← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΟΛΑΡΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 27316/11, 7/7/2015

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΟΛΑΡΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 27316/11, 7/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27316/11 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΟΛΑΡΗΣ Κατηγορούμενος ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7/7/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κος Γιάννος Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κα Μαρία Νεοφύτου Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 27ην Απριλίου 2011 στην τοποθεσία ΄΄Τρεμιθούδια΄΄ έδαφος του χωριού Πρόδρομος της επαρχίας Λεμεσού, παράνομα προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στην Παρθενόπη Βιολάρη Μαυροβουνιώτη από την Λεμεσό. Η δεύτερη κατηγορία της εξύβρισης. αναστάληκε σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η νομοθετική διάταξη που διέπει την επίδικη κατηγορία, είναι αυτή του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: << Όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές>>. Με βάση την πιο πάνω νομοθετική διάταξη, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α) η πρόκληση Β) με παράνομη ενέργεια του αδικοπραγούντα Γ) βαριάς σωματικής βλάβης Δ) σε άλλο πρόσωπο Επίσης, μέσα από το λεκτικό της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης, προκύπτει ότι για την διάπραξη του αδικήματος δεν απαιτείται ειδική πρόθεση. Είναι αρκετό για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, η βαριά σωματική βλάβη να είναι το αποτέλεσμα της παράνομης ενέργειας του αδικοπραγούντα. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ΄΄βαριά σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη που ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό ή επικίνδυνη σωματική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή μόνιμη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται μέχρι τη μόνιμη παραμόρφωση ή τη μόνιμη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωματικού οργάνου, μεμβράνης ή αίσθησης΄΄. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ακροαματική διαδικασία, δυστυχώς λόγω των συνεχών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος, σε συνδυασμό με άλλους έκτακτους και απρόβλεπτους παράγοντες οι οποίοι ελάμβαναν χώρα κατά διαστήματα και οι οποίοι είναι καταγραμμένοι στα πρακτικά, έχουν επηρεάσει δραστικά στην καθυστέρηση της παρούσας υπόθεσης, η οποία άρχισε η ακροαματική της διαδικασία στις 7/5/2014 και παρόλη την προσπάθεια του Δικαστηρίου να δώσει άμεση προτεραιότητα λόγω της παλαιότητας της, διότι ήταν από τις παλαιότερες του πινακίου που ανέλαβε το παρόν Δικαστήριο τον Ιανουάριο του 2014 και παρόλες τις σύντομες και συνεχείς ημερομηνίες που όριζε το Δικαστήριο για συνέχιση, εν τούτοις οι πιο πάνω παράγοντες οι οποίοι είναι καταγραμμένοι στα πρακτικά, δεν επέτρεψαν στο να ολοκληρωθεί η ακροαματική διαδικασία σε πιο σύντομο χρονικό διάστημα, ως ήταν και η προτεραιότητα και καθήκον του Δικαστηρίου. Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο Υπαστυνόμος Σπύρος Νικολάου, ο οποίος ανέφερε ότι υπηρετεί στην Εισαγγελία Λευκωσίας, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και κατέθεσε τα τεκμήρια 1, 2 και

  1. Συγκεκριμένα, τα τεκμήρια 1 και 2, αποτελούσαν μέρος της κυρίως εξέτασης του και πρόκειται για τις καταθέσεις του, στις οποίες καταγράφει τις ενέργειες που έχει προβεί στα πλαίσια των καθηκόντων του που αφορούσαν την λήψη καταθέσεων και πρόσαψη κατηγοριών, όπως είναι το τεκμήριο 3, το οποίο και αναγνώρισε. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν έχει προβεί σε οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε σε περαιτέρω γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και κυρίως για το πλαίσιο γεγονότων κάτω από το οποίο άρχισε η διερεύνηση των παραπόνων των εμπλεκόμενων μερών και κατέθεσε περαιτέρω το τεκμήριο 4 και αναφέρθηκε σε λήψη περαιτέρω μαρτυρικού υλικού και αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που άπτονταν των ενεργειών του και οι οποίες αμφισβητήθηκαν δια των σχετικών υποβολών. Ως Μ.Κ. 2, κατέθεσε η Γ/Αστ. 2064 κα Δήμητρα Σταύρου, η οποία κατέθεσε τα τεκμήρια 5 έως
  2. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της - τεκμήριο 5, στην οποία κάνει αναφορά στις ενέργειες που έχει προβεί στα πλαίσια διερεύνησης σχετικών παραπόνων, ως επίσης και στην λήψη μαρτυρικού υλικού και τεκμηρίων και σε υποδείξεις σκηνών και στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, αναγνώρισε και κατέθεσε τα πιο πάνω αναφερόμενα τα οποία συσχέτισε με τις ενέργειες που έχει προβεί, ως επίσης αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, ως το άτομο από τον οποίο έλαβε ανακριτική κατάθεση - τεκμήριο
  3. Περαιτέρω η μάρτυρας αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθαν στην κατοχή της τα σχετικά τεκμήρια που κατέθεσε, ως επίσης έκανε αναφορά ως προς το τι αυτά τα τεκμήρια αφορούσαν και γενικά ανέλυσε και περιέγραψε τις ενέργειες που είχε προβεί η ίδια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, όπως π.χ. η υπόδειξη σκηνών και ανέλυσε σχετικό φωτογραφικό υλικό. Επίσης η μάρτυρας αναφέρθηκε στα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, όπως είναι π.χ. από την λήψη των καταθέσεων και τα όσα ανέφεραν οι εμπλεκόμενοι. Αντεξεταζόμενη, απαντούσε σε ερωτήσεις που άπτονταν των ενεργειών που είχε προβεί, υπεραμυνόμενη την ορθότητα, αντικειμενικότητα, πληρότητα και αμεροληψία αυτών, όπως είναι ο τρόπος λήψης της κατάθεσης από τον κατηγορούμενο, ο σκοπός λήψης κατάθεσης από τον ιατρό Ζωδιάτη και γενικά αναφέρθηκε στις ενέργειες που είχε προβεί και που αυτές αποσκοπούσαν, δικαιολογόντας και αιτιολογόντας ταυτόχρονα τις εν λόγω ενέργειες και περαιτέρω αναφέρθηκε στο τι περιήλθε στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της μέσα από τις καταθέσεις των εμπλεκόμενων μερών. Ως Μ.Κ. 3, κατέθεσε ο αστ. 1495 κ. Μάριος Κλεάνθους, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε τις καταθέσεις του - τεκμήρια 11 και
  4. Στο τεκμήριο 11, κάνει αναφορά στην λήψη του παραπόνου από την παραπονούμενη, η οποία ήταν συνοδευόμενη από τον σύζυγο της και το παράπονο αφορούσε ουσιαστικά την επίδικη κατηγορία. Επίσης γίνεται αναφορά στην λήψη κατάθεσης από την παραπονούμενη και την χορήγηση σε αυτήν του εντύπου - τεκμήριο 13 το οποίο και αναγνώρισε στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, για ιατρική εξέταση στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού, λόγω παραπόνων από την παραπονούμενη για δυνατούς πόνους στην σπονδυλική στήλη. Στο δε τεκμήριο 12, ο μάρτυρας απλά ανέφερε ότι δεν έχει συνομιλήσει με οποιονδήποτε αστυνομικό σταθμό από τον αστυνομικό σταθμό Πεδουλά αναφορικά με την παρούσα υπόθεση. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε την παραπονούμενη και τον σύζυγο της δια μέσου του τεκμηρίου 9 και έδωσε συνοπτική περιγραφή για το ισχυριζόμενο παράπονο πόνου που είχε η παραπονούμενη. Αντεξεταζόμενος, περιέγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε την κατάθεση από την παραπονούμενη και την κατάσταση που αυτή βρισκόταν, αιτιολόγησε την ύπαρξη της δεύτερης του κατάθεσης και της χορήγησης του τεκμηρίου 13, αναφέρθηκε στην πηγή λήψης των οδηγιών του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι έδωσε την δεύτερη κατάθεση για να βοηθήσει την παραπονούμενη και τον σύζυγο της ο οποίος είναι αστυνομικός, λέγοντας ότι δεν γνώριζε εάν ήταν αστυνομικός. Ως Μ.Κ. 4, κατέθεσε ο λοχίας κ. Λεωνίδας Ζηνοβίου, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 14, στην οποία κάνει αναφορά στις οδηγίες που είχε δώσει στον Μ.Κ. 3 για να λάβει κατάθεση από την παραπονούμενη, ως επίσης αναφέρθηκε στην επικοινωνία που είχε με τον σταθμάρχη του αστυνομικού σταθμού Πεδουλά. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε την παραπονούμενη και τον σύζυγο της δια μέσου του τεκμηρίου 9, λέγοντας επίσης ότι γνωρίζει ότι η παραπονούμενη είχε πόνους στην μέση διότι η ίδια το ανέφερε. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του την επίδικη ημέρα ως προς το παράπονο που είχε ληφθεί και τα όσα του ανέφερε συνάδελφος του, αιτιολόγησε τις ενέργειες του ως προς την επαφή που είχε με άλλο αστυνομικό σταθμό και την λήψη της κατάθεσης από την παραπονούμενη στον αστυνομικό σταθμό που υπηρετούσε ο μάρτυρας, αναφέρθηκε στην κατάσταση που βρισκόταν η παραπονούμενη, αιτιολόγησε το παραπεμπτικό έντυπο όπως εξεταστεί η παραπονούμενη στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού και γενικά ανέφερε ο μάρτυρας όλα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του την επίδικη ημέρα. Ως Μ.Κ. 5, κατέθεσε η Υπαστυνόμος κα Γεωργία Ανδρέου, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε τις καταθέσεις της - τεκμήρια 15 και
  5. Στις καταθέσεις της η μάρτυρας, κάνει αναφορά στις ενέργειες που έχει προβεί και που αφορούσαν διερεύνηση παραπόνων από τα εμπλεκόμενα μέρη, όπως είναι η λήψη μαρτυρικού υλικού και τεκμηρίων και σχετικών υποδείξεων, αναφέρεται στις συνθήκες κάτω από τις οποίες της ανατέθηκε η διερεύνηση των παραπόνων, ως επίσης αναφέρθηκε στα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την διερεύνηση των παραπόνων και την λήψη του ανάλογου μαρτυρικού υλικού, περιγράφοντας τα διάφορα στάδια που ακολούθησε, αιτιολογώντας αυτά ταυτοχρόνως. Επίσης αναφέρθηκε στην στάση που αντίκρυσε στο σπίτι του κατηγορουμένου, το οποίο εν ολίγοις το έχει περιγράψει ως καχύποπτο έναντι της και ότι η ίδια ήταν μεροληπτική εναντίον του κατηγορουμένου, ως επίσης και την μετέπειτα αποχώρηση της από την διερεύνηση των παραπόνων. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, το τεκμήριο 10 και δια μέσου του τεκμηρίου 9 τον σύζυγο της παραπονούμενης, κατέθεσε τα τεκμήρια 17 και 18 τα οποία παρέλαβε από τον σύζυγο της παραπονουμένης, ήτοι ιατρικό πιστοποιητικό από το ακτινολογικό τμήμα από το γενικό νοσοκομείο Λεμεσού και η σχετική άδεια ασθενείας αντίστοιχα. Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στα όσα γνώριζε για το τεκμήριο 10, τόσο ως προς την περιγραφή του, όσο και την μαρτυρία που συνέλεξε για αυτό κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, όπως π.χ. οι σχετικοί ισχυρισμοί που έμαθε, μέχρι του σημείου που απεχώρησε από την υπόθεση, διότι δεν την έχει ολοκληρώσει. Έδωσε εξηγήσεις για την πιο λεπτομερή κατάθεση της - τεκμήριο 16 και που αφορούσε την καταγγελία που έγινε για ισχυριζόμενη μεροληπτική στάση, κατέθεσε το τεκμήριο 19 περιγράφοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει αυτή συνταχθεί και τι αυτή περιελάμβανε, λέγοντας επίσης ότι μέχρι τις 10/5/2011 διερευνούσε υπόθεση συμπλοκής και δεν του είχε αναφερθεί οτιδήποτε για βαριά σωματική βλάβη από οποιονδήποτε και τέλος, κατέθεσε το τεκμήριο 20, όπου είναι η κατάθεση του κ. Κυριάκου Φραντζή, ως μέρος των ενεργειών που είχε προβεί η ίδια και τι αυτή η κατάθεση περιελάμβανε. Ως Μ.Κ. 6, κατέθεσε ο αστ. 4533 κ. Μάριος Λεωνίδου, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε τις καταθέσεις του - τεκμήρια 21, 22 και
  6. Στις καταθέσεις του, κάνει αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθαν στην αντίληψη του τα σχετικά παράπονα και τις οδηγίες που είχε λάβει για να βοηθήσει στην διερεύνηση αυτών, αναφέροντας τα όσα του είπε ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του, τα όσα του λέχθησαν και υποδείχθησαν στην επίδικη σκηνή και την εκεί κατάσταση και ευρήματα και την κατάσταση που ήταν ο κατηγορούμενος, ως επίσης γενικά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε το μαρτυρικό υλικό στο οποίο είχε ο ίδιος εμπλοκή και την επικοινωνία που είχε με άλλο αστυνομικό τμήμα και την πληροφόρηση που έλαβε, αρνούμενος ότι είχε εκτελέσει πλημελώς και μεροληπτικά τα καθήκοντα του. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, δια μέσου του τεκμηρίου 9 αναγνώρισε την υποδειχθείσα σκηνή, την παραπονούμενη και τον σύζυγο της, έδωσε λεπτομέρειες για την κατάσταση του κατηγορουμένου την επίδικη μέρα και τι του ανέφερε ο κατηγορούμενος ως προς το παράπονο του. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε τις οδηγίες για να παράσχει βοήθεια στην διερεύνηση της υπόθεσης και τι έχει περιέλθει στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και πιο συγκεκριμένα σε ισχυρισμούς των εμπλεκόμενων προσώπων, ως επίσης αναφέρθηκε στην επικοινωνία που είχε με άλλο αστυνομικό σταθμό. Επίσης αναφέρθηκε στους λόγους που οδήγησαν στην πιο λεπτομερή κατάθεση του - τεκμήριο 23, λόγω του παραπόνου του κατηγορούμενου, η οποία όμως αφορά την παρούσα υπόθεση, αρνούμενο σχετική υποβληθείσα θέση ότι μεροληπτούσε υπέρ του συζύγου της παραπονούμενης. Ως Μ.Κ. 7, κατέθεσε ο κ. Δημήτρης Νικολάου, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 25, στην οποία κάνει αναφορά στην χωρομετρική εργασία που προέβη την επίδικη μέρα στην επίδικη τοποθεσία, στα πλαίσια συνοριακής διαφοράς μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών και σε κάποια φάση, χωρίς να έχει οπτική επαφή, άκουσε κάποιες φωνές που διήρκησαν για λίγο, όπου σε κατοπινό στάδιο άκουσε ότι έχουν μαλλώσει ο κατηγορούμενος με τον σύζυγο της παραπονούμενης. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και αναγνώρισε δια μέσου του τεκμηρίου 9 την παραπονούμενη και τον σύζυγο της, ως επίσης και την επίδικη σκηνή, στην οποία τα εμπλεκόμενα μέρη κατά την επιτόπια εξέταση δεν είχαν οποιαδήποτε εμφανή κτυπήματα. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε τα άτομα τα οποία ήταν παρόντα, μερικά εκ των οποίων τα αναγνώρισε, όπως π.χ. το ζεύγος Μαυροβουνιώτη και τον κατηγορούμενο, ως επίσης περιέγραψε τα καθήκοντα που εκτελούσαν τα παριστάμενα πρόσωπα στα πλαίσια της συνοριακής διαφοράς, ως επίσης και το τι έκαναν τα υπόλοιπα πρόσωπα που ήταν παρόντα. Δεν ήταν σε θέση να ξεχωρίσει τι ακριβώς ήταν οι φωνές που άκουσε και τι ακριβώς άκουσε για το επίδικο συμβάν. Ως Μ.Κ. 8, κατέθεσε ο κ. Ανδρέας Κυπριανού, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε τις καταθέσεις του - τεκμήρια 26 και 27, οι οποίες ουσιαστικά ευθυγραμμίζονται ως προς το περιεχόμενο τους με την μαρτυρία του Μ.Κ. 7, με εξαίρεση το γεγονός ότι ο εν λόγω μάρτυρας είναι βοηθός κτηματολογικός λειτουργός και κατέθεσε το τεκμήριο 28, το οποίο είναι η σχετική ειδοποίηση που αποστάληκε στα πλαίσια της συνοριακής διαφοράς και με την επιπρόσθετη αναφορά στο τεκμήριο 27, ότι ο μάρτυρας ειδοποίησε κάποιο άτομο για τις φωνές που έχει ακούσει, ως επίσης και στο ότι δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε γυαλιά στον χώρο και να τα έχει δώσει στην ηλικιωμένη γυναίκα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, ως επίσης δια μέσου του τεκμηρίου 9 το ζεύγος Μαυροβουνιώτη και την επίδικη σκηνή, στην οποία δεν εντόπισε τα εμπλεκόμενα μέρη να έχουν οποιαδήποτε κτυπήματα. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι η παραπονούμενη περπατούσε κανονικά μέχρι το τέλος, ανέφερε τα άτομα που ήταν μαζί του κατά την επιτόπια εξέταση η οποία διήρκησε περίπου μισή ώρα και περιέγραψε την εξέταση που έγινε και τις αντιδράσεις των παρευρισκομένων και μετά απομακρύνθηκαν από το μέρος για να διευθετήσουν άλλη εξέταση, χωρίς να έχει δει να κτυπά κάποιος οποιονδήποτε. Επίσης αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε την κατάθεση του. Ως Μ.Κ. 9, κατέθεσε ο κ. Διονύσης Καταφυγής, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε τις καταθέσεις του - τεκμήρια 29 και 30, στις οποίες κάνει αναφορά στο επάγγελμα του ως τεχνικός μηχανικός και κατά τα υπόλοιπα, η μαρτυρία του στις καταθέσεις και στο υπόλοιπο της κυρίως εξέτασης του, είναι ευθυγραμμισμένη με αυτή του Μ.Κ.
  7. Αντεξεταζόμενος, περιέγραψε και αυτός τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την επιτόπια εξέταση, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε κατάθεση και τι περιήλθε στην αντίληψη του για το επίδικο περιστατικό, ως επίσης και ποιοι ήταν παρόντες στην σκηνή και τι έκαναν. Ως Μ.Κ. 10, κατέθεσε ο κ. Στυλιανός Ευαγγελίδης, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση της - τεκμήριο 31, στην οποία και αυτός με την σειρά του ως τεχνικός μηχανικός χωρομετρίας, περιέγραψε με κάποια περισσότερη λεπτομέρεια, τα όσα αντιλήφθηκε ο ίδιος κατά την επιτόπια εξέταση την οποία και περιέγραψε, ανέφερε ποιοι ήταν παρόντες, τι λέχθηκε από τα εμπλεκόμενα μέρη και ότι ακολούθως μετά που αποχώρησε από το μέρος, άκουσε κάποιες φωνές και σε κατοπινό στάδιο, πληροφορήθηκε ότι τα εμπλεκόμενα μέρη είχαν τσακωθεί. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και δια μέσου του τεκμηρίου 9 το ζεύγος Μαυροβουνιώτη και την επίδικη σκηνή, στην οποία δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε πρόσωπο κτυπημένο και δεν έχει καταστεί αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου περιστατικού, πλην όμως η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη και περιέγραψε τις αντιδράσεις των παρευρισκομένων και τα υπό αυτών λεχθέντα. Αντεξεταζόμενος, περιέγραψε την επίδικη σκηνή και τι έχει λάβει χώρα εκεί κατά την επιτόπια εξέταση και τι έχει περιέλθει στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, όπως είναι τα λεχθέντα υπό των άμεσα εμπλεκομένων και την εν γένει συμπεριφορά τους, ως επίσης αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες του ζητήθηκε να δώσει κατάθεση. Ως Μ.Κ. 11 κατέθεσε ο αρχιαστυφύλακας 1730 κ. Νίκος Παμπορίδης, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε τις καταθέσεις του - τεκμήρια 32 και 33, στις οποίες κάνει αναφορά στην λήψη οδηγιών για να βοηθήσει την διερεύνηση των σχετικών παραπόνων και περιέγραψε τις ενέργειες που έχει κάνει προς αυτήν την κατευθυνση, όπως είναι η παρουσία του στην λήψη κατάθεσης, ως επίσης και στην παραλαβή τεκμηρίων και υπόδειξη του τεκμηρίου 10 στον κατηγορούμενο, ειδικότερα δε στο τεκμήριο 33, προβαίνει σε μια εκτενή ανάλυση των ενεργειών που είχε κάνει προς αυτήν την κατεύθυνση και τι περιήλθε στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, όπως π.χ. τα λεχθέντα από τα εμπλεκόμενα μέρη και την αντίδραση και αμφισβήτηση που υπήρξε αναφορικά με το αμερόληπτο των ανακριτών. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, το τεκμήριο 10, ως επίσης δια μέσου του τεκμηρίου 9 τον σύζυγο της παραπονουμένης και την επίδικη σκηνή, πλην όμως δεν αναγνώρισε την παραπονούμενη. Ανέφερε ότι πριν την επίδικη ημερομηνία δεν γνώριζε τον κατηγορούμενο και τον σύζυγο της παραπονούμενης, δεν έχει εντοπίσει εκείνη την ημέρα οποιαδήποτε τραύματα στον κατηγορούμενο και ως προς το τεκμήριο 33, ανέφερε ότι αυτή δόθηκε λόγω του παραπόνου που υπήρξε ότι τα μέλη της αστυνομίας δεν εκτελούσαν όπως έπρεπε τα καθήκοντα τους και το πόρισμα της σχετικής επιτροπής δεν διαπίστωσε οτιδήποτε το μεμπτό. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην μετάβαση του στην επίδικη σκηνή και την ενημέρωση που είχε για το επίδικο συμβάν, στην περιγραφή του τεκμηρίου 10 και την κατάσταση που αυτό βρισκόταν από την παραλαβή μέχρι την παράδοση του και τις οδηγίες και πληροφόρηση που έλαβε για το εν λόγω τεκμήριο το οποίο και έχει μετρήσει, ως επίσης και τι του ανέφερε ο κατηγορούμενος για ένα άλλο σίδερο. Επίσης ερωτήθηκε και έδωσε τις απαντήσεις του αναφορικά με τις έρευνες που είχε κάνει και τι άκουσε να λέγεται από τα εμπλεκόμενα μέρη, ως επίσης και τι περιήλθε στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, λέγοντας ότι στην πορεία έχει αλλάξει ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης. Ως Μ.Κ. 12, κατέθεσε ο Σάββας Μαυροβουνιώτης, σύζυγος της παραπονουμένης και ένας εκ των αυτόπτων και αυτήκοων μαρτύρων του επίδικου συμβάντος. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, τις καταθέσεις του - τεκμήρια 19 και
  8. Στην πρώτη του κατάθεση - τεκμήριο 34 ημερομηνίας 27/4/2011, περιγράφει το επίδικο συμβάν και πιο συγκεκριμένα, την επίδικη μέρα όπου γινόταν επιμέτρηση στα πλαίσια συνοριακής διαφοράς, ο κατηγορούμενος υπήρξε εριστικός και προσβλητικός προς την σύζυγο του και στον ίδιο εκστομίζοντας διάφορες φράσεις, ως επίσης ο κατηγορούμενος δεν ήταν διαθέσιμος να συνεργαστεί ως προς τις υποδείξεις των συνόρων από τους αρμόδιους λειτουργούς. Με την ολοκλήρωση της εξέτασης, ο κατηγορούμενος με απειλητικές διαθέσεις, κρατώντας στο δεξί του χέρι ένα σίδερο, προσέγγισε την σύζυγο του και την έσπρωξε με το αριστερό του χέρι, με αποτέλεσμα η σύζυγος του να πέσει στο έδαφος και να κτυπήσει. Στην συνέχεια ο μάρτυρας, για να προστατέψει την σύζυγο του και επειδή ο κατηγορούμενος κρατούσε ακόμα το σίδερο στο χέρι του και το πρότασσε προς την παραπονούμενη, προσπάθησε να αποσπάσει το σίδερο από τον κατηγορούμενο και σε αυτήν την προσπάθεια, ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να τον απωθήσει με αποτέλεσμα να γλιστρήσει και να πέσει σε παρακείμενο τσιμεντένιο τοίχο δεξαμενής και στην συνέχεια στο έδαφος. Τότε ήταν που ο μάρτυρας κατάφερε να αποσπάσει το εν λόγω σίδερο και να το παραδώσει σε κάποιους από τους παρευρισκόμενους για να μπορέσει να βοηθήσει την σύζυγο του, όπως και έκανε, βοηθώντας την να σηκωστεί και με την βοήθεια άλλων την τοποθέτησε στο αυτοκίνητο του για να την μεταφέρει στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού. Καθ΄ οδόν προς το νοσοκομείο, πέρασε από τον αστυνομικό σταθμό Τροόδους, όπου έγινε η σχετική καταγγελία στον επί καθήκοντα αστυνομικό και ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τον απειλούσε για την επαγγελματική του καριέρα κατά το περιστατικό. Από το περιστατικό, η σύζυγος του τραυματίστηκε σοβαρά από την πτώση της στο έδαφος και ως τους αναφέρθηκε, υπέστη κάταγμα στον 12ο δίσκο σπονδύλου. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που προκλήθηκαν φασαρίες από την συμπεριφορά του κατηγορουμένου και ως προς το επίδικο συμβάν, ανέφερε ότι υπήρχαν παρόντες δύο λειτουργοί του τμήματος κτηματολογίου και χωρομετρίας μαζί με άλλους τρεις συναδέλφους τους για να επιβεβαιώσουν τα πιο πάνω γεγονότα. Στην δεύτερη κατάθεση του - τεκμήριο 19, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του - τεκμήριο 34, κάνοντας αναφορά για το που παρέδωσε το σίδερο που κρατούσε ο κατηγορούμενος, αρνήθηκε ότι κτύπησε τον κατηγορούμενο και την σύζυγο του και εξέφρασε την άποψη ότι τα τραύματα του κατηγορουμένου πιθανόν να προκλήθηκαν κατά την πτώση του στον τσιμεντένιο τοίχο δεξαμενής. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε το τεκμήριο 10 ως το σίδερο για το οποίο έκανε αναφορά στις καταθέσεις του, ως επίσης αναγνώρισε και περιέγραψε από το τεκμήριο 9 την επίδικη σκηνή και το σημείο όπου όλα έχουν εκτυλιχθεί και που έχει περιγράψει, ως επίσης τον εαυτό του και την σύζυγο του. Αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 7 που αφορά την υπόδειξη σκηνών, ανέφερε τα όσα έχει προβεί αναφορικά με το τεκμήριο 10 και ανάφερε γενικά τι έχει γίνει καθ΄ όλην την διάρκεια της επίδικης ημέρας, ως επίσης έκανε αναφορά στο τραύμα της συζύγου του και τις συνέπειες αυτού, αρνούμενος την θέση ότι έχει κτυπήσει τον κατηγορούμενο, ως επίσης αρνήθηκε την θέση ότι χρησιμοποιεί την επαγγελματική του ιδιότητα για την παρούσα υπόθεση. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στα καθήκοντα του που έχει στην 24ετή υπηρεσία του στην αστυνομία, έκανε αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε τις καταθέσεις του αλλά και την κατάθεση που έδωσε η σύζυγος του, περιέγραψε την επίδικη σκηνή, τους παρευρισκόμενους και τι αυτοί έλεγαν και έκαναν, ως επίσης και τις αντιδράσεις τους, την κατάσταση που αυτοί βρίσκονταν, τον τρόπο που ο κατηγορούμενος κτύπησε την παραπονούμενη και την προσπάθεια που ο ίδιος κατέβαλε να αρπάξει το σίδερο από τον κατηγορούμενο το οποίο παρέδωσε μετά σε άλλο πρόσωπο, αναφέρθηκε στο τι του ανέφεραν οι θεράποντες ιατροί σε γενικό νοσοκομείο Λεμεσού και Αχίλλειο αντίστοιχα, ως επίσης αναφέρθηκε στην κατάσταση της συζύγου του λόγω του τραυματισμού της και την βοήθεια που έλαβε από άλλο πρόσωπο. Ως Μ.Κ. 13, κατέθεσε ο κ. Χαρίλαος Χαραλάμπους, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 36, στην οποία κάνει αναφορά ότι την επίδικη μέρα μεσολάβησε για να έρθουν σε επικοινωνία ο γραμματέας του κοινοτικού συμβουλίου Προδρόμου μαζί με λειτουργό του τμήματος χωρομετρίας Λεμεσού. Στην συνέχεια είδε τα εμπλεκόμενα μέρη να απομακρύνονται από την περιοχή και δεν έχει προσέξει εάν ο κατηγορούμενος αιμορραγούσε, λόγω της απόστασης που βρισκόταν και σε κατοπινό στάδιο ενημερώθηκε ότι τα εμπλεκόμενα μέρη τσακώθηκαν και στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνησε ότι απλά άκουσε για το επίδικο συμβάν και ότι είναι η αστυνομία που τον έχει ρωτήσει αν ο κατηγορούμενος αιμορραγούσε. Ως Μ.Κ. 14, κατέθεσε ο κ. Σοφοκλής Νεοφύτου, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε τις καταθέσεις του - τεκμήρια 37 και
  9. Ο μάρτυρας στην κατάθεση του - τεκμήριο 37, κάνει αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες παρέλαβε και παρέδωσε το τεκμήριο 10, στην δε κατάθεση του - τεκμήριο 38, δίδει λεπτομέρειες ως προς την εμπλοκή του και πιο συγκεκριμένα στην βοήθεια που παρήσχε στην παραπονούμενη να περπατήσει μέχρι το αυτοκίνητο του συζύγου της και τι η παραπονούμενη του ανέφερε αναφορικά με το συμβάν, ως επίσης ο μάρτυρας ανέφερε ότι θα γινόταν επιτόπια εξέταση στα πλαίσια συνοριακής διαφοράς και απεκάλυψε την πηγή της γνώσης του. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, το τεκμήριο 10, αναφέρθηκε στο πως γνωρίζει τα εμπλεκόμενα μέρη και αναγνώρισε την επίδικη σκηνή, την παραπονούμενη και τον σύζυγο της δια μέσου του τεκμηρίου
  10. Επίσης περιέγραψε την εμπλοκή του στην βοήθεια της παραπονούμενης και τι έμαθε ο μάρτυρας για το επίδικο συμβάν, ως επίσης και το πως έχει αντιληφθεί τον κατηγορούμενο και την σύζυγο του στο σημείο όπου τους έχει δει. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε την κατάθεση του, στην εμπλοκή του να βοηθήσει την παραπονούμενη η οποία πονούσε και την ίδια ημέρα έμαθε από τον σύζυγο της ότι έχει κτυπήσει στον σπόνδυλο, την εμπλοκή του στην παραλαβή και παράδοση του τεκμηρίου 10, το πως πληροφορήθηκε για το επίδικο συμβάν, την σχέση του με τον σύζυγο της παραπονούμενης και το πως γνώριζε ότι την επίδικη ημέρα θα γινόταν η σχετική επιτόπια εξέταση. Ως Μ.Κ. 15, κατέθεσε ο λοχίας 774 κ. Παντελής Αβρααμίδης, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 39, στην οποία κάνει αναφορά στον ορισμό του ως μέλος ανακριτικής ομάδας που διερευνούσε τα σχετικά παράπονα και περιέγραψε τις ενέργειες που είχε προβεί στα πλαίσια των καθηκόντων του, όπως είναι η λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον Μ.Κ. 12, στην υπόδειξη σκηνών από το ζεύγος Βιολάρη και το ζεύγος Μαυροβουνιώτη και την σχετική φωτογράφηση, ως επίσης και στην παραλαβή ακτινογραφιών από την παραπονούμενη. Στην συνέχια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, ως επίσης τα τεκμήρια 6 και 9 ως τις ακτινογραφίες και φωτογραφίες για τις οποίες αναφέρθηκε στην κατάθεση του και περαιτέρω αναγνώρισε δια μέσου του τεκμηρίου 9 το ζεύγος Μαυροβουνιώτη. Αντεξεταζόμενος, έδωσε στην έκταση που θυμόταν, ότι γνώριζε αναφορικά με την λήψη μαρτυρικού υλικού, όπως είναι η κατάθεση του Μ.Κ. 12 και παραλαβή σχετικών τεκμηρίων, όπως π.χ ακτινογραφιών και γενικά τι γνώριζε για την παρούσα υπόθεση. Ως Μ.Κ. 16, κατέθεσε ο ορθοπεδικός Δρ. Κωνσταντίνος Ζωδιάτης, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 42, στην οποία αναφέρεται ότι στις 9/6/2011 εξέτασε την παραπονούμενη, η οποία δεν παρουσίαζε οποιαδήποτε ουλή που να παραπέμπει σε χειρουργική επέμβαση σπονδύλου και η παραπονούμενη παρουσίαζε άλγος κατά την ψηλάφηση στην περιοχή του 12ου θωρακικού σπονδύλου. Μέσα από τις ακτινογραφίες ημερ. 27/4/2011 και 16/5/2011, φαίνεται ότι υπάρχει κάταγμα στον 12ο θωρακικό σπόνδυλο και υπάρχουν ακτινολογικά σημεία πρόσφατου κατάγματος και ως προς το θέμα του πρόσφατου, φαίνεται καλύτερα στην αξονική τομογραφία. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αλλά και στην αντεξέταση του, αναγνώρισε την παραπονούμενη, περιέγραψε την εξέταση που είχε προβεί και τα ευρήματα του, όπως είναι το άλγος της παραπονούμενης, η απουσία ουλής, η διαπίστωση του κατάγματος, το οποίο προσδιόρισε ότι έγινε χρονικά εντός 3 - 4 μηνών και ότι αυτό είναι πρόσφατο διότι δεν έχει πορωθεί ακόμα, τονίζοντας όμως ότι ασφαλές θα ήταν να διαπιστωθεί το πρόσφατο ή όχι του κατάγματος μέσα από την αξονική τομογραφία. Επίσης, ανέφερε ότι οι δύο ακτινογραφίες ημερομηνίας 27/4/2011 και 16/5/2011 μοιάζουν πάρα πολύ και ότι μοιάζει πάρα πολύ ο μηχανισμός κάκωσης με το κάταγμα όταν έχει ερωτηθεί αν υπάρχει η περίπτωση κάποιος να υποστεί ένα τέτοιο κάταγμα εάν δεχθεί σπρώξιμο και πέσει στο έδαφος καθιστός με το πίσω μέρος του. Ως Μ.Κ. 17, κατέθεσε η κα Μαρίνα Ιωάννου, ακτινογράφος και μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της - τεκμήριο 43, στην οποία αναφέρει ότι έχει εκδόσει την ακτινογραφία ημερομηνίας 27/4/2011 στο όνομα της παραπονούμενης, λόγω του ότι ήταν σε καθήκον την εν λόγω ημέρα στο ακτινολογικό τμήμα του γενικού νοσοκομείου Λεμεσού. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, αναγνώρισε από το τεκμήριο 6 την ακτινογραφία ημερομηνίας 27/4/2011 ως την ακτινογραφία για την οποία έκανε αναφορά στην κατάθεση της στο όνομα της παραπονούμενης. Περιέγραψε την εμπλοκή της στην έκδοση της ακτινογραφίας και πιο συγκεκριμένα στην ακτινογράφηση και την παράδοση της στην ασθενή ή σε νοσοκόμο, την οποία δεν έχει αναγνωρίσει δια μέσου της φωτογραφίας 4 του τεκμηρίου 9 λόγω της παρόδου του χρονικού διαστήματος. Επίσης αναφέρθηκε στην εξακρίβωση των στοιχείων της ασθενούς, στην λήψη των οδηγιών από τον ιατρό των πρώτων βοηθειών για να προβεί στην συγκεκριμένη ακτινογράφηση, στην οποία η εμπλοκή της δεν είναι στην εξαγωγή πορίσματος, αλλά στην διαδικασία με το σχετικό μηχάνημα. Αντεξεταζόμενη, περιέγραψε την διαδικασία που ακολουθείται για την εξακρίβωση στοιχείων του ασθενούς και ανέφερε οτι δεν θυμάται που έχει παραδόσει την ακτινογραφία ημερομηνίας 27/4/
  11. Ως Μ.Κ. 18 κατέθεσε ο λοχίας 1466 κ. Δημήτρης Παπαδημητρίου, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 44, στην οποία κάνει αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες πληροφορήθηκε την υποβολή των σχετικών παραπόνων και τις οδηγίες που δόθησαν προς τον σκοπό διερεύνησης των παραπόνων, όπως είναι η λήψη καταθέσεων από τα εμπλεκόμενα μέρη και τους εκεί παρόντες στην επίδικη σκηνή, η υπόδειξη της σκηνής και συλλογής τυχόν τεκμηρίων και αναφέρθηκε πολύ συνοπτικά τι περιελάμβαναν τα σχετικά τεκμήρια. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε ότι δεν έχει δει ποτέ τα εμπλεκόμενα μέρη, περιέγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκτέλεσε τα καθήκοντα του στα πλαίσια διερεύνησης των σχετικών παραπόνων και υπό ποια ιδιότητα και σε ποια έκταση, ως επίσης και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ενημερώθηκε για το επίδικο συμβάν και τις οδηγίες που δόθησαν. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ενημερώθηκε για το επίδικο συμβάν και τις σχετικές καταγγελίες και γενικά ως προς τις ενέργειες που είχαν γίνει μετά την λήψη σχετικών οδηγιών ως προς την διερεύνηση των παραπόνων. Ως Μ.Κ. 19, κατέθεσε ο Δρ. Γιαννάκης Ιωάννου, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - Τεκμήριο 45, στην οποία κάνει αναφορά στην εξέταση της παραπονούμενης την επίδικη ημέρα, τα ευρήματα και συμπεράσματα του και τις οδηγίες που είχε δώσει, όπως η λήψη φαρμακευτικής αγωγής, οδηγίες για επανέλεγχο σε ορθοπεδικό και χορήγηση άδειας ασθενείας. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε, υιοθέτησε, περιέγραψε και ανέλυσε τα τεκμήρια 13, 17 και 18, ως επίσης έδωσε την δική του εκδοχή για την κλινική εικόνα που εντόπισε μέσα από την ακτινογραφία ημερομηνίας 27/4/2011 του τεκμηρίου 6, περιγράφοντας την κλινική και γενική εικόνα της παραπονούμενης κατά την επίδικη ημέρα και κατά την αντεξέταση του, έδωσε την δική του περιγραφή και εκτίμηση για την κλινική και γενική κατάσταση της παραπονούμενης, δίδοντας την δική του ερμηνεία και εξήγηση για τα δικά του ευρήματα και συμπεράσματα. Ως Μ.Κ. 20, κατέθεσε ο Δρ. Κώστας Κοντοζής, ο οποίος υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 46, ως επίσης και τα εκδοθέντα από αυτόν τεκμήρια 47,48 και
  12. Στην κατάθεση του, αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα εξέτασε την παραπονούμενη και με τον ακτινολογικό έλεγχο διαπίστωσε ότι υπήρχε κάταγμα 12ου θωρακικού σπονδύλου, το οποίο και επιβεβαιώθηκε με την αξονική τομογραφία. Επίσης αναφέρθηκε στις οδηγίες που είχε δώσει, στην χορήγηση φαρμάκων, στην περαιτέρω εξέταση της και στην σύσταση του για διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, περιέγραψε και ανέλυσε το περιεχόμενο των τεκμηρίων 47, 48 και 49 όπου αντιπροσωπεύουν την διάγνωση του περί κατάγματος 12ου θωρακικού σπονδύλου και στην χορηγηθείσα αναρρωτική άδεια. Περαιτέρω, έδωσε την δική του ερμηνεία και εξήγηση αναφορικά με την κλινική και γενική κατάσταση της παραπονούμενης, τα ευρήματα και συμπεράσματα του, αναγνώρισε την παραπονούμενη, την ακτινογραφία ημερομηνίας 27/4/2011 και περιέγραψε το κάταγμα, ως επίσης έδωσε την δική του επιστημονική εξήγηση που άπτεται του θέματος του κατάγματος. Στα ίδια θέματα επικεντρώθηκε και η αντεξέταση του μάρτυρα, στην οποία περιέγραψε την διαδικασία που ακολουθήθηκε την επίδικη ημέρα, στις διαπιστώσεις, ευρήματα και συμπεράσματα του, δίνοντας την δική του ερμηνεία και εξήγηση για τα θέματα που ερωτείτο. Ως Μ.Κ. 21, κατέθεσε η Δρ. Ευαγγελία Λίτσα, ιατρός ακτινοδιαγνώστης, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της - τεκμήριο 50, στην οποία αναφέρει ότι μετά από σχετικό παραπεμπτικό του Μ.Κ. 20, διενεργήθηκε στις 27/4/2011 αξονικός τομογράφος, με βάση τον οποίο διαγνώστηκε συμπιεστικό κάταγμα 12ου θωρακικού σπονδύλου, το οποίο μπορεί να προκληθεί από πτώση του ατόμου και προκαλεί αλλοίωση της μορφολογίας του οστού. Επίσης έχει εξετάσει εκ νέου την παραπονούμενη στις 19/5/2011 μετά από παραπομπή πάλι του Μ.Κ. 20 και διενεργήθηκε μαγνητική τομογραφία και διαπιστώθηκε ότι στον 12ο θωρακικό σπόνδυλο, υπάρχει οστικό οίδημα το οποίο συνεπάγεται πρόσφατο κάταγμα, ελάττωση του ύψους του σώματος και γωνίωση της σπονδυλικής στήλης στο εν λόγω σημείο. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε το περιεχόμενο της αξονικής τομογραφίας ημερομηνίας 27/4/2011 - τεκμήριο 51, ως επίσης και το περιεχόμενο της μαγνητικής τομογραφίας ημερομηνίας 19/5/2011, περιγράφοντας, αναλύοντας, επεξηγώντας και ερμηνεύοντας τα ευρήματα και συμπεράσματα που καταγράφονται σε αυτά. Περιέγραψε την ειδικότητα της η οποία ως ιατρός ακτινοδιαγνώστης και επικεντρώνεται στην διάγνωση, αναγνώρισε δια μέσου της φωτογραφίας 4 του τεκμηρίου 9 την παραπονούμενη, αλλά δεν αναγνώρισε την ακτινογραφία ημερομηνίας 27/4/2011 του τεκμηρίου 6 διότι η πρώτη φορά που την έχει δει ήταν την ημέρα όπου έδιδε μαρτυρία δια ζώσης. Περιέγραψε τον τρόπο όπου μπορεί να προκληθεί ένα τέτοιο κάταγμα, αναφέροντας ότι μπορεί να προκληθεί τέτοιο κάταγμα με τον τρόπο όπου κτύπησε η παραπονούμενη και που προωθήθηκε από την κατηγορούσα αρχή, περιγράφοντας ειδικά το κάταγμα και την εκεί περιοχή του σώματος. Αντεξεταζόμενη, περιέγραψε τα καθήκοντα της, την διάγνωση που είχε προβεί και που επικεντρωνόταν στην λήψη των αποτελεσμάτων της αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας και την έκδοση από την ίδια των συμπερασμάτων της, ως επίσης και την κατάσταση της παραπονούμενης. Ως Μ.Κ. 22, κατέθεσε η παραπονούμενη κα Παρθενόπη Μαυροβουνιώτη, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε τις καταθέσεις της - τεκμήρια 53, 54 και
  13. Το τεκμήριο 53 δόθηκε την επίδικη ημέρα του συμβάντος και στην οποία περιγράφεται το επίδικο συμβάν, στο τεκμήριο 54 δίνονται περισσότερες λεπτομέρειες τόσο ως προς το επίδικο συμβάν, ως επίσης και τι προηγήθηκε πριν το συμβάν, αλλά και τι έγινε μετά από αυτό, όπως είναι η αποχώρηση από την επίδικη σκηνή και την βοήθεια που έλαβε, την κατάθεση που έδωσε, τις επισκέψεις της στο δημόσιο και ιδιωτικό νοσηλευτικό ίδρυμα και τις διαπιστώσεις ως προς το τραύμα της και τις οδηγίες που έχει λάβει, αλλά και στα λεγόμενα του κατηγορουμένου μετά το επίδικο συμβάν όπως τα έχει πληροφορηθεί. Στο τεκμήριο 55 απλά γίνεται αναφορά σε προηγούμενη επέμβαση της γυναικολογικής φύσεως και στην απουσία οποιασδήποτε επέμβασης στον σπόνδυλο και γενικά στην απουσία οποιουδήποτε προβλήματος στον σπόνδυλο κατά το παρελθόν. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, κατέθεσε το τεκμήριο 56 το οποίο άπτεται της επίδικης σκηνής, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, τις ακτινογραφίες - τεκμήριο 6, το τεκμήριο 8, ως προς το τεκμήριο 10 ανέφερε ότι μοιάζει με το σίδερο που κρατούσε ο κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα, αναγνώρισε επίσης τα τεκμήρια 13,18,47,48,49,51,52 και περιέγραψε με αναλύσεις και επεξηγήσεις το περιεχόμενο του τεκμηρίου 9, περιγράφοντας ταυτόχρονα το επίδικο συμβάν και την επίδικη σκηνή και τις αντιδράσεις των παρευρισκομένων και τα λεχθέντα από αυτούς, τόσο πριν, τόσο κατά, όσο και μετά το επίδικο συμβάν, όπως είναι η επίσκεψη της στο Αχίλλειο νοσοκομείο, την περίοδο αποθεραπείας της και γενικά το τι έχει διαδραματιστεί την επίδικη ημέρα. Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε τις καταθέσεις της στην αστυνομία, την συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά την διάρκεια της επιτόπιας εξέτασης στα πλαίσια συνοριακής διαφοράς, τις θέσεις των εμπλεκόμενων μερών, την συμπεριφορά και γενικά τις ενέργειες τους, περιέγραψε το επίδικο συμβάν και πως ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε και την έσπρωξε με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και την αντίδραση του συζύγου της να αφοπλίσει τον κατηγορούμενο από το σίδερο που κρατούσε. Περιέγραψε επίσης τον τρόπο που έφυγε από το μέρος και την βοήθεια που έλαβε και τι ακολούθησε μετά το επίδικο συμβάν, όπως είναι η κατάθεση της και η επίσκεψη της στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού και στο Αχίλλειο ιδιωτικό νοσοκομείο και τι έχει πληροφορηθεί μετά τις σχετικές εξετάσεις και τι οδηγίες έλαβε, ως επίσης και φαρμακευτική αγωγή και αναρρωτική άδεια. Επίσης αρνήθηκε σχετικές υποβληθείσες θέσεις ότι ο κατηγορούμενος δεν την έχει κτυπήσει και ότι τα γεγονότα είναι όπως της τα έχουν υποβάλει, υιοθετώντας εκ νέου τις θέσεις της. Ως Μ.Κ. 23, κατέθεσε ο κ. Χαράλαμπος Σκορδής, υπεύθυνος του ποινικού τμήματος του πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ο οποίος κατέθεσε το τεκμήριο 57, το οποίο είναι το αντίγραφο του κατηγορητηρίου της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 27317/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ως επίσης κατέθεσε το τεκμήριο 58, όπου είναι αντίγραφο της τελικής απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 27317/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι είχε καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και μετά την επεξήγηση στον κατηγορούμενο των δικαιωμάτων του, επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση, η οποία είναι έγγραφη και δεν κρίνεται να καταγραφεί εκ νέου αυτολεξεί και περαιτέρω κάλεσε τέσσερις μάρτυρες υπεράσπισης. Ως Μ.Υ. 1 κατέθεσε ο ακτινολόγος ιατρός Δρ. Ανδρέας Κοτζιαμάνης, ο οποίος στην λακωνική κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι με βάση την ακτινογραφία ημερομηνίας 27/4/2011, εντοπίζει κάταγμα στον 12ο θωρακικό σπόνδυλο και ότι χρονικά δεν μπορεί να το προσδιορίσει, ανέφερε όμως ότι μπορούσε να γίνει μεταξύ 3 - 4 μηνών. Αντεξεταζόμενος, έδωσε τις δικές του εκτιμήσεις αναφορικά με το πιο πάνω αναφερόμενο κάταγμα και έδωσε την δική του ερμηνεία και εξήγηση για τον χρονικό προσδιορισμό του κατάγματος το οποίο και περιέγραψε και τις πιθανότητες να προκληθεί ένα τέτοιο κάταγμα με συγκεκριμένους τρόπους, ως επίσης περιέγραψε την φύση της ειδικότητας του. Ως Μ.Υ. 2, κατέθεσε ο Δρ. Ανδρέας Διέτης, νευροχειρούργος στην ιδιότητα ο οποίος στην κυρίως εξέταση του, εντόπισε το σχετικό κάταγμα το οποίο και περιέγαψε, δίνοντας την δική του εκδοχή ως προς τον χρονικό προσδιορισμό του, λέγοντας ότι μόνο εάν κάποιο κάταγμα έχει επουλωθεί μπορεί να προσδιοριστεί χρονικά και πιο συγκεκριμένα να είναι άνω των 6 μηνών και στην συγκεκριμένη περίπτωση το κάταγμα δεν έχει επουλωθεί και συνεπώς, ως ανέφερε και πιο ειδικά στην αντεξέταση του, δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα εάν το κάταγμα είναι της ίδιας ημέρας ή ενός ή τριών μηνών. Στην συνέχεια, αλλά και στην αντεξέταση του, περιέγραψε το συγκεκριμένο κάταγμα και έδωσε την δική του εκδοχή αλλά και συμπεράσματα του και ως προς το θέμα της γωνίωσης, ως επίσης και για το θέμα του πόνου που μπορεί να νιώθει ένας ασθενής με αυτό το κάταγμα, ως επίσης την γνώμη του για την σημασία που έχει η κλινική εξέταση και η μαγνητική τομογραφία. Ως Μ.Υ. 3, κατέθεσε ο ορθοπεδικός χειρούργος κ. Κώστας Σέργιος Σεργίου. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι εντοπίζει στην ακτινογραφία ημερομηνίας 27/4/2011 συμπιεστικό κάταγμα στον 12ο θωρακικό σπόνδυλο, το οποίο και περιέγραψε, αναφέροντες τις πιθανές αιτίες πρόκλησης, όπως είναι πτώση από ύψος πάνω από ένα μέτρο, μεγάλη δύναμη και υπέρκαμψη προς τα εμπρός αλλά και σε άλλες περιπτώσεις υπο κάποιες περιστάσεις που ανέφερε. Επίσης ο μάρτυρας ανέφερε ότι ούτε και αυτός μπορεί να προσδιορίσει χρονικά το εν λόγω κάταγμα, ως επίσης αναφέρθηκε για το θέμα του πόνου, λέγοντας ότι αυτός μπορεί να υφίσταται ακόμα και να μην υπάρχει κάταγμα και το αντίστροφο. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν έχει εξετάσει την παραπονούμενη, αποκάλυψε ότι έχει λάβει ενημέρωση από τον Μ.Υ. 4 για κάποια θέματα, ανέφερε την άποψη του για το θέμα της αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας και ανέφερε ότι είναι δύσκολο, αλλά μπορεί να συμβεί και δεν αποκλείεται ένα τέτοιο κάταγμα με τον τρόπο που του έχει υποβληθεί και που ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής και της παραπονούμενης ως προς τον τρόπο που σπρώχθηκε η παραπονούμενη και έπεσε στο έδαφος, αναφέροντας επίσης ότι χρονικά δεν υπάρχουν συγκεκριμένες ημερομηνίες που να προσδιορίζουν το κάταγμα και ότι αυτό μπορεί να είναι και της ίδιας ημέρας. Ως Μ.Υ. 4 κατέθεσε ο ιατροδικαστής και παθολογοανατόμος κ. Μάριος Ματσάκης. Ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι στην ακτινογραφία ημερομηνίας 27/4/2011 εντοπίζει εμπιεστικό κάταγμα 12ου θωρακικού σπονδύλου, δεν μπόρεσε να προσδιορίσει χρονικά πότε έχει δημιουργηθεί, λέγοντας ότι μπορεί να είναι μερικών ημερών ή και μηνών και χαρακτήρισε το εν λόγω κάταγμα ως ένα απλό κάταγμα, λόγω της μη αποσταθεροποίησης της σπονδυλικής στήλης και της μη γωνίωσης της και γενικά περιέγραψε το εν λόγω κάταγμα, λέγοντας ότι υπάρχει ελάττωση του ύψους και αυτό συνήθως συμβαίνει όταν υπάρχουν προδιαθετικοί παράγοντες τους οποίους και προσδιόρισε και αναφέρθηκε στις πιθανές αιτίες πρόκλησης τέτοιων καταγμάτων. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην ιδιότητα του ως ιατροδικαστής και για την αναγκαιότητα όπως γινόταν τότε μια επιτόπια εξέταση από ιατροδικαστή και σχετική ιατροδικαστική έκθεση τον επίδικο χρόνο. Περιέγραψε το θέμα της ενσυνείδητης και ασυνείδητης αντίδρασης ενός ασθενούς σε συνδυασμό με τους αμυντικούς μηχανισμούς που δημιουργούνται και θεώρησε σχεδόν απίθανο να έχει δημιουργηθεί το εν λόγω κάταγμα με τον τρόπο που έχει περιγραφεί δια της υποβληθείσας θέσης από πλευράς κατηγορούσας αρχής, λόγω του ότι το έδαφος εκεί είναι αμμώδης και έχει χόρτα. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας

(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Όσον αφορά την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αυτό αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση η επιλογή του αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία τους, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση ενός κατηγορούμενου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση ως προς την αποδεικτική βαρύτητα της ανώμοτης δήλωσης και έχοντας υπόψη του το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης, η οποία δεν χρειάζεται να καταγραφεί αυτολεξεί, διότι είναι ευκρινώς και εγγράφως διατυπωμένη, κρίνει ότι δεν δύναται να αποδώσει σε αυτήν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι από την μια το ζήτημα της επιτόπιας έρευνας που έγινε στα πλαίσια συνοριακής διαφοράς είναι ήσσονος σημασίας διότι ο πυρήνας γεγονότων που συνθέτει την επίδικη κατηγορία είναι το ισχυριζόμενο σπρώξιμο της παραπονούμενης από τον κατηγορούμενο με το αριστερό του χέρι και η συνεπακόλουθη πτώση της παραπονούμενης στο έδαφος και ο τραυματισμός της συνεπεία της πτώσης και περαιτέρω η παρούσα υπόθεση θα κριθεί στην βάση της αξιοπιστίας των άμεσα εμπλεκόμενων μερών στα διαδραματισθέντα ως αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες και συνακόλουθα τα όσα αναφέρει ο κατηγορούμενος για το ζεύγος Μαυροβουνιώτη, δεν δύνανται να έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι το Δικαστήριο θα αξιολογήσει την μαρτυρία τους, η οποία υπήρξε δια ζώσης και δοκιμάστηκε από την βάσανο της αντεξέτασης. Ως προς τα τεκμήρια 3, 4 και 24, τα οποία είναι οι καταθέσεις του κατηγορούμενου, αυτές δεν δύνανται να έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι αυτές δεν υιοθετήθηκαν από τον κατηγορούμενο ενόρκως και να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου τους. Επίσης, η όποια μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την ισχυριζόμενη εξύβριση εκ μέρους του κατηγορουμένου, αυτή δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία, διότι η σχετική κατηγορία, ήτοι η δεύτερη κατηγορία, έχει διακοπεί σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Αναφορικά με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και που αφορούσαν την ποινική υπόθεση 27317/2011 του Ε.Δ. Λεμεσού, η οποία εκδικάστηκε από άλλο αδελφό Δικαστήριο, όπου ο κατηγορούμενος της παρούσας υπόθεσης ήταν μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του συζύγου της παραπονούμενης της παρούσας υπόθεσης, δεν δύνανται να έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι τα σχετικά εκείνα ζητήματα έχουν αξιολογηθεί από το εν λόγω Δικαστήριο. Ως προς το περιεχόμενο του τεκμηρίου 20, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δύναται να αποδώσει σε αυτό οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι το πρόσωπο που έχει προβεί στην εν λόγω κατάθεση, ήτοι ο κ. Κυριάκος Φραντζής, δεν παρήλασε από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνεται υπό τις περιστάσεις ακροσφαλές να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα από το εν λόγω τεκμήριο, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι αποτελεί πιο ασφαλές επιχείρημα η εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων μέσα από την αξιολόγηση των εμπλεκόμενων προσώπων που παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα. Ως προς τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα τα οποία δηλώθηκαν από τις δύο πλευρές και που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο και που έτυχαν της έγκρισης του Δικαστηρίου, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η αυτούσια καταγραφή τους σε αυτό το στάδιο, διότι είναι ευκρινώς καταγραμμένα και καταχωρημένα στον φάκελο της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτά έχουν μετουσιωθεί αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου και που εν πάσει περιπτώσει, δεν διαφωτίζουν το Δικαστήριο ως προς τον πυρήνα των γεγονότων που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση, διότι δεν αποδεικνύουν άμεσα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ως αυτά έχουν αναλυθεί πιο πάνω. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 1, το Δικαστήριο έχει πειστεί, ότι ο εν λόγω μάρτυρας υπήρξε αντικειμενικός και αμερόληπτος, τόσο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, όσο και κατά την ακροαματική διαδικασία. Παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα, όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν δίσταζε να παραδεχθεί εάν κάτι δεν θυμόταν και αποκάλυπτε την πηγή των γνώσεων του εάν κάτι δεν ήταν προιόν της άμεσης γνώσης ή εμπλοκής του, ως επίσης παρέπεμπε στην μαρτυρία άλλων ατόμων για τα θέματα που άπτονταν των μαρτυριών του και αυτό είναι λογικό και φυσιολογικό, όπως π.χ. στην μαρτυρία του Δρ. Γιάννη Ιωάννου. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 1 ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία της Μ.Κ. 2, το Δικαστήριο έχει πειστεί για την αντικειμενικότητα και αμεροληψία της εν λόγω μάρτυρος, τόσο ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων της, όσο και ως προς τον τρόπο που παρέθετε την μαρτυρία της δια ζώσης κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Βεβαίως, τα όσα ανέφερε η μάρτυρας και που σχετίζονταν με αναφορές τρίτων προσώπων, αυτές δεν δύνανται να έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική αξία, διότι το Δικαστήριο θα αξιολογήσει τις θέσεις των εν λόγω προσώπων οι οποίοι παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα, τα δε υπόλοιπα πρόσωπα, τα οποία δεν παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα, παραμένουν οι αναφορές τους ως έχουν εξιστοριθεί από την μάρτυρα μετέωρες και αναπόδεικτες. Το Δικαστήριο, έχει πειστεί ότι η διακίνηση των τεκμηρίων από την εν λόγω μάρτυρα έχει γίνει νομότυπα και δεν έχει εντοπιστεί οποιαδήποτε παρατυπία, η μάρτυρας δεν δίσταζε να παραδεχθεί εάν κάτι δεν το θυμόταν και αυτό είναι λογικό, λόγω και της παρόδου του χρόνου που μεσολάβησε, ιδίως σε λεπτομέρειες, έδωσε λογική και πειστική εξήγηση αναφορικά με την λανθασμένη αναγραφή που αφορούσε το τεκμήριο 10, ήτοι η αναφορά της ότι έχει οριστεί ως μέλος ανακριτικής ομάδας δύο υποθέσεων και κατά το στάδιο της αντεξέτασης έχει κάνει αναφορά και για το σίδερο που της υπέδειξε ο κατηγορούμενος και ήταν έτοιμη να το καταθέσει ως τεκμήριο κατά την αντεξέτασης της. Περαιτέρω η μάρτυρας αποκάλυπτε την πηγή των γνώσεων της εάν κάτι δεν αποτελούσε άμεσο προιόν της δικής της γνώσης και εμπλοκής και αποκάλυπτε την πηγή λήψης των οδηγιών που λάμβανε κατά, αλλά και για την εκτέλεση των καθηκόντων της. Επίσης η μάρτυρας δεν δίσταζε να παραδεχθεί εάν έχει εμφιλοχωρήσει οποιοδήποτε λάθος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, αποδεικνύοντας έτσι την φιλαλήθεια, την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία της εν λόγω μάρτυρος. Πειστική, ορθή, λογική, ανεξάρτητη, αντικειμενική και αμερόληπτη κρίνεται η ενέργεια της μάρτυρος να ζητήσει γνώμη από τον ιατρό Ζωδιάτη για να εξεταστεί ο ισχυρισμός για προηγούμενη εγχείριση της παραπονούμενης και συνακόλουθα της ύπαρξης σχετικής ουλής, ως επίσης πειστική, ορθή, λογική, ανεξάρτητη, αντικειμενική και αμερόληπτη κρίνεται η ενέργεια της μάρτυρος να λάβει συμπληρωματικό μαρτυρικό υλικό, λόγω της καταγγελίας που προήλθε από τον κατηγορούμενο για ισχυριζόμενη μεροληπτική εναντίον του στάσης από μέλη της αστυνομίας. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της M.K. 2 ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 3, το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο στον εν λόγω μάρτυρα, είτε ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων του, είτε ως προς την μαρτυρία του κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Το Δικαστήριο έχει πειστεί, ότι είναι ένας ανεξάρτητος, αντικειμενικός και αμερόληπτος μάρτυρας, ο οποίος έλαβε κατάθεση από την παραπονούμενη και συνεπεία του παραπόνου της, της χορήγησε το έντυπο - τεκμήριο 13- για εξέταση από το γενικό νοσοκομείο Λεμεσού. Δεν έχει εντοπιστεί οποιαδήποτε απόπειρα του μάρτυρα να βοηθήσει την παραπονούμενη, έλαβε απλά μια κατάθεση από αυτήν, το περιεχόμενο της οποίας δεν θυμόταν και αυτό είναι λογικό, λόγω και της παρόδου του χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε και είναι φυσιολογικό να ένιωθε την ανάγκη να συμβουλευθεί την κατάθεση της παραπονούμενης για να θυμηθεί τι αυτή περιελάμβανε, δεν έχει εντοπιστεί οποιοδήποτε στοιχείο προκατάληψης ή μεροληψίας εκ μέρους του, αποκάλυπτε την πηγή λήψης των οδηγιών του και που δικαιολογούσαν τις ενέργειες του, είναι πειστική και λογική η εξήγηση που έδωσε αναφορικά με τους λόγους που τον οδήγησαν στην δεύτερη κατάθεση του και γενικά ο μάρτυρας έπεισε το Δικαστήριο, ότι προσήλθε με σκοπό να πει την αλήθεια και να εξιστορίσει όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 3, ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 4, το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει ούτε και σε αυτόν τον μάρτυρα, οτιδήποτε το επιλήψιμο, είτε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, είτε κατά την παράθεση της μαρτυρίας του δια ζώσης κατά την ακροαματική διαδικασία. Δεν έχει εντοπιστεί οποιαδήποτε απόπειρα μεροληψίας υπέρ της παραπονουμένης ή του συζύγου της και ο μάρτυρας έπεισε το Δικαστήριο ότι έχει εκτελέσει τα καθήκοντα του ως ένας ανεξάρτητος αστυνομικός, χωρίς να επηρεαστεί από το γεγονός ότι η παραπονούμενη είναι σύζυγος συναδέλφου του και τους οποίους γνωρίζει. Είναι πειστική και λογική η εξήγηση που έδωσε ο μάρτυρας και που οδήγησε στην λήψη του παραπόνου από τον αστυνομικό σταθμό όπου υπηρετεί, λόγω του προβλήματος υγείας που παρουσίαζε η παραπονούμενη. Ο εν λόγω μάρτυρας διαφώτισε το Δικαστήριο αναφορικά με την επαφή που είχε με άλλο αστυνομικό σταθμό και είναι λογική η αναφορά του μάρτυρα ότι ο πολίτης έχει δικαίωμα να εξεταστεί από το νοσηλευτικό ίδρυμα που επιθυμεί, αιτιολογόντας την παραπομπή της παραπονούμενης σε εξέταση από το γενικό νοσοκομείο Λεμεσού και όχι σε άλλο πλησιέστερο νοσηλευτικό ίδρυμα. Επίσης ο μάρτυρας δεν δίσταζε να παραδεχθεί ότι κάτι δεν το θυμόταν και με τις πιο πάνω παρατηρήσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 4 ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία της Μ.Κ. 5, επίσης το Δικαστήριο έχει πειστεί για την αξιοπιστία και φιλαλήθεια της. Το Δικαστήριο έχει διεξέλθει με πάρα πολλή προσοχή την μαρτυρία της και την έχει παρακολουθήσει με προσοχή κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και το Δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω μάρτυρας, στην έκταση την χρονική όπου είχε εμπλοκή στην διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης ήταν ανεξάρτητη, αντικειμενική, αμερόληπτη και δεν έχει εντοπιστεί οποιαδήποτε κηλίδα ή ψεγάδι που να κλονίζει αυτά τα χαρακτηριστικά. Βεβαίως, τα όσα ανέφερε η μάρτυρας και που αφορούσαν ισχυρισμούς τρίτων προσώπων, δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική αξία, διότι αυτοί οι ισχυρισμοί θα εξεταστούν κατά την αξιολόγηση των ανάλογων μαρτύρων και οι ισχυρισμοί από πρόσωπα που δεν παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα, παραμένουν απλά μετέωροι, όπως π.χ. με το τεκμήριο 20 όπου έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση. Η μάρτυρας ήταν αποκαλυπτική ως προς την πηγή των γνώσεων της εάν κάτι δεν αποτελούσε προιόν άμεσης γνώσης ή εμπλοκής της, δεν δίσταζε να παραδεχθεί εάν κάτι δεν θυμόταν σε λεπτομέρεια και αυτό είναι φυσικό λόγω της παρόδου του χρόνου, όπως π.χ. λεπτομέρειες καταθέσεων. Δεν έχει εντοπιστεί οτιδήποτε το επιλήψιμο που να δημιουργεί την παραμικρή αμφιβολία κατά την λήψη της κατάθεσης από τον σύζυγο της παραπονουμένης, παρόλη την προσπάθεια που έγινε για να καταρριφθεί η αντικειμενικότητα της, λόγω γνωριμίας της με πρόσωπα τα οποία της έγινε σχετική υποβολή και ουδεμία υποψία μεροληψίας έχει εντοπιστεί ένεκα της καταγωγής της εν λόγω μάρτυρος. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της M.K. 5 ως αξιόπιστη. Επίσης, ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 6, το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο πλημελούς εκτέλεσης καθήκοντος, προκατάληψης και έχει πειστεί το Δικαστήριο για την αντικειμενικότητα, αμεροληψία και φιλαλήθεια του, παρόλο που επιχειρήθηκε να κλονιστεί η αντικειμενικότητα, αμεροληψία και αξιοπιστία του δια μέσου σχετικών υποβολών και είναι λογική η θέση που προέβαλε ότι καταγραφόταν ότι του έλεγε ο κατηγορούμενος και που εν πάσει περιπτώσει δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία από πλευράς κατηγορουμένου που να αντικρούει αυτήν, την ούτως ή άλλως αποδεχθείσα και αποδειχθείσα θέση του μάρτυρα ότι όλα έγιναν ορθά και νομότυπα. Στοιχείο επίσης της αντικειμενικότητας, ανεξαρτησίας, αμεροληψίας και αξιοπιστίας του μάρτυρα, είναι και το γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν απέκρυψε τα όσα του ανέφερε ο κατηγορούμενος, ως επίσης δεν δίστασε να περιγράψει την κατάσταση του κατηγορουμένου. Έπεισε επίσης ο μάρτυρας για την αντικειμενικότητα του, παρόλο που υπήρχε κοινή καταγωγή με την παραπονούμενη και κοινό επάγγελμα με τον σύζυγο της. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 6 ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 7, δεν έχει να προσθέσει οτιδήποτε το ουσιαστικό στην παρούσα υπόθεση, διότι δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου περιστατικού και οι φωνές που είχε ακούσει, δεν μπορούσε να τις ξεχωρίσει τι ακριβώς ήταν και τα όσα ανέφερε, ουσιαστικά αποτελούν προιόν εξ΄ ακοής μαρτυρίας πολύ γενικής και σίγουρα το Δικαστήριο θα αξιολογήσει το όλο συμβάν, μέσα από την μαρτυρία των ατόμων που είχαν άμεση εμπλοκή με τα διαδραματισθέντα και που παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα. Κατά τα υπόλοιπα, το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο εν λόγω μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του ως βοηθός χωρομέτρης την επίδικη ημέρα και δεν έχει εντοπιστεί οτιδήποτε το μεμπτό στην μαρτυρία του. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 7 ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 8, ισχύουν ουσιαστικά τα ίδια με αυτά που έχουν αξιολογηθεί για την μαρτυρία του Μ.Κ. 7 και το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως αξιόπιστη, λαμβάνοντας βεβαίως το υπόψη την διαφορετική επαγγελματική ιδιότητα του εν λόγω μάρτυρα και που εν πάσει περιπτώσει, δεν είχε να προσθέσει η μαρτυρία του οτιδήποτε ουσιαστικό με την επίδικη κατηγορία. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 8 ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 9, ισχύουν ουσιαστικά τα ίδια με αυτά που έχουν αξιολογηθεί για την μαρτυρία του Μ.Κ. 8 και το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως αξιόπιστη, λαμβάνοντας βεβαίως του υπόψη την διαφορετική επαγγελματική ιδιότητα του εν λόγω μάρτυρα και που εν πάσει περιπτώσει, δεν είχε να προσθέσει η μαρτυρία του οτιδήποτε ουσιαστικό με την επίδικη κατηγορία. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 9 ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 10, ισχύουν ουσιαστικά τα ίδια με αυτά που έχουν αξιολογηθεί για τις μαρτυρίες των Μ.Κ.7, 8 και 9 και το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως αξιόπιστη, λαμβάνοντας βεβαίως του υπόψη την διαφορετική επαγγελματική ιδιότητα του εν λόγω μάρτυρα και που εν πάσει περιπτώσει, δεν είχε να προσθέσει η μαρτυρία του οτιδήποτε ουσιαστικό με την επίδικη κατηγορία. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 10 ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 11, η μαρτυρία του έτεινε να επιβεβαιώσει σε αρκετές πτυχές την μαρτυρία της Μ.Κ. 5 ως προς την αμφισβήτηση που υπήρχε από πλευράς υπεράσπισης αναφορικά με την αμεροληψία και αντικειμενικότητα στην διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης και επί αυτού του σημείου, ισχύουν τα ίδια με αυτά που έχουν αξιολογηθεί για την μαρτυρία της Μ.Κ.
  1. Περαιτέρω, το Δικαστήριο και για αυτόν τον μάρτυρα, κρίνει ότι δεν έχει εντοπιστεί οτιδήποτε το επιλήψιμο, είτε ως προς την φύση και την έκταση των καθηκόντων του, είτε ως προς την δια ζώσης μαρτυρία του κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Έπεισε το Δικαστήριο, ότι έχει εξιστορίσει όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες παραλήφθηκε και παραδόθηκε το τεκμήριο 10 και το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο. Το γεγονός ότι έχει αλλάξει ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης, αυτό δεν σημαίνει ότι η μέχρι αυτού του σημείου διερεύνηση υπήρξε πλημελής ή μεροληπτική και που εν πάσει περιπτώσει η αλλαγή εξεταστή αποτελεί εσωτερικό ζήτημα της αστυνομίας και δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία ότι υπήρξε πόρισμα της αστυνομίας προς αυτήν την κατεύθυνση, ζήτημα που επίσης δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, διότι το Δικαστήριο έχει ιδίαν κρίση επί αυτού του θέματος, με βάση την οποία δεν υπήρξε οποιαδήποτε μεροληψία ή προκατάληψη υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε. Είναι επίσης λογικό ο μάρτυρας να μην ήταν σε θέση να θυμάται λεπτομέρειες που άπτονταν του ανακριτικού υλικού όπως π.χ. καταθέσεις, λόγω της παρόδου του χρονικού διαστήματος που έχει μεσολαβήσει. Συνακόλουθα, η μαρτυρία του Μ.Κ. 11, κρίνεται ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 13, το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει παραθέσει στο Δικαστήριο απλά ότι είχε περιέλθει στην αντίληψη του για το επίδικο συμβάν, πλην όμως δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία η μαρτυρία του, διότι δεν ήταν αυτόπτης ή αυτήκοος μάρτυρας, αλλά απλά έχει ακούσει αυτά που ανέφερε ως προς το επίδικο συμβάν. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 14, ισχύουν ουσιαστικά τα ίδια με αυτά που έχουν αξιολογηθεί για την μαρτυρία του Μ.Κ. 13, ήτοι το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει παραθέσει στο Δικαστήριο απλά ότι είχε περιέλθει στην αντίληψη του για το επίδικο συμβάν, πλην όμως δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία η μαρτυρία του, διότι δεν ήταν αυτόπτης ή αυτήκοος μάρτυρας, αλλά απλά έχει ακούσει αυτά που ανέφερε ως προς το επίδικο συμβάν. Περαιτέρω όμως, το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε απόπειρα του εν λόγω μάρτυρα να μεροληπτήσει υπέρ της παραπονούμενης και του συζύγου της ως κουμπάροι που είναι μεταξύ τους, διότι είναι και φυσιολογικό λόγω της καταγωγής του εν λόγω μάρτυρα, να γνωρίζει όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, λόγω της κοινής τους καταγωγής, ήτοι από τον Πρόδρομο και εν πάσει περιπτώσει ο μάρτυρας ουδέποτε απέκρυψε την γνωριμία του με τον σύζυγο της παραπονούμενης και γενικά την γνωριμία του με τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Ούτε ο μάρτυρας δίστασε να παραδεχθεί ότι το τεκμήριο 10 είναι εκ πρώτης όψεως όμοιο με αυτό που έκανε αναφορά στην κατάθεση του και ότι ενδεχομένως να μην μπορούσε να το ξεχωρίσει με άλλο όμοιο του, καταδεικνύοντας με λογικό και φυσικό τρόπο την φιλαλήθεια του. H αναφορά μάλιστα του μάρτυρα ότι βοήθησε την παραπονούμενη, έρχεται σε συνταύτιση με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 41 το οποίο είναι παραδεκτό ως γεγονός. Όσο αφορά την αποδεικτική βαρύτητα του τεκμηρίου 10, το οποίο ο μάρτυρας το παρέλαβε από άτομο το οποίο δεν παρήλασε από το εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι επουσιώδης και ήσσονος σημασίας, διότι ο πυρήνας της παρούσας υπόθεσης με βάση και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ως έχουν αναλυθεί πιο πάνω και την θέση της κατηγορούσας αρχής, είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος έσπρωξε με το αριστερό του χέρι την παραπονούμενη και εξ΄ αιτίας του σπρωξίματος η παραπονούμενη να έπεσε στο έδαφος και εξ΄ αιτίας αυτού να υπέστη κάταγμα στον σπόνδυλο της και πιο συγκεκριμένα να έχει υποστεί κάταγμα στον δωδέκατο θωρακικό σπόνδυλο, ήτοι όλα αυτά να έχουν μεταξύ τους αλληλοσύνδεση, αλληλοεξάρτηση και αιτιώδη συνάφεια. Ήτοι το τεκμήριο 10, δεν σχετίζεται με την πιο πάνω θέση της κατηγορούσας αρχής, διότι δεν είναι με το σίδερο που έσπρωξε ο κατηγορούμενος την παραπονούμενη, αλλά απλά το πρόταξε προς το μέρος της και ο σύζυγος της παραπονούμενης μετά το πιο πάνω σπρώξιμο, ήτοι μετά τον πυρήνα των γεγονότων που στοιχειοθετούν την θέση της κατηγορούσας αρχής, προσπάθησε να το αποσπάσει από τον κατηγορούμενο με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να γλιστρήσει και να πέσει στο έδαφος, ως η θέση του συζύγου της παραπονουμένης. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 14 ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 15, το Δικαστήριο έχει εντοπίσει κάποια κενά μνήμης στην μαρτυρία του κατά το στάδιο της αντεξέτασης σε ζητήματα που άπτονταν σε συνθήκες λήψης ανακριτικού υλικού και τεκμηρίων, πλην όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η ελλειπής μνήμη σε κάποια σημεία, είναι υπό τις περιστάσεις φυσιολογική λόγω της παρόδου του χρόνου που έχει μεσολαβήσει και που εν πάσει περιπτώσει, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι ο εν λόγω μάρτυρας προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα με σκοπό να πει την αλήθεια και όλα όσα γεγονότα γνώριζε και θυμόταν αναφορικά με την εμπλοκή του στην διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης και δεν έχει εντοπιστεί οτιδήποτε το μεμπτό, το επιλήψιμο ή το μεροληπτικό υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε, είτε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, είτε κατά την παράθεση της μαρτυρίας του κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 15 ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία της Μ.Κ. 17, το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχεται την μαρτυρία της, διότι έπεισε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να παραθέσει όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη της στην σύντομη εμπλοκή της και πιο συγκεκριμένα στην έκδοση της ακτινογραφίας ημερομηνίας 27/4/2011, υπό την ιδιότητα της ως ακτινογράφου. Δεν δίσταζε η μάρτυρας να παραδεχθεί ότι δεν θυμάται ή δεν αναγνωρίζει την παραπονούμενη και σε ποιο πρόσωπο έχει παραδόσει την συγκεκριμένη ακτινογραφία και αυτό είναι λογικό και φυσιολογικό, λόγω της σύντομης εμπλοκής της, της πληθώρας των ασθενών που βλέπει η μάρτυρας, αλλά και της παρόδου του χρονικού διαστήματος που έχει μεσολαβήσει. Όμως αυτό δεν αφήνει οποιοδήποτε κενό, διότι η μάρτυρας περιέγραψε και έπεισε για την διαδικασία που ακολουθείται για να εξακριβωθεί η ταυτότητα του ασθενούς, όπως έγινε και στην προκειμένη περίπτωση και συνεπώς δεν τίθεται οποιοδήποτε πρόβλημα παρατυπίας ή αναλήθειας στο όνομα της παραπονουμένης. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Κ. 17 ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 18, το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει παραθέσει στο Δικαστήριο όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν έχει εντοπιστεί από το Δικαστήριο οποιαδήποτε απόπειρα του μάρτυρα ή ένδειξη που να καταδεικνύει μεροληπτική στάση του μάρτυρα υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε από τους εμπλεκόμενους, τους οποίους μάλιστα δεν γνώριζε. Αποκάλυπτε την πηγή των γνώσεων του, έδιδε λεπτομερείς εξηγήσεις για τις ενέργειες που είχαν διενεργηθεί, όπως είναι η λήψη κατάθεσης από την παραπονούμενη από τον συγκεκριμένο αστυνομικό σταθμό λόγω της κατάστασης της και γενικά ο μάρτυρας εξιστόρισε το όλο πλέγμα γεγονότων τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 18 ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 23, το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχεται την μαρτυρία του στο σύνολο της ως αξιόπιστη, διότι η μαρτυρία του περιοριζόταν σε τυπικής φύσεως ζητήματα. Σε αυτήν την ενότητα, το Δικαστήριο θα αξιολογήσει τις μαρτυρίες των άμεσα εμπλεκομένων, ήτοι της παραπονούμενης - Μ.Κ. 22 και του συζύγου της - Μ.Κ. 12, ως επίσης και των ιατρών που κλητεύθηκαν από πλευράς κατηγορούσας αρχής, έτσι ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο έχει αποδειχθεί με αξιόπιστη μαρτυρία και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ως έχουν αναλυθεί πιο πάνω και κατά πόσο έχει αποδειχθεί η επίθεση του κατηγορουμένου προς την παραπονουμένη σπρώχνοντας την με το αριστερό του χέρι και συνεπεία αυτής, η κατηγορούμενη να έπεσε καθιστή στο έδαφος και συνεπεία αυτής της πτώσης να υποστεί συμπιεστικό κάταγμα 12ου θωρακικού σπονδύλου. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 12, το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα τον εν λόγω μάρτυρα όταν κατέθετε κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διότι ήταν ένας εκ των αυτόπτων και αυτήκοων μαρτύρων τόσο πριν, τόσο κατά, όσο και μετά το επίδικο συμβάν. Δεν διαφεύγει βεβαίως τη προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο εν λόγω μάρτυρας είναι ο σύζυγος της παραπονουμένης, πλην όμως, το Δικαστήριο παρακολουθώντας τον με προσοχή, ως επίσης έχοντας υπόψη του το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, κρίνει ότι άφησε εξαιρετικά θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και έπεισε το Δικαστήριο για την φιλαλήθεια και την αξιοπιστία του. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο εν λόγω μάρτυρας έδιδε στο Δικαστήριο μια εκδοχή η οποία είχε τα χαρακτηριστικά της λογικής, της συνοχής και της συνέχειας. Έδιδε την μαρτυρία του χωρίς δισταγμό, με πολύ φυσικό, ψύχραιμο, άνετο, πηγαίο και άμεσο τρόπο και έπεισε το Δικαστήριο ότι μέλημα του ήταν η σύζυγος του να είναι καλά στην υγεία της και να την προστατέψει από οποιαδήποτε περαιτέρω επίθεση από τον κατηγορούμενο. Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, όχι μόνο δεν έχει κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης, αλλά απεναντίας επιβεβαιώθηκε και ενισχύθηκε η εκδοχή και η αξιοπιστία του και πέρασε αλώβητος, παρόλη την επίμονη αντεξέταση που υπέστη. Η περιγραφή που έδωσε στο όλο συμβάν, υπήρξε σταθερή και λογική και έρχεται σε ταύτιση με την εκδοχή της συζύγου του, όπου θα γίνει σχετική αξιολόγηση πιο κάτω. Η αρχική αναφορά του μάρτυρα στην πρώτη του κατάθεση, ότι για το όλο συμβάν υπήρχαν μάρτυρες, ενώ τελικώς δεν υπήρχαν διότι κανείς αυτόπτης τρίτος μάρτυρας δεν ανέφερε κάτι τέτοιο, κρίνεται βεβαίως επουσιώδης, διότι ούτως ή άλλως δεν αμφισβητήθηκε ότι υπήρξε ένα επεισόδιο, απλά η διαφωνία υπήρξε στην φύση και την έκταση του επεισοδίου, ως έχει διαφανεί από τις υποβληθείσες θέσεις και το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι το επεισόδιο είναι όπως το έχει εξιστορίσει ο Μ.Κ. 12 και η σύζυγος του. Επίσης, το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί ότι ο μάρτυρας έχει χρησιμοποιήσει την ιδιότητα του ως μέλος της αστυνομίας για να επιτύχει αλλότριους σκοπούς, για τον απλούστατο λόγο ότι ο ίδιος ο μάρτυρας πέρασε από την δύσκολη για τον καθένα θέση του κατηγορουμένου στην υπόθεση με αριθμό 27317/
  2. Ούτε το Δικαστήριο έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο στην επιλογή του ζεύγους Μαυροβουνιώτη να μεταβούν στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού και όχι σε κάποιο πλησιέστερο, διότι αποτελεί αδιαμφισβήτητο και απόλυτο δικαίωμα του κάθε ασθενούς να τύχει της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που αξίζει και επιθυμεί, διότι η υγεία είναι το υπέρτατο αγαθό μετά από αυτό της ζωής και ως σύζυγος έπραξε αυτό που θεωρούσε καλύτερο για την σύζυγο του. Έπεισε επίσης ο μάρτυρας στο ακέραιο ότι ο κατηγορούμενος κρατούσε στο δεξί του χέρι ένα σίδερο και με το αριστερό έσπρωξε την παραπονούμενη με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και να τραυματιστεί και σίγουρα είναι επουσιώδης η οποιαδήποτε απόκλιση μεταξύ του ιδίου και της μαρτυρίας της παραπονούμενης στο πως κρατούσε ο κατηγορούμενος το σίδερο, ήτοι κάθετα ή παράλληλα προς το έδαφος, διότι το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι η παράνομη πράξη έγινε με το αριστερό χέρι και όχι με το σίδερο - τεκμήριο 10, για το οποίο έχει γίνει ειδική αξιολόγηση ανωτέρω και που εν πάσει περιπτώσει, το Δικαστήριο κρίνει αξιόπιστη την εκδοχή του Μ.Κ. 12 και της συζύγου του ότι ο κατηγορούμενος κρατούσε ένα σίδερο, ασχέτως εάν είναι το τεκμήριο 10 ή όχι. Ως προς την μαρτυρία της παραπονούμενης - Μ.Κ. 22, το Δικαστήριο έχει επίσης παρακολουθήσει με ακόμα πιο ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα την μάρτυρα όπως παρέθετε την μαρτυρία της κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, λόγω ακριβώς και της ιδιότητας της ως παραπονούμενης, ως επίσης έχει μελετήσει με πάρα πολλή προσοχή το περιεχόμενο της προφορικής και γραπτής της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο έχει πειστεί πλήρως για την φιλαλήθεια και αξιοπιστία της μάρτυρος. Έδιδε την μαρτυρία της χωρίς δισταγμό, η απλότητα και η αμεσότητα στις απαντήσεις της παρέπεμπαν σε άτομο που έλεγε απλά την αλήθεια, η συμπεριφορά της ήταν πηγαία, δεν έχει εντοπιστεί οποιαδήποτε προσπάθεια της μάρτυρας να προσφύγει στο ψεύδος ή στην υπερβολή με σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση της και να βλάψει τον κατηγορούμενο. Παρόλη την αντεξέταση που υπέστει, η αξιοπιστία της όχι μόνο δεν έχει κλονιστεί αλλά απεναντίας επιβεβαιώθηκε, εδρεώθηκε και πέρασε αλώβυτη από αυτή τη διαδικασία. Η περιγραφή της κατάστασης της υγείας της, συνάδει με την επιστημονική μαρτυρία που έχει προσκομιστεί και ιδίως με τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 20 και 21 και των σχετικών επί των τραυμάτων της τεκμηρίων και δεν έχει παρεκτραπεί η μαρτυρία της ως προς το θέμα του τραυματισμού της επί τω χείρω ή επί τω μείζον με σκοπό να εντυπωσιάσει το Δικαστήριο, αλλά παρέθεσε με απλότητα την κατάσταση της υγείας της συνεπεία του τραυματισμού της. Δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δυστυχώς είναι θείος της, πλην όμως αυτή η αναφορά της δεν επηρέασε καθόλου την πλήρη και αληθή εξιστόριση του επίδικου περιστατικού και της κατάστασης της υγείας της και το Δικαστήριο αποδέχεται την εκδοχή της και η αναφορά της ότι ο κατηγορούμενος δυστυχώς είναι θείος της, είναι σίγουρα θλιβερή, πλην όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι υπό τις περιστάσεις ένα αίσθημα που νιώθει η παραπονούμενη λόγω της συμπεριφοράς και πράξης του κατηγορουμένου και αυτό το αίσθημα είναι κατανοητό, αλλά και λογικό, υπό τις θλιβερές ομολογουμένως περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Πειστικές είναι και οι αναφορές της παραπονούμενης ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δόθησαν οι καταθέσεις της. Συγκεκριμένα και ως προς την πρώτη της κατάθεση, είναι πειστική η αναφορά της ότι ήθελε να πει απλά το συμβάν και μετά να πάει στο νοσοκομείο, διότι είναι λογικό στην κατάσταση όπου βρισκόταν λόγω του τραυματισμού της. Επίσης, ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε την δεύτερη της κατάθεση η οποία είναι πιο λεπτομερής, όπως συνέβαινε άλλωστε και με τους περισσότερους μάρτυρες της παρούσας υπόθεσης, λόγω της πορείας και της έκτασης διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης και της λήψης γενικά του ανακριτικού υλικού είναι λογικές και πειστικές. Τέλος, ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε την τρίτη και τελευταία της κατάθεση και που σχετιζόταν με την απουσία οποιουδήποτε προβλήματος και επέμβασης στον σπόνδυλο της, επίσης έπεισε η παραπονούμενη για τις εξηγήσεις που είχε δώσει και που εν πάσει περιπτώσει, δεν έχει καταδειχθεί ή αποδειχθεί ότι η παραπονούμενη αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας ή χειρουργήθηκε στην περιοχή του σπονδύλου, με εξαίρεση μια επέμβαση που υποβλήθηκε στο παρελθόν γυναικολογικής φύσεως, η οποία βεβαίως δεν σχετίζεται καθόλου με τον τραυματισμό της. Η αναφορά της ότι έχει βοηθηθεί από τον Σοφοκλή, ο οποίος ήδη έδωσε μαρτυρία και έχει αξιολογηθεί η μαρτυρία του ως αξιόπιστη, έπεισε το Δικαστήριο και αυτή της η αναφορά, έρχεται σε ταύτιση με την αξιόπιστη μαρτυρία τόσο του συζύγου της, όσο και του προσώπου που την έχει βοηθήσει. Επίσης είναι πειστική και λογική η επιλογή της να επισκεφθεί το νοσοκομείο Λεμεσού και όχι κάποιο πλησιέστερο νοσηλευτικό ίδρυμα και ισχύουν τα ίδια με αυτά που έχουν κριθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ. 12, αλλά και λόγω του ότι η παραπονούμενη διαμένει ούτως ή άλλως στην Λεμεσό. Επίσης, ως προς τις αναφορές της για τον τρόπο που κρατούσε ο κατηγορούμενος το σίδερο και για την ύπαρξη αυτόπτων μαρτύρων, ισχύουν τα ίδια με αυτά που έχουν κριθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ. 12 και που εν πάσει περιπτώσει, είναι λογικό η παραπονούμενη λόγω της επίθεσης που υπέστη από τον κατηγορούμενο και του συνεπακόλουθου τραυματισμού της, να μην έχει δώσει σημασία σε αυτό το ζήτημα και που εν πάσει περιπτώσει, δεν υπήρχαν παρόντες αυτόπτες μάρτυρες την ώρα της επίθεσης. Η περιγραφή της για το πως έχει δεχθεί την επίθεση, βρίσκεται σε αρμονία και με την περιγραφή που έχει δώσει ο σύζυγος της, η μαρτυρία του οποίου έχει κριθεί ως αξιόπιστη. Τα όσα ανέφερε αναφορικά με το τεκμήριο 10, ισχύουν τα ίδια με αυτά που έχουν ήδη κριθεί κατά την αξιολόγηση των Μ.Κ. 12 και 14 και αποτελεί ένδειξη φιλαλήθειας της μάρτυρος, αλλά και λογικής, να αναφέρει ότι το τεκμήριο 10 είναι όμοιο με αυτό που κρατούσε ο κατηγορούμενος και το λόγικο άπτεται του γεγονότος ότι το εν λόγω τεκμήριο δεν έχει ένα ιδιαίτερο και αποχρών χαρακτηριστικό. Είναι λογική και πειστική η αναφορά της ότι ο Μ.Κ. 19 δεν είναι ορθοπεδικός και αυτός είναι ο λόγος που δεν έχει εντοπίσει το κάταγμα και αυτό ταυτίζεται πλήρως με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ. 19, ως επίσης και των υπολοίπων πραγματογνωμόνων που θα ακολουθήσει πιο κάτω. Τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη αναφορικά με το τεκμήριο 35, ήτοι κατά πόσο συμμετείχε τον Νοέμβριο του 2011 ως πλοηγός σε ράλλυ, αυτό δεν διαδραματίζει ιδιαίτερη ρόλο, διότι ακόμα και να συμμετείχε, το ράλλυ αυτό έγινε 7 μήνες μετά τον τραυματισμό της και η μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ότι η παραπονούμενη για περίοδο 3 - 4 μηνών δεν μπορούσε να μετακινηθεί εύκολα και που εν πάσει περιπτώσει, με βάση την μαρτυρία του Μ.Κ. 12 η οποία έχει κριθεί ως αξιόπιστη, η ταχύτητα σε αυτό το ράλλυ είναι χαμηλή. Συνακόλουθα, οι μαρτυρίες των Μ.Κ. 12 και της Μ.Κ. 22, κρίνονται ως αξιόπιστες. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 16, ως επίσης και των υπολοίπων μαρτύρων που παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα για να δώσουν την δική τους εξήγηση και ερμηνεία ιατρικής φύσεως, το Δικαστήριο θα τους κρίνει και υπό το πέπλο το οποίο αυτοί κατέχουν, ήτοι αυτό του πραγματογνώμονα (expert). Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία(Anastassiades v.Republic
(1977)2 C.L.R.97,Kouppis v. Republιc
(1977)2 C.L.R.361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).>> Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.>> Το Δικαστήριο, έχοντας από την μια υπόψη την πιο πάνω τεθείσα νομολογία, ως επίσης και το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής που παρέθεσαν την δική τους ερμηνεία και εξήγηση για την κλινική εικόνα της παραπονούμενης, διαφαίνεται ότι όλοι συμφωνούν ότι για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα για την πλήρη εικόνα της ασθενούς, ως επίσης και την φύση και έκταση του τραύματος και κατά πόσο αυτό είναι πρόσφατο, είναι το αποτέλεσμα αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας το οποίο να μπορεί βεβαίως να επεξηγηθεί από ειδικό, σε συνδυασμό με την γνώμη ειδικού ορθοπεδικού. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι το μόνο ασφαλές μαρτυρικό υπόβαθρο που του δίνει την ευκαιρία να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη, ακριβή και εξειδικευμένη κλινική εικόνα της παραπονούμενης, είναι αυτό των Μ.Κ. 20 και 21, διότι έχουν αυτοί οι μάρτυρες το πλεονέκτημα από όλους τους υπολοίπους, διότι ήταν το εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό που εξέτασε από την πρώτη ημέρα την παραπονούμενη, ως επίσης και σε μεταγενέστερο στάδιο και οι οδηγίες, εξετάσεις και η όλη τους εμπλοκή ήταν αλληλοσυμπληρώμενη και αλληλοεξαρτώμενη, διότι με τις ιδιότητες τους ως ορθοπεδικός και ακτινοδιαγνώστης αντίστοιχα, εντόπισαν πλήρως, ευκρινώς και εξειδικευμένα το όλο πρόβλημα της παραπονουμένης και που συνίστατο σε συμπιεστικό κάταγμα 12ου θωρακικού σπονδύλου το οποίο ήταν πρόσφατο λόγω και του οιδήματος. Οι μαρτυρίες των Μ.Κ. 20 και 21, τόσο οι γραπτές, αλλά και οι προφορικές, διαφώτισαν πλήρως και εμπεριστατωμένα το Δικαστήριο με τα επιστημονικά εχέγγυα που έχουν και τις εμπειρίες τους και κυρίως λόγω της εξειδικευμένης γνώσης τους και της άμεσης εμπλοκής τους, λόγω της εξέτασης που έχουν προβεί στην παραπονούμενη, που αναμφίβολα τους παρέχει ένα πλεονέκτημα να έχουν ιδίαν αντίληψη του ασθενούς και της κατάστασης της, ήτοι της παραπονούμενης, από την πρώτη ημέρα του τραυματισμού της, την οποία και παρακολουθούσαν μεταγενέστερα. O M.K. 20 ως ειδικός ορθοπεδικός, εντόπισε στην ακτινογραφία ημερομηνίας 27/4/2011 το κάταγμα που υπέστη η παραπονούμενη και το Δικαστήριο, λόγω ακριβώς της εξειδίκευσης του μάρτυρα ως ορθοπεδικού, δύναται να βασιστεί στα δικά του επιστημονικά εχέγγυα, εμπειρίες και εξειδικευμένες γνώσεις, σε αντίθεση με ότι συμβάινει με τον Μ.Κ. 19, ο οποίος ανέφερε ότι δεν υπάρχει κάταγμα και το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δύναται να στηριχθεί στην δική του επιστημονική εξήγηση, παρόλο που έχει εξετάσει την παραπονούμενη την επίδικη μέρα του συμβάντος, διότι ο Μ.Κ. 19 είναι γενικός ιατρός, ως ο ίδιος ανέφερε και όχι εξειδιεκυμένος ιατρός, όπως είναι ο Μ.Κ. 20 και σίγουρα στερείται και των ειδικών γνώσεων και εμπειριών που έχει ο Μ.Κ. 20, αλλά και των εξειδικευμένων εμπειριών και εξειδίκευσης της Μ.Κ. 21 η οποία διέγνωσε μέσω των εξειδικευμένων εξετάσεων, ήτοι της αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας, την πλήρη και λεπτομερής κλινική εικόνα της παραπονούμενης. Ούτως ή άλλως, ο ίδιος ο Μ.Κ. 19, ανέφερε ότι υπάρχει αναγκαιότητα όπως ένας ειδικός ορθοπεδικός δύναται να εξάξει πιο ασφαλή συμπεράσματα, αλλά ακόμα και να μην το είχε αναφέρει, το Δικαστήριο για τους λόγους που εξήγησε, κρίνει ότι η μαρτυρία των Μ.Κ. 20 και 21 είναι πιο πειστική, ασφαλής και εξειδικευμένη και που εν πάσει περιπτώσει, η ύπαρξη κατάγματος 12ου θωρακικού σπονδύλου έχει εντοπιστεί και αναγνωριστεί ακόμα και από μάρτυρες υπεράσπισης. Επίσης ανέφερε ο Μ.Κ. 19 ότι στην περιοχή του 12ου θωρακικού σπονδύλου υπάρχει κλίση αλλά επισκιάζεται από αέρια και παρέπεμψε με την σειρά του στην αναγκαιότητα αξονικής τομογραφίας για να υπάρχει μια πιο καθαρή εικόνα, πράγμα που έγινε και που έχει καταδείξει κάταγμα στον 12ο θωρακικό σπόνδυλο με την ύπαρξη οιδήματος ως έχει φανεί και στην μαγνητική τομογραφία και συνακόλουθα η αναφορά του για ύπαρξη αερίων δεν συνάδει με την αξονική τομογραφία. Περαιτέρω, ως προς τις μαρυρίες των Μ.Κ. 20 και 21 το Δικαστήριο προβαίνει στις επιπλέον επισημάνσεις. Συγκεκριμένα, ο Μ.Κ. 20 έπεισε το Δικαστήριο, λόγω και των πιο πάνω προσόντων του, ότι συνήθως ένα κάταγμα όπως και το επίδικο, προκαλούνται από κάποια πτώση, επιβεβαιώνοντας την εκδοχή της παραπονούμενης, η οποία είχε κριθεί ως αξιόπιστη και έδωσε λεπτομερή και πλήρη περιγραφή για το πως δημιουργείται ένα τέτοιο κάταγμα, ήτοι ανέφερε ότι η ζημιά γίνεται όταν πέσει το άτομο και γίνεται αξονική φόρτιση, συνήθως του κορμού και ότι μπορεί να γίνει και από μικρό ύψος. Επίσης ο Μ.Κ. 20, παρέπεμψε σε ειδικό για το θέμα του πρόσφατου ή όχι του κατάγματος και σε αυτό το σημείο, η Μ.Κ. 21, με την εξειδικευμένη γνώση αλλά και ειδικότητα της, ήτοι αυτής του ακτινοδιαγνώστη, σε συνδυασμό με την εξειδικευμένη εξέταση της αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας, συμπληρώνει και ουσιαστικά αποδεικνύει με βεβαιότητα, ότι το κάταγμα είναι πρόσφατο, λόγω και του οιδήματος που υπήρχε και από την στιγμή που δεν έχει καταδειχθεί με οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία, ή έστω να υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ή αμφιβολία που να δείχνει ότι η παραπονούμενη είχε παρόμοιο πρόβλημα ή κτύπημα στον σπόνδυλο, το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει αποδειχθεί πλήρως η αιτιώδης συνάφεια του συμπιεστικού κατάγματος του 12ου θωρακικού σπονδύλου με την επίθεση που δέχθηκε η παραπονούμενη από τον κατηγορούμενο. Η αναφορά του Μ.Κ. 20 και πιο συγκεκριμένα η παραπομπή του σε εξειδικευμένο προσωπικό που να καταδεικνύει λεπτομέρως την οποιαδήποτε απόκλιση ή διαφοροποίηση μεταξύ πρώτης ακτινογραφίας ημερομηνίας 27/4/2011 του τεκμηρίου 6 και της δεύτερης ακτινογραφίας ημερομηνίας 16/5/2011, του ιδίου τεκμηρίου αποδεικνύει από την μια την φιλαλήθεια του μάρτυρα και τον σεβασμό του στην ειδικότητα του καθενός και από την άλλη αυτή η αναφορά του δεν διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο, διότι ο μάρτυρας αναγνώρισε και εντόπισε στην πρώτη ακτινογραφία το κάταγμα που υπήρχε, λόγω και της ειδικότητας του και η εκδοχή του αυτή επιβεβαιώθηκε από την αξονική και μαγνητική τομογραφία δια μέσου και της Μ.Κ.
  1. Περαιτέρω, η μαρτυρία της Μ.Κ. 21, συμπληρώνει και επιβεβαιώνει με την εξειδικευμένη γνώση και κατάρτιση της και τα εξειδικευμένα συμπεράσματα της από τα αποτελέσματα της αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας και έπεισε η μάρτυρας αυτή, όπως επίσης και ο Μ.Κ. 20, για τα επιστημονικά τους εχέγγυα, εμπειρίες και γνώσεις και δεν έχει εντοπιστεί οποιαδήποτε απόπειρα τους να βοηθήσουν την παραπονούμενη στην υπόθεση της, διότι έπεισαν για την αντικειμενικότητα, ανεξαρτησία και αμεροληψία τους και έδωσαν την πλήρη και ολοκληρωμένη κλινική εικόνα της παραπονούμενης και την διαδικασία που ακολουθήθηκε πριν, κατά, αλλά και μετά τις εξετάσεις που έχουν διενεργηθεί και το Δικαστήριο αισθάνεται την ασφάλεια να στηριχθεί στις μαρτυρίες των Μ.Κ. 20 και 21 για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. O M.K. 16, στερείται του πλεονεκτήματος που είχαν οι Μ.Κ. 20 και 21, ήτοι ο μάρτυρας δεν έχει εξετάσει την παραπονούμενη την επίδικη ημέρα του συμβάντος, αλλά στις 9/6/2011, πλην όμως και αυτός ο μάρτυρας παρέπεμψε και ουσιαστικά αποδέκτηκε την αναγκαιότητα ύπαρξης αξονικής τομογραφίας για το ζήτημα του προσφάτου ή όχι του επίδικου κατάγματος και για αυτό το θέμα έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση πιο πάνω ως προς τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 20 και
  2. Η αναφορά του μάρτυρα και πιο συγκεκριμένα ότι προσδιορίζει χρονικά το πρόσφατο κάταγμα μέχρι και 3 - 4 μήνες πριν την εξέταση του, άρα επεκτείνεται χρονικά και πριν την επίδικη ημερομηνία, αυτό δεν διαδραματίζει οποιοδήποτε ρόλο, διότι από την μια έχει γίνει ειδική αξιολόγηση των Μ.Κ. 20 και 21 και σε συνδυασμό ότι δεν υπήρξε οποαιδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία, ή έστω υπόνοια ή αμφιβολία ότι η παραπονούμενη έχει κτυπήσει στην περιοχή του σπονδύλου πριν το συμβάν και το μόνο που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο, είναι την αξιόπιστη εκδοχή της παραπονούμενης ότι δέχθηκε την επίθεση από τον κατηγορούμενο και συνεπεία αυτής έπεσε στο έδαφος και τραυματίστηκε στο σημείο όπου δεν υφίστατο οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας στην περιοχή του σπονδύλου και συνακόλουθα αποδείχθηκε η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ σπρωξίματος, πτώσης και τραυματισμού. Κατά τα υπόλοιπα, ο μάρτυρας έπεισε για την φιλαλήθεια και αντικειμενικότητα του, δεν δίστασε να παραδεχθεί την αναγκαιότητα ύπαρξης αξονικής τομογραφίας, παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα τα ευρήματα και συμπεράσματα του και την πλήρη κλινική και γενική εικόνα της παραπονούμενης και του τραύματος της, το οποίο έχει εντοπίσει ως ειδικός ορθοπεδικός το κάταγμα της παραπονούμενης στην ακτινογραφία ημερομηνίας 27/4/2011 του τεκμηρίου 6 και το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε απόπειρα του μάρτυρα στο να βοηθήσει την υπόθεση της παραπονούμενης, διότι έπεισε και αυτός με την σειρά του ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει με τα επιστημονικά του εχέγγυα την εικόνα που παρουσίαζε η παραπονούμενη. Ως προς τους μάρτυρες που κάλεσε η πλευρά της υπεράσπισης, αυτοί αναμφίβολα δεν είχαν το πλεονέκτημα που είχαν οι Μ.Κ. 20 και 21, ως έχει πιο πάνω αξιολογηθεί και σίγουρα η όποια γνώμη τους, περιορίζεται εν πολλοίς σε θεωρητικό επίπεδο, αν και θα γίνει ειδική αξιολόγηση για κάθε μάρτυρα ξεχωριστά και αυτό που έχει γίνει αποδεκτό από πλευράς αυτών των μαρτύρων και πιο συγκεκριμένα των Μ.Υ. 1, 2 και 3, ότι η αξονική και μαγνητική τομογραφία προσφέρει μια πιο ασφαλή εικόνα και επί αυτού του θέματος έχει γίνει σχετική αξιολόγηση πιο πάνω. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Υ.1, ο εν λόγω μάρτυρας επιβεβαίωσε την ύπαρξη κατάγματος στον 12ο θωρακικό σπόνδυλο και συνακόλουθα επιβεβαιώνει την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής σε αυτό το σκέλος και μάλιστα ότι αυτό το κάταγμα δεν είναι παλιό διότι δεν έχει πορωθεί. Η αρχική του αναφορά ότι το κάταγμα μπορεί να προσδιοριστεί χρονικά 3 - 4 μήνες, διευκρινήστηκε ότι αυτό μπορεί να είναι ακόμα και της ίδιας ημέρας και εν πάσει περιπτώσει εντός αυτού του χρονικού διαστήματος και επί αυτού του θέματος έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση πιο πάνω, με βάση την οποία η παραπονούμενη δέχθηκε το σπρώξιμο από τον κατηγορούμενο και αυτή έπεσε καθιστή στο έδαφος και δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας στον σπόνδυλο και ούτε έχει τραυματιστεί στο παρελθόν σε εκείνη την περιοχή, διότι δεν υπήρξε σχετική αξιόπιστη μαρτυρία που να το αποδεικνύει και ούτε υπήρχε οποιαδήποτε αμφιβολία για την καλή κατάσταση της υγείας της παραπονουμένης, και συνακόλουθα αποδείχθηκε η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ σπρωξίματος, πτώσης και τραύματος. Συνακόλουθα, η αναφορά του μάρτυρα ότι είναι κάπως παρατραβηγμένο να υπέστη η παραπονούμενη αυτό το κάταγμα με βάση την θέση που προβλήθηκε από την κατηγορούσα αρχή, λόγω της ηλικίας της, εκτός εάν είχε κάποια πάθηση ή οστεοπόρωση, δεν δύναται να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, εν΄ όψει και της αποδοχής εκ μέρους του στην αμέσως επόμενη υποβολή που του υποβλήθηκε, λέγοντας ότι μπορεί να γίνει ένα τέτοιο κάταγμα με τον τρόπο που κτύπησε η παραπονούμενη. Περαιτέρω ο μάρτυρας, αποδέχθηκε την θέση που του είχε υποβληθεί, ότι για να υπάρχει μια πιο σωστή επαγγεματική επιστημονική προσέγγιση σε σχέση με κάποιο έυρημα, θα πρέπει να υπάρχει και η εξέταση του ασθενούς και επί αυτού του θέματος έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση των μαρτύρων 20 και 21 και συνακόλουθα ο μάρτυρας στερείται του πλεονεκτήματος της κλινικής εξέτασης της παραπονουμένης και μάλιστα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Υ. 2, ο εν λόγω μάρτυρας επιβεβαίωσε την ύπαρξη κατάγματος στον 12ο θωρακικό σπόνδυλο και συνακόλουθα επιβεβαιώνει την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής σε αυτό το σκέλος και μάλιστα ότι αυτό το κάταγμα δεν είναι παλιό διότι δεν έχει επουλωθεί, ως χαρακτηριστικά ανέφερε. Τα όσα ανέφερε ως προς τον χρονικό προσδιορισμό του κατάγματος, ανέφερε και αυτός ο μάρτυρας ότι δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός του και ότι μπορεί να είναι ακόμα και της ίδιας ημέρας επειδή δεν έχει επουλωθεί και επί αυτού του θέματος, έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση πιο πάνω, με βάση την οποία η παραπονούμενη δέχθηκε το σπρώξιμο από τον κατηγορούμενο και αυτή έπεσε καθιστή στο έδαφος και δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας στον σπόνδυλό και ούτε έχει τραυματιστεί στο παρελθόν σε εκείνη την περιοχή, διότι δεν υπήρξε σχετική αξιόπιστη μαρτυρία που να το αποδεικνύει και ούτε υπήρχε οποιαδήποτε αμφιβολία για την καλή κατάσταση της υγείας της παραπονούμενης, και συνακόλουθα αποδείχθηκε η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ σπρωξίματος, πτώσης και τραύματος. Επιπλέον, και αυτός ο μάρτυρας αναγνώρισε το πλεονέκτημα που έχει η κλινική εξέταση του ασθενούς και μάλιστα ως προς το θέμα του πόνου, ανέφερε ότι ο ιατρός που την εξετάζει έχει αυτό το πλεονέκτημα, στο οποίο στερείται ο εν λόγω μάρτυρας και επί αυτού του θέματος έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση των Μ.Κ. 20 και
  3. Επίσης, ο μάρτυρας αναγνώρισε το πλεονέκτημα που δίνει η μαγνητική τομογραφία, λέγοντας ότι είναι πιο λεπτομερής και επί αυτού του ζητήματος έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση της Μ.Κ. 21 η οποία έχει συντάξει και το τεκμήριο
  4. Ο μάρτυρας αποδέκτηκε την θέση ότι ένας ακτινοδιαγνώστης εφ΄ όσον είναι ιατρός, είναι ειδικός να αποφανθεί για το θέμα των καταγμάτων και αυτή η αναφορά του μάρτυρα και να μην γινόταν, έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση της Μ.Κ. 21 η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη. Συνεπώς η αναφορά του Μ.Υ. 2 περί του θέματος της γωνίωσης και της απώλειας ύψους, δεν δύναται να γίνει αποδεκτή, εν΄ όψει του ότι ο μάρτυρας δεν έχει δει την μαγνητική τομογραφία, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι με βάση της μαρτυρία της Μ.Κ. 21 σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 52, αυτά έχουν αποδειχθεί από την εξειδικευμένη και αξιόπιστη μάρτυρα και κατόπιν εξειδικευμένης εξέτασης, πράγμα που δεν έχει κάνει ο Μ.Υ.
  5. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Υ. 3, ο εν λόγω μάρτυρας επιβεβαίωσε την ύπαρξη κατάγματος στον 12ο θωρακικό σπόνδυλο και συνακόλουθα επιβεβαιώνει την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής σε αυτό το σκέλος και αναφορικά με το θέμα της παλαιότητας του, δεν είχε να προσθέσει οτιδήποτε περισσότερο με τους υπόλοιπους πραγματογνώμονες και επί αυτού του θέματος, ως έχει γίνει ήδη επανειλημμένως σχετική αξιολόγηση, με βάση την οποία η παραπονούμενη δέχθηκε το σπρώξιμο από τον κατηγορούμενο και αυτή έπεσε καθιστή στο έδαφος και δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας στον σπόνδυλο και ούτε έχει τραυματιστεί στο παρελθόν σε εκείνη την περιοχή, διότι δεν υπήρξε σχετική αξιόπιστη μαρτυρία που να το αποδεικνύει και ούτε υπήρχε οποιαδήποτε αμφιβολία για την καλή κατάσταση της υγείας της παραπονούμενης, και συνακόλουθα αποδείχθηκε η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ σπρωξίματος, πτώσης και τραύματος. Ως εκ τούτου, για το θέμα της υπέρκαμψης προς τα εμπρός και για την πτώση από ύψος που ανέφερε ο μάρτυρας, αυτή η θέση του μάρτυρα δεν δύναται να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι έχει ήδη αποδειχθεί, με αξιόπιστη μαρτυρία και πιο συγκεκριμένα με την μαρτυρία της παραπονούμενης και των εμπειρογνωμόνων που κάλεσε η κατηγορούσα αρχή, ο τρόπος με τον οποίο δέχθηκε το σπρώξιμο η παραπονούμενη από τον κατηγορούμενο και έπεσε προς τα πίσω και έπεσε καθιστή, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έχει κριθεί ότι έχει αποδειχθεί ότι είναι δυνατή η πρόκληση αυτού του κατάγματος με αυτόν τρόπο και σε περαιτέρω συνδυασμό ότι η παραπονούμενη δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα στον σπόνδυλο, ούτε έχει κτυπήσει ή χειρουργηθεί στην περιοχή του σπονδύλου και βεβαίως αυτό συμπαρασύρει και το θέμα του χρονικού προσδιορισμού του κατάγματος, για το οποίο ήδη έχει γίνει σχετική αξιολόγηση ανωτέρω. Ούτως ή άλλως, ο μάρτυρας δεν απέκλεισε την πιθανότητα το τραύμα να έχει γίνει την ίδια ημέρα με τον τρόπο που του υποβλήθηκε από την κατηγορούσα αρχή, θέματα για τα οποία έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση ανωτέρω. Επίσης και αυτός ο μάρτυρας έχει παραδεχθεί ότι ο αξονικός και μαγνητικός τομογράφος δίδει περισσότερες λεπτομέρειες και επί αυτού του θέματος έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση ανωτέρω. Περαιτέρω και αυτός ο μάρτυρας δεν έχει εξετάσει την παραπονούμενη και στερείται ο μάρτυρας του πλεονεκτήματος εξέτασης της παραπονούμενης για να έχει την κλινική εξέταση και μάλιστα κατά την επίδικη ημερομηνία και για αυτό το θέμα έχει γίνει ειδική αξιολόγηση των Μ.Κ. 20 και
  6. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Υ.4, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δύναται να στηριχθεί στις θέσεις του για να εξέξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Συγκεκριμένα και αυτός ο μάρτυρας δεν έτυχε του πλεονεκτήματος να εξετάσει την παραπονούμενη και μάλιστα την επίδικη περίοδο, σε αντίθεση με το πλεονέκτημα που είχαν οι Μ.Κ. 20 και 21, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Αναφορικά με το θέμα της αυτοψίας στην επίδικη σκηνή που έχει θίξει ο εν λόγω μάρτυρας και πιο συγκεκριμένα η θέση του ότι είναι απίθανο να έχει προκληθεί αυτό το κάταγμα στην επίδικη σκηνή με τον τρόπο που του είχε υποβληθεί από την κατηγορούσα αρχή, λόγω του ότι το έδαφος εκεί είναι αμμώδης και με χόρτα, δεν δύναται να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία διότι αυτή η θέση δεν τέθηκε καν στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής για να τοποθετηθούν και είναι για πρώτη φορά που είχε προβληθεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης του. Εν πάσει περιπτώσει όμως, δεν έχει γίνει επιτόπια εξέταση από ιατροδικαστή στην επίδικη σκηνή τον επίδικο χρόνο και επιπλέον η πλευρά της υπεράσπισης έχει αμφισβητήσει ευθύς εξ΄ αρχής την θέση της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με το σπρώξιμο της παραπονούμενης από τον κατηγορούμενο και την πτώση της στο έδαφος, την οποία το Δικαστήριο έχει ήδη αποδεχθεί ως αξιόπιστη. Ως προς την θέση του μάρτυρα ότι είναι απίθανο να έχει υποστεί η παραπονούμενη ένα τέτοιο κάταγμα, εκτός εάν υπάρχουν προδιαθετικοί παράγοντες τους οποίους είχε αναφέρει, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι ο μάρτυρας δεν έχει εξετάσει την παραπονούμενη για να τους εντοπίσει και που εν πάσει περιπτώσει, έχει αποδειχθεί ότι η παραπονούμενη δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας στην περιοχή του σπονδύλου, ούτε χειρουργική επέμβαση έγινε στην εν λόγω περιοχή και δεν υπήρχε οποιαδήποτε αμφιβολία για αυτό και ούτε υπήρχε οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία περί του αντιθέτου, ή έστω κάποια αμφιβολία ή υπόνοια περί τούτου. Επίσης, η οποιαδήποτε αναφορά του για ενσυνείδητη αντίδραση, δεν δύναται να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι το Δικαστήριο έχει αποδεχθεί την θέση της παραπονούμενης και του συζύγου της για τον τρόπο όπου έπεσε στο έδαφος από το σπρώξιμο του κατηγορουμένου και από την στιγμή που έχει γίνει αποδεκτή αυτή η θέση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας ως έχει αναφερθεί και αξιολογηθεί πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει αποδειχθεί αιτιώδης συνάφεια μεταξύ σπρωξίματος, πτώσης και κατάγματος και συνακόλουθα συμπαρασύρεται και η αναφορά του μάρτυρα περί χρονικού προσδιορισμού του εν λόγω κατάγματος. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολογηθείσα μαρτυρία, τα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, στις 27/4/2011 στην τοποθεσία ΄΄Τρεμιθούδια΄΄ έδαφος του χωριού Πρόδρομος της επαρχίας Λεμεσού, παράνομα έσπρωξε την παραπονούμενη με το αριστερό του χέρι, με αποτέλεσμα η παραπονούμενη να πέσει στο έδαφος με τα οπίσθια και συνεπεία αυτής της πτώσης που προκλήθηκε από την παράνομη ενέργεια του κατηγορούμενου να σπρώξει την παραπονούμενη με το αριστερό του χέρι, η παραπονούμενη υπέστη βαριά σωματική βλάβη που συνίστατο σε συμπιεστικό κάταγμα 12ου θωρακικού σπονδύλου και συνακόλουθα η κατηγορούσα αρχή, πέτυχε και απέδειξε όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.