορίου των €8.000.000.- στον επίδικο λογαριασμό την 10η/07/12 ακολούθως δεν υπήρχε όριο, πως από τον Ιούλιο του 2012 ο κατηγορούμενος 2 βλέποντας μεταξύ άλλων το πρόβλημα των επιταγών έκανε συναντήσεις με την τράπεζα για να υπάρξει ρύθμιση και ακόμη πως η υπηρεσία του προβληματιζόταν εν γνώσει και του ότι είχαν εκδοθεί πολλές επιταγές που δεν μπορούσαν να περάσουν. Επίσης υπήρχε καθημερινά ένας αγώνας και γινόταν επιλογή επιταγών που θα περάσουν ανάλογα με τις καταθέσεις που γίνονταν. Με βάση την μαρτυρία και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι προφανές πως όλα τα πιο πάνω δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Μετά την 10η/07/12, οπότε έληξε το όριο, είναι προφανές ότι υπήρχε κάποια προφορική διευθέτηση με την τράπεζα εν σχέση με το όριο την οποία ο μάρτυρας δεν γνώριζε και πως ο λογαριασμός λειτουργούσε κανονικά, χωρίς κανένα εμφανές πρόβλημα, μέχρι τουλάχιστον τα μέσα του Νοέμβρη του 2012 με καταθέσεις και πληρωμές εκατοντάδων επιταγών εκατομμυρίων ευρώ. Παρεμβάλλω εδώ ότι επιστράφηκαν μόνον 3-4 επιταγές τον Οκτώβριο (ως ανέφερε ο μάρτυρας) και 5 επιταγές που έχει εντοπίσει το Δικαστήριο στο τεκμ.14 τον Νοέμβριο (όπου αναφέρεται P/LTY και υπάρχει η χρέωση των 40 ευρώ που με βάση τον μάρτυρα αφορά επιστροφή επιταγής και συγκεκριμένα 2 στις 6/11, 2 στις 12/11 και 1 στις 15/11), χωρίς όμως να γνωρίζουμε τον λόγο, αλλά δεν υπάρχει μαρτυρία ότι αυτό έγινε λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Ο μάρτυρας ήταν προφανές, μη έχοντας σχετική γνώση, ότι δεν ήταν σε θέση να ξεκαθαρίσει τι ακριβώς ίσχυε μετά την 10η/07/12, αναφέρθηκε ξεκάθαρα σε ρίσκο που ανέλαβαν κάποιοι από την τράπεζα μετά τις 10/07/12 και στην μη ύπαρξη γνώσης του για οποιαδήποτε προφορική συμφωνία, ενώ δεν μπορούσε σημειώνω να δώσει στο Δικαστήριο ούτε την εικόνα αναφορικά με την εφαρμογή των όρων που συμφωνήθηκαν με το τεκμ.13 για τον επίδικο λογαριασμό που ως προκύπτει μέχρι και το τέλος Δεκεμβρίου του 2012 οι όροι αυτοί εφαρμόζονταν δια της πώλησης ακινήτων της εταιρείας ως είχε συμφωνηθεί. Επίσης η θέση περί προβλήματος στις επιταγές από τον Ιούλιο και επιλογής πληρωμής επιταγών διαψεύδεται αφενός από άλλο μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα που έγινε αποδεκτό και αφετέρου από την ίδια την κατάσταση λογαριασμού τεκμ.14, με βάση την οποία ο λογαριασμός αυτός όπως αναφέρεται και πιο πάνω μέχρι και τα μέσα Νοεμβρίου του 2012 λειτουργούσε κανονικά χωρίς κανένα εμφανές πρόβλημα και χωρίς επιστροφή επιταγών, πλην σημειώνω των 3-4 επιταγών του Οκτωβρίου και των 5 επιταγών του Νοεμβρίου που ανέφερα πιο πάνω. Σε κάθε περίπτωση αναφέρω εδώ πως το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί με βάση τα λεγόμενα του μάρτυρα για τα πιο πάνω, για τα οποία αναφέρω είναι σαφές πως υπάρχει κενό στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής και εν πάση περιπτώσει για τα θέματα αυτά έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου σοβαρές αμφιβολίες. (β) Ανέφερε πως δεν υπήρχαν μεν επιστρεφόμενες επιταγές την περίοδο από 10/07/12 μέχρι 31/07/12, αλλά υπήρχαν επιταγές σε δικαιούχους που οι κατηγορούμενοι προσπαθούσαν να βρουν άλλες λύσεις είτε έδιναν άλλες επιταγές. Επικαλέστηκε δε άλλες υποθέσεις στις οποίες θα μαρτυρήσει όπως ανέφερε και ξέρει ότι υπήρχαν προβλήματα και πολλοί δικαιούχοι ήξεραν ότι δεν θα πληρώνονταν οι επιταγές και προσπαθούσαν να βρουν λύσεις απευθείας με τον κατηγορούμενο
  7. Η θέση πιο πάνω δεν γίνεται αποδεκτή. Αφενός γιατί όταν ερωτήθηκε ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του να αναφερθεί σε συγκεκριμένες υποθέσεις ανέφερε ένα όνομα γενικά και αόριστα χωρίς να είναι σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο με συγκεκριμένα στοιχεία, ενώ περαιτέρω γιατί ακριβώς με βάση όσα ανέφερε δεν έχω πεισθεί ότι πράγματι γνώριζε αυτό το πράγμα με θετικό τρόπο. Επιπλέον όμως και επειδή ο λογαριασμός την περίοδο Ιουλίου λειτουργούσε κανονικά χωρίς να επιστραφεί καμία επιταγή και κατ' επέκταση χωρίς να τίθεται τότε αλλά και μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου του 2012 κάποιο θέμα σε ότι αφορά την εξαργύρωση επιταγών. (γ) Το τμήμα τους ανέφερε ευρίσκετο σε επαφή με το τμήμα Corporate της τράπεζας από το καλοκαίρι του 2012 και συγκεκριμένα από τον Ιούλιο και μιλούσαν μεταξύ άλλων με τις κ.κ.Ειρήνη Γιάννουρου και Γιαννούλα Σοφοκλίδου. Όμως προκύπτει από το τεκμ.18, μέρος των πρακτικών ημερ.28/01/15 άλλης ποινικής υπόθεσης (αρ.2618/13) η οποία ας σημειωθεί εκδικάστηκε από το παρόν Δικαστήριο και τα οποία πρακτικά έχει σημασία να λεχθεί κατατέθηκαν εκ συμφώνου στο Δικαστήριο, ότι η κα Γιάννουρου δήλωσε πως την περίοδο από Ιούλιο 2012 μέχρι Γενάρη 2013 απουσίαζε από την εργασία της με άδεια μητρότητας και δεν γνωρίζει οτιδήποτε εν σχέση με την εταιρεία Ορφανίδη, οπότε σίγουρα ενόψει των ανωτέρω δεν μπορούσαν να μιλούν με την κα Γιάννουρου. Με την σειρά της η κα Σοφοκλίδου επίσης από τα ίδια πρακτικά τεκμήριο 18 προκύπτει πως έχει δηλώσει ότι δεν είχε σχέση με τον λογαριασμό της εταιρείας και δεν γνωρίζει οτιδήποτε σχετικό με την εταιρεία αυτή. Εν κατακλείδι δεν αποδέχομαι πως υπήρχε η αναφερόμενη επαφή με τα εν λόγω πρόσωπα, ενώ περαιτέρω δεν έχει τεθεί ενώπιον μου ούτε οτιδήποτε με βάση το οποίο να προκύπτει ανάγκη για τέτοια επαφή από το καλοκαίρι του 2012 για τον επίδικο λογαριασμό αφού δεν υπάρχουν στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τον Ιούλιο υπήρχε κάποιο πρόβλημα. Αντίθετα με βάση το τεκμ.13 και συγκεκριμένα τους ειδικούς όρους 1 & 2 στη σελ.9, που αφορούν τον επίδικο λογαριασμό όπως δέχτηκε ο μάρτυρας, φαίνεται ότι υπήρχε συγκεκριμένο πλάνο και για την περίοδο μετά τη λήξη του ορίου, πλην όμως το Δικαστήριο επί του σημείου τούτου δεν έχει ενώπιον του οτιδήποτε σχετικό και ο μάρτυρας δεν μπορούσε να διαφωτίσει το Δικαστήριο. Επίσης προκύπτει με βάση την κατάσταση λογαριασμού τεκμ.14, ότι ο λογαριασμός μέχρι τα μέσα τουλάχιστον του Νοεμβρίου του 2012 λειτουργούσε χωρίς πρόβλημα. Διευκρινίζω εδώ ότι έχοντας υπόψη την κατάθεση εκ συμφώνου του τεκμ.18 πιο πάνω, το γεγονός ότι οι δηλώσεις από τα πιο πάνω πρόσωπα έγιναν πολύ πρόσφατα δηλαδή στις 28/01/15, της μη υποβολής αιτήματος από την κατηγορούσα αρχή για αντεξέταση τους και ζυγίζοντας γενικότερα το σύνολο των περιστάσεων που θα μπορούσαν να συνυπολογιστούν προκειμένου το Δικαστήριο να αποφανθεί για την αποδεικτική αξία που θα δώσει στην μαρτυρία πιο πάνω, έχω καταλήξει στην αποδοχή των δηλώσεων από τα εν λόγω πρόσωπα ως έχουν δοθεί στα πλαίσια της αναφερθείσας ποινικής υπόθεσης. Κατηγορούμενος 2 Ο κατηγορούμενος 2, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω προέβη σε ανώμοτη δήλωση (τεκμ.19). Ήταν δικαίωμα του να ενεργήσει όπως έπραξε και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος του, ούτε και πρέπει εκ τούτου να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Θεμιστοκλέους -v- Αστυνομία
(1981)2 C.L.R. 200, Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου -v- Αστυνομία
(1990)2 ΑΑΔ 250, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος 2, σύμφωνα με τη νομολογία πιο πάνω, εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια του να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. Όπως έχει αναφερθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 2 είναι το τεκμήριο 19 ενώπιον του Δικαστηρίου. Μελετώντας την δε διαπιστώνεται ότι ουσιαστικά ένα μέρος των όσων αναφέρονται έχουν επιβεβαιωθεί με την μαρτυρία που ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Δεν υπάρχει όμως μαρτυρία και συνεπώς δεν μπορώ να αποδεκτώ όσα αναφέρονται για τη διαδικασία που ακολουθείτο από την εταιρεία για έκδοση επιταγών (βλ. μέσο της σελίδας 2), ως επίσης για το ότι η αγορά των αξιογράφων της Λαικής Τράπεζας ΜΑΕΚ έγινε κατόπιν εκβιασμού και εξαναγκασμού (βλ.τέλος σελιδάς 3). Επίσης αυτό σημειώνω που αναφέρει ο κατηγορούμενος 2, σε συνέχεια των όσων αναφέρονται για τη διαδικασία έκδοσης κάποιας επιταγής, ότι δηλαδή δεν θα υπέγραφε ο κατηγορούμενος 2 αν περνούσε από το μυαλό του ότι υπήρχε πιθανότητα να μην τιμηθεί η επιταγή αποτελεί στην ουσία ένα εκ των επίδικων θεμάτων και θα αποφασιστεί κατωτέρω. Κατηγορούμενοι 1 Οι ίδιες αρχές πιο πάνω σημειώνω ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση και για τους κατηγορούμενους 1, και αυτό ανεξάρτητα του ότι ως αναφέρθηκε πιο πάνω δεν εκπροσωπήθηκαν στη διαδικασία από ένα σημείο και μετά και όπως ήταν φυσικό δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οιανδήποτε δήλωση και δεν παρουσίασαν μάρτυρες υπεράσπισης. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω, τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν γίνει και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα:
(1)Η παραπονούμενη εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και ασχολείται με την πώληση τροφίμων συγκεκριμένων εταιρειών στην Κύπρο.
(2)Η κατηγορούμενη 1 είναι δημόσια εταιρεία εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και εξακολουθεί να υφίσταται και από τις 31/1/13 έχουν διοριστεί διαχειριστές. Εκκρεμούσης δε της παρούσας διαδικασίας εξεδόθη εναντίον της κατηγορούμενης 1 διάταγμα διάλυσης/εκκαθάρισης.
(3)Ο κατηγορούμενος 2 ήταν ο Ανώτερος Εκτελεστικός Σύμβουλος (αγγλιστί "chief executive officer") και εκ των μελών του διοικητικού συμβουλίου της κατηγορούμενης 1 όταν εκδόθηκαν οι επιταγές (επίδικες).
(4)Οι κατηγορούμενοι 1 στις 26/09/12 εξέδωσαν έναντι της οφειλής τους προς τους παραπονούμενους τις τέσσερις επίδικες επιταγές (τεκμ.4-7), μεταχρονολογημένες. Τις εν λόγω επιταγές παρέλαβε ο πωλητής των παραπονούμενων κατά την αναφερθείσα ημερομηνία από τα γραφεία των κατηγορούμενων 1 στη Λάρνακα.
(5)Η επιταγή με αριθμό 09849167 ημερομηνίας 30/11/12 για το ποσό των €60.000.- (τεκμ.4) εμφανίστηκε για πληρωμή στις 30/11/12 και ξανά στις 03/12/12, 05/12/12, 07/12/12, 10/12/12, 12/12/12 και σφραγίστηκε με ενδείξεις να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα ως επίσης και ότι παγοποιήθηκε ο λογαριασμός και καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ.
(6)Η επιταγή με αριθμό 09849213 ημερομηνίας 31/12/12 για το ποσό των €224.208,04.- (τεκμ.5) εμφανίστηκε για πληρωμή αυθημερόν και σφραγίστηκε με την ένδειξη ότι παγοποιήθηκε ο λογαριασμός και καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ.
(7)Η επιταγή με αριθμό 09849221 ημερομηνίας 31/01/13 για το ποσό των €241.963,70.- (τεκμ.6) εμφανίστηκε για πληρωμή αυθημερόν και σφραγίστηκε με την ένδειξη να παρουσιαστεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα καθώς και ότι παγοποιήθηκε ο λογαριασμός και καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ.
(8)Η επιταγή με αριθμό 09849222 ημερομηνίας 28/02/13 για το ποσό των €162.731,82.- (τεκμ.7) εμφανίστηκε για πληρωμή αυθημερόν και σφραγίστηκε με την ένδειξη ότι παγοποιήθηκε ο λογαριασμός και καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ.
(9)Η MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD με ειδικό ψήφισμα που καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών στις 05/04/12 άλλαξε την επωνυμία της σε CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, ενώ ακολούθως με βάση τον Νόμο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων 17
(1)του 2013, ημερομηνίας 29/03/13 καθώς και το Διάταγμα περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, που εκδόθηκε από το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας ως Αρχή Εξυγίανσης, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως αποκτών πρόσωπο έχει υποκαταστήσει τη Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd).
(10)Οι κατηγορούμενοι 1 καταχωρήθηκαν στο αρχείο του ΚΑΠ (Αρχείο Κεντρικής Τράπεζας για εκδότες ακάλυπτων επιταγών) στις 11/12/12 και βρίσκονται μέχρι σήμερα στο ΚΑΠ.
(11)Ουδέν ποσό έχει πληρωθεί εν σχέση με τις επίδικες επιταγές μέχρι σήμερα. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2. 1. Κατηγορούμενοι 1 Κατηγορίες 1, 2, 3 και 7 για την έκδοση των τεσσάρων επίδικων επιταγών (τεκμ. 4-7) χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε (οι λεπτομέρειες των αδικημάτων έχουν παρατεθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω). Το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154 έχει ως ακολούθως: " Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. " Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Είναι προφανές με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου πως όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 έχουν αποδειχθεί, και κατ' επέκταση έχουν αποδειχθεί όλες οι εναντίον τους κατηγορίες. 2. Κατηγορούμενος 2 Κατηγορίες 4, 5, 6 και 8 για συμμετοχή και ή παροχή συνδρομής και ή παρακίνηση στην έκδοση τεσσάρων επιταγών (τεκμ. 4-7) κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε (οι λεπτομέρειες των αδικημάτων έχουν παρατεθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω). Αναφέρεται εξ' αρχής ότι όπως είναι πάγια νομολογημένο η ιδιότητα του διευθυντή/συμβούλου εταιρείας την οποία έχει ο κατηγορούμενος 2 με βάσει και τα παραδεκτά γεγονότα, δεν σημαίνει οτιδήποτε σε ότι αφορά τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Δεν σημαίνει δηλαδή ότι επειδή είναι διευθυντής/σύμβουλος είναι και ένοχος χωρίς άλλο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ευρυβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 600) και Π. Παντελή ν. Χ. Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ.7095
(2001)2 Α.Α.Δ. 708). Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ'ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Με βάση τα πιο πάνω συνεπώς το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί η παροχή βοήθειας ή η παρακίνηση του κατηγορούμενου 2 κατά τη διάπραξη των σχετικών αδικημάτων από τους κατηγορούμενους 1, κάτι που έχει ήδη αποφασιστεί πιο πάνω. Το ζητούμενο βέβαια για να αποφασιστεί το θέμα αυτό είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί η συνδρομή του κατηγορούμενου 2 στην έκδοση των επιταγών και πιο συγκεκριμένα αν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι αυτός τις υπέγραψε. Έχω διεξέλθει σημειώνω με μεγάλη προσοχή την μαρτυρία και αυτό που διαπιστώνεται είναι πως με την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής η οποία έγινε αποδεκτή δεν έχει αποδειχθεί ότι πράγματι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις επιταγές. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία ισχυρή και εν πάση περιπτώσει τέτοιας ποιότητας που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις με το αυξημένο βάρος στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας κάθε συστατικό στοιχείο της κατηγορίας για το θέμα της υπογραφής. Σε κάθε περίπτωση σημειώνεται ότι το Δικαστήριο με βάση την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί έχει αμφιβολίες για το θέμα αυτό. Ο ΜΚ1 ανέφερε κατά την αντεξέταση του πως δεν είδε ποιος υπόγραψε τις επιταγές ούτε και ήταν παρών όταν οι επιταγές παραλήφθηκαν από τον υπάλληλο τους. Όταν οι επιταγές ήρθαν κοντά τους πιστοποίησαν ανέφερε την υπογραφή του κατηγορούμενου 2 από άλλα έγγραφα που πήραν από την εταιρεία και ήταν υπογραμμένα από τον κατηγορούμενο 2 και συγκεκριμένα από επιστολές. Δεν είδε όμως τον κατηγορούμενο 2 να υπογράφει ούτε τις επιστολές. Ο ίδιος δεν είναι βέβαιος για το θέμα της υπογραφής, η οποία μπορεί να διαπιστωθεί από ειδικούς. Ο ΜΚ3 ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του πως το δείγμα υπογραφών εν σχέση με τον επίδικο λογαριασμό τεκμ.12 υπεγράφη ενώπιον του υπαλλήλου της τράπεζας κ.Γιάννου Καλλή και περαιτέρω πως βλέποντας το δείγμα υπογραφής του κατηγορούμενου 2 και τις επίδικες επιταγές τεκμ.4-7 επιβεβαιώνει ότι η υπογραφή στις επιταγές είναι του κατηγορούμενου
  1. Στην αντεξέταση του δε ανέφερε πως αναγνωρίζει την υπογραφή του κατηγορούμενου 2 στις επιταγές συγκρίνοντας την με το δείγμα υπογραφής και αυτός είναι ο τρόπος που δουλεύουν στην τράπεζα. Δεν είναι γραφολόγος ανέφερε και δεν ξέρει αν κάποιος πλαστογράφησε την υπογραφή αλλά μπορεί να φέρουν ειδικό γραφολόγο να μας πει. Με βάση την πιο πάνω μαρτυρία είναι προφανές πως εκτός του ότι ουδείς εκ των μαρτύρων αυτών είδε τον κατηγορούμενο 2 να υπογράφει οιανδήποτε εκ των επίδικων επιταγών, περαιτέρω ουδείς εξ' αυτών έχει θέσει το υπόβαθρο για το ότι γνωρίζει με θετικό τρόπο και συνεπώς να πει με βεβαιότητα πως η υπογραφή ανήκει στον κατηγορούμενο
  2. Το γεγονός ότι ο ΜΚ1 είδε κάποιες επιστολές που φέρεται να υπόγραψε ο κατηγορούμενος 2 ή ότι ο ΜΚ3 σύγκρινε το δείγμα υπογραφής του κατηγορούμενου 2 με τις επιταγές, με βάση και τα όσα αναφέρονται πιο κάτω από τη Νομολογία και τα συγγράμματα, κάθε άλλο παρά αποτελούν υπόβαθρο για το θέμα της υπογραφής. Εν πάση περιπτώσει αμφότεροι οι μάρτυρες κατά την αντεξέταση τους και με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω είναι προφανές λέγοντας πως ουσιαστικά μόνον ένας γραφολόγος θα μπορούσε να ήταν βέβαιος, πως οι ίδιοι δεν είναι βέβαιοι για το θέμα της υπογραφής και συνεπώς δεν αφήνουν περιθώριο στο Δικαστήριο για να αποφασίσει ότι η υπογραφή ανήκει στον κατηγορούμενο
  3. Όμως βλέποντας ειδικότερα την μαρτυρία του ΜΚ3 θα ήθελα να επισημάνω εδώ και τα εξής στοιχεία τα οποία θεωρώ πως επιβεβαιώνουν πως η κατάληξη του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετική. Ο ΜΚ3 ουδέποτε συνάντησε τον κατηγορούμενο 2, δεν ήταν ο λειτουργός που χειριζόταν προσωπικά τον λογαριασμό αυτό κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν είναι το πρόσωπο που έλαβε το δείγμα υπογραφής του κατηγορούμενου 2 και δεν ανέφερε ποτέ ότι γνωρίζει με θετικό τρόπο την υπογραφή του κατηγορούμενου 2 έχοντας δει ξανά για παράδειγμα άλλες επιταγές ή έγγραφα με επιβεβαιωμένη την υπογραφή του κατηγορούμενου 2 με αποτέλεσμα να είναι σε θέση να αναγνωρίσει την υπογραφή του. Το γεγονός απλά και μόνον ότι σύγκρινε το δείγμα υπογραφής του κατηγορούμενου 2 με τις επιταγές, χωρίς άλλη συνοδευτική μαρτυρία από μέρους του και ενόψει του ότι δεν έχει κάποιες ειδικές γνώσεις και δεν είναι γραφολόγος, δεν μπορεί να έχει κάποια ουσιαστική σημασία για την απόδειξη του ζητούμενου. Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να υπενθυμίσω εδώ πως ο κατηγορούμενος 2 κατά την 26η/09/12 που το Δικαστήριο έχει αποδεκτεί πως εκδόθηκαν οι επιταγές, δεν ήταν το μόνο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει επιταγές. Εφόσον αναφέρεται εδώ το θέμα της υπογραφής των επιταγών από μέρους του κατηγορούμενου 2 δεν ήταν παραδεκτό, η κατηγορούσα αρχή όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής με έναν από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης (βλ.Μάρω Χ''Ιωάννου -v- Δημήτρη Δημητρίου
(2000)2 ΑΑΔ 62 και Γιάννη Βούρα -v- Ανδρέας, Λουκάς, Ματθαίος Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.α.
(2003)2 ΑΑΔ 135). Στην προκειμένη περίπτωση όμως απέτυχε να το πράξει αφού δεν εδόθη μαρτυρία ούτε από πρόσωπο που είδε τον κατηγορούμενο 2 να υπογράφει, ούτε από γραφολόγο αλλά ούτε και κλήθηκε τραπεζικός για το θέμα ο οποίος να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα απαιτούμενα μαρτυρικά στοιχεία ή εν πάση περιπτώσει άτομο που γνωρίζει την υπογραφή του κατηγορούμενου
  1. Για το θέμα σχετικά σημειώνω είναι και τα συγγράμματα των κ.κ. Χριστάκη Λουκά, με τίτλο Τραπεζική Επιταγή, τόμος 2, σελ.391-395, και Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, με τίτλο το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ.365-
  2. Στην υπόθεση Γιάννη Βούρα ανωτέρω, το Πρωτόδικο Δικαστήριο απάλλαξε και αθώωσε τους εφεσίβλητους με ενδιάμεση απόφαση του στο εκ πρώτης όψεως επειδή ακριβώς θεώρησε ότι δεν είχε αποδειχθεί η πατρότητα της υπογραφής με έναν από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους. Σύμφωνα με το Πρωτόδικο Δικαστήριο η τραπεζική υπάλληλος που είχε κληθεί να καταθέσει ανέφερε μεν για την υπογραφή της επιταγής ότι «την έχουν υπογράψει ο κ. Ματθαίος Ιωάννου και ο κ. Λουκάς Λουκά», όμως δεν έκαμε καμιά αναφορά από πού και πως γνωρίζει ότι είναι τα πρόσωπα αυτά που υπέγραψαν την επιταγή, ούτε αν γνωρίζει αν έχει δείγματα υπογραφής τους, παρά το γεγονός ότι, όπως ανέφερε, ήταν υπεύθυνη του λογαριασμού. Το Ανώτατο Δικαστήριο δε, απορρίπτοντας την Έφεση που ασκήθηκε κατά της αθωωτικής απόφασης ανέφερε τα εξής: " . Έχουμε εξετάσει κάθε πρόταση του δικηγόρου του εφεσείοντα που περιέχει το διάγραμμα, το οποίο καταχώρισε σύμφωνα με το σχετικό δικονομικό κανονισμό. Δεν έχουμε πεισθεί ότι συντρέχουν λόγοι επέμβασης μας. Δεν υπήρχαν τα μαρτυρικά στοιχεία από τα οποία μπορούσε να συναχθεί ότι η εφεσίβλητη εταιρεία εξέδωσε την επιταγή. Ο εφεσίβλητος 2 δεν εμπλέκεται. Δεν υπήρξε καν ισχυρισμός ότι υπέγραψε την επιταγή. Η μαρτυρία της Μ.Κ.2 σχετικά με την εμπλοκή των εφεσιβλήτων 3 και 4, που προεκθέσαμε, δεν παρείχε το υπόβαθρο που θα δημιουργούσε τις υποθέσεις ενοχής για να κληθούν οι εφεσίβλητοι σε απολογία. Η δικαστής ορθά χρησιμοποίησε την υπόθεση Μάρω Χ''Ιωάννου, ανωτέρω, για καθοδήγηση. Είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής. Χρειάζεται μαρτυρία που έχει δυνητικά τέτοια ποιότητα ή αξιοπιστία. Διαφορετικά ελλείπει ο συνδετικός κρίκος της συγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της. Με την άρνηση των κατηγοριών, ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Και στην προκείμενη περίπτωση ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν την επίδικη επιταγή. Η υπεράσπιση δε δέχθηκε ποτέ, όπως προκύπτει από το χειρισμό της υπόθεσης, ότι είχαν τέτοια ανάμειξη. Είναι φανερό από τη σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.2, ιδωμένης και υπό το πλαίσιο της όλης μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ότι δεν είχε ιδία αντίληψη αναφορικά με την προέλευση των υπογραφών της επιταγής ή των οδηγιών για τη μη πληρωμή. Έλειπε επομένως παντελώς το υλικό που θα μπορούσε να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. .. " Συνεπώς κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η υπογραφή στις επιταγές ανήκει στον κατηγορούμενο 2 και δεν μπορεί να υπάρξει σύνδεση του με την έκδοση τους. Ως εκ τούτου οι κατηγορίες 4, 5, 6 και 8 εναντίον του κατηγορούμενου 2 απορρίπτονται. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, αναφέρω εδώ ότι ακόμη και σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφάσιζε διαφορετικά για το θέμα της υπογραφής ότι δηλαδή η υπογραφή ανήκει στον κατηγορούμενο 2, και πάλιν η κατάληξη σε σχέση με τις κατηγορίες 4, 5, 6 και 8 θα ήταν η ίδια και ο κατηγορούμενος 2 θα απαλλασσόταν αφού κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί σε κάθε περίπτωση ούτε το δεύτερο στοιχείο με βάση την αναφερθείσα Νομολογία δηλαδή το στοιχείο της ένοχης διάνοιας. Αναφέρω εδώ ότι εκ της Νομολογίας προκύπτει ότι σε ότι αφορά περιπτώσεις που η κατηγορία στρέφεται εναντίον συνεργού, είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης της επιταγής, ο συντάκτης της γνώριζε ότι κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν θα εξοφλείτο λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Αυτό κρίνεται ότι συνιστά την απαιτούμενη ένοχη διάνοια συνεργού κατά την διάπραξη του αδικήματος. Έχοντας λοιπόν τα πιο πάνω υπόψη και ερχόμενος στην ουσία του πράγματος, αναφέρω εδώ ότι στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι η μαρτυρία που έχει δοθεί και έγινε αποδεκτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να οδηγήσει στο συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος 2 κατά την έκδοση των επιταγών πιο πάνω γνώριζε όλες τις ουσιώδεις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων από την εταιρεία και συνεπώς κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί το στοιχείο της ένοχης διάνοιας. Σε κάθε περίπτωση αναφέρω πως έχοντας κατά νου τα πιο κάτω έχουν δημιουργηθεί αμφιβολίες στο Δικαστήριο για το θέμα αυτό. (α) Κατ' αρχήν να σημειωθεί ότι ουδείς εκ των μαρτύρων συνάντησε ή έχει μιλήσει με τον κατηγορούμενο 2 είτε κατά την έκδοση των επιταγών είτε σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο αναφορικά με τις επιταγές αυτές αλλά ούτε και για οτιδήποτε άλλο. Συνεπώς ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει καμία μαρτυρία αναφορικά με λόγια ή συμπεριφορά του κατηγορούμενου 2 που σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία να συνηγορεί στην ύπαρξη της απαιτούμενης γνώσης από πλευράς του. (β) Πέραν τούτου το Δικαστήριο εν συνεχεία και των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ3, είναι προφανές πως δεν έχει εικόνα για το τι ακριβώς ίσχυε μετά την 10η/07/12 οπότε έληξε το προσωρινό όριο στο λογαριασμό. Είναι ξεκάθαρο σημειώνω πως υπήρχε κάποια διευθέτηση με την τράπεζα εν σχέση με τον λογαριασμό και δεν μπορεί να ίσχυαν, όπως εξάλλου αναφέρθηκε σε άλλο σημείο πιο πάνω, σε καμία περίπτωση αυτά που ο μάρτυρας ανέφερε είτε ότι με τη λήξη του ορίου έπρεπε ουσιαστικά να πληρωθεί όλο το ποσό είτε ότι μετά τις 10/07/12 πληρώνονταν επιταγές κατ' επιλογή κατόπιν ενός καθημερινού αγώνα και ανάλογα με τις καταθέσεις που εγίνονταν στο λογαριασμό. Ο λογαριασμός και μετά την 10η/07/12 λειτουργούσε κανονικά με καταθέσεις πολλών εκατομμυρίων και με πληρωμές εκατοντάδων επιταγών εκατομμυρίων επίσης όπως εξάλλου παραδέχτηκε ο μάρτυρας. Αξίζει επίσης να σημειώσω εδώ πως το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού κυμάνθηκε την περίοδο από 01/08/12 και μέχρι τις 31/10/12, μέσα στην οποία πληρώθηκαν εκατοντάδες επιταγές και δεν επιστράφηκαν παρά μόνον οι 3-4 που αναφέρθηκαν πιο πάνω για άγνωστους λόγους, από €1.838.710,66.- μέχρι €3.698.554,54.-, ενώ ακολούθως συνέχισαν να πληρώνονται επιταγές με το όριο να αυξάνεται. Ενδεικτικά όμως θα ήθελα εδώ να αναφέρω ότι από 01/08/12 μέχρι 09/08/12 ο λογαριασμός αυξήθηκε κατά €6.000.000.- περίπου και έφτασε τα €8.836.152,76.- και τούτο κατόπιν εξαργύρωσης επιταγών, ενώ την 31/08/12 το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν €604.676,93 και ακολούθως αυξήθηκε. Επαναλαμβάνω δε αυτά έγιναν χωρίς να υπάρξει επιστροφή οιασδήποτε επιταγής. Ο λογαριασμός συνεπώς όπως προκύπτει με βάση αυτά λειτουργούσε κατά τον ίδιο τρόπο όπως και πριν την 10η/07/
  3. (γ) Εν συνεχεία δε των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω, αναφέρω περαιτέρω πως το Δικαστήριο δεν έχει επίσης εικόνα ούτε για το τι είναι αυτό που άλλαξε ξαφνικά μέσα Δεκεμβρίου του 2012 οπότε ξεκίνησαν να επιστρέφονται επιταγές και ο λογαριασμός μπήκε στο ΚΑΠ, με δεδομένο μάλιστα ότι το χρεωστικό υπόλοιπο κυμαινόταν όπως και την αμέσως προηγούμενη περίοδο, ή για το ποιος και κάτω από ποιες συνθήκες στην τράπεζα έλαβε την απόφαση να αρχίσει να επιστρέφει τις επιταγές και αν γνώριζε ο κατηγορούμενος 2 την απόφαση αυτή και από πότε. Έχει σημασία όμως εδώ να αναφερθεί επίσης ως απόλυτα σχετικό ότι η υλοποίηση των ειδικών όρων του τεκμ.13 για πώληση ακινήτων φαίνεται να συνέχισε ακόμη και μετά την είσοδο στο ΚΑΠ όπως δέχτηκε ο ΜΚ3 αφού μέχρι και την 31η/12/12 υπάρχει κατάθεση στον επίδικο λογαριασμό €2.000.000.- που προέρχεται από την πώληση ακινήτου/ων. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο επαναλαμβάνω δεν έχει εικόνα για το τι ακριβώς ίσχυε μετά τις 10/07/12 και μέχρι το τέλος του
  4. (δ) Περαιτέρω οι κατηγορούμενοι 1 ήταν μια δημόσια εταιρεία, με τζίρο περί τα 200 εκατομμύρια ευρώ ετησίως (βλ. μαρτυρία ΜΚ3 και τεκμ.11) και ο επίδικος λογαριασμός στις 26/09/12 οπότε εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές φαίνεται να λειτουργούσε κανονικά χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα και χωρίς να υπάρχουν επιστρεφόμενες επιταγές για οποιοδήποτε λόγο. Επίσης αξίζει να αναφερθεί ότι πέραν των λοιπών καταθέσεων της εταιρείας στον επίδικο λογαριασμό, γίνονταν καταθέσεις με άντληση κεφαλαίων από άλλο λογαριασμό της εταιρείας στον οποίο αναφέρθηκε ο ΜΚ3 (αρ.04811006488) με προσωρινό όριο €9.000.000.- που έληγε πολύ αργότερα της έκδοσης των επιταγών και συγκεκριμένα στις 16/01/
  5. Σημειώνω εδώ ότι μόνον τον μήνα Σεπτέμβριο του 2012, οι καταθέσεις που προέρχονταν από τον λογαριασμό αυτό ανήλθαν συνολικά όπως προκύπτει με βάση το τεκμ.14 σε €8.781.665.-. (ε) Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνω πως δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου πως ο κατηγορούμενος 2 κατά την έκδοση των επιταγών στις 26/09/12 γνώριζε πως οι επιταγές κατά τις ημερομηνίες που θα κατατίθεντο για πληρωμή δηλαδή από 2 μέχρι και 5 μήνες μετά, δεν θα εξαργυρώνονταν. Δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε τέτοια στοιχεία ενώπιον του με βάση τα οποία θα μπορούσε να προβλέψει ότι οι επιταγές δεν θα πληρώνονταν τελικά. (στ) Γενικότερα όμως θα πρόσθετα εδώ ότι τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μάλλον το αντίθετο καταδεικνύουν, ότι δηλαδή στις 26/09/12 ο κατηγορούμενος 2 όχι μόνον δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ότι οι επιταγές δεν θα πληρώνονταν όταν θα παρουσιάζονταν για πληρωμή αλλά είχε κάθε λόγο να πιστεύει με βάση πάντα τα δεδομένα που υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι επιταγές θα πληρώνονταν. (ζ) Πριν ολοκληρώσω να αναφέρω εδώ τα εξής εν σχέση με σχετικές θέσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής στη γραπτή του αγόρευση. (i) Οικονομικές καταστάσεις 1ου εξαμήνου του 2012 (τεκμ.11) και αγορά αξιόγραφων ΜΑΕΚ Δεν θεωρώ πως η γνώση από μέρους του κατηγορούμενου 2 των οικονομικών καταστάσεων με βάση τις οποίες η εταιρεία παρουσιάζει ζημιές εν σχέση με το ίδιο εξάμηνο του προηγούμενου έτους ή η αγορά των αξιόγραφων τον Ιούλιο του 2011 από μόνα τους σημαίνουν κάτι σημαντικό για την υπόθεση ή το θέμα που εξετάζει το Δικαστήριο. Αποτελούν θεωρώ, μαζί με άλλα στοιχεία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή, διάσπαρτα στοιχεία που δεν αποδεικνύουν οτιδήποτε, αφού δεν προκύπτει με βάση αυτά ένα μοναδικό συμπέρασμα ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε όταν εξέδιδε τις επιταγές ότι αυτές κατά την παρουσίαση τους δεν θα εξαργυρώνονταν. (ii) Αλόγιστες και Απερίσκεπτες Ενέργειες - RECKLESSNESS (παραγραφ.26-34 της γραπτής αγόρευσης) Κατά την άποψη μου δεν θεωρώ πως το θέμα αυτό χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης. Έχοντας αφενός αποφασίσει σε άλλο σημείο πιο πάνω ότι δεν αποδείχθηκε πως ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι οι επιταγές κατά την παρουσίαση τους για πληρωμή δεν θα πληρώνονταν και αφετέρου αμέσως πιο κάτω ότι δεν είχε λόγο ή υποψία για να πιστεύει κάτι τέτοιο, θεωρώ πως δεν υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω συζήτηση του θέματος αυτού. Βεβαίως οφείλω να πω επίσης εδώ με κάθε σεβασμό ότι όσα εν πάση περιπτώσει αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής σχετικά, δεν έχει αποδειχθεί ότι αποτελούν τέτοιες ενέργειες από μέρους του κατηγορούμενου
  6. (iii) Εθελοτυφλία - WILLFUL BLINDNESS (παραγραφ.35-40 της γραπτής αγόρευσης) Κατ' αρχήν να σημειωθεί ότι και η εθελοτυφλία καταδεικνύει γνώση και είναι ποινικά κολάσιμη. Στην υπόθεση Henry Hudfield v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414 στη σελίδα 428 παραπέμπει στο απόσπασμα από το Criminal Law Review, 1989, σελίδα 212, το οποίο αναφέρει, υπό μορφή σχολίου, τι αποτελεί εθελοτυφλία η οποία συνιστά γνώση: "A requirement of knowledge is sometimes held to be satisfied by proof of a "willful blindness" as where "the defendant had deliberately shut his eyes to the obvious or refrained from inquiring because he suspected the truth but did not want to have his suspicion confirmed". Westminster City Council v. Croyalgrange
(1986)2 All E.R. 353 at p.359 (H.L.)" Σε ελεύθερη μετάφραση: «Μερικές φορές θεωρείται ότι υπάρχει το στοιχείο της γνώσης με την απόδειξη εθελοτυφλίας όπου π.χ. ο κατηγορούμενος εσκεμμένα έκλεισε τα μάτια του στο φανερό (αγνόησε το φανερό) ή δεν προέβη σε διερεύνηση καθότι υποψιάστηκε την αλήθεια αλλά δεν επιθυμούσε να επιβεβαιωθούν οι υποψίες του.» Στο ίδιο απόσπασμα πιο πάνω γίνεται αναφορά στην υπόθεση Safiullah v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 472, όπου ακριβώς αποφασίστηκε ότι η εθελοτυφλία είναι ικανή να αποδώσει γνώση. Με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης όμως και έχοντας υπόψη την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, κρίνω ότι δεν έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία οιεσδήποτε υποψίες του κατηγορούμενου 2 που να ισοδυναμούν με τόσο σοβαρή υποψία περί επιστροφής των επιταγών κατά τις ημερομηνίες που τέθηκαν σαν ημερομηνίες πληρωμής και στην οποία υποψία ηθελημένα έκλεισε τα μάτια και δεν ρώτησε ή διερεύνησε οτιδήποτε περαιτέρω για να μην επιβεβαιώσει τις υποψίες του. Αντίθετα τα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύουν ότι ο λογαριασμός κατά την έκδοση των επιταγών αν και με χρεωστικό υπόλοιπο λειτουργούσε κανονικά, γίνονταν πιστώσεις μεγάλων ποσών και οι επιταγές που κατατίθεντο πληρώνονταν κανονικά, με βάση προφανώς διευθέτηση μεταξύ της τράπεζας και των κατηγορουμένων 1, και δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο να δημιουργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επιταγών οιεσδήποτε υποψίες ως ανωτέρω αναφέρεται. Δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία για παράδειγμα περί ειδοποίησης των κατηγορουμένων 1 και του κατηγορούμενου 2 ότι η διευθέτηση που είχε συμφωνηθεί για πληρωμή επιταγών τερματίζεται πριν την έκδοση των επίδικων επιταγών ή υπό συγκεκριμένες προυποθέσεις πριν την έκδοση των επιταγών, οι οποίες προυποθέσεις να μην τηρήθηκαν, οπότε το αποτέλεσμα της κατάθεσης τους για πληρωμή θα ήταν κατά κάποιο τρόπο αναμενόμενο. Η γνώση του υπολοίπου του λογαριασμού αναφέρεται εδώ δεν μπορεί να συνεπάγεται από μόνη της τέτοια υποψία, όταν επαναλαμβάνω ο λογαριασμός λειτουργούσε με τον τρόπο που έχει αναφερθεί πιο πάνω και δεν υπήρχε οτιδήποτε κατά την έκδοση των επιταγών που να έδειχνε ότι τα πράγματα θα διαφοροποιούνταν. Σε κάθε περίπτωση αναφέρεται επίσης εδώ ότι όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αναφέρει προς υποστήριξη του στοιχείου αυτού θεωρώ πως δεν αποδεικνύουν το ζητούμενο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 1, 2, 3 και 7 εναντίον των κατηγορούμενων 1. Όμως απέτυχε να το πράξει για τις κατηγορίες 4, 5, 6 και 8 εναντίον του κατηγορούμενου 2. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 1 κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες 1, 2, 3 και 7, ενώ ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται από το σύνολο των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Αναφορικά με το θέμα εξόδων και έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, επιδικάζω έξοδα υπέρ των παραπονούμενων και εναντίον των κατηγορούμενων 1, και έξοδα υπέρ του κατηγορούμενου 2 και εναντίον των παραπονούμενων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Μ.Παπαθανασίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Τελική Απόφαση/Έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα/ Άρθρα 20 και 305Α
(1)Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.