Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σωτήρης Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 24279/14, 11/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B104 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24279/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και
- Σωτήρης Γεωργίου
- Μιχαήλ Μιχαήλ Ημερομηνία: 11.9.
- Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Α. Σαουρής. Κατηγορούμενος 2 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει στην παρούσα μια κατηγορία παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, κατά παράβαση του άρθρου 122(α) του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος 2 την 20.3.14 στην Λεμεσό, προέβηκε σε πράξη, η οποία ήταν ενδεχόμενο να αποτρέψει τον Χριστάκη Κυριάκου, από την Λεμεσό, να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του στην υπόθεση 16509/13, δηλ. είπε στον πιο πάνω «σε παρακαλώ μην μαρτυρήσεις στην υπόθεση». Μαρτυρία Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας αρχικά κατατέθηκαν εκ συμφώνου 6 τεκμήρια. Δηλώθηκαν δε ως παραδεκτά γεγονότα τα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο 1 (κατάθεση του ανακριτή της υπόθεσης Α/Αστ. 1863 Θ. Θεμιστοκλέους) και στο τεκμήριο 6 (κατάθεση του δημόσιου κατηγόρου Γιάννου Αργυρού). Ως προς τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 6, διευκρινίστηκε ότι οι αναφορές που γίνονται στον Αργυρού από τον Χριστάκη Πέτρου, λέχθηκαν από τον τελευταίο αλλά δεν είναι παραδεκτό ότι είναι και η αλήθεια. Μετά τα πιο πάνω για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης κατέθεσε ένας μάρτυρας. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ακρόαση έγινε αρχικά και για τους δύο κατηγορούμενους. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τους στην κατηγορία που ο καθένας αντιμετώπιζε και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος 1 άλλαξε απάντηση στην κατηγορία που αντιμετώπιζε, αφού αυτή τροποποιήθηκε ενώ ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε όπως τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής, ως εδικαιούτο και δεν κάλεσε μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Χριστάκης Κυριάκου, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 22.7.13 συνελήφθηκε από το ΤΑΕ Λεμεσού, ως ύποπτος σχετικά με δύο υποθέσεις απόπειρας διαρρήξεων μαντρών αυτοκινήτων που έγιναν στη Λεμεσό. Για την ίδια υπόθεση συνελήφθηκαν και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 στην παρούσα. Ο μάρτυρας παρέμεινε υπό κράτηση για την εν λόγω υπόθεση για οκτώ ημέρες για διευκόλυνση των ανακρίσεων. Ακολούθως η Αστυνομία καταχώρησε εναντίον του και των κατηγορουμένων 1 και 2 την ποινική υπόθεση με αριθμό 16509/
- Ο μάρτυρας αφέθηκε ελεύθερος με όρους ενώ οι κατηγορούμενοι έμειναν υπό κράτηση και μεταφέρθηκαν στις Κεντρικές Φυλακές ως υπόδικοι. Η εκδίκαση της υπόθεσης άρχισε στο Δικαστήριο Λεμεσού, αρχές Αυγούστου
- Ο μάρτυρας παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και στις 17.3.14 καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών. Τέθηκε δε στις Κεντρικές Φυλακές προς έκτιση της επιβληθείσας ποινής. Οι κατηγορούμενοι δε παραδέχθηκαν τις κατηγορίες και για αυτούς συνεχίσθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης. Στις 20.3.14, η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και ο μάρτυρας μεταφέρθηκε από τις Κεντρικές Φυλακές (σε ξεχωριστό όχημα από τους κατηγορούμενους) στο Δικαστήριο Λεμεσού, για να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας. Έφθασε στο Δικαστήριο γύρω στις 08:30 και μεταφέρθηκε και τοποθετήθηκε σε κελί του Δικαστηρίου. Οι κατηγορούμενοι μπήκαν σε ξεχωριστό κελί στον ίδιο χώρο που είναι τα κελιά του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα ο μάρτυρας τοποθετήθηκε στο προτελευταίο κελί στην μπροστινή σειρά και ακριβώς στο πίσω κελί, που το χώριζε ένας μόνο τοίχος, τοποθετήθηκαν οι κατηγορούμενοι. Μέχρι να τους πάρουν στην αίθουσα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος 1 άρχισε να βρίζει τον μάρτυρα με διάφορες φράσεις αναφέροντας και το όνομα της φίλης του μάρτυρα με την οποία αυτός διέμενε και επίσης τον απείλησε για να μην καταθέσει ως μάρτυρας στην υπόθεση. Ο κατηγορούμενος 2 δεν έβρισε τον μάρτυρα, ούτε τον απείλησε. Το μόνο που του είπε μόνο μια φορά και σε ήρεμο ύφος ήταν «σε παρακαλώ να μην μαρτυρήσεις στην υπόθεση». Παρά το ότι ο μάρτυρας δεν είχε οπτική επαφή με τους κατηγορούμενους αναγνώρισε την ομιλία τους εφόσον ξέρει την φωνή τους και την ξεχωρίζει. Είναι σε θέση να αναγνωρίσει τις φωνές τους εφόσον με τον μεν κατηγορούμενο 1 γνωρίζονταν από παλιά στις Κεντρικές Φυλακές ενώ τον κατηγορούμενο 2 τον γνώρισε αργότερα όταν συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 1 και έκαναν παρέα. Σε κάποια στιγμή οι αστυνομικοί που ήταν υπεύθυνοι για την φρούρηση στα κρατητήρια του Δικαστηρίου ήρθαν και έκαμαν παρατήρηση στους κατηγορούμενους. Στην συνέχεια την ίδια μέρα ο μάρτυρας και οι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στην αίθουσα του Δικαστηρίου και ο μάρτυρας κατέθεσε εναντίον των κατηγορουμένων ως μάρτυρας στην υπόθεση. Όταν τελείωσε την μαρτυρία του μεταφέρθηκε εκ νέου σε διαφορετικό κελί από τους κατηγορούμενους. Στην συνέχεια ο μάρτυρας μεταφέρθηκε με ξεχωριστό από τους κατηγορούμενους όχημα, στις Κεντρικές Φυλακές στην Λευκωσία. Όταν έφθασαν εκεί ο μάρτυρας μεταφέρθηκε στον χώρο που γίνεται ο έλεγχος των προσώπων που εισέρχονται στις Φυλακές και ανέμενε να τον ελέγξουν. Εκεί βρίσκονταν ήδη οι κατηγορούμενοι με άλλους κρατούμενους. Σε κάποια στιγμή ενώ ο μάρτυρας ήταν όρθιος, ο κατηγορούμενος 2 τον κτύπησε στο πίσω μέρος της κεφαλής του με γροθιά. Επενέβηκαν οι αστυνομικοί που τους συνόδευαν και τον απομάκρυναν από τον μάρτυρα. Ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά τον κτύπησε με τα χέρια στην πλάτη και ο κατηγορούμενος
- Και πάλι επενέβηκαν οι αστυνομικοί και τον απομάκρυναν από τον μάρτυρα. Ακολούθως αφού αυτός ερευνήθηκε από τους δεσμοφύλακες τον μετέφεραν στο φρουραρχείο όπου του ζητήθηκε να κάνει μια έκθεση των γεγονότων. Έτσι έγραψε σε μια κόλλα που του έδωσαν τι συνέβηκε καθόλη την διάρκεια της ημέρας με τους κατηγορούμενους και τους την έδωσε. Στις 24.3.14 ο μάρτυρας μεταφέρθηκε και πάλι στο Δικαστήριο Λεμεσού για να δώσει μαρτυρία για την ίδια υπόθεση. Από τις 20.3.14 δεν συναντήθηκε με τους κατηγορούμενους, ούτε ήρθε σε καμιά επαφή μαζί τους. Για όλα τα πιο πάνω ενημέρωσε σχετικά τον Εισαγγελέα Γιάννο Αργυρού στις 20.3.
- Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, οι θέσεις του ήταν σταθερές, συνεπείς και λογικές, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και η αξιοπιστία του γενικά δεν κλονίσθηκε. Αυτό που εισηγήθηκε σχετικά ο κ. Σαουρής είναι ότι η μαρτυρία αυτού δεν πρέπει να γίνει δεκτή καθότι έρχεται σε αντίθεση με τα όσα αναφέρει ο Αργυρού στην κατάθεση του (τεκμήριο 6), το περιεχόμενο της οποίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, με την διευκρίνιση που αναφέρεται ανωτέρω. Πιο συγκεκριμένα η θέση της υπεράσπισης είναι ότι ο Μ.Κ.1 ανέφερε στον Αργυρού (σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα) ότι δέχθηκε εξυβρίσεις και απειλές και από τους δύο κατηγορούμενους ώστε να μην επηρεαστεί ή να αλλάξει την κατάθεση του στο Δικαστήριο ενώ στην κατάθεση του και στην μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο είπε ότι δεν δέχθηκε απειλές και εξυβρίσεις από τον κατηγορούμενο
- Είναι νομολογημένο ότι σε περίπτωση σύγκρουσης παραδεκτών γεγονότων και μαρτυρίας υπερισχύουν τα πρώτα (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 143). Εδώ όμως δεν παρατηρείται σύγκρουση των δύο αναφορικά με τα ίδια γεγονότα αλλά ουσιαστικά η εισήγηση της υπεράσπισης είναι ότι υπάρχει διάσταση μεταξύ αυτών που ο Μ.Κ.1 ανέφερε στον Αργυρού ως προς τα γεγονότα, με τα γεγονότα που εξέθεσε στην κατάθεση του και στο Δικαστήριο. Το θέμα θα πρέπει λοιπόν κατά την κρίση μου να εξετασθεί στα πλαίσια του κατά πόσο ο Μ.Κ.1 προέβη σε μια προηγούμενη δήλωση ως προς τα γεγονότα, η οποία έρχεται σε αντίθεση με την ένορκη μαρτυρία του στο Δικαστήριο κάτι που έχει να κάνει με την αξιοπιστία του (βλ. Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. v. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628 και Ηροδότου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 175). Θα πρέπει εξετάζοντας τα θέμα κατ' αρχήν να δούμε εάν πράγματι προκύπτει κάποια αντίφαση. Η κατάθεση του Μ.Κ.1, την οποία υιοθέτησε ενόρκως στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως εξέτασης, του λήφθηκε στις 24.3.14 δηλ. 4 μόλις μέρες μετά το επεισόδιο ενώ του Αργυρού (τεκμήριο 6) φέρει ημερομηνία 2.4.14 δηλ. του λήφθηκε 13 μέρες μετά που μίλησε με τον Μ.Κ.1 (στις 20.3.14). Στο τεκμήριο 6 το μόνο που αναφέρεται σε σχέση με τα όσα συνέβησαν στον χώρο των κρατητηρίων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, είναι το ακόλουθο: «Στις 20.03.14, ημερομηνία που θα κατάθετε ως μάρτυρας κατηγορίας σε συνάντηση που είχαμε στο γραφείο εισαγγελείας στο δικαστήριο ο Κυριάκου μου ανάφερε ότι δέχτηκε απειλές και εξυβρίσεις από τους δύο συγκατηγορούμενους του, με σκοπό να επηρεαστεί και/ή να αλλάξει την κατάθεση του που θα έδινε ενώπιον δικαστηρίου εκείνη την ημέρα. Συγκεκριμένα θυμάμαι ότι ο Κυριάκου μου ανάφερε ότι ο Σωτήρης Γεωργίου τον αποκάλεσε «Ρουφκιάνο» και άλλες φράσεις ή εξυβρίσεις που δεν θυμάμαι σήμερα». Από το πιο πάνω προκύπτει ότι ο Αργυρού αρχικά αναφέρεται γενικά και χωρίς να προσδιορίζει ακριβώς, σε απειλές και εξυβρίσεις από τους δύο κατηγορούμενους. Στη συνέχεια όμως συγκεκριμενοποιεί τι θυμάται σε σχέση με τα όσα του ανέφερε ο Μ.Κ.1, κάνοντας αναφορά μόνο στον κατηγορούμενο 1 και σε «άλλες φράσεις ή εξυβρίσεις» που ο Αργυρού δεν θυμάται. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι η θέση του Μ.Κ.1 ότι δεν ανέφερε στον Αργυρού ότι ο κατηγορούμενος 2 τον εξύβρισε και τον απείλησε, δεν έρχεται σε αντίθεση με τα όσα αυτός ανέφερε στον Αργυρού στις 20.3.14 στο Δικαστήριο. Είναι προφανές ότι ο Αργυρού στο τεκμήριο 6 αναφέρθηκε σε όσα θυμόταν και όχι σε όλα όσα του λέχθηκαν. Άλλωστε δεν είναι λογικό, χωρίς κάποια εξήγηση, ο Μ.Κ.1 να αναφέρει αρχικά στον Αργυρού ότι εξυβρίσθηκε και απειλήθηκε και από τον κατηγορούμενο 2 αλλά στην συνέχεια τόσο στην κατάθεση του όσο και στο Δικαστήριο να αναφέρει και μάλιστα να επιμένει ότι το μόνο που του είπε ο κατηγορούμενος 2 είναι «σε παρακαλώ μην μαρτυρήσεις στην υπόθεση». Τέλος θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του Μ.Κ.1 δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε τα πιο πάνω. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Μ.Κ.1 ήταν ειλικρινής και είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή και τα παραδεκτά γεγονότα καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 22.7.13 ο Μ.Κ.1 συνελήφθηκε από το ΤΑΕ Λεμεσού, ως ύποπτος σχετικά με δύο υποθέσεις απόπειρας διαρρήξεων μαντρών αυτοκινήτων που έγιναν στη Λεμεσό. Με τη σύλληψη του προέβηκε σε θεληματική κατάθεση στην οποία ενέπλεκε τόσο τον εαυτό του όσον και τους κατηγορούμενους 1 και 2 στην παρούσα. Για την ίδια υπόθεση συνελήφθηκαν αργότερα και οι κατηγορούμενοι. Ακολούθως η Αστυνομία καταχώρησε εναντίον του Μ.Κ.1 και των κατηγορουμένων, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, την ποινική υπόθεση με αριθμό 16509/13, για αδικήματα συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, διαρρήξεων και κλοπών, επιθέσεων κατά οργάνου τηρήσεως της τάξεως κ.α. Για σκοπούς της εν λόγω υπόθεσης ο Μ.Κ.1 αφέθηκε ελεύθερος με όρους ενώ οι κατηγορούμενοι διατάχθηκε όμως παραμείνουν υπό κράτηση και μεταφέρθηκαν στις Κεντρικές Φυλακές. Στα πλαίσια δε της υπόθεσης ο Μ.Κ.1 στις 17.3.14 παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών και τέθηκε στις Κεντρικές Φυλακές προς έκτιση της επιβληθείσας ποινής. Από την ημερομηνία καταδίκης του ζητήθηκε από το Δικαστήριο και προστέθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον των κατηγορουμένων (εκεί συγκατηγορουμένων του). Οι κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν τις κατηγορίες. Δόθηκαν δε οδηγίες από την Αστυνομία -Εισαγγελία όπως ο Μ.Κ.1 δεν έρχεται σε επαφή με τους κατηγορούμενους. Στις 20.3.14, η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και ο Μ.Κ.1 μεταφέρθηκε από τις Κεντρικές Φυλακές (σε ξεχωριστό όχημα από τους κατηγορούμενους) στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για να καταθέσει ως μάρτυρας. Έφθασε στο Δικαστήριο γύρω στις 08:30 και μεταφέρθηκε και τοποθετήθηκε σε κελί του Δικαστηρίου στον χώρο των κρατητηρίων. Οι κατηγορούμενοι μπήκαν σε ξεχωριστό κελί στον ίδιο χώρο. Συγκεκριμένα ο Μ.Κ.1 τοποθετήθηκε στο προτελευταίο κελί στην μπροστινή σειρά και ακριβώς στο πίσω κελί, που το χώριζε ένας μόνο τοίχος, τοποθετήθηκαν οι κατηγορούμενοι. Μέχρι να τους πάρουν στην αίθουσα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος 1 άρχισε να βρίζει τον Μ.Κ.1 με διάφορες φράσεις αναφέροντας και το όνομα της φίλης του Μ.Κ.1, με την οποία αυτός διέμενε και επίσης τον απείλησε για να μην καταθέσει ως μάρτυρας στην υπόθεση. Ο κατηγορούμενος 2 δεν έβρισε τον Μ.Κ.1, ούτε τον απείλησε. Το μόνο που του είπε μόνο μια φορά και σε ήρεμο ύφος ήταν «σε παρακαλώ να μην μαρτυρήσεις στην υπόθεση». Σε κάποια στιγμή οι αστυνομικοί που ήταν υπεύθυνοι για την φρούρηση στα κρατητήρια του Δικαστηρίου ήρθαν και έκαμαν παρατήρηση στους κατηγορούμενους. Στην συνέχεια την ίδια μέρα ο Μ.Κ.1 και οι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στην αίθουσα του Δικαστηρίου και ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως μάρτυρας εναντίον των κατηγορουμένων. Όταν τελείωσε την μαρτυρία του μεταφέρθηκε εκ νέου σε διαφορετικό κελί από τους κατηγορούμενους. Στην συνέχεια ο Μ.Κ.1 μεταφέρθηκε με ξεχωριστό από τους κατηγορούμενους όχημα, στις Κεντρικές Φυλακές στην Λευκωσία. Όταν έφθασαν εκεί ο Μ.Κ.1 μεταφέρθηκε στον χώρο που γίνεται ο έλεγχος των προσώπων που εισέρχονται στις Φυλακές και ανέμενε να τον ελέγξουν. Εκεί βρίσκονταν ήδη οι κατηγορούμενοι με άλλους κρατούμενους. Σε κάποια στιγμή ενώ ο Μ.Κ.1 ήταν όρθιος, ο κατηγορούμενος 2 τον κτύπησε στο πίσω μέρος της κεφαλής του με γροθιά. Επενέβηκαν οι αστυνομικοί που τους συνόδευαν και τον απομάκρυναν από τον Μ.Κ.1. Στις 24.3.14 ο Μ.Κ.1 μεταφέρθηκε και πάλι στο Δικαστήριο Λεμεσού και ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του στην ίδια υπόθεση. Νομική πτυχή Το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην παρούσα εδράζεται στο άρθρο 122(α) του Ποινικού κώδικα, το οποίο προβλέπει ότι: «122. Όποιος προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη— (α) πρooρισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να αποτρέψει κάποιο πρόσωπο από το να ενεργήσει με οποιαδήποτε δικαστική ιδιότητα ή με οποιοδήποτε τρόπο ως συνήγορος, μάρτυρας ή διάδικος σε δικαστική διαδικασία· ................................... είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι λοιπόν τα ακόλουθα: 1. Ο κατηγορούμενος να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη, 2. Η πράξη αυτή να είναι προορισμένη ή να ενδέχεται να αποτρέψει κάποιο πρόσωπο από το να ενεργήσει με οποιαδήποτε δικαστική ιδιότητα ή με οποιοδήποτε τρόπο ως συνήγορος, μάρτυρας ή διάδικος σε δικαστική διαδικασία. Περαιτέρω όσον αφορά το actus reus (αντικειμενική υπόσταση) του αδικήματος, ως προκύπτει από την υπόθεση Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 249), όπου δόθηκε αναλυτική ερμηνεία του άρθρου 122(β), ερμηνεία που προφανώς ισχύει κατ' αναλογία και για το άρθρο 122(α), η λέξη «προορισμένη» έχει την έννοια της στόχευσης, δηλαδή του υπολογισμού στον οποίο προβαίνει κανείς ώστε η πράξη του να επιφέρει συγκεκριμένο, επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Πράξη «προορισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να .....» είναι πράξη που έχει εξ αντικειμένου κάποια τάση. Η τάση δε αυτή πρέπει να είναι «να αποτρέψει κάποιο πρόσωπο από το να ενεργήσει με οποιαδήποτε δικαστική ιδιότητα ή με οποιοδήποτε τρόπο ως συνήγορος, μάρτυρας ή διάδικος σε δικαστική διαδικασία». Το actus reus δεν είναι λοιπόν η οποιαδήποτε πράξη αλλά πράξη με τη συγκεκριμένη τάση. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ. 154 «δικαστική διαδικασία», όρος τον οποίο συναντούμε στο άρθρο 122, «περιλαμβάνει κάθε διαδικασία που διεξάγεται ή που ασκείται ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή ερευνητικής επιτροπής ή προσώπου, που δύναται να πάρουν ένορκη μαρτυρική κατάθεση, ανεξάρτητα αν λαμβάνουν ή όχι τέτοια ένορκη μαρτυρική κατάθεση.» Ο εν λόγω ορισμός είναι σαφής και επιδεκτικός μιας και μόνης ερμηνείας. Για την διάπραξη λοιπόν του αδικήματος που προβλέπει το άρθρο 122(α) πρέπει κατά το χρόνο της διάπραξής του να υφίσταται ή εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου δικαστική διαδικασία εναντίον κάποιου κατηγορούμενου (βλ. Χαραλάμπους Πουλλαούας ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 494). Όσον αφορά το mens rea (υποκειμενική υπόσταση) του αδικήματος, ως έχει αναφερθεί στην Ακκελίδου (ανωτέρω) δεν χρειάζεται ειδική πρόθεση, εφόσον κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται ρητά. Δεν απαιτείται παρά μόνο βασική πρόθεση, η οποία θα πρέπει να συνοδεύει την κάθε πτυχή του actus reus, εκτός όπου ο δράστης γνώριζε πως η πράξη του ήταν ηθικά μεμπτή. Ως εξηγείται περαιτέρω στην ίδια υπόθεση, με αναφορά στο σύγγραμμα Archbold on Criminal Pleading, Evidence and Practice, 39η έκδοση, παράγραφος 1441e, πρόθεση του δράστη είναι να επιφέρει ό,τι επάγεται η πράξη του (α) όταν το επιθυμεί, ανεξάρτητα από το αν προβλέπει ή όχι ότι πιθανώς να επέλθει και (β) όταν προβλέπει ότι πιθανώς να επέλθει, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Η πρόθεση δεν συναρτάται με το ελατήριο κάτι που αποτελεί επίσης κανόνα του κοινού δικαίου που έχει κωδικοποιηθεί στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 9 του Ποινικού μας Κώδικα. Αναφέρεται επίσης σχετικά ότι η πρόθεση με απλά λόγια, σημαίνει ένοχη σκέψη, δηλ. να έχει κατά νου ο δράστης τι θα επιφέρει με την πράξη του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων. Τα εξωτερικά ή αντικειμενικά στοιχεία της περίπτωσης παρέχουν συχνά το έρεισμα της κατάληξης ως προς την πρόθεση χωρίς όμως να προεξοφλούν το αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο περί πρόθεσης να επιφέρει κανείς τις φυσιολογικές επιπτώσεις των πράξεων του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, στη βάση της μαρτυρίας, ότι έτσι σκεφτόταν ο ίδιος ο δράστης. Όχι ότι έτσι θα σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος αν ήταν στη θέση του δράστη (βλ. επίσης Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 367) Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες νομικές αρχές καταλήγω στα ακόλουθα: Έχει αποδειχθεί στην παρούσα ότι κατά τον επίδικο χρόνο εκκρεμούσε, ούσα ορισμένη για ακρόαση, δικαστική διαδικασία και συγκεκριμένα η ποινική υπόθεση 16509/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην οποία ο κατηγορούμενος 2 ήταν ένας εκ των κατηγορουμένων και ο Μ.Κ.1, θα κατέθετε ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον αυτού. Αυτό που απομένει λοιπόν να εξετασθεί είναι κατά πόσον η πράξη του κατηγορούμενου 2 και συγκεκριμένα το ότι ανέφερε στον Μ.Κ.1, «σε παρακαλώ να μην μαρτυρήσεις στην υπόθεση», ήταν ενδεχόμενο να αποτρέψει τον Μ.Κ.1 να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του στην υπόθεση 16509/13 (ως του αποδίδεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει). Ήταν βασικά η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι τα λεχθέντα από τον κατηγορούμενο 2 προς τον Μ.Κ.1, υπό τις περιστάσεις που έγιναν, ήταν τέτοια ώστε ήταν ενδεχόμενο να αποτρέψουν τον Μ.Κ.1 από του να μαρτυρήσει. Αντίθετα ο κ. Σαουρής δέχθηκε μεν ότι θα μπορούσε και μια φράση που δεν συνιστά απειλή να αποτρέψει κάποιον από το να καταθέσει ως μάρτυρας αλλά υποστήριξε ότι η επίδικη στην παρούσα δεν είναι τέτοια ώστε να απέτρεπε τον Μ.Κ.
- Τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος 2 στον Μ.Κ.1 δεν μπορούν να εξετασθούν κατ' απομόνωση αλλά θα πρέπει κατά την κρίση μου να ειδωθούν μέσα από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένου του τόπου και του χρόνου που λέχθηκαν, της σχέσης κατηγορούμενου 2 και Μ.Κ.1 αλλά και της φύσης της διαδικασίας στην οποία θα διδόταν η μαρτυρία (βλ. σχετικά και Archbold on Pleadings, Evidence & Practice (39th edition) παράγραφος 3473 σελ. 1476). Από τα πιο πάνω ευρήματα προκύπτουν λοιπόν σχετικά τα ακολούθα:
- Ο κατηγορούμενος 2 και ο Μ.Κ.1 ήταν συγκατηγορούμενοι στην ποινική υπόθεση 16509/13 στην οποία αντιμετώπιζαν σοβαρές κατηγορίες.
- Μετά την παραδοχή του και την καταδίκη του, ο Μ.Κ.1, ο οποίος έκτιε την ποινή του στις Κεντρικές Φυλακές, όπου κρατείτο ως υπόδικος ο κατηγορούμενος 2, θα κατέθετε ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον και αυτού.
- Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε τα πιο πάνω στον Μ.Κ.1 όχι οπουδήποτε αλλά στον χώρο των κρατητηρίων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, όπου κρατούνταν σε διαφορετικά μεν κελιά, το ένα πίσω από το άλλο.
- Ανέφερε δε αυτά λίγο πριν ο Μ.Κ.1 αρχίσει την ένορκη μαρτυρία του και μετά που ο άλλος συγκατηγορούμενος τους (κατηγορούμενος 1), ο οποίος κρατείτο στον ίδιο χώρο, εξύβρισε και απείλησε τον Μ.Κ.1 να μην καταθέσει κάτι που προφανώς ο κατηγορούμενος 2 άκουσε.
- Μετά δε το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας εκείνη την ημέρα και αφού ο Μ.Κ.1 άρχισε να καταθέτει ως μάρτυρας εναντίον και του κατηγορούμενου 2, όταν επέστρεψαν στις Κεντρικές Φυλακές και ενώ ανέμεναν να τους γίνει έλεγχος, ο κατηγορούμενος 2 επιτέθηκε στον Μ.Κ.1, προφανώς ενόψει του ότι ο τελευταίος προχώρησε και κατέθεσε ως μάρτυρας. Η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος είναι λοιπόν τα όσα ανέφερε δια ζώσης ο κατηγορούμενος 2 στον Μ.Κ.1, τα οποία υπό τις πιο πάνω αναφερόμενες περιστάσεις που τα περιέβαλλαν, κρίνω ότι ήταν ενδεχόμενο να αποτρέψουν τον Μ.Κ.1 από το να καταθέσει ως μάρτυρα κατηγορίας εναντίον του κατηγορούμενου 2 στην υπόθεση 16509/
- Ο σκοπός του κατηγορούμενου 2 με την εν λόγω ενέργεια του είναι πρόδηλος και αυτός γνώριζε πλήρως τι επιδίωκε με τα λόγια του προς τον Μ.Κ.
- Συνεπώς κρίνεται ότι η εν λόγω ενέργεια του κατηγορούμενου 2 συνοδευόταν από πρόθεση αποτροπής του Μ.Κ.1 να καταθέσει ως μάρτυρας. Αυτή η νοητική κατάσταση στοιχειοθετεί και την υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος. Το γεγονός ότι ο Μ.Κ.1 δεν αποτράπηκε τελικά ή δεν επηρεάστηκε από τα λόγια του κατηγορούμενου 2 και τελικώς κατέθεσε ως μάρτυρας εναντίον του δεν μεταβάλλει κατά την κρίση μου με οποιονδήποτε τρόπο τα πιο πάνω. Συνεπώς κρίνεται ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αδικήματος και συναφώς ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στην κατηγορία 2 που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο