← Κύπρος

Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού ν. Δροσούλα Έλληνα, Aρ. Υπόθεσης: 21967/12, 28/9/2015

Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού ν. Δροσούλα Έλληνα, Aρ. Υπόθεσης: 21967/12, 28/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B106 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Λουκίδου Βασιλείου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 21967/12 Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού Εναντίον Δροσούλα Έλληνα Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 28.9.15 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Μανώλη Για τους κατηγορούμενο: κ. Α. Ιωάννου Κατηγορούμενη Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη με βάση το κατηγορητήριο, αντιμετωπίζει κατηγορία για το αδίκημα της έκθεσης παιδιού που έχει ηλικία κάτω των δύο χρονών ώστε η ζωή του να τεθεί σε κίνδυνο ή η υγεία του να βλαφτεί κατά παράβαση του άρθρου 181 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η κατηγορούμενη στις 5.5.2011 στη Λεμεσό έκθεσε παιδί που έχει ηλικία κάτω των δύο χρονών δηλαδή την Όλγα Ζηνοβίου ηλικίας έξι μηνών, που ευρισκόταν στο βρεφοπαιδοκομικό σταθμό «ΔΡΟΣΟΥΛΛΑ», ώστε η ζωή του να βρεθεί σε κίνδυνο και η υγεία του να βλαφτεί. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο συνήγορος της κατηγορούμενης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ως εκ τούτου η κατηγορούμενη δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής. Με την άρνηση των Κατηγοριών ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ.191). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου,
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: « Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). (βλ. επίσης Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. 1626). Προς απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε έντεκα μάρτυρες κατηγορίας. Κατά τη διάρκεια δε της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν συνολικά 22 τεκμήρια. Ως ΜΚ1 κατέθεσε ο αστ. 2061 Δ. Σαζός. Ανέφερε ότι στις 6.5.2011 στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού φωτογράφησε την Όλγα Ζηνοβίου ηλικίας 6 μηνών. Κατέθεσε στο Δικαστήριο σε δέσμη τις φωτογραφίες που έλαβε, Τεκμήριο
  1. ΜΚ 2 κατέθεσε ο αστ. 3936 Φίλιππος Ανδρέου. Σε σχέση με τη διερεύνηση της υπόθεσης έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από δύο νηπιαγωγούς του νηπιαγωγείου-βρεφοκομικού σταθμού με την ονομασία «ΔΡΟΣΟΥΛΛΑ». Επίσης στις 29.11.2011 παρέλαβε από τον αρμόδιο υπάλληλο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού την αξονική τομογραφία (Τεκμ. 6Α-6Ε) και τις ακτινογραφίες (Τεκμ.8Α-8Γ) που έφεραν στο όνομα της Όλγας Ζηνοβίου. Κατέθεσε επίσης στο Δικαστήριο ιατρική έκθεση που ετοιμάστηκε σε σχέση με την ανήλικη (Τεκμ. 5Α). Στις 27.11.11 κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη και αφού της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο η κατηγορούμενη απάντησε ότι δεν παραδέχεται. MK 3 κατέθεσε ο Κυριάκος Συγγέρης ο οποίος εργάζεται στο ακτινολογικό τμήμα του Νοσοκομείου Λεμεσού και είναι υπεύθυνος για την αρχειοθέτηση των ακτινογραφιών. Αναγνώρισε την υπογραφή του στο Τεκμήριο 11 με βάση το περιεχόμενο του οποίου παρέδωσε στην αστυνομία τη αξονική τομογραφία στο όνομα της Όλγας Ζηνοβίου καθώς και τις ακτινογραφίες μαζί με τις σχετικές εκθέσεις . Ως ΜΚ 4 κατέθεσε ο αστ. 316 Γ. Γεωργίου ο οποίος μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του έλαβε φωτογραφίες από τον εξωτερικό και εσωτερικό χώρο του νηπιαγωγείου «ΔΡΟΣΟΥΛΑ» τις οποίες και κατέθεσε στο Δικαστήριο σε δέσμη ως τεκμ.
  2. ΜΚ 5 κατέθεσε η ιατροδικαστής Ελένη Αντωνίου. Υιοθέτησε το περιεχόμενη της ιατροδικαστικής έκθεσης της Τεκμ.
  3. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμ 15 στις 5.5.2011 ενώ βρισκόταν στο νοσοκομείο Λεμεσού για άλλη υπόθεση κλήθηκε και εξέτασε την ανήλικη Όλγα. Κατά την εξωτερική εξέταση διαπίστωσε οίδημα της αριστερής κροταφοβρεγματικής περιοχής και ερυθρότητα. Κατά την άποψη της μεγάλες πιθανότητες για την αιτία του τραυματισμού της ανήλικης Όλγας, είναι η πτώση της για παράδειγμα από το κρεβατάκι της ή από την αγκαλιά κάποιου ανθρώπου. Σύμφωνα δε με τα ευρήματα της ο τραυματισμός ήταν πρόσφατος. Στις φωτογραφίες Τεκ.2 αναγνώρισε την ανήλικη Όλγα και υπέδειξε την ερυθρότητα που έφερε σύμφωνα με την έκθεση της. ΜΚ 6 κατέθεσε ο Δρ. Χριστόφορος Καννάβα που εργάζεται στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού με ειδικότητα του γενικού χειρούργου. Σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση του Τεκ.16, στις 5.5.11 μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο η ανήλικη Όλγα η οποία έφερε υποδόριο αιμάτωμα στην αριστερή βρεγματική χώρα. Παραλήφθηκε από ιδιώτη παιδίατρο για διερεύνηση λόγω κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης από πιθανή πτώση. Από γενόμενο ακτινολογικό έλεγχο διαπιστώθηκε πιθανό κάταγμα κρανίου. Η ανήλικη κρατήθηκε στο παιδιατρικό τμήμα της χειρουργικής κλινικής του νοσοκομείου για παρακολούθηση. Στις 7.5.11 έγινε αξονική τομογραφία εγκεφάλου και κρανίου κατά την οποία διαπιστώθηκε κάταγμα αριστερού βρεγματικού οστού με υποδόριο αιμάτωμα της περιοχής. Παρέμεινε στο νοσοκομείο μέχρι τις 8.5.
  4. Ο ΜΚ 7 είναι ο αστυφύλακας που στις 7.5.11 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη. Η κατηγορούμενη στην ανακριτική κατάθεση της δηλώνει ότι η ανήλικη Όλγα δεν είχε τραυματιστεί κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο βρεφοπαιδοκομικό σταθμό. Ο ακτινολόγος Άκης Πισσαρίδης ΜΚ8 αναγνώρισε τη γνωμάτευση του σε σχέση με τον ακτινολογικό έλεγχο της ανήλικης Τεκ. 7 Α όπου γίνεται αναφορά για πιθανό κάταγμα καθώς και τις ακτινογραφίες που λήφθηκαν από την ανήλικη Τεκμήρια 8Α-8Γ. Ως ΜΚ 9 κατέθεσε ο πατέρας της ανήλικης Λεωνίδας Ζηνοβίου. Στη γραπτή κατάθεση του που απετέλεσε μέρος της κυρίως εξέταση του (Τεκμ. 19), μεταξύ άλλων αναφέρει ότι στις 5.5.11 η ώρα 8.00 περίπου μετέφερε με το αυτοκίνητο του την ανήλικη κόρη του σε παιδικό κάθισμα και την παρέδωσε στον νηπιαγωγείο «Δροσούλλα», διευθύντρια του οποίου είναι η κατηγορούμενη. Κατά την παράδοση της ανήλικης δεν είχε δει την κατηγορούμενη στο χώρο του νηπιαγωγείου. Η ώρα 13.30 της ίδιας μέρας παρέλαβε την ανήλικη από τις νηπιαγωγούς και αφού την τοποθέτησε με το παιδικό κάθισμα στο αυτοκίνητο την μετέφερε στο σπίτι των γονέων του. Εκεί όταν σήκωσε την ανήλικη από το παιδικό κάθισμα διαπίστωσε ότι στην αριστερή πλευρά της κεφαλής της υπήρχε ένα μεγάλο φούσκωμα. Αμέσως μετέφερε το παιδί στην παιδίατρο η οποία και το παρέπεμψε στο νοσοκομείο για περαιτέρω εξετάσεις. Κατέθεσε στο Δικαστήριο πιστοποιητικό γέννησης Τεκμ. 20, βάση του οποίου κατά τον επίδικο χρόνο η ανήλικη ήταν ηλικίας 6 μηνών. Ο ιατρός Δρ. Σταύρος Φάνης, ακτινολόγος του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ΜΚ10, κατά την ένορκη κατάθεση του περιέγραψε τις αξονικές τομογραφίες τεκμ. 6 Α-6 Ε. Ανέφερε ότι αυτές δείχνουν κάταγμα στο βρεγματικό οστού αριστερά και κεφαλαιμάτωμα χωρίς εμφανή κάκωση του εγκεφάλου. Τελευταία κατέθεσε η Δρ. Μάρω Κωνσταντίνου ΜΚ 11, ιατρός στα επείγοντα περιστατικά του νοσοκομείου Λεμεσού. Κατέθεσε στο Δικαστήριο την ιατρική αναφορά που παρέδωσε στην αστυνομία τεκμ. 22, το περιεχόμενο της οποίας απετέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του τεκμ 22 η ανήλικη κατά την εξέταση της στα επείγοντα περιστατικά παρουσίαζε αιμάτωμα στην αριστερή βρεγματική χώρα. Νευρολογικά δεν υπήρχε οποιοδήποτε παθολογικό εύρημα. Από τον ακτινολογικό έλεγχο υπήρχε υποψία κατάγματος και έγινε εισαγωγή για παρακολούθηση. Με βάση την πιο πάνω προσκομισθείσα μαρτυρία θα εξετάσω στην συνέχεια εάν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης για το αδίκημα που αντιμετωπίζει. Το αδίκημα της εγκατάλειψης ή έκθεσης παιδιού κάτω των δύο χρόνων στηρίζεται στο άρθρο 181 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο προνοεί ότι: «
  5. Όποιος παράνομα εγκαταλείπει ή εκθέτει παιδί που έχει ηλικία κάτω των δύο χρόνων, ώστε η ζωή του να τεθεί σε κίνδυνο ή η υγεία του να βλαφτεί ή ενδέχεται να βλαφτεί μόνιμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος από το λεκτικό του άρθρου προκύπτει να είναι τα πιο κάτω: (α) Όποιος παράνομα εγκαταλείπει ή εκθέτει (β) Παιδί κάτω των δύο χρόνων (γ) Ώστε η ζωή του να τεθεί σε κίνδυνο ή η υγεία του να βλαφτεί ή ενδέχεται να βλαφτεί μόνιμα. Με βάση τη μαρτυρία που περιγράφεται πιο πάνω κρίνω πως στο επίπεδο που απαιτείται βέβαια στο στάδιο αυτό δεν ελλείπουν τα δύο από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ότι δηλαδή κατά το επίδικο χρόνο η ανήλικη Όλγα ήταν ηλικίας κάτω των δύο χρόνων και η υγεία της είχε βλαφτεί. Εκείνο που απομένει συνεπώς να εξεταστεί είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος δηλαδή η παράνομη έκθεση της ανήλικης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κατά την αγόρευση του παραπέμποντας σε σχετικές αυθεντίες και νομικά λεξικά υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία ελλείπει παντελώς το συστατικό αυτό στοιχείο του αδικήματος. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ο οποίος εισηγήθηκε όπως η κατηγορούμενη κληθεί σε απολογία, εφόσον υπάρχει μαρτυρία που εκ πρώτης όψεως καταδεικνύει ότι η υγεία της ανήλικης έχει βλαφτεί καθόσον χρόνο αυτή βρισκόταν στο βρεφοκομικό σταθμό και δεδομένου ότι η κατηγορούμενη υπό την ιδιότητα της ως διευθύντρια ήταν επιφορτισμένη με την επιμέλεια και φροντίδα της ανήλικης. Προς τούτο παρέπεμψε στην πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας V. Μαρία Γυψιώτη κ.α ECLI:CY:AD:2015:B57, Ποιν. Εφ. 129/2013 ημερ. 30.1.2015 στην οποία οι εφεσίβλητες αντιμετώπιζαν κατηγορία για παράλειψη διενέργειας πράξης που είχαν καθήκον να εκτελέσουν με βάση το άρθρο 237 του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα στην εν λόγω υπόθεση διαπιστώθηκε ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής ανήλικου παιδιού ηλικίας 23 μηνών στο νηπιαγωγείο προκλήθηκαν σε αυτό εννέα δαγκωματιές από παιδί ηλικίας 3 με 4 χρόνων. Λέχθηκε ότι ο νηπιαγωγός και ο δάσκαλος έχουν καθήκον να λάβουν τέτοια μέτρα που είναι λογικά εφικτά για την φύλαξη ενός παιδιού ενόσω διαρκεί η παραμονή του στο σχολείο. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην καλέσει σε απολογία τις δύο εφεσίβλητες υπογράμμισε ότι το γενικό καθήκον που το κοινοδίκαιο εναποθέτει στο διευθύνον πρόσωπο που σε εκείνη την περίπτωση ήταν η εφεσίβλητη 1 υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ήταν αρκετό για να δικαιολογήσει την κλήση αυτής σε απολογία. Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία για το αδίκημα του άρθρου 181 του Κεφ.
  6. Απλή και μόνο ανάγνωση του άρθρου αποκαλύπτει ότι το λεκτικό του είναι πανομοιότυπο με εκείνο του άρθρου 27 του Αγγλικού Νόμου το οποίο πραγματεύεται το σύγγραμμα Archbold 2009 παρ. 19-
  7. Στη σελίδα 1996 παρ. 19-290 όπου γίνεται αναφορά στη μαρτυρία που απαιτείται για να αποδειχθεί το αδίκημα καταγράφονται τα ακόλουθα: "in order to sustain an indictment under this section it is only necessary to prove that the defendant willfully abandoned or exposed the child mentioned in the indictment; that the child was then under two years of age; and that its life was thereby endangered or its health had been or then was likely to be permanently injured. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws, 3η έκδ., τόμος 10, σελ. 273, αναφέρεται ότι ένας νόμος ενδέχεται να απαιτεί ειδική πρόθεση, δόλο, γνώση, πρόθεση ή αλόγιστη συμπεριφορά (specific intention, malice, knowledge, wilfulness, recklessness). Όπως αναφέρεται στο Smith and Hogan, Criminal Law, 9η εκδ., σελ. 69, κάθε αδίκημα έχει τη δική του mens rea, η οποία μπορεί να εξακριβωθεί μόνο με αναφορά στη σχετική πρόνοια του νόμου ή στη νομολογία (βλ. υπ. Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 69, Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249). Από τα πιο πάνω που διατυπώνονται στο σύγγραμμα Archbold προκύπτει πως η mens rea που απαιτείται για τη διάπραξη του υπό εξέταση αδικήματος αποδίδεται με το «εσκεμμένα - συνειδητά εγκαταλείπει ή εκθέτει» (willfully abandoned or exposed). Προκύπτει συνεπώς ότι τυχόν παραμέληση καθήκοντος δεν αρκεί από μόνη της για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος που στηρίζεται στο άρθρο 181 αλλά θα πρέπει να συνυπάρχουν και τα στοιχεία της απαιτούμενης υποκειμενικής υπόστασης. Στη απόφαση Petri v. Police
(1968)2 C.L.R. 40, σελ. 89 παρότι πραγματεύτηκε το άρθρο 133,, λέχθηκε ότι «A wilful act, which (act) amounts to negligence, is not wilful negligence unless there be a will to be negligent.» Το Ανώτατο Δικαστήριο παρέθεσε δε το εξής απόσπασμα από την παλιά υπ. In re Trusts of Leeds City Brewery
(1925)1 Ch. 532: ". ... then it becomes important to consider what is meant by a wilful breach of trust or wilful negligence or wilful failure to perform his duty. I think it means this. I think it means deliberately and purposely doing something which he knows when he does it, is a breach of trust, consisting in a failure to perform his duty as trustee." Κατ΄ αναλογία συνάγεται πως πρέπει ο δράστης να πράττει ή να παραλείψει κάτι ενσυνείδητα, εκούσια και σκόπιμα, γνωρίζοντας εκείνη την ώρα πως αυτή η πράξη ή παράλειψη αποτελεί παράβαση, η οποία συνίσταται στην παράλειψη εκτέλεσης του καθήκοντος του ή να αδιαφορεί για το κατά πόσον η πράξη ή η παράλειψη του είναι παραμέληση καθήκοντος. Η αναφορά στην υπ. Petri (πιό πάνω) περί αλόγιστης συμπεριφοράς συνάδει και με τα όσα είχαν αναφερθεί στην μεταγενέστερη αγγλική υπ. R. v. Sheppard
(1981)Cr. App. R. 82 η οποία στο σύγγραμμα Archbold 1994 παρ. 17-64 παρατίθεται ως η παλιά βασική αυθεντία για τον όρο "wilfully". Αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά (σελ. 99): "It is used here to describe the mental element, which in addition to the fact of neglect, must be proved.. The primary meaning of "wilful" is deliberate. So a parent who knows that his child needs medical care and deliberately, that is by conscious decision, refrains from calling a doctor, is guilty under the subsection. As a matter of general principle, recklessness is to be equiparated with deliberation. A parent who fails to provide medical care which his child needs because he does not care whether it is needed or not is reckless of his child's welfare. He too is guilty of an offence. But a parent who has genuinely failed to appreciate that his child needs medical care, through personal inadequacy or stupidity or both, is not guilty". Προκύπτει συνεπώς πως καθίσταται ένοχος: (i) Τόσον αυτός που γνωρίζει ότι πρέπει να πράξει κάτι και με συνειδητή απόφαση παραλείπει το καθήκον του (". by conscious decision, refrains ."). (ii) Όσον και αυτός που παραλείπει το καθήκον λόγω της αδιαφορίας του για το κατά πόσον απαιτείται ή όχι να πράξει κάτι, δηλαδή αυτός που η παράλειψη του οφείλεται σε αλόγιστη συμπεριφορά (is reckless). Όπως δε διαπιστώνεται στο σύγγραμμα Archbold (1994, παρ. 17-64 και 2009 παρ. 17-51 ) με την εν λόγω απόφαση ο όρος "wilfully" εξισώθηκε με τον όρο "recklessness" του κοινοδικαίου. Η τελευταία αυτή έννοια έχει αναλυθεί και επανακαθοριστεί στη υπόθεση R. v. G.
(2004)1 Cr. App. R. 237. Με βάση αυτήν ένα πρόσωπο ενεργεί αλόγιστα (recklessly): i. Σε σχέση με κάποια περίσταση όταν γνωρίζει περί του κινδύνου που υφίσταται ή που θα δημιουργηθεί ("is aware of a risk that it exist or will exist") ii. Σε σχέση με κάποιο αποτέλεσμα όταν γνωρίζει περί του κινδύνου που θα επέλθει (το αποτέλεσμα) και με βάση τις περιστάσεις που γνωρίζει, θα ήταν παράλογο να αναλάβει τον κίνδυνο ("is aware of a risk that it will occur", " and it is in the circumstances known to him,unreasonable to take the risk"). Τα πιο πάνω αναλύονται και στην Attorney General's Referemce (No. 3 of 2003)
(2004)3 W.L.R 451 όπου με αναφορά στην R. v. Sheppard λέχθηκαν τα ακόλουθα: «In other words "willfully" signifies knowledge or advertence to the consequences, as well as intent to do an act or refrain from doing an act.» Εξηγήθηκε δε πως η συμπεριφορά (the conduct) του δράστη πρέπει να είναι εκούσια (deliberate) μάλλον παρά τυχαία (accidental) καθότι απλή απροσεξία δεν είναι αρκετή ("mere inadvertence is not enough"). Στο σύγγραμμα Archbold (πιο πάνω) κατά την ανάλυση του όρου "wilfully". γίνεται αναφορά και στην υπόθεση Willmott v. Atack, 63 Cr. App. R. 207 όπου αναφέρθηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της εσκεμμένης παρακώλυσης αστυνομικού στην εκτέλεση του καθήκοντος του (wiiful obstruction) είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι ο δράστης ενήργησε έτσι ώστε να παρεμποδίσει το όργανο της τάξης στην εκτέλεση του καθήκοντος του και ότι είχε σκοπό να το πράξει (intended to do so). Λέχθηκε ακόμα ότι θα πρέπει να υπάρχουν στοιχεία εγκληματικής πρόθεσης και έχθρας έναντι του αστυνομικού και δεν είναι αρκετό απλά να υποδειχθεί ότι ο δράστης είχε σκοπό να ενεργήσει όπως ενήργησε και οι πράξεις του είχαν ως αποτέλεσμα την παρακώλυση του αστυνομικού στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Οι πιο πάνω αρχές πιστεύω καθορίζουν τα πλαίσια μέσα στα οποία θα πρέπει να κριθεί κατά πόσο η μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση είναι τέτοια που να στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος. Συνάγεται πως στην περίπτωση κατηγορίας κάτω από το άρθρο 181 απαιτείται από την κατηγορούσα αρχή να προσκομίσει μαρτυρία που να αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με την ειδική πρόθεση που απαιτεί η σχετική πρόνοια του νόμου όπως αυτή αναλύεται στη σχετική νομολογία. Στην υπό εξέταση περίπτωση κατ' αρχήν παρατηρείται ότι ελλείπει οποιαδήποτε θετική μαρτυρία που να αποκαλύπτει τις συγκεκριμένες συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε ο τραυματισμός της ανήλικης Όλγας. Βέβαιο είναι επίσης ότι καμία μαρτυρία έχει τεθεί που να τείνει να καταδείξει ότι η ίδια η κατηγορούμενη εσκεμμένα και συνειδητά έχει εκθέσει την ανήλικη Όλγα έτσι ώστε η υγεία της να βλαφτεί. Εξετάζοντας το ζήτημα και κάτω από το δεδομένο ότι η κατηγορούμενη κατά το ουσιώδη χρόνο ήταν η διευθύντρια του βρεφοκομικού σταθμού από τη μαρτυρία που περιγράφεται πιο πάνω δεν προκύπτουν οποιαδήποτε στοιχεία που να τείνουν να καταδείξουν ότι η κατηγορούμενη υπό την ιδιότητα της ως διευθύνον πρόσωπο σκόπιμα και εσκεμμένα έπραξε κάτι το οποίο όταν το έπραττε γνώριζε πως παρέβαινε το καθήκον της. Ίχνος επίσης μαρτυρίας ή άλλων στοιχειών έχει τεθεί που να καταδεικνύει ότι η κατηγορούμενη έπραξε ή παρέλειψε να πράξει κάτι ενσυνείδητα, εκούσια, σκόπιμα και γνωρίζοντας ταυτόχρονα πως αυτή η πράξη ή παράλειψη συνίσταται στην παράλειψη εκτέλεσης του καθήκοντος της ως διευθύντρια του βρεφοκομικού σταθμού. Όπως επίσης δεν υπάρχει μαρτυρία που να παραπέμπει ότι οποιοσδήποτε υφιστάμενος ή επερχόμενος κίνδυνος που θα προκαλούσε βλάβη στην υγεία της ανήλικης ήταν σε γνώση της κατηγορούμενης και παρόλα αυτά η ίδια αδιαφόρησε για τις συνέπειες. Καταληκτικά κρίνεται πως δεν έχει τεθεί μαρτυρία που να υποδεικνύει οποιεσδήποτε πράξεις ή παραλείψεις της κατηγορούμενης που συνιστούν εσκεμμένη παραμέληση των καθηκόντων της ή ότι αυτή κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις που ήταν γνωστές σε αυτή, ενήργησε αλόγιστα και με εσκεμμένη αδιαφορία. Υπό το φως όλων των πιο πάνω που προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω πως ελλείπει μαρτυρία ή άλλα στοιχεία που να αποδεικνύουν έστω και εκ πρώτης όψεως το απαιτούμενο συστατικό στοιχείο της ειδικής πρόθεσης που απαιτεί η διάπραξη του αδικήματος που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη. Η κλήση της σε απολογία δεν θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό αφού σε τέτοια περίπτωση θα καλείτο όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό της αλλά για να συμπληρώσει τα κενά που παρουσιάζει η υπάρχουσα μαρτυρία. Κατά συνέπεια η κατηγορούμενη απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει από το στάδιο αυτό. (Υπ.)........... Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ . cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.