← Κύπρος

Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2990/13, 26/8/2015

Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2990/13, 26/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2990/13 Μεταξύ: Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Εναντίον ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Ημερομηνία: 26.08.2015 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος. Γ. Προδρόμου (για να ακούσει απόφαση η κα. Μ. Νεοκλέους) Για Κατηγορούμενο: κος. Α. Προδρόμου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 29/01/2013. Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε αρχικά 5 κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν αδικήματα για παραβάσεις της νομοθεσίας που προνοεί για την προστασία των μισθών Ν.35

(1)/2007, της νομοθεσίας για την Ενημέρωση του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη για τους όρους που διέπουν τη Σύμβαση ή την σχέση εργασίας Νόμων του 2000 (Ν.100
(1)/2000 και 2007 Ν. 12
(1)/2007 και της νομοθεσίας των Κανονισμών 14
(1)(α), 20 και 21
(2)των Περί Εργοδοτουμένων εις Ξενοδοχεία (Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμών του 1972, ΚΔΠ136/72 δυνάμει του Νόμου Περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου 1969 έως
  1. Σε μεταγενέστερο στάδιο η 1η κατηγορία αποσύρθηκε με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να απαλλαγεί και να αθωωθεί σε αυτή και παρέμειναν για ακρόαση οι κατηγορίες 2 μέχρι και
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος στην 2η κατηγορία, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι περί το τέλος Σεπτεμβρίου δεν κατέβαλε στην παραπονούμενη εργοδοτούμενη του κα. Marinova Stella Vladimirova, μισθό ύψους €500, για την περίοδο απασχόλησης της από 01/09/2012 - 30/09/2012, ως όφειλε να πράξει. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι από τις 13/12/2012 μέχρι τις 20/12/2012 δεν παρουσίασε στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού αρχείο μισθοδοσίας που του ζητήθηκε για διερεύνηση παραπόνου μη καταβολής οφειλομένων μισθών για τους εργοδοτούμενους του κο.Stoykov Plamen Marinov και κα. Marinova Stella Vladimirova. Αναφορικά με την 4η κατηγορία, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο όπως στην 3η κατηγορία δεν παρουσίασε στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού αντίγραφα γραπτής ενημέρωσης των υπαλλήλων του όπως του είχε ζητηθεί να πράξει από αρμόδιο λειτουργό. Τέλος και σε σχέση με την 5η κατηγορία, ο κατηγορούμενος, κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο όπως αναφέρεται στην 3η κατηγορία, δεν παρουσίασε στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού αντίγραφα του καταλόγου των εν τω ξενοδοχείω εργοδοτουμένων, διαλαμβάνοντα ως προς έκαστον αυτών το ωράριο καθήκοντος, όπως του είχε ζητηθεί να πράξει από αρμόδιο λειτουργό. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 3 μάρτυρες. Την κα. Ελένη Ευσταθίου (ΜΚ1), επιθεωρήτρια του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων στην επαρχία Λεμεσού, ενώ παράλληλα κατατέθηκαν 5 τεκμήρια, την παραπονούμενη κα. Marinova Stella Vladimirova (MK2) και τον κο. Ventsislav Morlov Ivanov (ΜΚ3), υιό της ΜΚ
  3. H ΜΚ1, κατέθεσε γραπτή δήλωση - Έγγραφο Α, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Ανέφερε ότι είναι επιθεωρήτρια στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας στη Λεμεσό από τις 01/12/2009 αναλύοντας παράλληλα τα καθήκοντα της αλλά και τα πανεπιστημιακά της προσόντα. Σε σχέση με την επίδικη υπόθεση ανέφερε ότι στις 3/10/2012 παρελήφθησαν από το αρμόδιο τμήμα 2 παράπονα από τους παραπονούμενους εναντίον του κατηγορούμενου, ο οποίος σύμφωνα με τους ίδιους ήταν ο εργοδότης τους στο Ξενοδοχείο «Οκέλλα». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να πω ότι δεν θα αναφερθούν τα όσα λέχθηκαν από την ΜΚ1 σε σχέση με τον πρώτο παραπονούμενο, νοουμένου ότι η 1η κατηγορία αποσύρθηκε και ο κατηγορούμενος αθωώθηκε και απαλλάχθηκε σε αυτήν. Αναφορικά με την 1η παραπονούμενη η ΜΚ1 ανέφερε ότι αυτή ως το παράπονο της, φέρεται να εργαζόταν στο ξενοδοχείο του κατηγορούμενου ως σερβιτόρα για την περίοδο 17/7/20012 - 2/10/2012 με εβδομαδιαίο μισθό €125 και επιπλέον της παρείχετο η διαμονή και η διατροφή. Επιπλέον ότι δεν της καταβλήθηκε ο μισθός Σεπτεμβρίου 2012 και απασχολείτο από 12 - 17 ώρες ημερησίως. Η ΜΚ1 ακολούθως αναφέρθηκε σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο, ο οποίος της ανέφερε, αναφορικά με την 2η παραπονούμενη ότι την έδιωξε από την εργασία της γιατί έπινε και επιπλέον έκανε απόπειρα αυτοκτονίας καταναλώνοντας χάπια. Για το θέμα του μισθού της ο κατηγορούμενος ανέφερε σύμφωνα με την ΜΚ1 ότι οφείλει στην 2η παραπονούμενη €200, τα οποία προτίθετο να της τα δώσει στο τέλος Οκτωβρίου
  4. Ακολούθως η ΜΚ1 ανέφερε ότι ενημέρωσε τον κατηγορούμενο για τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Ακολούθως η ΜΚ1 ανέφερε ότι μετά την τηλεφωνική επικοινωνία δεν υπήρξε άλλη ανταπόκριση από τον κατηγορούμενο, παρά τις προσπάθειες της και προς τούτο στις 5/12/12 αποστάληκε συστημένη επιστολή στον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 3) με την οποίο κλήθηκε ο κατηγορούμενος να εντός μιας εβδομάδας από την παραλαβή της επιστολής να παραδώσει στο αρμόδιο τμήμα α) βιβλία, αρχεία, κατάσταση μισθοδοσίας που αφορούσε τους παραπονούμενους ή άλλο έγγραφο ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο το οποίο αφορά την καταβολή ή μη των πιο πάνω ποσών και β) κατάλογο των εργοδοτουμένων του για την περίοδο 1/9/2012 - 2/10/2012, στον οποίο να περιλαμβάνονται τα ωράρια καθήκοντος τους και γ) την γραπτή ενημέρωση των παραπονούμενων για τους ουσιώδεις όρους εργασίας τους. Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τους παραπονούμενους στις 2/1/2013 και αφού οι ίδιοι ενημέρωσαν την ΜΚ1 ότι δεν πληρώθηκαν οποιοδήποτε ποσό καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω η ΜΚ1 ανέφερε ότι η ίδια ήταν η εξεταστής της υπόθεσης και διερεύνησης των παραπόνων, και η ίδια ετοίμασε και υπέγραψε το Τεκμήριο
  5. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος στο Δικαστήριο ανέφερε στην ίδια ότι θα τους παρουσίαζε στοιχεία τα οποία όμως δεν παρουσίασε και προς τούτο του απέστειλε εκ νέου υπενθυμητική επιστολή (Τεκμήριο 4). Σε επόμενη εμφάνιση ο κατηγορούμενος παρέδωσε στην ΜΚ1 αντίγραφα αποδείξεων πληρωμής (Τεκμήριο 5) των 2 παραπονούμενων με τους οποίους η ΜΚ1 επικοινώνησε αυθημερόν και οι οποίοι αρνήθηκαν είτε ότι πληρώθηκαν είτε ότι η υπογραφή είναι δική τους. Αντεξεταζόμενη, από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, εφόσον σημειώνω ότι μέχρι το σημείο αυτό ο κατηγορούμενος εμφανιζόταν προσωπικά χωρίς τις υπηρεσίες συνηγόρου, αναφέρθηκε στην λήψη των παραπόνων και ερωτήθηκε αναφορικά με τους ισχυρισμούς του ίδιου του κατηγορούμενου περί απόλυσης τους λόγω προσπάθειας δολοφονίας της 2ης παραπονούμενης από τον 1ο και ανάμειξη της αστυνομίας. Η ΜΚ1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει τίποτα για τα ζητήματα αυτά πέραν των όσων στην τηλεφωνική επικοινωνία ο ίδιος ο κατηγορούμενος της ανέφερε. Αναφορικά με τους μισθούς, της 2ης παραπονούμενης μόνο, εφόσον είναι άσκοπο και αχρείαστο να αναφερθώ στον 1ο παραπονούμενο, η ΜΚ1 ανέφερε ότι η υπογραφή της 2ης παραπονούμενης επί του παραπόνου που υποβλήθηκε στο τμήμα της διαφέρει από αυτήν των αποδείξεων του Τεκμηρίου 5 και η ίδια δε η 2η παραπονούμενη, αρνήθηκε ότι παρέλαβε οποιοδήποτε ποσό και μάλιστα δεν αναγνώρισε την υπογραφή της επί των αποδείξεων. Η ΜΚ2, κα. Marinova Stella Vladimirova, ήτοι η 2η παραπονούμενη, στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι βρίσκεται στην Κύπρο τα τελευταία 10 χρόνια, όπου ήρθε για να εργαστεί, ενώ αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως τον «μάστρο» της στο ξενοδοχείο «Ουκέλλα» στον Σαιττά. Σύμφωνα με την ίδια ξεκίνησε να εργλαζεται στο εν λόγω ξενοδοχείο στις 17/7/2012 ως γκαρσόνα, ενώ παράλληλα με την ίδια στο ίδιο ξενοδοχείο εργαζόταν ο γιός της ως βοηθός κουζίνας και ένας άλλος Βούλγαρος ως ψήστης. Ανέφερε ότι εργάστηκε μέχρι τον Οκτώβριο του 2012 με συμφωνία να λαμβάνει €125 εβδομαδιαία ενώ παράλληλά της προσφερόταν διαμονή και διατροφή. Σύμφωνα με την ΜΚ2 πληρώθηκε 2 φορές το ποσό των €125= σε μετρητά ενώ δεν υπέγραψε καμία συμφωνία ή απόδειξη ή άλλο έγγραφο. Η ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που έφυγε από την εργασία της ήταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος, ο οποίος μετά που η ίδια καταχώρησε παράπονο την έδιωξε. Ανέφερε ότι γνωρίζει να διαβάζει ελληνικά, και αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 το περιεχόμενο του οποίου υιοθέτησε και αποδέχτηκε ως αληθές ενώ ταυτόχρονα αναγνώρισε επί του ιδίου Τεκμηρίου και την υπογραφή της. Αφού της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 5 δήλωσε ότι δεν το αναγνωρίζει, ουδέποτε έλαβε τα χρήματα αυτά και σίγουρα οι αποδείξεις αυτές δεν φέρουν την υπογραφή της. Περαιτέρω ανέφερε ότι ζητούσε επανειλημμένα τα λεφτά της από τον κατηγορούμενο, ο οποίος της έδωσε μια φορά €10= σε κέρματα και της είπε ότι εκείνη την στιγμή δεν είχε άλλα χρήματα και θα την πλήρωνε όταν μπορούσε ενώ παράλληλα της ζητούσε να περιμένει. Για τον γιό της, ο οποίος σύμφωνα με την ίδια εργαζόταν στην ίδια επιχείρηση, η ΜΚ2 αναφέρθηκε ότι πληρώθηκε μόνο μια φορά το ποσό των €125= ενώ δεν υπέβαλε παράπονο καθότι είχε φύγει για την Βουλγαρία για να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2, από τον συνήγορο υπεράσπισης, ανέφερε ότι σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, της οφείλονται συνολικά €500= γενικά ως μισθός ενώ τα €10= τα έλαβε τέλος Οκτωβρίου περίπου που έφυγε από την εργασία της. Σύμφωνα με την ίδια ενώ εργάστηκε και τον Οκτώβριο δεν πληρώθηκε ενώ το παράπονο της αφορά τον μήνα Σεπτέμβριο μόνο καθότι ανέμενε να δει το αποτέλεσμα της καταγγελίας. Δήλωσε η ΜΚ2 ότι αφού υπέβαλε το παράπονο της για τον μήνα Σεπτέμβριο επισκέφθηκε το αρμόδιο τμήμα ακόμα μια φορά όπου της είπαν να περιμένει και θα την ενημερώσουν. Κατά την αντεξέταση, διευκρίνισε ότι το ποσό των €10= σε κέρματα το έλαβε έναντι του μισθού της του Σεπτεμβρίου, αφού υπέβαλε το παράπονο και μετά που την έδιωξε ο κατηγορούμενος ενώ παράλληλα αποδέχτηκε ότι της οφείλονται €490 σήμερα αφού έχει ήδη λάβει τα €
  6. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι πληρωνόταν σε μετρητά και επανέλαβε ότι πληρώθηκε συνολικά 2 φορές με το ποσό των €125= έκαστη. Κατά την αντεξέταση της επ' αυτού του ζητήματος, η ΜΚ2, ανέφερε ότι συνολικά εργάστηκε στην επιχείρηση του κατηγορούμενου 3 ½ μήνες, ήτοι από μέσα Ιουλίου μέχρι τέλη Οκτωβρίου και πληρώθηκε 2 φορές σύνολο €250= ήτοι εξοφλήθηκε τον μήνα Ιούλιο. Στο ερώτημα γιατί υπέβαλε παράπονο για τον Σεπτέμβριο ενώ ήταν ακόμα απλήρωτη για τον μήνα Αύγουστο η ΜΚ2 ανέφερε ότι όταν υπέβαλε το παράπονο εργαζόταν ακόμα στον κατηγορούμενο και αυτό που ανέφερε στο παράπονο ήταν ότι δεν πληρωνόταν κανονικά ενώ δεν περίμενε να την απολύσει ο κατηγορούμενος μετά την καταγγελία, αυτό που ή ίδια επιθυμούσε ήταν να πληρωνόταν κανονικά και να συνέχιζε την εργασία της ενώ βλέποντας το Τεκμήριο 2 και την ημερομηνία υποβολής του παραπόνου, 2/10/2012, αναγνώρισε ότι εργάστηκε μόνο 3 ημέρες τον Οκτώβριο και έκανε λάθος που είπε όλο τον Οκτώβριο αφού ο κατηγορούμενος, αφού έμαθε για το παράπονο την επόμενη μέρα στις 3/10/2012 την έδιωξε. Σε σχέση με τις αποδείξεις, Τεκμήριο 5, η ΜΚ2 αναφέρθηκε ότι πρώτη φορά τις βλέπει, δεν είναι η υπογραφή της και ποτέ δεν έλαβε αυτά τα χρήματα ενώ αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν της οφείλεται κανένα ποσό και ο λόγος που εκδιώχθηκε είναι ένα συμβάν που έλαβε χώρα στο ξενοδοχείο στις 2/10/
  7. Κατά την επανεξέταση, η ΜΚ2 ανέφερε ότι συνολικά πληρώθηκε 2 φορές από τον κατηγορούμενο, στις αρχές Ιουλίου και μετά τον Αύγουστο. Ως μάρτυρας κατηγορίας 3 (ΜΚ3) και τελευταίος μάρτυρας εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε ο κος. Ventislav Morlov Ivanov, γιός της 2ης παραπονούμενης, ΜΚ
  8. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι ήρθε στην Κύπρο πριν 3 - 4 χρόνια καθότι εδώ βρίσκονταν και οι γονείς του. Το καλοκαίρι του 2012 εργαζόταν στον Σαιττά στον κατηγορούμενο ως βοηθός κουζίνας με συμφωνηθέν προφορικά μισθό το ποσό των €125 εβδομαδιαίως. Πληρώθηκε μόνο μια εβδομάδα με το ποσό των €125= σε μετρητά. Αναφορικά με το αν ζήτησε ή όχι τα χρήματα που του οφείλονταν απάντησε ότι τα ζήτησε αλλά ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν είχε για να του δώσει ενώ στο ερώτημα γιατί δεν υπέβαλε και ο ίδιος παράπονο, απάντησε ότι έφυγε για την Βουλγαρία για να κάνει εγχείρηση. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ3, απάντησε ότι επέστρεψε στην Κύπρο πριν από 1 περίπου χρόνο ενώ είχε φύγει για Βουλγαρία τον Οκτώβριο. Στην επιχείρηση του κατηγορούμενου πήγε αρχικά τον Αύγουστο μαζί με την μητέρα του αλλά δεν θυμάται ακριβώς πότε ούτε και αν ήταν Ιούλιος. Επίσης ανέφερε ότι δεν θυμάται το ακριβώς ποσό που του οφείλεται ενώ τελευταία φορά ζήτησε τα χρήματα από τον κατηγορούμενο πριν φύγει για την εγχείρηση στην Βουλγαρία. Στην υποβολή ότι ο κατηγορούμενος, δεν του οφείλει χρήματα, ο ίδιος απάντησε «Δεν ηξέρω». Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΚ3, η Κατηγορούσα Αρχή, έκλεισε την υπόθεση της, και αφού το Δικαστήριο, άκουσε την εισήγηση της Υπεράσπισης, έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και τον κάλεσε σε απολογία αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ.
  1. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη κατάθεση από το εδώλιο του μάρτυρα και δεν κάλεσε οποιοσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι γνωρίζει την παραπονούμενη, (ΜΚ2) αφού την εργοδοτούσε ως σερβιτόρα για κάποιο διάστημα και συγκεκριμένα 24/8/2012 μέχρι και τις 2/10/
  2. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο η παραπονούμενη εργαζόταν με καθαρό εβδομαδιαίο εισόδημα €125= ενώ παράλληλα της παρείχε διαμονή σε δωμάτιο του ξενοδοχείου και διατροφή, πρωί, μεσημέρι και νύχτα. Η θέση του κατηγορούμενου αναφορικά με την λήξη της εργασίας της παραπονούμενης ήταν ότι στις 2/10/2012 και περί την ώρα 04:00π.μ, η ίδια προέβη σε απόπειρα αυτοκτονίας συνεπεία της οποίας την απέλυσε. Μετά το συμβάν αυτό η παραπονούμενη τον παρακάλεσε να την επαναπροσλάβει και αυτός αρνήθηκε. Με τον πρώτο παραπονούμενο, η παραπονούμενη (ΜΚ2) συμβίωνε και εργάζονταν μαζί ενώ στις 24/09/2012 περί τις 18:00μ.μ. ο πρώτος παραπονούμενος αποπειράθηκε να δολοφονήσει την ΜΚ2 και για αυτό τον λόγο τον απέλυσε. Όταν έλαβε τηλεφώνημα από την ίδια για το ποσό των €200= που τότε ισχυριζόταν σύμφωνα με τον ίδιο, ότι της οφειλόταν απάντησε ότι δεν της οφείλει τίποτα. Παράλληλα αναφέρθηκε στο τηλεφώνημα που έλαβε από το Γραφείο Εργασίας όπου επίσης ανάφερε ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ως Τεκμήριο 6, τις πρωτότυπες αποδείξεις για τα χρήματα που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε σε μετρητά στους 2 παραπονούμενους ενώ αναγνώρισε επ' αυτών την υπογραφή της ΜΚ2, που σύμφωνα με τον ίδιο υπέγραψε ενώπιον του. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ο λόγος της καταγγελίας ήταν η άρνηση του να επαναπροσλάβει την παραπονούμενη, η οποία παρέμεινε χωρίς εργασία, διαμονή και διατροφή. Τον ΜΚ3 ο κατηγορούμενος τον αναγνώρισε ως τον υιό της παραπονούμενης ΜΚ2, ο οποίος επίσης εργάστηκε στην επιχείρηση του από τις 24/8/2012 - 08/09/2012 οπόταν και έφυγε μόνος του και εις τον οποίο δεν χρωστούσε κανένα ποσό. Σε σχέση με την επιχείρηση του ανέφερε ότι τα τελευταία 3 χρόνια παρουσιάζει ζημιές και ότι εργάζεται μόνος του πλέον χωρίς υπαλλήλους. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος αρχικά αναφέρθηκε ότι την περίοδο που η ΜΚ2 εργαζόταν σε αυτόν είχε συνολικά 3 υπαλλήλους τους οποίους δήλωσε στο γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, και των οποίων τις εισφορές ακόμα οφείλει. Αναγνώρισε ότι έχει χρέη τόσο προς το δημόσιο όσο και προς τον ιδιωτικό τομέα και ότι προσπαθεί να τα εξοφλήσει. Παράλληλα αποδέχτηκε ότι έχει εναντίον του και άλλες καταγγελίες για μη πληρωμή μισθών. Σε υπόδειξη των Τεκμηρίων 2 και 6 και συγκεκριμένα στις υπογραφές που φέρεται να έβαλε η ΜΚ2, ο κατηγορούμενος αποδέχτηκε ότι δεν μοιάζουν μεταξύ τους ενώ ταυτόχρονα διαφώνησε ότι η ΜΚ2 δεν υπέγραψε το Τεκμήριο 6, αφού σύμφωνα με τον ίδιο, υπέγραψε μπροστά του. Μάλιστα αποδέχτηκε να σταλεί από το γραφείο εργασίας το Τεκμήριο 6 για γραφολογικό έλεγχο. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο οι αποδείξεις εκδοθήκαν από μπλόκ αποδείξεων που ο ίδιος διατηρεί ενώ σε ερώτηση για ποιο λόγο εφόσον μόνο 3 υπαλλήλους είχε την επίδικη περίοδο, οι αριθμοί αποδείξεων δεν έχουν την σχετική συνέχεια μεταξύ τους, απάντησε ότι δεν το έχει μπροστά του το μπλόκ και δεν μπορεί να απαντήσει, καθότι δεν του ζητήθηκε να το παρουσιάσει. Ανάφερε ότι το μπλόκ αποτελείται από διπλότυπο χρώματος άσπρου και κίτρινου και ότι αυτός κρατούσε το άσπρο μέρος και παρέδιδε το κίτρινο στον εργοδοτούμενο ενώ αρνήθηκε την υποβολή ότι η θέση του αυτή είναι ψευδής καθότι η ορθή πρακτική είναι άλλη. Περαιτέρω διαφώνησε με την θέση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι το Τεκμήριο 6 είναι εκ των υστέρων δικό του κατασκεύασμα με σκοπό να παρουσιάσει στο Δικαστήριο αποδείξεις πληρωμής. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι έλαβε τηλεφώνημα από τις αρμόδιες λειτουργούς και αρνήθηκε ότι ο ίδιος ανέφερε ότι όφειλε στην παραπονούμενη (ΜΚ2) €200, διευκρίνισε δε και ισχυρίστηκε ότι αυτό που ανέφερε στην λειτουργό ήταν ότι η ίδια η παραπονούμενη διεκδικούσε από αυτόν €200= και διερωτήθηκε γιατί υπέβαλε παράπονο για €500=. Επίμεινε δε στην θέση του ότι η παραπονούμενη (ΜΚ2) ουσιαστικά υπέβαλε παράπονο λόγω της μη επαναπρόσληψης της. Στην ερώτηση γιατί δεν παρουσίασε τα έγγραφα που του ζητήθηκαν, απάντησε ότι απλά του αναφέρθηκε προφορικά το παράπονο και δεν του ζητήθηκαν έγγραφα, ενώ δεν θυμάται το όνομα της λειτουργού που επικοινώνησε μαζί του. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο Τεκμήριο 5 κατά την αντεξέταση και ιδιαίτερα στο αντίγραφο απόδειξης, μέρος του Τεκμηρίου 5, με αριθμό 144587, και στην αναφορά επ' αυτής σε μάρτυρες: «Αστυνομικός Σταθμός Λάνιας». Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι αυτός συμπλήρωσε τα έντυπα των αποδείξεων και ότι οι παραπονούμενοι υπέγραφαν, και συγκεκριμένα στην απόδειξη με τον πιο πάνω αριθμό, ο 1ος παραπονούμενος, υπέγραψε στην παρουσία και ενώπιον αστυνομικών του αστυνομικού σταθμού Λάνιας, ενώ ταυτόχρονα δεν θυμάται τα ονόματα ή τους αριθμούς των προσώπων αυτών. Αναφορικά με το Τεκμήριο 3, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι παράλαβε την επιστολή αυτή στις 5/12/2012 ενώ αργότερα αναφέρει ότι την παρέλαβε στις 6/12/2012 απορρίπτοντας τον ισχυρισμό ότι αρνήθηκε να προσκομίσει οποιαδήποτε έγγραφα του ζητήθηκαν. Στο ίδιο σημείο της αντεξέτασης, ο κατηγορούμενος μέσα από τις απαντήσεις του, αναφέρει ότι τα μόνα έγγραφα που είχε ήταν οι αποδείξεις και συμφώνησε ότι δεν της παρουσίασε στην προθεσμία που του δόθηκε καθότι δεν είχε οποιαδήποτε άλλα έγγραφα λόγω της σύντομής περιόδου απασχόλησης των παραπονούμενων, περαιτέρω δε δεν το θεώρησε αναγκαίο να πάρει τις αποδείξεις που ισχυρίζεται ότι κατείχε καθότι ήταν «καλυμμένος». Συμφώνησε δε με τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι παρά το ότι του ζητήθηκε επανειλημμένα να προσκομίσεις τις αποδείξεις, ο ίδιος παρέδωσε αντίγραφα αυτών στην λειτουργό, στο Δικαστήριο στις 19/4/
  3. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος αναγνώρισε λήψη και παραλαβή του Τεκμηρίου 4 και ισχυρίστηκε ότι έκανε προσπάθεια να εντοπίσει στο αρμόδιο τμήμα την ΜΚ1, χωρίς αποτέλεσμα, επίσης έκανε επανειλημμένα τηλεφωνήματα προς αυτήν χωρίς να την εντοπίσει. Αναφορικά με του παραπονούμενου - εργοδοτούμενους του, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν τους συνέταξε συμβόλαια με τους όρους εργασίας τους καθότι δεν πρόλαβε λόγω της σύντομής περιόδου απασχόλησης τους ενώ απάντησε ότι το μόνο που έπραξε ήταν να μεταβεί με τους παραπονούμενους στο Γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων όπου τους ενέγραψε ως εργοδοτούμενους του ενώ παράλληλα απάντησε ότι δεν ετοίμασε ούτε συμβόλαια με τους όρους εργασίας, ούτε και κατάλογο με τα ωράρια, τα δικαιώματα τους και την υπηρεσία τους γενικότερα καθότι δεν πρόλαβε. Συμφώνησε δε με την εισήγηση και θέση του συνηγόρου ότι τα πιο πάνω έγγραφα πρέπει να ετοιμάζονται εκ των προτέρων και όχι μεταγενέστερα της έναρξης της εργοδότησης λέγοντας μάλιστα ότι δεν το γνώριζε καθότι ήταν η 1η φορά που εργοδότησε υπαλλήλους και δεν ενημερώθηκε. Με το πέρας της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, δεν παρουσιάστηκε άλλος μάρτυρας για την υπεράσπιση ενώ αμφότεροι οι συνήγοροι έθεσαν τις τελικές του θέσεις με τις αγορεύσεις τους, οι οποίες βρίσκονται αυτούσιες ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν ληφθεί υπόψη και μελετηθεί δεόντως για τους σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν αυτολεξεί. Έκαστος εκ των ευπαιδεύτων συνηγόρων κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τις τελικές του θέσεις και εισηγήσεις, στηριζόμενος σε νομολογία και αναλύοντας την ενώπιον του Δικαστηρίου δοθείσα μαρτυρία. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων που συνοπτικά αναλύθηκε ανωτέρω βρίσκεται αυτούσιο καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του από το Δικαστήριο. Αναφορά θα γίνει εκεί που κριθεί αναγκαίο τόσο σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και για το κατά πόσο έχει στοιχειοθετήσει τις θέσεις της η κάθε πλευρά ξεχωριστά. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφέρω και να τονίσω ότι πολλά από τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως η εργοδότηση, η αμοιβή των εργοδοτουμένων και το περιεχόμενο της συμφωνίας εργοδότησης, ο χρόνος έναρξης και λήξης αυτής, δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση και αυτό προκύπτει και μέσα από τη δοθείσα μαρτυρία από τον ίδιο τον κατηγορούμενο αλλά και μέσα από την πορεία την ακρόασης και την γραμμή υπεράσπισης που ακολουθήθηκε. Περαιτέρω μέσα από την μαρτυρία του κατηγορούμενου παρέμεινε αναντίλεκτη η δοθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία αναφορικά με τις κατηγορίες 3, 4 και 5, σε σημείο μάλιστα που ο κατηγορούμενος μέσα από την μαρτυρία του παραδέχθηκε τις κατηγορίες αυτές. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η Μ.Κ. 1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Κατά την δίκη, διαπίστωσα ότι η μάρτυρας αυτή, προσήλθε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας και χωρίς αλλότρια κίνητρα. Το Δικαστήριο έχει διακρίνει ότι η μάρτυρας αυτή απαντούσε με ευθύτητα, αμεσότητα, ειλικρίνεια, χωρίς δισταγμούς, ασάφειες και αντιφάσεις, η αξιοπιστία της δεν έχει κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης, δεν έχει διακριθεί οποιαδήποτε προσπάθεια της να προσφύγει στο ψεύδος ή στην υπερβολή για να βοηθήσει την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής της οποίας είναι λειτουργός. Διαπίστωσα ότι η ΜΚ 1, παρέθεσε με σαφήνεια τα γεγονότα που περιήλθαν εις γνώσιν της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, τις διαπιστώσεις της και τα αποτελέσματα των ερευνών στις οποίες προέβηκε κατά την διερεύνηση των παραπόνων τα οποία εξέταζε, χωρίς να εντοπίσω σε οποιοδήποτε σημείο της μαρτυρίας της ίχνος μένους ή αντιπάθειας έναντι του κατηγορούμενου, αντίθετα διαπίστωσα ότι από την ίδια την ΜΚ1 αλλά και το αρμόδιο τμήμα δόθηκαν στον κατηγορούμενου πέραν της μιας ευκαιρίες να παρουσιάσει όλα τα έγγραφα που αυτός πιθανόν να είχε στην κατοχή του για να διερευνηθούν και οι δικές του θέσεις και ισχυρισμοί, πράγμα που ο κατηγορούμενος δεν έπραξε. Δεν έχει διακριθεί οποιαδήποτε προσπάθεια της να επιτύχει πάση θυσία την καταδίκη του κατηγορούμενου. Επιπλέον η μαρτυρία της συνάδει και ταυτίζεται και με το τεκμήρια που αυτή κατέθεσε. Συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Κ.1 στην ολότητα της ως αληθή, ορθή και αξιόπιστη. Θα πρέπει περαιτέρω να σχολιάσω ότι μέσα από την μαρτυρία της ΜΚ 1 δεν διαπίστωσα ότι η ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορούμενου γίνεται κακόβουλα και με αλλότριους σκοπούς. Η Μ.Κ.2, η παραπονούμενη, η μοναδική παραπονούμενη που απέμεινε μετά την απόρριψη της 1ης κατηγορίας, επίσης έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Παρά τα συντακτικά λάθη στην έκφραση της κατά την προφορική της μαρτυρία, τα οποία οφείλονται στην μη καλή γνώση της ελληνικής γλώσσας, καταλήγω στο συμπέρασμα, ότι η ΜΚ2 ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα. Επεξήγησε τις συνθήκες εργασίας της, τους όρους αυτής και η μαρτυρία της κατά την προφορική τους ανάλυση ταυτίζεται πλήρως με τα όσα ανέφερε κατά την υποβολή του παραπόνου της στις αρμόδιες αρχές. Παράλληλα διαπίστωσα να απαντά με ειλικρίνεια όσον αφορά το Τεκμήριο 5 και 6 και διαπίστωσα την έκπληξη της στην αναφορά ότι οι υπογραφές επί των αποδείξεων των τεκμηρίων αυτών είναι οι δικές της. Βεβαίως δεν παραβλέπω την διαφορά στις αναφορές σε συγκεκριμένες ημερομηνίες οι οποίες κατά την μαρτυρία της παρουσιάστηκαν σε αρκετά σημεία διαφοροποιημένες ούτε και την αβεβαιότητα της για το ακριβές οφειλόμενο σε αυτήν ποσό, όμως οι πιο πάνω ασάφειες, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό διευκρινίστηκαν κατά την επανεξέταση, δεν είναι ικανές από μόνες τους να κλονίσουν την αξιοπιστία της και την καλή εντύπωση που έκανε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω σημειώνω ότι δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε σκοπιμότητα στην ΜΚ2 και αλλότρια κίνητρα πέραν την διεκδίκησης των δεδουλευμένων χρημάτων της. Η αναφορά από την ίδια σε ποσό €490= αντί €500= εφόσον αφαιρεί τα €10= που της δόθηκαν σε κέρματα μετά την υποβολή του παραπόνου από τον κατηγορούμενου, ενισχύει την αξιοπιστία και θέσεις της. Λαμβάνω βεβαίως υπόψη μου ότι η ΜΚ2 παρά την καλή αντίληψη της ελληνικής γλώσσας, στον προφορικό λόγο αντιμετώπιζε κάποια προβλήματα τα οποία όμως δεν ήταν ικανά να κλονίσουν την αξιοπιστία της και την συνολικά καλή εντύπωση που δημιούργησε στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου και με βάση τα πιο πάνω αλλά και την εικόνα που απεκόμισα από την ΜΚ2 καθ' όλη την διάρκεια της μαρτυρίας της αποδέχομαι την μαρτυρία της ως αληθινή, πλήρως αξιόπιστη και εκφράζουσα τα πραγματικά γεγονότα. Αναφορικά με τον ΜΚ3 παρά την σύντομη μαρτυρία του οφείλω να αναφέρω ότι επίσης έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο ΜΚ3 παρά την αδυναμία έκφρασης στην ελληνική γλώσσα, ανέφερε με ειλικρίνεια τα όσα γνωρίζει τόσο για τα γεγονότα που σχετίζονται με την παραπονούμενη μητέρα του όσο και τα γεγονότα που αφορούν τον ίδιο. Βεβαίως δεν παραβλέπω ότι ο ΜΚ3 είναι υιός της ΜΚ2 όμως μέσα από τις απαντήσεις του και την συνολική εικόνα του κατά την παρουσία του στο Δικαστήριο δεν απεκόμισα την εντύπωση ότι ο ίδιος κατέφυγε είτε σε ψεύδη είτε σε υπερβολές με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει την μητέρα του αλλά αντίθετα διαπίστωση μια ειλικρινή στάση, αμεσότητα και ευθύτητα. Ως εκ τούτου αποδέχομαι επίσης την μαρτυρία του στην ολότητα της ως πλήρως αξιόπιστη. Από την άλλη, η μαρτυρία του κατηγορούμενου έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τα όσα οι ΜΚ ανέφεραν στο Δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος μέσα από την μαρτυρία του θα πρέπει αρχικά να αναφέρω ότι δεν αρνήθηκε την μη παρουσίαση εγγράφων στις αρμόδιες αρχές όταν αυτά του ζητήθηκαν αποδεχόμενος παραλαβή των σχετικών επιστολών - κλήσεων αφήνοντας ουσιαστικά αναντίλεκτο το κομμάτι αυτό της μαρτυρίας. Αυτό που ουσιαστικά αμφισβήτησε, είναι η 2η κατηγορία, ισχυριζόμενος πληρωμή του ποσού αυτού προς την παραπονούμενη, παρουσιάζοντας παράλληλα και αποδείξεις - Τεκμήριο
  1. Ο κατηγορούμενος, δεν άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, και η κατάληξη μου αυτή προέκυψε μέσα από προσεκτική μελέτη τόσο των όσων ο ίδιος ανέφερε κατά την μαρτυρία του όσο και από την συνολική συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από υπερβολές, αντιφάσεις και μπορώ να πω ότι ήταν επιτηδευμένη και προορισμένη να ενισχύσει τις θέσεις και ισχυρισμούς του και όχι την αλήθεια. Πέραν από τους όρους εργασίας της παραπονούμενης, τον χρόνο έναρξης και λήξης της περιόδου απασχόλησης που συνάδουν με την δοθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία ο κατηγορούμενος έχει καταφύγει σε υπερβολές και αναφορές σε άσχετα με τα επίδικα ζητήματα, θέματα με σκοπό να αποπροσανατολίσει από την ουσία της υπόθεσης. Ενώ παραδέχεται την λήψη των διπλοσυστημένων επιστολών - κλήσεων παρουσίασης εγγράφων και ενώ παράλληλα ισχυρίζεται ότι είχε στην κατοχή του τις εν λόγω αποδείξεις, ουδέποτε τις παρουσίασε για να δοθεί η δυνατότητα να διερευνηθούν οι ισχυρισμοί και θέσεις του. Άξιο απορίας παραμένει το πώς ο κατηγορούμενος, ο οποίος αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να καταχωρηθεί μια υπόθεση εναντίον του ενώ έχει στην κατοχή του στοιχεία ικανά να αποτρέψουν την ποινική αυτή υπόθεση δεν τα παρουσιάζει παρά τις ευκαιρίες που του δίδονται με την αιτιολογία ότι δεν το έπραξε γιατί έκρινε ότι δεν χρειαζόταν εφόσον ήταν «καλυμμένος». Η πιο πάνω διαπίστωση μου σε συνδυασμό με την αδικαιολόγητη άρνηση του να παρουσιάσει τα στοιχεία αυτά ακόμα και μετά την εμφάνισης του στο Δικαστήριο ενισχύουν την κατάληξη μου ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε ενώπιον του Δικαστηρίου την αλήθεια και παράλληλα ενισχύει την θέση της ΜΚ2 ότι οι φερόμενες υπογραφές της επί του Τεκμηρίου 6 δεν ανήκουν στην ίδια. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ενώ εξέφρασε την θέση ότι το κίτρινο απόκομμα από το μπλόκ αποδείξεων το δίδει στον λήπτη ήτοι την παραπονούμενη, όταν του ζητήθηκε να το παρουσιάσει ανέφερε ότι ενδεχομένως να το έχει και πρέπει να το ψάξει. Περαιτέρω έχω παρατηρήσει μια έντεχνη προσπάθεια να παρουσιάσει τα γεγονότα που αναφέρθηκαν από την ΜΚ1 με τέτοιο τρόπο ως να συνάδουν με τις δικές του θέσεις όπως για παράδειγμα ότι δεν παραδέχθηκε στην λειτουργό ότι της όφειλε της παραπονούμενης €200= αλλά ότι η ίδια η παραπονούμενη διεκδικούσε €200=. Η καταφυγή του κατηγορούμενου σε υπερβολές και σε αναφορές σε απόπειρες αυτοκτονίας και δολοφονίας, σε υπογραφές αποδείξεων ενώπιον ακόμα και αστυνομικών χωρίς όμως παράλληλα να γίνει μια προσπάθεια να κλητευθούν τα πρόσωπα αυτά ως μάρτυρες υπεράσπισης για να ενισχύσουν τις θέσεις του με οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια αλλά μεθοδευμένα να παρουσιάσει μια άλλη εικόνα από αυτή που οι ΜΚ παρουσίασαν. Όσο και αν προσπάθησα οι θέσεις και εισηγήσεις του κατηγορούμενου, στα πλαίσια αυτά των υπερβολών δεν αντέχουν στην βάσανο της λογικής με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να απορρίπτεται στην ολότητα της ως πλήρως αναξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία, της αποδεκτής μαρτυρίας καθώς και των γεγονότων που δεν αμφισβητήθηκαν καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο και σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: Ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτης της επιχείρησης που λειτουργούσε ως ξενοδοχείο και εστιατόριο υπό την επωνυμία «Οκέλλα» στον Σαιττά της Επαρχίας Λεμεσού. Η ΜΚ2 κατά τον επίδικο χρόνο εργοδοτείτο στην επιχείρηση του κατηγορούμενη ως σερβιτόρα με καθήκοντα που περιλάμβαναν και υπηρεσίες καθαρισμού των δωματίων της ξενοδοχειακής μονάδας με προφορική συμφωνία για αμοιβή €125= εβδομαδιαίως, ως καθαρό μισθό, πλέον τις απαραίτητες εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, διαμονή και διατροφή. Οι όροι εργοδότησης ουδέποτε γνωστοποιήθηκαν γραπτώς στην ΜΚ
  2. Η εργασία της ΜΚ2 ξεκίνησε περί τα μέσα Ιουλίου 2012 και τερματίστηκε περί τις αρχές Οκτωβρίου 2012 μετά που η ΜΚ2 υπέβαλε παράπονο στο αρμόδιο τμήμα για την μη καταβολή του μισθού του Σεπτεμβρίου 2012 αφού ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε για την καταχώρηση του παραπόνου. Η ΜΚ2 πληρώθηκε από τον κατηγορούμενο 2 φορές με το ποσό των €125= έκαστη εντός του Ιουλίου και εντός του Αυγούστου του 2012 και επιπλέον της καταβλήθηκε ποσό €10= σε κέρματα. Το παράπονο υποβλήθηκε για το σύνολο του μισθού του μηνός Σεπτεμβρίου 2012 για το ποσό των €500=. Η ΜΚ2 υπέβαλε στις 2 Οκτωβρίου 2012 το παράπονο της προς το αρμόδιο τμήμα - Τεκμήριο
  3. Η αρμόδια λειτουργός επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο τηλεφωνικά, τον ενημέρωσε για τα υποβληθέντα παράπονα και αυτός ισχυρίστηκε ότι οφείλει στην ΜΚ2 το ποσό των €200= το οποίο θα της κατέβαλλε σταδιακά. Τα Τεκμήρια 3 και 4 αποστάληκαν στον κατηγορούμενο, ο οποίος τα παρέλαβε και ουδέποτε όμως παρουσίασε τα έγγραφα που του ζητήθηκαν εντός των προθεσμιών που του τέθηκαν. Μέχρι και σήμερα η ΜΚ2 ουδέν ποσό έλαβε έναντι του οφειλόμενου ποσού. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Οι κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο εδράζονται στην κάτωθι νομοθεσία της οποίας τα σχετικά άρθρα έχουν ως εξής: Αναφορικά με την 2η και 3η κατηγορία: Νόμος 35
(1)/2007 - Άρθρα 2 , 9
(1)και
  1. Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια: . "μισθός" σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές· . 9
(1). Η συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία. 20
(1). Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3)του άρθρου αυτού, εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι τρεις
(3)μήνες ή σε χρηματική ποινή δύο χιλιάδες λίρες (ΛΚ2.000,00) ή και στις δύο αυτές ποινές. 20
(3)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(4), όποιος: (γ) παραλείπει να παρουσιάσει οποιοδήποτε αρχείο, πιστοποιητικό, βιβλίο, ή άλλο έγγραφο ή στοιχείο που απαιτείται να παρουσιάσει σύμφωνα με το Νόμο ή . είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή μέχρι δύο χιλιάδες λίρες (ΛΚ 2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές. Αναφορικά με την 4η κατηγορία - Νόμος 100
(1)/2000 - Ν. 12
(1)/2007 Άρθρα 2 και 10(ΣΤ). 2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια- «εργοδοτούμενος» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο προστατεύεται ως εργοδοτούμενος σύμφωνα με την ισχύουσα εργατική νομοθεσία. «Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 10ΣΤ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), όποιος - . (γ) παραλείπει να παρουσιάσει οποιοδήποτε αρχείο, πιστοποιητικό, βιβλίο, ή άλλο έγγραφο ή στοιχείο που απαιτείται να παρουσιάσει σύμφωνα με το Νόμο ... είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες (ΛΚ 3.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές. . Αναφορικά με την 5η κατηγορία - ΚΔΠ 136/72 (άρθρα 14
(1)(α), 20 και 21 ΚΑΙ άρθρα 12 και 22 Ν. Περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων. 14
(1)Έκαστος εργοδότης τηρεί αναρτημένα εις περίοπτον μέρος του ξενοδοχείου, εις το οποίον πάντες οι εργοδοτούμενοι εισέρχονται ή δύνανται να εισέλθωσιν ευκόλως, τα ακόλουθα έγγραφα: (α) Κατάλογο των εν τω ξενοδοχείω εργοδοτουμένων, διαλαμβάνοντα ως προς έκαστο, αυτών ο ωράριο καθήκοντος, ήτοι την χρονική περίοδο κατά την διάρκεια της οποίας απαιτείται παρ'εργοδοτουμένου όπως εκτελή εργασίαν του ξενοδοχείου, το αναλογούν ποσοστόν δικαιώματος υπηρεσίας, την οριζόμενη δυνάμει του Κανονισμού 7 εβδομαδιαίαν ημέραν αργίας και τον αριθμό των ημερών αδείας τα οποίας ούτως δικαιούται δυνάμει του Κανονισμού 10 και . 20 Έκαστος εργοδότης ή εκπρόσωπος αυτού και οι υπ'αυτού εργοδοτούμενοι δέον όπως παρέχωσι τοιαύτας διευκολύνσεις επιτρέπουσας τον έλεγχο τοιούτων βιβλίων και αρχείων ως ήθελεν απαιτηθή υπό της τριμερούς Επιτροπής η υφ'οιουδήποτε Επιθεωρητού.
  1. Οιονδήποτε πρόσωπον το οποίον εσκεμμένως παρεμποδίζει την τριμερή Επιτροπή ή οιονδήποτε Επιθεωρητή εν τη ασκήσει των υπό των διατάξεων των Κανονισμών 18 και 19, αντιστοίχως, χορηγουμένων αυτοίς εξουσιών και οιοσδήποτε εργοδότης όστις παραβαίνει οιανδήποτε των διατάξεων των παρόντων Κανονισμών ή παραλείπει να συμμορφωθεί προς αυτήν είναι ένοχος αδικήματος και εν περιπτώση καταδίκης του υπόκειται εις χρηματική ποινή μη υπερβαίνουσα τας πεντήκοντα λίρας. Αναφορικά με την 2η κατηγορία τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Το ποσό που αναφέρεται στο κατηγορητήριο να συνιστά μισθό εν τη εννοία του Νόμου είτε μηνιαίου είτε εβδομαδιαίου. (β) Η μη πληρωμή του μισθού αυτού. Αναφορικά με τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 3ης, 4ης και 5ης: (α) Η ύπαρξη κλήσης για παρουσίαση στοιχείων και εγγράφων στο Αρμόδιο Τμήμα, ήτοι το Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού. (β) Η μη συμμόρφωση και μη παρουσίαση των στοιχείων αυτών εντός της δοθείσας προθεσμίας. Είναι πρόδηλο από το σύνολο της μαρτυρίας η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, τα κοινά παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα αλλά και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι τόσο τα συστατικά στοιχεία της 2ης κατηγορίας, όσο και τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 3, 4 και 5 έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Μέσα από την μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 έχει αποδειχθεί ότι το ποσό που αναφέρεται στο κατηγορητήριο συνιστά μισθό εν τη εννοία του Νόμου και αυτό δεν έχει μέχρι σήμερα καταβληθεί στην παραπονούμενη. Περαιτέρω μέσα από την μαρτυρία της ΜΚ1 αλλά και μέσα από την μαρτυρία του ίδιου του κατηγορούμενου, έχει αποδειχθεί η λήψη των σχετικών επιστολών - κλήσεων για παρουσίαση στο αρμόδιο τμήμα εγγράφων και στοιχείων τα οποία όμως δεν έχουν παρουσιασθεί εντός της προθεσμίας που δόθηκε. Συνεπακόλουθα όλων όσων ανωτέρω προσπάθησα να εξηγήσω προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2, 3, 4 και
  2. (Υπ.)................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.