ΑΡΧΗ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. EDT AGENCY SERVICES LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9932/12, 3/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9932/12 Μεταξύ: ΑΡΧΗ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ v.
- EDT AGENCY SERVICES LTD, (HE236594) οδός Αρχ. Μακαρίου ΙΙΙ 228, Agios Pavlos Court, 4ος όροφος, Διαμ.411 - 412, 3030 Λεμεσός.
- ΑΙΑΣ ΤΣΑΚΟΣ, (αρ. διαβατηρίου ΑΒ7179072) Αγίας Παρασκευής 124, Γερμασόγεια, 3725, Λεμεσός.
- ΔΑΡΕΙΟΣ ΜΕΛΑΣ, (αρ. διαβατηρίου ΑΒ3175791) Αγίας Παρασκευής 124, Γερμασόγεια, 3725, Λεμεσός. Ημερομηνία: 03.09.2015 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σιακαλλή Για Κατηγορούμενους: κος. Δαμιανού ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν αρχικά 3 κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά την κατηγορούμενη 1, η δεύτερη τον κατηγορούμενο 2 και η τρίτη κατηγορία τον κατηγορούμενο
- Ως φαίνεται και από τα πρακτικά του φακέλου του Δικαστηρίου οι κατηγορίες 2 και 3 εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3 στις 16/01/2013 διακόπηκαν και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 2 και 3 απηλλάγησαν των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν και αθωώθησαν. Ως εκ τούτου παρέμειναν σε ισχύ η πρώτη κατηγορία εναντίον της 1ης κατηγορούμενης. Μετά από αίτημα των συνηγόρων της Κατηγορούσας Αρχής και ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 28/11/2014, το κατηγορητήριο τροποποιήθηκε με αποτέλεσμα η κατηγορούμενη να αντιμετωπίζει πλέον 2 κατηγορίες ως ακολούθως: Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της υποβολής ψευδούς δήλωσης κατά τον απόπλου πλοίου από Λιμάνι της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατά παράβαση των Περί Αρχής Λιμένων Κύπρου (Λειτουργία Περιοχών Λιμένων) Κανονισμών του 1976- ΚΔΠ 8/76 Κανονισμών αρ.32, 126 και 128
(1)και
(2), του άρθρου 2, 3, 4, 10, 30 του Περί Αρχής Λιμένων Νόμου υπ'αρ. Ν.38/73ως τροποποιήθηκε, και των άρθρων 2, 4 και 5 του Περί Διατυπώσεων Υποβολής Δηλώσεων για πλοία κατά τον κατόπλου ή και/τον απόπλου από λιμένες της Δημοκρατίας Νόμου, Ν.155
(1)/2003 ως τροποποιήθηκε από τον ΚΔΠ 115/88, καθώς και στα άρθρα 297 και 305 του Ποινικού Κώδικα ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η κατηγορούμενη αρ. 1 κατηγορείται ότι κατά ή περί την 11/01/2011 στην Λεμεσό, ενεργώντας ως ο ναυτιλιακός πράκτορας ή/και αντιπρόσωπος ή/και ως το πρόσωπο που είχε την ευθύνη ή/και τον έλεγχο του πλοίου CHARIOT , το οποίο κατά τον εν λόγω χρόνο ήταν αγκυροβολημένο στο Λιμάνι Λεμεσού, στα πλαίσια των εκ του νόμου υποχρεώσεων της για υποβολή έγγραφης δήλωσης προς την Αρχή Λιμένων Κύπρου σχετικά με τις λεπτομέρειες του ταξιδιού ή/και προορισμού απόπλου του πλοίου CHARIOT υπέγραψε ή/και υπέβαλε στην Αρχή Λιμένων Κύπρου, ψευδή δήλωση σχετικά με τον προορισμό του πλοίου CHARIOT κατά τον απόπλου του, ήτοι δήλωσε ότι ο προορισμός του πλοίου CHARIOT ήταν το λιμάνι ISKENDERUN της Τουρκίας αντί λιμάνι της Συρίας στο οποίο το πλοίο CHARIOT κατέπλευσε. Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης υποβολής δήλωσης κατά τον απόπλου του πλοίου από το λιμάνι της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των περί αρχής λιμένων (λειτουργία περιοχών λιμένων) Κανονισμών του 1976 - ΚΔΠ 8/76 Κανονισμών αρ. 32, 126, και 128
(1)και
(2), ως τροποποιήθηκαν, του άρθρου 2, 3, 4, 10, 30 του Περί Αρχής Λιμένων Νόμου υπ. Αρ. Ν.38/73ως τροποποιήθηκε, και των άρθρων 2, 4 και 5 του Περί Διατυπώσεων Υποβολής Δηλώσεων για πλοία κατά τον κατόπλου ή/και τον απόπλου από λιμένες της Δημοκρατίας Νόμου, Ν.155
(1)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι, κατά ή περί την 11/1/2011 στην Λεμεσό, ενεργώντας ως ο ναυτιλιακός πράκτορας ή/και αντιπρόσωπος του πλοίου CHARIOT στην Κύπρο, το οποίο κατά τον εν λόγω χρόνο ήταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι Λεμεσού, στα πλαίσια των εκ του νόμου υποχρεώσεων της για υποβολή έγγραφης δήλωσης προς την Αρχή Λιμένων Κύπρου σχετικά με τις λεπτομέρειες του ταξιδιού ή/και προορισμό απόπλου του πλοίου CHARIOT, παρέβηκε την υποχρέωση υποβολής τέτοιας δήλωσης ήτοι παρέλειψε να υποβάλει τέτοια δήλωση στην Αρχή Λιμένων Κύπρου, ότι λιμάνι προορισμού του πλοίου CHARIOT μετά τον απόπλου του από το Λιμάνι Λεμεσού ήταν το Λιμάνι TARTOUS της Συρίας. Από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, παρουσιάσθηκαν συνολικά 5 μάρτυρες κατηγορίας. Το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας βρίσκεται κατατεθειμένο στο φάκελο της υπόθεσης. Παρακάτω παρατίθεται μια σύνοψη της μαρτυρίας αυτής με βάση τα κυριότερα σημεία αναφοράς των μαρτύρων. Ως πρώτος μάρτυρας κατηγορίας (ΜΚ1) κατέθεσε ο κος. Ανδρέας Νικολάου, ο οποίος είναι απόφοιτος Γυμνασίου και εργάζεται στην Αρχή Λιμένων Κύπρου, στο Γραφείο Χρεώσεων και Ελευθεροεποικοινωνίας πλοίων. Συνολικά κατέθεσε κατά την μαρτυρία του 9 Τεκμήρια. Ανέφερε τα έγγραφα που ο αντιπρόσωπος - ναυτιλιακός πράκτορας έκαστου πλοίου πρέπει να καταθέσει στο τμήμα τους για να εκδοθεί η άδεια απόπλου. Σημείωσε δε ότι κατά την άφιξη ενός πλοίου θα πρέπει να δηλωθεί ποιο θα είναι το επόμενο λιμάνι προορισμού για να εκδοθεί άδεια απόπλου. Ο ΜΚ1 αναφέρθηκε στην εμπειρία που έχει εδώ και 34 χρόνια και ειδικότερα στην πείρα του εργαζόμενος για 20 έτη στο ίδιο τμήμα. Την κατηγορούμενη εταιρεία την γνωρίζει ως ναυτιλιακό πράκτορα κατά τα τελευταία 20 έτη εργασίας του στο ίδιο τμήμα. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, στις 07/01/2012 ο πράκτορας επισκέφθηκε τα γραφεία του όπου παρουσίασε τα απαραίτητα έγγραφα σε σχέση με το πλοίο "Chariot" (στο εξής θα αναφέρεται ως «το πλοίο») για το οποίο και εκδόθηκε άδεια απόπλου για το λιμάνι Tartus της Συρίας. Το πλοίο τελικά αφίχθηκε στο λιμάνι Λεμεσού στις 10/1/2012 και ώρα 11:17 για σκοπούς ανεφοδιασμού οπόταν και τους παρουσιάστηκαν από την κατηγορούμενη τα έγγραφα που απαιτούνται ήτοι το έγγραφο άφιξης πλοίου, την κατάσταση πληρώματος, το φορτίο και τα πιστοποιητικά. Αναφορικά με την αναχώρηση του πλοίου ο ΜΚ1 είπε ότι η πραγματική ώρα αναχώρησης τους πλοίου ήταν η ώρα 13:00 στις 11/1/
- (Τεκμήριο 1). Καταθέτοντας το Τεκμήριο 2, (IMO GENERAL DECLARATION) ο ΜΚ1 ανέφερε ότι αναγράφετε η ημερομηνία 7/1/2012, που ήταν η αρχικά αναμενόμενη ημερομηνία άφιξης του πλοίου, όμως για κάποιο λόγο δεν έφθασε στις 7/1/2012 και επανήλθε με νέα δήλωση ότι τελικά θα έφθανε στις 10/1/
- Σύμφωνα με τον ΜΚ1 εφόσον ενημερώθηκαν με το Τεκμήριο 2 ότι το πλοίο τελικά δεν θα έφθανε στις 7/1/2012 αλλά στις 10/1/2012, το τμήμα του ακύρωσε την άδεια απόπλου για τις 7/1/
- Σύμφωνα με τον ΜΚ1, όταν τελικά το πλοίο αφίχθηκε στις 10/1/2012, ο πράκτορας με νέα δήλωση τους ενημέρωσε ότι το πλοίο θα μετέβαινε στο λιμάνι Iskenderun της Τουρκίας ενώ με βάση το Τεκμήριο 2 ο προορισμός του θα ήταν το λιμάνι Tartous της Συρίας. Περαιτέρω κατατέθηκε το Τεκμήριο 3, ήτοι η λίστα και κατάσταση του πληρώματος του πλοίου, το οποίο μαζί με το Τεκμήριο 2, κατατέθηκε στην ΑΛΚ από την κατηγορούμενη. Ο ΜΚ1 στη συνέχει αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήρια άλλα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν στο τμήμα τους από την κατηγορούμενη και συνοψίζονται στα: Τεκμήριο 4 - δήλωση για το εμπόρευμα του πλοίου την ημέρα άφιξης, έγγραφο εγγραφής του πλοίου - Τεκμήριο 5, Τεκμήριο 6 - άδεια απόπλου με αρ.8746 για το λιμάνι Tartous η οποία ακυρώθηκε στις 7/1/2012, Τεκμήριο 7 - IMO General Declaration ημερ.11/1/2012 με λιμάνι προορισμού το λιμάνι Iskenderun της Τουρκίας συνοδευόμενο με άδεια απόπλου του πλοίου για το πιο πάνω λιμάνι ημερ.11/1/2012 και αρ.
- Σύμφωνα με τον ΜΚ1 το πρώτο φύλλο του Τεκμ.7 το παρουσίασε στην υπηρεσία τους η κατηγορούμενη 1, 2 ώρες πριν την αναχώρηση του πλοίου και ενώ φέρει σφραγίδα της κατηγορούμενης δεν ξέρει ποιος το συμπλήρωσε. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι ενώ το πλοίο έφυγε από το Λιμάνι Λεμεσού για το Iskenderun Τουρκίας δεν ξέρει που τελικά κατέληξε. Αναφορικά με το εμπόρευμα του πλοίου, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι μετέφερε οπλισμό και απ' ότι γνωρίζει λόγω του εμπορεύματος έγινε σύσκεψη για το πλοίο αυτό ενώ περιόρισε την δική του γνώση και εμπλοκή μόνο στην έκδοση της άδειας απόπλου και τα γεγονότα ως τα μελέτησε από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης χωρίς να γνωρίζει κάτι άλλο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι γνωρίζει την κατηγορούμενη εταιρεία με την οποία έχουν μια καλή συνεργασία. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ1 αναφέρθηκε στα έγγραφα που πρέπει να καταχωρηθούν κατά την άφιξη ενός πλοίου όχι μόνο στην υπηρεσία του αλλά και σε άλλες υπηρεσίες, όπως το Τελωνείο, η Λιμενική Αστυνομία και οι Υγειονομικές Υπηρεσίες. Σε αναφορά προς το Τεκμήριο 7 ο ΜΚ1 αναγνώρισε την πρωτότυπη σφραγίδα, ως την σφραγίδα της κατηγορούμενης, ενώ την σφραγίδα που φαίνεται σε αντίγραφο μορφή και την συμπλήρωση του εντύπου αυτού δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ποιος την έκανε. Σε σχέση με τον έλεγχο των εγγράφων που καταχωρούνται από τους πράκτορες, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι γίνετε μια σύγκριση των αντιγράφων που αποστέλλονται από τον καπετάνιο και παραδίδονται από τους πράκτορες με τα έγγραφα που παρουσιάζονται πρωτότυπα όταν το πλοίο τελικώς αφιχθεί στο Λιμάνι. Στο στάδιο της αντεξέτασης ο ΜΚ1 αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 8, το έντυπο Cargo Declaration - Final ημερ.10/1/2012, το οποίο σύμφωνα με τον ίδιο είναι έντυπο της Αρχής Λιμένων Κύπρου το οποίο τυπώνεται από το σύστημα μηχανογράφησης και το οποίο όμως κατατίθεται στο Τμήμα Τελωνείου. Το ίδιο και με το Τεκμήριο 9, το οποίο αποτελεί το ίδιο έντυπο ως το Τεκμήριο 8 με ημερομηνία όμως 11/1/
- Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι την ώρα άφιξης του πλοίου που ανέφερε την γνωρίζει από την συσκευή ραδιοεντοπισμού ενώ συμφώνησε ότι ενώ το πλοίο αρχικά θα έφθανε στις 7/1/2012 σύμφωνα με δήλωση της κατηγορούμενης τελικά έφθασε στις 10/1/
- Επανέλαβε την ακύρωση της πρώτης άδειας απόπλου και ανέφερε ότι μετά την καταχώρηση νέας δήλωσης αναχώρησης εκδόθηκε νέα άδεια απόπλου ενώ δεν θυμόταν αν κατατέθηκαν εκ νέου όλα τα έγγραφα που απαιτούνται. Συμφώνησε δε με τον συνήγορο υπεράσπισης στο ότι η κατηγορούμενη κατέθεσε όλα τα έγγραφα που απαιτούνται κατά τον απόπλου με επόμενο λιμάνι προορισμού το λιμάνι Iskenderun της Τουρκίας στο οποίο όμως δεν γνωρίζει τελικά αν έφτασε. Κατά την επανεξέταση ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να φτάσει κάποιο πλοίο και να μην εντοπιστεί ενώ διευκρίνισε επίσης ότι η κατηγορούμενη στις 10/1/2012 υπέβαλε νέα δήλωση αναχώρησης. Ως μάρτυρας κατηγορίας 2 (ΜΚ2), κατέθεσε ο κος. Γεώργιος Πούρος, αναπληρωτής διευθυντής του Λιμανιού Λεμεσού. Ο ΜΚ2 για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του και ως μέρος αυτής κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α). Ο ΜΚ2 αναφέρθηκε στην θέση και τα προσόντα του ενώ ανέφερε ότι είχε προσωπική ανάμειξη στην υπόθεση. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 η κατηγορούμενη κατά τον επίδικο χρόνο εκπροσωπούσε το πλοίο που έφτασε από την Αγία Πετρούπολη στις 10/1/2012 στο λιμάνι Λεμεσού με προορισμό την Συρία. Η κατηγορούμενη αρχικά ενημέρωσε την Αρχή Λιμένων ότι το πλοίο θα έφτανε στο λιμάνι Λεμεσού στις 7/1/2012 και προς τούτο εκδόθηκε έγκριση η οποία όμως ανακλήθηκε αφού το πλοίο δεν αφίχθηκε τελικά μέχρι και τις 10/1/12 που τελικώς έφτασε στο λιμάνι. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, η κατηγορούμενη κατέθεσε στην ΑΛΚ (Αρχή Λιμένων Κύπρου) το λεγόμενο IMO General Declaration το οποίο υποχρεούται να καταθέσει ο ναυτιλιακός πράκτορας πριν τον ελλιμενισμό πλοίου και το οποίο περιλαμβάνει τις πληροφορίες για το πλοίο, το λιμάνι από όπου απέπλευσε, το λιμάνι προορισμού και το όνομα του ναυτιλιακού πράκτορα του πλοίου. Το έγγραφο αυτό κατατέθηκε υπογεγραμμένο από την κατηγορούμενη. Η ίδια πρακτική ισχύει και για την αναχώρηση ενός πλοίο, όπου ο ναυτιλιακός πράκτορας θα πρέπει και πάλι βάση των σχετικών κανονισμών να υποβάλει IMO Declaration για την ώρα αναχώρησης του πλοίου και το επόμενο λιμάνι προορισμού του. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι η κατηγορούμενη δήλωσε στην Αρχή Λιμένων αρχικά μέσω του IMO Declaration που κατατέθηκε στις 11/1/2012 ότι το πλοίο θα αναχωρούσε από το λιμάνι Λεμεσού στις 11/1/2012 για το λιμάνι Iskenderun της Τουρκίας. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, η κατηγορούμενη διαφοροποίησε το λιμάνι προορισμού για τους εξής λόγους: Α) Κατά την άφιξη του πλοίου και με βάση την φορτωτική που παρουσίασε η κατηγορούμενη, το πλοίο έφερε οπλισμό και/ή πολεμικό υλικό που προοριζόταν για την Συρία. Β) Την επίδικη περίοδο η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε επιβάλει εμπάργκο για τα λιμάνια της Συρίας λόγω του εμφυλίου με σκοπό να απομονώσει το καθεστώς του Ασάντ. Η Αρχή Λιμένων Κύπρου αφού διαπίστωσε το είδος του εμπορεύματος ενημέρωσε τις αρμόδιες αρχές, ήτοι το Τελωνείο, την Αστυνομία και το Υπουργείο Εμπορίου ως ήταν υποχρέωση τους με βάση τις οδηγίες της Ε.Ε. και τις οδηγίες της Κυβέρνησης. Συνεπεία τούτων, οι πιο πάνω Αρχές δέσμευσαν το πλοίο και το φορτίο του κατά την άφιξη του και απαγόρευσαν τον απόπλου του με σκοπό να το εμποδίσουν να αποπλεύσει προς Συρία. Η απαγόρευση αυτή γνωστοποιήθηκε στην κατηγορούμενη
- Μετά την ειδοποίηση αυτή, η κατηγορούμενη 1, ενημέρωσε τις αρχές για την αλλαγή του προορισμού του πλοίου με υποβολή IMO Declaration για την αναχώρηση του πλοίου στις 11/1/
- Η ΑΛΚ τότε ενημέρωσε με την σειρά της όλες τις αρμόδιες αρχές ότι το πλοίο δεν θα κατευθυνθεί προς Συρία αλλά προς Τουρκία. Ως εκ τούτου και στη βάση της νέας δήλωσης ημερ.11/1/2012, οι αρμόδιες αρχές αποφάσισαν την άρση της δέσμευσης του πλοίου και την άρση της απαγόρευσης απόπλου του και αφού το πλοίο αποδεσμεύθηκε αναχώρησε στις 11/1/2012 από το Λιμάνι της Λεμεσού με αναμενόμενο λιμάνι προορισμού το λιμάνι Iskenderun της Τουρκίας. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 η δήλωση ότι θα κατευθυνόταν στην Τουρκία είχε αληθοφάνεια εφόσον το πλοίο είχε και φορτίο για την Τουρκία και συγκεκριμένα μια ηλεκτρογεννήτρια με φορτωτική για το λιμάνι αυτό της Τουρκίας. Στην πορεία, οι αρμόδιες αρχές ενημερώθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών ότι το πλοίο ξεγέλασε τις αρχές καθότι τελικά κατέπλευσε απευθείας για το Λιμάνι Tartous της Συρίας και όχι το Iskenderun της Τουρκίας. Ο ΜΚ2 αναφέρθηκε στα πλοία που κατευθύνονται σε τρίτες χώρες, λέγοντας ότι ο μόνος τρόπος να γνωρίζουν τον προορισμό τους είναι η δήλωση αναχώρησης που καταχωρεί ο ναυτιλιακός πράκτορας, με πληροφορίες που παίρνει από τον πλοίαρχο του πλοίου και αυτοί ελέγχουν μόνο αν αυτές οι πληροφορίες είναι αληθοφανείς, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν. Περαιτέρω κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΚ2 αναγνώρισε και επεξήγησε τα Τεκμήρια 1, 2, 4, 6 και
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 ανέφερε ότι η κατηγορούμενη εταιρεία δραστηριοποιείται για πολλά χρόνια στο λιμάνι Λεμεσού, τουλάχιστον από το 1996 που ο ίδιος πήγε στο λιμάνι έκτοτε συνεργάζονται καθημερινά, ενώ δεν γνωρίζει η κατηγορούμενη να αντιμετώπισε ποτέ στο παρελθόν τέτοια κατηγορία. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι τα γεγονότα τα γνωρίζει μέσα από τα όσα του ανέφερε και πρώην υπάλληλος της ΑΛΚ που αφυπηρέτησε, ο κος, Νίκος Χριστοφόρου. Περαιτέρω ανέφερε αναλυτικά τα έγγραφα που κατατίθενται με σκοπό την έκδοση της άδειας απόπλου ενώ συμφώνησε ότι Τελωνείο και Αρχή Λιμένων λειτουργούν ως μια αλυσίδα καθότι εάν για παράδειγμα το Τελωνείο δεν ικανοποιηθεί για κάποια έγγραφα τότε ούτε η ΑΛΚ εκδίδει άδεια απόπλου. Ο ΜΚ2 με αναφορά στα έντυπα που κατατίθενται στην ΑΛΚ και ιδιαίτερα το IMO Declaration ανέφερε ότι είναι το πρωτότυπο καθότι είναι η 1η αρχή που τα παραλαμβάνει και είναι και έντυπο της ίδιας αρχής ενώ στις πλείστες των περιπτώσεων παραδίδονται και δια χειρός ενώ δεν αποκλείεται να γίνει προσωρινά αποδεκτή και η παραλαβή τους με φαξ, ιδιαίτερα για γραφεία με τα οποία έχουν καθημερινή επαφή. Όσον αφορά την άδεια απόπλου αυτή δίδεται δια χειρός στον ναυτιλιακό πράκτορα. Αναφορικά με την επίδικη περίπτωση, ο ΜΚ2 δεν ήταν σίγουρος πότε κατατέθηκαν τα έγγραφα του IMO Declaration καθότι ένας ναυτιλιακός πράκτορας, μπορεί να τα καταθέσει μέχρι και 48 ώρες πριν την άφιξη του πλοίου ενώ τελευταίο χρονικό σημείο κατάθεσης είναι με την άφιξη του πλοίου δηλαδή αφού το πλοίο φτάσει στο λιμάνι. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, ο λόγος μη άφιξης του πλοίου στις 7/1/2012 όπως αρχικά είχε δηλωθεί, ήταν καθυστέρηση λόγω κακοκαιρίας χωρίς βέβαια να υπάρχει κάποιο γραπτό δικαιολογητικό για αυτό. Για τον λόγο τούτο ενημερώθηκαν από τον ναυτιλιακό πράκτορα - κατηγορούμενη. Ο ΜΚ2 δήλωσε ότι για να εκδοθεί άδεια απόπλου θα πρέπει πρώτα ένα πλοίο να αφιχθεί στο Λιμάνι Λεμεσού, στην προκειμένη όμως περίπτωση συμφώνησε ότι εκδόθηκε άδεια απόπλου παρά το ότι το πλοίο δεν είχε αφιχθεί στις 7/1/2012 στο λιμάνι Λεμεσού. Με βάση την πιο πάνω αναφορά του, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι είναι στην συνηθισμένη πρακτική, όταν έχουν δήλωση, ότι ένα πλοίο θα καταπλεύσει για μερικές ώρες στο Λιμάνι Λεμεσού με σκοπό την παραλαβή τροφίμων ή καυσίμων ήτοι υπηρεσίες που παρέχονται εντός 2 - 3 ωρών, για να αποφεύγεται τυχόν καθυστέρηση του πλοίου μέχρι την επόμενη εργάσιμη να παραδίδετε στον πράκτορα η άδεια απόπλου εκ των προτέρων. Περαιτέρω ο ΜΚ2 δήλωσε ότι εάν κατά την άφιξη του πλοίου δημιουργήθηκαν λόγοι για τους οποίους απαγορεύεται στο πλοίο ο απόπλους, ο πράκτορας καλείται και επιστρέφει την προεκδοθείσα άδεια η οποία και ακυρώνεται, όπως και έγινε και στην προκειμένη περίπτωση. Αναφορικά με το Τεκμήριο 2, ο ΜΚ2, ανέφερε ότι υπογράφηκε από την κατηγορούμενη ενώ φαίνεται να κατατέθηκε στην ΑΛΚ στις 10/1/2012 και ώρα 12:30 χωρίς να είναι σίγουρος καθότι δεν το είχε παραλάβει ο ίδιος προσωπικά. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι στις 10/1/2012 πέρα από το IMO Declaration κατατέθηκαν και άλλα έγγραφα τα οποία αναγνώρισε ως τα Τεκμήρια 3 και 5 που του υποδείχθηκαν. Αναφορικά με τα Τεκμήρια 6 και την 2η σελίδα του Τεκμηρίου 7, που αποτελούν τις 2 άδειες απόπλου ο ΜΚ2 ανάφερε ότι οι άδειες θα πρέπει να είναι υπογεγραμμένες από αρμόδιο λειτουργό και σφραγισμένες. Αυτό συμβαίνει με το Τεκμήριο 6 όχι όμως με το Τεκμήριο 7 (2η σελίδα) ενώ στο ίδιο σημείο αναφέρει ότι δεν μπορεί να πει γιατί δεν είναι υπογεγραμμένη και σφραγισμένη η άδεια απόπλου ημερ.11/1/2012 αλλά μπορεί να πει ότι το έγγραφο αυτό εκδίδεται από μηχανογραφημένο σύστημα και φαίνεται και το όνομα του λειτουργού επειδή το σύστημα λειτούργει με κωδικό έτσι αποτελεί βεβαίωση ότι όντως το πρόσωπο αυτό εξέδωσε την άδεια απόπλου. Για την απαγόρευση απόπλου του πλοίου ο ΜΚ2 ανέφερε ότι λόγω του εμπορεύματος ενημέρωσαν το Τελωνείο και διευκρίνισε ότι η ΑΛΚ έχει τον ρόλο της εφαρμογής των αποφάσεων και των κανονισμών των Τελωνείων. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, οι ναυτιλιακοί πράκτορες λαμβάνουν τις πληροφορίες συνήθως ηλεκτρονικά ή μέσω φάξ πριν την άφιξη του πλοίου από την διαχειρίστρια εταιρεία ή και τους πλοιοκτήτες ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις κατά τις οποίες όταν ένα πλοίο καταπλέει εκτάκτως ή λόγω ανωτέρας βίας σε ένα από τα λιμάνια της Κύπρου αυτές τις πληροφορίες τις διοχετεύει στον πράκτορα ο πλοίαρχος του πλοίου ο οποίος θεωρείται διεθνώς ως μη πλήρωμα του πλοίου αλλά ως ο κατά νόμο αντιπρόσωπος του πλοιοκτήτη. Για την παρούσα περίπτωση δεν γνωρίζει ποιος διοχέτευσε τις πληροφορίες στην κατηγορούμενη. Περαιτέρω ο ΜΚ2 κατέθεσε το Τεκμήριο προς αναγνώριση 1 το οποίο δήλωσε ότι είναι και αυτό IMO General Declaration το οποίο φαίνεται να συντάχθηκε από τον πλοίαρχο του πλοίου Chariot. Στο έγγραφο αυτό αναγνώρισε ότι αναγράφετε το λιμάνι από όπου προήλθε, το λιμάνι της Λεμεσού και το λιμάνι Iskenderun της Τουρκίας ήτοι τα λιμάνια κατά σειρά προορισμού. Αναφορικά με το επίδικο πλοίο ο ΜΚ2 αναφέρθηκε ξανά στην άφιξη του πλοίου και στην διαπίστωση του είδους του εμπορεύματος μετά από προφορική δήλωση του πλοιάρχου, στην σύσκεψη που έλαβε χώρα στο γραφείο του ιδίου στην παρουσία μελών του Τελωνείου, της Λιμενικής Αστυνομίας κατά την οποία αφού μελέτησαν τα γεγονότα το αρμόδιο τμήμα, ήτοι το τμήμα Τελωνείων, έδωσε οδηγίες στην ΑΛΚ να μην επιτρέψει τον απόπλου του πλοίου. Μετά την καταχώρηση του 2ου IMO Declaration σε συνεργασία με το Τελωνείο, η ΑΛΚ έλεγξε κατά πόσο η δήλωση είχε αληθοφάνεια και εφόσον στο πλοίο βρισκόταν και εμπόρευμα για το Iskenderun της Τουρκίας, έδωσαν άδεια απόπλου. Αναφορικά με την 1η σελίδα του Τεκμηρίου 7, IMO Declaration ο ΜΚ2 αρνήθηκε ότι αυτό ετοιμάστηκε και υπογράφηκε από τον πλοίαρχο του πλοίου λέγοντας ότι φαίνεται η σφραγίδα της κατηγορούμενης ενώ παράλληλα δέχτηκε ότι υπάρχει μια υπογραφή που όμως δεν ξέρει ποιού είναι. Περαιτέρω δεν διαφώνησε με την υποβολή ότι η κατηγορούμενη ενήργησε με βάση οδηγίες του καπετάνιου του πλοίου καθώς επίσης και των εργοδοτών του πλοιοκτητών. Στην υποβολή ότι η κατηγορούμενη ενήργησε υποβάλλοντας όλα τα απαραίτητα έγγραφα ενεργώντας καλή τη πίστη έναντι των αρχών ο ΜΚ2 απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τις προθέσεις της κατηγορούμενης αυτό όμως που γνωρίζει είναι ότι η κατηγορούμενη στην διαχρονική εταιρεία με την ΑΛΚ ενεργεί καλή τη πίστη χωρίς προηγούμενα. Περαιτέρω συμφώνησε με την θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η κατηγορούμενη λαμβάνοντας όλες τις πληροφορίες για σκοπούς κατάθεσης των εγγράφων προς έκδοση άδειας απόπλου δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο οι πληροφορίες αυτές ήταν ορθές ή αληθείς. Επιπλέον ο ΜΚ2 συμφώνησε με την θέση της υπεράσπισης ότι το πλοίο απέπλευσε από το Λιμάνι της Λεμεσού έχοντας ως προορισμό το Iskenderun της Τουρκίας και αφού αποχώρησε από τα χωρικά ύδατα της Κυπριακής Δημοκρατίας άλλαξε διαδρομή και κατέληξε στο λιμάνι Tartous της Συρίας ενώ ανέφερε ότι δεν γνωρίζει να υπάρχει υποχρέωση του ναυτιλιακού πράκτορα να ενημερώσει την ΑΛΚ αν ένα πλοίο φύγει με άλλο προορισμό στην πορεία αλλάξει τον προορισμό αυτό. Κατά την επανεξέταση ο ΜΚ2 διευκρίνισε ότι θεωρητικά η κατηγορούμενη εταιρεία θα μπορούσε να ήξερε αν οι πληροφορίες ήταν ορθές και αληθείς. Ως μάρτυρας κατηγορίας 3 (ΜΚ3) κατέθεσε ο κος. Κύπρος Παπαθεοδούλου, εργαζόμενος στο Τελωνείο και υπεύθυνος αίθουσας επιβατών αγκυροβολίου και 2 μαρίνων. Κατά τις 11/1/2012 ο ΜΚ3 εργαζόταν στο αγκυροβόλιο Λεμεσού με καθήκοντα την επιβίβαση από το πλοίο στο αγκυροβόλιο και την διευθέτηση της ελευθεροεπικοινωνίας και επιβίβασης των αρχών στο πλοίο για τους νόμιμους ελέγχους του πλοίου και του εμπορεύματος. Για το επίδικο πλοίο ο ΜΚ3 αναφέρθηκε στην ενημέρωση που είχε από κάποιο Δημήτρη ή Γιώργο εκ μέρους της κατηγορούμενης εταιρείας μέσω φαξ για την έλευση του πλοίου από την Αγία Πετρούπολη για πετρέλευση και άμεση αναχώρηση για την Συρία. Την ενημέρωση την έλαβε κατόπιν των νόμιμων διαδικασιών. Με την άφιξη ενός πλοίου και επειδή υπάρχουν αρκετές απαγορεύσεις τόσο από τον ΟΗΕ όσο και από την Ε.Ε., λόγω του ότι η Κύπρος βρίσκεται κοντά σε εμπόλεμες περιοχές δηλώνεται το εμπόρευμα που φέρει το πλοίο. Στην προκειμένη περίπτωση δηλώθηκε επικίνδυνο φορτίο. Αναφορικά με το πολεμικό υλικό και συγκεκριμένα τα πυρομαχικά ο ΜΚ3 διευκρίνισε ότι χρειάζεται να ληφθεί άδεια από το Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας εκτός από τις χώρες της Ε.Ε. για τις οποίες υπάρχει διπλωματικό άσυλο όπου τους επιτρέπεται και δεν χρειάζεται άδεια. Επεξήγησε την διαφορά άφιξης στο αγκυροβόλιο από το λιμάνι λέγοντας ότι ως συνήθως τα πλοία που φτάνουν στο αγκυροβόλιο είναι για ολιγόωρη διαμονή. Για το συγκεκριμένο πλοίο Chariot ο ΜΚ3 ανέφερε ότι όταν έφτασε στο αγκυροβόλιο, επιβιβάστηκε με ομάδα της λιμενικής αστυνομίας και τελωνειακούς στο πλοίο, ζήτησε από τον καπετάνιο το μανιφέστο για το επικίνδυνο φορτίο μαζί με τον αξιωματικό υπηρεσίας και είδαν 2 εμπορευματοκιβώτια με σφαίρες 7.62m.m. Όταν τελείωσαν τον έλεγχο επειδή ήταν δύσκολο να ανοιχθούν τα κιβώτια το ανέφεραν στους προϊστάμενους τους και τότε ανέλαβαν εκείνοι τον περαιτέρω χειρισμό. Σύμφωνα με τον ΜΚ3 μετά την ενημέρωση των προϊσταμένων τους, υπήρξε επικοινωνία τόσο με το Προεδρικό όσο και με τις αρμόδιες αρχές και τις Πρεσβείες. Ο ίδιος ο ΜΚ3 απέστειλε φαξ στο Προεδρικό, στο Υπουργείο Εξωτερικών και στον Διευθυντή του. Οι ενέργειες του αυτές έγιναν λόγω των εμπάργκο και των απαγορεύσεων που υπήρχαν. Ο ΜΚ3 αναφέρθηκε στην σύσκεψη που έλαβε χώρα στην Αρχή Λιμένων στην παρουσία των Διευθυντών του Τελωνείου, της Αρχής Λιμένων, του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας και του υποδιοικητή της Λιμενικής Αστυνομίας. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι παρέστη στην πιο πάνω σύσκεψη για 5 λεπτά οπόταν και αποχώρησε. Σύμφωνα με τον ΜΚ3, το πλοίο τέθηκε υπό 24ωρη παρακολούθηση από άκατο της Αστυνομίας και η κατηγορούμενη ενημερώθηκε για την απαγόρευση απόπλου του πλοίου από τον συνάδελφο του Κωστάκη Αριστείδου. Σύμφωνα με τον ΜΚ3 μετά τα μεσάνυχτα εκδόθηκε τελικά άδεια απόπλου του πλοίου από τον Κώστα Αριστείδου κατόπιν οδηγιών του προϊστάμενου του. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι το πλοίο θα έφευγε στις 11/1/2012 μετά τα μεσάνυχτα όμως λόγω κακοκαιρίας έφυγε τελικά στις 15:00π.μ. Ο ΜΚ3 αναφέρθηκε στο αρχικό λιμάνι προορισμού του πλοίου που δηλώθηκε ως το λιμάνι Tartous της Συρίας και στην μετέπειτα αλλαγή με λιμάνι προορισμού το Iskenderun της Τουρκίας αλλά ανέφερε ότι δεν γνωρίζει το λόγο της αλλαγής αυτής. Ο ΜΚ3 αναφέρθηκε στην έκδοση άδειας απόπλου κατόπιν οδηγιών και σε συνεννόηση με το Προεδρικό αλλά και τα αρμόδια υπουργεία ενώ κατέθεσε το Τεκμήριο 10 το οποίο κατατέθηκε από την κατηγορούμενη με ένδειξη λιμανιού προορισμού το λιμάνι Iskenderun της Τουρκίας ενώ δήλωσε ότι το φορτίο κατά τον απόπλου παρέμεινε στο πλοίο κατόπιν οδηγιών από τους ανωτέρους του και όχι μόνο. Αναφορικά με τον τελικό προορισμό του πλοίου ο ΜΚ3 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει που κατέληξε τελικά, άκουσε όμως την επόμενη ημέρα από μέσα μαζικής ενημέρωσης ότι το πλοίο κατέπλευσε στο λιμάνι Tartous της Συρίας ενώ την ίδια ενημέρωση έλαβε και από τους ανώτερους του. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 ανέφερε ότι η κατηγορούμενη κατέθεσε τα έγγραφα που απαιτούνται και προβλέπονται ενώ είπε ότι η κατηγορούμενη ενημερώθηκε για την απαγόρευση απόπλου από τους προϊσταμένους του, τους κους. Ανδρέα Χ''Ιωάννου, Χρυσόστομο Χ''Χριστοδούλου το πιο πιθανό τηλεφωνικώς ενώ παράλληλα απ' ότι θυμάται στην συνάντηση που προηγήθηκε ήταν παρόντες και εκπρόσωποι της κατηγορούμενης. Σε ότι αφορά το φορτίο του πλοίου ο ΜΚ3, αναφέρθηκε στα πυρομαχικά αλλά και στην ηλεκτρογεννήτρια η οποία είχε προορισμό την Τουρκία, και αυτό το γνωρίζει από την φορτωτική του πλοίου η οποία κατατέθηκε από την κατηγορούμενη. Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Επανέλαβε ο ΜΚ3 κατά την αντεξέταση του, την θέση του ότι δεν γνωρίζει τον λόγο καταχώρησης εκ νέου του Τεκμηρίου 10 με διαφορετικό προορισμό καθότι μόνο οι προϊστάμενοι του μπορεί να το γνωρίζουν εφόσον ο ίδιος ήταν παρών κατά την άφιξη του πλοίου και μετά ανέλαβαν άλλοι συνάδελφοι του. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης για την αλλαγή πλεύσης προς Συρία, ο ΜΚ3 απάντησε ότι από ότι πληροφορήθηκε το πλοίο ξεκίνησε για το Iskenderun της Τουρκίας και μετά κατευθύνθηκε σε άλλο λιμάνι. Την ενημέρωση αυτή την είχε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ενώ δήλωσε ότι η κατηγορούμενη κατηγορείται για την αλλαγή λιμανιού ενώ παράλληλα δεν γνωρίζει αν η καταχωρηθείσα από την κατηγορούμενη δήλωση ήταν ψευδής ή αληθής. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή (ΜΚ4), παρουσιάσθηκε ο κος. Κώστας Αριστείδου ο οποίος κατά την 11/1/2012 εργαζόταν στο αγκυροβόλιο Λεμεσού στο Τελωνείο με υπηρεσία 25 ετών και καθήκοντα την ελευθεροεποικοινωνία πλοίων, αφίξεις και αναχωρήσεις. Ο ΜΚ4 αναφέρθηκε στην διαδικασία κατά την άφιξη ενός πλοίου, την επιβίβαση σε αυτό των αρμόδιων αρχών και τους ελέγχους εις τους οποίους αυτές προβαίνουν. Περαιτέρω αναφέρθηκε στις απαγορεύσεις που υπάρχουν, όπως τον έλεγχο εάν το πλοίο είχε καταπλεύσει σε ένα από τα λιμάνια των κατεχομένων περιοχών της Κυπριακής Δημοκρατίας ή εάν υφίσταται οποιαδήποτε απαγόρευση κατόπιν οδηγιών του ΟΗΕ ή της Ε.Ε. Αναφέρθηκε στην απαγόρευση μεταφοράς οπλικών συστημάτων στην Συρία κατά τον επίδικο χρόνο και στην απαγόρευση απόπλου του επίδικου πλοίου. Ο ΜΚ4 ήταν παρών στην αναγνώριση του πλοίου και στην επίσκεψη που έγινε επί του πλοίου αυτού αλλά και στην ενημέρωση του Υπουργείου Εξωτερικών το οποίο ανέλαβε τον χειρισμό της υπόθεσης. Ο ΜΚ4 αναφέρθηκε στην σύσκεψη που έλαβε χώρα και στην ενημέρωση της κατηγορούμενης γύρω στις 5 - 6 το απόγευμα της 11/1/
- Σε σχέση με το εμπάργκο προς την Συρία ο ΜΚ4 κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 την εγκύκλιο ημερ.24/5/2011 με την οποία γνωστοποιείται η απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με τον ΜΚ4 εφόσον υπήρχε απαγόρευση εάν ο πράκτορας επιθυμούσε άρση αυτής της απαγόρευσης θα έπρεπε να αλλάξει προορισμό. Διευκρινίζει όμως στην απάντηση του ότι η ερώτηση είναι υποθετική και μετά απαντά. Τα έγγραφα που δόθηκαν στις αρχές, σύμφωνα με τον ΜΚ4, στάλθηκαν στο Υπουργείο Εξωτερικών και αυτοί θα έκριναν. Σε ερώτηση εάν θα επιτρεπόταν ο απόπλους ένα δεν άλλαζε το λιμάνι προορισμού, ο ΜΚ4 απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει καθότι είχαν αναλάβει τον χειρισμό της υπόθεσης, πιο ψηλά επίπεδα και αυτοί έδιδαν οδηγίες. Σε σχέση με την αλλαγή προορισμού, ο ΜΚ4 ανέφερε ότι η κατηγορούμενη άλλαξε τον προορισμό του πλοίου και τα έγγραφα αυτά εγκρίθηκαν από τον Διευθυντή τους. Αναφορικά με το Τεκμήριο 10, ο ΜΚ4 αναγνώρισε ως το έγγραφο που ο ίδιος υπέγραψε σε 2 σημεία και δηλώνει την αλλαγή προορισμού ενώ παράλληλα και σε σχέση με τους λόγους αλλαγής του προορισμού δήλωσε ότι η αίτηση έγινε στον Διευθυντή και πιστεύει ότι αυτή επιτράπηκε βάση των φορτωτικών που υπήρχαν καθότι υπήρχε και φορτίου που προοριζόταν για το Iskenderun της Τουρκίας. Ο ΜΚ4 κατέθεσε ως Τεκμήριο 13, την επιστολή ημερ.11/1/2012 του Ανώτερου Τελωνειακού Λειτουργού προς τον Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείου με την οποία τον ενημερώνει για τα διαδραματισθέντα από την άφιξη του πλοίου μέχρι και την δέσμευση του και με την οποία ζητά οδηγίες για τον περαιτέρω χειρισμό. Επιπλέον ο ΜΚ4 κατέθεσε το Τεκμήριο 14 - την ενημέρωση για την άφιξη του πλοίου που στάλθηκε μέσω φαξ, το Τεκμήριο 15 που είναι τα στοιχεία του πλοίου, έντυπο που ετοιμάστηκε για την άφιξη του πλοίου και το οποίο δόθηκε από την κατηγορούμενη. Ο ΜΚ4 αναφέρθηκε επίσης και στην τελική άδεια απόπλου η οποία εκδόθηκε από το Τελωνείο και παραδόθηκε από τον ίδιο τον ΜΚ4 τις πρωινές ώρες της 12ης Ιανουαρίου 2012 στον αντιπρόσωπο της κατηγορούμενης, κο. Δημήτρη και σύμφωνα με την οποία το πλοίο θα έφευγε με προορισμό την Τουρκία, λόγω όμως κακοκαιρίας, το πλοίο ανέμενε το πρωί οπόταν και ανεφοδιάστηκε και αναχώρησε τελικά στις 12/1/2012 και ώρα 13:00.Ο ΜΚ4 επιβεβαιώνει τα όσα ανέφεραν και οι υπόλοιποι μάρτυρες κατηγορίας, ήτοι την ενημέρωση που έλαβαν από τα Μ.Μ.Ε ότι δηλαδή ενώ το πλοίο έλαβε άδεια απόπλου με προορισμό την Τουρκία, τελικά κατέπλευσε στο Tartous της Συρίας και αναφέρει χαρακτηριστικά ότι δεν είχε ενημέρωση άλλη από επίσημη πηγή. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ4, ανέφερε ότι κατά την αναχώρηση του πλοίου κατατέθηκε το έντυπο IMO FAL1, εις το οποίο αναγράφονται τα γενικά στοιχεία του πλοίου και ο προορισμός του ενώ ανάφερε και με βάση την εμπειρία του ποια έγγραφα καταχωρούνται κατά την άφιξη ενός πλοίου. Ιδιαίτερη μνεία έγινε στο έντυπο με αρίθμηση και χαρακτηριστικό ΤΕΛ.34, το οποίο είναι, σύμφωνα με τον ΜΚ4, η εξουσιοδότηση του καπετάνιου προς τον ναυτιλιακό πράκτορα που αντιπροσωπεύει το πλοίο και αναγνώρισε το Τεκμήριο προς αναγνώριση 2, ως την εξουσιοδότηση του καπετάνιου του πλοίου Chariot προς την κατηγορούμενη, η οποία και κατατέθηκε στο Τελωνείο εφόσον υπάρχει και σχετική σφραγίδα. (Τεκμήριο 16). Σε σχέση με το Τεκμήριο 16, ο ΜΚ4 αναφέρει ότι λανθασμένα αναφέρεται σε αυτό η ημερομηνία 2011 (στο τέλος του εντύπου) και θα έπρεπε να αναγράφεται 2012, εφόσον και η σφραγίδα που φέρει είναι ορθή με αναφορά στο
- Σε σχέση με τα έγγραφα τα οποία συμπληρώνονται από τον πράκτορα, ο ΜΚ4 ανέφερε ότι αυτά συμπληρώνονται με πληροφορίες που ο ναυτιλιακός πράκτορας λαμβάνει είτε από τον καπετάνιο είτε από τον ναυλωτή ενός πλοίου. Όσον αφορά την θέση της υπεράσπισης ότι το πλοίο αρχικά κατέπλευσε για Τουρκία και αφού έφυγε από τα χωρικά ύδατα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άλλαξε πορεία ανέφερε ότι εκ των υστέρων το έμαθε από τα ΜΜΕ χωρίς να λάβει επίσημη ανακοίνωση ότι πήγε αλλού ενώ στην ερώτηση εάν γνωρίζει αν οι πληροφορίες που παρείχε η κατηγορούμενη στο Τελωνείο μέσω των εγγράφων που καταχώρησε και συγκεκριμένα για τον απόπλου και το λιμάνι προορισμού ήταν αληθείς ή ψευδείς, ο ΜΚ4 απάντησε «Ορθές οι πληροφορίες, δεν μπορώ να αμφισβητήσω τις πληροφορίες». Κατά την επανεξέταση ο ΜΚ4 διευκρίνισε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο τα στοιχεία ήταν ορθά ή όχι γιατί το πλοίο πήρε έγκριση από τον Διευθυντή του Τμήματος ενώ το ότι η κατηγορούμενη έλαβε τις πληροφορίες από τον καπετάνιο του πλοίου το γνωρίζει από την εμπειρία του και υποθέτει ότι και στην προκειμένη περίπτωση έτσι έγινε. Τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας παρουσιάσθηκε ο κος. Γιώργος Γιάγκου (ΜΚ5). Ο ΜΚ5 εργάζεται στο Υπουργείο Εξωτερικών στην πολιτική διεύθυνση του Υπουργείου στο Τμήμα που καλύπτει θέματα πολυμερών υποθέσεων και θέματα κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας καθώς και περιοριστικά μέτρα της Ε.Ε. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα ακριβή καθήκοντα του και επεξήγησε την διαδικασία επιβολής περιορισμών από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Κατά το 2012 εργαζόταν στο Υπουργείο Εξωτερικών και συγκεκριμένα μέχρι τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους οπόταν και μετατέθηκε στην Γενεύη, ενώ απασχολείται συνολικά στο εν λόγω Υπουργείο από το
- Στην ερώτηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής για το κατά πόσο γνωρίζει για την άφιξη του πλοίου Chariot o MK5 ανέφερε και διευκρίνισε ότι γνωρίζει για την άφιξη του πλοίου όμως τα όσα γνωρίζει δεν τα γνωρίζει από προσωπική εμπλοκή τον κρίσιμο χρόνο αλλά από μελέτη της δημοσιογραφικής κάλυψης και αφού κλήθηκε ως μάρτυρας μετά από μελέτη των απόρρητων φακέλων του Υπουργείου Εξωτερικών στους οποίους βρίσκονται κατατεθειμένα τα έγγραφα που αφορούν το ζήτημα αυτό. Ο ΜΚ5 αναφέρθηκε στην ενημέρωση που έλαβε το Υπουργείο Εξωτερικών περί τον Φεβρουάριο του 2012, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ότι το πλοίο Chariot τελικά κατέπλευσε σε λιμάνι της Συρίας. Ο ΜΚ5 αναφέρθηκε και στις απαγορεύσεις που υπήρχαν σε ισχύ την επίδικη περίοδο σε σχέση με την πώληση όπλων στην Συρία και συγκεκριμένα στις νομικές πράξεις της Ε.Ε. την απόφαση 782 ΚΕΠΑ και τον κανονισμό
- Σύμφωνα με τον ΜΚ5 με βάση αυτά τα 2 νομικά όργανα, επιβαλλόταν το εμπάργκο από όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε. προς την Συρία. Περαιτέρω αναγνώρισε το Τεκμήριο 12 ως περιέχων τα νομικά αυτά όργανα. Μετά την αναφορά του στα γεγονότα που οδήγησαν στην σύλληψη ουσιαστικά του πλοίου και την απαγόρευση απόπλου ο ΜΚ5 αναφέρθηκε στην έκδοση άδειας απόπλου λέγοντας ότι σύμφωνα με την ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών στις 11/1/2012, η οποία βρίσκεται αναρτημένη στην ιστοσελίδα του Υπουργείου, κατόπιν λήψης ενημέρωσης από την πλοιοκτησία του πλοίου, ως τελικός προορισμός αναφέρθηκε λιμάνι της Τουρκίας και όχι της Συρίας και ως εκ τούτου επιτράπηκε στο πλοίο ο απόπλους. Παράλληλα ο ΜΚ5 ανέφερε ότι δεν έχει λόγους να πιστεύει ότι η πληροφόρηση ότι το πλοίο τελικά κατέπλευσε για Συρία είναι λανθασμένη καθότι η πληροφόρηση αυτή λήφθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή η οποία είναι αξιόπιστη λέγοντας μάλιστα ότι το συγκεκριμένο θέμα συζητήθηκε και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όπου δεν αμφισβητήθηκε η κατάληξη του πλοίου Chariot στην Συρία. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ5 ανέφερε ότι με βάση σημειώματα στους απόρρητους φακέλους του Υπουργείου, η απόφαση να επιτρέψουν στο πλοίο να φύγει λήφθηκε κατόπιν ενημέρωσης από τους πλοιοκτήτες του συγκεκριμένου πλοίου. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΚ5, η Κατηγορούσα Αρχή ολοκλήρωσε την παρουσίαση της υπόθεσης της και αφού το Δικαστήριο άκουσε την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Υπεράσπισης με βάση το άρθρο 74 του Κεφ.155 για την μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορούμενης αλλά και την θέση της Κατηγορούσας Αρχής περί τούτου, με ενδιάμεση απόφαση του, κάλεσε την κατηγορούμενη σε απολογία αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της. Πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης κλήθηκε να καταθέσει ο κος. Δημήτρης Γεωργίου (ΜΥ1). Ο ΜΥ1 κατέθεσε για σκοπούς κυρίως εξέτασης του και ως μέρος αυτής γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β). ο ΜΥ1 εργάζεται στην κατηγορούμενη εταιρεία από το 2011 και κατέχει την θέση του βοηθού επιχειρήσεων λιμανιού (Operations Port Assistance). Αφού αναφέρθηκε στην εταιρεία αναφέρθηκε στην επίδικη περίοδο και στο πλοίο Chariot. Σύμφωνα με τον ΜΥ1 κατά τον Ιανουάριο του 2012 η κατηγορούμενη παρείχε υπηρεσίες αντιπροσώπευσης στο πλοίο MV Chariot. Κατά την άφιξη του πλοίου ο ΜΥ1 ανάφερε ότι ήταν ο υπεύθυνος για την συλλογή και υποβολή των απαιτούμενων εγγράφων προς τις αρμόδιες αρχές. Η εταιρεία Ajax Offshore Bunkering Ltd συμφώνησε όπως εφοδιάσει το πλοίο με πετρέλαιο κατά την άφιξη του στην Λεμεσό και μέσω αυτής της εταιρείας οι πλοιοκτήτες επικοινώνησαν με την κατηγορούμενη και συμφώνησαν όπως τους παρασχεθούν υπηρεσίες αντιπροσώπευσης κατά τον κατάπλου και απόπλου του πλοίου. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, με τον όρο υπηρεσίες αντιπροσώπευσης εννοείται ότι η κατηγορούμενη θα ήτο υπεύθυνη να υποβάλει όλα τα απαραίτητα έγγραφα προς τις αρμόδιες αρχές για σκοπούς κατάπλου και απόπλου. Ο ΜΥ1 αναφέρθηκε γενικά στις περιπτώσεις που πλοίο φτάνει στο αγκυροβόλιο Λεμεσού μόνο για ανεφοδιασμό, λέγοντας ότι η συνήθης πρακτική που ακολουθείται είναι να λαμβάνονται στοιχεία από το ίδιο το πλοίο ή ακόμα και τους πλοιοκτήτες τα οποία και παραδίδονται στις αρχές είτε δια χειρός είτε μέσω τηλεομοιότυπου και στην περίπτωση που απαιτούνται περαιτέρω έγγραφα τα ζητούν είτε από το πλοίο είτε από τους πλοιοκτήτες και τα προσκομίζουν. Μέσα στα στοιχεία αυτά που η κατηγορούμενη ζητά από το πλοίο ή τους πλοιοκτήτες είναι και το επόμενο λιμάνι προορισμού για να εκδοθεί η σχετική άδεια απόπλου. Με αναφορά στο έντυπο IMO GENERAL DECLARATION - ΔΗΛΩΣΗ ΑΦΙΞΗΣ, ο ΜΥ1 αναφέρθηκε στα στοιχεία που περιέχονται σε αυτό και στο ότι στις πλείστες των περιπτώσεων τα στοιχεία αυτά προέρχονται είτε από τον καπετάνιο του πλοίου, ή τους πλοιοκτήτες ή τους αντιπροσώπους τους και με βάση τα στοιχεία αυτά υποβάλλεται η δήλωση συμπληρωμένη και υπογεγραμμένη από τον καπετάνιο του πλοίου. Ακολούθως ο ΜΥ1 αναφέρθηκε με αναλυτική περιγραφή στο σύνολο των εγγράφων που τους παρέδωσαν εκπρόσωποι των πλοιοκτητών του πλοίου. Επιπλέον είχαν ως εταιρεία επικοινωνία με κάποιο Serge Cherkasov, o οποίος σύμφωνα με τον ΜΥ1 ενεργούσε εκ μέρους των πλοιοκτητών και αφού συμπληρώθηκε η δήλωση άφιξης με λιμάνι επόμενο προορισμού το λιμάνι Tartous της Συρίας όλα τα έγγραφα που τους στάλθηκαν κατατέθηκαν στην ΑΛΚ η οποία και εξέδωσε την άδεια απόπλου. Ο ΜΥ1 διευκρινίζει ότι όλα τα έγγραφα που αναφέρει καταχωρήθηκαν με βάση την αρχική πληροφόρηση που είχαν ότι το πλοίο αρχικά θα έφτανε στις 7/1/
- Περαιτέρω ο ΜΥ1 αναφέρεται στην ακύρωση της άδειας απόπλου λόγω της μη άφιξης του πλοίου στις 7/1/2012 και παρουσιάζει, ως Τεκμήρια, ηλεκτρονικά μηνύματα από τον καπετάνιο ότι λόγω κακοκαιρίας το πλοίο θα έφθανε τελικά στις 10/1/
- Με την άφιξη του πλοίου ο ΜΥ1 αναφέρει ότι ο καπετάνιος παρέδωσε στην κατηγορούμενη και δήλωση άφιξης υπογεγραμμένη από τον ίδιο και αναφέρεται στην απαγόρευση απόπλου του πλοίου λόγω της ύπαρξης του συγκεκριμένου φορτίου σε συνδυασμό με το λιμάνι προορισμού. Ο ΜΥ1 ακολούθως αναφέρεται στην ενημέρωση που έλαβε η κατηγορούμενη εταιρεία για την απαγόρευση του απόπλου και την ενημέρωση που η εταιρεία ακολούθως έκανε προς τους πλοιοκτήτες αλλά και τον καπετάνιο του πλοίου. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, ο Serge Dheskasov απέστειλε στην εταιρεία ηλεκτρονικό μήνυμα εις το οποίο αναφέρεται ότι μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως λιμάνι προορισμού οποιοδήποτε από τα λιμάνια Tartous ή Iskenderun. Του ηλεκτρονικού μηνύματος, σύμφωνα με τον ΜΥ1 ακολούθησε διαβεβαίωση του καπετάνιου ότι το επόμενο λιμάνι προορισμού θα ήταν το λιμάνι Iskenderun της Τουρκίας οπόταν και ο ίδιος ο καπετάνιος τους παρέδωσε νέο IMO General Declaration με προορισμό το λιμάνι αυτό το οποίο και η εταιρεία παρέδωσε στις αρμόδιες αρχές. Μαζί με το πιο πάνω έντυπο και σύμφωνα με τον ΜΥ1, ο καπετάνιος παρέδωσε στην εταιρεία το διοριστήριο αντιπροσώπου και τα δηλωτικά φορτίου. Η θέση του ΜΥ1 σε ότι αφορά τον ρόλο της κατηγορούμενης ως ναυτιλιακού πράκτορα είναι ότι αυτός περιορίζεται ουσιαστικά στην ετοιμασία και υποβολή των εγγράφων με πληροφορίες που λαμβάνονται είτε από τον καπετάνιο, είτε την πλοιοκτήτρια ή διαχειρίστρια εταιρεία είτε αντιπροσώπους αυτών. Με αναφορά στην συγκεκριμένη περίπτωση ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι όλες οι πληροφορίες και οδηγίες λήφθηκαν από τους αντιπρόσωπους των πλοιοκτητών αλλά και από τον ίδιο τον καπετάνιο του πλοίου που είναι και ο κατ' εξοχήν αρμόδιος σε τέτοιου είδους ζητήματα. Ο ΜΥ1 έκανε ιδιαίτερη αναφορά και στην φορτωτική που τους προσκομίστηκε από το πλοίο σύμφωνα με την ποία υπήρχε φορτίο και για την Τουρκία οπότε θα μπορούσε το πλοίο και αρχικά να δήλωνε ως λιμάνι προορισμού την Τουρκία και από εκεί να κατέπλεε για Συρία εφόσον σύμφωνα με τον ΜΥ1 η απόσταση μεταξύ των 2 λιμανιών είναι σχετικά μικρή και βρίσκονται περαιτέρω σε σχέση με την Κύπρο προς την ίδια κατεύθυνση. Ο ΜΥ1 επιβεβαιώνει τα όσα οι μάρτυρες κατηγορίας ανέφεραν για την τελική κατάληξη του πλοίου προς το λιμάνι της Συρίας, γεγονός που έμαθαν από τα ΜΜΕ. Σύμφωνα με τον ΜΥ1 η κατηγορούμενη δεν θα μπορούσε να ξέρει αν οι πληροφορίες που έλαβαν από τον ίδιο τον καπετάνιο αναφορικά με το λιμάνι προορισμού ήταν ορθές ή όχι και δεν είχε και οποιοδήποτε τρόπο να ελέγξει αυτές. Συμπληρώνοντας τα όσα ανέφερε στην γραπτή του δήλωση ο ΜΥ1, τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του κατέθεσε τα Τεκμήρια 17 -
- Ως Τεκμήρια 24, 25 και 26 ο ΜΥ1 κατέθεσε την αλληλογραφία που είχε τόσο με τον εκπρόσωπο του πλοιοκτήτη όσο και με τον καπετάνιο του πλοίου ενώ παράλληλα αναγνώρισε και επεξήγησε τα τεκμήρια που κατατέθηκαν από τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1, αναφέρθηκε στην παραλαβή των εγγράφων που κατατέθηκαν, ποια από αυτά λήφθηκαν πριν την άφιξη του πλοίου και ποια κατά την άφιξη του ενώ για το Τεκμήριο 7 ανέφερε ότι είναι το 2ο IMO Declaration το οποίο συμπληρώθηκε μετά που αποφασίσθηκε το πλοίο να καταπλεύσει στην Τουρκία. Για την σφραγίδα της κατηγορούμενης επί του Τεκμηρίου αυτού, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι επειδή το έντυπο ετοιμάστηκε και στάλθηκε με φαξ και η σφραγίδα δεν φαινόταν καλά, του ζήτησαν από την ΑΛΚ να θέσει και την σφραγίδα της εταιρείας εφόσον δέχονται υπογραφή και σφραγίδα στο έντυπο αυτό και από τον ναυτιλιακό πράκτορα. Συμφώνησε δε με την υποβολή της Κατηγορούσας Αρχής ότι το έντυπο τους αποστάληκε συμπληρωμένο και αυτοί το πιστοποίησαν και το υπέβαλαν ενώ παράλληλα αρνήθηκε την θέση ότι η κατηγορούμενη με την σφράγιση του εντύπου αυτού δεσμεύτηκε ότι οι πληροφορίες είναι αληθείς, λέγοντας δε ότι αυτός που δεσμεύτηκε είναι ο καπετάνιος ο οποίος και το συμπλήρωσε. Μεγάλο κεφάλαιο της αντεξέτασης αποτέλεσε το ζήτημα των φορτωτικών του πλοίου και ιδιαίτερα το Τεκμήριο 22 για το οποίο αποτέλεσε θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι είναι εκ των υστέρων κατασκεύασμα, ενώ ο ΜΥ1 επέμεινε στην θέση του ότι το έγγραφο αυτό αποστάληκε στην κατηγορούμενη πριν την άφιξη του πλοίου με ηλεκτρονικό μήνυμα. Περαιτέρω αναφορικά με τα bill of lading και τα Cargo Manifest που κατατέθηκαν ο ΜΥ1 ξεκαθάρισε την θέση του ότι πριν την άφιξη του πλοίου η κατηγορούμενη γνώριζε ότι υπήρχαν 2 φορτία προοριζόμενα σε 2 διαφορετικούς προορισμούς. Ένα φορτίο για την Συρία και ένα για την Τουρκία. Σύμφωνα με τον ΜΥ1 το ένα bill of lading αφορά το ένα cargo manifest και το άλλο αφορά το επικίνδυνο φορτίο με προορισμό την Συρία ταυτίζοντας το Τεκμήριο 21 ως το συνοδευτικό του Τεκμηρίου 22 υπήρχαν 2 φορτία για αυτό υπήρχαν και τα cargo manifest και τα bill of lading εις διπλούν. Στην ερώτηση γιατί ενώ τα 2 φορτία φαίνεται να έχουν την ίδια περιγραφή και το ένα μόνο να χαρακτηρίζεται ως επικίνδυνο, ο ΜΥ1 απάντησε ότι δεν μπορεί να ξέρει αν είναι τα ίδια και δεν ελέγχει, αφού ο δικός τους ρόλος περιορίζεται ως ρόλος μεσάζοντα να παραδώσει έγγραφα στις Αρχές, πράγμα το οποίο έπραξε και στην προκειμένη περίπτωση που ουδέποτε τους ζητήθηκε κάτι άλλο να παραδώσουν περαιτέρω δε αφού τα παρέδωσε καμία ένσταση δεν υποβλήθηκε από καμία αρχή. Η τελική θέση της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ότι το Τεκμήριο 20 και 27 κατατέθηκαν αρχικά πριν την άφιξη του πλοίου και αφού εκδόθηκε η απαγόρευση λόγω του εμπορεύματος, η κατηγορούμενη καταχώρησε το Τεκμήριο 21 και 22 με σκοπό την έκδοση άδειας απόπλου για Τουρκία. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε την θέση αυτή λέγοντας ότι όλα τα τεκμήρια που αναφέρθηκαν 27, 20, 21 και 22 παραδόθηκαν στις αρχές πριν την άφιξη του πλοίου. Σε σχέση με την αλλαγή προορισμού, ο ΜΥ1 επέμεινε στην θέση του ότι έλαβαν οδηγίες από τον αντιπρόσωπο των πλοιοκτητών να αλλάξουν λιμάνι προορισμού, το IMO Declaration, συμπληρώθηκε από τον ίδιο τον Καπετάνιο του πλοίου και αρνήθηκε την υποβολή ότι εσκεμμένα άλλαξαν λιμάνι με σκοπό να «ρίξουν στάχτη» στα μάτια των αρμόδιων αρχών και αποποιούμενη η κατηγορούμενη των ευθυνών της ισχυρίζεται πλέον ότι ο πλοίαρχος συμπλήρωσε το 2ο IMO Declaration. Αναφορικά με τα έγγραφα που παρέλαβαν και το κατά πόσο τους εγέρθηκαν οιεσδήποτε υποψίες ο ΜΥ1 απάντησε ότι δεν δύναται να προβαίνει σε τέτοιους ελέγχους εφόσον και οι ίδιες οι αρχές που παρέλαβαν τα ίδια τα έγγραφα δεν υποψιάστηκαν κάτι αλλά αντίθετα εξέδωσαν άδεια απόπλου. Ο ΜΥ1 καθ'όλη την διάρκεια της αντεξέτασης του αρνήθηκε ότι είχαν γνώση της αλλαγής πορείας του πλοίου και οποιοδήποτε δόλο ή πρόθεση να ξεγελάσουν τις αρχές για να εκδώσουν άδεια απόπλου. Εκ μέρους της Υπεράσπισης δεν κατέθεσε άλλος μάρτυρας και η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε με τις τελικές αγορεύσεις των μερών. ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Αμφότερες οι αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων βρίσκονται κατατεθειμένες στον φάκελο του Δικαστηρίου, έχουν μελετηθεί δεόντως και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν αυτούσιες, παρατίθενται εδώ τα κυριότερα σημεία αναφοράς τους: Στην τελική του εισήγηση ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης καταχώρησε γραπτή αγόρευση, Έγγραφο «Γ». Σύμφωνα με την εισήγηση του κου. Δαμιανού, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου η κατηγορούμενη θα πρέπει να αθωωθεί. Στην αναλυτική ομολογουμένως γραπτή του αγόρευση, ο ευπαίδευτος συνήγορος αναφέρεται στην νομική πτυχή των 2 αδικημάτων που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο και στα συστατικά τους στοιχεία καθώς και σε ανάλυση της δοθείσας μαρτυρίας. Συνοπτικά αναφορικά με το 1ο αδίκημα η θέση και εισήγηση της Υπεράσπισης είναι ότι δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό η απαιτούμενη πρόθεση (mens rea) της κατηγορούμενης να υποβάλει ψευδή δήλωση ενώ σε σχέση με την 2η κατηγορία, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο από την μαρτυρία όλων των μαρτύρων κατηγορίας προέκυψε ότι η κατηγορούμενη καταχώρησε όλα τα απαιτούμενα έγγραφα κατά τον απόπλου ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται αδίκημα. Από την άλλη πλευρά, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, στην προφορική της αγόρευση, εισηγείται ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία η οποία θα πρέπει να κριθεί ως πλήρως αξιόπιστη, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται η κατηγορούμενη. Σύμφωνα με την κα. Σιακαλλή, τα πλείστα γεγονότα είναι κοινώς παραδεκτά και από τις δυο πλευρές με ουσιώδη διαφορά την γνώση της κατηγορούμενης για τον προορισμό του πλοίου Chariot. Η γνώση αυτή της κατηγορούμενης, αποδεικνύεται σύμφωνα με την ευπαίδευτη συνήγορο από τα κατατεθέντα Τεκμήρια με βάση τα οποία η εταιρεία γνώριζε ότι υπήρχαν 2 φορτωτικές, με το ίδιο εμπόρευμα για το ίδιο λιμάνι, στοιχεία τα οποία είναι ικανά να αποδείξουν την ψευδή συμπεριφορά και/ή την πρόθεση για καταδολίευση από μέρους της κατηγορούμενης. Αναφορικά με το 2ο αδίκημα είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι η παράλειψη υποβολή του αληθούς λιμανιού προορισμού στην δήλωση αναχώρησης συνιστά παράλειψη υποβολής δήλωσης και περαιτέρω ότι το αδίκημα αυτό συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης τα συστατικά στοιχεία του οποίου έχουν αποδειχθεί. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχη την κατηγορούμενη και στις 2 κατηγορίες που αυτή αντιμετωπίζει. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων που συνοπτικά αναλύθηκε ανωτέρω βρίσκεται αυτούσιο καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του από το Δικαστήριο. Αναφορά θα γίνει εκεί που κριθεί αναγκαίο τόσο σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και για το κατά πόσο έχει στοιχειοθετήσει τις θέσεις της η κάθε πλευρά ξεχωριστά. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφέρω και να τονίσω ότι πολλά από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση και αυτό προκύπτει κυρίως μέσα από την πορεία την ακρόασης, την γραμμή υπεράσπισης που ακολουθήθηκε αλλά και τα όσα οι μάρτυρες τόσο της Κατηγορούσας Αρχής όσο και της Υπεράσπισης ανέφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνεται δε από την αρχή ότι δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούμενη, η ύπαρξη σχέσης ναυτιλιακού πράκτορα - πελάτη με το πλοίο Chariot, ότι το πλοίο θα κατέφθανε στις 7/1/2012 και τελικά κατέπλευσε στην Λεμεσό στις 10/1/2012. Η προεκδοθείσα άδεια απόπλου για την Συρία ακυρώθηκε μετά την μη έλευση του πλοίου στις 7/1/2012 και μετά την άφιξη του στην Κύπρο στις 10/1/2012 τέθηκε υπό απαγόρευση ήτοι απαγορεύθηκε ο απόπλους λόγω του εμπάργκο που υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο δυνάμει των αποφάσεων της Ε.Ε. Περαιτέρω δεν αμφισβητείται η αλλαγή προορισμού και η δήλωση ότι επόμενο λιμάνι θα ήταν το λιμάνι Iskenderun της Τουρκίας με βάση και την οποία εκδόθηκε τελικά άδεια απόπλου με συνέπεια το πλοίο τελικώς να αναχωρήσει από την Κύπρο. Το ουσιαστικά αμφισβητούμενο στοιχείο που θα κρίνει την 1η κατηγορία είναι ουσιαστικά η γνώση ή μη της εταιρείας για το αληθές επόμενο λιμάνι προορισμού και η ύπαρξη ή μη πρόθεσης στην αλλαγή λιμανιού με σκοπό να εκδοθεί άδεια απόπλου. Αμφισβητούμενο αποτελεί επίσης και το κατά πόσο η κατηγορούμενη υπέβαλε την απαραίτητη, δυνάμει των σχετικών κανονισμών, δήλωση κατά την αναχώρηση του πλοίου Chariot - 2η κατηγορία. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Ο ΜΚ1 παρά την μακράν μαρτυρία του ουσιαστικά επιβεβαίωσε τα γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητούνται αλλά και την χρονολογική σειρά αυτών ως έλαβαν χώρα. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν είχε άμεση ανάμειξη με τα επίδικα γεγονότα και περιορίστηκε στην κατάθεση εγγράφων. Τόνισε δε ότι τα όσα γνωρίζει προκύπτουν και μέσα από την μελέτη του φακέλου στην οποία προέβη πριν έρθει για να καταθέσει. Παρά το γεγονός ότι υπέπεσε σε κάποιες αντιφάσεις οι οποίες αφορούν κυρίως το είδος και την ονομασία των κατατεθέντων εγγράφων αλλά και την ύπαρξη φορτίου ή μη για Τουρκία επί του πλοίου, οι αντιφάσεις αυτές κρίνω ότι δεν ήταν τέτοιες που να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του αλλά ήταν κενά τα οποία υπήρχαν λόγω της μη άμεσης ανάμειξης του με την υπόθεση και την άγνοια ουσιωδών γεγονότων από πλευράς του. Από την αντεξέταση του μάρτυρα αυτού διαφάνηκε η πρόθεση του να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια αναφέροντας ότι όλα τα απαραίτητα έγγραφα που έπρεπε να καταχωρήσει η κατηγορούμενη κατά τον απόπλου του πλοίου βρίσκονταν στον φάκελο. Ως εκ τούτου κρίνω ότι ο ΜΚ1 ήταν καθόλα αξιόπιστος και κάνω αποδεκτή την μαρτυρία του όμως οφείλω να πω και να τονίσω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν ουσιώδης για την υπόθεση και τα αμφισβητούμενα στοιχεία αυτής, πέραν βέβαια της κατάθεσης των εγγράφων ως Τεκμήρια. Σε αντίθεση με τον ΜΚ1, ο ΜΚ2 ήταν ένας από τους βασικότερους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, ο οποίος φαίνεται να είχε και άμεση εμπλοκή και ανάμειξη με τα ουσιώδη γεγονότα. Ο ΜΚ2 έκανε στο Δικαστήριο καλή εντύπωση. Αυτό που απεκόμισε το Δικαστήριο από την όλη στάση, απαντήσεις και συμπεριφορά του ΜΚ2 στο εδώλιο του μάρτυρα, είναι η διάθεση να αναφέρει με απλές αναφορές τα γεγονότα ως αυτά αποτυπώθηκαν στην μνήμη του, χωρίς υπερβολές και χωρίς να εντοπίσω πρόθεση να επιδιώξει πάση θυσία την καταδίκη της κατηγορούμενης. Ο ΜΚ2 διαφώτισε το Δικαστήριο σε σχέση με τις διαδικασίες και την ακολουθούμενη πρακτική κατά την άφιξη ενός πλοίου αλλά και κατά την αναχώρηση του ταυτίζοντας τις ενέργειες αυτές και με αναφορά στην επίδικη περίπτωση. Πέραν από την επιβεβαίωση των μη αμφισβητούμενων γεγονότων, ο ΜΚ2, αναφέρεται στην πρόθεση της κατηγορούμενης εταιρείας λέγοντας χαρακτηριστικά σε ότι αφορά την υποβολή ότι η κατηγορούμενη ενήργησε με βάση οδηγίες του καπετάνιου του πλοίου καθώς επίσης και των πλοιοκτητών ότι: «Δεν έχω λόγους να διαφωνώ με τα λεγόμενα σας». Περαιτέρω σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του στην υποβολή ότι η κατηγορούμενη υπέβαλε όλα τα απαραίτητα έγγραφα στις αρχές ενεργώντας καλή τη πίστη ο ΜΚ2 απάντησε: «Δεν μπορώ να γνωρίζω τις προθέσεις της εταιρείας. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι η εταιρεία στην διαχρονική μας συνεργασία ενεργεί καλή τη πίστη, χωρίς προηγούμενα». Περαιτέρω ο ΜΚ2 συμφώνησε με την υποβολή ότι η κατηγορούμενη δεν μπορούσε να γνωρίζει αν οι πληροφορίες που έλαβε για σκοπούς εγγράφων ήταν ορθές ή αληθείς ενώ παράλληλα συμφώνησε με την υποβολή ότι το πλοίο κατέπλευσε με προορισμό το Iskenderun και αφού έφυγε από τα χωρικά ύδατα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άλλαξε διαδρομή. Επιπλέον ο ΜΚ2 ανέφερε ότι στους κανονισμούς της ΑΛΚ δεν υπάρχει υποχρέωση του ναυτιλιακού πράκτορα να ενημερώσει την ΑΛΚ, αν το πλοίο μετά την αναχώρηση του από το Λιμάνι Λεμεσού, αλλάξει προορισμό ακόμα δε και στο στάδιο της επανεξέτασης του ανέφερε ότι, θεωρητικά η εταιρεία θα μπορούσε να γνωρίζει, αν οι πληροφορίες ήταν ορθές η μη. Σημαντική ήταν επίσης και η αναφορά του ΜΚ2 στους λόγους αποδέσμευσης του πλοίου και την έκδοση άδειας απόπλου λέγοντας ότι τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν νοουμένου ότι επί του πλοίου βρισκόταν και εμπόρευμα για Τουρκία είχαν μια αληθοφάνεια και ως εκ τούτου αποδέσμευσαν το πλοίο. Ο ΜΚ2 δημιούργησε την εντύπωση ενός ειλικρινούς ανθρώπου που κατέθεσε με αναφορά στα γεγονότα όλα όσα θυμόταν και γνώριζε λόγω και της προσωπικής του ανάμειξης, συνεπώς η μαρτυρία του κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο ΜΚ3, ως μάρτυρας γεγονότων στο βαθμό που του επέτρεπε η προσωπική του ανάμειξη στην υπόθεση έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο χωρίς όμως η μαρτυρία του να χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα διαφωτιστική για την διαφορά των μερών και τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Αυτό που προκύπτει από την μαρτυρία του είναι η έκταση που έλαβε η υπόθεση σε σχέση με τον χειρισμό της από τα αρμόδια Τμήματα, το ότι οι οδηγίες δίδονταν σε συνεννόηση με το αρμόδιο Υπουργεί Εξωτερικών ακόμα και το Προεδρικό και η απάντηση του μάρτυρα κατά την αντεξέταση ότι δεν γνωρίζει αν κατατέθηκε η σχετική δήλωση προς την ΑΛΚ για αναχώρηση και αν αυτή ήταν ψευδής ή αληθής. Στο μέτρο που ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα η μαρτυρία του κρίνεται ως αξιόπιστη. Ο ΜΚ4 παρουσίασε, ως φαίνεται από την σύνοψη της μαρτυρίας ανωτέρω, τα όσα διαδραματίστηκαν κυρίως από πλευράς διαδικασίας μετά την άφιξη του πλοίου στο αγκυροβόλιο Λεμεσού. Η μαρτυρία του συνάδει πλήρως με τα όσα οι άλλοι ΜΚ ανέφεραν σε ότι αφορά τα γεγονότα με ιδιαίτερη έμφαση στην δική του ειδικότητα και καθήκοντα. Ο ΜΚ4 κρίνεται ως αξιόπιστος και έκανε επίσης καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις η να καταφύγει σε υπερβολές. Περαιτέρω διέκρινα μια ειλικρίνεια σε ότι αφορά τις αναφορές του στα γεγονότα αλλά και τις απόψεις του λέγοντας ακόμη κατά την αντεξέταση σε υποβολή κατά πόσο γνωρίζει αν οι πληροφορίες που παρείχε η εταιρεία στο Τελωνείο ήταν αληθείς ή ψευδείς ότι: «Ορθές οι πληροφορίες, δεν μπορώ να αμφισβητήσω τις πληροφορίες». Επίσης η μαρτυρία του ΜΚ4 γίνεται αποδεκτή. Η παρουσία του ΜΚ5 ως μάρτυρα κατηγορίας, επιβεβαιώνει την έκταση που φαίνεται ότι είχε λάβει τουλάχιστον σε διπλωματικό επίπεδο και επίπεδο διεθνών σχέσεων η άφιξη του πλοίου στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ο ΜΚ5 βεβαίως αναφέρθηκε ως φαίνεται και ανωτέρω στην σύνοψη της μαρτυρίας, στα όσα διαδραματίστηκαν σε επίπεδο πολιτικής δράσης, την ανάμειξη του Υπουργείου Εξωτερικών και τις διεθνείς και ευρωπαϊκές απαγορεύσεις που ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο. Ο ΜΚ5 άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Σημαντική ήταν και η αναφορά του στην επίσημη θέση του Υπουργείου Εξωτερικών για τους λόγους της απόφασης για τελική αποδέσμευση του πλοίου, που σύμφωνα με τον ίδιο ήταν η λήψη ενημέρωσης από τους πλοιοκτήτες ότι τελικός προορισμός αναφέρθηκε λιμάνι της Τουρκίας και όχι της Συρίας για την οποία και ίσχυαν οι εν λόγω απαγορεύσεις. Συνεπώς και η μαρτυρία του ΜΚ5 κρίνεται ως πλήρως αξιόπιστη και ως τέτοια γίνεται αποδεκτή. Αναφορικά με το μάρτυρα Υπεράσπισης, ΜΥ1, πρέπει να αναφέρω ότι η γενική εικόνα που το Δικαστήριο απεκόμισε για το πρόσωπο του ήταν θετική. Ο ΜΥ1, παρατήρησα και διαπίστωσα ότι απάντησε με ευθύτητα και αμεσότητα στις ερωτήσεις που του τέθηκαν τόσο κατά την κυρίως εξέταση του, όσο και κατά την αντεξέταση του, χωρίς βεβαίως να παραβλέπω κάποιες αντιφάσεις εις τις οποίες περιέπεσε. Οι αντιφάσεις αυτές έχουν τύχει λεπτομερούς εξέτασης και μελέτης από το Δικαστήριο αλλά καταλήγω ότι αυτές δεν ήταν τέτοιας φύσης και βαθμού ώστε να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του. Στο σημείο αυτό λαμβάνω υπόψη μου βεβαίως και την θέση της νομολογίας ότι λαμβάνεται υπόψη η ανθρώπινη δυνατότητα μνήμης μετά την παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήματος ιδιαίτερα σε ζητήματα λεπτομερειών. Βεβαίως η αρχή αυτή ισχύει και για τους μάρτυρες κατηγορίας. Δεν παραβλέπω ότι τα επίδικα γεγονότα έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο του 2012 ενώ οι μάρτυρες κλήθηκαν να καταθέσουν το 2015, ήτοι 3 και πλέον χρόνια μετά, συνεπώς σε συνδυασμό με την σωρεία εγγράφων που κατατέθηκαν, έγγραφα τα οποία είναι εξειδικευμένα, κρίνω ότι οι μερικές αντιφάσεις σε ειδικά ζητήματα ανάλυσης εγγράφων είναι λογικές και ανθρώπινες και όχι επιτηδευμένες και σε τέτοιο βαθμό αναξιόπιστες που να μπορούσαν να οδηγήσουν σε απόρριψη της μαρτυρίας τους. Ο ΜΥ1 κρίνω ότι ανέφερε τα γεγονότα ως αυτά έλαβαν χώρα, και τα οποία σημειώνω ότι στον βασικό τους κορμό, είναι κοινώς αποδεκτά από τις 2 πλευρές, και καταλήγω ότι η οποιαδήποτε αντίφαση εις την οποία περιέπεσε κυρίως σε σχέση με την αναφορά στην ομοιότητα ή μη των φορτίων και κατά πόσο αυτά ήταν τελικά ή όχι τα ίδια δεν ήταν ουσιώδης, ούτε τέτοιας φύσης που να οδηγεί σε απόρριψη της μαρτυρίας του έστω και μερικώς. Λαμβάνω βεβαίως υπόψη μου ότι το πρόσωπο αυτό ήταν ο υπάλληλος της κατηγορούμενης, που κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε άμεση εμπλοκή και ανάμειξη με τα επίδικα ζητήματα και γεγονότα και ήταν το πρόσωπο που κατέθεσε στις αρμόδιες αρχές αιτήσεις και έγγραφα καθώς επίσης και το πρόσωπο που φέρεται να είχε επικοινωνία με τον πλοίαρχο του πλοίου και τους πλοιοκτήτες τούτου. Περαιτέρω καταλήγω ότι το πρόσωπο αυτό, ενήργησε εκ μέρους της κατηγορουμένης και ως υπάλληλος αυτής, εντός των πλαισίων των καθημερινών καθηκόντων του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία, της αποδεκτής μαρτυρίας καθώς και των γεγονότων που δεν αμφισβητήθηκαν καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο και σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: - Η κατηγορούμενη είναι εταιρεία, δεόντως εγγραμμένη στην Κύπρο η οποία κατά τον ουσιώδη για την υπόθεση χρόνο ασκούσε εργασίες παροχής υπηρεσιών ναυτιλιακού πράκτορα στην Λεμεσό. - Η κατηγορούμενη είχε σχέση ναυτιλιακού πράκτορα με το πλοίο Chariot, το οποίο θα κατέπλεε στο λιμάνι Λεμεσού, αρχικά στις 7/1/2012, και για το οποίο και αφού κατέθεσε σχετικά έγγραφα στις αρμόδιες Αρχές, εκδόθηκε άδεια απόπλου, με βάση το Τεκμήριο 2, για το λιμάνι Tartous, της Συρίας. - Λόγω καθυστέρησης και με προβολή της αιτίας της κακοκαιρίας το πλοίο δεν έφτασε στο λιμάνι Λεμεσού στις 7/1/2012 και ως εκ τούτου η προεκδοθείσα άδεια απόπλου ακυρώθηκε. (Τεκμήριο 6). - Τελικώς το πλοίο Chariot, έφτασε στο αγκυροβόλιο Λεμεσού στις 10/1/2012. Με την άφιξη του πλοίου, οι αρμόδιες αρχές, περιλαμβανομένων της ΑΛΚ, του Τελωνείου και της Λιμενικής Αστυνομίας και αφού διαπίστωσαν ότι το πλοίο έφερε ως εμπόρευμα πολεμικό υλικό, και είχε προορισμό την Συρία, αφού συσκέφθηκαν και έλαβαν οδηγίες από τους ανώτερους τους, απαγόρευσαν τον απόπλου του πλοίου και προς τούτο άκατος της Λιμενικής Αστυνομίας, επόπτευε το πλοίο κατά την παραμονή του στο Λιμάνι Λεμεσού. - Κατά την διάρκεια της δέσμευσης του πλοίου η κατηγορούμενη εταιρεία, καταχώρησε δήλωση αναχώρησης, ( IMO GENERAL DECLARATION) σύμφωνα με την οποία το πλοίο θα είχε ως επόμενο λιμάνι προορισμού το λιμάνι Iskenderun της Τουρκίας. Τα υποβληθέντα έγγραφα στάλθηκαν στους ανώτερους των αρμοδίων αρχών οι οποίοι έδωσαν οδηγίες όπως εκδοθεί άδεια απόπλου για το λιμάνι της Τουρκίας, χωρίς να προβούν σε αφαίρεση του εμπορεύματος από το πλοίο ή σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. - Εντός του πλοίου υπήρχε εμπόρευμα που σύμφωνα με τα κατατεθειμένα Τεκμήρια είχε προορισμό το λιμάνι Iskenderun της Τουρκίας. Μετά την έκδοση της άδειας απόπλου και αφού το πλοίο ανεφοδιάστηκε, απέπλευσε και έφυγε από τα χωρικά ύδατα της Κυπριακής Δημοκρατίας. - Μέσα από πληροφορίες που λήφθηκαν από τα αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα, οι οποίες διοχετεύτηκαν και στον τοπικό τύπο, το πλοίο Chariot, παρά το ότι έλαβε άδεια απόπλου για την Τουρκία, κατέπλευσε στο λιμάνι Tartous της Συρίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Οι κατηγορίες που η κατηγορούμενη εταιρεία αντιμετωπίζει βασίζονται στην ακόλουθη νομοθεσία: Σύμφωνα με τον αναφερόμενο Κανονισμό 32 των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του Νόμου Περί Αρχής Λιμένων Ν.38/73και του Νόμου Περί Διατυπώσεων Υποβολής Δηλώσεων για πλοία κατά τον κατόπλου η/και τον απόπλου από Λιμένες της Δημοκρατίας, Ν.155
(1)/2003: «Ο ιδιοκτήτης ή ο πράκτορας ή το πρόσωπο που έχει την ευθύνη για οποιοδήποτε σκάφος αναχωρεί από το λιμάνι οφείλει να παραδώσει αμέσως δήλωση στην Αρχή αναφορικά με το σκάφος αυτό που να περιέχει τις πιο κάτω λεπτομέρειες: (α) ........ (β) τον τόπο προς τον οποίον αναχωρεί το σκάφος» Σύμφωνα επίσης με τον αναφερόμενο Κανονισμό 128:
(1)«Οποιοσδήποτε παραβαίνει ή παραλείπει να εφαρμόζει οποιαδήποτε διάταξη των Κανονισμών αυτών ή οποιαδήποτε Διατάγματα, Γνωστοποιήσεις ή οδηγίες που εκδίδονται με βάση τους Κανονισμούς αυτούς, ή όποιος έχει κάτω από τις διαταγές ή τις οδηγίες του οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, και σε γνώση του ή από αμέλεια, επιτρέπει στο πρόσωπο αυτό να παραβαίνει ή να παραλείπει να τηρά οποιαδήποτε διάταξη των Κανονισμών ή των Διαταγμάτων, Γνωστοποιήσεων ή Οδηγιών αυτών που εκδίδονται με βάση τους Κανονισμούς αυτούς είναι ένοχος αδικήματος:
(2)Ο κάθε ένας ο οποίος είναι ένοχος για αδίκημα σύμφωνα με την παράγραφο
(1)του παρόντος Κανονισμού υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν ξεπερνά τα δύο χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν ξεπερνά τις πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Περαιτέρω η 1η κατηγορία βασίζεται και στα άρθρα 297 και 305 του Ποινικού Κώδικα: 297: «Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.»
- Όποιος εσκεμμένα εξασφαλίζει ή αποπειράται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του ή άλλον, εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Από την συνδυασμένη εφαρμογή των πιο πάνω άρθρων προκύπτει ότι αναφορικά με την 1η κατηγορία τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η υποβολή δήλωσης,
- Η δήλωση να είναι ψευδής στην πραγματικότητα,
- Η ψευδής παράσταση στην προκειμένη περίπτωση η δήλωση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης,
- Εκείνος που παριστάνει να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή,
- Με τη ψευδή παράσταση ήτοι με την δήλωση, η κατηγορούμενη, να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο για τον εαυτό του εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό. Μέσα από τα συστατικά στοιχεία αλλά και μέσα από την σχετική νομολογια προκύπτει ότι πέρα από την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος είναι απαραίτητο να υπάρχει και η υποκειμενική υπόσταση από πλευράς κατηγορούμενου (mens rea). Αναφορικά τώρα με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, η οποία μεταγενέστερα προστέθηκε, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, είναι τα ακόλουθα: Η ύπαρξη υποχρέωσης υποβολή δήλωσης από πλευράς κατηγορούμενου, Η παράλειψη υποβολής της δήλωσης αυτής. Στο στάδιο αυτό και μέσα από τον συνδυασμό τόσο των ευρημάτων του Δικαστηρίου, τα οποία προέκυψαν μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία, με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, πρέπει να εξεταστεί το κατά πόσο έχει αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, η διάπραξη των αδικημάτων από την κατηγορούμενη. Ξεκινώντας από την 2η κατηγορία, αυτό που θα πρέπει αρχικά να αναφέρω είναι ότι σε αντίθεση με την 1η, δεν χρειάζεται να αποδειχθεί υποκειμενική υπόσταση, ήτοι πρόθεση, αλλά αρκεί η παράλειψη υποβολής δήλωσης ενώ υπήρχε αυτή η υποχρέωση. Μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία, και κυρίως μέσα από την μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας 1 - 4 (αμφότερων συμπεριλαμβανομένων) προκύπτει ότι η κατηγορούμενη, ως ο ναυτιλιακός πράκτορας του πλοίου Chariot, καταχώρησε και/ή υπέβαλε στις αρμόδιες αρχές, όλα τα απαραίτητα έγγραφα, τα οποία απαιτούνται δυνάμει του Νόμου και κανονισμών, και είναι εμφανές ότι ουδέν έγγραφο απουσίαζε εφόσον μελετώντας τα οι αρμόδιες αρχές εξέδωσαν τελικά άδεια απόπλου. Το πιο πάνω βεβαίως δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, η οποία όμως μέσω της ευπαιδεύτου συνηγόρου της εισηγήθηκε ότι η υποβολή δήλωσης με ψευδές ή μη αληθές λιμάνι προορισμού, ισοδυναμεί ουσιαστικά, με παράλειψη υποβολής δήλωσης και εισηγήθηκε ότι η ορθή ερμηνεία της υποχρέωσης της κατηγορούμενης είναι η υποχρέωση υποβολή δήλωσης με ορθό και αληθές λιμάνι προορισμού. Με όλο τον σεβασμό προς την ευπαίδευτη συνήγορο, δεν μπορώ να συμφωνήσω με την θέση της αυτή ως διατυπώθηκε ενώπιον μου. Η παράλειψη υποβολής δήλωσης δεν μπορεί να ερμηνεύεται κατά τέτοιο ευρύ τρόπο ούτως ώστε να περιλαμβάνει και την υποβολή ψευδούς δήλωσης, ιδιαίτερα όταν επί του κατηγορητηρίου υφίσταται άλλη κατηγορία για την υποβολή ψευδούς δήλωσης. Η αποδοχή της θέσης της Κατηγορούσας Αρχής για την ερμηνεία αυτή θα ισοδυναμούσε με κατάχρηση και ουσιαστικά με ενδεχόμενη καταδίκη της κατηγορούμενης για 2 διαφορετικά αδικήματα βασιζόμενα επί των ιδίων ακριβώς γεγονότων και πράξεων αυτής τα οποία όμως μεταξύ τους είναι αντιφατικά. Αυτό που αποτέλεσε κοινό έδαφος και πεποίθηση όλων των μαρτύρων κατηγορίας, των οποίων η μαρτυρία έγινε αποδεκτή, είναι ότι η κατηγορούμενη καταχώρησε όλα τα έγγραφα που απαιτούντο να υποβληθούν ως εκ τούτου η 2η κατηγορία, κρίνω και καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Συνεπώς η κατηγορούμενη απαλλάσσεται και αθωώνεται στην 2η κατηγορία. Το κατά πόσο τώρα η υποβληθείσα αυτή δήλωση περιείχε ψευδή στοιχεία ή όχι θα εξεταστεί στα πλαίσια εξέτασης της 1ης κατηγορίας. Σε αντίθεση με την 2η κατηγορία, για την στοιχειοθέτηση της 1ης κατηγορίας χρειάζεται να αποδειχθεί και υποκειμενική υπόσταση, ήτοι mens rea, δηλαδή η πρόθεση της κατηγορούμενης να καταθέσει δήλωση με ψευδές ή μη αληθές λιμάνι προορισμού με σκοπό να εξασφαλίσει την άδεια απόπλου. Καταρχήν να αναφέρω ότι μέσα από την δοθείσα μαρτυρία και ιδιαίτερα από την μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας και δει του ΜΚ5 έχει αποδειχθεί, και δεν έχει αμφισβητηθεί ούτε και από την Υπεράσπιση ότι το πλοίο Chariot τελικώς κατέπλευσε προς Συρία. Αυτό που αμφισβητήθηκε έντονα από την Υπεράσπιση και αποτελεί και το ουσιώδες που θα κρίνει την τύχη της 1ης κατηγορίας, είναι η γνώση από πλευράς της κατηγορούμενης για τον τελικό προορισμό του πλοίου και η πρόθεση να υποβάλει δήλωση με λιμάνι άλλο από το πραγματικό με σκοπό να εξασφαλίσει την άδεια απόπλου από τις αρμόδιες αρχές. Μέσα από την μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή, και κυρίως μέσα από την μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, κρίνω ότι το συστατικό αυτό στοιχείο, ήτοι η γνώση για την ψευδή δήλωση, δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό, αντίθετα έχουν δημιουργηθεί τέτοιου βαθμού αμφιβολίες στο Δικαστήριο που δεν είναι δυνατό να καταλήξω σε αντίθετο αποτέλεσμα. Η κατάληξη μου αυτή προέκυψε και μέσα από τις απόλυτες αναφορές κυρίως των μαρτύρων κατηγορίας και ιδιαίτερα του ΜΚ2, στην αληθοφάνεια των στοιχείων που κατατέθηκαν, λόγω της ύπαρξης εμπορεύματος και για Τουρκία, αληθοφάνεια που σύμφωνα με τους μάρτυρες οδήγησε και τις ίδιες τις αρχές, δηλαδή τα καθ' ύλην αρμόδια όργανα, οι οποίες μάλιστα ενεργούσαν και με τις οδηγίες των ανωτέρων τους, να εκδώσουν την άδεια απόπλου. Στην κατάληξη αυτή με οδηγεί και το εξής σκεπτικό και ερώτημα, νοουμένου ότι έχω ήδη κάνει αποδεχτή την θέση του ΜΥ1 ότι τα έγγραφα που παρέδωσε στις αρχές τα είχε παραλάβει πριν την άφιξη του πλοίου, πως είναι δυνατό τα όσα συμπερασματικά κάλεσε το Δικαστήριο η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής να λάβει υπόψη από την σύγκριση των φορτωτικών και την ομοιότητα των εμπορευμάτων, να μην είχαν γίνει ήδη αντιληπτά από τις ίδιες τις Αρχές οι οποίες χειρίστηκαν μάλιστα το όλο ζήτημα και με οδηγίες ακόμα και από το Προεδρικό. Πως είναι δυνατό να καταλήξω σε συμπέρασμα ένοχης διανοίας και πρόθεσης καταδολίευσης από πλευράς της κατηγορούμενης, όταν έχω ενώπιον μου ως αποδεκτή μαρτυρία την θέση του ΜΚ5, ο οποίος με αναφορά στους απόρρητους φακέλους του Υπουργείου Εξωτερικών, αναφέρει ότι εξεδόθη άδεια απόπλου ενόψει και της ενημέρωσης από τους ίδιους τους πλοιοκτήτες ότι το πλοίο θα κατέπλεε στην Τουρκία και όχι στην Συρία. Η θέση αυτή του ΜΚ5, δεν άλλαξε ούτε κατά την επανεξέταση και στηρίζεται και ενισχύεται και από την λοιπή μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας οι οποίοι σε κανένα στάδιο δεν αμφισβήτησαν την αλήθεια των πληροφοριών που έλαβε η κατηγορούμενη από τον πλοίαρχο η την καλή πίστη με την οποία αναγνώρισαν ότι ενεργούσε η κατηγορούμενη. Μέσα από την σύνοψη της μαρτυρίας που ανωτέρω παρέθεσα με αναφορές ακόμα και σε αυτούσια αποσπάσματα από αυτήν κρίνω ότι είναι αδύνατο να προκύψει και πόσο μάλλον πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η γνώση και πρόθεση από πλευράς της κατηγορούμενης ότι το πλοίο δεν θα κατέπλεε προς Τουρκίας ως η δήλωση αλλά προς Συρία. Εύλογο δε ερώτημα προκύπτει και για το πώς θα ήτο δυνατό η κατηγορούμενη να γνώριζε για την τελική πορεία του πλοίου νοουμένου ότι δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση της Υπεράσπισης, αλλά και των ίδιων των μαρτύρων κατηγορίας, ότι το πλοίο άλλαξε προορισμό αφότου, έφυγε από τα χωρικά ύδατα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ παράλληλα καμία θετική μαρτυρία δεν δόθηκε ότι το πλοίο έφυγε από το λιμάνι Λεμεσού με απευθείας πορεία προς την Συρία. Τέθηκε επίσης η θέση από τον ΜΚ2 διευκρινίζοντας κατά την επανεξέταση τα όσα ανέφερε στην αντεξέταση του, ότι θεωρητικά η κατηγορούμενη θα μπορούσε να γνωρίζει αν οι πληροφορίες ήταν ορθές και αληθείς. Τούτο δείχνει παντελή έλλειψη θετικής μαρτυρίας ενώπιον μου για γεγονότα που να μπορούσαν με ασφάλεια να με οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη γνώριζε ή είχε πρόθεση να υποβάλει ψευδή στοιχεία με σκοπό να εξασφαλίσει την άδεια απόπλου. Συνεπώς και με βάση τα όσα ανωτέρω ανέφερε κρίνω και καταλήγω ότι ούτε και η 1η κατηγορία έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό, συνεπώς η κατηγορούμενη απαλλάσσεται και αθωώνεται και στην κατηγορία αυτή. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, κρίνω δίκαιο και εύλογο όπως τα έξοδα επιδικασθούν εναντίον της Κατηγορούσας Αρχής και υπέρ της κατηγορούμενης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο