SISAMOS REFRIGERATION LIMITED ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 22426/2013, 5/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22426/2013 Μεταξύ: SISAMOS REFRIGERATION LIMITED Κατήγορος ν.
- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΙΜΙΤΕΔ
- Νίκος Σουτζής
- Παύλος Αριστείδους Κατηγορουμένων ----------------------------------------- Ημερομηνία: 5 Αυγούστου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Π. Ερωτοκρίτου Ευαγγέλου μαζί με κα. Α. Χατζημιλτή Για τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3: κ. Σ. Βασιλείου Κατηγορούμενοι 2 & 3 : παρόντες ----------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες για την έκδοση επιταγών άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι 1 εξέδωσαν στη Λεμεσό επιταγή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ με αρ.97643805 για το ποσό των €13.000.- ημερομηνίας 30/08/13 πληρωτέα στο όνομα και σε διαταγή των παραπονούμενων. Οι δικαιούχοι παραπονούμενοι παρουσίασαν δεόντως την πιο πάνω επιταγή για πληρωμή, πλην όμως αυτή δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και ή λόγω παγοποίησης του λογαριασμού του εκδότη (ΚΑΠ) και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη παρόλο ότι παρήλθε χρονική περίοδος πέραν των 15 ημερών από την ημέρα της παρουσίασης της στην τράπεζα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι 1 εξέδωσαν στη Λεμεσό επιταγή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ με αρ.97643806 για το ποσό των €13.000.- ημερομηνίας 30/09/13 πληρωτέα στο όνομα και σε διαταγή των παραπονούμενων. Οι δικαιούχοι παραπονούμενοι παρουσίασαν δεόντως την πιο πάνω επιταγή για πληρωμή, πλην όμως αυτή δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και ή λόγω παγοποίησης του λογαριασμού του εκδότη (ΚΑΠ) και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη παρόλο ότι παρήλθε χρονική περίοδος πέραν των 15 ημερών από την ημέρα της παρουσίασης της στην τράπεζα. Οι κατηγορούμενοι 2 & 3 αντιμετωπίζουν επίσης δύο κατηγορίες για την έκδοση επιταγών άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 2 και 4, οι εν λόγω κατηγορούμενοι 2 & 3 ουσιαστικά κατηγορούνται ότι παρείχαν συνδρομή δια της υπογραφής τους στους κατηγορούμενους 1 κατά τη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων των κατηγοριών 1 και 3 πιο πάνω. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τρείς
(3)μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατέθεσαν αμφότεροι ενόρκως ενώ περαιτέρω οι κατηγορούμενοι κάλεσαν δύο
(2)μάρτυρες για την υπεράσπιση τους. Περαιτέρω κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου 22 τεκμήρια και έγιναν παραδεκτά γεγονότα. Παρεμβάλλω εδώ ότι το Δικαστήριο, χωρίς να χρειάζεται κρίνω να λεχθεί κάτι περισσότερο, δεν θα λάβει καθόλου υπόψη το περιεχόμενο των τεκμηρίων Α, Γ, Δ & Ε για αναγνώριση τα οποία σημειώνεται δεν επιχειρήθηκε ποτέ να γίνουν κανονικά τεκμήρια και συνεπώς δεν αποτελούν μαρτυρία (βλ. Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης-Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των κ.κ.Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη σελ.396-398). Κατ' επέκταση δεν θα ληφθεί υπόψη ούτε τυχόν μαρτυρία που προέκυψε από το περιεχόμενο τους. Τα παραδεκτά γεγονότα που έγιναν μεταξύ των δύο πλευρών και τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο περιέχονται στο τεκμήριο 7 και είναι τα ακόλουθα:
- Η παραπονούμενη εταιρεία SISAMOS REFRIGERATION LIMITED κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη σύμφωνα με την Κυπριακή νομοθεσία.
- Η κατηγορούμενη 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι συνεργατική εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη σύμφωνα με την Κυπριακή νομοθεσία με έδρα τη Λεμεσό.
- Κατά το έτος 2012 η παραπονούμενη εταιρεία άρχισε να έχει εμπορική συνεργασία με την κατηγορούμενη
- Η παραπονούμενη εταιρεία διατηρούσε λογαριασμό στο όνομα της κατηγορούμενης 1 στον οποίο καταχωρούντο όλες οι σχετικές χρεοπιστώσεις.
- Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε τις πιο κάτω επίδικες επιταγές τις οποίες υπέγραψαν οι κατηγορούμενοι 2 και 3: - Επιταγή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας με αρ. 97643805 για το ποσό των €13.000,00 αρ. λογ. 10010-41-00719-4 ο οποίος ανήκε στην κατηγορούμενη
- - Επιταγή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας με αρ. 97643806 για το ποσό των €13.000,00 του ως άνω λογαριασμού.
- Η επιταγή με αρ. 97643805 πληρωτέα στις 30/8/13 παρουσιάστηκε σε πιστωτικό ίδρυμα και επιστράφηκε στις 11/9/13 με τις ενδείξεις «να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα» και «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ».
- Η επιταγή με αρ. 97643806 πληρωτέα στις 30/9/13 παρουσιάστηκε σε πιστωτικό ίδρυμα και επιστράφηκε στις 3/10/13 με τις ενδείξεις «να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα» και «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ».
- Οι εν λόγω επιταγές παραμένουν απλήρωτες για περίοδο μεγαλύτερη των 15 ημερών από την παρουσίαση τους. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις θέσεις τους. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη, δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι έχουν αναφέρει. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων αν και όπου χρειαστεί κατωτέρω. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων και των παραδεκτών γεγονότων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης ή για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). ΜΚ1 Πάρις Σίσαμος Είναι διευθυντής και μέτοχος των παραπονούμενων. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτό. Ο μάρτυρας έκανε σε γενικές γραμμές καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Πλην των ερωτήσεων που αφορούσαν τα θέματα για τα οποία δεν κάνω αποδεκτή την μαρτυρία του ως κατωτέρω αναφέρεται, θεωρώ πως κατά τα λοιπά έδωσε ευθείς απαντήσεις και πως η μαρτυρία του έχει συνοχή και αντέχει στη βάσανο της λογικής σε συνάρτηση και με τα έγγραφα που έχει καταθέσει. Εν πάση περιπτώσει κρίνω πως η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί κατά την αντεξέταση του. Αναφέρθηκε στην συνεργασία τους με τους κατηγορούμενους 1 και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες εξεδόθησαν στις 8/8/13 από τους κατηγορούμενους 1, δια της υπογραφής των κατηγορούμενων 2 και 3, τρεις επιταγές. Συγκεκριμένα εξεδόθησαν οι επιταγές με αρ. 97643805 ημερ. 30.8.13, η επιταγή Τεκμήριο 6 ημερ. 30.9.13 και η επιταγή με αρ. 97643807 ημερ. 24.10.
- Οι παραπονούμενοι κατέθεσαν τις επιταγές με αρ. 97643805 και την επιταγή Τεκμήριο 6 στην Τράπεζα τους για πληρωμή πλην όμως δεν πληρώθηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων αλλά και επειδή ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρξαν διαμαρτυρίες τηλεφωνικά στους κατηγορούμενους 2 και 3, οι οποίοι όμως έλεγαν ότι η εταιρεία αντιμετωπίζει προβλήματα και υπόσχονταν διευθέτηση του ποσού. Οι εν λόγω επιταγές έμειναν απλήρωτες για περίοδο μεγαλύτερη των 15 ημερών από την παρουσίαση τους. Μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, περί το τέλος του 2013, οι κατηγορούμενοι 1 κατέβαλαν σταδιακά το ποσό των €18.000 και παραμένουν απλήρωτα τα υπόλοιπα οφειλόμενα ποσά. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως δεν βρήκε το πρωτότυπο της επιταγής με αρ. 97643805 και έδωσε κάποιες εξηγήσεις για τούτο, ενώ αναφέρθηκε και στις συναντήσεις και συζητήσεις που είχε με τους κατηγορούμενους 2 και 3 οι οποίοι ως γνώριζε ήταν διευθυντές, ως εμφαίνεται και στο Τεκμήριο
- Επίσης αναφέρθηκε στην κατανομή του ποσού των €18.000.- που πλήρωσαν οι κατηγορούμενοι 1 ως ανωτέρω αναφέρθηκε και απάντησε ότι η αναφορά του σε προηγούμενες υποθέσεις, που αφορούν επιταγές προηγούμενων των δικών του επιταγών, όπως η περίπτωση της Five Oceans, έγινε για να δείξει ότι η εταιρεία είχε πρόβλημα από πριν. Από την μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα αναφέρω όμως ότι δεν αποδέχομαι τα εξής. (α) Σε ότι αφορά το θέμα της πληρωμής του ποσού των €18.000.- και τι ακριβώς αυτό αφορούσε, οφείλω να πω ότι διέκρινα μέσα από μη καθαρές, μέχρι και αντιφατικές θα έλεγα θέσεις, προσπάθεια υπεκφυγής στο να δοθούν απαντήσεις για το αυτονόητο και λογικό. Διότι σαφώς και η πληρωμή του ποσού αυτού εφόσον τηρείτο λογαριασμός εδόθη έναντι του λογαριασμού. Όμως στην κατοχή τους οι παραπονούμενοι είχαν και τρείς επιταγές εν σχέση με το ίδιο ποσό, οι δύο εκ των οποίων είναι οι επίδικες και δεν είναι λογικό να οφείλεται το υπόλοιπο του λογαριασμού και επιπλέον όλες οι επιταγές να θεωρούνται ανεξόφλητες. Επειδή αυτό είπε σε κάποια στιγμή αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας. Επίσης ανέφερε αλλού ότι αν είναι απλήρωτη η μια ή η άλλη δεν παίζει ρόλο και ακόμη στο τέλος της αντεξέτασης ότι εξαρτάται πως το βλέπεις. Βεβαίως ανέφερε σε κάποια στιγμή ότι το ποσό δόθηκε έναντι των επιταγών και περαιτέρω ότι με το εν λόγω ποσό πληρώθηκε ουσιαστικά η μια επιταγή και μέρος της δεύτερης οπότε εκκρεμεί όπως το έθεσε «ενάμιση» επιταγή, όμως η παράλειψη από μέρους του να δώσει καθαρή απάντηση, εκτός από την σύγχυση που προκαλεί είναι ένα στοιχείο που ανάγκασε οφείλω να πω το Δικαστήριο να εξετάσει την μαρτυρία του με επιφύλαξη. Βεβαίως κατέληξε το Δικαστήριο ως αναφέρθηκε και πιο πάνω ότι δεν τίθεται θέμα απόρριψης του συνόλου της μαρτυρίας του αφού η ουσία της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτή. (β) Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στην επιταγή 97643805, η οποία μέχρι τέλους δεν ξεκαθάρισε την θέση του για το που ευρίσκεται. Είπε ότι έψαξε και δεν την βρήκε, είπε ότι πιθανόν να εδόθη πίσω στους κατηγορούμενους 1 αλλά αυτό ήταν λάθος γιατί το λογιστήριο δεν έλαβε οδηγίες από τον ίδιο και εν πάση περιπτώσει μέχρι τέλος κατά την κρίση μου αρνήθηκε να πει αυτό που έγινε στην πραγματικότητα και το οποίο προφανώς γνώριζε, ότι ναι την επιστρέψαμε γιατί την θεωρήσαμε εξοφληθείσα με βάση την πληρωμή των €18.000.- πιο πάνω. Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου έχοντας υπόψη την μαρτυρία πιο πάνω και ερμηνεύοντας την υπέρ των κατηγορούμενων με δεδομένη την σύγχυση που ο ίδιος ο μάρτυρας, και κατ' επέκταση η πλευρά της κατηγορούσας αρχής, επέλεξε να προκαλέσει με τις μη καθαρές του θέσεις είναι πως η επιταγή με αρ. 97643805 μέχρι το τέλος του 2013 έχει εξοφληθεί πλήρως και αυτός είναι ο λόγος που επιστράφηκε στους κατηγορούμενους 1, ενώ το επιπλέον ποσό εκ €5000.- που δόθηκε αφορούσε την επιταγή τεκμ.
- Οι κατηγορούμενοι 1 οφείλουν σήμερα το υπόλοιπο ποσό της επιταγής τεκμ.6 πλέον το ποσό της τρίτης επιταγής που δόθηκε και δεν είναι επίδικη δηλαδή συνολικό ποσό €21.105,92.-. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους, κάτι που αναμφίβολα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ανάλογα πάντοτε με την συγκεκριμένη περίπτωση που έχει ενώπιον του, παραπέμπω μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 39, Σάββα v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Νικολαίδης v. Αστυνομία
(2003)2 Α.Α.Δ. 271 και Π.Ε. 89/12 Αγαθοκλέους v. Αστυνομίας ημερ.24-07-13, ως επίσης στο σύγγραμμα των κ.κ.Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ.141-
- ΜΚ2 Κώστας Σοφοκλέους Είναι ιδιοκτήτης της εταιρείας Five Oceans η οποία ασχολείται με εμπόριο ψαριών. Ο μάρτυρας κλήθηκε ουσιαστικά για να επιβεβαιώσει την θέση του ΜΚ1 με τις παραγράφους 15 & 16 της γραπτής του δήλωσης περί έκδοσης και άλλων επιταγών από τους κατηγορούμενους 1 προς τρίτους, οι οποίες επίσης επιστράφηκαν απλήρωτες και μάλιστα πριν τις επίδικες επιταγές. Από την μαρτυρία του σημειώνω αποδέχομαι ότι πράγματι δύο επιταγές μεταξύ αυτών και η επιταγή τεκμ.13 δόθηκαν από τους κατηγορούμενους 1 προς την εταιρεία του μάρτυρα εν σχέση με οφειλή των πρώτων, οι επιταγές δεν πληρώθηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων και ότι σε κάποια στιγμή εκκρεμούσε ποινική υπόθεση εν σχέση με τις επιταγές αυτές. Δεν αποδέχομαι όμως από την μαρτυρία του τα εξής σημεία αφού εν σχέση με αυτά δεν με έπεισε. Κατ' αρχήν είναι προφανές με βάση την μαρτυρία του πως δεν γνώριζε ποιοι υπέγραψαν τις δύο επιταγές, μεταξύ των οποίων και το τεκμ.13, και πότε ακριβώς. Περαιτέρω όμως ο μάρτυρας δεν έπεισε ούτε για το κατά πόσο μίλησε καθ' οιονδήποτε χρόνο με τον κατηγορούμενο 3 για οποιαδήποτε επιταγή, αφού αρχικά ανέφερε ότι «αν δεν κάνει λάθος» μίλησαν μια φορά στο τηλέφωνο, ακολούθως είπε ότι μίλησαν μια φορά και στο τέλος πως «δεν είναι σίγουρος αν ήταν αυτός, νομίζει ήταν». Αυτά βέβαια μόνον αμφιβολίες μπορούν να δημιουργήσουν για τη βασιμότητα των όσων ανέφερε. Επίσης είναι γεγονός ότι έμεινε ανοικτό το θέμα του κατά πόσο υφίσταται οποιαδήποτε υπόθεση εν σχέση με την επιταγή τεκμ.13 αφού προφανώς με βάση όσα ελέχθησαν και ελλείψει μαρτυρίας προκύπτει ότι η υπόθεση έχει αποσυρθεί. Δεν κρίνω σκόπιμο να σταθώ περισσότερο στη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα αφού θεωρώ πως δεν πρόσθεσε με δεδομένα τα πιο πάνω οτιδήποτε στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής και δεν προκύπτει εκ της μαρτυρίας του κάποιο στοιχείο που θα παίξει ρόλο στην τελική κρίση του Δικαστηρίου. Οι αρχές αναφορικά με την αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρας και απόρριψης άλλου μέρους έχουν αναφερθεί ανωτέρω. ΜΚ3 Ελένη Παίδιου Εργάζεται στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και είναι στο κατάστημα της Λεμεσού. Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Απάντησε ευθέως ότι γνώριζε με βάση τα καθήκοντα της και τα στοιχεία που είχε στην κατοχή της για τις επίδικες επιταγές και λογαριασμό. Δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον και δεν χωρεί αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστη μάρτυρα. Αναφέρθηκε στα καθήκοντα της και έδωσε λεπτομέρειες εν σχέση με τον επίδικο λογαριασμό των κατηγορούμενων 1 όπως για το ποιοι είχαν δικαίωμα υπογραφής, το όριο του, για την πληρωμή και επιστροφή επιταγών και τα υπόλοιπα του σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, και τέλος για την παγοποίηση του λόγω καταχώρησης του στο ΚΑΠ στις 11/09/
- Από την ημερομηνία αυτή όλες οι επιταγές επιστρέφονταν λόγω της παγοποίησης αλλά και για ανεπαρκή υπόλοιπα. Οι επιταγές που καταχωρήθηκαν στο ΚΑΠ ήταν 500 και αφορούσαν ποσό €1.500.000.- περίπου. Για την καταχώρηση στο ΚΑΠ και για παράδοση του βιβλιαρίου επιταγών ο διευθυντής τους ενημέρωσε τον γενικό διευθυντή των κατηγορούμενων 1 με επιστολή 12/09/
- Στο ΚΑΠ καταχωρήθηκαν και τα πρόσωπα που υπέγραφαν επιταγές, μεταξύ των οποίων οι κατηγορούμενοι 2 και
- Επίσης η μάρτυρας αναφέρθηκε στην παρουσίαση των δύο επίδικων επιταγών και την επιστροφή τους λόγω ανεπαρκών υπολοίπων αλλά και επειδή ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ. Οι σφραγίδες στις επιταγές τοποθετήθηκαν από τη Λαική Τράπεζα κατόπιν οδηγιών για επιστροφή του εντεταλμένου αξιωματούχου της τράπεζας τους. Ανέφερε ακόμη ότι κάθε επιταγή που επιστρεφόταν φαίνεται στο λογαριασμό τεκμ.18 να χρεώνεται από την τράπεζα με €20.-. Για τις χρεώσεις αυτές στάλθηκε επιστολή ημερ.16/05/13 από τον 3ο κατηγορούμενο στην τράπεζα τους (τεκμ.19) με την οποία ζητούσε να τερματιστεί η χρέωση αυτή. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι ο Ευγένιος Παύλου ήταν το πρόσωπο που επικοινωνούσε με τον συνάδελφο της στην τράπεζα και ενημερωνόταν για την κατάσταση των προβληματικών επιταγών και αυτός έδινε τις εντολές ποιες επιταγές βάσει των διαθέσιμων ποσών και των καταθέσεων της ημέρας ή εκκαθάρισης της ημέρας των επιταγών που κατατίθεντο τις προηγούμενες μέρες ή βάσει των πιστώσεων της JCC θα καλύπτονταν. Κατ' επιλογή πληρώνονταν πρώτα οι μικρές επιταγές και επίσης εξαρτάτο από τον δικαιούχο δηλαδή αν ήταν κυβερνητικό τμήμα όπως κοινωνικές ασφαλίσεις καλύπτονταν. Από εκεί και πέρα οδηγίες έδινε ο Ευγένιος. Το όριο του επίδικου λογαριασμού είχε λήξει στις 30/06/13 δηλαδή το όριο ακυρώθηκε στο σύστημα και εναπόκειτο σε απόφαση των διευθυντών για ανανέωση του. Όλες οι επιταγές που εμφανίζονταν για πληρωμή σε ηλεκτρονική απεικόνιση έβγαιναν σε μια κατάσταση που ονομαζόταν προβληματικές επιταγές και αποστέλλετο καθημερινά στους κατηγορούμενους
- Από εκεί και πέρα ο αρμόδιος υπάλληλος μιλούσε με τον Ευγένιο για την κατάσταση αυτή αλλά η τράπεζα στο στάδιο ακριβώς αυτό είχε ενημερώσει τους κατηγορούμενους 1 ότι βρίσκονταν ένα στάδιο πριν το ΚΑΠ και ότι με την επανέναρξη του ΚΑΠ θα καταχωρούνταν. Κατά τον μήνα Αύγουστο δεν ξεπερνιόταν ποτέ το όριο των €800.000 και οι επιταγές αγνοούνταν. Παρά τη λήξη του ορίου δεν τους είχαν δοθεί οδηγίες να σταματήσουν να πληρώνουν, να παγοποιήσουν το λογαριασμό. Συνέχιζαν έχοντας υπόψη το όριο μέχρι και την παγοποίηση του λογαριασμού. Δεν ξέρει όμως αν οι κατηγορούμενοι ενημερώθηκαν για τη λήξη του ορίου παρατραβήγματος. Στον επίδικο λογαριασμό οι κατηγορούμενοι 1 κατέθεταν σχεδόν καθημερινά τις εισπράξεις της ημέρας, τις επιταγές που εισέπρατταν και τις εισπράξεις από τις κάρτες των διαφόρων supermarkets. Εν σχέση με όλες τις επιταγές που κατατέθηκαν και επιστράφηκαν πίσω στους δικαιούχους τους ως ακάλυπτες, ο Ευγένιος ενημέρωσε την τράπεζα για όσες επιταγές πληρώθηκαν και τους τις έφερε στο κατάστημα γιατί βάση των οδηγιών του ΚΑΠ πρέπει μέσω της τράπεζας να υπάρξει ενημέρωση για την πληρωμή τους. Ο αριθμός των επιταγών που πληρώθηκαν είναι γύρω στις
- Τέλος ανέφερε ότι μια επιταγή η οποία θα μπορούσε να κατατεθεί μια μέρα και επιστρέφετο πίσω, η ίδια επιταγή θα μπορούσε να κατατεθεί ξανά. Μπορεί να υπήρχαν επιταγές που κατατέθηκαν από 3 μέχρι και 6 φορές. Κατά την επανεξέταση της ανέφερε ότι μετά τις 30/06/13 αν ο λογαριασμός είχε διαθέσιμα ποσά οι επιταγές πληρώνονταν, αν δεν είχε δεν πληρώνονταν. Οι εισροές στο λογαριασμό στις οποίες αναφέρθηκε πιο πάνω δεν ήταν αρκετές για να καλύψουν όλες τις επιταγές που παρουσιάζονταν για πληρωμή την επίδικη περίοδο. Κατηγορούμενος 3 Είναι ο γραμματέας των κατηγορούμενων 1 από 01/01/11 μέχρι σήμερα. Ευθέως αναφέρω ότι δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του, πλην του μέρους εκείνου που αναφέρω κατωτέρω. Από την αρχή της μαρτυρίας του μέχρι και το τέλος διέκρινα ξεκάθαρη προσπάθεια από μέρους του να αποκρύψει την αλήθεια εν σχέση με ουσιώδη ζητήματα και πτυχές της υπόθεσης, κάτι που ήταν εμφανές κατά την άποψη μου και μέσα από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο που απαντούσε στις ερωτήσεις και τις απαντήσεις του. Περαιτέρω όμως να αναφερθεί ότι μέσα από τις μη καθαρές του θέσεις σε κάθε περίπτωση δεν έπεισε το Δικαστήριο. Κατ' αρχήν αναφέρω ότι εκ της μαρτυρίας του δεν αποδέχομαι την μη ύπαρξη γνώσης από μέρους του σε ότι αφορά την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού και το πρόβλημα με τις επιστρεφόμενες επιταγές αλλά και για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας γενικότερα. Ήταν προφανής κρίνω η προσπάθεια από μέρους του καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του να πείσει για τούτο, πλην όμως ανεπιτυχώς αφού αφενός η θέση του αυτή δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής και αφετέρου η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου συνηγορεί στο αντίθετο. Ως εκ τούτου αναφέρεται δεν έχω καμία αμφιβολία για την ύπαρξη γνώσης από μέρους του για τα πιο πάνω και αυτό προκύπτει από τα εξής: (α) Την ευθύνη για την διαχείριση των οικονομικών της εταιρείας, όπως και την διοίκηση της γενικότερα, έχει η Επιτροπή, που είναι ο απόλυτος άρχων ως ο ίδιος ανέφερε, στις συνεδρίες της οποίας συμμετέχει από την 01/01/11 που είναι ο γραμματέας της. Μάλιστα υπό αυτή του την ιδιότητα τηρεί τα πρακτικά όλων των συνεδριάσεων. Συνεδρίες γίνονται σχεδόν κάθε βδομάδα. (β) Ως γραμματέας της εταιρείας είναι αξιωματούχος της (βλ.αρ.2 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν.22/85)και επίσης εκτελεστικό της όργανο, που ενεργεί με οδηγίες της Επιτροπής (βλ. Κανονισμό 51
(1)των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 αλλά και ως προκύπτει από τη μαρτυρία). (γ) Η επιτροπή τύγχανε ενημέρωσης περί των οικονομικών θεμάτων. Για τα προβλήματα με τις επιστρεφόμενες επιταγές ενημερώνετο τόσο ο ίδιος όσο και η Επιτροπή, στα πλαίσια της διαχείρισης όπως ο ίδιος ανέφερε. (δ) Στις 16/05/13 απέστειλε προς την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα την επιστολή τεκμ.19, μέσα από την οποία προκύπτει ξεκάθαρα γνώση του για τις επιστρεφόμενες επιταγές. Βεβαίως σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του αποδέχτηκε ευθέως ότι το πρόβλημα περιήλθε στη αντίληψη του όταν έστειλε και την επιστολή αυτή. (ε) Η αναφορά του ότι μετά την αποστολή της επιστολής πιο πάνω έλαβε διαβεβαιώσεις από το οικονομικό τμήμα ότι οι επιταγές θα ξεκαθάριζαν, καταδεικνύει την ύπαρξη της επαφής με το τμήμα αυτό εν σχέση με το συγκεκριμένο θέμα. Βεβαίως θα ήταν και παράλογο αναφέρω να ισχυριστεί κάποιος ότι ο κατηγορούμενος 3 που ήταν ο προϊστάμενος όλων των υπαλλήλων της εταιρείας, άρα και των υπαλλήλων του τμήματος αυτού, και στεγαζόταν στον ίδιο χώρο με το οικονομικό τμήμα και τους υπεύθυνους του τμήματος αυτού, δεν είχε επαφή μαζί τους ή επικοινωνία αλλά σε κάθε περίπτωση η μαρτυρία αποδεικνύει του λόγου το αληθές. (στ) Σε υποβολή ότι δεν μπορεί να μην γνώριζε την επιστροφή επιταγών όταν η μισή Λεμεσός για ένα ολόκληρο χρόνο βούιζε, δεν αρνήθηκε ότι πράγματι έτσι είχαν τα πράγματα άρα και ότι γνώριζε και ανέφερε απλά ότι το τμήμα οικονομικών τον διαβεβαίωνε ότι οι επιταγές θα περάσουν. Ότι άλλο ανέφερε ο κατηγορούμενος 3 για να υποστηρίξει το αντίθετο και οι δικαιολογίες που έδωσε δεν έχουν πείσει το Δικαστήριο, δεν γίνονται αποδεκτές και απορρίπτονται. Επίσης αναφέρω ότι δεν αποδέχομαι εκ της μαρτυρίας του ούτε ότι δεν έγινε η συνάντηση με τον ΜΚ1 στις 08/08/13 αφού κατ' αρχήν ο ίδιος με την απάντηση του «δεν θυμούμαι να γίνηκε τέτοια συνάντηση, δεν έγινε, δεν μπορούσε να γίνει, διότι δεν ασχολούμουν εγώ με τα θέματα πληρωμών» έχει δημιουργήσει αμφιβολία στο Δικαστήριο για την βασιμότητα της θέσης του. Όμως και επειδή περαιτέρω η θέση αυτή σε συνδυασμό με άλλη μαρτυρία της Υπεράσπισης επιτείνει τις αμφιβολίες του Δικαστηρίου για την βασιμότητα της θέσης αυτής γενικότερα. Και αναφέρομαι βέβαια στην αναφερόμενη κατωτέρω άρνηση του κατηγορούμενου 2 να παρουσιάσει το ημερολόγιο που όπως ανέφερε κατέχει για να αποδείξει τα λεγόμενα του περί μη διεξαγωγής της συνάντησης αλλά και στην δήλωση του ΜΥ2 ότι δεν θυμάται αν έγινε η συνάντηση αυτή, κάτι που αφήνει σαφώς ανοικτό για την Υπεράσπιση το ενδεχόμενο η συνάντηση να πραγματοποιήθηκε. Εν πάση περιπτώσει η μη ενασχόληση του με θέματα πληρωμών δεν αποκλείει σε καμία περίπτωση η συνάντηση να πραγματοποιήθηκε και να υπήρξε η εξέλιξη που ανέφερε ο ΜΚ1, όταν μάλιστα στην συνάντηση τοποθετείται σε κάποια στιγμή και ο ΜΥ2, το αρμόδιο δηλαδή πρόσωπο για τις πληρωμές. Υπενθυμίζεται επίσης εδώ ότι με βάση τον ΜΥ2 ο κατηγορούμενος 3 έβλεπε πολλή κόσμο στα γραφεία της εταιρείας. Με δεδομένα τα πιο πάνω, δεν γίνεται αποδεκτή ούτε η αναφορά του μάρτυρα περί μη υπογραφής επιταγών μεμονωμένα για οποιοδήποτε συγκεκριμένο προμηθευτή και κατ' επέκταση η θέση ότι δεν υπογράφηκαν οι επίδικες επιταγές την αναφερθείσα ημερομηνία. Εφόσον το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η συνάντηση ημερ.08/08/13 έγινε ως ο ΜΚ1 ανέφερε και ο κατηγορούμενος 3 αλλά και η Υπεράσπιση γενικότερα δεν με έπεισαν για το αντίθετο, δεν μπορώ να αποδεχτώ τη θέση αυτή του μάρτυρα, ενώ να σημειώσω ότι ο ΜΥ2 που ήταν ουσιαστικά υπεύθυνος των πληρωμών κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών δεν έχει αποκλείσει σε καμία περίπτωση με την μαρτυρία του, το αντίθετο μάλλον, για το ότι υπήρχε δυνατότητα έκδοσης μεμονωμένα επιταγών. Η ουσία της μαρτυρίας του ΜΥ2 κρίνω δεν ήταν ότι δεν θα μπορούσαν να είχαν εκδοθεί επιταγές την συγκεκριμένη ημέρα αλλά ότι η έκδοση θα έπρεπε να γίνει με βάση το πρόγραμμα πληρωμών. Τέλος δεν αποδέχομαι αυτό που ανέφερε για παροχή προς τον ίδιο διαβεβαιώσεων από τον Κώστα Κωνσταντίνου (ΜΥ2) μετά την αποστολή της επιστολής τεκμ.19 περί τακτοποίησης του θέματος των επιστρεφόμενων επιταγών, αφού πολύ απλά ο ΜΥ2 με τη μαρτυρία του δεν επιβεβαίωσε τη θέση αυτή. Έχει προβληματίσει το Δικαστήριο βέβαια η σημασία των πιο πάνω εν σχέση πάντα με την μαρτυρία του γενικότερα. Όμως έχω καταλήξει ότι δεν πρέπει να οδηγήσουν σε απόρριψη της μαρτυρίας του ως αναξιόπιστης στο σύνολο της, αφού ένα μέρος της μαρτυρίας του υποστηρίζεται από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Πιο συγκεκριμένα αποδέχομαι ότι η συνήθης (έχοντας υπόψη όσα αποφασίστηκαν πιο πάνω) διαδικασία έκδοσης των επιταγών ήταν ως ανέφερε, ότι η διαχείριση του θέματος πληρωμών ανήκε στο οικονομικό τμήμα, ότι επαφή με την τράπεζα για τα τραπεζικά θέματα είχε ο Ευγένιος Παύλου, αλλά και ότι η οικονομική κρίση και τα άσχημα οικονομικά της εταιρείας είχαν σαφώς ως αποτέλεσμα τη μείωση των εσόδων και τη δημιουργία προβλήματος ρευστότητας Κατηγορούμενος 2 Ο μάρτυρας αυτός εργαζόταν στους κατηγορούμενους 1 από το 1984 μέχρι τον Σεπτέμβρη του 2014, οπότε αφυπηρέτησε. Γενικά μου έκανε καλή εντύπωση και αποδέχομαι την μαρτυρία του, πλην των σημείων που συγκεκριμένα αναφέρω πιο κάτω. Θεωρώ πως γενικά ήταν ειλικρινής και η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί. Αναφέρθηκε στα καθήκοντα του και είπε πως ο τίτλος διευθυντής που του αποδίδεται με βάση το τεκμ.14 δεν έχει χαρακτήρα διευθυντή όπως στις εταιρείες αλλά ήταν θέμα εσωτερικό της εταιρείας και για σκοπούς επαφής με συνεργάτες με τους οποίους ασχολείτο. Η προσθήκη των «Διοικητικών Υπηρεσιών» στον τίτλο έγινε πριν 2 χρόνια και αφορούσε κυρίως ζητήματα που είχαν σχέση με κυβερνητικά τμήματα και με προσφορές στην εταιρεία. Αναφέρθηκε επίσης στο δικαίωμα υπογραφής επιταγών που είχε από το 2010, κάτι που του ανατέθηκε από την εταιρεία και εξήγησε τη διαδικασία υπογραφής των επιταγών. Δεν είχε όμως ανέφερε καμία σχέση με την οικονομική διαχείριση της εταιρείας, τον τρεχούμενο λογαριασμό, τα υπόλοιπα και τις τράπεζες και δεν γνώριζε το όριο του τρεχούμενου της εταιρείας όπως δεν είχε άμεση οργανική σχέση με την επιτροπεία και δεν υπήρξε ποτέ μέλος της. Στην επιτροπεία παρουσιαζόταν εάν συνέτρεχαν λόγοι για ζητήματα που αφορούσαν τον τομέα του ή για να βοηθήσει στη διαμόρφωση πολιτικών αποφάσεων με τα δικά του καθήκοντα. Ακόμη εξήγησε τη συνεργασία που είχαν με τον ΜΚ1 και τους παραπονούμενους κι ανέφερε ότι για τις πληρωμές που θα γίνονταν σε αυτούς αποφάσιζε το τμήμα οικονομικών. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι οι επαφές και επικοινωνίες που είχε με τον ΜΚ1 ήταν για τεχνικά θέματα και προσφορές που υποβάλλονταν για εγκατάσταση ψυγείων ή ψυκτικών θαλάμων στα καταστήματα. Εξήγησε δε τη διαδικασία υποβολής και έγκρισης των προσφορών και στα πλαίσια αυτά την εμπλοκή του στην προσφορά των παραπονούμενων τεκμήριο 4 και στο τιμολόγιο τεκμήριο 5 που εξεδόθη από τους παραπονούμενους ακολούθως. Επανέλαβε ακόμη ότι δεν είχε αρμοδιότητα ούτε γνώριζε για την κίνηση των υπολοίπων του τρεχούμενου ή διαθέσιμου κεφαλαίου στις τράπεζες και δεν είχε καμία σχέση με τις τράπεζες ή με προμηθευτές για θέματα επιστρεφόμενων επιταγών. Η οικονομική κρίση ανέφερε επηρέασε την εταιρεία τους και η επιτροπή αποφάσισε λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών και των δυσανάλογων κοστών εν σχέση με τα έσοδα να κλείσει κάποια ζημιογόνα καταστήματα, ενώ τα έτη 2013-2014 έγιναν απολύσεις προσωπικού με αποτέλεσμα από 35 άτομα στα γραφεία να μείνουν σήμερα μόνον 4-5 άτομα. Για τις απολύσεις όμως είπε ότι εκτός από την μείωση του κύκλου εργασιών, ένας άλλος παράγοντας που έπαιξε ρόλο ήταν και η απόφαση της εταιρείας για αναδιάρθρωση πάνω σε μια εντελώς διαφορετική βάση και εξήγησε σχετικά. Τέλος, ανέφερε πως ο ίδιος έμαθε αναφορικά με τις επιστρεφόμενες επιταγές όταν πλέον μπήκαν στο ΚΑΠ. Ερχόμενος στο μέρος της μαρτυρίας του που δεν γίνεται αποδεκτό, αναφέρω κατ' αρχήν ότι δεν αποδέχομαι τη θέση του ότι δεν έλαβε χώρα συνάντηση με τον ΜΚ1 στις 08/08/
- Όταν ο μάρτυρας ανέφερε ότι είναι σίγουρος και θυμάται επειδή έχει δικό του ημερολόγιο, το Δικαστήριο θα ανέμενε από τον μάρτυρα προς άρση κάθε αμφιβολίας και αφού έχει στην κατοχή του το ημερολόγιο αυτό να το παρουσιάσει. Όμως όταν ερωτώμενος που είναι το ημερολόγιο απάντησε απλά ότι «είναι δικό μου προσωπικό» και πρόσθεσε «αλλά δεν έγινε συνάντηση», το Δικαστήριο κάθε άλλο παρά πείσθηκε. Διότι ένας μάρτυρας με καθαρή θέση επί του σημείου τούτου, που θα μπορούσε να αποδείξει με οποιοδήποτε τρόπο ότι δεν έγινε η συνάντηση και να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα του κρίνω ότι θα το έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη. Θεωρώ συνεπώς ότι ο μάρτυρας αυτός απαντώντας με τον τρόπο αυτό και τελικά μη παρουσιάζοντας το ημερολόγιο που επικαλέστηκε, άφησε σκιές στη μαρτυρία του επί του σημείου αυτού και σαφώς σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο για τη βασιμότητα των λεγομένων του με αποτέλεσμα η θέση του αυτή αλλά και της υπεράσπισης περί μη διεξαγωγής της συνάντησης να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όμως έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, είναι ξεκάθαρο ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχτεί ούτε την θέση περί μη έκδοσης των επιταγών προς τους παραπονούμενους κατά την εν λόγω ημερομηνία. Η πιο πάνω μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 με τις σκιές και τις αμφιβολίες που άφησε για την συγκεκριμένη ημερομηνία και τη γενική αναφορά του ότι δεν θυμάται πότε υπογράφηκαν οι επίδικες επιταγές, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι δεν εντοπίζεται μαρτυρία στα πλαίσια της υπόθεσης η οποία να αντικρούει την αξιόπιστη μαρτυρία του παραπονούμενου, θεωρώ πως δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να καταλήξει σε άλλο συμπέρασμα σε ότι αφορά τον χρόνο υπογραφής και έκδοσης των επιταγών παρά μόνον στο ότι αυτές έχουν εκδοθεί στις 08/08/
- Και θα πρέπει να αναφέρω εδώ ότι σε καμία περίπτωση κρίνω η μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 για το ότι δεν είχε αρμοδιότητα σε θέματα πληρωμών, δεν μπορεί να αποκλείσει την παρουσία του στην συνάντηση αυτή και την εξέλιξη που είχε η συνάντηση ως εξήγησε ο ΜΚ1, όταν μάλιστα επαναλαμβάνω στη συνάντηση τοποθετείται σε κάποια στιγμή και ο ΜΥ2 που ήταν το αρμόδιο πρόσωπο για τις πληρωμές ο οποίος έφερε τις επιταγές για υπογραφή. ΜΥ1 Πέτερ Ιωσήφ Ο μάρτυρας αυτός εργάστηκε στους κατηγορούμενους 1 την περίοδο από το 2010 μέχρι τον Απρίλιο του 2013, οπότε αποχώρησε, ως οικονομικός τους διευθυντής. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας απάντησε ευθέως και χωρίς δισταγμό στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και οφείλω να πω ότι έκανε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι είχε ενώπιον του μάρτυρα που παρουσιάστηκε για να καταθέσει ειλικρινά για πράγματα που γνώριζε ενόσω ασκούσε τα καθήκοντα του, χωρίς να έχει κάποιο συμφέρον για να πράξει το αντίθετο, εξήγησε δε ακριβώς ποιες είναι οι σημερινές σχέσεις του τόσο με τους παραπονούμενους όσο και με τους κατηγορούμενους 1 &
- Βεβαίως οφείλω να πω εδώ πριν προχωρήσω περαιτέρω ότι η μαρτυρία του δεν αφορά τους ουσιώδεις χρόνους της υπόθεσης αφού ακριβώς αποχώρησε μήνες πριν από την εταιρεία πλην όμως από την άλλη μέσα στην μαρτυρία του εντοπίζονται στοιχεία που μαζί με άλλη μαρτυρία είναι σημαντικά για την τελική κατάληξη του Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στα καθήκοντα που είχε στην εταιρεία και ανέφερε ότι η έκδοση των επιταγών ήταν προσωπική δική του ευθύνη με τη συνδρομή του οικονομικού τμήματος και εξήγησε τόσο τη διαδικασία έκδοσης των επιταγών όσο και τι προέβλεπε το σχέδιο χρηματοροών. Εν σχέση με τους κατηγορούμενους 1 προέκυψε θέμα επιστροφής επιταγών το 2011 και η διαχείριση του θέματος γινόταν εσωτερικά από το τμήμα οικονομικών. Εν σχέση με το τεκμήριο 8 που είναι το απόκομμα μιας επιταγής (τεκμ.6) ο ΜΚ1 επικοινώνησε μαζί του και τον ρώτησε κατά πόσο η αναγραφόμενη ημερομηνία 08/08/13 είναι η ημερομηνία έκδοσης και η 30/09/13 η ημερομηνία εξαργύρωσης. Του απάντησε ότι η ημερ.08/08/13 είναι η ημερομηνία έκδοσης αλλά αυτό εξαρτάται από την ημερομηνία που καταχωρήθηκε στο σύστημα για την έκδοση της. Ανέφερε δε ότι οι επιστρεφόμενες επιταγές ήταν μια διαχειρίσιμη κατάσταση εκ μέρους της εταιρείας και συγκεκριμένα ότι μέχρι την αποχώρηση του το τμήμα οικονομικών κατάφερε να σταθεροποιήσει τον αριθμό και το συνολικό ποσό των επιταγών που επιστρέφονταν και να τις εξυπηρετεί. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε βλέποντας την κατάσταση λογαριασμού τεκμ.18 και τις επιστρεφόμενες επιταγές ότι δεν έπεφταν έξω στους υπολογισμούς τους και αυτό φαίνεται γιατί αν έπεφταν έξω ο λογαριασμός θα έμπαινε στο ΚΑΠ πολύ νωρίτερα. Αληθεύει όμως ανέφερε ότι οι εκδομένες επιταγές δεν εξαργυρώνονταν έγκαιρα. Είναι εν γνώσει του ότι μετά τα γεγονότα του Eurogroup και μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2013 το ΚΑΠ δεν λειτουργούσε, και ανέφερε πως δεν γνωρίζει την καταληκτική πορεία αυτού του λογαριασμού αλλά είχε ακούσει ότι με την επαναλειτουργία του ΚΑΠ ο λογαριασμός μπήκε στο ΚΑΠ. Θέση του είναι πως, παρόλο που δεν γνωρίζει τον αριθμό των χρεώσεων για επιστρεπτέες επιταγές, το φαινόμενο των αυξημένων χρεώσεων στο λογαριασμό από τον Ιανουάριο μέχρι τον Αύγουστο του 2013 προήλθε από τον αυξημένο αριθμό καταθέσεων παρόμοιου αριθμού ή ελαφρώς αυξημένου αριθμού επιταγών. Συγκεκριμένα επειδή από τον Απρίλιο μέχρι τον Αύγουστο του 2013 δεν λειτουργούσε το ΚΑΠ, αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο αριθμός των εμφανίσεων μιας επιταγής, της ίδιας επιταγής, για κατάθεση να αυξηθεί δραματικά. Οπότε αν μια επιταγή ενόσω λειτουργούσε το ΚΑΠ μπορούσε να κατατεθεί 2 ή 3 φορές και αν δεν εξαργυρωνόταν η εταιρεία έμπαινε στο ΚΑΠ, αφού ανεστάλη το ΚΑΠ προσωρινά μια επιταγή μπορούσε να εμφανιστεί για εξαργύρωση έως και 6 φορές, καθώς δεν υπήρχε χρονικός περιορισμός για την εξυπηρέτηση της. Εκτιμά επίσης, χωρίς να έχει ιδία γνώση καθώς είχε αποχωρήσει από την εταιρεία, ότι η κατάσταση των πωλήσεων μετά το κούρεμα τον Μάρτιο του 2013 θα έχει επιδεινωθεί με αποτέλεσμα μεταχρονολογημένες επιταγές να περιέλθουν σε δυσχέρεια εξαργύρωσης τους. Επίσης εξέφρασε τη θέση ότι η μη πληρωμή των επιταγών δεν προερχόταν κατ' ανάγκη από την οικονομική δυσχέρεια της εταιρείας. Το κατά πόσο μια επιταγή θα ήταν σε θέση να εξαργυρωθεί ή όχι ήταν απότοκο ακριβώς και της έκδοσης άλλων επιταγών όπως επίσης και του ύψους των αναμενόμενων πωλήσεων. Επίσης έδωσε την εξήγηση του γιατί κατά την άποψη του και με βάση την πείρα του ως οικονομικός διευθυντής κατά την αναφερθείσα περίοδο τόσο οι επιταγές ενάμιση εκατομμυρίου ευρώ για τις οποίες η εταιρεία μπήκε στο ΚΑΠ όσο και οι επίδικες μεταχρονολογημένες επιταγές θα ανέμενε να μπορούσαν να εξαργυρωθούν. Πρόσθεσε δε ότι κατηγορούμενοι 2 και 3 υπογράφοντας την επιταγή 97643805 δεν μπορούσαν να είχαν γνώση του κατά πόσο θα εξαργυρωνόταν έγκαιρα ή όχι καθώς δεν ανήκαν στο οικονομικό τμήμα. Σε ότι αφορά την επιτροπεία της εταιρείας ανέφερε πως είναι ο ανώτατος άρχων για τη λήψη όλων των αποφάσεων και για τα οικονομικά θέματα, δεν είναι βέβαιος όμως την τακτικότητα των συνεδριάσεων της. Για τα οικονομικά θέματα ο ίδιος ενημέρωνε την εταιρεία, συνήθως γραπτώς, και ανέφερε απευθείας σε μέλη της επιτροπείας που κατά καιρούς εναλλάσσονταν. Για το 2013 ο σύνδεσμός ήταν ο πρόεδρος Μάριος Μιχαηλίδης. Δεν ενημέρωνε την εταιρεία για τις επιστρεφόμενες επιταγές αλλά για την κάλυψη των στόχων που είχαν τεθεί καθώς επίσης και την ανάλυση των οικονομικών καταστάσεων. Τέλος ανέφερε πως η κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού ήταν διαχειρίσιμη και όχι τραγική, και πως η επιτυχής διαχείριση των επιστρεπτέων επιταγών κατά την εργοδότηση του καθώς αποτελούσαν ένα μικρό ποσοστό των συνολικά εκδομένων επιταγών δεν απασχόλησε την επιτροπεία, χωρίς να γνωρίζει όμως αν την απασχόλησαν μετά. ΜΥ2 Κώστας Κωνσταντίνου Εργαζόταν στους κατηγορούμενους 1 από το 2006 μέχρι τον Μάρτιο του 2014, οπότε απολύθηκε. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας ήταν σαφής στις απαντήσεις του, έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και δεν διέκρινα σε καμία περίπτωση προσπάθεια από πλευράς του να αποκρύψει πράγματα. Όταν απολύθηκε κατείχε την θέση του εμπορικού διευθυντή. Τα καθήκοντα του ήταν διάφορα και ένα από αυτά ήταν η συμμετοχή του στην ομάδα που είχε επικοινωνία, επαφή με προμηθευτές και προσπαθούσε να πληρώσει / μειώσει τα υπόλοιπα τους. Στην ομάδα αυτή δεν συμμετείχε οιοσδήποτε εκ των κατηγορούμενων 2 και
- Αναφέρθηκε στη διαδικασία έκδοσης επιταγών με βάση το σχέδιο που ετοιμάστηκε πριν αναλάβει την ευθύνη για έκδοση των επιταγών και εξήγησε την προσπάθεια που υπήρχε για πληρωμή των επιταγών, με τον υπολογισμό πάντοτε στην ημερομηνία εξαργύρωσης της κάθε επιταγής επιπλέον 3 βδομάδων για να πληρωθεί. Περαιτέρω ανέφερε ότι προσπαθούσαν να καλύψουν τις ακάλυπτες επιταγές με βάση το πρόγραμμα που διατηρούσαν για αποπληρωμή των υπολοίπων προς τους προμηθευτές. Η ομάδα εξέδιδε τις επιταγές με βάση το πρόγραμμα και δίνονταν αρκετές μαζί στους υπεύθυνους για υπογραφή. Δεν θυμάται αν στις 08/08/13 ήρθε ο ΜΚ1 στην εταιρεία και αν συνάντησε τους κατηγορούμενους. Αυτό που γνωρίζει όμως είναι πως στη διαδικασία έκδοσης και το πρόγραμμα που τηρείτο δεν μπορούσαν να γίνουν παρεμβάσεις και τυχαίες αναφορές του τύπου έκδοσης επιταγών για τον Α ή τον Β. Αν ακολουθείτο αυτή η τακτική θα κατέρρεε το πρόγραμμα πληρωμής, το οποίο είχε αποτέλεσμα και αυτό φαίνεται από τη συνεχή μείωση του οφειλόμενου ποσού στους προμηθευτές. Δυστυχώς με την οικονομική κρίση και το κούρεμα το 2013 και παρά τις αισιόδοξες προβλέψεις των αρμοδίων για βελτίωση της κατάστασης στο λιανικό εμπόριο και την οικονομία γενικότερα κάτι που λάμβαναν σοβαρά υπόψη σαν ομάδα έκδοσης των επιταγών, εντούτοις οι προβλέψεις διαψεύδονταν, οι πωλήσεις μειώνονταν δραματικά και ταυτόχρονα μειώνονταν δραματικά οι όποιες δυνατότητες οφειλών από χρεώστες τους. Το διάστημα εκείνο τους όφειλαν 3-4 εκατομμύρια ευρώ τα οποία αδυνατούσαν να εισπράξουν λόγω της κρίσης. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε, ερωτώμενος για το περιθώριο των 3 βδομάδων στο οποίο αναφέρθηκε κατά την εξέταση του, ότι υπολόγιζαν ότι στη διαδικασία έκδοσης σε περίπτωση που κατά την ημερομηνία εκείνη της πληρωμής λόγω δραματικής μείωσης των πωλήσεων δεν θα είχαν τις αναμενόμενες εισπράξεις, είχαν και αυτό το περιθώριο των 3 βδομάδων και σε αυτό το περιθώριο προσπαθούσαν να καλύψουν την επιταγή. Με βάση το πρόγραμμα δηλαδή αναγράφονταν οι ημερομηνίες πληρωμής και το περιθώριο των 3 βδομάδων ήταν ένα επιπλέον χρονικό διάστημα για να το χρησιμοποιήσουν εάν και εφόσον του χρειαζόταν. Η δραματική μείωση των πωλήσεων, που τον Αύγουστο του 2013 ήταν τεράστια, λόγω της οικονομικής κρίσης, και η δραματική μείωση είσπραξης των υπολοίπων από τους χρεώστες τους δυστυχώς ανέτρεπαν καθημερινά και τον προγραμματισμό. Γι' αυτό και η εταιρεία τον Σεπτέμβρη οδηγήθηκε στο ΚΑΠ. Το πρόγραμμα διευκρίνισε δεχόταν προσθέσεις και αφαιρέσεις, δεν ήταν Αγία Γραφή. Ήταν πρόγραμμα που δεχόταν προσθήκη ή αφαίρεση προμηθευτών ανάλογα και στη διαδικασία υπολογισμού πληρωμής των υπολοίπων των προμηθευτών λειτουργούσε με μια φόρμουλα. Επίσης ο μάρτυρας ανέφερε ότι ενώ πρόσβλεπαν σε σταθεροποίηση των πωλήσεων ερχόταν μείωση στο αμέσως επόμενο διάστημα της έκδοσης επιταγών που δεν μπορούσαν να προβλέψουν. Η εταιρεία έκανε μεγάλη προσπάθεια αλλά το καίριο πλήγμα ήρθε με την τεράστια πτώση στις πωλήσεις τον Αύγουστο του
- Ο ίδιος έκανε κάποιες συναντήσεις με τον ΜΚ1 αλλά δεν θυμάται πόσες. Δεν ξέρει με ποιους άλλους συναντιόταν. Πιθανώς να γίνονταν συναντήσεις και με τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος έβλεπε πολλή κόσμο στο γραφείο του. Δεν θυμάται όμως να έγινε συνάντηση στις 08/08/
- Μπορεί να είχε συνάντηση στις 08 μπορεί και στις 28, δεν θυμάται. Τέλος ανέφερε πως η εταιρεία από τις αρχές του 2013 και μετά το Eurogroup οδηγήθηκε στα προβλήματα που είπε προηγουμένως. Η ευθύνη παρακολούθησης των υπολοίπων προμηθευτών ή χρεωστών και γενικά του συνόλου των υπολοίπων ήταν ευθύνη της ομάδας πληρωμών. Η εταιρεία γνώριζε τα συνολικά υπόλοιπα και ζητούσε από την ομάδα μείωση τους. Η διεύθυνση ή η επιτροπή ενημερώνονταν αλλά δεν αναλώνονταν με τα επιμέρους υπόλοιπα, κάτι που ήταν αποκλειστική ευθύνη της ομάδας πληρωμών. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω, τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν γίνει και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα:
- Η παραπονούμενη εταιρεία SISAMOS REFRIGERATION LIMITED κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη σύμφωνα με την Κυπριακή νομοθεσία.
- Η κατηγορούμενη 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι συνεργατική εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη σύμφωνα με την Κυπριακή νομοθεσία με έδρα τη Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος 2 ήταν ο προσωπάρχης της εταιρείας και έφερε τον τίτλο διευθυντής προσωπικού και διοικητικών υπηρεσιών, ενώ ο κατηγορούμενος 3 ήταν ο γραμματέας της. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν ομού μαζί με τρίτο πρόσωπο δικαίωμα υπογραφής επιταγών εν σχέση με τον τραπεζικό λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 που αναφέρεται πιο κάτω και για την εγκυρότητα των επιταγών θα έπρεπε να υπογράφουν δύο εκ των τριών.
- Κατά το έτος 2012 η παραπονούμενη εταιρεία άρχισε να έχει εμπορική συνεργασία με την κατηγορούμενη
- Η παραπονούμενη εταιρεία διατηρούσε λογαριασμό στο όνομα της κατηγορούμενης 1 στον οποίο καταχωρούντο όλες οι σχετικές χρεοπιστώσεις.
- Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε στις 08/08/13 τις πιο κάτω επίδικες επιταγές τις οποίες υπέγραψαν οι κατηγορούμενοι 2 και 3: - Επιταγή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας με αρ. 97643805 για το ποσό των €13.000,00 αρ. λογ. 10010-41-00719-4 ο οποίος ανήκε στην κατηγορούμενη
- - Επιταγή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας με αρ. 97643806 για το ποσό των €13.000,00 του ως άνω λογαριασμού.
- Η επιταγή με αρ. 97643805 πληρωτέα στις 30/8/13 παρουσιάστηκε σε πιστωτικό ίδρυμα και επιστράφηκε στις 11/9/13 με τις ενδείξεις «να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα» και «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ».
- Η επιταγή με αρ. 97643806 πληρωτέα στις 30/9/13 (τεκμ.6) παρουσιάστηκε σε πιστωτικό ίδρυμα και επιστράφηκε στις 3/10/13 με τις ενδείξεις «να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα» και «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ».
- Οι εν λόγω επιταγές παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο μεγαλύτερη των 15 ημερών από την παρουσίαση τους.
- Οι κατηγορούμενοι 1 σταδιακά πλήρωσαν έναντι των επιταγών αυτών μέχρι τέλος του 2013 συνολικό ποσό €18.000.- και οι παραπονούμενοι θεωρώντας εξοφλημένη την επιταγή 97643805 την επέστρεψαν στους κατηγορούμενους 1, ενώ το επιπλέον ποσό €5000.- δόθηκε έναντι του ποσού της επιταγής τεκμ.
- Ο λογαριασμός των κατηγορούμενων 1 πιο πάνω καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ και παγοποιήθηκε στις 11/09/13, και έκτοτε όλες οι επιταγές επιστρέφονταν λόγω της παγοποίησης αλλά και επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1, 2 και
- Κατηγορούμενοι 1 Ως έχει προαναφερθεί οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν κατηγορίες για την έκδοση επιταγών άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (οι λεπτομέρειες αδικήματος έχουν αναφερθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω). Το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154 έχει ως ακολούθως: " Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. " Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Όπως σαφώς προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 έχουν αποδειχθεί. Συνεπώς κρίνω ότι οι κατηγορίες 1 και 3 εναντίον των κατηγορούμενων 1 έχουν αποδειχθεί. Στο σημείο αυτό όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι οι κατηγορίες εναντίον των κατηγορούμενων 1 στην πραγματικότητα αποδείχθηκαν από το αρχικό στάδιο της διαδικασίας με τη δήλωση των παραδεκτών γεγονότων (τεκμ.7). Αυτό βέβαια έχει σημασία να επισημανθεί αφού ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορούμενων με την γραπτή του αγόρευση εισηγείται ότι η 1η κατηγορία (όπως και η 2η κατηγορία που αφορά τους κατηγορούμενους 2 & 3) δεν έχει αποδειχθεί ως εκ της μη παρουσίασης κατά τη διαδικασία του πρωτότυπου της επιταγής με αρ.97643805, και με δεδομένο προσθέτει ότι δεν γνωρίζουμε που είναι η συγκεκριμένη επιταγή δεν μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει ότι οι παραπονούμενοι είναι νομιμοποιημένοι κομιστές. Το Δικαστήριο όμως δεν συμφωνεί με τα πιο πάνω. Οι παραπονούμενοι ήταν αναμφίβολα οι αρχικοί δικαιούχοι της επιταγής και κάτοχοι της σύμφωνα με τον ορισμό της έννοιας κάτοχος στο άρθρο 2 του Κεφ.262. Παρεμβάλλω ότι αυτό είναι παραδεκτό από την υπεράσπιση (βλ.1η παράγραφο σελ.16 αγόρευσης συνηγόρου υπεράσπισης). Παρουσίασαν την επιταγή για εξαργύρωση πλην όμως δεν πληρώθηκε και παρέμεινε απλήρωτη πέραν των 15 ημερών από την παρουσίαση της. Το αδίκημα έχει συντελεστεί. Τώρα για τα περαιτέρω σχετικό είναι το συμπέρασμα του Δικαστηρίου που περιέχεται και στα ευρήματα του ότι η επιταγή μετά την πληρωμή της επιστράφηκε στους κατηγορούμενους 1, κάτι το οποίο είναι βεβαίως ένα στοιχείο που θα ληφθεί υπόψη σε άλλο στάδιο της διαδικασίας αλλά δεν έχει σχέση κρίνω με την απόδειξη της κατηγορίας. Κατηγορούμενοι 2 & 3 Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 διώκονται όπως αναφέρεται ανωτέρω με βάση τα άρθρα 305Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154. Αναφέρεται εξ' αρχής ότι όπως είναι πάγια νομολογημένο η ιδιότητα του διευθυντή/αξιωματούχου εταιρείας δεν σημαίνει οτιδήποτε σε ότι αφορά την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Δεν σημαίνει δηλαδή ότι επειδή έχει αυτή την ιδιότητα είναι και ένοχος χωρίς άλλο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ευρυβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 600) και Π. Παντελή ν. Χ. Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ.7095
(2001)2 Α.Α.Δ. 708). Ερχόμενος δε στην προκειμένη περίπτωση αναφέρω πως είναι προφανές με βάση την μαρτυρία ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αφενός ο κατηγορούμενος 2 ήταν διευθυντής προσωπικού & διοικητικών υπηρεσιών, πλην όμως ανεξάρτητα του τίτλου που έφερε και του τεκμ.2 (με τελευταία ενημέρωση του την 10/01/12) δεν ήταν αξιωματούχος της εταιρείας, ενώ ο κατηγορούμενος 3 ήταν γραμματέας της εταιρείας και κατ' επέκταση αξιωματούχος της με βάση και την ερμηνεία που δίνεται στη λέξη αξιωματούχος στο άρθρο 2 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (Ν.22/85), όπως βεβαίως η διάταξη αυτή ίσχυε και κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σε κάθε περίπτωση όμως και έχοντας υπόψη ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ήταν εξουσιοδοτημένοι να υπογράφουν επιταγές εκ μέρους της εταιρείας, θα εξετάσω το θέμα της απόδειξης των κατηγοριών εναντίον τους, έχοντας κατά νου όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, σε ότι αφορά τα απαιτούμενα στοιχεία που χρειάζεται να συντρέχουν σε περιπτώσεις συνεργών σε αυτού του είδους τα αδικήματα. Αναφέρω βέβαια ότι η ανάλυση των στοιχείων στην εν λόγω απόφαση έγινε με αναφορά σε διευθυντές εταιρειών που υπογράφουν επιταγές, πλην όμως είναι προφανές ότι κατ' αναλογία τα όσα έχουν λεχθεί εφαρμόζονται και στην δική μας περίπτωση ανεξάρτητα από όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, κυρίως για τον 2ο κατηγορούμενο. Στην εν λόγω απόφαση αναφέρθηκε συγκεκριμένα ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ'ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, κατ' αρχήν αναφέρεται ότι με βάση την αποδεκτή μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι οι κατηγορούμενοι 2 & 3 παρείχαν δια της υπογραφής τους βοήθεια στους κατηγορούμενους 1 κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών. Ως εκ τούτου αυτό που απομένει να εξεταστεί προκειμένου να αποφασιστεί η ενοχή ή μη των κατηγορούμενων 2 & 3 είναι κατά πόσο συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση και το στοιχείο της ένοχης διάνοιας. Απόλυτα σχετικό με το στοιχείο αυτό σημειώνω είναι το κατά πόσο έχει αποδειχθεί ο χρόνος υπογραφής των επίδικων επιταγών. Εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της υπεράσπισης είναι πως ο χρόνος υπογραφής δεν έχει αποδειχθεί. Στην υπόθεση Παυλόπουλος ανωτέρω αναφέρθηκε (με δική μου υπογράμμιση): «Προχωρούμε τώρα να παρατηρήσουμε πως η συνέργεια επιτελείται κατά το χρόνο της υπογραφής της επιταγής και δεν μπορεί να λεχθεί πως κατά το χρόνο εκείνο ήταν δυνατόν ο εφεσείων να γνώριζε τις ουσιώδεις περιστάσεις της διάπραξης του αδικήματος από την εταιρεία. Το γεγονός ότι πάντοτε φρόντιζε να υπάρχουν κεφάλαια κατατεθειμένα στο λογαριασμό της εταιρείας, από τα οποία να πληρώνονται οι επιταγές και ότι τούτο κατέστη αδύνατο σε κάποιο στάδιο λόγω της κήρυξής του σε πτώχευση, είναι ενδεικτικό πως δεν αποδεικνύεται ότι, κατά την υπογραφή των επιταγών, είχε πρόθεση παροχής βοήθειας σε διάπραξη αδικήματος. Τα θέματα δε της πτώχευσης του και της επακολουθείσασας έλλειψης κεφαλαίων στο λογαριασμό της εταιρείας, είναι θέματα σχετικά με αυτή την πτυχή και όχι, όπως έκρινε ο πρωτόδικος Δικαστής, άσχετα με την απόδειξη ενοχής.» Στην Militos Trading Ltd v. Αθηνάς Μαλέκκου, Ποιν.Εφ.150/09, 15-10-12, αναφέρθηκαν τα εξής: «..Απαιτείται επιπλέον μαρτυρία για το χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα η υπογραφή κάθε επιταγής. Μόνο έτσι είναι δυνατή η αξιολόγηση άλλων γεγονότων και συμπεριφορών για να εξαχθεί η γνώση και η πρόθεση της εφεσίβλητης κατά το χρόνο της εκάστοτε συνέργειας, κατά το χρόνο της εκάστοτε κατ΄ ισχυρισμό αδικοπραγίας..», Και σε άλλο σημείο της ίδιας απόφασης πιο κάτω: «...Ελλείψει μαρτυρίας για το χρόνο υπογραφής των επιταγών, δεν αποδεικνύεται και η πρόθεση της εφεσίβλητης. » Βεβαίως ξεκινώ να πω ότι το Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ότι οι επιταγές έχουν εκδοθεί δια της υπογραφής των κατηγορούμενων 2 & 3 στις 08/08/13 και στην ουσία θέμα για εξέταση δεν υφίσταται. Όμως αναφέρω, και εδώ είναι που θα ήθελα ουσιαστικά να σταθώ, ότι ακόμη και αν ο χρόνος αυτός δεν γινόταν αποδεκτός και πάλιν θεωρώ ότι με ασφάλεια θα μπορούσε το Δικαστήριο να καταλήξει στον χρόνο υπογραφής. Πιο συγκεκριμένα έχοντας υπόψη ότι το τιμολόγιο τεκμ.5 φέρει ημερομηνία 01/08/13 και αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί, και οι τρείς επιταγές στις οποίες αναφέρθηκε ο ΜΚ1 συμποσούνται σε ποσό €39.105,92 ποσό που με βάση την κατάσταση λογαριασμού τεκμ.3 η οποία δεν αμφισβητήθηκε επίσης προκύπτει μετά την καταχώρηση και του εν λόγω τιμολογίου, ενώ τέλος με βάση τον ΜΥ1 σε κάθε περίπτωση η συμπλήρωση και εκτύπωση με βάση το τεκμ.8 της επιταγής τεκμ.6 έγινε στις 08/08/13, είναι ξεκάθαρο και το Δικαστήριο δεν έχει αμφιβολία ότι σε κάθε περίπτωση οι επιταγές που εκδόθηκαν μαζί υπεγράφησαν την περίοδο μεταξύ 08/08/13 και 30/08/13, ημερομηνία πληρωμής της 1ης επιταγής δηλαδή της 97643805. Με αυτά υπόψη και έχοντας κατά νου τη Νομολογία πιο πάνω, είναι πλέον σαφές ότι το μόνο πράγμα που παραμένει να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι 2 & 3 όταν έθεταν την υπογραφή τους στις επιταγές στις 08/08/13, γνώριζαν τις ουσιώδεις περιστάσεις της διάπραξης των αδικημάτων από την εταιρεία και είχαν πρόθεση παροχής βοήθειας σε διάπραξη αδικήματος. Παρεμβάλλω εδώ εν σχέση με το θέμα της πρόθεσης, ότι όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154 που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus) ( Halsbury's, of England, fourth edition, reissue, vol.11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Παραθέτω πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Ακκελίδου πιο πάνω, αναφορικά με την έννοια της πρόθεσης (με δική μου υπογράμμιση): « . Συνίσταται στα εξής: Πρόθεση του δράστη είναι να επιφέρει ό,τι επάγεται η πράξη του (α) όταν το επιθυμεί, ανεξάρτητα από το αν προβλέπει ή όχι ότι πιθανώς να επέλθει• και (β) όταν προβλέπει ότι πιθανώς να επέλθει, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Και βέβαια η πρόθεση δεν συναρτάται με το ελατήριο: Πρόκειται και πάλι για κανόνα του κοινού δικαίου που εξηγείται με λεπτομέρεια στη Hyam v. D.P.P.
(1974)2 All E.R. 41. Βρίσκεται και στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 9 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Εκτός των περιπτώσεων, κατά τις οποίες διαφορετικά προβλέπεται ρητά, το ελατήριο από το οποίο ωθήθηκε ο υπαίτιος στη διενέργεια της πράξης ή της παράλειψης ή στη διαμόρφωση της πρόθεσης από την οποία παρακινήθηκε σε τέτοια πράξη δεν επηρεάζει διόλου την ποινική ευθύνη.» Πρόθεση, για να την εξηγήσουμε με απλά λόγια, σημαίνει ένοχη σκέψη. Δηλαδή, να έχει κατά νου ο δράστης τι θα επιφέρει με την πράξη του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων. Τα εξωτερικά ή αντικειμενικά στοιχεία της περίπτωσης παρέχουν συχνά το έρεισμα της κατάληξης ως προς την πρόθεση. Δεν προεξοφλούν όμως το αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο περί πρόθεσης να επιφέρει κανείς τις φυσιολογικές επιπτώσεις των πράξεων του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, στη βάση της μαρτυρίας, ότι έτσι σκεφτόταν ο ίδιος ο δράστης. Όχι ότι έτσι θα σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος αν ήταν στη θέση του δράστη. Η πρόσφατη απόφαση της Δικαστικής Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην R. v. G and Another
(2003)4 All ER 765, σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο στην περίπτωση αλόγιστης συμπεριφοράς, παρέχει ισχυρή επιβεβαίωση αυτής της επισήμανσης. Υπήρξε λοιπόν πρωτοδίκως εσφαλμένη αυτοκαθοδήγηση ως προς την υποκειμενική υπόσταση αφού το Δικαστήριο εξέτασε την περίπτωση αποκλειστικά «μέσα από μια αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων». » Έχοντας λοιπόν τα πιο πάνω υπόψη και ερχόμενος στην ουσία του πράγματος, αναφέρω εδώ ότι στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι η μαρτυρία που έχει δοθεί και έγινε αποδεκτή δεν μπορεί να οδηγήσει στο ασφαλές συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος 2 κατά την έκδοση των επιταγών πιο πάνω γνώριζε όλες τις ουσιώδεις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων από την εταιρεία και συνεπώς εν σχέση με αυτόν κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί το στοιχείο της ένοχης διάνοιας. Σε κάθε περίπτωση όμως θα πρόσθετα εδώ ότι το Δικαστήριο με βάση την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την κατηγορούσα αρχή έχει σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο υπήρχε η απαιτούμενη γνώση και για το λόγο αυτό δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα επί τούτου. Την εν λόγω κατάληξη του Δικαστηρίου θεωρώ πως στηρίζουν τα κάτωθι. (α) Κατ' αρχήν να σημειωθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί γνώση του κατά τον ουσιώδη χρόνο ή καθ' οιονδήποτε χρόνο περί της κατάστασης του τρεχούμενου λογαριασμού, των υπολοίπων και του προβλήματος με τις επιστρεφόμενες επιταγές, ούτε και έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε εμπλοκή του κατηγορούμενου 2 στα οικονομικά της εταιρείας ή στη διαχείριση του επίδικου λογαριασμού. Η υπογραφή των επιταγών από μόνη της ή η γνώση από μέρους του γενικά ότι η εταιρεία αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα, χωρίς άλλη συνοδευτική μαρτυρία δεν μπορεί να οδηγήσει σε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα. (β) Σε κάθε περίπτωση μέσα από την μαρτυρία προκύπτει ότι το πρόσωπο που είχε επαφή με την τράπεζα εκ μέρους της εταιρείας και ενημερωνόταν δεν ήταν ο κατηγορούμενος 2 αλλά κάποιος Ευγένιος Παύλου. (γ) Δεν συμμετείχε στις συνεδρίες της Επιτροπείας, η οποία μεταξύ άλλων έχει την ευθύνη διαχείρισης των οικονομικών της εταιρείας παρά μόνον όταν αυτό κρινόταν αναγκαίο για θέματα για τα οποία είχε ευθύνη. (δ) Συνεπώς με δεδομένα όλα τα πιο πάνω αλλά και το γεγονός ότι μιλούμε για μεταχρονολογημένες επιταγές, κρίνω ότι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος 2 κατά την υπογραφή των επίδικων επιταγών γνώριζε πως οι επιταγές όταν θα κατατίθεντο για πληρωμή δεν θα πληρώνονταν ή ότι κατά την υπογραφή των επιταγών στο μυαλό του το ενδεχόμενο να μην τιμηθούν οι επιταγές κατά την παρουσίαση τους ήταν προβλεπτό. Ή θα μπορούσα να πω διαφορετικά ότι δεν έχω ασφαλές υπόβαθρο για να καταλήξω σε τέτοιο συμπέρασμα και συνεπώς έχω αμφιβολίες για το θέμα αυτό. Όμως ερχόμενος στον κατηγορούμενο 3 θεωρώ πως τα πράγματα είναι διαφορετικά και ευθέως αναφέρω ότι με τη μαρτυρία που έχει δοθεί και έγινε αποδεκτή κατά την κρίση μου το Δικαστήριο οδηγείται στο ασφαλές συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος 3 κατά την υπογραφή των επιταγών γνώριζε όλες τις ουσιώδεις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων από την εταιρεία και συνεπώς έχει αποδειχθεί εν σχέση με αυτόν και το στοιχείο της ένοχης διάνοιας. Το συμπέρασμα αυτό του Δικαστηρίου στοιχειοθετείται από τα εξής: (α) Ήδη έχω παραθέσει τους λόγους στους οποίους βασίζω το συμπέρασμα μου περί ύπαρξης γνώσης από μέρους του συγκεκριμένου κατηγορούμενου για την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού και το πρόβλημα με τις επιστρεφόμενες επιταγές αλλά και για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας γενικότερα. Σχετικά είναι όσα αναφέρθηκαν στα πλαίσια της αξιολόγησης του τα οποία επαναλαμβάνω και εδώ. (β) Από την αρχή του 2013 μέχρι την έκδοση των επίδικων επιταγών υπήρχε πρόβλημα με τις επιστρεφόμενες επιταγές το οποίο επιδεινώθηκε μετά την αναστολή του ΚΑΠ και για τους λόγους που εξήγησε ο ΜΥ
- Υπήρχε συνεχής, καθημερινή, επιστροφή επιταγών και σχετική είναι τόσο η μαρτυρία της ΜΚ3 όσο και το τεκμ.
- Με την επαναλειτουργία του ΚΑΠ τον Σεπτέμβριο ως ανέφερε η ΜΚ3 και ο ΜΥ1 η εταιρεία μπήκε αμέσως στο ΚΑΠ και ο λογαριασμός παγοποιήθηκε. Το πρόβλημα ήταν γνωστό στον κατηγορούμενο 3, ενώ για το μέγεθος του προβλήματος αυτού αρκεί πιστεύω να αναφερθεί ότι η εταιρεία μπήκε στο ΚΑΠ με την καταχώρηση 500 ακάλυπτων επιταγών αξίας €1.500.000.-. (γ) Γνώριζε επίσης ο κατηγορούμενος 3 ότι η οικονομική κατάσταση της εταιρείας όχι μόνον δεν ήταν καλή αλλά παρουσίαζε συνεχή επιδείνωση. (δ) Δεν προκύπτει από πουθενά ότι ο κατηγορούμενος 3 όταν υπέγραφε τις επιταγές είχε οτιδήποτε υπόψη του που να του δημιουργούσε εύλογα την πεποίθηση ότι οι επιταγές που υπογράφει θα πληρώνονταν με βεβαιότητα και συνέβηκε κάτι στο μεσοδιάστημα μέχρι την πληρωμή τους που ανέτρεψε τα δεδομένα. Η πορεία των πραγμάτων όταν υπέγραφε τις επιταγές είχε όπως και τους προηγούμενους μήνες, με τα ίδια πιο πάνω προβλήματα. Εν σχέση δε με τις διαβεβαιώσεις του τμήματος οικονομικών, στις οποίες αναφέρθηκε, εκτός του ότι έγινε αναφορά σε αυτές με τρόπο γενικό και δεν έχει πεισθεί το Δικαστήριο ότι έχουν δοθεί εάν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι με βάση τον κατηγορούμενο αυτές δόθηκαν από τον ΜΥ2 ο οποίος όπως αναφέρθηκε σε άλλο σημείο δεν επιβεβαίωσε αυτό το πράγμα, σε κάθε περίπτωση ακόμη και να θεωρηθεί ότι δόθηκαν δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά τρόπο ώστε να θεωρηθεί ότι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην απόφαση του κατηγορούμενου να συνεχίσει να υπογράφει επιταγές και στηριζόμενος σε αυτές ο κατηγορούμενος έμεινε ουσιαστικά εκτεθειμένος, ούτε σημειώνω ήταν ποτέ αυτή η θέση της Υπεράσπισης. (ε) Με την έκδοση των επίδικων επιταγών και την τοποθέτηση των ημερομηνιών 30/08/13 και 30/09/13 αντίστοιχα, και έχοντας υπόψη αφενός την εικόνα που παρουσίαζε ο λογαριασμός με τα χρεωστικά υπόλοιπα, την έκδοση δεκάδων επιταγών και τις συνεχείς επιστροφές επιταγών αφού είναι προφανές η εταιρεία δεν φρόντιζε να υπάρχουν πάντα διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό, και περαιτέρω τη γνώση του ότι με δεδομένη την οικονομική κατάσταση της εταιρείας δεν υπήρχαν χρήματα για να καλύπτονται όλες οι επιταγές που εξέδιδε η εταιρεία, συνεπάγεται ότι γνώριζε, αντιλήφθηκε και αποδέχτηκε ότι η λογικά αναμενόμενη εξέλιξη των πραγμάτων με βάση τα δεδομένα που ο ίδιος γνώριζε και είχε ενώπιον του ήταν ότι οι επιταγές θα επιστρέφονταν, όπως ακριβώς έγινε και με δεκάδες άλλες επιταγές πριν από τις επίδικες. (στ) Όμως σημειώνω πως σε κάθε περίπτωση αποδείχθηκε χωρίς καμία απολύτως αμφιβολία πως στο μυαλό του όταν υπέγραφε τις επιταγές το ενδεχόμενο οι επιταγές αυτές να μην τιμηθούν κατά την μελλοντική παρουσίασή τους για εξαργύρωση ήταν προβλεπτό. Είναι δε με βάση την αναφερθείσα Νομολογία αδιάφορο κατά πόσον ο ίδιος επιθυμούσε την εξέλιξη αυτή ή όχι. (ζ) Η δικαιολογία δε αναφέρεται εδώ που προβλήθηκε ως υπεράσπιση ότι υπόγραφε τυπικά επιταγές και ότι δεν είχε σχέση με τη διαχείριση των οικονομικών, υπό τις περιστάσεις δεν είναι αποδεκτή και εν πάση περιπτώσει είναι κατά την κρίση μου με όλα τα δεδομένα πιο πάνω άνευ σημασίας. Η γνώση του για όλα τα πιο πάνω θα έπρεπε απλά να τον αποτρέψει από του να υπογράφει και να στέλνει έξω στην αγορά επιταγές που γνώριζε αν μη τι άλλο ότι το πιθανότερο θα ήταν να μην τιμηθούν και όχι να έρχεται εκ των υστέρων παρά το γεγονός ότι γνώριζε και να προβάλλει αυτά τα πράγματα ως δικαιολογία. Παρά το γεγονός ότι όπως γίνεται αντιληπτό το αποτέλεσμα της υπόθεσης έχει κριθεί, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω και τα υπόλοιπα θέματα που έχει εγείρει η Υπεράσπιση με την αγόρευση της και τα οποία δεν έχουν απαντηθεί μέσα από την απόφαση ανωτέρω, σε περίπτωση που το αποτέλεσμα πιο πάνω ανατραπεί. Α. Μη κοινοποίηση στους κατηγορούμενους του γεγονότος της αλλαγής ή ακύρωσης του ορίου του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού. Στην πραγματικότητα η λήξη του ορίου δεν επέφερε καμία αλλαγή σε ότι αφορά τον επίδικο λογαριασμό και τη λειτουργία του. Η ΜΚ3 ανέφερε ότι παρά τη λήξη του ορίου δεν τους είχαν δοθεί οδηγίες να σταματήσουν να πληρώνουν, να παγοποιήσουν το λογαριασμό. Συνέχιζαν έχοντας υπόψη το όριο μέχρι και την παγοποίηση του λογαριασμού, οπότε δηλαδή ο λογαριασμός μπήκε στο ΚΑΠ στις 11/09/
- Είναι γεγονός αναφέρεται εδώ ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου περί ενημέρωσης των κατηγορούμενων για τη λήξη του ορίου. Με δεδομένα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω όμως γίνεται αντιληπτό ότι η λήξη του ορίου δεν επέφερε καμία απολύτως αλλαγή στη λειτουργία του λογαριασμού, ο οποίος λειτουργούσε ουσιαστικά με το υφιστάμενο όριο των €800.000.- και συνεπώς οι κατηγορούμενοι κατά την κρίση μου αδίκως παραπονούνται για παράλειψη ενημέρωσης τους. Β. Ανάγκη απόδειξης κοινού δόλου των κατηγορούμενων 2 & 3 καθ'ότι οι επιταγές χρειάζονταν την υπογραφή και των δύο για να θεωρηθούν έγκυρες. Η εισήγηση αυτή στην τελευταία σελίδα της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου των κατηγορούμενων με σεβασμό λέω ότι είναι γενική και αόριστη, χωρίς να στηρίζεται σε οποιαδήποτε Νομολογία. Δεν κρίνω συνεπώς σκόπιμο να την εξετάσω περαιτέρω αφού σε κάθε περίπτωση την θεωρώ παντελώς αβάσιμη. Γ. Διαφορά μεταξύ της επωνυμίας των παραπονούμενων στο κατηγορητήριο και στο σημείο δικαιούχος στις επιταγές. Η εισήγηση συνίσταται στο ότι στο κατηγορητήριο εμφαίνονται ως παραπονούμενοι οι SISAMOS REFRIGERATION LIMITED, ενώ στις επιταγές δικαιούχος είναι οι SISAMOS REFRIGERATION, δηλαδή ακριβώς η ίδια επωνυμία με παράλειψη του LIMITED στο τέλος. Με αυτό υπόψη δημιουργείται κενό αναφέρεται ως προς την νομιμοποίηση των παραπονούμενων να εγείρουν την παρούσα ποινική δίωξη. Η εισήγηση πιο πάνω κρίνω ότι θα πρέπει να απορριφθεί για τους εξής λόγους: (α) Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα οι κατηγορούμενοι 1 δια της υπογραφής των κατηγορούμενων 2 & 3 εξέδωσαν προς τους παραπονούμενους στα πλαίσια της συνεργασίας τους τις δύο επίδικες επιταγές. Συνεπώς δεν μπορούν οι κατηγορούμενοι τώρα να ισχυρίζονται έλλειψη νομιμοποίησης των παραπονούμενων, νομιμοποίηση την οποία οι ίδιοι παραδέχτηκαν. (β) Δεν υπάρχει ισχυρισμός για ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο σε ότι αφορά τους παραπονούμενους. Η διαφορά πιο πάνω συνίσταται απλώς στο ότι στις επιταγές έχει παραλειφθεί η λέξη LIMITED στο τέλος της επωνυμίας. Είναι προφανές όμως ότι μιλούμε για το ίδιο πρόσωπο των παραπονούμενων και αυτό συνάγεται από τα παραδεκτά γεγονότα, την μαρτυρία γενικότερα αλλά και από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν όπου για παράδειγμα στα τεκμήρια 4, 5, 11 & 12 που αφορούν έγγραφα των παραπονούμενων διαβάζουμε το όνομα τους όπως αναγράφεται στις επιταγές με μεγαλύτερα γράμματα και σε άλλο σημείο με μικρότερα γράμματα το όνομα τους όπως αναγράφεται στον τίτλο της υπόθεσης. (γ) Βεβαίως δεν μπορεί να μην λεχθεί ότι η εισήγηση προσδίδει σε κάποιο βαθμό και αναξιοπιστία στην πλευρά της Υπεράσπισης. Διότι εκτός από το ότι έχει παραδεχτεί την νομιμοποίηση των παραπονούμενων, περαιτέρω προσπαθεί να εκμεταλλευτεί κατά ένα απαράδεκτο τρόπο την παράλειψη στην ουσία των ίδιων των κατηγορούμενων να συμπληρώσουν τις επιταγές με το πλήρες όνομα των παραπονούμενων. Διότι το πλήρες όνομα των παραπονούμενων τους ήταν πάντα γνωστό και αυτό προκύπτει και από τα τεκμήρια πιο πάνω, αλλά οι ίδιοι συμπληρώνοντας τις επιταγές επέλεξαν να συμπληρώσουν το όνομα παραλείποντας τη λέξη ΛΙΜΙΤΕΔ. (δ) Τέλος, να αναφερθεί επίσης ότι η πλευρά της Υπεράσπισης δεν έθεσε ποτέ το θέμα κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ούτε οιοσδήποτε εκ των κατηγορούμενων ανέφερε οτιδήποτε κατά τη μαρτυρία του. Αντίθετα θα έλεγα η μαρτυρία τους δόθηκε με δεδομένο πάντοτε ότι δικαιούχοι των επιταγών ήταν οι αναφερόμενοι στο κατηγορητήριο ως παραπονούμενοι, κάτι που βεβαίως σε άλλο σημείο ο συνήγορος των κατηγορούμενων παραδέχεται εν πλήρη αντίφαση με την εισήγηση (βλ.1η παράγραφο σελ.16 γραπτής αγόρευσης). Δ. Διαφορά μεταξύ του ονόματος του εκδότη στις επιταγές και των κατηγορούμενων
- Είναι προφανές ότι το όνομα των κατηγορούμενων 1 στις επιταγές αναγράφεται στη θέση του εκδότη με συντομογραφία. Η χρήση της συντομογραφίας αυτής γινόταν πάντα στη συνεργασία των μερών και αυτό προκύπτει σαφώς μεταξύ άλλων από τα τεκμήρια 3, 4, 5 & 12, ενώ από δική τους επιστολή τεκμ.22 την οποία οι ίδιοι κατέθεσαν προκύπτει περαιτέρω ότι και οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι χρησιμοποιούσαν τη συντομογραφία αυτή. Κατά τα λοιπά ισχύουν θεωρώ με τις ανάλογες προσαρμογές όσα αναφέρθηκαν στο σημείο Γ πιο πάνω και συνεπώς και η εισήγηση αυτή απορρίπτεται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 1 & 3 εναντίον των κατηγορούμενων 1, ως επίσης τις κατηγορίες 2 & 4 εναντίον του κατηγορούμενου
- Δεν απέδειξε όμως κρίνω τις κατηγορίες 2 & 4 εναντίον του κατηγορούμενου
- Ως εκ τούτου το Δικαστήριο βρίσκει ένοχους τους κατηγορούμενους 1 και 3 στις εν λόγω κατηγορίες και απαλλάσσει και αθωώνει τον κατηγορούμενο
- Λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα και το γεγονός ότι όλοι οι κατηγορούμενοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο, θεωρώ πως η ορθή διαταγή για τα έξοδα είναι όπως αυτά επιδικαστούν υπέρ της κατηγορούσας αρχής και εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 3 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα όμως κατά το 1/
- Το ποσό που θα εγκριθεί να πληρωθεί αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα από τους κατηγορούμενους 1 και
- Ενόψει της διαταγής του Δικαστηρίου για τα έξοδα ανωτέρω, καμία διαταγή για έξοδα μεταξύ παραπονούμενων και κατηγορούμενου
- (Υπ.) ................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Τελική Απόφαση/Έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα/ Άρθρα 20 και 305Α
(1)Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο