LA DELIA FOODS LTD ν. DEMETRIS SARRIS LTD, δια μέσω του Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 27751/2013, 3/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27751/2013 Μεταξύ: LA DELIA FOODS LTD Κατήγοροι ν.
- DEMETRIS SARRIS LTD
- ΝΙΚΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
- ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΑΙΤΖΗ
- ΗΛΙΑΣ ΚΑΛΑΙΤΖΗ
- ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΑΡΡΗΣ Κατηγορουμένων ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡ. 21/01/15 Μεταξύ: LA DELIA FOODS LTD Κατήγοροι ν.
- DEMETRIS SARRIS LTD, δια μέσω του Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της περιουσίας της εταιρείας
- ΝΙΚΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
- ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΑΙΤΖΗ
- ΗΛΙΑΣ ΚΑΛΑΙΤΖΗ
- ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΑΡΡΗΣ Κατηγορουμένων -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 03 Αυγούστου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Ιωάννου μαζί με κα Χ.Μίτα Για τους κατηγορούμενους 1: καμία εμφάνιση Για τον Κατηγορούμενο 2 : κα. Ε.Κούσιου μαζί με Λ.Χαβιαρά (για να ακούσει απόφαση Φ. Θεοχάρους) Κατηγορούμενος 2: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατόπιν απόσυρσης της υπόθεσης εναντίον των κατηγορούμενων 3, 4 και 5 στις 10/03/15 και αθώωσης τους από το σύνολο των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν, η υπόθεση συνέχισε εναντίον των κατηγορούμενων 1 και
- Οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες για την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 1 & 3, οι κατηγορούμενοι 1 εξέδωσαν στη Λάρνακα τις δύο επίδικες επιταγές τεκμήρια 1 & 2 που ήταν πληρωτέες στο όνομα και σε διαταγή των παραπονούμενων, οι οποίοι παρουσίασαν δεόντως τις επιταγές για πληρωμή πλην όμως αυτές δεν τιμήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων των κατηγορούμενων 1 και παρέμειναν απλήρωτες μέχρι σήμερα παρόλο που παρήλθαν 15 ημέρες από την παρουσίαση τους στην τράπεζα. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει επίσης δύο κατηγορίες για την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 2 & 4, ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του διευθυντή των κατηγορούμενων 1 συνέργησε και ή κατέστησε δυνατή και ή υποβοήθησε στην έκδοση και παράδοση των αναφερόμενων στις κατηγορίες 1 & 3 επιταγών και ουσιαστικά στη διάπραξη των αδικημάτων πιο πάνω από μέρους των κατηγορούμενων
- Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 3 μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ο κατηγορούμενος 2 κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε περαιτέρω ένα μάρτυρα για την Υπεράσπιση του. Οι κατηγορούμενοι 1 όπως είναι φυσικό ως εκ της μη εκπροσώπησης τους δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ούτε παρουσίασαν μάρτυρες υπεράσπισης. Έγιναν περαιτέρω παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνολικά 10 τεκμήρια. Παρεμβάλλω εδώ προκειμένου να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα, ότι οι κατηγορούμενοι 1 στα αρχικά στάδια της διαδικασίας εκπροσωπούνταν από δικηγόρους πλην όμως ακολούθως κατόπιν εκδόσεως διατάγματος διάλυσης / εκκαθάρισης της εταιρείας σταμάτησαν να εμφανίζονται μη έχοντας σχετικές οδηγίες από τον Εκκαθαριστή. Δεν υπήρξε όμως σημειώνεται εμφάνιση και εκπροσώπηση της εταιρείας ούτε μετά την επίδοση στον Εκκαθαριστή δηλαδή στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη του τροποποιημένου κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου κατηγορητηρίου, δηλαδή του κατηγορητηρίου στο οποίο παρουσιάζεται πλέον η εταιρεία ως κατηγορούμενη δια του Εκκαθαριστή της. Τα παραδεκτά γεγονότα ήταν τα εξής:
- Η παραπονούμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομότυπα εγγεγραμμένη και υφιστάμενη σύμφωνα με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας με έδρα τη Λάρνακα και ασχολείται μεταξύ άλλων με την κατασκευή, πώληση και εμπορία αλλαντικών.
- Η 1η κατηγορούμενη εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση από τις 24/03/
- Η υπογραφή σε ότι αφορά τις επίδικες επιταγές ανήκει στον κατηγορούμενο
- Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία δια της υπογραφής του κατηγορούμενου 2 εξέδωσε τις επίδικες επιταγές τις οποίες παρέδωσε στην παραπονούμενη εταιρεία.
- Οι δύο επίδικες επιταγές έχουν κατατεθεί προς είσπραξη στην Ελληνική Τράπεζα και αφού παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου επί της οποίας έχουν εκδοθεί, επιστράφηκαν στις 03/04/13 με σχετική σφραγίδα στο σώμα των επιταγών «να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα», είναι αποδεκτό δηλαδή ότι ο λόγος που επιστράφηκαν οι επιταγές ήταν τα ανεπαρκή υπόλοιπα. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, εμπεριστατωμένες ομολογουμένως, ενώ πρόσθετα η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής επεσήμανε κάποια πράγματα που ήθελε να τονίσει αγορεύοντας και προφορικά. Οι αγορεύσεις βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν τύχει πολύ προσεκτικής μελέτης, δεν κρίνω όμως σκόπιμο να επαναλάβω ότι οι συνήγοροι με αυτές έχουν αναφέρει. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων πιο κάτω όπου και εάν αυτό κριθεί αναγκαίο. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων και των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). ΜΚ1-Παύλος Μιχαήλ Είναι o γενικός διευθυντής των παραπονούμενων όπως ο ίδιος εξήγησε την έννοια δηλαδή ο έχων την ευθύνη των εμπορικών δραστηριοτήτων της εταιρείας. Ο μάρτυρας αυτός έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Απάντησε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ευθέως, με φυσικότητα και χωρίς δισταγμό. Δεν διαπίστωσα σε καμία περίπτωση προσπάθεια από πλευράς του να αποκρύψει οτιδήποτε, ενώ κρίνω ότι η αξιοπιστία του παρέμεινε ακέραιη και μετά την αντεξέταση του. Κατά την κυρίως εξέταση του ο μάρτυρας αναφέρθηκε στα καθήκοντα του και ακολούθως στη συνεργασία τους με τους κατηγορούμενους 1, στα πλαίσια της οποίας οι κατηγορούμενοι 1 εξέδωσαν έναντι του χρέους τους τις δύο επίδικες επιταγές τεκμήρια 1 &
- Οι επιταγές παρεδόθησαν τον Ιανουάριο του 2013 από υπάλληλο των κατηγορούμενων 1 στον πωλητή των παραπονούμενων και ήταν μεταχρονολογημένες με ημερομηνία πληρωμής 31/03/
- Όταν οι επιταγές όμως παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω ανεπαρκών υπολοίπων των κατηγορούμενων
- Μετά την επιστροφή των επιταγών είχε συνάντηση με τον κατηγορούμενο 2 και ανέφερε ακριβώς τι ελέχθη από τον κατηγορούμενο 2, ουσιαστικά ότι τα λεφτά «έλειψαν» από καιρό και γίνεται προσπάθεια επιβίωσης τους οπότε θέλει να σταθούν δίπλα του. Για τις επιταγές αυτές δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως έχουν εκδοθεί αποδείξεις είσπραξης κατά την παραλαβή των επιταγών (τεκμ.4), ο ίδιος όμως δεν είδε να υπογράφονται οι επιταγές. Ο υπάλληλος τους του ανέφερε ότι η υπογραφή είναι του κατηγορούμενου 2 γιατί τον γνώριζε αλλά δεν γνωρίζει αν ο υπάλληλος τους βρήκε έτοιμες, υπογραμμένες τις επιταγές ή αν (o κατηγορούμενος 2) τις υπόγραψε την ίδια μέρα. ΜΚ2-Κωνσταντίνος Παύλου Εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας απάντησε ευθέως ότι γνώριζε εις τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με βάση τα καθήκοντα του και τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του εν σχέση με τις επίδικες επιταγές και λογαριασμό και οφείλω να πω έκανε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον και το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Ανέφερε πως κατά την επίδικη περίοδο χειριζόταν τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό μαζί με τον υπεύθυνο της υπηρεσίας του. Κατέθεσε κατάσταση του λογαριασμού εν σχέση με συγκεκριμένη περίοδο (τεκμ.5) και ανέφερε γενικότερα πως τα προβλήματα ή η πίεση η μεγάλη πάνω στο λογαριασμό άρχισαν να είναι αρκετά έντονα από τα μέσα του 2012 και μετά. Επίσης ανέφερε πως ο λογαριασμός αυτός τερματίστηκε στις 24/03/14 (τεκμ.6) και ολόκληρο το υπόλοιπο του έγινε πλήρως απαιτητό, ένεκα των γενικότερων προβλημάτων της εταιρείας στη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της προς την τράπεζα. Ακόμη αναφέρθηκε στις επαφές που είχαν με τον κατηγορούμενο 2, στην παρουσίαση των επίδικων επιταγών και την επιστροφή τους στις 3/4/13 λόγω ανεπαρκών υπολοίπων και τέλος είπε ότι όλο τον μήνα Μάρτιο του 2013 και συγκεκριμένα μέχρι 29/03 ο λογαριασμός ήταν σε υπέρβαση. Στην αντεξέταση του είπε πως το όριο του λογαριασμού αυτού από τον Φεβρουάριο μέχρι και τον Μάιο του 2013 ήταν €2.300.000.- και αναφέρθηκε στα υπόλοιπα του λογαριασμού για τους μήνες αυτούς λέγοντας ότι πάντα ο μήνας έκλεινε με υπέρβαση. Τον επίδικο λογαριασμό τον δέσμευαν με την υπογραφή τους 5 άτομα, εκ των οποίων το ένα ήταν ο κατηγορούμενος 2, ο κάθε ένας μόνον με τη δική του υπογραφή δηλαδή χωρίς να χρειάζεται συνυπογραφή. Οπότε σε μια μέρα ήταν πιθανόν να έρθουν 2 επιταγές με την ίδια ημερομηνία αλλά με διαφορετικά ποσά και να είναι υπογραμμένες από διαφορετικά πρόσωπα. Με τον κατηγορούμενο 2 διευκρίνισε πως δεν είχαν καθημερινή επαφή αλλά ανέφερε υπήρχε επικοινωνία χωρίς να θυμάται συγκεκριμένες περιπτώσεις που μίλησαν. Έδωσε ακόμα εικόνα εν σχέση με συγκεκριμένες πράξεις μεταφοράς που εκτελέστηκαν τον μήνα Μάρτιο του 2013 και ανέφερε περαιτέρω πως εν σχέση με το λογαριασμό υπήρχαν επιπρόσθετα και κάποιες πάγιες εντολές όπως για πληρωμή ενοικίων για κάποια υποκαταστήματα που ενοικίαζε η εταιρεία και δόσεις για δάνεια. Τον τελικό λόγο για την πληρωμή επιταγών πάνω από το όριο καθώς και όταν υπήρχε υπέρβαση τον είχε ο διευθυντής της Υπηρεσίας του, κατόπιν συνεννόησης με τους πελάτες και των εξηγήσεων που έδιναν. Η εν λόγω συνεννόηση για πληρωμή επιταγών γινόταν με τον οικονομικό διευθυντή της εταιρείας Στέλιο Ανδρέου, ο οποίος ενημέρωνε καταρχήν για το ύψος της κατάθεσης της ημέρας και ακολούθως συζητούσαν για το ποιες επιταγές θα πληρωθούν έχοντας υπόψη εκτός από το ύψος της κατάθεσης, το τι αφορούσε η επιταγή ή η συγκεκριμένη πληρωμή και τις εισπράξεις των επόμενων ημερών. Κατά την επανεξέταση ανέφερε ότι με τον κατηγορούμενο 2 μπορεί να μίλησαν και για συγκεκριμένες επιταγές αλλά μιλούσαν συνήθως για την κατάσταση λογαριασμού και το ύψος της υπέρβασης, ενώ καθημερινά για το ποιες επιταγές θα περάσουν και ποιες όχι συνεννοούνταν με τον οικονομικό διευθυντή. Στις 3/4/13 επιστράφηκαν 64 επιταγές αλλά δεν γνωρίζει τι πληρωμές έγιναν ή αν έγιναν. ΜΚ3-Χριστοφής Χριστοφή Εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και είναι συγκεκριμένα ο διευθυντής του τομέα μεγάλων επιχειρήσεων της τράπεζας στη Λάρνακα. Η μαρτυρία του επίσης γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας απάντησε ευθέως ότι γνώριζε εις τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με βάση τα καθήκοντα του εν σχέση με τις επίδικες επιταγές και λογαριασμό. Δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον και το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Αναφέρθηκε στα καθήκοντα του και είπε πως ανάμεσα στους πελάτες της Υπηρεσίας του ήταν και οι κατηγορούμενοι 1, γνωρίζει δε τον κατηγορούμενο 2 στα πλαίσια των επαγγελματικών τους σχέσεων. Αναφέρθηκε σε μια συνάντηση στο γραφείο του κατηγορούμενου 2 περί το τέλος του 2012 με αρχές του 2013, χωρίς να θυμάται ακριβώς πότε, για να συζητήσουν τα προβλήματα της εταιρείας και τις υπερβάσεις του επίδικου λογαριασμού, όπως επίσης πιθανές λύσεις. Στη συνάντηση έγινε αναφορά στα προβλήματα με τις απλήρωτες επιταγές και στον κίνδυνο η εταιρεία να μπει στο ΚΑΠ, και ο κατηγορούμενος 2 ανάφερε ότι θα προσπαθούσαν να κάνουν κάποιες διευθετήσεις με τους προμηθευτές/πιστωτές για να μετατεθούν οι καταθέσεις κάποιων επιταγών. Ήταν κατανοητό μέχρι τη συνάντηση ότι ο λογαριασμός ήταν σε υπέρβαση και όταν το υπόλοιπο στο λογαριασμό υπερβεί το όριο η τράπεζα δεν πληρώνει τις επιταγές. Πλήρωναν κάποιες επιταγές όταν ήταν σε υπέρβαση γιατί κατέθετε το ισόποσο και τις κάλυπτε. Όμως εφόσον ήταν σε υπέρβαση δεν πληρώνονταν και αυτό δεν υπήρχε περίπτωση να μην το γνώριζε. Τις επιταγές τεκμ.1 & 2 τις έστειλαν πίσω γιατί δεν υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο στο λογαριασμό ούτε καλύφθηκαν με κατάθεση. Στην αντεξέταση ανέφερε ότι και η τράπεζα από πλευράς της σε κάποιες φάσεις παραχώρησε κάποιες πιστωτικές διευκολύνσεις για να βοηθήσει την ρευστότητα της εταιρείας. Επίσης διευκρίνισε ότι δεν είχε δικαίωμα να κάνει αυξομείωση του ορίου, όμως αν μια επιταγή θα έβαζε την εταιρεία στο ΚΑΠ και επειδή γνώριζαν ότι η εταιρεία καθημερινά είσπραττε μετρητά και ιδιαίτερα από κάρτες που πιστώνονταν απευθείας στο λογαριασμό, για να μην μπει στο ΚΑΠ την κάλυπταν και πληρωνόταν την επομένη από τις καταθέσεις και τις κάρτες. Ακόμη είπε ότι αν για παράδειγμα την Παρασκευή τέλος του μήνα θα έπρεπε να πληρωθούν μισθοί και γνωρίζοντας ότι τη Δευτέρα που άνοιγαν οι τράπεζες θα μαζευόταν ένα σημαντικό ποσό από τις κάρτες και τις εισπράξεις της υπεραγοράς το Σάββατο, πληρώνονταν οι μισθοί και το ποσό καλύπτετο τη Δευτέρα από τις καταθέσεις. Συνεπώς επειδή αυτή η τακτική πληρωμής επιταγών έναντι είσπραξης του ισόποσου μπορούσε να μην ήταν την ίδια μέρα αλλά να μεταφέρετο και την επόμενη εργάσιμη, γι'αυτό υπήρχαν κάποιες διαφορές στα υπόλοιπα από μέρα σε μέρα. Διευκρίνισε επίσης ότι η υπέρβαση στο όριο παρά την τακτική αυτή της τράπεζας δημιουργήθηκε λόγω διαφόρων γεγονότων με κυριότερο ότι προσωρινό όριο που δόθηκε δεν τακτοποιήθηκε στη λήξη του με αποτέλεσμα να παρουσιαστεί υπέρβαση. Δεύτερος λόγος ήταν ότι στο λογαριασμό κάθε 3 μήνες προστίθεντο οι τόκοι του με συνέπεια να ανεβαίνει το υπόλοιπο. Ο λογαριασμός αυτός από τον Οκτώβρη του 2012 μέχρι Ιούνιο του 2013 λειτουργούσε πάνω από το όριο. Κατά την επανεξέταση ανέφερε πως οι εισπράξεις της υπεραγοράς τέλος του μήνα ήταν αυξημένες και εξήγησε γιατί συνέβαινε τούτο, ενώ τέλος ανέφερε ότι αν έβαζε λεφτά την ημερομηνία που παρουσιάστηκαν οι επίδικες επιταγές για να καλύψει όλες τις επιταγές αυτές θα πληρώνονταν. Από τον ίδιο (τον κατηγορούμενο) εξαρτάτο αν θα πληρώνονταν. Κατηγορούμενος 2 Ευθέως αναφέρω ότι δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του, την οποία κρίνω αναξιόπιστη. Έχοντας παρακολουθήσει πολύ προσεκτικά τον συγκεκριμένο μάρτυρα ενώ κατέθετε και μελετώντας την μαρτυρία του κρίνω πως δεν είπε την αλήθεια. Ήταν εν πάση περιπτώσει εμφανής κρίνω η προσπάθεια του να αποκρύψει πράγματα. Αυτό δε σε συνάρτηση με τις αντιφάσεις, τις μη καθαρές και μη λογικές θέσεις που εντοπίζονται στη μαρτυρία του, καθιστούν την μαρτυρία του αναμφίβολα αναξιόπιστη. Πιο συγκεκριμένα: (α) Ο κατηγορούμενος 2 στη μαρτυρία του επιβεβαίωσε την συνάντηση στην οποία αναφέρθηκε ο ΜΚ1, εξηγώντας τι ακριβώς συζητήθηκε και έγινε στη συνάντηση. Με δεδομένη την αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΚ1 το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η συνάντηση αυτή έγινε. Όμως δεν αποδέχομαι και απορρίπτω ότι άλλο ανέφερε ο κατηγορούμενος 2 εν σχέση με την συνάντηση με δεδομένο ότι ουδέποτε υποβλήθηκε στον ΜΚ1 οτιδήποτε για τη συνάντηση αυτή, και αντίθετα η υποβολή που του έγινε ήταν ότι «ουδέποτε κάνατε συνάντηση με τον κατηγορούμενο 2 στο γραφείο του». Θα ανέμενα σημειώνεται εφόσον έτσι είχαν τα πράγματα ως δηλαδή ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε, να γίνει παραδεκτή εξ' αρχής η συνάντηση και να τεθεί το περιεχόμενο της στον ΜΚ1 για σχολιασμό, ώστε το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τις θέσεις και των δύο πλευρών να προβεί σε αξιολόγηση τους και να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Εφόσον όχι μόνον δεν υποβλήθηκε το περιεχόμενο της συνάντησης αλλά υπήρξε άρνηση της ίδιας της συνάντησης μέσα από σχετική υποβολή της συνηγόρου υπεράσπισης ως ανωτέρω αναφέρεται, και δεν εδόθη καμία εξήγηση για τούτο από την Υπεράσπιση, συνεπάγεται πως δεν υπήρξαν καθαρές θέσεις εξ΄ αρχής από πλευράς Υπεράσπισης και επαναλαμβάνω πως το μέρος της μαρτυρίας του κατηγορούμενου 2 πιο πάνω σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό. Βεβαίως ότι άλλο μπορεί να αναφερθεί με βάση τα πιο πάνω είναι πως σαφώς και προκύπτει γενικότερα αναξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής του κατηγορούμενου 2 και της Υπεράσπισης. Παραπέμπω εν σχέση με τα πιο πάνω στις αποφάσεις Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, Σιακαλλής v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146, R V. Bircham
(1972)Crim LR 430, & Ευσταθίου v. Alpha Bank Ltd, Π.Ε.241/08 ημερ.19/07/12, ως επίσης στο Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των κ.κ.Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, σελ.720-723. Στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας πιο πάνω, αναφέρθηκαν τα εξής: « Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ
- Σημαντική στο θέμα ήταν η προβληθείσα υπεράσπιση περί κακοποίησης του εφεσείοντα. Η θέση αυτή προβλήθηκε όμως για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα στις 18.9.09, ενώ κατά τη συνέχιση της κυρίως εξέτασης του Δαμιανού Χατζηχριστοφή, Μ.Κ.5, στις 27.3.2009, μετά το πέρας της διαδικασίας της δίκης εντός δίκης, η ανακριτική κατάθεση του εφεσείοντα κατατέθηκε ως Τεκμ. 6, χωρίς καμία ένσταση, στη δε συνοπτική αντεξέταση του, ουδέν τέθηκε από την υπεράσπιση. Ορθά επομένως το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο σημείο αυτό ως πλήττον την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής των εφεσειόντων. ...». (β) Σε ότι αφορά δε την αναφερόμενη συνάντηση προσθέτω εδώ ανεξάρτητα των ανωτέρω ότι ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι ο ΜΚ1 όταν επισκέφθηκε το γραφείο του δεν του ανέφερε οτιδήποτε για τις συγκεκριμένες επιταγές (επίδικες). Ο κατηγορούμενος εδώ κατά την κρίση μου δεν είπε την αλήθεια, και εν πάση περιπτώσει η θέση του αυτή δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η συνάντηση έγινε αμέσως μετά την επιστροφή των επιταγών και δεν είναι δυνατόν να αναμένει ο κατηγορούμενος να γίνει πιστευτός ισχυριζόμενος ότι ο ΜΚ1 πήγε στο γραφείο του να συζητήσουν άλλα πράγματα και δεν του ανέφερε οτιδήποτε για τις επιταγές. Ενδεχομένως σημειώνω να συζητήθηκαν και άλλα πράγματα αλλά θεωρώ πως οι επιταγές αποτέλεσαν αντικείμενο της συζήτησης ως ο ΜΚ1 ανέφερε, κάτι που ήταν και το λογικό έχοντας υπόψη την εξέλιξη των πραγμάτων. (γ) Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του ότι δεν γνωρίζει αν έρχονταν και τα προηγούμενα χρόνια επιταγές πίσω και τις κανόνιζαν. Ήταν αρμοδιότητα του οικονομικού διευθυντή ανέφερε. Δεν μπορώ να αποδεχτώ την θέση του αυτή, η οποία έρχεται σε αντίθεση θεωρώ με την μαρτυρία του ΜΚ2 η οποία έγινε πλήρως αποδεκτή. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 υπήρχε όχι καθημερινή μεν επαφή αλλά υπήρχε συχνή επαφή με τον κατηγορούμενο 2, την οποία επιβεβαίωσε υπενθυμίζω σε άλλο σημείο στην κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος
- Οι συζητήσεις τους δε ως ανέφερε πιο συγκεκριμένα ο ΜΚ2, αφορούσαν μεταξύ άλλων την κατάσταση λογαριασμού και τα προβλήματα με την υπέρβαση του ορίου, ενώ κάποιες φορές μίλησαν και για επιταγές. Συνεπώς ήταν καθ' όλα φυσικό και λογικό να ήταν εν γνώσει του το θέμα των επιστρεφόμενων επιταγών και τα προηγούμενα χρόνια, η προσπάθεια του δε να πείσει για το αντίθετο δεν γίνεται αποδεκτή. Και τι ακριβώς εννοεί ο κατηγορούμενος όταν αναφέρει πως δεν γνώριζε γιατί όταν μιλούσε με τον ΜΚ2 ήταν γενικότερα για την κατάσταση λογαριασμού; Οι επιστρεφόμενες επιταγές δεν ήταν μέρος αυτής της κατάστασης λογαριασμού; Σαφώς και ήταν. Εν πάση περιπτώσει επί του σημείου τούτου ο κατηγορούμενος 2 θεωρώ πως δεν είπε την αλήθεια και σε κάθε περίπτωση δεν με έπεισε. (δ) Σε συνέχεια των πιο πάνω δεν μπορώ να αποδεχτώ ούτε την θέση του πως ο οικονομικός διευθυντής ουδέποτε του έδωσε οποιαδήποτε αναφορά για επιστρεφόμενες επιταγές. Θεωρώ την θέση αυτή εντελώς παράλογη. Αν είναι δυνατόν να είναι σε γνώση του το θέμα της κατάστασης του λογαριασμού και των επιστρεφόμενων επιταγών, που αποτελεί συμπέρασμα μου ότι είχε, και ως διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας να μην έρθει σε συνεννόηση με τον οικονομικό του διευθυντή για το θέμα αυτό. Σημειώνω δε εδώ πως το γραφείο του οικονομικού διευθυντή ευρίσκετο στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας, όπου δηλαδή ήταν και το γραφείο του κατηγορούμενου 2, 25 μέτρα μακριά όπως ανέφερε ο ίδιος, ενώ η ύπαρξη επαφής μεταξύ τους επιβεβαιώθηκε και από τον ίδιο. Δεν μπορεί συνεπώς σε καμία περίπτωση να γίνει πιστευτός ο κατηγορούμενος
- Βεβαίως δεν έχει διαφύγει του Δικαστηρίου η θέση του κατηγορούμενου 2 σε άλλο σημείο ότι ο οικονομικός διευθυντής του είχε αναφέρει ότι έρχονταν πίσω κάποιες επιταγές, και μάλιστα είπε ότι το επαναλαμβάνει για 3η φορά (βλ.σελ.2 στενοτυπημένων πρακτικών ημερ.10/06/15). Στην πραγματικότητα όμως η θέση του αυτή, που ουσιαστικά επιβεβαιώνει την κατάληξη του Δικαστηρίου πιο πάνω, όχι μόνον δεν επαναλήφθηκε αλλά ήταν εντελώς στην αντίθετη κατεύθυνση από όσα είχε αναφέρει προηγουμένως. (ε) Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του ο κατηγορούμενος 2 υποστήριξε ότι ουσιαστικά γνώριζε πως έρχονταν πίσω κάποιες επιταγές πριν το τέλος του 2012 και μέχρι που μπήκε η εταιρεία στο ΚΑΠ και γενικότερα γνώριζε πως κάποιες επιταγές επιστρέφονταν, αλλά η πληροφόρηση που είχε από τον οικονομικό διευθυντή ήταν πως ο λογαριασμός λειτουργούσε κανονικά μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2013 και ότι «πάμε καλά». Σε άλλο σημείο όμως προς το τέλος της αντεξέτασης του σε ότι αφορά τις διαβεβαιώσεις του οικονομικού διευθυντή ανέφερε ότι του είπε «Νίκο το παλεύουμε», ενώ πρόσθεσε επίσης ότι η τράπεζα εν σχέση με τη λειτουργία του λογαριασμού του έλεγε πάμε καλά. Κατ' αρχήν αναφέρω έχει μεγάλη διαφορά να του δίνει διαβεβαιώσεις ο οικονομικός διευθυντής ότι όλα βαίνουν καλώς και κανονικά, από το να του λέει ότι το παλεύουν. Διότι άλλο είναι το πάμε καλά και άλλο το προσπαθούμε στην ουσία σκληρά να ανταπεξέλθουμε ή διαφορετικά το προσπαθούμε και επιμένουμε έστω με τις λίγες ελπίδες που έχουμε (βλ. λέξη «παλεύω» στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ.Μπαμπινιώτη, Β' 'Εκδοση). Θεωρώ όμως ότι στα πλαίσια της προσπάθειας του να πείσει ότι ουσιαστικά ότι ίδιος είχε μια συγκεκριμένη εικόνα στο μυαλό του για τον επίδικο λογαριασμό και τις επιστρεφόμενες επιταγές, απομακρύνοντας από πάνω του τη γνώση για τα οποιαδήποτε συγκεκριμένα προβλήματα εν σχέση με αυτά, έχει δώσει τις πιο πάνω αντιφατικές και μη καθαρές θέσεις. Παρεμβάλλω εδώ ότι με βάση τα πιο πάνω δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ούτε η θέση του περί διαβεβαιώσεων του οικονομικού διευθυντή ότι η εταιρεία δεν κινδύνευε να μπει στο ΚΑΠ. Βεβαίως αυτό είναι ένα θέμα που θεωρώ θα έπρεπε να υποβάλει η Υπεράσπιση στους τραπεζικούς που έδωσαν μαρτυρία και τότε το Δικαστήριο θα μπορούσε να αξιολογήσει ανάλογα και την βασιμότητα της θέσης αυτή. Δεν το έπραξε και η εκ του ασφαλούς αναφορά του κατηγορούμενου 2 στην αντεξέταση του για το πιο πάνω δεν με πείθει και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όμως προσθέτω ότι εάν με βάση τα ανωτέρω ο οικονομικός διευθυντής αυτό που έλεγε είναι ότι το παλεύουν, δεν μπορεί την ίδια στιγμή να τον διαβεβαίωνε ότι δεν κινδύνευαν να μπουν στο ΚΑΠ. Περαιτέρω όμως αναφέρω εδώ ότι τα λεγόμενα του περί του ότι η τράπεζα του έλεγε πάμε καλά πρώτη φορά ακούστηκε στην αντεξέταση του. Δεν είχε αναφερθεί ποτέ προηγουμένως στην κυρίως εξέταση του για κάτι τέτοιο και κυρίως δεν υπέβαλε ποτέ η υπεράσπιση στους ΜΚ2 & 3 οτιδήποτε σχετικό για σχολιασμό. Οπότε η θέση του αυτή όχι μόνον δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αλλά δείχνει κατά την κρίση μου τις μη καθαρές θέσεις του κατηγορούμενου 2 και την αναξιοπιστία της εκδοχής του αλλά και της Υπεράσπισης γενικότερα. Εν πάση περιπτώσει από τη μαρτυρία των ΜΚ2 & 3 συνάγεται ότι η τράπεζα μέσω τους δεν ανέφερε ποτέ ότι τα πράγματα πάνε καλά αλλά αντίθετα υπήρχε επικοινωνία και έγινε και συνάντηση τέλος του 2012 με αρχές του 2013 ειδικά για τα προβλήματα του λογαριασμού που προέκυπταν από την υπέρβαση του ορίου του λογαριασμού και τις επιστρεφόμενες επιταγές, με ρητή προειδοποίηση από μέρους της τράπεζας για τον κίνδυνο η εταιρεία να μπει στο ΚΑΠ (στο Κεντρικό Αρχείο της Κεντρικής Τράπεζας δηλαδή για εκδότες ακάλυπτων επιταγών). (στ) Γενικότερα όμως έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν και έχοντας παρακολουθήσει σημειώνω πολύ προσεκτικά τον κατηγορούμενο 2 ενώ κατέθετε όπως επίσης τις απαντήσεις του, διέκρινα καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του και κυρίως της αντεξέτασης του μια προσπάθεια να αποφύγει ότι έχει σχέση με γνώση αναφορικά με θέματα επιστρεφόμενων επιταγών, κάτι που εξ' όσων αντιλήφθηκα προφανώς θεωρούσε ότι βοηθούσε την Υπεράσπιση του. Αυτό έδειξε βέβαια στο Δικαστήριο, με δεδομένες τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ότι τέτοια γνώση αναμφίβολα είχε, πως ο κατηγορούμενος 2 προσπάθησε να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια εν σχέση με συγκεκριμένες πτυχές της υπόθεσης. Στην προσπάθεια του αυτή διαπιστώνω κατέφυγε και σε ψέματα. ΜΥ1-Παναγιώτα Αθανασίου Η μάρτυρας αυτή είναι αδελφή του κατηγορούμενου 2 και το 2013 εργαζόταν ως λογίστρια στην εταιρεία Δημήτρης Σαρρής Λτδ. Σε γενικές γραμμές η μάρτυρας αυτή μου έκανε καλή εντύπωση και αποδέχομαι την μαρτυρία της. Παρά την ύπαρξη της στενής συγγενικής σχέσης με τον κατηγορούμενο 2 εντούτοις δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε στη μαρτυρία της που να δημιουργεί αμφιβολία για την αξιοπιστία της. Έχοντας παρακολουθήσει την μάρτυρα ενώ κατέθεσε και μελετώντας πολύ προσεκτικά την μαρτυρία της, για το Δικαστήριο είναι ξεκάθαρο πως η μάρτυρας κατέθεσε μόνον για πράγματα που η ίδια γνώριζε προσωπικά ως εκ των καθηκόντων της στο λογιστήριο της εταιρείας και δεν έκανε καμία προσπάθεια μέσω για παράδειγμα εικασιών ή αυθαίρετων απόψεων ή με καταφυγή σε ψέματα να βοηθήσει με οποιοδήποτε τρόπο την υπόθεση του κατηγορούμενου
- Κατά την εξέταση της έχει αναφέρει ότι ο υπεύθυνος του λογιστηρίου μέχρι τον Ιούλη του 2013 ήταν ο Στέλιος Ανδρέου και μετά που σταμάτησε ανέλαβε η ίδια μαζί με τον Γιάννη Καλαιτζή. Αναφέρθηκε επίσης στη διαδικασία που ακολουθούσαν για πληρωμή προμηθευτών με επιταγές. Οι οδηγίες για έκδοση επιταγών δίνονταν από τον Στέλιο Ανδρέου και τους έλεγε συγκεκριμένα την εταιρεία, το ποσό και την ημερομηνία που θα συμπληρώσουν στην επιταγή. Στις επίδικες επιταγές αναγνώρισε την υπογραφή του κατηγορούμενου 2 και περαιτέρω την δική της γραφή σε ότι αφορά το όνομα δικαιούχου, ποσό και ημερομηνία και ανέφερε πως τις συμπλήρωσε η ίδια. Ακόμη είπε πως η εταιρεία μπήκε στο ΚΑΠ και σε διαχείριση τον Σεπτέμβρη του
- Μετά την είσοδο στο ΚΑΠ έλαβε οδηγίες να μην εκδοθούν άλλες επιταγές και πράγματι δεν εκδόθηκαν. Μέχρι τότε όμως ανέφερε οι εργασίες της εταιρείας διεξάγονταν κανονικά. Τέλος βλέποντας την κατάσταση λογαριασμού τεκμ.5 αναφέρθηκε σε κάποιες καταθέσεις μετρητών στις 21/3/13 και 2-3/4/13 αντίστοιχα. Στην αντεξέταση αναφέρθηκε σε κάποιες ημερομηνίες από την κατάσταση λογαριασμού οπότε επιστράφηκαν επιταγές. Δεν γνώριζε όμως η ίδια ότι έρχονταν πίσω επιταγές αφού δεν ήταν αυτή που έλεγχε τις καταστάσεις. Δική της δουλειά ήταν τα τιμολόγια και η κατάσταση των προμηθευτών. Έμαθε για τις επιταγές περίπου τέλη Ιουνίου του 2013 που έφυγε ο Στέλιος και της έδειξε την κατάσταση λογαριασμού. Κατηγορούμενοι 1 Ανεξάρτητα του ότι ως αναφέρθηκε πιο πάνω δεν εκπροσωπήθηκαν στη διαδικασία και όπως ήταν φυσικό δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οιανδήποτε δήλωση και δεν παρουσίασαν μάρτυρες υπεράσπισης, αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι οι κατηγορούμενοι αυτοί θα πρέπει να κριθούν ένοχοι. Αντίθετα το Δικαστήριο αναφέρει εδώ ότι δεν μπορεί εκ τούτου να εξάγει συμπέρασμα ενοχής και θεωρεί πως ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση για τους κατηγορούμενους 1 οι ίδιες αρχές που θα εφαρμόζονταν αν εκπροσωπούνταν μεν στη διαδικασία αλλά δεν έθεταν οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε παρουσίαζαν μάρτυρες (βλ. κατ'αναλογία Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Θεμιστοκλέους -v- Αστυνομία
(1981)2 C.L.R. 200, Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου -v- Αστυνομία
(1990)2 ΑΑΔ 250, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω, τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν γίνει και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα:
- Οι παραπονούμενοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομότυπα εγγεγραμμένη και υφιστάμενη σύμφωνα με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας με έδρα τη Λάρνακα και ασχολείται μεταξύ άλλων με την κατασκευή, πώληση και εμπορία αλλαντικών.
- Οι κατηγορούμενοι 1 είναι επίσης εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και τελούν υπό εκκαθάριση από τις 24/03/
- Ο κατηγορούμενος 2 είναι ένας εκ των διευθυντών και μετόχων των κατηγορούμενων 1, ενώ επιπρόσθετα είναι ένας εκ των πέντε εξουσιοδοτημένων προσώπων για να υπογράφουν επιταγές εν σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό με βάση τον οποίο εκδόθηκαν οι επιταγές κατωτέρω.
- Οι κατηγορούμενοι 1 είχαν εμπορικές συναλλαγές και συνεργασία με τους παραπονούμενους, στα πλαίσια δε αυτά οι κατηγορούμενοι 1 έναντι οφειλής τους εξέδωσαν προς τους παραπονούμενους τον Ιανουάριο του 2013, και συγκεκριμένα 31/1/13, δια της υπογραφής του κατηγορούμενου 2 τις επίδικες επιταγές τις οποίες τους παρέδωσαν. Οι επιταγές ήταν η υπ'αρ.05644486 για ποσό €3.205,96 (τεκμ.1) και η υπ'αρ.05644487 για ποσό €1.294,24 (τεκμ.2), αμφότερες ημερομηνίας 31/03/
- Οι δύο επίδικες επιταγές έχουν κατατεθεί προς είσπραξη στην Ελληνική Τράπεζα στις 02/04/13 και αφού παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου επί της οποίας έχουν εκδοθεί, επιστράφηκαν στις 03/04/13 με σχετική σφραγίδα στο σώμα των επιταγών «να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα». Ο λόγος που επιστράφηκαν οι επιταγές ήταν τα ανεπαρκή υπόλοιπα.
- Οι δύο επιταγές πιο πάνω μέχρι και σήμερα παραμένουν απλήρωτες. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και
- Κατηγορούμενοι 1 Κατηγορίες 1 και 3 για την έκδοση των δύο επίδικων επιταγών (τεκμ. 1 & 2) χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε (οι λεπτομέρειες των αδικημάτων έχουν παρατεθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω). Το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154 έχει ως ακολούθως: " Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. " Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Όπως σαφώς προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 έχουν αποδειχθεί. Συνεπώς κρίνω ότι οι κατηγορίες 1 και 3 εναντίον των κατηγορούμενων 1 έχουν αποδειχθεί. Παρεμβάλλω εδώ τα εξής εν σχέση με το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των επιταγών, έχοντας υπόψη την εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων του κατηγορούμενου 2 στην γραπτή τους αγόρευση ότι δεν αποδείχθηκε ο χρόνος της έκδοσης. Οι επίδικες επιταγές συμπληρωμένες με όλα τα στοιχεία τους και υπογραμμένες από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο δηλαδή τον κατηγορούμενο 2, παραδόθηκαν στους παραπονούμενους τον Ιανουάριο του 2013 και συγκεκριμένα 31/1/
- Με βάση αυτά και έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται σχετικά κατωτέρω για την έκδοση και παράδοση επιταγής στο άρθρο 2 του Κεφ.262, θεωρώ πως έχει αποδειχθεί πως οι επιταγές έχουν εκδοθεί δια της παράδοσης τους στις 31/01/
- Το άρθρο 2 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ.262 αναφέρει ότι: «έκδοση» σημαίνει "την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος". «παράδοση» σημαίνει "μεταβίβαση κατοχής, πραγματική ή τεκμαρτή, από ένα πρόσωπο σε άλλο ". Με βάση τα πιο πάνω συνάγεται σαφώς ότι η συμπλήρωση μιας επιταγής δεν συνεπάγεται αυτόματα και έκδοση της. Η έκδοση ολοκληρώνεται με την παράδοση της κατοχής της επιταγής από ένα πρόσωπο σε άλλο, το οποίο καθίσταται κάτοχος της (βλ. επίσης σύγγραμμα Χριστάκη Λουκά, Τραπεζική Επιταγή, Τόμος 1, Κεφάλαιο 6, σελ.200-212). Συνεπώς έχοντας υπόψη όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, μελετώντας όσα αναφέρουν οι συνήγοροι της υπεράσπισης στις σελ.10-11 της αγόρευσης τους και με δεδομένο ότι η εισήγηση τους εδράζεται αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο στα όσα έχουν αναφερθεί στην Π.Ε.150/2009 Militos Trading v. Αθηνάς Μαλέκκου ημερ.15/10/2012, θεωρώ με σεβασμό ότι στην πραγματικότητα η εισήγηση τους δεν αφορά μη απόδειξη του χρόνου έκδοσης, κάτι που έχει αναμφίβολα αποδειχθεί, αλλά του χρόνου υπογραφής από μέρους του κατηγορούμενου 2, κάτι που όμως θα εξεταστεί στο κατάλληλο σημείο κατωτέρω. Έχω αναφερθεί σημειώνω στο θέμα αυτό στα πλαίσια εξέτασης των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 αφού θεωρώ πως τυχόν κατάληξη του Δικαστηρίου πως δεν αποδείχθηκε ο χρόνος έκδοσης, αυτονόητα αυτό θα είχε ενδεχομένως αντίκτυπο και στις κατηγορίες εναντίον των κατηγορούμενων
- Κατηγορούμενος 2 Κατηγορίες 2 και 4 για παροχή συνδρομής και ή υποβοήθηση στην έκδοση δύο επιταγών (τεκμ. 1 & 2) κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε (οι λεπτομέρειες των αδικημάτων έχουν παρατεθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω). Αναφέρεται εξ' αρχής ότι όπως είναι πάγια νομολογημένο η ιδιότητα του διευθυντή εταιρείας την οποία έχει ο κατηγορούμενος 2, δεν σημαίνει οτιδήποτε σε ότι αφορά τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Δεν σημαίνει δηλαδή ότι επειδή είναι διευθυντής είναι και ένοχος χωρίς άλλο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ευρυβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 600) και Π. Παντελή ν. Χ. Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ.7095
(2001)2 Α.Α.Δ. 708). Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ'ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Με βάση τα πιο πάνω συνεπώς το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί η παροχή βοήθειας ή η παρακίνηση του κατηγορούμενου 2 κατά τη διάπραξη των σχετικών αδικημάτων από τους κατηγορούμενους
- Το Δικαστήριο σημειώνεται έχει ήδη αποφασίσει πιο πάνω για τη διάπραξη των αδικημάτων της έκδοσης των δύο επιταγών χωρίς αντίκρισμα από πλευράς των κατηγορούμενων
- Το ζητούμενο βέβαια για να αποφασιστεί το θέμα αυτό είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί η συνδρομή του κατηγορούμενου 2 στην έκδοση των επιταγών και πιο συγκεκριμένα αν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι αυτός τις υπέγραψε. Το θέμα όμως δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση αφού το γεγονός της υπογραφής των επιταγών από τον κατηγορούμενο 2 αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός και συνεπώς αναμφίβολα το στοιχείο της παροχής βοήθειας έχει αποδειχθεί. Έρχομαι συνεπώς αμέσως να εξετάσω κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση έχει αποδειχθεί το δεύτερο στοιχείο με βάση την αναφερθείσα Νομολογία δηλαδή το στοιχείο της ένοχης διάνοιας. Απόλυτα σχετικό με το στοιχείο αυτό σημειώνω είναι το κατά πόσο έχει αποδειχθεί ο χρόνος υπογραφής των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο
- Δεν είναι τυχαίο αναφέρω που και οι δύο πλευρές έχουν αναλώσει σημαντικό μέρος των αγορεύσεων τους στο θέμα αυτό. Στην υπόθεση Παυλόπουλος ανωτέρω αναφέρθηκε (με δική μου υπογράμμιση): «Προχωρούμε τώρα να παρατηρήσουμε πως η συνέργεια επιτελείται κατά το χρόνο της υπογραφής της επιταγής και δεν μπορεί να λεχθεί πως κατά το χρόνο εκείνο ήταν δυνατόν ο εφεσείων να γνώριζε τις ουσιώδεις περιστάσεις της διάπραξης του αδικήματος από την εταιρεία. Το γεγονός ότι πάντοτε φρόντιζε να υπάρχουν κεφάλαια κατατεθειμένα στο λογαριασμό της εταιρείας, από τα οποία να πληρώνονται οι επιταγές και ότι τούτο κατέστη αδύνατο σε κάποιο στάδιο λόγω της κήρυξής του σε πτώχευση, είναι ενδεικτικό πως δεν αποδεικνύεται ότι, κατά την υπογραφή των επιταγών, είχε πρόθεση παροχής βοήθειας σε διάπραξη αδικήματος. Τα θέματα δε της πτώχευσης του και της επακολουθείσασας έλλειψης κεφαλαίων στο λογαριασμό της εταιρείας, είναι θέματα σχετικά με αυτή την πτυχή και όχι, όπως έκρινε ο πρωτόδικος Δικαστής, άσχετα με την απόδειξη ενοχής.» Στην Militos Trading Ltd v. Αθηνάς Μαλέκκου, Ποιν.Εφ.150/09, 15-10-12, αναφέρθηκαν τα εξής: «..Απαιτείται επιπλέον μαρτυρία για το χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα η υπογραφή κάθε επιταγής. Μόνο έτσι είναι δυνατή η αξιολόγηση άλλων γεγονότων και συμπεριφορών για να εξαχθεί η γνώση και η πρόθεση της εφεσίβλητης κατά το χρόνο της εκάστοτε συνέργειας, κατά το χρόνο της εκάστοτε κατ΄ ισχυρισμό αδικοπραγίας..», Και σε άλλο σημείο της ίδιας απόφασης πιο κάτω: «...Ελλείψει μαρτυρίας για το χρόνο υπογραφής των επιταγών, δεν αποδεικνύεται και η πρόθεση της εφεσίβλητης. » Έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά την μαρτυρία αναφέρω πως κατά την κρίση μου ο χρόνος υπογραφής των επιταγών έχει αποδεχθεί. Διότι ο ΜΚ1 ανέφερε ότι όταν τον Γενάρη
(2013)αντιλήφθηκαν ότι το υπόλοιπο του Νοεμβρίου του 2012 δεν πληρώθηκε και ήταν ληξιπρόθεσμο, με δεδομένο ότι υπήρχε πίστωση 60 ημερών συν statement, στην ουσία αποτάθηκαν στους κατηγορούμενους 1 και ο πωλητής των παραπονούμενων είσπραξε τις επίδικες μεταχρονολογημένες επιταγές. Οι επιταγές παραλήφθηκαν τον Γενάρη του 2013 και συγκεκριμένα στις 31/01/13 (βλ. τεκμ.4). Αυτά σε συνάρτηση αναφέρω με την μαρτυρία της ΜΥ1 η οποία ανέφερε πως οι επιταγές συμπληρώνονταν με οδηγίες του οικονομικού διευθυντή και ακολούθως υπογράφονταν, οπότε είναι λογικό οι συγκεκριμένες επίδικες επιταγές να συμπληρώθηκαν και υπογράφηκαν μόλις κατέστη ληξιπρόθεσμο το υπόλοιπο στους παραπονούμενους τον Γενάρη του 2013, οδηγούν το Δικαστήριο στο ασφαλές συμπέρασμα ότι οι επιταγές υπογράφηκαν τον Γενάρη του 2013, ενδεχομένως και στις 31/01/13 ημερομηνία παραλαβής τους (και κατ' επέκταση με βάση όσα αναφέρθηκαν σε άλλο σημείο ανωτέρω έκδοσης τους). Όμως σε κάθε περίπτωση αναφέρω θα μπορούσε να πει κάποιος με βάση τα ανωτέρω και το εξής. Οι επιταγές αυτές δεν θα μπορούσαν λογικά να έχουν εκδοθεί πριν τον Νοέμβριο του 2012 αλλά ούτε και μετά την 31η/01/13. Οπότε όπως και να έχουν τα πράγματα θεωρώ ότι ο χρόνος υπογραφής έχει αποδειχθεί αλλά για σκοπούς της παρούσας απόφασης θα λογίζεται ότι είναι ο Γενάρης του 2013. Με αυτά υπόψη και έχοντας κατά νου τη Νομολογία πιο πάνω, είναι πλέον σαφές ότι το μόνο πράγμα που παραμένει να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος 2 όταν έθετε την υπογραφή του στις επιταγές τον Γενάρη του 2013, γνώριζε τις ουσιώδεις περιστάσεις της διάπραξης των αδικημάτων από την εταιρεία και είχε πρόθεση παροχής βοήθειας σε διάπραξη αδικήματος. Όπως πολύ ορθά παρατηρούν οι συνήγοροι της Υπεράσπισης στην αγόρευση τους το αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154 που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι βασικής πρόθεσης. Παραθέτω πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Κωνσταντίνα Ακκελίδου v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, αναφορικά με την έννοια της πρόθεσης (με δική μου υπογράμμιση): « . Συνίσταται στα εξής: Πρόθεση του δράστη είναι να επιφέρει ό,τι επάγεται η πράξη του (α) όταν το επιθυμεί, ανεξάρτητα από το αν προβλέπει ή όχι ότι πιθανώς να επέλθει• και (β) όταν προβλέπει ότι πιθανώς να επέλθει, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Και βέβαια η πρόθεση δεν συναρτάται με το ελατήριο: Πρόκειται και πάλι για κανόνα του κοινού δικαίου που εξηγείται με λεπτομέρεια στη Hyam v. D.P.P.
(1974)2 All E.R. 41. Βρίσκεται και στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 9 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Εκτός των περιπτώσεων, κατά τις οποίες διαφορετικά προβλέπεται ρητά, το ελατήριο από το οποίο ωθήθηκε ο υπαίτιος στη διενέργεια της πράξης ή της παράλειψης ή στη διαμόρφωση της πρόθεσης από την οποία παρακινήθηκε σε τέτοια πράξη δεν επηρεάζει διόλου την ποινική ευθύνη.» Πρόθεση, για να την εξηγήσουμε με απλά λόγια, σημαίνει ένοχη σκέψη. Δηλαδή, να έχει κατά νου ο δράστης τι θα επιφέρει με την πράξη του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων. Τα εξωτερικά ή αντικειμενικά στοιχεία της περίπτωσης παρέχουν συχνά το έρεισμα της κατάληξης ως προς την πρόθεση. Δεν προεξοφλούν όμως το αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο περί πρόθεσης να επιφέρει κανείς τις φυσιολογικές επιπτώσεις των πράξεων του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, στη βάση της μαρτυρίας, ότι έτσι σκεφτόταν ο ίδιος ο δράστης. Όχι ότι έτσι θα σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος αν ήταν στη θέση του δράστη. Η πρόσφατη απόφαση της Δικαστικής Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην R. v. G and Another
(2003)4 All ER 765, σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο στην περίπτωση αλόγιστης συμπεριφοράς, παρέχει ισχυρή επιβεβαίωση αυτής της επισήμανσης. Υπήρξε λοιπόν πρωτοδίκως εσφαλμένη αυτοκαθοδήγηση ως προς την υποκειμενική υπόσταση αφού το Δικαστήριο εξέτασε την περίπτωση αποκλειστικά «μέσα από μια αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων». » Επίσης παραπέμπω στην Αθανασίου v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ.
- Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και έγινε αποδεκτή καταδεικνύει μεταξύ άλλων ότι: (α) Ο κατηγορούμενος 2 είχε ενεργή εμπλοκή στα οικονομικά της εταιρείας. Αυτό διαφαίνεται από την μαρτυρία γενικότερα αλλά και πιο συγκεκριμένα από τα εξής. Ο ΜΚ1 ανέφερε πως μετά από πολλές προσπάθειες έκλεισε συνάντηση με το υπεύθυνο άτομο για τις αγοραπωλησίες των κατηγορούμενων 1 που ήταν ο κατηγορούμενος 2, ενώ μέσα από τη συζήτηση που είχαν προκύπτει σαφώς ότι ο κατηγορούμενος 2 μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο και με τα λεγόμενα του έδειξε ότι ήταν ακριβώς το πρόσωπο που χειριζόταν τα πράγματα εκ μέρους της εταιρείας. Ο ΜΚ2 μιλούσε σε διάφορες περιπτώσεις μαζί του για την κατάσταση του λογαριασμού και τα προβλήματα στο λογαριασμό και ο κατηγορούμενος 2 προσπαθούσε να εξηγήσει πως θα τακτοποιούσε την υπέρβαση. Ο ΜΚ3 παρά την ύπαρξη και άλλων διευθυντών στην εταιρεία είναι με τον κατηγορούμενο 2 που συναντήθηκε για να συζητήσουν τα προβλήματα της εταιρείας και τις υπερβάσεις του επίδικου λογαριασμού, όπως επίσης πιθανές λύσεις. Είναι δε ο κατηγορούμενος 2 που στη συνάντηση αυτή αναφέρθηκε στις διευθετήσεις που είχαν υπόψη να κάνουν. (β) Ο κατηγορούμενος 2 είχε συνεχή γνώση περί της κατάστασης του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού και των προβλημάτων του, με τη συνεχή υπέρβαση του εγκεκριμένου ορίου και τις επιστρεφόμενες επιταγές. (γ) Το πρόβλημα με τις επιστρεφόμενες επιταγές γνώριζε ο κατηγορούμενος 2 ότι ήταν σοβαρό. Αφενός γιατί κατά την συνάντηση με τον ΜΚ3 όχι μόνον έγινε αναφορά στα προβλήματα με τις επιστρεφόμενες/απλήρωτες επιταγές αλλά επισημάνθηκε ο κίνδυνος η εταιρεία να μπει στο ΚΑΠ και ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι θα προσπαθούσαν να κάνουν κάποιες διευθετήσεις με τους προμηθευτές/πιστωτές για να μετατεθούν οι καταθέσεις κάποιων επιταγών. Περαιτέρω όμως και επειδή απλή ανάγνωση της κατάστασης λογαριασμού, την οποία όπως αναφέρθηκε γνώριζε, επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Εκ του περισσού ενδεχομένως αλλά αναφέρεται ότι δεκάδες επιστρεφόμενες επιταγές λόγω ανεπαρκών υπολοίπων υπήρχαν τόσο τον Γενάρη του 2013, οπότε υπέγραψε τις επίδικες επιταγές, όπως επίσης τους αμέσως προηγούμενους μήνες αλλά και τους επόμενους μέχρι που κατέστησαν πληρωτέες οι επίδικες επιταγές. (δ) Ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι όταν το υπόλοιπο στο λογαριασμό υπερβεί το όριο η τράπεζα δεν πληρώνει τις επιταγές, και ότι η τράπεζα πλήρωνε κάποιες επιταγές όταν ήταν σε υπέρβαση γιατί οι κατηγορούμενοι κατέθεταν το ισόποσο και τις κάλυπταν. (ε) Δεν προκύπτει από πουθενά ότι ο κατηγορούμενος 2 όταν υπέγραφε τις επιταγές είχε οτιδήποτε υπόψη του που να του δημιουργούσε εύλογα την πεποίθηση ότι οι επιταγές που υπογράφει θα πληρώνονταν με βεβαιότητα και συνέβηκε κάτι στο μεσοδιάστημα μέχρι την πληρωμή τους που ανέτρεψε τα δεδομένα. Η πορεία των πραγμάτων όταν υπέγραφε τις επιταγές είχε όπως και τους προηγούμενους μήνες, με τα ίδια πιο πάνω προβλήματα και τις ίδιες υποχρεώσεις προφανώς της εταιρείας σε πάγιες εντολές όπως τα ενοίκια και τις δόσεις δανείων που αναφέρθηκαν. Επίσης ήταν εν γνώσει του η χρέωση των τόκων στο λογαριασμό κάθε 3 μήνες, όπως και ότι επιταγές υπόγραφαν και άλλοι διευθυντές της εταιρείας ή ότι ο ΜΚ3 αποφάσιζε καθημερινά σε συνεννόηση με τον οικονομικό του διευθυντή αν θα περάσουν και ποιες επιταγές ανάλογα. Μάλιστα αξίζει εδώ να σημειωθεί και το εξής σχετικό. Όταν ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε στον ΜΚ1 κατά την συνάντηση που είχαν αμέσως μετά την επιστροφή των επιταγών ότι «.τα λεφτά έχει καιρό που έλειψαν, προσπαθώ να επιβιώσω με διάφορους τρόπους.», δείχνει την γνώση του περί των γενικότερων προβλημάτων ρευστότητας της εταιρείας και της αδυναμίας μέχρι και τη συνάντηση να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και κυρίως με αυτές των επιστρεφόμενων επιταγών. H γνώση του δε για το θέμα υπήρχε από προηγουμένως και προφανώς από πριν την παράδοση των προιόντων για τα οποία εκδόθηκαν οι επιταγές, κάτι που επιμαρτυρεί η παράλειψη του να δώσει απάντηση επί της ουσίας της ερώτησης του ΜΚ1 που ακολούθησε και συγκεκριμένα γιατί δεν τους είπε από την αρχή, πριν του παραδώσουν τα προιόντα, περί των προβλημάτων ρευστότητας. Επίσης θα πρόσθετα εδώ ότι η αδυναμία τους να πληρώσουν τις επίδικες επιταγές που αφορούν ένα σχετικά μικρό ποσό, εάν ληφθεί υπόψη το μέγεθος της εταιρείας, δείχνει και το μέγεθος του προβλήματος αυτού. Εν κατακλείδι με βάση όλα τα πιο πάνω προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι όταν ο κατηγορούμενος 2 υπέγραφε τις επίδικες επιταγές γνώριζε και αποδέχτηκε ότι η επιστροφή των επιταγών ήταν λογικά η αναμενόμενη εξέλιξη των πραγμάτων με βάση τα δεδομένα που ο ίδιος γνώριζε και είχε ενώπιον του, όπως ακριβώς έγινε και με άλλες πολλές επιταγές πριν από τις επίδικες. Σε κάθε περίπτωση όμως στο μυαλό του όταν υπέγραφε τις επιταγές το ενδεχόμενο οι επιταγές αυτές να μην τιμηθούν κατά την μελλοντική παρουσίασή τους για εξαργύρωση ήταν προβλεπτό. Είναι δε με βάση την αναφερθείσα Νομολογία αδιάφορο κατά πόσον ο ίδιος επιθυμούσε την εξέλιξη αυτή ή όχι. Συνεπώς λέγοντας αυτά αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου πως έχει αποδειχθεί και το στοιχείο της ένοχης διάνοιας. Πριν ολοκληρώσω να αναφέρω εδώ ότι δεν έχουν διαφύγει του Δικαστηρίου όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του κατηγορούμενου 2 αναφέρουν στην αγόρευση τους, πλην όμως θεωρώ πως αυτά δεν αναιρούν την κατάληξη του Δικαστηρίου ούτε και δημιουργούν αμφιβολίες στο Δικαστήριο για το ζητούμενο, όπως είναι η εισήγηση τους. ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες τις κατηγορίες εναντίον των κατηγορούμενων 1 και
- Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 1 κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες 1 & 3, ενώ ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2 &
- Τα έξοδα θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζονται υπέρ των παραπονούμενων και εναντίον των κατηγορούμενων 1 & 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δεν είναι δίκαιο θεωρώ όμως οι κατηγορούμενοι να επιβαρυνθούν τα έξοδα εξ' ημισείας. Αυτό γιατί οι κατηγορούμενοι 1 δεν εκπροσωπήθηκαν στη διαδικασία παρά μόνον στα εντελώς αρχικά στάδια και περαιτέρω από 24/03/14 δηλαδή ένα περίπου χρόνο πριν ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία έχουν τεθεί υπό εκκαθάριση. Η υπόθεση εν σχέση με αυτούς ουσιαστικά οριζόταν έκτοτε για απόδειξη και ακολουθούσε την πορεία της υπόθεσης με τον κατηγορούμενο
- Πλην δε των αρχικών εξόδων, των εξόδων για 2 εμφανίσεις και των εξόδων που δημιουργήθηκαν από την τροποποίηση του τίτλου του κατηγορητηρίου ως εκ της εκκαθάρισης τους, στην πραγματικότητα οι κατηγορούμενοι 1 δεν δημιούργησαν άλλα έξοδα, ενώ σημειώνεται η υπόθεση εναντίον τους θα μπορούσε να ολοκληρωθεί με απόδειξη αρκετά προηγουμένως. Ως εκ τούτου το ποσό που θα εγκριθεί θεωρώ ορθό και δίκαιο να πληρωθεί από τους κατηγορούμενους 1 κατά 1/5 μερίδιο και από τον κατηγορούμενο 2 κατά 4/5 μερίδια και ανάλογη διαταγή εκδίδεται. (Υπ.)............. Μ.Παπαθανασίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Τελική Απόφαση/Έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα/ Άρθρα 20, και 305Α
(1)Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο