← Κύπρος

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Β.Ε. ΛΤΔ ν. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΑΡΡΗΣ ΛΤΔ (Αρ. Εγγρ. ΗΕ 7196) - Υπό Εκκαθάριση μέσω του Χριστάκη Ιακωβίδη ως Παραλήπτη / Διαχειριστή κ.α., Αρ. Υπόθεση

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Β.Ε. ΛΤΔ ν. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΑΡΡΗΣ ΛΤΔ (Αρ. Εγγρ. ΗΕ 7196) - Υπό Εκκαθάριση μέσω του Χριστάκη Ιακωβίδη ως Παραλήπτη / Διαχειριστή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 25844/2013, 28/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 25844/2013 Μεταξύ: ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Β.Ε. ΛΤΔ Κατήγοροι ν.

  1. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΑΡΡΗΣ ΛΤΔ (Αρ. Εγγρ. ΗΕ 7196)
  2. ΝΙΚΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ (Αρ.ταυτ.732882) Κατηγορουμένων ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ / ΑΔΕΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 26/02/15 Αρ. Υπόθεσης: 25844/2013 Μεταξύ: ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Β.Ε. ΛΤΔ Κατήγοροι ν.
  3. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΑΡΡΗΣ ΛΤΔ (Αρ. Εγγρ. ΗΕ 7196) - Υπό Εκκαθάριση μέσω του Χριστάκη Ιακωβίδη ως Παραλήπτη / Διαχειριστή 2.ΝΙΚΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ (Αρ.ταυτ.732882) Κατηγορουμένων -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 28 Αυγούστου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Κάνιας Για τον Κατηγορούμενο 2 : κα. Ε.Κούσιου μαζί με Λ.Χαβιαρά (για να ακούσει απόφαση κα Μαρίλια Ιωάννου) Κατηγορούμενος 2: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατόπιν απόσυρσης της υπόθεσης εναντίον των κατηγορούμενων 1 στις 30/03/15 και απαλλαγής τους από το σύνολο των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν, η υπόθεση συνέχισε μόνον εναντίον του κατηγορούμενου
  4. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει συνολικά εννέα κατηγορίες ως ακολούθως: A. Τις κατηγορίες 2, 4 και 6 για παροχή συνδρομής στην έκδοση τριών επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 2, 4 και 6, ο κατηγορούμενος 2 ουσιαστικά κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του αξιωματούχου και ή διευθυντή και ή υπογραφέα της εταιρείας Δημήτρης Σαρρής Λτδ, κατά ή περί την 01/07/13, 30/07/13 και 30/07/13 αντίστοιχα παρείχε συνδρομή κατά την έκδοση των τριών επίδικων επιταγών (τεκμ.6, 8 & 10) οι οποίες κατά την παρουσίαση τους στην τράπεζα για πληρωμή δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη τους και ή διότι ο λογαριασμός επί του οποίου εκδόθηκαν είχε παγοποιηθεί και παρέμειναν απλήρωτες πέραν των 15 ημερών. B. Τις κατηγορίες 7, 9 και 11 για απάτη κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 300 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών αυτών ο κατηγορούμενος 2 κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στις κατηγορίες 2, 4 και 6 αντίστοιχα, με απάτη και πρόθεση καταδολίευσης παρέδωσε στους παραπονούμενους τις αναφερόμενες τρείς επιταγές που αντιπροσωπεύουν την αξία εμπορευμάτων που παραδόθηκαν από τους παραπονούμενους και παραλήφθηκαν από τον κατηγορούμενο 2 και την πρώην κατηγορούμενη 1 με την προγενέστερη διαβεβαίωση ότι η τράπεζα κατά τρόπο δεδομένο θα τιμούσε τις επιταγές ενώ γνώριζε ότι τούτο δεν ήταν αληθές και ότι δεν διέθεταν επαρκή κεφάλαια προς εξόφληση και ή πληρωμή των εν λόγω επιταγών. Γ. Τις κατηγορίες 8, 10 και 12 για την απόσπαση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών κατόπιν διαβεβαιώσεων που έκαναν διαχρονικά προς τους παραπονούμενους και επιβεβαίωσαν επίσης κατά τη διάρκεια της περιόδου Ιανουαρίου-Αυγούστου του 2013 ότι υπήρχαν δεδομένως επαρκή κεφάλαια στις τράπεζες για την αποπληρωμή των εμπορευμάτων που θα τους προμήθευαν επί μηνιαίας βάσης, απέσπασαν δια ψευδών παραστάσεων εμπορεύματα αξίας €13.783,12, €6.910,23 και €13.080,58.- αντίστοιχα που τους προμήθευσαν οι παραπονούμενοι τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του 2013 και προς τούτο εξέδωσαν μεταχρονολογημένες επιταγές (δηλαδή τις επίδικες) οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων παρά τις διαβεβαιώσεις του κατηγορούμενου 2 και της πρώην κατηγορούμενης 1 ότι οι επιταγές θα εξαργυρώνονταν ενώ τούτο δεν ήταν αληθές και ή γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν τα απαιτούμενα κεφάλαια για την εξαργύρωση τους. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 3 μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ο κατηγορούμενος 2 κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε περαιτέρω ένα μάρτυρα για την Υπεράσπιση του. Έγιναν περαιτέρω παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνολικά 16 τεκμήρια. Τα παραδεκτά γεγονότα ήταν τα εξής:
  2. Η εταιρεία Δημήτρης Σαρρής Λτδ, είναι αυτή που έκδωσε τις επιταγές.
  3. Οι επιταγές εκδόθηκαν προς την Γρηγορίου Β.Ε. Λτδ
  4. Οι επιταγές που έχουν εκδοθεί ως πιο πάνω αναφέρεται είναι οι εξής: (α) Η επιταγή με αρ.07882555 για το ποσό των €13.783,12, με ημερομηνία πληρωμής 30/07/
  5. (β) Η επιταγή με αρ.07882643 για το ποσό των €6.910,23, με ημερομηνία πληρωμής 30/08/
  6. (γ) Η επιταγή με αρ.07882644 για το ποσό των €13.080,58.-, με ημερομηνία πληρωμής 30/08/
  7. Ο υπογραφέας των επιταγών εκ μέρους της εταιρείας ήταν ο κ.Νίκος Αθανασίου, κατηγορούμενος
  8. Ο κατηγορούμενος 2 κατά τον επίδικο χρόνο που αφορούν τις επιταγές, ήταν ο διευθυντής και δικαιούχος υπογραφέας της κατηγορούμενης
  9. Η παραπονούμενη εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στο Έφορο Εταιρειών.
  10. Οι επίδικες επιταγές παραμένουν απλήρωτες μέχρι και σήμερα.
  11. Η επιταγή τεκμ.6 δεν συμπληρώθηκε από τον κατηγορούμενο 2 παρόλο που είναι η υπογραφή του σε αυτήν. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Οι αγορεύσεις βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν τύχει πολύ προσεκτικής μελέτης, δεν κρίνω όμως σκόπιμο να επαναλάβω ότι οι συνήγοροι με αυτές έχουν αναφέρει. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων πιο κάτω όπου και εάν αυτό κριθεί αναγκαίο. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων και των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). ΜΚ1-Κωνσταντίνος Παύλου Εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας απάντησε ευθέως ότι γνώριζε εις τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με βάση τα καθήκοντα του και τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του εν σχέση με τις επίδικες επιταγές και λογαριασμό και οφείλω να πω έκανε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον και το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Κατά την επίδικη περίοδο ήταν στο τμήμα μεγάλων επιχειρήσεων της τράπεζας στη Λάρνακα και γνωρίζει τόσο την εταιρεία Δημήτρης Σαρρής Λτδ όσο και τον κατηγορούμενο 2 μέσω της εργασίας του στην Τράπεζα Κύπρου. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε λεπτομερώς στην παρουσίαση των επίδικων επιταγών και την επιστροφή τους, ενώ με αναφορά στην κατάσταση λογαριασμού που κατέθεσε (τεκμ.2) αναφέρθηκε στα υπόλοιπα σε συγκεκριμένες ημερομηνίες που ερωτήθηκε. Τον επίδικο λογαριασμό χειριζόταν ο ίδιος μαζί με τον διευθυντή της υπηρεσίας του. Επίσης ο μάρτυρας έδωσε την πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό, τα άτομα που υπόγραφαν επιταγές εν σχέση με αυτόν, για το όριο του λογαριασμού και τις προϋποθέσεις πληρωμής επιταγών, και τέλος αναφέρθηκε στις επαφές που είχαν με τον κατηγορούμενο
  12. ΜΚ2-Γρηγόρης Γρηγορίου Είναι ένας εκ των διευθυντών και μετόχων των παραπονούμενων. Ο μάρτυρας αυτός έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Απάντησε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ευθέως, με φυσικότητα και χωρίς δισταγμό. Δεν διαπίστωσα σε καμία περίπτωση προσπάθεια από πλευράς του να αποκρύψει οτιδήποτε, ενώ κρίνω ότι σε καμία περίπτωση δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του μέσα από την αντεξέταση του. Αναφέρθηκε στη συνεργασία τους με την εταιρεία Δημήτρης Σαρρής Λτδ και στις επαφές και συζητήσεις που είχαν τόσο με τον κατηγορούμενο 2 όσο και με τον οικονομικό διευθυντή τους Στέλιο Ανδρέου από τις αρχές του
  13. Σε συνάντηση στις 22/01/13 με τον κατηγορούμενο 2 ένεκα προβλημάτων που δημιουργήθηκαν με τις πληρωμές, τους καθησύχασε ότι έχουν χρήματα και να συνεχίσουν να παραδίδουν εμπορεύματα και η πληρωμή ήταν σίγουρη. Τέλος Μαρτίου αρχές Απριλίου επήλθε συμφωνία με τον κατηγορούμενο 2 και τον Στέλιο Ανδρέου για το ότι μετά το τέλος κάθε μηνός ή αρχές του επόμενου μηνός, θα εκδίδουν κατάσταση λογαριασμού με ημερομηνία την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μηνός και οι κατηγορούμενοι το αργότερο μέχρι την τελευταία εργάσιμη μέρα του επόμενου μήνα θα εκδίδουν και τους παραδίδουν επιταγή πληρωτέα εντός 60 ημερών από την ημερομηνία της κατάστασης λογαριασμού. Ακολούθως όταν η επιταγή εκδιδόταν τους ειδοποιούσε ο Στέλιος Ανδρέου και την παραλάμβαναν. Περαιτέρω ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις παραδώσεις προϊόντων που έγιναν τον Μάιο και Ιούνιο του 2013, δια τις οποίες εξεδόθησαν οι επίδικες επιταγές από τους κατηγορούμενους 1 δια του κατηγορούμενου 2, οι οποίες όμως όταν κατατέθηκαν στην τράπεζα επιστράφηκαν απλήρωτες. Αρχές Αυγούστου του 2013 συναντήθηκαν με τον κατηγορούμενο 2 και τους ανέφερε ότι το πρόβλημα είναι παροδικό και να μην ανησυχούν και θα πληρωθούν οι επιταγές. Θεωρεί ότι λόγω των υποσχέσεων του κατηγορούμενου 2 περί πληρωμής των επιταγών εξαπατήθηκαν και συνέχισαν να προμηθεύουν προϊόντα και τον Ιούλιο του 2013 μέχρι 11/09/13 (τεκμ.11), που ανέρχονται σε €15.515,91 για το οποίο δεν εκδόθηκαν επιταγές και είναι απλήρωτο. Επιπλέον τους προμήθευσαν με προϊόντα για τον Ιούλιο του 2013 μέχρι 31/08/13 (τεκμ.12) που ανέρχονται σε ποσό €11.601,40.- για το οποίο επίσης δεν εκδόθηκαν επιταγές και είναι απλήρωτο. Τέλος ανέφερε ότι εν σχέση με την εταιρεία Δημήτρης Σαρρής Λτδ διατηρούσαν δύο λογαριασμούς και εξήγησε τον λόγο. Κατά την αντεξέταση του αναφέρθηκε εκ νέου στις συναντήσεις που υπήρχαν με τον κατηγορούμενο 2 και γενικότερα, αναφερόμενος δε στη συνάντηση 22/01/13 που έγινε για να λύσουν το πρόβλημα ανέφερε πως ο κατηγορούμενος 2 τους είπε ότι «ναι δεν υπάρχει πρόβλημα» και «ναι, έχω λεφτά, θα σας πληρώνω». Σε κάποιο άλλο σημείο ανέφερε ότι η συνάντηση δεν θυμάται αν έγινε στις 22/01 η συνάντηση ή πέριξ τις 22 αλλά έγινε. Στην προκειμένη περίπτωση όλες οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες και παραλήφθηκαν από τον ΜΚ3 ο οποίος εξέδωσε τις σχετικές αποδείξεις που αποτελούν μέρος των τεκμ.5, 7 και 9 (τελευταία έγγραφα των τεκμηρίων αυτών). Οι αποδείξεις εκδόθηκαν με την παραλαβή την 01/07/13, 30/07/13 και 30/07/13 αντίστοιχα αλλά δεν γνωρίζει πότε μπήκαν οι υπογραφές στις επιταγές. Σε ότι αφορά τα τιμολόγια τεκμ.11 και 12 αρνήθηκε ότι δεν έχουν σχέση με την υπόθεση και ανέφερε ότι για να συνεχίσει να του πουλά εμπορεύματα, αφού στράφηκαν πίσω οι επιταγές, ήταν διότι τον διαβεβαίωνε ότι «συνέχισε, έχω ένα μικρό παροδικό πρόβλημα, θα το λύσω, δεν έχω κανένα πρόβλημα». Επανέλαβε ότι δεν γνωρίζει τον χρόνο υπογραφής των επιταγών αλλά γνωρίζει ότι με βάση τη συμφωνία τους που ανέφερε πιο πάνω, αν για παράδειγμα ο Μάιος ήταν σε εκκρεμότητα, έπαιρναν την κατάσταση με ημερομηνία 31 Μαίου στο λογιστήριο της εταιρείας Σαρρής και του έκδιδε επιταγή στις 30 Ιουνίου με ημερομηνία πληρωμής 30 Ιουλίου. Τέλος, έδωσε την εκδοχή του για τον λόγο που θεωρεί σχετική με την υπόθεση την επιστολή της εταιρείας Σαρρής ημερ. 09/12/10 τεκμ.
  14. ΜΚ3- Δημήτρης Γκαρτζώνης Είναι ο περιφερειακός διευθυντής πωλήσεων των παραπονούμενων από τις 17/08/
  15. Η μαρτυρία του επίσης γίνεται αποδεκτή. Έδωσε μαρτυρία για γεγονότα που ο ίδιος γνωρίζει, και απάντησε ευθέως στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν χωρίς να περιπέσει κρίνω εις οιεσδήποτε αντιφάσεις κατά την αντεξέταση του. Στην κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε στην συνεργασία που είχαν με την εταιρεία Δημήτρης Σαρρής Λτδ και στις επαφές που υπήρχαν με τον κατηγορούμενο 2, τον Στέλιο Ανδρέου και προς το τέλος της συνεργασίας με τον διευθυντή Γιάννη Καλαιτζή. Ακολούθως ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ουσιαστικά την συνάντηση στην οποία αναφέρθηκε ο ΜΚ2 και που έγινε όπως ανέφερε γύρω στις 22/01/13 με τον κατηγορούμενο 2 κατά την οποία τους καθησύχασε όπως ανέφερε ότι έχουν χρήματα και να συνεχίσουν να τους παραδίδουν εμπορεύματα και η πληρωμή είναι σίγουρη. Ακόμη επιβεβαίωσε την συμφωνία που έγινε τέλος Μαρτίου με αρχές Απριλίου του 2013 στην οποία επίσης αναφέρθηκε ο ΜΚ2 για πληρωμή τους με μεταχρονολογημένη επιταγή εντός 60 ημερών από το τέλος εκάστου μηνός. Επίσης αναφέρθηκε σε μια συνάντηση με τον Γιάννη Καλαιτζή στις 28/06/13 και σε υποσχέσεις που έλαβε, ενώ κατέληξε να πει ότι οι παραδόσεις των προϊόντων από τον Μάιο μέχρι 11/09/13 έγιναν κατόπιν διαβεβαιώσεων του κατηγορούμενου 2, του Στέλιου Ανδρέου και του Γιάννη Καλαιτζή ότι η εταιρεία θα πλήρωνε τα τιμολόγια και τις επιταγές. Τέλος να αναφερθεί ότι ο μάρτυρας αναγνώρισε από τα τεκμήρια 5, 7 και 9 τις αποδείξεις που εξέδωσε και φέρουν την υπογραφή του, όταν παρέλαβε τις αναφερόμενες σε αυτές επιταγές (επίδικες) τις οποίες επίσης αναγνώρισε. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι όταν παραλάμβανε τις επιταγές από την εταιρεία τις περισσότερες φορές ήταν συμπληρωμένες αλλά δεν θυμάται για την προκειμένη περίπτωση αν ήταν συμπληρωμένες και υπογραμμένες. Δεν ήταν όμως μπροστά όταν υπογράφηκαν και οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες ως η συμφωνία τους. Κατηγορούμενος 2 Ευθέως αναφέρω ότι δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του, την οποία κρίνω αναξιόπιστη. Έχοντας παρακολουθήσει πολύ προσεκτικά τον συγκεκριμένο μάρτυρα ενώ κατέθετε και μελετώντας την μαρτυρία του κρίνω πως δεν είπε την αλήθεια. Ήταν εν πάση περιπτώσει εμφανής κρίνω η προσπάθεια του να αποκρύψει πράγματα. Αυτό δε σε συνάρτηση με τις αντιφάσεις, τις μη καθαρές και μη λογικές θέσεις που εντοπίζονται στη μαρτυρία του, καθιστούν την μαρτυρία του αναμφίβολα αναξιόπιστη. Πιο συγκεκριμένα: (α) Ήταν βασική του θέση ότι η ασχολία του στην εταιρεία σταματούσε στο εμπορικό κομμάτι που δεν χρειαζόταν να ξέρει οικονομικά, και ότι για τα οικονομικά είχε 8 άλλα άτομα προσοντούχα για τη δουλειά αυτή και ο ίδιος δεν είχε κανένα έλεγχο. Όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος 2 λέγοντας αυτά δεν είπε την αλήθεια αφού είναι προφανές μέσα από την μαρτυρία ότι είχε ενεργό εμπλοκή στα οικονομικά. Κατ' αρχήν με βάση τον ΜΚ1, υπήρχε όχι καθημερινή μεν αλλά συχνή επικοινωνία με τον κατηγορούμενο 2 για τα θέματα του υπολοίπου του λογαριασμού, του ύψους των καταθέσεων και υπέρβασης του ορίου του λογαριασμού. Επίσης με τον κατηγορούμενο 2 μιλούσαν για το πώς αναμένει να εξελιχθούν οι εργασίες της υπεραγοράς, πως αναμένει τις καταθέσεις να είναι το επόμενο διάστημα, το πλάνο της εταιρείας και σε μερικές περιπτώσεις για την κατάσταση του λογαριασμού. Είναι σαφές βέβαια ότι αυτά τα πράγματα δεν μπορεί να τα συζητά κάποιος που δεν εμπλέκεται και δεν έχει κανένα έλεγχο στα οικονομικά, ενώ έχει σημασία εδώ να αναφερθεί σημειώνω ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκαν τα πιο πάνω λεγόμενα του ΜΚ1 από την υπεράσπιση. Περαιτέρω όμως θα πρέπει να αναφερθεί ότι η ενεργός εμπλοκή του κατηγορούμενου 2 στα οικονομικά ενισχύεται και από την μαρτυρία των ΜΚ2 & 3, αφού μίλησαν για επαφές, συναντήσεις και συμφωνίες που είχαν να κάνουν με οικονομικά θέματα και πάντοτε εμπλέκετο εκ μέρους της εταιρείας Δημήτρης Σαρρής Λτδ και ο κατηγορούμενος
  16. Η επιστολή τεκμ.4 σημειώνω ημερ.09/12/10, η οποία υπογράφεται από τον κατηγορούμενο 2, είναι θεωρώ ενισχυτική και επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Θα μπορούσε δε να λεχθεί επίσης ότι κατά τεκμήριο με βάση αυτήν και σε συνάρτηση με την λοιπή μαρτυρία ότι προκύπτει μια συνέχεια στον έλεγχο που είχε ο κατηγορούμενος στα οικονομικά της εταιρείας. (β) Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη, το Δικαστήριο κρίνει επίσης ότι όταν ο κατηγορούμενος 2 είπε ότι δεν γνωρίζει αν υπήρξε πρόβλημα με συγκεκριμένες επιταγές μετά την συνάντηση του Ιανουαρίου του 2013 αλλά και ότι δεν γνώριζε εν σχέση με προβλήματα σε συγκεκριμένες επιταγές τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του 2013, ήταν ένα άλλο σημείο που δεν είπε την αλήθεια. Είχε έλεγχο και ενεργή εμπλοκή στα οικονομικά και δεν υπήρχε περίπτωση να μην γνώριζε αυτά τα πράγματα, όταν μάλιστα επαναλαμβάνω προκύπτει συνεχής εμπλοκή του σε ότι αφορούσε τα θέματα με τους παραπονούμενους. Όμως σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα των ανωτέρω αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος προφανώς έμαθε για τις επιταγές, ακόμη και αν θεωρήσω ότι δεν ήξερε προηγουμένως, στην συνάντηση του Αυγούστου του 2013 και δεν μπορεί να γίνει πιστευτός ο κατηγορούμενος όταν έλεγε ότι στην συνάντηση του Αυγούστου, για την οποία γίνεται και συγκεκριμένη αναφορά κατωτέρω, δεν συζητήθηκε θέμα επιταγών. Η θέση του αυτή εκτός του ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους λόγους που εξηγούνται κατωτέρω, δεν αντέχει κρίνω ούτε τη βάσανο της λογικής. Διότι δεν είναι λογικό να γίνεται συνάντηση τον Αύγουστο και να συζητούνται άλλα θέματα εκτός από θέματα επιταγών όταν αποδεδειγμένα με βάση την αποδεκτή μαρτυρία υπήρξαν προβλήματα με τις επιταγές Μάιου και Ιουνίου, ενώ την ίδια στιγμή οι παραπονούμενοι είχαν στην κατοχή τους ήδη τις 3 επίδικες επιταγές, και μάλιστα η μια επιταγή δηλαδή το τεκμ.6 είχε ήδη επιστραφεί απλήρωτη μία φορά (31/07/13) λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Είναι σαφές και λογικό πως οι παραπονούμενοι κατά τη συνάντηση ανησυχούσαν για το θέμα της πληρωμής τους και κατ' επέκταση για την εξαργύρωση των επιταγών. Συνεπώς στην εν λόγω συνάντηση ενδεχομένως να συζητήθηκαν και άλλα θέματα, αλλά είναι σαφές ότι το θέμα των επιταγών αποτέλεσε αντικείμενο της συνάντησης αυτής. (γ) Ο μάρτυρας ανέφερε προς το τέλος της αντεξέτασης του ότι δεν είχε οποιαδήποτε ενημέρωση για το ότι οι επιταγές θα πληρώνονταν μόνον εάν ήταν εντός του εγκριμένου ορίου. Δεν μπορώ να αποδεχτώ την θέση του αυτή, η οποία έρχεται σε αντίθεση θεωρώ με την μαρτυρία του ΜΚ1 η οποία έγινε πλήρως αποδεκτή. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 υπήρχε όπως αναφέρθηκε και σε άλλο σημείο συχνή επαφή με τον κατηγορούμενο 2, την οποία επιβεβαίωσε υπενθυμίζω σε άλλο σημείο στην κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος
  17. Οι συζητήσεις τους δε ως ανέφερε πιο συγκεκριμένα ο ΜΚ1, αφορούσαν μεταξύ άλλων την κατάσταση λογαριασμού, κυρίως όταν υπήρχε υπέρβαση του ορίου. Συνεπώς ήταν καθ' όλα φυσικό και λογικό να τεθεί και το θέμα πιο πάνω, αντίθετη θέση δε θεωρώ πως είναι παράλογη. Εν πάση περιπτώσει επί του σημείου τούτου ο κατηγορούμενος γενικότερα δεν με έπεισε και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. (δ) Ο μάρτυρας ανέφερε ότι στην συνάντηση του Ιανουαρίου του 2013 ήταν παρών και ο Ηλίας Καλαιτζής. Δεν αποδέχομαι όμως τη θέση του αυτή, η οποία ακούστηκε για πρώτη φορά στη μαρτυρία του. Παρόλο δε που είχε την ευκαιρία να αντεξετάσει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής εντούτοις γεγονός είναι πως ουδέποτε ετέθη στους ΜΚ2 & 3 προκειμένου να τους δοθεί η ευκαιρία να σχολιάσουν και έλλειψη δικαιολογίας για τούτο, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε σε κάθε περίπτωση να κάνει αποδεκτό το μέρος αυτό της μαρτυρίας του. (ε) Για τον ίδιο λόγο πιο πάνω έχω προβληματιστεί για την συνάντηση του Αυγούστου του
  18. Η συνάντηση αυτή αποδέχομαι ότι έγινε, έχω όμως καταλήξει ότι δεν μπορώ να αποδεχτώ τη θέση του κατηγορούμενου 2 για την εξέλιξη που είχε με την απαίτηση από τον ΜΚ2 κατά παράβαση της συμφωνίας τους προσωπικών εγγυήσεων από τους διευθυντές της εταιρείας Σαρρής, τον εκβιασμό και απειλές για λήψη νομικών μέτρων, ως επίσης για το ότι τα πνεύματα οξύνθηκαν και ο κατηγορούμενος 2 έβαλε τα κλάματα με αποτέλεσμα η συνάντηση να σταματήσει εκεί. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε στον ΜΚ2 για σχολιασμό και δεν μπορώ να αποδεχτώ το μέρος αυτό της μαρτυρίας του. Θα ανέμενα εφόσον έτσι είχαν τα πράγματα ως δηλαδή ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε, να τεθεί το περιεχόμενο της συνάντησης και η περιγραφόμενη εξέλιξη στον ΜΚ2 για σχολιασμό, ώστε το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τις θέσεις και των δύο πλευρών να μπορεί να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Εφόσον δεν υποβλήθηκαν αυτά τα πράγματα και δεν υπήρξε καθαρή θέση εξ΄ αρχής από πλευράς Υπεράσπισης το μέρος της μαρτυρίας του πιο πάνω επαναλαμβάνω σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό. Βεβαίως ότι άλλο μπορεί να αναφερθεί με βάση τα πιο πάνω είναι πως σαφώς και προκύπτει γενικότερα αναξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής του κατηγορούμενου 2 και της Υπεράσπισης (Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, Σιακαλλής v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146, R V. Bircham
(1972)Crim LR 430, Ευσταθίου v. Alpha Bank Ltd, Π.Ε.241/08 ημερ.19/07/12, Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των κ.κ.Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, σελ.720-723). (στ) Γενικότερα όμως έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν και έχοντας παρακολουθήσει σημειώνω πολύ προσεκτικά τον κατηγορούμενο 2 ενώ κατέθετε όπως επίσης τις απαντήσεις του, διέκρινα καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του και κυρίως της αντεξέτασης του μια προσπάθεια να αποφύγει ότι έχει σχέση με γνώση αναφορικά με οικονομικά θέματα ή θέματα επιστρεφόμενων επιταγών, κάτι που εξ' όσων αντιλήφθηκα προφανώς θεωρούσε ότι βοηθούσε την Υπεράσπιση του. Αυτό έδειξε βέβαια στο Δικαστήριο, με δεδομένες τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ότι τέτοια γνώση αναμφίβολα είχε, πως ο κατηγορούμενος 2 προσπάθησε να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια εν σχέση με συγκεκριμένες πτυχές της υπόθεσης. Στην προσπάθεια του αυτή διαπιστώνω κατέφυγε και σε ψέματα. ΜΥ1-Παναγιώτα Αθανασίου Η μάρτυρας αυτή η οποία το 2013 εργαζόταν ως λογίστρια στην εταιρεία Δημήτρης Σαρρής Λτδ δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση και απορρίπτω τη μαρτυρία της ως αναξιόπιστη. Κατ' αρχήν ήταν διστακτική και αμήχανη σε κάποιες περιπτώσεις και αυτό διαφάνηκε από το γεγονός ότι καθυστερούσε να απαντήσει σε απλές και ξεκάθαρες ερωτήσεις. Έπειτα όμως και επειδή διέκρινα ξεκάθαρη προσπάθεια από μέρους της να αποκρύψει πράγματα με απώτερο στόχο φρονώ να βοηθήσει τον αδελφό της, κατηγορούμενο
  1. Αυτό διαφάνηκε τόσο από το γεγονός ότι σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις το Δικαστήριο αναγκάστηκε να παρέμβει για να μην κοιτάζει προς την δικηγόρο του κατηγορούμενου 2 την οποία κοίταζε επίμονα προσπαθώντας να εκμαιεύσει αντιλήφθηκε το Δικαστήριο απάντηση σε ερωτήσεις περί της γνώσης του κατηγορούμενου 2 για το ΚΑΠ με βάση επιστολές που εστάλησαν, όσο και από τις ίδιες τις απαντήσεις της που δεν αντέχουν στη βάσανο της λογικής και τελικά δεν πείθουν. Συγκεκριμένα έχει αναφέρει ότι δεν ενημέρωσε τον κατηγορούμενο 2 όταν έλαβε την επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας που αναφέρεται στο τεκμ.
  2. Η επιστολή σύμφωνα με την ίδια ελήφθη 2-3 μέρες πριν την επιστολή τεκμ.16 που ήταν 6/9/13 και την είχε στο γραφείο της χωρίς να ενημερώσει για τούτο τον κατηγορούμενο
  3. Επίσης όταν ερωτάται γιατί δεν τον ενημέρωσε ανέφερε γενικά και αόριστα ότι ανέμενε άλλο ένα χαρτί, ενώ στην αμέσως επόμενη ερώτηση ότι η επιστολή αυτή δεν έλεγε ξεκάθαρα ότι όδευαν προς ΚΑΠ. Όταν της διαβάστηκε όμως το τεκμ.16 απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Εν πάση περιπτώσει όσα ανέφερε η μάρτυρας πιο πάνω δεν γίνονται αποδεκτά, διότι εκτός από τις ξεκάθαρες υπεκφυγές της με γενικές και αόριστες θέσεις που δεν πείθουν, αφενός η επιστολή την οποία διάβασε μιλούσε ξεκάθαρα για την καταχώρηση τους στο ΚΑΠ και άρα γνώριζε ότι ήταν επίσημο πλέον αυτό που η ίδια προηγουμένως με βάση τη μαρτυρία της είχε μάθει ανεπίσημα και αφετέρου δεν είναι λογικό να μαθαίνει ανεπίσημα από την τράπεζα για το ότι όδευαν προς ΚΑΠ τέλος Αυγούστου, να παθαίνει πανικό όπως δήλωσε και να κρίνει σκόπιμο να ενημερώσει αμέσως τον κατηγορούμενο 2 και τους διευθυντές της εταιρείας για να συγκαλέσουν συνέλευση ενώ όταν έρχεται επίσημη επιστολή από την Κεντρική Τράπεζα να την αφήνει στο γραφείο της σαν να μην συμβαίνει τίποτε και να μην ενημερώνει κανένα. Βεβαίως ακολούθως και όταν προφανώς αντιλαμβάνεται το παράλογο της προηγούμενης της θέσης, αναφέρει ότι ενημέρωσε τον Γιάννη Καλαιτζή, αλλά σε κάθε περίπτωση ήταν προφανές ότι πρόθεση της μάρτυρος ήταν να αποκρύψει την αλήθεια. Έχω προβληματιστεί σημειώνω για τις συνέπειες των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω σε ότι αφορά την υπόλοιπη μαρτυρία της συγκεκριμένης μάρτυρος. Από τη στιγμή όμως σημειώνω που η μάρτυρας ήρθε στο Δικαστήριο και απέκρυψε την αλήθεια για τα πιο πάνω έχοντας πρόθεση να βοηθήσει τον κατηγορούμενο 2, η μαρτυρία της θεωρώ έχει εμποτιστεί με τέτοια στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να μην είναι διατεθειμένο να αποδεχτεί μέρος της μαρτυρίας της. Με βάση τα στοιχεία που εντοπίζονται δηλαδή η μαρτυρία της στο σύνολο της τίθεται σε αμφιβολία σε βαθμό που να μην μπορεί να γίνει αποδεκτό έστω κάποιο μέρος της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω, τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν γίνει και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα:
  4. Οι παραπονούμενοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών.
  5. Στα πλαίσια της συνεργασίας τους η εταιρεία Δημήτρης Σαρρής Λτδ, εξέδωσε προς τους παραπονούμενους, δια της υπογραφής του κατηγορούμενου 2, τις κάτωθι επιταγές για προϊόντα που της παρέδωσαν: (α) επιταγή με αρ.07882555 για το ποσό των €13.783,12, εξεδόθη την 01/07/13, μεταχρονολογημένη, με ημερομηνία πληρωμής 30/07/13 (τεκμ.6). (β) επιταγή με αρ.07882643 για το ποσό των €6.910,23, εξεδόθη στις 30/07/13, μεταχρονολογημένη, με ημερομηνία πληρωμής 30/08/13 (τεκμ.8). (γ) επιταγή με αρ.07882644 για το ποσό των €13.080,58.-, εξεδόθη στις 30/07/13, μεταχρονολογημένη, με ημερομηνία πληρωμής 30/08/13 (τεκμ.10).
  6. Ο κατηγορούμενος 2 κατά τον επίδικο χρόνο που αφορούν τις επιταγές, ήταν ο διευθυντής και δικαιούχος υπογραφέας της εταιρείας Δημήτρης Σαρρής Λτδ. Υπήρχαν σημειώνεται επιπλέον 4 πρόσωπα που ήταν εξουσιοδοτημένα να υπογράφουν επιταγές της εταιρείας.
  7. Οι εν λόγω επιταγές κατατέθηκαν προς εξαργύρωση στην Τράπεζα Κύπρου επί της οποίας εκδόθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες. Πιο συγκεκριμένα: (α) η επιταγή με αρ.07882555 (τεκμ.6) παρουσιάστηκε στις 30/07/13 και επιστράφηκε απλήρωτη λόγω ανεπαρκούς υπολοίπου στις 31/07/
  8. Παρουσιάστηκε ξανά στις 13/09/13 και επιστράφηκε εκ νέου στις 16/09/13 λόγω καταχώρησης του λογαριασμού στο ΚΑΠ, αλλά και επειδή δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στο λογαριασμό για να πληρωθεί. (β) η επιταγή με αρ.07882643 (τεκμ.8) παρουσιάστηκε στις 30/08/13 και επιστράφηκε απλήρωτη λόγω ανεπαρκούς υπολοίπου στις 02/09/
  9. Παρουσιάστηκε ξανά στις 13/09/13 και επιστράφηκε εκ νέου στις 16/09/13 λόγω καταχώρησης του λογαριασμού στο ΚΑΠ, αλλά και επειδή δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στο λογαριασμό για να πληρωθεί. (γ) η επιταγή με αρ.07882644 (τεκμ.10) παρουσιάστηκε στις 30/08/13 και επιστράφηκε απλήρωτη λόγω ανεπαρκούς υπολοίπου στις 02/09/
  10. Παρουσιάστηκε ξανά στις 13/09/13 και επιστράφηκε εκ νέου στις 16/09/13 λόγω καταχώρησης του λογαριασμού στο ΚΑΠ, αλλά και επειδή δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στο λογαριασμό για να πληρωθεί.
  11. Μετά την επιστροφή τους οι επιταγές δεν πληρώθηκαν και παραμένουν απλήρωτες μέχρι και σήμερα.
  12. Η επιταγή τεκμ.6 δεν συμπληρώθηκε από τον κατηγορούμενο 2 παρόλο που είναι η υπογραφή του σε αυτήν.
  13. Ο επίδικος τραπεζικός λογαριασμός της εταιρείας Δημήτρης Σαρρής Λτδ καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ και παγοποιήθηκε στις 06/09/
  14. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος
  15. Α. Κατηγορίες 2, 4 και 6 για παροχή συνδρομής στην έκδοση τριών επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε (οι λεπτομέρειες των αδικημάτων έχουν παρατεθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω). Το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154 έχει ως ακολούθως: " Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. " Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Στην προκειμένη περίπτωση όπως έχει αναφερθεί ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται υπό την ιδιότητα του διευθυντή / αξιωματούχου της εταιρείας Δημήτρης Σαρρής Λτδ, ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα πιο πάνω. Η ιδιότητα του διευθυντή εταιρείας βέβαια από μόνη της δεν σημαίνει οτιδήποτε σε ότι αφορά τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Δεν σημαίνει δηλαδή ότι επειδή είναι διευθυντής είναι και ένοχος χωρίς άλλο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ευρυβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 600) και Π. Παντελή ν. Χ. Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ.7095
(2001)2 Α.Α.Δ. 708). Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ'ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Επίσης αναφέρω εδώ ότι όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus) (Halsbury's, of England, fourth edition, reissue, vol.11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Παραθέτω πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Ακκελίδου πιο πάνω, αναφορικά με την έννοια της πρόθεσης (με δική μου υπογράμμιση): « . Συνίσταται στα εξής: Πρόθεση του δράστη είναι να επιφέρει ό,τι επάγεται η πράξη του (α) όταν το επιθυμεί, ανεξάρτητα από το αν προβλέπει ή όχι ότι πιθανώς να επέλθει• και (β) όταν προβλέπει ότι πιθανώς να επέλθει, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Και βέβαια η πρόθεση δεν συναρτάται με το ελατήριο: Πρόκειται και πάλι για κανόνα του κοινού δικαίου που εξηγείται με λεπτομέρεια στη Hyam v. D.P.P.
(1974)2 All E.R. 41. Βρίσκεται και στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 9 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Εκτός των περιπτώσεων, κατά τις οποίες διαφορετικά προβλέπεται ρητά, το ελατήριο από το οποίο ωθήθηκε ο υπαίτιος στη διενέργεια της πράξης ή της παράλειψης ή στη διαμόρφωση της πρόθεσης από την οποία παρακινήθηκε σε τέτοια πράξη δεν επηρεάζει διόλου την ποινική ευθύνη.» Πρόθεση, για να την εξηγήσουμε με απλά λόγια, σημαίνει ένοχη σκέψη. Δηλαδή, να έχει κατά νου ο δράστης τι θα επιφέρει με την πράξη του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων. Τα εξωτερικά ή αντικειμενικά στοιχεία της περίπτωσης παρέχουν συχνά το έρεισμα της κατάληξης ως προς την πρόθεση. Δεν προεξοφλούν όμως το αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο περί πρόθεσης να επιφέρει κανείς τις φυσιολογικές επιπτώσεις των πράξεων του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, στη βάση της μαρτυρίας, ότι έτσι σκεφτόταν ο ίδιος ο δράστης. Όχι ότι έτσι θα σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος αν ήταν στη θέση του δράστη. Η πρόσφατη απόφαση της Δικαστικής Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην R. v. G and Another
(2003)4 All ER 765, σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο στην περίπτωση αλόγιστης συμπεριφοράς, παρέχει ισχυρή επιβεβαίωση αυτής της επισήμανσης. Υπήρξε λοιπόν πρωτοδίκως εσφαλμένη αυτοκαθοδήγηση ως προς την υποκειμενική υπόσταση αφού το Δικαστήριο εξέτασε την περίπτωση αποκλειστικά «μέσα από μια αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων». » Λέγοντας αυτά και έχοντας καθορίσει ουσιαστικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί το Δικαστήριο για εξέταση του θέματος της απόδειξης των κατηγοριών πιο πάνω εναντίον του κατηγορούμενου 2, έχοντας υπόψη βέβαια την μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, αναφέρεται κατ' αρχήν ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η εταιρεία Δημήτρης Σαρρής εξέδωσε τις 3 επίδικες επιταγές, οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα δεν πληρώθηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων αλλά και επειδή τελικά ο λογαριασμός της εταιρείας παγοποιήθηκε, ενώ οι επιταγές δεν πληρώθηκαν και παρήλθαν από την παρουσίαση τους πέραν των 15 ημερών. Οι επιταγές δε εκδόθηκαν η μεν επιταγή τεκμ.6 την 01/07/13 ενώ οι επιταγές τεκμ.8 & 10 στις 30/07/13, οπότε δηλαδή παραδόθηκαν στους παραπονούμενους (βλ. τεκμ.5, 7 και 9). Παρεμβάλλω εδώ τα εξής εν σχέση με το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των επιταγών, έχοντας υπόψη την εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων του κατηγορούμενου 2 στην γραπτή τους αγόρευση ότι δεν αποδείχθηκε ο χρόνος της έκδοσης. Οι επίδικες επιταγές συμπληρωμένες με όλα τα στοιχεία τους και υπογραμμένες από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο δηλαδή τον κατηγορούμενο 2, παραδόθηκαν στους παραπονούμενους ως αναφέρθηκε ανωτέρω την 01/07/13 η επιταγή τεκμ.6 και στις 30/07/13 οι άλλες δύο επιταγές δηλαδή τα τεκμήρια 8 &
  1. Με βάση αυτά και έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται σχετικά κατωτέρω για την έκδοση και παράδοση επιταγής στο άρθρο 2 του Κεφ.262, δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι ο χρόνος έκδοσης των επιταγών έχει αποδειχθεί και αυτός είναι ως αναφέρθηκε πιο πάνω. Το άρθρο 2 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ.262 αναφέρει ότι: «έκδοση» σημαίνει "την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος". «παράδοση» σημαίνει "μεταβίβαση κατοχής, πραγματική ή τεκμαρτή, από ένα πρόσωπο σε άλλο ". Με βάση τα πιο πάνω συνάγεται σαφώς ότι η συμπλήρωση μιας επιταγής δεν συνεπάγεται αυτόματα και έκδοση της. Η έκδοση ολοκληρώνεται με την παράδοση της κατοχής της επιταγής από ένα πρόσωπο σε άλλο, το οποίο καθίσταται κάτοχος της (βλ. επίσης σύγγραμμα Χριστάκη Λουκά, Τραπεζική Επιταγή, Τόμος 1, Κεφάλαιο 6, σελ.200-212). Συνεπώς έχοντας υπόψη όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, μελετώντας όσα αναφέρουν οι συνήγοροι της υπεράσπισης στις σελ.15-16 της αγόρευσης τους και με δεδομένο ότι η εισήγηση τους εδράζεται αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο στα όσα έχουν αναφερθεί στην Π.Ε.150/2009 Militos Trading v. Αθηνάς Μαλέκκου ημερ.15/10/2012, θεωρώ με σεβασμό ότι στην πραγματικότητα η εισήγηση τους δεν αφορά μη απόδειξη του χρόνου έκδοσης, κάτι που έχει αναμφίβολα αποδειχθεί, αλλά του χρόνου υπογραφής από μέρους του κατηγορούμενου
  2. Δεν είναι τυχαία βέβαια η εισήγηση των συνηγόρων της υπεράσπισης περί μη απόδειξης του χρόνου υπογραφής. Αναμφίβολα με βάση τις υποθέσεις Παυλόπουλος και Μαλέκκου πιο πάνω ο χρόνος υπογραφής είναι στοιχείο καθοριστικό για την απόδειξη κατηγορίας εναντίον συνεργού σε υπόθεση επιταγών αφού η συνέργεια επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής και ελλείψει μαρτυρίας για το χρόνο υπογραφής, δεν δύναται να αποδειχθεί η πρόθεση. Όμως ευθέως αναφέρω πως έχοντας υπόψη την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή και συγκεκριμένα την μαρτυρία των ΜΚ2 & 3 ο χρόνος υπογραφής έχει αποδειχθεί χωρίς καμία αμφιβολία. Η συμφωνία που ίσχυε ήταν πληρωμή τους με μεταχρονολογημένη επιταγή 60 ημερών από το τέλος κάθε μήνα. Συγκεκριμένα με το κλείσιμο κάθε μήνα εκδιδόταν κατάσταση λογαριασμού και το αργότερο μέχρι την τελευταία εργάσιμη μέρα του επόμενου μήνα η εταιρεία Σαρρής θα εξέδιδε και θα παρέδιδε επιταγή πληρωτέα εντός 60 ημερών από την ημερομηνία της κατάστασης. Συνεπώς με βάση αυτά η επιταγή τεκμήριο 6 που αφορούσε πληρωμή του μήνα Μαίου του 2013 (βλ.τεκμ.5), υπογράφηκε χωρίς καμία αμφιβολία την περίοδο μεταξύ 01ης Ιουνίου και 01ης Ιουλίου (ημερομηνία παραλαβής της), ενώ οι επιταγές τεκμήρια 8 & 10 που αφορούσαν πληρωμές του Ιούνη του 2013 (βλ. τεκμ.7 & 9), υπογράφηκαν την περίοδο μεταξύ 01ης Ιουλίου και 30ης Ιουλίου (ημερομηνία παραλαβής τους). Λέγοντας επίσης εδώ ότι η υπογραφή του κατηγορούμενου 2 στις επιταγές και συνεπώς η παροχή βοήθειας στην εταιρεία Σαρρής στην έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα έχει αποδειχθεί, αφού το θέμα της υπογραφής αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός, έρχομαι να εξετάσω κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση έχει αποδειχθεί το δεύτερο στοιχείο με βάση την αναφερθείσα Νομολογία δηλαδή το στοιχείο της ένοχης διάνοιας. Η απόδειξη ή μη του στοιχείου αυτού είναι σαφές ότι θα κρίνει και την απόδειξη των κατηγοριών. Ενδιαφέρει βέβαια με βάση τη Νομολογία πιο πάνω, κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος 2 όταν έθετε την υπογραφή του στις επιταγές τον Ιούνιο και Ιούλιο του 2013, γνώριζε τις ουσιώδεις περιστάσεις της διάπραξης των αδικημάτων από την εταιρεία και είχε πρόθεση παροχής βοήθειας σε διάπραξη αδικήματος. Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και έγινε αποδεκτή καταδεικνύει μεταξύ άλλων ότι: (α) Ο κατηγορούμενος 2 είχε ενεργή εμπλοκή στα οικονομικά της εταιρείας. (β) Ο κατηγορούμενος 2 είχε συνεχή γνώση περί της κατάστασης του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού και των προβλημάτων του, με τη συνεχή υπέρβαση του εγκεκριμένου ορίου και τις επιστρεφόμενες επιταγές. (γ) Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη αναμφίβολα ήταν σε θέση να γνωρίζει και γνώριζε ότι η εταιρεία παρουσίαζε προβλήματα ρευστότητας και δεν φρόντιζε να υπάρχουν πάντα διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό. Σε κάθε περίπτωση η εταιρεία δεν ήταν σε θέση να καλύπτει όλες τις επιταγές που εξέδιδε. (δ) Το πρόβλημα με τις επιστρεφόμενες επιταγές γνώριζε ο κατηγορούμενος 2 ότι ήταν σοβαρό. Απλή ανάγνωση της κατάστασης λογαριασμού τεκμ.2, την οποία όπως αναφέρθηκε γνώριζε, επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Εκ του περισσού ενδεχομένως αλλά αναφέρεται ότι δεκάδες επιστρεφόμενες επιταγές λόγω ανεπαρκών υπολοίπων υπήρχαν τόσο τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 2013, οπότε υπέγραψε τις επίδικες επιταγές, όπως επίσης τους αμέσως προηγούμενους μήνες αλλά και τους επόμενους μέχρι την παγοποίηση του λογαριασμού με την καταχώρηση του στο ΚΑΠ ακριβώς ένεκα της έκδοσης δεκάδων επιταγών χωρίς αντίκρισμα και ή μέχρι που κατέστησαν πληρωτέες οι επίδικες επιταγές. (ε) Ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι όταν το υπόλοιπο στο λογαριασμό υπερβεί το όριο η τράπεζα δεν πληρώνει τις επιταγές, και ότι εναπόκειτο στην τράπεζα να πληρώσει κάποιες επιταγές όταν ο λογαριασμός ήταν σε υπέρβαση έχοντας υπόψη συγκεκριμένους παράγοντες όπως τι ακριβώς αφορούσαν οι επιταγές και τη σημασία τους για την περαιτέρω λειτουργία της εταιρείας (π.χ. λογαριασμό ηλεκτρισμού, μισθοδοσία υπαλλήλων και επιταγές προκειμένου να αποφευχθεί η καταχώρηση του λογαριασμού στο ΚΑΠ), όπως επίσης τις καταθέσεις στο λογαριασμό (βλ. μαρτυρία ΜΚ1). Ας σημειωθεί ότι ο επίδικος λογαριασμός κατά την υπογραφή των επίδικων επιταγών και μέχρι την καταχώρηση του στο ΚΑΠ (Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών της Κεντρικής Τράπεζας για εκδότες ακάλυπτων επιταγών) και την παγοποίηση του στις 06/09/13, ευρισκόταν συνεχώς σε υπέρβαση του ορίου του. (στ) Δεν προκύπτει από πουθενά ότι ο κατηγορούμενος 2 όταν υπέγραφε τις επιταγές είχε οτιδήποτε υπόψη του που να του δημιουργούσε εύλογα την πεποίθηση ότι οι επιταγές που υπογράφει θα πληρώνονταν με βεβαιότητα και συνέβηκε κάτι στο μεσοδιάστημα μέχρι την πληρωμή τους που ανέτρεψε τα δεδομένα. Η πορεία των πραγμάτων όταν υπέγραφε τις επιταγές είχε όπως και τους προηγούμενους μήνες, με τα ίδια πιο πάνω προβλήματα. Επίσης ήταν εν γνώσει του ότι επιταγές υπόγραφαν και άλλοι διευθυντές της εταιρείας αλλά και ότι ο ΜΚ1 αποφάσιζε καθημερινά σε συνεννόηση με τον οικονομικό διευθυντή της εταιρείας αν θα περάσουν και ποιες επιταγές ανάλογα. Εν κατακλείδι με βάση όλα τα πιο πάνω προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι όταν ο κατηγορούμενος 2 υπέγραφε τις επίδικες επιταγές γνώριζε και αποδέχτηκε ότι η επιστροφή των επιταγών ήταν λογικά η αναμενόμενη εξέλιξη των πραγμάτων με βάση τα δεδομένα που ο ίδιος γνώριζε και είχε ενώπιον του, όπως ακριβώς έγινε και με άλλες πολλές επιταγές πριν από τις επίδικες. Σε κάθε περίπτωση όμως στο μυαλό του όταν υπέγραφε τις επιταγές το ενδεχόμενο οι επιταγές αυτές να μην τιμηθούν κατά την μελλοντική παρουσίασή τους για εξαργύρωση ήταν προβλεπτό. Είναι δε με βάση την αναφερθείσα Νομολογία αδιάφορο κατά πόσον ο ίδιος επιθυμούσε την εξέλιξη αυτή ή όχι. Συνεπώς λέγοντας αυτά αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου πως έχει αποδειχθεί και το στοιχείο της ένοχης διάνοιας. Δεν έχουν διαφύγει σημειώνω του Δικαστηρίου όσα σχετικά οι συνήγοροι του κατηγορούμενου 2 αναφέρουν στην αγόρευση τους πλην όμως αναφέρεται ότι αυτά δεν μπορούν να αναιρέσουν την κατάληξη του Δικαστηρίου ούτε και να δημιουργήσουν αμφιβολίες στο Δικαστήριο όπως είναι η εισήγηση τους. Β. Κατηγορίες 7, 9 και 11 για απάτη κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 300 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 ως τροποποιήθηκε (οι λεπτομέρειες των αδικημάτων έχουν παρατεθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω). Το άρθρο 300 δε του Κεφ.154 προνοεί τα εξής: « Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. » Είναι προφανές ότι στις εν λόγω πρόνοιες εμπεριέχεται το στοιχείο της πρόθεσης του αδικοπραγούντα να εξαπατήσει το θύμα του. Ο δόλος δηλαδή συνιστά απαραίτητο συστατικό στοιχείο του συγκεκριμένου αδικήματος. Εκείνο δε που προκύπτει από τη νομολογία, είναι πως ο όρος «δολίως» (fraudulently), σημαίνει «σκόπιμα και εκ προθέσεως», δηλαδή χωρίς λάθος και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση (Βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ σελ. 14, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας και Suphire Securities v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 238/07 και 239/07, ημερ. 15.7.2008, στις οποίες η έννοια του δόλου εξετάστηκε στα πλαίσια του αδικήματος της κλοπής). Τέλος, αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως η εξαπάτηση προκύπτει σαν πραγματικό γεγονός και ενίοτε μπορεί να σημαίνει τη βλάβη, οικονομική απώλεια και ζημιά κάποιου (Russel on Crime 1422). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, αυτό που θα πρέπει να παρατηρήσω εν σχέση με τις συγκεκριμένες κατηγορίες είναι πως με βάση τις λεπτομέρειες αδικημάτων των κατηγοριών είναι προφανές ότι οι ισχυριζόμενες απάτες συνδέονται άμεσα με την έκδοση και παράδοση των 3 επίδικων επιταγών που αντιπροσωπεύουν παραδοθέντα προϊόντα και τις διαβεβαιώσεις που σύμφωνα με τους παραπονούμενους δόθηκαν προγενέστερα για εξαργύρωση των επιταγών αυτών, ενώ γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι δεν υπήρχαν τα απαιτούμενα κεφάλαια, εξ' ου και η επιστροφή τους. Δεν συνδέονται δηλαδή οι κατηγορίες καθ' οιονδήποτε τρόπο με την προμήθεια εμπορευμάτων την περίοδο Ιουλίου 2013 μέχρι και τις 11 Σεπτεμβρίου 2013 και τα τεκμ.11 & 12, όπως εισηγείται δηλαδή η πλευρά της κατηγορούσας αρχής. Λέγοντας αυτά σημειώνω πως έχω διεξέλθει με μεγάλη προσοχή την μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή και ευθέως αναφέρω πως οι κατηγορίες κρίνω πως δεν αποδείχθηκαν. Κατά την κρίση μου με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια συμπέρασμα περί πρόθεσης του κατηγορούμενου 2 να εξαπατήσει τους παραπονούμενους. Είναι γεγονός αναφέρεται εδώ πως ο κατηγορούμενος 2 στη συνάντηση του Ιανουαρίου του 2013 διαβεβαίωσε πως δεν υπάρχει πρόβλημα και μπορεί να πληρώσει, καθώς και ότι με τη συμφωνία που επήλθε τέλος Μαρτίου - αρχές Απριλίου του 2013 διαβεβαίωσε ότι έτσι θα μπορούσαν να πληρώνουν τις επιταγές, ενώ περαιτέρω το Δικαστήριο όπως φαίνεται ανωτέρω κατέληξε ότι σε κάθε περίπτωση στο μυαλό του κατηγορούμενου όταν αυτός υπέγραφε τις επιταγές το ενδεχόμενο οι επιταγές αυτές να μην τιμηθούν κατά την μελλοντική παρουσίασή τους για εξαργύρωση ήταν προβλεπτό. Η έκδοση και παράδοση των επιταγών όμως έγινε στα πλαίσια της συνεργασίας της εταιρείας Σαρρής με τους παραπονούμενους, δεν υπάρχει μαρτυρία περί οποιωνδήποτε διαβεβαιώσεων του κατηγορούμενου 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπογραφής ή έκδοσης των επιταγών και γενικότερα δεν υπάρχουν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η παράδοση των επιταγών έγινε με σκοπό την εξαπάτηση των παραπονούμενων. Σε κάθε περίπτωση αναφέρω πως το Δικαστήριο έχει αμφιβολίες για την ύπαρξη τέτοιας πρόθεσης. Γ. Κατηγορίες 8, 10 και 12 για την απόσπαση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (οι λεπτομέρειες των αδικημάτων έχουν παρατεθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω). Το άρθρο 297 του Κεφ.154 προνοεί ότι: " Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή ". Το άρθρο 298 του Κεφ.154 προνοεί ότι: " 298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. " Από το λεκτικό των άρθρων 297 και 298 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
  1. Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
  2. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.
  3. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
  4. Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου ″ψευδής παράσταση″ παραπέμπω στον τόμο 2 RUSSEL ON CRIME σ.σ. 1171 - 1184 όπου με αναφορά σε μία πληθώρα από αποφάσεις γίνεται εκτενής πάνω στο θέμα αυτό συζήτηση της οποίας τα κύρια σημεία τα οποία είναι απαραίτητα για τη διάπραξη του αδικήματος μπορούν να συνοψισθούν στα εξής: (Η μετάφραση είναι του Δικαστηρίου). «Για να εμπίπτει η υπόθεση στα πλαίσια του Νόμου θα πρέπει να υπάρχει ψευδής παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν εμπίπτει στα πλαίσια του Νόμου. ..... Χρειάζεται προσεκτική διατύπωση του κατηγορητηρίου ώστε να διατυπωθούν τα γεγονότα της ισχυριζόμενης παράστασης, γεγονότα που αφορούν το παρόν ή το παρελθόν κατά το χρόνο της παράστασης. ...... Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, δεν αποτελεί ψευδή παράσταση με βάση τον Ποινικό Κώδικα. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση (false pretence). ...... Ψευδής παράσταση συνίσταται σε ψευδή παράσταση με λόγια ή γραπτώς ή με συμπεριφορά ότι κάποιο γεγονός υπάρχει ή υπήρχε. ....... Υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση να τηρηθεί, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Όχι μόνο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει προβεί σε δήλωση για την οποία δεν πιστεύει ότι είναι αληθής αλλά επιπρόσθετα η δήλωση θα πρέπει να είναι στην πραγματικότητα ψευδής. ...... Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι όταν ο κατηγορούμενος (prisoner) προέβη στην ψευδή παράσταση, είχε πρόθεση με την εν λόγω ψευδή παράσταση να αποσπάσει τα εμπορεύματα, αντικείμενο του κατηγορητηρίου ......∙ ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο γίνεται η ψευδής παράσταση, εφόσον αυτή λειτουργεί ώστε να πείσει τον ιδιοκτήτη να μεταβιβάσει το περιουσιακό στοιχείο στον παραβάτη (to transfer the property in the goods of the offender .) Η Διωκτική Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι τα αντικείμενα αποσπάσθηκαν συνεπεία των ψευδών παραστάσεων που εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Όπου πρόσωπο προβαίνει σε παραστάσεις γεγονότος τις οποίες γνωρίζει ότι είναι αναληθείς με σκοπό να πείσει τρίτα άτομα να του καταθέσουν χρήματα τα οποία ο ίδιος γνωρίζει ότι δεν θα κατέθεταν αν δεν πίστευαν ότι οι δηλώσεις του είναι αληθείς και όπου το πρόσωπο αυτό πρόθεση έχει να χρησιμοποιήσει τα χρήματα αυτά για διαφορετικό σκοπό από το σκοπό που ο ίδιος γνωρίζει ότι οι καταθέτες αντιλήφθησαν από τη δήλωση του ότι θα τα χρησιμοποιήσει, τότε έχουμε πρόθεση εξαπάτησης παρόλο που δυνατό να προτίθεται να δώσει πίσω τα χρήματα, αν έχει τέτοια δυνατότητα και παρόλο που δυνατό γνήσια να πιστεύει, και ακόμα να έχει καλό λόγο να πιστεύει ότι θα είναι σε θέση να τα δώσει πίσω. Η πρόθεση εξαπάτησης είναι αναγκαίο συστατικό για το αδίκημα της απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις περιουσιακού στοιχείου (chattel), χρημάτων ή αξιόγραφου αν και σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπου αποσπώνται χρήματα με ψευδείς παραστάσεις υπάρχει εκ πρώτης όψεως πρόθεση εξαπάτησης». Αναφέρω και για τις συγκεκριμένες κατηγορίες ότι με βάση τις λεπτομέρειες αδικημάτων των κατηγοριών είναι προφανές ότι οι ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις συνδέονται άμεσα με την προμήθεια των εμπορευμάτων που αντιστοιχούν στις 3 επίδικες επιταγές, την έκδοση των επιταγών αυτών και τις διαβεβαιώσεις που σύμφωνα με τους παραπονούμενους δόθηκαν μεταξύ Ιανουαρίου και Αυγούστου του 2013 για εξαργύρωση των επιταγών, ενώ γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι δεν υπήρχαν τα απαιτούμενα κεφάλαια, εξ' ου και η επιστροφή τους. Ούτε και εδώ αναφέρεται συνδέονται οι κατηγορίες καθ' οιονδήποτε τρόπο με την προμήθεια εμπορευμάτων την περίοδο Ιουλίου 2013 μέχρι και τις 11 Σεπτεμβρίου 2013 και τα τεκμ.11 &
  5. Δεν χρειάζεται θεωρώ να λεχθούν πολλά. Με βάση την αναφερθείσα νομολογία το γεγονός ότι εδόθησαν διαβεβαιώσεις ότι θα πληρώνονται οι επιταγές που θα εκδίδονται στο μέλλον από μόνες τους δεν συνιστούν ψευδείς παραστάσεις. Εν πάση όμως περιπτώσει δεν εντοπίζονται στη μαρτυρία στοιχεία που να οδηγούν σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα, ότι δηλαδή η έκδοση και παράδοση των επιταγών έγινε με πρόθεση καταδολίευσης των παραπονούμενων. Σε κάθε περίπτωση ανατρέχοντας στο σύνολο της μαρτυρίας και υιοθετώντας ουσιαστικά εδώ το σκεπτικό με βάση το οποίο απερρίφθησαν οι κατηγορίες 7, 9 και 11 ανωτέρω, κρίνω πως ούτε οι συγκεκριμένες κατηγορίες έχουν αποδειχθεί. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 2, 4 και 6 εναντίον του κατηγορούμενου 2, όμως απέτυχε να το πράξει για τις υπόλοιπες κατηγορίες. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2, 4 και 6, και αθωώνεται στις κατηγορίες 7 έως
  6. Αναφορικά με το θέμα εξόδων, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα και με δεδομένο ότι σε κάποιες κατηγορίες ο κατηγορούμενος 2 βρέθηκε ένοχος ενώ σε κάποιες άλλες αθωώθηκε, θεωρώ ότι είναι ορθό ο κατηγορούμενος 2 να επιβαρυνθεί τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μειωμένα όμως κατά το ήμισυ και ανάλογη διαταγή εκδίδεται. (Υπ.)............. Μ.Παπαθανασίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Τελική Απόφαση / Συνδρομή στην έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα / Απάτη / Εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις / Άρθρα 20, 21, 297, 298, 300 και 305Α
(1)Κεφ.154. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.