Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Αρσιώτης, Αρ. Υπόθεσης: 7903/2013, 7/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B110 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου Βασιλείου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7903/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Και Ανδρέας Αρσιώτης Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 7.10.15 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αβρααμίδης Για κατηγορούμενο: κα. Αδάμου ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία για εξασφάλιση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας κατηγορείται ότι την 15ην Σεπτεμβρίου 2010 με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από την ELENA GAMAONOVA από τη Ρωσία το ποσό των €3.730 σε μετρητά και το ποσό των €270 σε επιταγή, των ψευδών παραστάσεων συνισταμένων στην ουσία και στο αποτέλεσμα στο ότι ο κατηγορούμενος θα τους πωλούσε σπίτι ενώ στην πραγματικότητα ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα εν λόγω λεχθέντα ήταν ψευδή. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά 3 μάρτυρες. Πρώτος κατέθεσε ο Αστ. 2532 Αναστάσιος Παναγίδης (ΜΚ1), ο οποίος είναι ο εξεταστής της υπόθεσης και ανέφερε στην γραπτή κατάθεση του τις ενέργειες του οι οποίες περιλαμβάνουν την παραλαβή τεκμηρίων και τη λήψη καταθέσεων από μάρτυρες, αλλά και από τον κατηγορούμενο (Τεκμήρια 1-7). Στις 19.10.2010 δέχθηκε σχετική καταγγελία από την παραπονούμενη η οποία στις 13.2.2011 του υπέδειξε το σπίτι που της είχε δείξει προηγουμένως ο κατηγορούμενος και ήταν προς πώληση. Ανέφερε επίσης ότι από εξετάσεις που διενήργησε και από κάποιον αλλοδαπό που διαμένει στο διπλανό σπίτι διαπίστωσε ότι το αναφερόμενο σπίτι ήταν εγκαταλειμμένο για ένα χρόνο περίπου και ανήκει σε κάποιο κύπριο με το όνομα Βασίλης ο οποίος το επισκεπτόταν τακτικά. Επίσης σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη του γειτονικού σπιτιού το συγκεκριμένο σπίτι ήταν προς πώληση αφού μέχρι τον Νοέμβριο του 2011 υπήρχε τοποθετημένη σχετική πινακίδα η οποία αργότερα μετακινήθηκε. Δεύτερος μάρτυρας ήταν ο Αντρέας Χάρπας (ΜΚ2) ο οποίος κατέγραψε και μετάφρασε την κατάθεση της παραπονούμενης από τα Ρωσικά στα Ελληνικά. Τελευταία μάρτυρας ήταν η παραπονούμενη ELENA GAMAONOVA (ΜΚ3) η οποία στην γραπτή κατάθεση της (Τεκμήριο 8-8Α) μεταξύ άλλων αναφέρει ότι είναι παντρεμένη με τον Κώστα Χριστοδούλου και διαμένει στην Κύπρο. Ο σύζυγος της διατηρεί καφέ - μπαρ στην Επισκοπή και εκεί τον Σεπτέμβριο του 2010 γνώρισε τον κατηγορούμενο ο οποίος ήταν πελάτης του καφέ-μπαρ και τους συστήθηκε ως εργολάβος οικοδομών. Επειδή μαζί με τον σύζυγο της ήθελαν να αγοράσουν σπίτι για να διαμείνουν σε αυτό, ζήτησαν από τον κατηγορούμενο να τους βρει μία καλή ευκαιρία. Κατά τον μήνα Σεπτέμβριο ο κατηγορούμενος τους ανέφερε ότι είχε μία καλή ευκαιρία για ένα σπίτι στο χωριό Αναρίτα της επαρχίας Πάφου το οποίο το πωλούσε επειγόντως ένας Άγγλος. Στις 10.9.10 μετέβησαν στο χωριό Αναρίτα με το σύζυγο της και ο κατηγορούμενος τους υπέδειξε το αναφερόμενο σπίτι του Άγγλου ιδιοκτήτη. Τους ανέφερε ότι η τιμή πώλησης ήταν €170.000 και έπρεπε να δώσουν προκαταβολή €10.000 για να τους το κρατήσει. Η παραπονούμενη του είπε ότι δεν είχαν τόσα χρήματα εκείνη τη στιγμή και τότε ο κατηγορούμενος τους πρότεινε να το αγοράσουν μαζί και να δώσουν από €5.000 για την προκαταβολή. Μετά από επιμονή του κατηγορούμενου να αγοράσουν το σπίτι μαζί αποφάσισαν με το σύζυγο της να δώσουν στον κατηγορούμενο την προκαταβολή. Στις 15.9.10 ο κατηγορούμενος πήγε στο γραφείο της και του έδωσε το ποσό των €4.000 ενώ το υπόλοιπο ποσό των €1.000 θα του τα έδιναν τη επόμενη εβδομάδα. Ζήτησε από τον κατηγορούμενο και υπέγραψε απόδειξη ότι εισέπραξε το ποσό των €4.000 (Τεκμήριο 2). Από εκείνη τη μέρα δεν είδε ξανά τον κατηγορούμενο ενώ όταν του τηλεφωνούσε της έλεγε ότι όλα είναι εντάξει. Το βράδυ της ίδια μέρας επισκέφθηκαν το καφέ του συζύγου της ο Νίκος Ευθυμίου και ο Σωκράτης οι οποίοι τους ρώτησαν αν έδωσαν στον κατηγορούμενο τις €4.000 και όταν τους είπαν ότι του τα έδωσαν αυτοί τους είπαν ότι έκαναν λάθος. Τους ανέφεραν ότι ο κατηγορούμενος δεν πληρώνει, έχει πολλά χρέη και πιθανόν να τους είχε ξεγελάσει. Όταν η ίδια τους ρώτησε πως τα ξέρουν αυτά τότε της είπαν ότι ο Άγγλος ιδιοκτήτης του σπιτιού στο χωριό Αναρίτα δεν έχει ιδέα ότι ήθελαν να αγοράσουν το σπίτι του και ο Σωκράτης της ανέφερε ότι είναι ο ίδιος που βρήκε το σπίτι. Τότε τους ζήτησε να την πάρουν στο σπίτι του κατηγορούμενου. Όταν πήγαν εκεί ζήτησε από τον κατηγορούμενο να της δώσει πίσω τα λεφτά και αυτός της είπε ότι δεν τα κρατούσε. Στη συνέχεια του τηλεφώνησε και του είπε ότι θα πάει στην αστυνομία. Ο κατηγορούμενος την καλούσε συνεχώς στο τηλέφωνο αλλά η ίδια δεν του απαντούσε. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή η κ. Αδάμου εισηγήθηκε πως δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση επικαλούμενη ότι η μαρτυρία είναι αντινομική καθώς και ότι με αυτή δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας Διαφορετική ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής που υποστήριξε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Με την άρνηση των Κατηγοριών ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ.191). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου,
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: « Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). (βλ. επίσης Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. 1626). Στην The Police v. Kallenos (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στα στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με το άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα όποιος δια ψευδούς παραστάσεως και επί σκοπώ καταδολιεύσεως αποκτά από οποιονδήποτε άλλο ο,τιδήποτε δυνάμενον να αποτελέσει αντικείμενον κλοπής ή υποκινεί άλλον να παραδώσει σε οποιονδήποτε αυτό το πράγμα είναι ένοχος κακουργήματος. Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (
- i)Η κτήση αντικειμένου δυνάμενου να κλαπεί. (
- ii)Δια ψευδούς παραστάσεως και (iii) Επί σκοπώ καταδολιεύσεως Ως προς το πρώτο στοιχείο υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία σ' αυτό το στάδιο ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε το ποσό των €4.000 από την παραπονούμενη γεγονός που αποτυπώθηκε και στην απόδειξη (Τεκμήριο 2). Το βασικό ζητούμενο είναι κατά πόσον υπάρχει μαρτυρία για ψευδή παράσταση, εκ μέρους του κατηγορούμενου προς την παραπονούμενη. Ο Ποινικός Κώδικας προνοεί στο άρθρο 297 τι σημαίνει ψευδής παράσταση. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα ψευδής παράσταση είναι οιαδήποτε παράσταση γεγονότος παρελθόντος ή παρόντος γενομένη δια λόγων, εγγράφως ή δια συμπεριφοράς, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποίαν ο παριστάνων γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθής. Από την ανάγνωση των λεπτομερειών της κατηγορίας συνάγεται ότι αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι ανέφερε ψευδώς στην παραπονούμενη ότι θα της πωλούσε σπίτι ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι τα πιο πάνω λεχθέντα ήταν ψευδή. Κατ' αρχήν διαπιστώνεται ότι η μαρτυρία όπως καταγράφεται πιο πάνω δεν συνάδει προς τα καταγραμμένα, στο κατηγορητήριο, γεγονότα. Επισημαίνεται πως, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, ο κατηγορούμενος ανέφερε στην παραπονούμενη και το σύζυγο της ότι το αναφερόμενο σπίτι προσφερόταν προς πώληση από τον Άγγλο ιδιοκτήτη του. Σύμφωνα πάντα με τη προσκομισθείσα μαρτυρία ο κατηγορούμενος πρότεινε στη παραπονούμενη και τον σύζυγος της και αυτοί αποδέχθηκαν όπως αγοράσουν το σπίτι από κοινού και καταβάλουν από €5.000 για την προκαταβολή. Πρόκειται για κατηγορητήριο πλημμελώς συντεταγμένο σε σχέση με το οποίο δεν υποβλήθηκε αίτημα για τροποποίηση. Είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να καθορίσει, στο κατηγορητήριο, τα ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το εκάστοτε επίδικο αδίκημα. Πρόκειται για υποχρέωση αυστηρή, πηγάζουσα από το Σύνταγμα και τη νομολογία, η οποία διασφαλίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην παραπλανηθεί και να μπορέσει να ετοιμάσει την υπεράσπισή του (Δημοκρατία ν. Σπύρου
(2000)2 Α.Α.Δ. 107, 144). Επακόλουθο της υποχρέωσης αυτής αποτελεί η ανάγκη όπως η μαρτυρία που θα προσκομίσει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής να συνάδει προς το πλαίσιο των γεγονότων το οποίο καθορίζεται στο κατηγορητήριο. Μαρτυρία η οποία βρίσκεται εκτός του πλαισίου αυτού δεν μπορεί να γίνει δεχτή (Σταυρινίδης ν. Δήμου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 429, 433). Ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσον εύλογες και εάν είναι αυτές. Κενά εν σχέσει με την συνδρομή πρωτογενών γεγονότων τα οποία στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365-6). Κρίνεται πώς η αυτεπάγγελτη τροποποίηση των λεπτομερειών του κατηγορητηρίου προς το σκοπό αυτές να συνάδουν με την προσκομισθείσα, από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρία δεν θα ήταν στην προκείμενη περίπτωση δίκαιη. Η ασυμφωνία μεταξύ των καταγεγραμμένων στο κατηγορητήριο λεπτομερειών και της μαρτυρίας την οποίαν παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή δεν αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά στα πλαίσια της ακρόασης. Αντιθέτως, κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης η κατηγορούσα αρχή εξασφάλισε μαρτυρία, την οποίαν και παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου και η οποία διαλαμβάνει τα πιο πάνω. Η κατηγορούσα αρχή η οποία είχε εξ' αρχής στη διάθεση της το μαρτυρικό υλικό όφειλε να συντάξει το κατηγορητήριο με επιμέλεια και να παραθέσει στις λεπτομέρειες του αδικήματος τα γεγονότα όπως παρουσιάζονται μέσα από αυτό. Συνεπώς η διάσταση μεταξύ των καταγραμμένων, στο κατηγορητήριο, λεπτομερειών και της προσκομισθείσας μαρτυρίας αφήνουν την κατηγορία έκθετη σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομία πιο πάνω). Παρά την πιο πάνω διαπίστωση για κάθε περίπτωση θα προχωρήσω να εξετάσω με βάση την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί κατά πόσον υπάρχει μαρτυρία ότι η δήλωση του κατηγορούμενου πως το αναφερόμενο σπίτι προσφερόταν από τον Άγγλο ιδιοκτήτη του προς πώληση είναι ψευδής στην πραγματικότητα. Ανασκόπηση των γραπτών καταθέσεων, αλλά και της προφορικής μαρτυρίας καταδεικνύει πως η μόνη μαρτυρία που υπάρχει σε σχέση με το ζήτημα είναι η μαρτυρία της παραπονούμενης ότι δύο πρόσωπα με τα ονόματα Νίκος Ευθυμίου και Σωκράτης της ανέφεραν πως ο Άγγλος ιδιοκτήτης του σπιτιού στην Αναρίτα δεν είχε ιδέα ότι ήθελαν να αγοράσουν το σπίτι καθώς και ότι ο Σωκράτης της ανέφερε πως είναι ο ίδιος που βρήκε το σπίτι. Υπάρχει επίσης και η μαρτυρία του ΜΚ1 ότι κάποιος αλλοδαπός που διαμένει δίπλα, του ανέφερε ότι το συγκεκριμένο σπίτι ανήκει σε κάποιο Κύπριο με το όνομα Βασίλης. Το μέρος αυτό της μαρτυρίας αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία η οποία πλέον και σύμφωνα με τον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, όπως έχει τροποποιηθεί, είναι αποδεκτή μαρτυρία. Σύμφωνα όμως με τα όσα προβλέπονται στην επιφύλαξη του άρθρου 24 του Νόμου, Κεφ. 9 το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχθεί εξ' ακοής μαρτυρία, αν κρίνει ότι αυτό εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Σαν αποτέλεσμα όλων όσων έχουν εκτεθεί πιο πάνω, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει αν θα καλέσει το κατηγορούμενο σε απολογία βασιζόμενο μόνο στη μαρτυρία αυτή την οποία βέβαια στο στάδιο αυτό δεν θα αξιολογήσει. Όπως είναι νομολογημένο τα δικαιώματα που έχει κάθε διάδικος καθορίζονται ευθέως από το Σύνταγμα και αποτελούν αυθεντικό οδηγό για το πλαίσιο διεξαγωγής της δίκης. Με το άρθρο 30 του Συντάγματος διασφαλίζεται το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη η οποία περιλαμβάνει το δικαίωμα του να «προσάγη ή να προκαλή την προσαγωγήν των μέσων αποδείξεως και να προσάγει μάρτυρα συμφώνως τω νόμω»
(30)
(3)(γ). Το άρθρο 12
(5)(δ) του Συντάγματος κατοχυρώνει τα ελάχιστα δικαιώματα κάθε κατηγορουμένου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το δικαίωμα του «να εξετάζει ή να προκαλεί την εξέτασιν μαρτύρων κατηγορίας.......». Στην υπόθεση Ευθύβουλος Λιασίδης v. Αστυνομίας,
(2002)3 ΑΑΔ 434, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την καταδίκη του εφεσείοντα που βασίσθηκε μεταξύ άλλων στην αποδοχή κατάθεσης σαν τεκμηρίου της κατάθεσης προσώπου που έδωσε στην αστυνομία χωρίς το πρόσωπο αυτό να παρουσιασθεί στη δίκη. Κρίθηκε ότι με το τρόπο αυτό ο εφεσείοντας στερήθηκε του δικαιώματος να αντεξετάσει το πρόσωπο που έδωσε τη κατάθεση, εκτρέποντας όπως αναφέρθηκε τη διαδικασία για τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου έξω από το πλαίσιο της δίκαιης δίκης. Αναφέρθηκαν στην υπόθεση αυτή τα ακόλουθα: «Η συνάρτηση του δικαιώματος της δικαίας δίκης με το δικαίωμα του κάθε διαδίκου να αντεξετάζει τους μάρτυρες που καταθέτουν εναντίον τους είναι συνυφασμένη με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης. Χωρίς το όπλο αυτό, ο διάδικος στερείται των εχεγγύων της φυσικής δικαιοσύνης για την υπεράσπιση του. Το δικαίωμα αυτό εμπεριέχεται στην έννοια της δικαίας δίκης και κατοχυρώνεται ευθέως σε κάθε δικαστική διαδικασία από τις πρόνοιες του άρθρου 30
(3)(γ) του Συντάγματος». H κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία με βάση μόνο την εξ' ακοής μαρτυρία που εκτίθεται πιο πάνω θα ήταν αντίθετη με το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη, αφού θα καλείτο να προβάλει την υπεράσπιση του σε μία κατηγορία, για απόδειξη συστατικού στοιχείου της οποίας προσκομίσθηκε αποκλειστικά και μόνο εξ' ακοής μαρτυρία , κάτι που θα του στερούσε το δικαίωμα να αντεξετάσει τα πρόσωπα τα οποία έκαναν τις πιο πάνω δηλώσεις για ουσιώδη γεγονότα σε σχέση με τη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Για τους πιο πάνω λόγους η εξ΄ακοής μαρτυρία που έχει προσκομισθεί και με βάση τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 όπως έχει τροποποιηθεί δεν γίνεται αποδεκτή. Σαν αποτέλεσμα του ότι δεν έχει προσκομισθεί αποδεκτή μαρτυρία για ψευδή παράσταση εκ μέρους του κατηγορούμενου αλλά και η διάσταση μεταξύ των καταγραμμένων στο κατηγορητήριο λεπτομερειών και της προσκομισθείσας μαρτυρίας αφήνουν την κατηγορία έκθετη σε απόρριψη. Η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία με βάση τα πιο πάνω δεν θα εξυπηρετούσε καμία αρχή δικαίου. Για τους πιο πάνω λόγους, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.)........... Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: criminal/Final Judg/ Anafora: Psevdis parastasis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο