← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Aνδρέα Ονουφρίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10798/14, 31/8/2015

Δημοκρατία ν. Aνδρέα Ονουφρίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10798/14, 31/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2015:23 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Η. Γεωργίου, A.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10798/14 Δημοκρατία ν.

  1. Aνδρέα Ονουφρίου
  2. Χριστόφορου Κυπριανού
  3. Μιχάλη Μιχαήλ Κατηγορουμένων -------------------- Ημερομηνία: 31.8.15 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Χ"Κύρου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Κονναρής Κατηγορούμενος Ανδρέας Ονουφρίου παρών Π Ο Ι Ν Η Το Κακουργιοδικείο Λεμεσού κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας βρήκε ένοχο τον κατηγορούμενο Ανδρέα Ονουφρίου, ηλικίας σήμερα 64 περίπου ετών σε σοβαρές κατηγορίες ως εμφαίνονται στην καταδικαστική μας απόφαση ημερ. 31.8.
  4. Πιο σοβαρές βεβαίως είναι οι κατηγορίες που αφορούν σε απόπειρα φόνου κατά παράβαση του άρθρου 214(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 1, 11, 12 και 13). Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας δεν συνιστά, σε καμιά περίπτωση, επιβαρυντικό παράγοντα. Εκεί όμως που υπάρχει παραδοχή, αυτή συνιστά μετριαστικό παράγοντα (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας

(2002)2 ΑΑΔ 28 και Δημήτρης Βασιλείου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 110/14, απόφαση ημερομηνίας 15.6.15). Ο κατηγορούμενος είχε κάθε δικαίωμα να αρνηθεί τις κατηγορίες και το Δικαστήριο καθήκον να εξετάσει κατά πόσο αυτός διέπραξε τα αδικήματα που του καταλογίζονται. Τελικά το Δικαστήριο τον βρήκε ένοχο στις κατηγορίες για τις οποίες έγινε αναφορά πιο πάνω. Το αδίκημα που αφορά σε απόπειρα φόνου είναι από τα πλέον σοβαρά αδικήματα, και αυτό αντανακλάται από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή, που είναι αυτή της φυλάκισης διά βίου. Η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Εδώ οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων είναι άκρως επιβαρυντικές για τον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος, στις 24.4.14 κατείχε εντός του διαμερίσματος του σε πολυκατοικία στην οδό Άρνολντ έμφορτο πυροβόλο όπλο (στρατιωτικό τυφέκιο G3). Δυστυχώς η εγκληματική του δραστηριότητα δεν έμεινε μέχρι εδώ. Όταν στις 24.4.14, πρωινές ώρες, αντιλήφθηκε την παρουσία αστυνομικών έξω από το πιο πάνω διαμέρισμα του, και ότι αυτοί είχαν πρόθεση να το ερευνήσουν, αποφάσισε να κάνει κάτι το οποίο όχι μόνο ξάφνιασε τους αστυνομικούς, αλλά τους έκανε να τραπούν και εις φυγή. Αφού ζώστηκε το έμφορτο όπλο που κατείχε εντός του διαμερίσματος του και φορώντας κουκούλα με την οποία κάλυψε το πρόσωπο του (φαίνονταν μόνο τα μάτια και το στόμα του), άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος του και εξήλθε από αυτό. Έχοντας το χέρι στη σκανδάλη του όπλου απευθύνθηκε προς τους αστυνομικούς που βρίσκονταν έξω από το διαμέρισμα του, και τους ανέφερε τα ακόλουθα: "ρε πούστηες εν να σας φάω ούλλους". Όταν δε ο ειδικός αστυφύλακας Θεοδότου, ο μόνος που έμεινε στα σκαλιά της πολυκατοικίας όπου διέμενε ο κατηγορούμενος, προσπάθησε να του πάρει το έμφορτο όπλο, ο κατηγορούμενος έφερε σθεναρή αντίσταση και απευθυνόμενος προς αυτόν του ανέφερε επανειλημμένα τα ακόλουθα "άηστο γιατί εν να σε παίξω". O κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να συνεχίσει να κατέχει το έμφορτο πυροβόλο όπλο, δεν δίστασε να πυροβολήσει τον ειδικό αστυφύλακα με πρόθεση να τον σκοτώσει αφού αυτός ήταν εμπόδιο στη όλη παράνομη δραστηριότητα του. Από ευτυχείς συγκυρίες η σφαίρα δεν έπληξε τον ειδικό αστυφύλακα ο οποίος με αυτοθυσία, αρετή και τόλμη κατάφερε τελικά να του πάρει το όπλο και να το πετάξει χάμω. Για το τι επακολούθησε παραπέμπουμε στην καταδικαστική μας απόφαση. Ο κατηγορούμενος κατάφερε τελικά να εξέλθει της πολυκατοικίας και να εξαφανιστεί. Φεύγοντας πήρε μαζί του όχι μόνο το πυροβόλο όπλο με το οποίο προηγουμένως αποπειράθηκε να φονεύσει τον ειδικό αστυφύλακα Α. Θεοδότου, αλλά και το τσαντάκι του Λοχία 872 Δ. Παύλου, το οποίο του έπεσε καθ' ον χρόνο ο τελευταίος έτρεχε για να απομακρυνθεί από την πολυκατοικία. Μετά τα πιο πάνω, η Αστυνομία καταζητούσε τον κατηγορούμενο για τα πιο πάνω σοβαρά αδικήματα που διέπραξε. Την ίδια ημέρα εκδόθηκε εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Και ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν καταζητούμενο πρόσωπο, όχι μόνο δεν παραδόθηκε στις αρμόδιες Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά κατέληξε σε εξοχική κατοικία στη Λάγια της Επαρχίας Λάρνακας που ανήκε σε φιλικό του πρόσωπο. Σε κάποιο σημείο κατάφερε και πήρε από οικογενειακά του πρόσωπα το ανήλικο παιδί του ηλικίας μόλις 4 ετών και το μετέφερε στη Λάγια όπου κρυβόταν. Στις 29.4.14 η Αστυνομία κατόπιν συντονισμένης και καλά σχεδιασμένης επιχείρησης, απέφυγε τα οδυνηρά λάθη, παραλείψεις και προχειρότητες της 24.4.14. Η ικανότητα του επικεφαλής της επιχείρησης κ. Μακρή αλλά και των ανδρών του, είχε ως αποτέλεσμα να συλλάβουν ουσιαστικά επ' αυτοφώρω το μέχρι τότε καταζητούμενο Ανδρέα Ονουφρίου. Ο τελευταίος πριν συλληφθεί, και αφού αντιλήφθηκε την παρουσία της Αστυνομίας στη Λάγια, επέλεξε για άλλη μια φορά να δώσει μάχη με την Αστυνομία. Αρχικά αρνήθηκε να παραδοθεί και δεν υπάκουσε στις υποδείξεις της Αστυνομίας. Στη συνέχεια αφού γονάτισε και πήρε θέση μάχης, έχοντας στην κατοχή του το έμφορτο στρατιωτικό τυφέκιο, και δίπλα του δυστυχώς, το ανήλικο παιδί του, άρχισε να πυροβολεί προς το μέρος που βρίσκονταν ο Υπαστυνόμος Μακρή και οι Αστυφύλακες Ξενοφώντος και Τομπάζος με πρόθεση να τους φονεύσει. Από ευτυχείς συγκυρίες και πάλι αποφεύχθηκε το μοιραίο. Για το τι επακολούθησε παραπέμπουμε στα όσα εκτίθενται στην καταδικαστική μας απόφαση. Ο κ. Κονναρής εκ μέρους του κατηγορουμένου με τη σύντομη αλλά περιεκτική αγόρευση του, έκανε ιδιαίτερη αναφορά στις προσωπικές, οικογενειακές περιστάσεις του πελάτη του. Ως ανέφερε, ο κατηγορούμενος, έχει συνάψει τρεις γάμους. Από τον πρώτο γάμο έχει αποκτήσει δύο τέκνα τα οποία σήμερα είναι ενήλικα και έχουν τις δικές τους οικογένειες. Από το δεύτερο γάμο έχει αποκτήσει ένα παιδί το οποίο σπουδάζει στην Αγγλία και το οποίο ο κατηγορούμενος βοηθούσε οικονομικά πριν συλληφθεί. Από τον τρίτο γάμο που έχει συνάψει με κοπέλα από το Βιετνάμ, έχει αποκτήσει ένα αγοράκι ηλικίας σήμερα 5 ετών. Είναι το παιδί για το οποίο γίνεται αναφορά στην απόφαση μας. Η τελευταία σύζυγος του εγκατέλειψε το ανήλικο παιδί μεταβαίνοντας στο εξωτερικό και ο κατηγορούμενος είναι ο προστάτης του παιδιού. Το παιδί διαμένει μαζί με την υπερήλικη μητέρα του κατηγορούμενου η οποία είναι ηλικίας περίπου 80 ετών. Τη συντήρηση και διατροφή του ανήλικου την έχει η γιαγιά μαζί με την αδελφή του κατηγορούμενου Βιργινία η οποία έχει εξασφαλίσει σχετικό Δικαστικό Διάταγμα. Ο κατηγορούμενος από το 2008 μέχρι την ημέρα που συνελήφθηκε δεν είχε απασχολήσει τη Δικαιοσύνη. Κατά το χρόνο που τελούσε υπό κράτηση, ο πατέρας του απεβίωσε. Ζήτησε από το Δικαστήριο να εξαντλήσει κάθε περιθώριο επιείκειας παρόλο που ο κατηγορούμενος έχει δύο προηγούμενες καταδίκες. Πληθώρα αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσεως που ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση διέπραξε. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 217). Στην πολύ πρόσφατη απόφαση Στέλιος Μαυρολουκά ν. Δημοκατίας Ποινική Έφεση 212/13, απόφαση ημερ. 5.2.15, τονίστηκε ότι η προηγηθείσα νομολογιακή προσέγγιση είναι χρήσιμη προς την κατεύθυνση ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών λόγων, αλλά και καθορισμού του γενικότερου πλαισίου της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Παραπομπή σε δικαστικό προηγούμενο, ιδίως στις περιπτώσεις όπου επιβάλλεται ποινή φυλάκισης, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα και εξαλείφει την οποιανδήποτε υπόνοια για αυθαιρεσία ή τυχόν αίσθημα αδικίας του καταδικασθέντα. Στην Αναστασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 ΑΑΔ σελ. 492, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε κατηγορία απόπειρας φόνου. Το Κακουργιοδικείο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 13 ετών. Ο κατηγορούμενος εφεσίβαλε και την ποινή ως «κραυγαλέα υπερβολική». Επικαλέστηκε την υπόθεση Ονησίλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 556, όπου εκεί επιβλήθηκε για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας ποινή φυλάκισης 15 ετών. Το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση ανέφερε τα ακόλουθα: "Η υπόθεση Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556, την οποία επικαλέσθηκε ο δικηγόρος του εφεσείοντος, όπου το Εφετείο επέβαλε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε ετών για ανθρωποκτονία, διαφοροποιείται από την περίπτωση του εφεσείοντος. Εκεί, η εγκληματική ενέργεια του εφεσείοντος, η οποία τον οδήγησε να σκοτώσει τη φίλη του, είχε ως γενεσιουργό αιτία την έντονη συζήτηση την οποία είχαν μεταξύ τους, στα πλαίσια της οποίας το θύμα γνωστοποίησε στον εφεσείοντα την πρόθεση άμεσης διακοπής του δεσμού τους αντιδρώντας αρνητικά στις παρακλήσεις του να του δώσει "πίστωση χρόνου". Εδώ, ο εφεσείων ενήργησε εντελώς απρόκλητα." Στην Wasel ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 682, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε κατηγορίες που αφορούσαν σε απόπειρα φόνου και σε πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Στην κατηγορία της απόπειρας φόνου του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 14 ετών. Ο κατηγορούμενος εφεσίβαλε την ποινή ως έκδηλα υπερβολική. Το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση ανέφερε τα ακόλουθα: "Υποβάλλεται εισήγηση ότι η ποινή φυλάκισης των 14 ετών στην κατηγορία της απόπειρας φόνου είναι έκδηλα υπερβολική. Ενόψει των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών του εφεσείοντα και του γεγονότος ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη τους πιο πάνω παράγοντες τους οποίους στάθμισε με την εγγενή σοβαρότητα των αδικημάτων, την προμελετημένη και καλά σχεδιασμένη ενέργεια των δραστών, τον βάναυσο τρόπο εκτέλεσης του εγκλήματος και τα σοβαρά κατάλοιπα στην υγεία των θυμάτων. Παράλληλα το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη και τον παράγοντα της αποτροπής ο οποίος καθηκόντως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο σε ιδιαίτερα σοβαρές υποθέσεις, όπως η παρούσα και σταθερά να αποστέλλεται το μήνυμα ότι οι εγκληματίες οι οποίοι αδίστακτα είναι έτοιμοι να αφαιρέσουν ακόμα και τη ζωή συνανθρώπου τους πρέπει να τιμωρούνται παραδειγματικά. Δεν έχουμε διακρίνει οποιοδήποτε σφάλμα αρχής στην επιμέτρηση της ποινής ούτε συμμεριζόμαστε την άποψη ότι η ποινή είναι έκδηλα υπερβολική." Στην Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 560, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας για απόπειρα φόνου του Δικαστή Μαυρονικόλα και της θυγατέρας του Μαρίνας. Πρωτόδικα του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 ετών. Το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση του κατηγορουμένου κατά της ποινής, ανέφερε πως το Κακουργιοδικείο έδωσε την δέουσα βαρύτητα στις προσωπικές του συνθήκες γι' αυτό και δεν του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δια βίου. Σοβαρές είναι και οι κατηγορίες που αφορούν σε κατοχή, χρήση και μεταφορά έμφορτου πυροβόλου όπλου. Το ίδιο ισχύει και για τις κατηγορίες που αφορούν σε εκρηκτικές ύλες, κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε και βρέθηκε ένοχος. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Chrony
(2006)2 ΑΑΔ 117, ο κατηγορούμενος, νεαρός Ουκρανός, κατείχε παράνομα τυφέκιο και δυο σφαίρες του διαμετρήματος του τυφεκίου. Πρωτόδικα του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 μηνών μετά από ακροαματική διαδικασία. Το Εφετείο θεώρησε ότι η ποινή των 10 μηνών απέληγε να ήταν «όχι μόνο ούτε απομακρυσμένα άκρως επιεικής αλλά βοερά ανεπαρκής ως εντελώς έξω από τα ορθά πλαίσια, όσο πλατιά και αν προσπαθήσει κάποιος να τα δει». Τελικά αντικατέστησε την ποινή των 10 μηνών με ποινή φυλάκισης 4 ετών, με το σκεπτικό ότι «Η κατοχή πυροβόλου όπλου, και μάλιστα και πυρομαχικών, συνιστά εν δυνάμει κίνδυνο περαιτέρω σοβαρής παρανομίας και απειλής». Εδώ πραγματικά στη δική μας περίπτωση η κατοχή έμφορτου πυροβόλου όπλου πήρε σάρκα και οστά αφού ο κατηγορούμενος με αυτό προσπάθησε να φονεύσει τέσσερεις ανθρώπους. Ο κατηγορούμενος εδώ, δυστυχώς, βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Μάλιστα η μια αφορά σε δύο απόπειρες φόνου. Συγκεκριμένα καταδικάστηκε στις 7.8.98 από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού στην υπόθεση υπ΄αρ. 14145/97 για απόπειρα φόνου του Δικαστή Μαυρονικόλα και της θυγατέρας του. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 ετών. Στις 11.3.08 αποφυλακίστηκε αφού εξέτισε τις ποινές του. Προηγουμένως του είχε δοθεί άδεια από τις αρμόδιες Αρχές του Κράτους για να συνάψει γάμο με αποτέλεσμα να εξέλθει των φυλακών. Στα πλαίσια αυτής της άδειας διέπραξε άλλο αδίκημα αφού καταδικάστηκε στις 19.7.05 από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού στην υπόθεση υπ' αρ. 15227/03 που αφορούσε σε παράνομη κατοχή εκρηκτικών υλών. Το αδίκημα έλαβε χώρα στις 20.9.03. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών. Ως γνωστό, κανένας δεν τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη τιμωρηθεί. Η σημασία όμως των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξή τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, το χρόνο και τη φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου προς την τήρηση των νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 ΑΑΔ 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 17). Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 306 τονίστηκε και πάλι ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565). Για τη σημασία και τη βαρύτητα των προηγούμενων καταδίκων και των υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη, και η οποία, επαναλαμβάνουμε, έχει να κάνει με την επιείκεια, παραπέμπουμε στην υπόθεση Vedat v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 787 όπου στη σελ. 792 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σήμερα όμως τα περιθώρια επιείκειας του Δικαστηρίου πρέπει να θεωρούνται ως εξαντληθέντα, όσον αφορά την προηγούμενη διαγωγή, εφ' όσον όχι μόνο εκείνες οι δύο υποθέσεις δείχνουν ότι δεν υπήρξε ανταπόκριση στην επιείκεια αυτή, αλλά και η άλλη και σοβαρότερη υπόθεση του 2010 στην οποία επεβλήθη δωδεκάμηνη ποινή φυλάκισης σαφώς περιορίζει ακόμα περαιτέρω τα περιθώρια επιείκειας που θα είχε το πρωτόδικο δικαστήριο. Παρατηρούμε μάλιστα ότι στις δύο προηγούμενες υποθέσεις είχαν ληφθεί υπόψη και άλλες υποθέσεις που αφορούσαν τον Εφεσείοντα, όπως ελήφθη υπόψη και άλλη υπόθεση στην προκειμένη περίπτωση. Από απόψεως λοιπόν προηγούμενων καταδικών, δεν θα μπορούσε να λεχθεί οτιδήποτε που να καθιστούσε την ποινή προδήλως υπερβολική. ....................... Εξ άλλου, η ανάγκη επιβολής ποινής αποτρεπτικής υπό τις περιστάσεις και ως εκ της ροπής η οποία φαίνεται να υπάρχει αλλά και ως εκ της έξαρσης των αδικημάτων αυτών, είναι τέτοια που να αντισταθμίζει τις προσωπικές περιστάσεις στις οποίες έχει γίνει αναφορά.» Μέσα σε αυτά τα πλαίσια θα προσεγγίσουμε τις προηγούμενες καταδίκες του κατηγορουμένου. Από την πρώτη προηγούμενη καταδίκη προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος και στο παρελθόν προσπάθησε να φονεύσει δύο πρόσωπα. Από την άλλη δεν παραβλέπουμε πως o κατηγορούμενος μετά που εξέτισε τις προηγούμενες ποινές του, για έξι περίπου χρόνια δεν είχε διαπράξει άλλο αδίκημα. Δεν αγνοούμε ούτε την ηλικία ούτε τις προσωπικές-οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου στις οποίες εστίασε την αγόρευση του ο κ. Κονναρής. Συγκεκριμένα δεν αγνοούμε ότι αυτός είναι πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας σήμερα μόλις 5 ετών και ο μοναδικός προστάτης του παιδιού του. Θα δώσουμε τη δέουσα βαρύτητα προς όφελος του κατηγορουμένου σε αυτό τον παράγοντα χωρίς να αγνοούμε και τα άλλα στα οποία έκανε αναφορά ο κ. Κονναρής. Στην υπόθεση Celik and Others ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 391, 394, οι κατηγορούμενοι ήταν προστάτες πολυμελών οικογενειών και το Εφετείο δεν επενέβηκε στην επιβολή της ποινής. Το ίδιο έγινε και στην υπόθεση Μακρή ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 42 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 47: «Δεν ευσταθεί ούτε το επιχείρημα, ότι δεν τονίστηκαν στο δικαστήριο οι επιπτώσεις στην αλλοδαπή σύζυγό του και στο μικρό βρέφος, από τυχόν φυλάκιση του Εφεσείοντος. Από τη στιγμή που η ύπαρξη των δύο μελών της οικογένειας του Εφεσείοντος αναφέρθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο, το θέμα ήταν υπόψη του δικαστηρίου και αξιολογήθηκε μέσα στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής.» Δεν αγνοούμε ακόμη ότι από την παράνομη δραστηριότητα του κατηγορουμένου η οποία στόχευε στο να φονεύσει τέσσερεις ανθρώπους, ουδείς τραυματίστηκε. Αυτό όμως οφείλεται σε ευτυχείς συγκυρίες και όχι σε ο,τιδήποτε που αφορά στον κατηγορούμενο. Εν πάση περιπτώσει στο γεγονός αυτό θα δώσουμε κάποια βαρύτητα προς όφελος του κατηγορουμένου. Έχουμε προβληματιστεί όχι για το είδος της ποινής αλλά για το ύψος της. Εδώ, ο κατηγορούμενος με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του έδειξε πως όχι μόνο δεν σέβεται την ανθρώπινη ζωή, αλλά ότι είναι έτοιμος να την αφαιρέσει ανά πάσα στιγμή από οποιονδήποτε ήθελε σταθεί εμπόδιο στην παράνομη δραστηριότητα του. Αποπειράθηκε σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις να φονεύσει με έμφορτο πυροβόλο όπλο τέσσερεις ανθρώπους, μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου οι οποίοι σε τίποτε δεν του έφταιξαν. Απλώς έτυχε τη δεδομένη στιγμή να ασκούν τα καθήκοντα που τους ανέθεσε η Πολιτεία. Ο κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να αποφύγει σύλληψη για ποινικά αδικήματα που εθεωρείτο ύποπτος, ήταν έτοιμος για όλα. Ο τρόπος και η άκρως επικίνδυνη αποφασιστικότητα με την οποία εξήλθε από την οικία του στις 24.4.14, ένοπλος με το χέρι στην σκανδάλη και απειλώντας τους Αστυφύλακες ότι «θα τους φάει όλους», προκαλεί ρίγος. Η απειλή προς τους Αστυνομικούς ότι θα τους δολοφονούσε όλους, δεν ήταν σχήμα λόγου. Ήταν μια απειλή η οποία ανά πάσα στιγμή μπορούσε να καταλήξει σε πολλές ανθρωποκτονίες. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος πήρε στην κατοχή του έμφορτο πυροβόλο όπλο με μεγάλο δραστικό βεληνεκές και έχοντας το χέρι στη σκανδάλη του όπλου, εκστόμισε την πιο πάνω απειλή η οποία μπορούσε ανά πάση στιγμή να υλοποιηθεί. Δεν την υλοποίησε επειδή όλοι οι Αστυνομικοί, πλην ενός, τράπηκαν σε φυγή. Αυτός ο ένας, και μοναδικός, Ειδικός Αστυφύλακας 5545 Ανδρέας Θεοδότου, ο οποίος με αρετή και τόλμη προσπάθησε να τον αφοπλίσει και να τον σταματήσει στην περαιτέρω παράνομη δραστηριότητα του, πυροβολήθηκε από τον κατηγορούμενο με σκοπό να τον φονεύσει. Ως ελέχθη, είναι από ευτυχείς συγκυρίες που η σφαίρα δεν τον έπληξε. Να σημειώσουμε πως ο κατηγορούμενος είχε προνοήσει πριν εξέλθει από την οικία του να φορέσει κουκούλα-προσωπίδα για να μην είναι δυνατή η αναγνώριση του. Το ίδιο ισχύει για τον τρόπο δράσης του στη Λάγια. Έχοντας δίπλα του το ανήλικο παιδί του, γονάτισε και πήρε θέση μάχης και άρχισε να πυροβολεί προς το μέρος των Αστυνομικών για να τους φονεύσει και καταφέρει έτσι να αποφύγει για άλλη μια φορά τη σύλληψη. Είναι σημαντικό να λεχθεί πως ενώ ο Υπαστυνόμος Μακρής τον κάλεσε να πετάξει το όπλο για να αποφευχθούν τα χειρότερα, ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν το έπραξε, αλλά πήρε θέση μάχης και άρχισε να πυροβολεί εναντίον τους. Όταν δε διαπίστωσε ότι ο κ. Μακρής και η ομάδα του ήταν ακόμη ζωντανοί και ότι ήταν θέμα χρόνου να συλληφθεί, όχι μόνο δεν παραδόθηκε αλλά εγκατέλειψε το παιδί του και έχοντας μαζί του το όπλο και τις εκρηκτικές ύλες, προσπάθησε να διαφύγει. Τελικά, η Αστυνομία τον συνέλαβε ουσιαστικά επ' αυτοφώρω να κατέχει έμφορτο πυροβόλο όπλο και εκρηκτικές ύλες. Ως ελέχθη, ο Νόμος για τα αδικήματα της απόπειρας φόνου, προβλέπει ποινή φυλάκισης δια βίου. Για το πότε πρέπει να επιβάλλεται τέτοια ποινή παραπέμπουμε στην υπόθεση Pernell κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1998)2 ΑΑΔ 417 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ενδιαφέροντα στις σελίδες 431-433: " Όπως αναφέρεται στην Attorney-General's Reference No. 32 of 1996
(1996)Crim.L.R. 917, το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο, υπό το φως του συνόλου των γεγονότων, "... it appeared that the offender was likely to represent a serious danger to the public for an indeterminate time". (Ελεύθερη μετάφραση: "... όταν ο παραβάτης φαίνεται, κατά λογική πρόβλεψη, να παριστάνει σοβαρό κίνδυνο για το κοινό, για ακαθόριστο χρόνο".) Η πρώτη αγγλική απόφαση, στην οποία γίνεται ο συσχετισμός μεταξύ της ποινής ισόβιας κάθειρξης και των κινδύνων που εγκυμονεί η απόλυση του καταδικασθέντος για το κοινό, είναι η Rowland Jack Forster Hodgson 52 Cr. App. R. 113. Η αρχή που υιοθετείται έτυχε εφαρμογής σε μεγάλο αριθμό μεταγενέστερων αποφάσεων - (βλ., μεταξύ άλλων Wilkinson 5 Cr. App. R. (S.) 105· De Havilland 5 Cr.App.R.(S.) 109· Attorney-General's Reference No. 76 of 1996
(1996)Crim.L.R. 670). Και στην Κύπρο, όπως αποκαλύπτει η νομολογία, συνυπολογίζονται οι κίνδυνοι, που ενέχει για το κοινό η απόλυση του καταδικασθέντος, στην επιβολή του ανωτάτου ορίου ποινής που προβλέπει ο νόμος. Στην Kyriacos Georghiou Kakouris v. The Police
(1972)2 C.L.R. 42, ο Τριανταφυλλίδης, Π., εκδίδοντας την απόφαση του Εφετείου, ανέφερε τα ακόλουθα, ως προς το πότε είναι παραδεκτή η επιβολή της ανώτατης ποινής:- (σελ. 44) "Indeed, such a sentence could have been imposed only if all hope of reforming the Appellant and protecting society from him, by any lesser period of imprisonment, had been lost; ..." (Ελεύθερη μετάφραση: «Πράγματι, τέτοια ποινή (νοείται το ανώτατο όριο) μπορούσε να είχε επιβληθεί μόνο εάν κάθε ελπίδα για αναμόρφωση του Εφεσείοντα και προστασία της κοινωνίας από τον ίδιο, με την επιβολή οποιασδήποτε χαμηλότερης ποινής φυλάκισης, είχε εκλείψει. ...») Όπως αναφέραμε στην Antoniou v. Police
(1983)2 C.L.R. 319, διακρίνονται δύο περιπτώσεις, στις οποίες δικαιολογείται η επιβολή του ανώτατου ορίου ποινής, το οποίο προβλέπει ο νόμος:- (σελ. 323) "When the nature of the crime is such as to call for exceptional measures of deterrence in the interest of social order firstly and secondly whenever the criminal record of the accused is such as to shun all hope of reform. In other words whenever the past record of the accused makes him an irredeemable recidivist." (Ελεύθερη μετάφραση: «Όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια, ώστε να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, πρώτο, και δεύτερο, οποτεδήποτε το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι τέτοιο, ώστε να αποκλείει κάθε ελπίδα αναμόρφωσης. Με άλλα λόγια, οποτεδήποτε το μητρώο του κατηγορουμένου τον αποκαλύπτει ως αδιόρθωτο καθ' έξιν εγκληματία.») Στη δεύτερη περίπτωση, οδηγό αποτελεί η Kyriacos Georghiou Kakouris v. The Police (ανωτέρω). Στην Antoniou v. Police (ανωτέρω), τονίζεται ότι τα δικαστήρια είναι, γενικά, απρόθυμα να διαγράψουν νεαρά πρόσωπα, εκτός εάν κάθε ελπίδα για αναμόρφωσή τους έχει εκλείψει. Προκύπτει από την Antoniou v. Police (ανωτέρω), ότι μπορεί να επιβληθεί το ανώτατο όριο ποινής, το οποίο προβλέπει ο νόμος, ανεξάρτητα από τους κινδύνους που εγκυμονεί για το κοινό η απόλυση του καταδικασθέντος σε μελλοντικό στάδιο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις· εκείνες στις οποίες η φύση του εγκλήματος είναι τόσο σοβαρή και η ανάγκη για την αποτροπή επανάληψής του από τον ίδιο ή άλλους στον κοινωνικό χώρο τόσο μεγάλη, ώστε να δικαιολογείται η υιοθέτησή του." Στην πιο πάνω υπόθεση το Εφετείο αφού έλαβε υπόψη του τα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιον του και ιδιαίτερα το νεαρό της ηλικίας τους, σε συνδυασμό με το λευκό τους ποινικό μητρώο, αποφάσισε να αντικαταστήσει την ποινή φυλάκισης δια βίου με ποινή φυλάκισης 25 ετών. Αποφασίσαμε να αποφύγουμε την ποινή φυλάκισης δια βίου αφού λάβαμε υπόψη μας την ηλικία και τις οικογενειακές-προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, στις οποίες έκανε αναφορά ο ευπαίδευτος συνήγορος του. Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία ότι έχουμε ενώπιον μας δύο ξεχωριστές και αυτοτελείς παράνομες δραστηριότητες σε διαφορετικές ημερομηνίες και με διαφορετικά θύματα. Μια στη Λεμεσό στις 24.4.14 και μια στη Λάγια στις 29.4.14 της Επαρχίας Λάρνακας. Στην Παπασυμεού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 523 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 529 και 530: "Όσον αφορά την απόφαση του Κακουργιοδικείου όπως η ποινή φυλάκισης 3 χρόνων που επέβαλε στον εφεσείοντα για την κατοχή πυροβόλου όπλου, είναι συνεχόμενη με την ποινή φυλάκισης 7 χρόνων, που του επέβαλε για την καλλιέργεια, κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια των 205 φυτών κάνναβης, θεωρούμε ότι αυτή είναι, επίσης, ορθή και δεν παραβιάζει την αρχή της συνολικότητας της ποινής. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, διαδοχικές ποινές δεν πρέπει να επιβάλλονται σε κατηγορίες που συνιστούν ενιαία συμπεριφορά. Στην αντίθετη περίπτωση, δικαιολογείται η επιβολή διαδοχικών ποινών, νοουμένου ότι το σύνολό τους είναι ανάλογο με τη σοβαρότητα των επιμέρους κατηγοριών. (Βλ., μεταξύ άλλων, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323 και Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421). Στην περίπτωση του εφεσείοντος, είναι ξακάθαρο ότι τα αδικήματα της κατοχής πυροβόλου όπλου, αφενός, και της καλλιέργειας, κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια 205 φυτών κάνναβης, αφετέρου, είναι εντελώς διαφορετικά και δεν συνιστούν ενιαία εκ μέρους του συμπεριφορά. Αντίθετα, συνιστούν δύο διαφορετικές και ανεξάρτητες συμπεριφορές. Περαιτέρω, το σύνολο των δύο ποινών, ήτοι η δεκαετής φυλάκιση, δεν θεωρούμε ότι παραβιάζει την αρχή της συνολικότητας της ποινής. Συνακόλουθα, η δεκαετής σωρευτική ποινή που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, με κανένα τρόπο, ως έκδηλα υπερβολική." Στην Κέρκης ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 433 εξετάστηκε και πάλι το θέμα της επιβολής διαδοχικών ποινών. Στις σελίδα 439 και 440 διαβάζουμε τα ακόλουθα: "Το θέμα της επιβολής διαδοχικών ποινών απασχόλησε κατ' επανάληψη το Ανώτατο Δικαστήριο. Στη Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, γίνεται αναφορά σε αγγλική νομολογία, όπου παρέχονται για το ζήτημα αυτό κατευθυντήριες γραμμές. Βασική αρχή είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές για κατηγορίες που, ουσιαστικά, αποτελούν μέρος μιας ενιαίας συμπεριφοράς και τούτο, για να μην οδηγείται η συνολική ποινή που επιβάλλεται σε υπερβολή. Ταυτόχρονα, το σύνολο των διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται πρέπει να είναι ανάλογο με τη σοβαρότητα των επί μέρους κατηγοριών. Με άλλα λόγια, η συνολική ποινή δεν πρέπει να είναι υπερβολική - (βλ. Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443)." Bρίσκουμε ότι οι ποινές που θα επιβληθούν για την εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορούμενου στη Λάγια, θα πρέπει να είναι διαδοχικές των ποινών που θα επιβληθούν στον κατηγορούμενο για την εγκληματική δραστηριότητα του στη Λεμεσό. Ως εκ τούτου, το σύνολο των διαδοχικών ποινών θα είναι τέτοιο ούτως ώστε να μην παραβιάζει την αρχή της συνολικότητας της ποινής. Καθιστούμε σαφές πως αν δεν είχαμε να εξετάσουμε θέμα επιβολής διαδοχικών ποινών, οι ποινές που θα επιβάλλαμε στον κατηγορούμενο για τις απόπειρες φόνου θα ήταν αυστηρότερες. Κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές, τις οποίες και επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο: Ξεκινούμε με το επεισόδιο στη Λεμεσό. Πρόκειται για τις κατηγορίες 1, 2, 3, 8 και 9. Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 ετών. Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 5 ετών. Στην 2η κατηγορία δεν επιβάλλουμε ποινή αφού τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στα γεγονότα της 3ης κατηγορίας στην οποία έχουμε επιβάλει ποινή. (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 34). Στην 8η κατηγορία καμία ποινή. Στην 9η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης του επεισοδίου της Λεμεσού να συντρέχουν. Συνεχίζουμε με το επεισόδιο της Λάγιας. Πρόκειται για τις κατηγορίες 11, 12, 13, 14, 15, 16, 18, 20, 21 και
  1. Στην 11η κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 ετών. Στην 12η κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 ετών. Στην 13η κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 ετών. Στην 15η κατηγορία ποινή φυλάκισης 5 ετών. Στην 14η κατηγορία δεν επιβάλλουμε ποινή αφού τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στην 15η κατηγορία στην οποία έχουμε επιβάλει ποινή. (Για το θέμα αυτό παραπέμπουμε στην πιο πάνω Νομολογία). Στην 16η κατηγορία ποινή φυλάκισης 5 ετών. Στην 18η κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στις κατηγορίες 20, 21 και 22 δεν επιβάλλουμε ποινή αφού τα γεγονότα αυτών ουσιαστικά εμπεριέχονται στις κατηγορίες 11, 12, 13 και 15 στις οποίες έχουμε ήδη επιβάλει ποινή. Οι πιο πάνω ποινές του επεισοδίου της Λάγιας να συντρέχουν. Οι ποινές του επεισοδίου της Λάγιας θα είναι διαδοχικές των ποινών του επεισοδίου της Λεμεσού. Με άλλα λόγια ο κατηγορούμενος θα εκτίσει συνολική ποινή φυλάκισης 20 ετών. Noείται ότι οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές μειώνονται για το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση και δη από τις 29.4.
  2. €1.650 έξοδα να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ............ Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Η. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφορά-Aπόπειρα φόνου, κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α, κλπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.