← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Απέργης, Αρ. Υπόθεσης: 27044/12, 22/10/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Απέργης, Αρ. Υπόθεσης: 27044/12, 22/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B119 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27044/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Ανδρέας Απέργης Ημερομηνία: 22.10.2015. Για την κατηγορούσα αρχή: κα Γ. Ιωαννίδου. Για τον κατηγορούμενο: κ. Γ. Ιωάννου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες κλεπταποδοχής, κατά παράβαση του άρθρου 306(α) του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1) και παράνομης κατοχής περιουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 309 του ίδιου Νόμου (κατηγορία 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, κατηγορείται ότι μεταξύ 10ης και 11ης Ιουλίου 2012, στην Λεμεσό, αποδέχτηκε περιουσία, δηλ. ένα πλαστικό ντεπόζιτο νερού 1500 λίτρων αξίας €150 περιουσία της εταιρείας CHAPO LTD μέσω του Παντελή Φιλοθέου, γνωρίζοντας ότι αυτή ήταν κλοπιμαία. Περαιτέρω κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο με την πρώτη κατηγορία, είχε στην κατοχή του το εν λόγω ντεπόζιτο, για το οποίο υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαίο (κατηγορία 2). Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 9 μάρτυρες. Περαιτέρω δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα το περιεχόμενο της κατάθεσης του Αστ.266 Α. Περικλέους, ο οποίος έλαβε φωτογραφίες στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης (τεκμήριο 1), ότι το βιβλιάριο φωτογραφιών (τεκμήριο 2) είναι το βιβλιάριο στο οποίο γίνεται αναφορά στο τεκμήριο 1 καθώς και το περιεχόμενο της κατάθεσης του Υπαστυνόμου Πέτρου Πέτρου (τεκμήριο 9). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε, ως άλλωστε εδικαιούτο, όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Υπαστυνόμος (στο εξής Υπ/μος) Ελευθέριος Κυριάκου, του ΤΑΕ Λεμεσού, εξεταστής της υπόθεσης, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 28.8.12 και περί ώρα 20:00 ενημερώθηκε ότι υπάλληλος της εταιρείας CHAPO LTD, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο του στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας µε ανατολική κατεύθυνση, παρά την έξοδο της Παρεκκλησιάς, είδε φορτωμένο σε διπλοκάµπινο αυτοκίνητο ένα ντεπόζιτο νερού, χρώματος άσπρου, ίδιο µε εκείνα που κλάπηκαν από το εργοτάξιο της εταιρείας του μεταξύ των ημερομηνιών 10 - 11.7.
  1. Όπως ενημερώθηκε το διπλοκάµπινο οδηγείτο από τον Υπ/µο Πέτρο Πέτρου, ο οποίος υπηρετεί στην Λιμενική και Ναυτική (στο εξής Λ. & Ν.) Αστυνομία Λεμεσού και είχε σταματήσει έξω από την οικία του Υπ/µου Γιώργου Νικολαΐδη, ο οποίος επίσης υπηρετεί στην Λ. & Ν. Αστυνομία Λεμεσού. Τότε ο μάρτυρας έδωσε οδηγίες στον Αστ.2125 Π. Χαραλαμπίδη, του Αστ. Σταθμού Μονής, ο οποίος είχε μεταβεί στο μέρος, να καλέσει όλους τους εμπλεκόμενους στο Τμήμα και να συνοδευτεί στην ΑΔΕ Λεμεσού το διπλοκάμπινο με το ντεπόζιτο. Όπως του ανάφερε ο Αστ.2125, σε ερώτηση που έκανε στον Νικολαΐδη πού είχε βρει το ντεπόζιτο, εκείνος του ανάφερε ότι του το είχε δώσει ο Αστ.273 Αντρέας Απέργης (στο εξής ο κατηγορούμενος), ο οποίος επίσης υπηρετεί στην Λ. & Ν. Αστυνομία. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 21:00 ο κατηγορούμενος μετέβηκε μόνος του στο Τμήμα και ο μάρτυρας του έλαβε ανακριτική κατάθεση για την κλοπή τριών πλαστικών ντεπόζιτων νερού, άσπρου χρώματος χωρητικότητας 1500 λίτρων, τα οποία ήταν εγκατεστημένα πάνω σε αλουμινένια τρόλεϊ ώστε να ρυµουλκούνται και είχαν πάνω τοποθετημένες μηχανές μάρκας ΗΟΝDΑ και τυλικτήρες (λάστιχα) κόκκινου χρώματος (τεκμήριο 4). Στην συνέχεια την ίδια ημέρα και ώρα 22:25 ο μάρτυρας συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Δεν έχω καμιά σχέση µε τούτη την υπόθεση». Την επόμενη ημέρα 29.8.12 ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και εναντίον του εξασφαλίστηκε διάταγμα προσωποκράτησης για περίοδο 3 ημερών. Στις 31.8.12 και μεταξύ των ωρών 16:00-17:00 ο μάρτυρας έδωσε οδηγίες στον Αστ.2129 Κ. Γεωργούδη να λάβει νέα ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, κατά την λήψη της οποίας ο μάρτυρας ήταν παρών (τεκμήριο 5). Ο κατηγορούμενος έδωσε κάποιους ισχυρισμούς στις καταθέσεις του για το επίδικο ντεπόζιτο. Μεταξύ άλλων είπε σχετικά ότι το αγόρασε αρχές Ιουνίου στην περιοχή του Καρνάγιου Λεμεσού (απόμερη περιοχή όπου υπάρχουν εργοτάξια τα οποία επιδιορθώνουν βάρκες), από κάποιον Κύπριο, τον οποίο περιέγραψε και είπε ότι τον ξέρει με το όνομα «Ελαβρός» και είναι από το χωριό Ερήμη. Σε σχέση με το εν λόγω πρόσωπο έγιναν εξετάσεις τόσο μέσω του Κοινοτάρχη Ερήμης, ο οποίος ανέφερε ότι δεν γνώριζε κανένα με αυτό το όνομα στο χωριό του, όσο και στην περιοχή του Καρνάγιου, όπου επίσης κανένας δεν γνώριζε αυτό το πρόσωπο. Βλέποντας από το τεκμήριο 2 τις φωτογραφίες του επίδικου ντεπόζιτου είπε ότι σε αυτό φαίνεται το γράμμα Α με κόκκινη μπογιά και ειδικότερα στις φωτογραφίες 3 και 4 κάποιοι αριθμοί που όπως του αναφέρθηκε τους είχε τοποθετήσει η εταιρεία στα ντεπόζιτα της για να τα αναγνωρίζει. Στις φωτογραφίες φαίνεται να έχουν αφαιρεθεί τα αυτοκόλλητα με τους αριθμούς αλλά οι αριθμοί παραμένουν εμφανείς. Ο ίδιος είδε το ντεπόζιτο και ήταν σε καλή κατάσταση δηλ. ούτε τρυπημένο, ούτε καταστραμμένο. Ήταν μεταχειρισμένο. Δεν είναι ειδικός για να πει πόσο χρονών ήταν. Όμως δεν έχει σημασία η ηλικία του ντεπόζιτου καθότι το πλαστικό δεν καταστρέφεται. Σημασία θα είχε εάν ήταν τρυπημένο και σε μη λειτουργίσιμη κατάσταση. Μπορεί να μην είναι σε θέση να αναφέρει για την ηλικία του ντεπόζιτου αλλά μπορεί να πει για πλαστικά εφόσον είναι απόφοιτος του Κλάδου Μηχανολογίας και έχει εργαστεί στο εργοστάσιο Lordos Plastic και γνωρίζει από πλαστικά. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Υπαστυνόμος Γιώργος Νικολαίδης, ο οποίος ανέφερε βασικά τα ακόλουθα: Κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στην Λιμενική και Ναυτική Αστυνομία και ήταν απεσπασμένος στον Ναυτικό Σταθμό Λεμεσού. Ήταν προϊστάμενος του κατηγορούμενου όντας υπεύθυνος της αλλαγής του Σταθμού, η οποία αποτελείτο από 8 μέλη, περιλαμβανομένου του ιδίου, του Υπ/μου Πέτρου Πέτρου, του κατηγορούμενου και των Αστ.1482 Κ. Κλείτου, 2897 Μ. Κηπούρα, 3297 Σ. Αγαθοκλέους και των Ε/Αστ.5136 Α. Παναγίδη και 5345 Α. Ταλιαδώρου. Λόγω του ότι το ντεπόζιτο νερού που είχε ο μάρτυρας στο σπίτι του στο Μοναγρούλλι, το οποίο χρησιμοποιούσε για άρδευση του κήπου, υπέστη ζημιά, έψαχνε ακόμη ένα για να αυξήσει την χωρητικότητα φύλαξης νερού. Αυτό το ανέφερε και στους συναδέλφους της αλλαγής του περίπου 3 εβδομάδες πριν την κατάθεση του. Τότε ο κατηγορούμενος του ανέφερε πως έχει ένα ντεπόζιτο νερού στο χωράφι του στο χωριό του, το οποίο δεν χρειάζεται και προσφέρθηκε να του το χαρίσει επειδή μπορεί να το κλέψουν οι κυνηγοί. Ενώ στην αρχή ο μάρτυρας επέμενε να του πει ο κατηγορούμενος πόσα κοστίζει για να του το πληρώσει, εκείνος ήθελε να του το χαρίσει και δεν έπαιρνε λεφτά. Συμφώνησαν δε ότι όταν ο κατηγορούμενος θα πήγαινε στο χωριό του, θα το έφερνε στο σπίτι του στην Λεμεσό και θα το παραλάμβανε ο μάρτυρας από εκεί. Μια εβδομάδα πριν την κατάθεση ενώ ήταν στην δουλειά, ο κατηγορούμενος του είπε ότι το ντεπόζιτο το μετέφερε από το χωράφι του και το τοποθέτησε σε διπλανό από την οικία του οικόπεδο και όποτε θέλει να περάσει να το παραλάβει. Στις 28.8.12 το απόγευμα ενώ ο μάρτυρας βρισκόταν στην Λεμεσό εκτός καθήκοντος, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Υπ/μο Πέτρου και του ζήτησε εάν μπορούσε να του μεταφέρει το ντεπόζιτο με το διπλοκάμπινο αυτοκίνητο του. Ακολούθως μετέβηκε με τον Πέτρου στην οικία του κατηγορούμενου όπου ο τελευταίος σε διπλανό οικόπεδο του υπέδειξε ένα άσπρο ντεπόζιτο νερού. Τότε ο μάρτυρας μαζί με τον Πέτρου και στην παρουσία του κατηγορούμενου, φόρτωσαν το ντεπόζιτο στο διπλοκάμπινο και μετά από λίγο ξεκινήσαν, ο μάρτυρας με το αυτοκίνητο του και ο Πέτρου με το διπλοκάμπινο, για να μεταφέρουν το ντεπόζιτο στην οικία του μάρτυρα. Αφού έφτασαν εκεί ο μάρτυρας πρόσεξε έναν άνδρα να βρίσκεται κοντά στο διπλοκάμπινο και να παρατηρεί το ντεπόζιτο. Όταν ο μάρτυρας πήγε κοντά τους, ο Πέτρου του ανέφερε πως ο άντρας αυτός ονόματι Ρένος του είπε πως το ντεπόζιτο είναι ιδιοκτησία της εταιρείας CHAPO LTD, όπου εργάζεται και ότι κλάπηκε από την εταιρεία πριν λίνο καιρό. Όπως ανέφερε στον μάρτυρα το εν λόγω πρόσωπο εργάζεται ως επιστάτης στην εταιρεία και ότι βάση διαφόρων διακριτικών που είχε πάνω το ντεπόζιτο είναι σίγουρος πως είναι ένα από τα ντεπόζιτα που τους έκλεψαν. Συγκεκριμένα υπέδειξε στον μάρτυρα πάνω στο ντεπόζιτο σημεία από τα οποία αφαιρέθηκαν αυτοκόλλητα, δηλαδή το αυτοκόλλητο λογότυπο της εταιρείας, ο αυτοκόλλητος κωδικός αριθμός της εταιρείας και ένα κομμάτι λάστιχο το οποίο ήταν συνδεδεμένο με το ντεπόζιτο και σύμφωνα με τον ίδιο είναι ιδίου τύπου με αυτό που χρησιμοποιεί η εταιρεία του. Στην συνέχεια αφού συνεννοηθήκαν και με τον προϊστάμενο του πήγε στην οικία του μάρτυρα ο Αστ.2125 Π. Χαραλαμπίδης, του Αστ. Σταθμό Μονής, στον οποίο ανέφεραν τα πιο πάνω γεγονότα και αργότερα με την συνοδεία περιπόλου του Αστ. Σταθμού Μονής μετέφεραν το ντεπόζιτο στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε η Μάρω Τουμαζή, η οποία ανέφερε τα ακόλουθα: Είναι ιδιοκτήτρια των υλικών οικοδομής με την ονομασία «Γιάννης Τουμαζής ΛΤΔ». Η εταιρεία της εμπορεύεται διάφορα υλικά οικοδομής μεταξύ των οποίων και πλαστικά ντεπόζιτα νερού διαφόρων διαστάσεων. Το επίδικο ντεπόζιτο το οποίο αναγνώρισε από τις φωτογραφίες του τεκμηρίου 2, είπε ότι ήταν αυτό που της είχαν πάρει έξω από το μαγαζί της για να το δει. Ένα πλαστικό ντεπόζιτο νερού χωρητικότητας 1400 λίτρων έχει αξία ως καινούριο €
  2. Μεταχειρισμένο το επίδικο, όπως το είδε, κοστίζει περίπου €
  3. Είπε ότι σαν μεταχειρισμένο η ίδια μπορεί να το πουλούσε €150 ενώ κάποιος άλλο €125 καθότι αυτό αποτελεί επιλογή του πωλητή. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Αρχιαστυφύλακας 2125 Πανίκος Χαραλαμπίδης, του Αστυνομικού Σταθμού Μονής, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Την 28.8.12 και περί ώρα 18:40 λήφθηκε πληροφορία από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας ότι στον Παλαιό Δρόµο Λεµεσού - Λευκωσίας, υπάλληλος της εταιρείας CHAPO είδε σε ένα διπλοκάµπινο ένα ντεπόζιτο νερού, το οποίο αποτελεί περιουσία της εταιρείας που εργάζεται και το οποίο αποτελεί προϊόν κλοπής. Αµέσως και περί ώρα 18:45 ο μάρτυρας µετέβηκε στην Λεωφόρο Λεµεσού (Παλαιός Δρόμος Λεµεσού - Λευκωσίας) όπου έξω από την οικία του Υπ/µου Γιώργου Νικολαΐδη, συνάντησε τον υπάλληλο της CHAPO, Ρένο Αχιλλέως, ο οποίος του υπέδειξε το διπλοκάµπινο µε αρ. εγγραφής ΕΜΚ319 πάνω στο οποίο ήταν τοποθετηµένο ένα πλαστικό ντεπόζιτο νερού χρώµατος άσπρου. Όπως του ανάφερε ο Αχιλλέως το εν λόγω ντεπόζιτο αποτελεί περιουσία της CHAPO και είχε κλαπεί µαζί µε άλλα ντεπόζιτα πριν από περίπου δύο µήνες από εργοτάξιο της εταιρείας και το γεγονός το είχαν καταγγείλει στο ΤΑΕ Λεµεσού. Όπως του ανάφερε αναγνώρισε το ντεπόζιτο από τον αριθµό που υπήρχε αναγραμμένος πάνω 39-390-003, τον οποίο τοποθετεί η εταιρεία για αναγνώριση των περιουσιακών της στοιχείων. Στο µέρος ήταν και ο οδηγός του διπλοκάµπινου Υπ/µος Πέτρος Πέτρου και ο Υπ/µος Γιώργος Νικολαΐδης. Όπως ανέφερε στον μάρτυρα ο Νικολαΐδης το εν λόγω ντεπόζιτο του το έδωσε νωρίτερα την ίδια ηµέρα ο κατηγορούμενος. Ακολούθως στο µέρος πήγε και ο Αστ.2013 Χ. Αγγελή, ο οποίος µετά από συνεννόηση µε µέλη του ΤΑΕ Λεµεσού συνόδευσε τους πιο πάνω µε το ντεπόζιτο στο ΤΑΕ Λεµεσού. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε ο Υπαστυνόμος Πέτρος Πέτρου, του οποίου η κατάθεση (τεκμήριο 9) δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός (με την διευκρίνιση ότι οι εκεί δηλώσεις άλλων προσώπων προς το μάρτυρα αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία). Σύμφωνα με την εν λόγω κατάθεση: Κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στην Λιμενική και Ναυτική Αστυνομία και ήταν αποσπασμένος στον Ναυτικό Σταθμό Λεμεσού. Τρεις εβδομάδες περίπου προηγουμένως (από την κατάθεση του) ενώ καθόταν στο γραφείο του προσωπικού στον Ναυτικό Σταθμό μαζί με τον Υπ/μο Γ. Νικολαΐδη και τον κατηγορούμενο και συζητούσαν για διάφορα θέματα άκουσε τον Νικολαΐδη που έλεγε ότι ήθελε να αγοράσει ένα ντεπόζιτο του νερού για να βάλει στην αυλή της κατοικίας του αφού έχει μεγάλο κήπο. Αφού το άκουσε αυτό κατηγορούμενος του είπε ότι είχε ένα στο χωράφι του στο Μονάγρι, το όποιο δεν ήθελε και ο Νικολαΐδης του πρότεινε να το αγοράσει. Ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν ήθελε χρήματα αφού δεν χρειαζόταν το ντεπόζιτο και ότι θα το έφερνε κάτω στην Λεμεσό για να το πιάσει. Την Κυριακή 26.8.12 το βραδύ ενώ ο μάρτυρας ήταν καθήκον του είπε ο Νικολαΐδης ότι ο κατηγορούμενος έφερε το ντεπόζιτο στο σπίτι του στην Λεμεσό και του ζήτησε εάν μπορούσε να το μεταφέρουν στο σπίτι του Νικολαΐδη με το διπλοκάμπινο του μάρτυρα. Έτσι συμφώνησαν να βρεθούν στις 28.8.12 και να το μεταφέρουν. Στις 28.8.12 και ώρα 17:30 ο μάρτυρας πήγε με το διπλοκάμπινο του με αρ. εγγραφής ΕΜΚ319 στο σπίτι του κατηγορούμενου στην Λεμεσό οπού συνάντησε τον κατηγορούμενο με τον Νικολαΐδη. Σταμάτησε το αυτοκίνητο στο χωράφι, διπλά από το σπίτι του κατηγορούμενο, όπου υπήρχε ένα άσπρο πλαστικό ντεπόζιτο, το οποίο και οι τρεις φόρτωσαν στο διπλοκάμπινο και ο μάρτυρας ξεκίνησε με τον Νικολαΐδη να πάνε στο σπίτι του τελευταίου στην Μονή. Μόλις σταματήσαν έξω από το σπίτι του Νικολαΐδη σταμάτησε πίσω τους ένα άλλο διπλοκάμπινο και κατέβηκε ένας άντρας, ο οποίος είπε στον μάρτυρα ότι το ντεπόζιτο που είχε στο αυτοκίνητο του είναι κλοπιμαίο και η υπόθεση είναι καταγγελμένη στην Αστυνομία. Ο μάρτυρας το ανέφερε αμέσως στον Νικολαΐδη και ακολούθως πήγε στο μέρος ένας συνάδελφος του Αστ. Σταθμού Μονής. Στη συνέχεια μετέφεραν το ντεπόζιτο στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού, οπού ο μάρτυρας ενημερώθηκε ότι το ντεπόζιτο είναι ιδιοκτησία της εταιρείας CHAPO και καταγγέλθηκε ως κλοπιμαίο πριν δυο μήνες περίπου. Ο μάρτυρας δεν γνώριζε ότι το συγκεκριμένο ντεπόζιτο είναι κλοπιμαίο ούτε πως ήρθε στην κατοχή του κατηγορούμενου. Ως Μ.Κ.6 κατέθεσε ο Ανώτερος Υπαστυνόμος Φίλιππος Κωνσταντινίδης, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Υπηρετεί στην Λιµενική και Ναυτική Αστυνοµία όπου εκτελεί χρέη Υπευθύνου του Ναυτικού Σταθµού Λεµεσού. Στον Ναυτικό Σταθµό Λεμεσού υπηρετεί επίσης και ο Αστ.273 Α. Απέργης δηλ. ο κατηγορούμενος. Όσον αφορά τις ηµεροµηνίες από 8.7.12 µέχρι και τις 13.7.12, σύμφωνα με τις καταχωρήσεις στο Ηµερολόγιο του Σταθµού, ο κατηγορούμενος εργάσθηκε ως ακολούθως: Στις 8.7.12 εργάστηκε 06:00-19:
  4. Στις 9.7.12 από 18:00 µέχρι τις 07:00 της 10.7.
  5. Στην συνέχεια προσήλθε για καθήκον στις 12.7.12 αλλά λόγω υπηρεσιακών αναγκών, εργάσθηκε µε την Β' αλλαγή από τις 18:00-07:00 της 13.7.
  6. Στην συνέχεια ανέλαβε και πάλι καθήκον την iδια ηµέρα και ώρα 18:
  7. Ακολούθως και περi ώρα 21:20 δήλωσε ασθενής και µε οδηγiες του Υπ/µου Γ. Νικολαΐδη µεταφέρθηκε, από τον Ε/Αστ.5345 στο Γενικό Νοσοκοµείο Λεμεσού για εξετάσεις. Περί ώρα 21:45 ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον Σταθµό και ανέφερε ότι, λόγω του µεγάλου αριθµού ασθενών που περιµένουν στο Τµήµα Α' Βοηθειών για να εξεταστούν, θα µεταβεί για εξετάσεις στην Πολυκλινική Υγεία. Η ώρα 23:00 τηλεφώνησε και πάλι στον Σταθµό και ανέφερε ότι, µε οδηγiες του θεράποντος ιατρού θα κρατηθεί στην Πολυκλινική για περαιτέρω εξετάσεις. Στις 14.7.12 και περί ώρα 08:00 ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον Σταθµό και ανέφερε ότι εξήλθε της κλινικής και ότι δεν του παραχωρήθηκε άδεια ασθενείας. Ως Μ.Κ.7 κατέθεσε ο Ρένος Αχιλλέως, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Εργαζόταν ως επιστάτης στην εργοληπτική εταιρεία CHAPO για δέκα χρόνια περίπου. Μέσα στο μήνα Ιούλιο του 2012 πληροφορήθηκε από τον αποθηκάριο της εταιρείας, Παντελή Φιλοθέου, ότι κλάπηκαν τρεις μικρές υδροφόρες από το εργοτάξιο που βρισκόταν στον νέο δρόμο Ν. Λιμανιού -Ύψωνα, ο οποίος ήταν υπό κατασκευή. Συγκεκριμένα αυτές οι υδροφόρες είχαν αριθμούς 39-390-003, 39-390-007 και 39-390-
  8. Οι αριθμοί αυτοί τοποθετούνται από την εταιρεία του για σκοπούς αναγνώρισης. Στις 28.8.12 και περί ώρα 18:00 ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητό του με ανατολική κατεύθυνση στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας, έξω από το Monte Caputo, είδε στην αριστερή πλευρά του δρόμου ένα διπλοκάμπινο να μεταφέρει μια υδροφόρα-ντεπόζιτο, το οποίο έμοιαζε με τις προαναφερόμενες υδροφόρες. Αφού ακολούθησε το εν λόγω αυτοκίνητο και το πλησίασε είδε ότι πάνω στο ντεπόζιτο υπήρχε ο αριθμός 39-390-003 (στο φως του ήλιου τα νούμερα φαίνονται ακόμη πιο καθαρά), ο οποίος ήταν πολύ ευκρινής και τότε ακολούθησε το αυτοκίνητο για να δει που θα πάει. Εξήγησε ότι γνώριζε καλά το ντεπόζιτο καθότι, πριν την κλοπή του, ήταν χρεωμένο πάνω του για σκοπούς της δουλειάς του και το είδε πάρα πολλές φορές. Επίσης πάνω σε αυτό υπήρχε μπογιατισμένο με κόκκινο σπρέι ένα κομμάτι του το οποίο έγινε από τον αποθηκάριο για να σβήσει ένα όνομα το οποίο γράφτηκε από κάποιους υπαλλήλους πάλι με κόκκινο σπρέι. Έτσι ο μάρτυρας ήταν σίγουρος ότι το ντεπόζιτο ήταν αυτό της εταιρείας του που κλάπηκε τον Ιούλιο. Ακολούθησε το διπλοκάμπινο, το οποίο βγήκε από την έξοδο της Μονής και αφού προχώρησε 200 μέτρα σταμάτησε σε ένα σπίτι στην δεξιά πλευρά του δρόμου. Παράλληλα ο μάρτυρας ενημέρωσε τον Διευθυντή του έργου Αντρέα Αντρέου, ο οποίος ειδοποίησε σχετικά την Αστυνομία. Αφού σταματήσαν στο συγκεκριμένο σπίτι, κατέβηκε από το διπλοκάμπινο ένας άντρας, ο οποίος κινήθηκε προς το σπίτι. Τότε ο μάρτυρας κατέβηκε από το αυτοκίνητο και ρώτησε τον άντρα που βρήκε το ντεπόζιτο. Εκείνη την στιγμή από το σπίτι βγήκε ακόμα ένας άντρας, ο οποίος πήγε προς το διπλοκάμπινο. Αφού τον ρώτησαν τον λόγο που ρωτούσε, ο μάρτυρας τους είπε ότι πιστεύει ότι το ντεπόζιτο είναι κλοπιμαίο και ανήκει στην εταιρεία που εργάζεται. Τότε ο άντρας που βγήκε από το σπίτι του ανάφερε ότι του το έδωσε κάποιος Αντρέας Απέργης και την ίδια ώρα του τηλεφώνησε. Αφού έδωσε στον μάρτυρα το τηλέφωνο, ο μάρτυρας μίλησε με τον Αντρέα και αφού του εξήγησε τι έγινε εκείνος του ανάφερε ότι του το έδωσε κάποιος από την Ερήμη του οποίου το παρατσούκλι του είναι «Ελαφροδουλειάς». Ο μάρτυρας τότε τους είπε ότι ενημέρωσε σχετικά την Αστυνομία η οποία και πήγε στο μέρος και στην συνέχεια πήγαν όλοι στην Κεντρική. Πάνω σε κάθε ντεπόζιτο υπήρχαν ένας μηχανισμός που τυλίγει το λάστιχο, μία μηχανή της βενζίνης και ένα τρόλεϊ. Πάνω στην μηχανή της βενζίνης σε εκτός από τον αριθμό κατασκευής της υπήρχε και αριθμός ο οποίος τοποθετήθηκε από την εταιρεία. Στο ντεπόζιτο που εντοπίστηκε έλειπαν όλα τα πιο πάνω και ήταν μόνο του. Ρώτησε τον οδηγό του διπλοκάµπινου εάν από εκεί που το πήρε είδε κάτι άλλο αλλά εκείνος του ανάφερε πως δεν είδε τίποτε από τα πιο πάνω. Επίσης ο οδηγός του ανάφερε ότι δεν πλήρωσε κάποιο ποσό για το ντεπόζιτο και ότι του το έδωσε δωρεάν ο Απέργης. Ως Μ.Κ.8 κατέθεσε ο Αρχιαστυφύλακας Κωνσταντίνος Γιωργούδης, του ΤΑΕ Λεμεσού, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 12.7.12 και ώρα 13:45 έλαβε γραπτώς παράπονο από τον Παντελή Φιλοθέου, αποθηκάριο της εργοληπτικής εταιρείας με την επωνυμία «CHAPO», κατά το οποίο του κατήγγειλε ότι μεταξύ των ωρών 18:00 - 10:00 των ημερομηνιών 10 - 11.7.12, κλάπηκαν από τον χώρο του εργοταξίου που βρίσκεται στην περιοχή Ύψωνα, πίσω από το κατάστημα του ELLINA DIY, τρία πλαστικά ντεπόζιτα νερού, το καθένα από τα οποία ήταν τοποθετημένο σε μεταλλικό τρόλεϊ, με τυλιχτίρα νερού κόκκινου χρώματος και μηχανή μάρκας HONDA. Η συνολική αξία της κλαπείσας περιουσίας ήταν €3,000 και δεν καλυπτόταν από ασφαλιστική κάλυψη. Την ίδια ημέρα αμέσως μετά την καταγγελία ο μάρτυρας διεξήγε επιτόπιες εξετάσεις στην σκηνή της κλοπής δίχως να εντοπιστεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Για την πιο πάνω καταγγελία σχηματίστηκε ο ποινικός φάκελος υπό στοιχεία Π.Φ.ΤΑΕ Λεμεσού Σ/982/
  9. Στις 28.8.12 ο μάρτυρας ενημερώθηκε ότι για την πιο πάνω διερευνώμενη υπόθεση προέκυψε μαρτυρία εναντίον του Αστ.273 Αντρέα Απέργη (κατηγορούμενου), ο οποίος και συνελήφθηκε την ίδια ημέρα στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού. Στις 29.8.12 και μεταξύ των ωρών 13:30-13:50 με την γραπτή συγκατάθεση του κατηγορούμενου, ο μάρτυρας διεξήγε έρευνα στην οικία και υποστατικά του που βρίσκονται στο χωριό Μονάγρι, της Επαρχίας Λεμεσού, δίχως να εντοπιστεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Στις 30.8.12 και μεταξύ των ωρών 11:45-12:45 ο μάρτυρας έλαβε συμπληρωματική κατάθεση από τον Παντελή Φιλοθέου. Την επόμενη ημέρα 31.8.12 και ώρα 14:00 ο μάρτυρας παρέδωσε στον Παντελή Φιλοθέου το άσπρο πλαστικό ντεπόζιτο για να το θέσει υπό την φύλαξη του. Στην συνέχεια της ίδιας ημέρας και μεταξύ των ωρών 16:00-17:00 στην Πολυκλινική Υγεία στην Λεμεσό, και στην παρουσία του Υπ/μου Ελευθέριου Κυριάκου, ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 5). Έλαβε μέρος στην διερεύνηση υπό τις οδηγίες του Μ.Κ.1, ο οποίος και ολοκλήρωσε τον φάκελο της υπόθεσης. Δεν έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα της κλεπταποδοχής και της παράνομης κατοχής περιουσίας. Ο κατηγορούμενος ανακρίθηκε και κατηγορήθηκε μόνο για το αδίκημα της κλοπής και για αυτό διερεύνησε ο ίδιος. Ως Μ.Κ.9 κατέθεσε ο Παντελής Φιλοθέου, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν ως αποθηκάριος στην εταιρεία με την ονομασία CHAPO, η οποία ανέγειρε δρόμο στην Βιομηχανική Περιοχή Ύψωνα, πίσω από τις αποθήκες της εταιρείας ELLINAS D.Ι.Υ. Στις 11.7.12 κατά η ώρα 10:00 ενώ ήταν δουλειά αντιλήφθηκε ότι κλάπηκαν από το εργοτάξιο, το οποίο ήταν ανοικτό, τρία ντεπόζιτα νερού που ήταν ενσωματωμένα πάνω σε τρόλεϊ και το καθένα είχε δική του μηχανή μάρκας HONDA. Τα τρόλεϊ αυτά ήταν τοποθετημένα μέσα στο εργοτάξιο και, όπως του είπαν οι υπεύθυνοι από την εταιρεία όταν ρώτησε, η συνολική αξία τους ήταν γύρω στα €1,000 το καθένα, καινούρια. Τα ντεπόζιτα ήταν χρώματος άσπρου πλαστικά και τα τρόλεϊ ήταν χρώματος ασημένιου. Επίσης στο πλευρό τους είχαν μάνικες (λάστιχα) κόκκινου χρώματος. Δεν γνωρίζει πόση ήταν η αξία των ντεπόζιτων στα τρόλεϊ. Όσον αφορά το πλαστικό ντεπόζιτο το οποίο ανευρέθηκε από την Αστυνομία και παραλήφθηκε ως τεκμήριο, το είδε εδώ στην αυλή της Αστυνομίας όταν πήγε να το παραλάβει και είχε τα ακόλουθα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, τα οποία τον κάνουν σίγουρο πέραν πάσης αμφιβολίας ότι πρόκειται για ένα εκ των τριών ντεποζίτων που κατάγγειλε ως κλοπιμαία. Κατά αρχήν φαίνονταν τα σημάδια από την αφαίρεση των αυτοκόλλητων της εταιρείας CHAPO στο πλευρό (υπέδειξε το σημείο στις φ. 2, 5 και 8 του τεκμηρίου 2). Δεύτερο φαίνονταν τα σημάδια έντονα από τους ιμάντες (σιαππάνια) με τα οποία ήταν δεμένο πάνω στο ρυμουλκούμενο τρόλεϊ. Τρίτον υπήρχε πάνω αναγραμμένο με σπρέι η λέξη «ΜΟΤΟΡΟΣ», την οποία ο μάρτυρας έσβησε με άλλο άσπρο σπρέι, αλλά ακόμα ήταν ευδιάκριτα τα γράμματα. Επίσης υπήρχε στη μία πλευρά γραμμένο με κόκκινο σπρέι το γράμμα «Α» το οποίο έγραψε ο μάρτυρας (υπέδειξε το σημείο στην φ. 1 του τεκμηρίου 2). Περαιτέρω υπήρχε εμφανής η ένδειξη πάνω στο ντεπόζιτο ο κωδικός με αριθμό 39-390-003, που ήταν με αυτοκόλλητα τα οποία επίσης αφαιρέθηκαν αλλά πάλι φαίνονταν τα σημάδια υπέδειξε το σημείο στις φ. 3, 9 και 10 του τεκμηρίου 2). Επίσης η ένωση του λάστιχου που υπάρχει πάνω είναι η ένωση που έβαλε ο μάρτυρας. Το εν λόγω ντεπόζιτο ήταν πάνω σε ρυμουλκούμενη καρότσα με μηχανή HONDA, αριθμός μοντέλου GX120, με κωδικό εταιρείας 57-570-043, αριθμό μηχανής GCHK
  10. Τα τρία συγκεκριμένα ντεπόζιτα κλάπηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 10-11 Ιουλίου 2012 και είναι σίγουρος για αυτό αφού επρόκειτο για μηχανήματα τα οποία χρησιμοποιούσαν σχεδόν καθημερινά. Αυτά ήταν αφημένα στον χώρο του εργοταξίου στον οποίο όμως υπήρχε πρόσβαση για να εισέλθει κάποιος με αυτοκίνητο, να τα κοτσάρει και να φύγει. Δεν υπήρχε φρουρός τότε που κλάπηκαν τα ντεπόζιτα. Δεν γνωρίζει κανένα άτομο με το παρατσούκλι «ΑΛΑΒΡΟΣ» και ούτε στην εταιρεία του εργάζεται τέτοιο πρόσωπο. Μέσα στο εργοτάξιο υπήρχαν τέσσερα πανομοιότυπα ντεπόζιτα από τα οποία κλάπηκαν τα τρία. Και τα 4 ντεπόζιτα ήταν ηλικίας ενός
(1)χρόνου και η κατάσταση τους ήταν σχεδόν καινούργια, όπως και οι μηχανές τους με τα τρόλεϊ. Σε καμία περίπτωση δεν έδωσαν άδεια σε κανέναν να τα πιάσει και ούτε τα πετάξαν κάπου ώστε να δείχνουν εγκαταλειμμένα. Συμφώνησε στην αντεξέταση του ότι στο επίδικο έμειναν τα σημάδια από τα αυτοκόλλητα που υπήρχαν και ότι κάποιος που θα ερχόταν σε οπτική επαφή δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί ότι ήταν περιουσιακό στοιχείο της CHAPO. Ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη του δήλωση ανέφερε τα ακόλουθα: «Θα ήθελα να αναφέρω στο Δικαστήριο ότι δεν έχω διαπράξει κανένα από τα αδικήματα τα οποία κατηγορούμαι. Αγόρασα το ντεπόζιτο σε λογική τιμή αφού ήταν φθαρμένο στη βάση του και στο περιτοίχισμα του. Δεν είχε κάποια ένδειξη ότι ανήκε σε εταιρεία ή σε κάποιο πρόσωπο. Δεν θα ριψοκινδύνευα τη δουλειά μου στην Αστυνομία για το ντεπόζιτο αυτό. Έδωσα στην Αστυνομία όσα στοιχεία είχα για τον πωλητή του ντεπόζιτου. Ήταν πολύ πειστικός ο Αλαβρός, είναι το όνομα του πωλητή, τον πίστεψα και εγώ και ο αδελφός μου που ήταν στο μέρος μαζί μου και το ξέρει και η Αστυνομία». Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 εξεταστής της υπόθεσης μου έκανε καλή εντύπωση. Περιέγραψε με σαφήνεια τις ενέργειες του στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις και η μαρτυρία του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Δεν βρίσκει δε έρεισμα πουθενά στα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η θέση που του υποβλήθηκε από την υπεράσπιση, ότι δεν έκανε τις δέουσες ενέργειες για ολοκληρωμένη διερεύνηση της υπόθεσης, με δίκαιο τρόπο και χωρίς οποιαδήποτε προκατάληψη και χωρίς πλημμέλεια. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή, περιλαμβανομένων των όσων είπε για την κατάσταση του επίδικου ντεπόζιτου εφόσον τα όσα είπε σχετικά τα ανέφερε με βάση τις σπουδές του αλλά και το ότι εργάστηκε σε συγκεκριμένη εταιρεία που παράγει πλαστικά. Η μαρτυρία της Μ.Κ.3 περιστράφηκε γύρω από την αξία του επίδικου ντεπόζιτου. Ήταν η θέση της στην κυρίως εξέταση της ότι ένα καινούριο πλαστικό ντεπόζιτο νερού χωρητικότητας 1400 λίτρων έχει αξία €262 και ότι το επίδικο ντεπόζιτο όπως το είδε και ήταν μεταχειρισμένο κοστίζει περίπου €
  1. Προέκυψε όμως σαφώς από την αντεξέταση της ότι δεν ήταν σε θέση να εκφέρει γνώμη ως προς μεταχειρισμένα ντεπόζιτα νερού εφόσον, ως ανέφερε, η εταιρεία της εμπορεύεται μόνο καινούρια και όχι μεταχειρισμένα και δεν αγοράζει μεταχειρισμένα ούτε και η ίδια πώλησε ποτέ μεταχειρισμένο ντεπόζιτο. Είπε δε ουσιαστικά ότι για το επίδικο υπολόγισε και ανέφερε την Αστυνομία μια τιμή στο περίπου, όπως θα έλεγε σε κάποιο πελάτη της που θα την ρωτούσε για μεταχειρισμένο ντεπόζιτο. Σε υποβολή ότι το επίδικο έχει αξία περί τα €50 δεν το αρνήθηκε. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.3 όσον αφορά την αξία του επίδικου μεταχειρισμένου ντεπόζιτου δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Γίνεται όμως δεκτή η μαρτυρία της όσον αφορά το ποια ήταν η αξία ενός τέτοιου καινούριου ντεπόζιτου. Η μαρτυρία των Μ.Κ.2, Μ.Κ.4, Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση τους. Οι δε με Μ.Κ.2 και Μ.Κ.5 κατά την αντεξέταση τους ανέφεραν ότι το επίδικο ντεπόζιτο ήταν μεταχειρισμένο και ευτελούς αξίας. Η θέση τους όμως αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή καθότι ουσιαστικά εξέφρασαν την γνώμη τους περί τούτου όταν τους ζητήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης, χωρίς όμως να αναφέρουν που την στηρίζουν και σίγουρα χωρίς να υποστηρίξουν ότι είναι ειδικοί επί του θέματος. Ως εκ των άνω η μαρτυρία των Μ.Κ.2, Μ.Κ.4, Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 γίνεται δεκτή με εξαίρεση το προαναφερόμενο μέρος της μαρτυρίας των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.
  2. Ούτε η μαρτυρία του Μ.Κ.7 αμφισβητήθηκε στην ουσία της. Δεν μπορεί να γίνει όμως δεκτή η θέση του περί της αξίας του επίδικου ντεπόζιτου για τον εξής λόγο. Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι αυτό ως καινούριο ήταν €
  3. Το γνώριζε επειδή ρώτησε ο ίδιος για να αγοράσει καινούριο. Είπε δε, χωρίς όμως να εξηγήσει πως το γνώριζε, ότι σαν μεταχειρισμένο, το μίνιμουμ που μπορείς να το αγοράσεις είναι €150, €
  4. Στην αντεξέταση του όμως είπε ότι αγόρασε τελικά ένα καινούριο ντεπόζιτο μεγαλύτερο από το επίδικο για €300 και δεν έψαξε για μεταχειρισμένο. Συνεπώς δεν εξήγησε πως γνώριζε την αξία του μεταχειρισμένου επίδικου ντεπόζιτου και σίγουρα δεν ισχυρίσθηκε ότι είχε κάποια ειδική γνώση επί του θέματος. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή, με εξαίρεση την αμέσως προαναφερόμενη θέση του. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψη άλλου μέρους παραπέμπω στην Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.
  1. Η μαρτυρία του Μ.Κ.8 ήταν κατά βάση τυπική εφόσον αυτός έλαβε καταθέσεις από διάφορα πρόσωπα, περιλαμβανομένης της μιας εκ των ανακριτικών καταθέσεων του κατηγορούμενου (τεκμήριο 5) την οποία βασικά απλά κατέγραψε στην παρουσία του Μ.Κ.
  2. Όσον αφορά την κατάθεση που έλαβε από την Μ.Κ.3 ανέφερε στην αντεξέταση του ότι η συγκεκριμένη εταιρεία είναι ευρέως γνωστή ότι εμπορεύεται πλαστικά ντεπόζιτα νερού, πιθανόν, όπως είπε, και μεταχειρισμένα. Στην αποθήκη της εταιρείας υπήρχαν εκατοντάδες πλαστικά ντεπόζιτα που δεν μπόρεσε να διαχωρίσει εάν ήταν καινούρια ή μεταχειρισμένα. Δεν θυμόταν όμως εάν υπήρχαν και μεταχειρισμένα. Είπε δε ότι ο σκοπός του ήταν να διαπιστώσει την αξία του επίδικου και απευθύνθηκε σε αρμόδιο πρόσωπο που έχει γνώση για τιμές μεταχειρισμένων. Από την μαρτυρία της ίδιας της Μ.Κ.3 προκύπτει όμως ότι αυτή δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την αξία του επίδικου ντεπόζιτου. Φαίνεται λοιπόν ότι ο Μ.Κ.8 δεν βεβαιώθηκε ότι το πρόσωπο από το οποίο θα λάμβανε κατάθεση για το εν λόγω θέμα είχε την απαραίτητη γνώση και για μεταχειρισμένα ντεπόζιτα. Το γεγονός όμως αυτό δεν δείχνει ότι ο μάρτυρας έδρασε με προκατάληψη έναντι του κατηγορούμενου και για αλλότριους λόγους, όπως του υποβλήθηκε. Αντίθετα φαίνεται ότι αυτό στέρησε από την κατηγορούσα αρχή την εν λόγω μαρτυρία στα πλαίσια του βάρους που αυτή φέρει προς απόδειξη της υπόθεσης της. Τέλος δεκτή γίνεται η μαρτυρία του Μ.Κ.9 στο σύνολο της εφόσον ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Αναφορικά δε με το σε ποια εταιρεία αυτός εργαζόταν είπε στην κυρίως εξέταση του ότι εργαζόταν ως αποθηκάριος στην εταιρεία με την ονομασία CHAPO. Στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε σε ποια ακριβώς εταιρεία εργοδοτείτο είπε ότι εάν δεν κάνει λάθος ήταν στην Χαρίλαος Αποστολίδης CHAPO Construction. Ήταν δε τελικά η θέση του ότι δεν γνωρίζει ακριβώς ποιο ήταν το όνομα της εταιρείας. Αυτός την ήξερε ως CHAPO. Δεν αμφισβητήθηκε όμως ούτε κατά την μαρτυρία αυτού ούτε κατά την μαρτυρία του Μ.Κ.7, ο οποίος επίσης ανέφερε ότι εργαζόταν στην εργοληπτική εταιρεία CHAPO και γνώριζε πολύ καλά το επίδικο ντεπόζιτο εφόσον ήταν χρεωμένο πάνω του, ότι το ντεπόζιτο που εντοπίσθηκε στην κατοχή του Μ.Κ.2 ανήκε στην εταιρεία τους και ότι ήταν ένα εξ αυτών που κλάπηκαν. Ο κατηγορούμενος, ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγε καμία μαρτυρία. Περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση. Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία, η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Πριν προχωρήσω στην εξέταση της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου κρίνεται ότι θα πρέπει να αξιολογηθούν τα όσα ανέφερε στις καταθέσεις του (τεκμήρια 4 και 5). Αναφορικά με το πως αξιολογείται η κατάθεση ενός κατηγορούμενου σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 109: «Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή. Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης». Η εκτίμηση λοιπόν της κατάθεσης του κατηγορούμενου είναι θέμα που ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 190 και Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 693). Όσον αφορά τις καταθέσεις του κατηγορούμενου τεκμήρια 4 και 5 πρέπει να λεχθεί ότι σε αυτές, στο μέτρο που αφορούν τις συνθήκες υπό τις οποίες απέκτησε το επίδικο ντεπόζιτο, δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Αυτό γιατί ο ίδιος όχι μόνο δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο ώστε να αξιολογηθούν οι εκεί αναφερόμενοι ισχυρισμοί του μέσω και της αντεξέτασης αλλά δεν αναφέρθηκε καν στο περιεχόμενο τους ούτε στην ανώμοτη δήλωση του. Περαιτέρω τα ουσιώδη γεγονότα που αναφέρει στις καταθέσεις του δείχνουν μια προσπάθεια του να δώσει μια αθώα εξήγηση για το πώς απέκτησε το ντεπόζιτο, η οποία όμως δεν είναι πειστική εφόσον τα όσα είπε δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική είτε είναι αντιφατικά μεταξύ τους είτε διαψεύδονται από άλλη μαρτυρία που έγινε δεκτή. Συγκεκριμένα: Στην κατάθεση του τεκμήριο 4 αναφέρει:
  1. Ότι αγόρασε το επίδικο ντεπόζιτο κατά τις αρχές Ιουνίου του
  2. Αυτό όμως αποτελεί ψέμα εφόσον, από την μαρτυρία που έγινε δεκτή, προκύπτει ότι η κλοπή του ντεπόζιτου έγινε αργότερα και συγκεκριμένα περί τις 10-11.7.
  3. Ότι γνώριζε ότι η τιμή ενός καινούριου ντεπόζιτου ήταν περί τα €120 και ότι η τιμή των €50 που τους δόθηκε ήταν λογική. Όμως δεν εξήγησε πως γνώριζε την τιμή ενός καινούριου ντεπόζιτου και πως ενός μεταχειρισμένου όπως το επίδικο ενώ περαιτέρω, ως προκύπτει από την μαρτυρία της Μ.Κ.3 στο μέτρο που αυτή έγινε δεκτή, η τιμή ενός καινούριου ντεπόζιτου όπως το επίδικο ήταν τότε €
  4. Ότι σε καμία περίπτωση δεν υποψιάστηκε ότι το ντεπόζιτο μπορούσε να ήταν κλεμμένο. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το ότι στην άλλη κατάθεση του ανέφερε ότι ρώτησε τον «πωλητή» εάν ήταν κλεμμένο και εκείνος το αρνήθηκε.
  5. Ότι μετά που ο αδελφός του είδε το ντεπόζιτο και του είπε ότι είναι πολύ μεγάλο και δεν τους κάνει, ο κατηγορούμενος είπε στον αδελφό του ότι αφού είναι €50 να το πάρει. Αυτό σε αντίθεση με την άλλη του κατάθεση όπου είπε ότι αυτός ενδιαφέρθηκε να το αγοράσει και επειδή εκείνη την στιγμή δεν είχε λεφτά μαζί του ζήτησε από τον αδελφό του να του δώσει το εν λόγω ποσό με το οποίο πλήρωσε τον «πωλητή».
  6. Ότι ο «πωλητής» ξεφόρτωσε ουσιαστικά μόνος του το ντεπόζιτο. Αυτό δεν είναι λογικό ενόψει του ότι επρόκειτο για ένα ντεπόζιτο χωρητικότητας 1400 λίτρων και μεγάλου όγκου, κάτι που προκύπτει και από την φωτογραφία 11 του τεκμηρίου 2, όπου αυτό φαίνεται να μην χωρά στο πίσω μέρος του διπλοκάµπινου με αποτέλεσμα η πίσω πόρτα του να μένει ανοικτή. Στην κατάθεση του τεκμήριο 5: Ότι το μόνο σημάδι που πρόσεξε πάνω στο ντεπόζιτο ήταν με σπρέι κόκκινου χρώματος το γράμμα «Α». Αυτό αποτελεί επίσης ψέμα γιατί από την μαρτυρία που έγινε δεκτή αλλά και από μια απλή παρατήρηση του εν λόγω ντεπόζιτου ως φαίνεται στις φωτογραφίες 3, 4, 9 και 10 του τεκμηρίου 2, στο πλευρό αυτού είναι εμφανής με την πρώτη ματιά η ύπαρξη μεγάλων συνεχόμενων σε γραμμή αριθμών, ως σημάδια από αυτοκόλλητα που είχαν αφαιρεθεί. Ως μάλιστα ανέφερε ο Μ.Κ.7 στο φως του ήλιου οι αριθμοί αυτοί φαίνονταν ακόμη πιο καθαρά. Ο δε κατηγορούμενος δεν λέει στην κατάθεση του ότι κατά τον χρόνο που είδε το ντεπόζιτο ήταν βράδυ ή ότι το είδε κάτω από κάποιο χαμηλό φωτισμό ή σκιά. Περαιτέρω στο πλευρό του ντεπόζιτου είναι εμφανή τα σημάδια από ένα μεγάλο ορθογώνιο αυτοκόλλητο που είχε αφαιρεθεί (βλ. φωτογραφίες 2, 5, 8 και 11 και την μαρτυρία του Μ.Κ.9). Μάλιστα από τις φωτογραφίες 3, 4, 9 και 10 φαίνεται ότι τα σημάδια από τους προαναφερόμενους αριθμούς βρίσκονται λίγο πιο πάνω από τα σημάδια του εν λόγω ορθογώνιου αυτοκόλλητου. Το γεγονός ότι ως ανέφερε ο Μ.Κ.9 κάποιος που θα έβλεπε τα εν λόγω σημάδια από τα αυτοκόλλητα που υπήρχαν δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί ότι ήταν περιουσιακό στοιχείο της CHAPO δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι μπορούσε να αντιληφθεί την ύπαρξη των εν λόγω σημαδιών. Αυτό και γιατί, ως έχει προαναφερθεί, δεν είναι λογικό το ντεπόζιτο να το ξεφόρτωσε ο «πωλητής» μόνος του και με δεδομένο ότι στον χώρο βρίσκονταν, εκτός από τον «πωλητή», μόνον ο κατηγορούμενος με το αδελφό του και ο κατηγορούμενος ήταν ο αγοραστής, αυτός να μην βοήθησε στην εκφόρτωση του και άρα να το είδε από πολύ κοντά. Φαίνεται δε ότι στην πρώτη του κατάθεση ανέφερε ουσιαστικά ότι ο «πωλητής» ξεφόρτωσε μόνος του το ντεπόζιτο ακριβώς για να πείσει ότι ο ίδιος δεν είχε κοντινή επαφή με αυτό ώστε να προσέξει τα προαναφερόμενα σημάδια. Περαιτέρω η όλη εκδοχή του ως προς το πρόσωπο από το οποίο το αγόρασε και ως προς το τι πρόσεξε όσον αφορά το ντεπόζιτο δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική. Και εξηγώ. Περιγράφει ότι ενώ βρισκόταν σε μια απόμερη περιοχή με τον αδελφό του, τους προσέγγισε ένα άγνωστο του πρόσωπο που ήταν στην θάλασσα, τον οποίο ο ίδιος περιγράφει ως «αρκετά μελαχρινό όπως τον αθίγγανο, με σγουρό απεριποίητο γένι και σγουρά μαύρα μακριά μαλλιά απεριποίητα τα οποία κρατούσε με ένα λαστιχούι κότσο .. τα ρούχα του ήταν λερωμένα και γενικά ήταν απεριποίητος», εκείνος πρότεινε ουσιαστικά στον αδελφό του, ο οποίος χρειαζόταν ένα ντεπόζιτο για το τροχόσπιτο του, να του πωλήσει ένα μεγάλο ντεπόζιτο όπως το επίδικο για €50, ο αδελφός του αργότερα όταν είδε ανέφερε ότι δεν του κάνει και τελικά το αγόρασε ο κατηγορούμενος. Ρώτησε το εν λόγω πρόσωπο πως ονομάζεται και εκείνος του είπε «Ελαβρός» από την Ερήμη. Ο κατηγορούμενος όμως δεν είναι ένας απλός πολίτης αλλά ένας αστυνομικός και μάλιστα, ως τον χαρακτήρισε ο Μ.Κ.1, πρόκειται για ένα έξυπνο αστυνομικό. Παρά τα πιο πάνω και ιδιαίτερα τον χώρο όπου έλαβαν μέρος και την όλη εμφάνιση του προαναφερόμενου προσώπου και παρά το ότι δεν το γνώριζε, ο κατηγορούμενος δεν ζήτησε να μάθει τα πραγματικά του στοιχεία εφόσον το πιο πάνω φαίνεται ότι δεν αποτελεί όνομα άλλα προφανώς κάποιο παρατσούκλι. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί περαιτέρω ότι έγιναν εξετάσεις από την Αστυνομία τόσο μέσω του Κοινοτάρχη Ερήμης, ο οποίος ανέφερε ότι δεν γνώριζε κανένα πρόσωπο με το πιο πάνω όνομα στο χωριό του όσο και στην περιοχή του Καρνάγιου, όπου επίσης κανένας δεν γνώριζε αυτό το πρόσωπο. Περαιτέρω ενώ ήταν εμφανές με την πρώτη ματιά ότι το ντεπόζιτο έφερε πάνω κάποια σημάδια από μεγάλους αριθμούς από αυτοκόλλητα που αφαιρέθηκαν, ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι δεν πρόσεξε κάτι πέραν του «Α» που ήταν αναγραμμένο. Παρά δε το ότι αυτά τα σημάδια, θα δημιουργούσαν σε κάθε άνθρωπο, πόσο μάλλον σε ένα αστυνομικό, τουλάχιστον μια υποψία, στην πρώτη του κατάθεση είπε ότι δεν υποψιάστηκε καν ότι το ντεπόζιτο ήταν κλεμμένο κάτι που διαψεύδεται από την δεύτερη του κατάθεση, όπου αναφέρει μάλιστα ότι ρώτησε σχετικά τον «πωλητή». Επαναπαύθηκε δε, ως μη πειστικά αναφέρει, στην απλή δήλωση του προαναφερόμενου προσώπου ότι το ντεπόζιτο ήταν δικό του και χρειαζόταν τα χρήματα. Τα μόνα σημεία των καταθέσεων του που γίνονται δεκτά είναι ότι έλαβε κατοχή του επίδικου ντεπόζιτου και τα όσα ακολούθησαν τη λήψη της κατοχής, στο μέτρο πάντα που δεν έρχονται σε αντίθεση με την υπόλοιπη μαρτυρία που έγινε δεκτή. Εξετάζοντας στη συνέχεια την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου θα πρέπει να λεχθεί ότι ούτε σε αυτή μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Οι θέσεις του ότι αγόρασε το «ντεπόζιτο σε λογική τιμή αφού ήταν φθαρμένο στη βάση του και στο περιτοίχισμα του» και ότι δεν είχε καμία ένδειξη ότι ανήκε σε κάποιο πρόσωπο, ως έχει προαναφερθεί, δεν είναι πειστικές και δεν έχουν γίνει δεκτές. Μάλιστα το ότι έκανε την αγορά γιατί το ντεπόζιτο ήταν φθαρμένο στη βάση του και στο περιτοίχισμα του, κάτι ουσιώδες, δεν το ανέφερε καν στις καταθέσεις του και φαίνεται ότι αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του. Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή και τα παραδεκτά γεγονότα καταλήγω στα ακόλουθα: Κατά τον επίδικο χρόνο η εργοληπτική εταιρεία CHAPO, ανήγειρε δρόμο στην Βιομηχανική Περιοχή Ύψωνα. Σε εργοτάξιο που διατηρούσε για το εν λόγω έργο είχε 4 ντεπόζιτα νερού άσπρου χρώματος, τα οποία ήταν ενσωματωμένα πάνω σε τρόλεϊ εκ των οποίων το καθένα είχε δική του μηχανή και στο πλευρό μάνικες (λάστιχα) κόκκινου χρώματος. Αυτά ήταν ηλικίας ενός έτους και η κατάσταση τους ήταν καλή. Τρία εκ των προαναφερόμενων τρόλεϊ συμπεριλαμβανομένων των ντεπόζιτων που έφεραν (ένα εκ των οποίων ήταν το επίδικο), κλάπηκαν από το εργοτάξιο μεταξύ των ημερομηνιών 10-11 Ιουλίου
  7. Ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στην Λιμενική και Ναυτική Αστυνομία και ήταν αποσπασμένος στον Ναυτικό Σταθμό Λεμεσού. Προϊστάμενος του ήταν ο Μ.Κ.
  8. Λόγω του ότι το ντεπόζιτο νερού που είχε ο Μ.Κ.2 στο σπίτι του για άρδευση του κήπου υπέστη ζημιά, έψαχνε ένα τέτοιο. Αυτό το ανέφερε και στους συναδέλφους του μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος, περί τις αρχές Αυγούστου
  9. Τότε ο κατηγορούμενος του ανέφερε πως έχει ένα ντεπόζιτο νερού στο χωράφι του στο χωριό του, το οποίο δεν χρειάζεται και προσφέρθηκε να του το χαρίσει. Ο Μ.Κ.2 επέμενε να του πει ο κατηγορούμενος πόσα κοστίζει για να του το πληρώσει αλλά εκείνος ήθελε να του το χαρίσει και δεν έπαιρνε λεφτά. Συμφώνησαν δε ότι όταν ο κατηγορούμενος θα πήγαινε στο χωριό του, θα το έφερνε στο σπίτι του στην Λεμεσό και θα το παραλάμβανε ο Μ.Κ.
  10. Περί τις 21.8.12 ενώ ήταν στην δουλειά, ο κατηγορούμενος είπε στον Μ.Κ.2 ότι το ντεπόζιτο το μετέφερε από το χωράφι του και το τοποθέτησε σε διπλανό από την οικία του οικόπεδο και όποτε θέλει να περάσει να το παραλάβει. Στις 28.8.12 το απόγευμα ενώ ο Μ.Κ.2 βρισκόταν στην Λεμεσό εκτός καθήκοντος, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον συνάδελφο του Μ.Κ.5 και του ζήτησε εάν μπορούσε να του μεταφέρει το ντεπόζιτο με το διπλοκάμπινο του. Ακολούθως μετέβηκαν με τον Μ.Κ.5 στην οικία του κατηγορούμενου όπου ο τελευταίος σε διπλανό οικόπεδο του υπέδειξε το επίδικο ντεπόζιτο. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.2 με τον Μ.Κ.5 στην παρουσία του κατηγορούμενου, φόρτωσαν το ντεπόζιτο στο διπλοκάμπινο και μετά από λίγο ξεκινήσαν, ο Μ.Κ.2 με το αυτοκίνητο του και ο Μ.Κ.5 με το διπλοκάμπινο, για να μεταφέρουν το ντεπόζιτο στην οικία του Μ.Κ.
  11. Ο Μ.Κ.7 κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν ως επιστάτης στην προαναφερόμενη εταιρεία και είχε, για τους σκοπούς της εργασίας του, χρεωμένο ένα από τα προαναφερόμενα τρόλεϊ που κλάπηκαν, με το επίδικο ντεπόζιτο, πράγμα για το οποίο είχε ενημερωθεί από τον αποθηκάριο της εταιρείας, Μ.Κ.
  12. Στις 28.8.12 και περί ώρα 18:00 ενώ ο Μ.Κ.7 οδηγούσε το αυτοκίνητό του με ανατολική κατεύθυνση στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Λευκωσίας είδε σε κάποιο σημείο του δρόμου το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Μ.Κ.5 με το επίδικο ντεπόζιτο. Αφού το ακολούθησε και το πλησίασε, από κάποια χαρακτηριστικά - διακριτικά που είδε πάνω στο ντεπόζιτο το αναγνώρισε ως αυτό που είχε χρεωμένο και ένα από αυτά που κλάπηκαν μεταξύ της 10-11.7.12 από το εργοτάξιο της εταιρείας του. Ακολούθησε το διπλοκάμπινο το οποίο σταμάτησε σε ένα σπίτι. Παράλληλα ο Μ.Κ.7 ενημέρωσε τον Διευθυντή του έργου, ο οποίος ειδοποίησε σχετικά την Αστυνομία. Αφού σταματήσαν στο συγκεκριμένο σπίτι, κατέβηκε από το διπλοκάμπινο ένας άντρας, ο οποίος κινήθηκε προς το σπίτι. Τότε ο Μ.Κ.7 κατέβηκε από το αυτοκίνητο και ρώτησε τον συγκεκριμένο άντρα που ήταν ο Μ.Κ.5 που βρήκε το ντεπόζιτο. Εκείνη την στιγμή από το σπίτι βγήκε ο Μ.Κ.2, ο οποίος πήγε προς το διπλοκάμπινο. Ο Μ.Κ.7 τους εξήγησε ποιος ήταν, ότι το ντεπόζιτο είναι ιδιοκτησία της εταιρείας CHAPO και ότι κλάπηκε από την εταιρεία πριν λίγο καιρό. Τους εξήγησε επίσης πως το αναγνώρισε δείχνοντας τους διάφορα διακριτικά που είχε πάνω και κάποια χαρακτηριστικά. Ο Μ.Κ.2 ανάφερε στον Μ.Κ.7 ότι του το έδωσε κάποιος Αντρέας Απέργης και την ίδια ώρα του τηλεφώνησε. Αφού έδωσε στον Μ.Κ.7 το τηλέφωνο ο τελευταίος μίλησε με τον Αντρέα και αφού του εξήγησε το τι έγινε εκείνος του ανάφερε ότι του το έδωσε κάποιος από την Ερήμη του οποίου το παρατσούκλι του είναι «Ελαφροδουλειάς». Ακολούθως στο μέρος έφθασε ο Μ.Κ.
  13. Αργότερα την ίδια ημέρα μετέβηκε εκεί και ο Αστ.2013 Χ. Αγγελή, ο οποίος μετά από συνεννόηση µε µέλη του ΤΑΕ Λεμεσού συνόδευσε τα πιο πάνω πρόσωπα µε το ντεπόζιτο στο ΤΑΕ Λεμεσού. Ο κατηγορούμενος έλαβε κατοχή του επίδικου ντεπόζιτου μετά την κλοπή αυτού και έκτοτε το κατείχε μέχρι που το έδωσε στον Μ.Κ.
  14. Νομική πτυχή Το αδίκημα της κλεπταποδοχής εδράζεται στο άρθρο 306 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «
  15. Όποιος αποδέχεται ή κατακρατεί περιουσία, που γνωρίζει ότι αυτή κλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου βαθμού (κακουργήματος ή πλημμελήματος) και υπόκειται- (α) στην περίπτωση κακουργήματος, σε φυλάκιση πέντε χρόνων. (β) στην περίπτωση πλημμελήματος, σε φυλάκιση δύο χρόνων. Από το λεκτικό λοιπόν του εν λόγω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
  16. Ο κατηγορούμενος να αποδέχεται ή να κατακρατά περιουσία.
  17. Η περιουσία αυτή να κλάπηκε ή να αποκτήθηκε κάτω από περιστάσεις που να συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα.
  18. Η γνώση του κατηγορουμένου ότι η περιουσία αυτή κλάπηκε ή ότι αποκτήθηκε υπό περιστάσεις που να συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα. Η αποτυχία απόδειξης κλοπής της περιουσίας ή ότι αυτή αποκτήθηκε υπό περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα συνεπάγεται μοιραία αποτυχία απόδειξης κατηγορίας για κλεπταποδοχή. Η μαρτυρία για τα πιο πάνω δεν είναι απαραίτητο να είναι άμεση π.χ. από τον αυτουργού της κλοπής αλλά μπορεί να συναχθεί και από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Οι περιστάσεις λοιπόν υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος πήρε την περιουσία μπορεί να είναι αρκετές να αποδείξουν ότι αυτή ήταν κλοπιμαία ή λήφθηκε υπό περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα αλλά και ότι κατά τον ίδιο χρόνο αυτός γνώριζε τα πιο πάνω (βλ. Kyprianou v. The Police
(1976)2 C.L.R. 75 και Archbold 35th ed. par. 2089). Θα πρέπει δε να αποδειχθεί περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η περιουσία ήταν κλοπιμαία ή λήφθηκε υπό περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα. Είναι αρκετό για τον σκοπό αυτό να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η περιουσία ενέπιπτε στην γενική κατηγορία περιουσίας που λήφθηκε υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι γνώριζε ότι λήφθηκε υπό περιστάσεις που νομικά συνιστούν το συγκεκριμένο κακούργημα ή πλημμέλημα με το οποίο λήφθηκε (βλ. Archbold 36th ed. par. 2089). Όσον αφορά το συστατικό στοιχείο της γνώσης αυτό μπορεί να αποδειχθεί άμεσα με την μαρτυρία του αυτουργού του αδικήματος με το οποίο λήφθηκε η περιουσία (π.χ. του κλέφτη), η οποία όμως μαρτυρία χρήζει ενίσχυσης. Εάν όμως δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία μπορεί, ως αναγόμενη αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου, να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν τη γνώση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Archbold 36th ed. par. 2097 και Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 258 τονίστηκε ότι ως θέμα αρχής η αγορά κλαπέντων εμπορευμάτων σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την αξία τους μπορεί να ενισχύσει μαρτυρία για την ύπαρξη γνώσης για την προέλευση τους και παράλληλα να αποτελέσει αυτοτελή μαρτυρία από την οποία δυνατό να εξαχθούν ενοχοποιητικά συμπεράσματα. Η αποδεικτική της αξία συναρτάται άμεσα με το βαθμό και την έκταση που προδίδει γνώση για την προέλευση των αντικειμένων. Σε τέτοια περίπτωση η τεκμηρίωση της αξίας των κλαπέντων κατά τον κρίσιμο χρόνο είναι απαραίτητη ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να συναγάγει οποιαδήποτε συμπεράσματα συσχετίζοντας την αξία στην οποία αποκτήθηκαν με την αξία τους στην ελεύθερη αγορά. Στην ίδια υπόθεση αναφέρθηκε επίσης ότι η ηθελημένη απόκρυψη της φύλαξης της κλοπιμαίας περιουσίας τείνει να ενισχύσει την ύπαρξη γνώσης για την προέλευσης της. Επίσης η άρνηση του κατηγορούμενου ότι κατείχε τη συγκεκριμένη περιουσία μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι γνώριζε ότι αυτή είναι κλοπιμαία (βλ. Archbold 35th ed. par. 2097). Περαιτέρω και ψέμα του κατηγορούμενου αναφορικά με την κλοπιμαία περιουσία μπορεί επίσης να οδηγήσει στο ίδιο συμπέρασμα (βλ. Kyprianou ανωτέρω). Όπου η μόνη μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου είναι ότι κατείχε πρόσφατα κλαπείσα περιουσία, η γνώση του ότι αυτή ήταν κλοπιμαία μπορεί να συναχθεί εάν αυτός δεν προσφέρει καμία εξήγηση αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες την έχει αποκτήσει ή αν η εξήγηση που δίδει κριθεί ότι δεν είναι αληθινή (βλ. Archbold 35th ed. par. 2103, Ττοουλιάς και Kyprianou ανωτέρω). Αυτό όμως δεν καταδεικνύεται ως νομικό δόγμα αλλά ως ένα στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη μαζί με την υπόλοιπη μαρτυρία για να καταδειχθεί κατά πόσον στοιχειοθετείται το αδίκημα. Εάν η εξήγηση που δίδει ο κατηγορούμενος αφήνει αμφιβολίες ως προς τη γνώση του ότι η περιουσία ήταν κλοπιμαία τότε το αδίκημα δεν αποδεικνύεται (βλ. R. v. Garth
(1949)33 Cr. App. R. 100). Το τι συνιστά πρόσφατα κλαπείσα περιουσία εξαρτάται από τη φύση της περιουσίας και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Archbold 35th ed. par. 2103 και Kyprianou ανωτέρω). Η προαναφερόμενη γνώση του κατηγορούμενου θα πρέπει δε να υπάρχει κατά το χρόνο αποδοχής της περιουσίας (βλ. R. v. Johnson
(1911)6 Cr. App. R. 128). Έτσι στην Johnson κρίθηκε ότι η αθώα αποδοχή περιουσίας και η μεταγενέστερη δόλια ιδιοποίηση της, μετά από γνώση που απέκτησε ο κατηγορούμενος αργότερα ότι είναι κλοπιμαία, δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα της κλεπταποδοχής εκτός εάν κάτι λαμβάνει χώραν μετά την γνώση, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί είτε σαν μια νέα πράξη κλεπταποδοχής είτε ότι ολοκληρώνει την αρχική κλεπταποδοχή, η οποία ήταν στην πραγματικότητα μη ολοκληρωμένη προηγουμένως. Από την άλλη εάν παρά το ότι κατά τον χρόνο της αποδοχής της περιουσίας ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτή ήταν κλοπιμαία και η αποδοχή αυτή έγινε εντελώς αθώα όπως για παράδειγμα για να την παραδώσει αμέσως στην Αστυνομία, το γεγονός ότι αργότερα αυτός άλλαξε γνώμη και την ιδιοποιήθηκε δεν μετατρέπει την αποδοχή σε κλεπταποδοχή (βλ. R. v. Matthews
(1950)34 Cr. App. R. 55). Πρέπει λοιπόν να αποδειχθεί ότι η αποδοχή έγινε με εγκληματική πρόθεση. Το στοιχείο της γνώσης έχει απασχολήσει επί μακρόν την αγγλική νομολογία. Η αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις και συγγράμματα γίνεται γιατί το άρθρο 306 του Ποινικού μας Κώδικα, είναι παρόμοιο με το καταργηθέν άρθρο 33
(1)του αγγλικού Larceny Act 1916 με τη διαφορά ότι στο δικό μας άρθρο περιλαμβάνεται και η κατακράτηση της περιουσίας. Ως προς την απαιτούμενη ένοχη διάνοια η υπό αναφορά αγγλική διάταξη ταυτιζόταν με την δική μας αφού και εκεί χρησιμοποιείται η λέξη "knowing". Τέλος η λέξη «αποδέχεται» στην επίδικη διάταξη αποτελεί την μετάφραση στα ελληνικά της αγγλικής λέξης «receives» που συναντάται στο πρωτότυπο - αυθεντικό κείμενο του Ποινικού μας Κώδικα και υπήρχε και στην προαναφερόμενη αντίστοιχη αγγλική διάταξη. Η έννοια δε της αποδοχής περιλαμβάνει κάθε πράξη με την οποία η περιουσία έρχεται στην κατοχή του κατηγορούμενου, περιλαμβανομένης ασφαλώς και της αγοράς αυτής. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται και από την σχετική νομολογία (βλ. Ττοουλιάς ανωτέρω). Συνεπώς η ερμηνεία που εισηγήθηκε η υπεράσπιση του κατηγορούμενου ότι σε περίπτωση που η περιουσία λαμβάνεται μετά από αγορά, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της κλεπταποδοχής καθώς δεν καλύπτει και τέτοια περίπτωση, δεν ευσταθεί. Το δε αδίκημα της κατηγορίας 2 εδράζεται στο άρθρο 309 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο έχει ως ακολούθως: «
  1. Όποιος έχει στην κατοχή του κινητό, χρήµατα, αξιόγραφο ή οποιαδήποτε άλλην περιουσία, για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιµαία, είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι µηνών, εκτός αν αποδείξει µε αυτό τον τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι απόκτησε νόµιµα την κατοχή τους». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης προκύπτει ότι για στοιχειοθέτηση του αδικήματος, απαιτείται όπως η κατηγορούσα αρχή αποδείξει:
  2. Την κατοχή περιουσίας από τον κατηγορούμενο, και
  3. Ότι υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι η περιουσία αυτή είναι κλοπιμαία. Με την απόδειξη των πιο πάνω, το βάρος μετατίθεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι απέκτησε νόμιμα την περιουσία. Η εύλογη υπόνοια ότι η περιουσία που βρίσκεται στην κατοχή του κατηγορούμενου είναι κλοπιμαία πρέπει να αποδεικνύεται ως αντικειμενικό γεγονός από το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Η έκφραση υποκειμενικής κρίσης και αντίληψης περί τούτου από οποιονδήποτε περιλαμβανομένων των αστυνομικών αρχών δεν αποτελεί τέτοια απόδειξη. Με άλλα λόγια η ύπαρξη εύλογη υποψίας από πλευράς των διωκτικών αρχών ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου δεν αποδεικνύει το εν λόγω συστατικό στοιχείο. Αντίθετα πρέπει να προσκομισθεί τέτοια μαρτυρία ώστε αντικειμενικά εξεταζόμενη να κριθεί από το Δικαστήριο ότι στοιχειοθετείται η απαιτούμενη εύλογη υπόνοια περί του κλοπιμαίου της περιουσίας (βλ. Καριπίδης ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ 237). Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες νομικές αρχές καταλήγω στα ακόλουθα: Έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος λαμβάνοντας κατοχή, αποδέχτηκε περιουσία δηλ. το επίδικο πλαστικό ντεπόζιτο νερού, το οποίο κλάπηκε από εργοτάξιο της εργοληπτικής εταιρείας CHAPO μεταξύ των ημερομηνιών 10-11 Ιουλίου
  1. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος, η οποία στηρίχθηκε ουσιαστικά στο ότι δεν έχει αποδειχθεί ποιο ήταν το ακριβές όνομα της προαναφερόμενης εταιρείας, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Κατ' αρχήν δεν αποτελεί κατά την κρίση μου συστατικό στοιχείο του αδικήματος η απόδειξη του ιδιοκτήτη της κλοπιμαίας περιουσίας. Αρκεί να αποδειχθεί ότι αυτή ήταν κλοπιμαία. Πέραν όμως και ανεξάρτητα αυτού στην προκειμένη δεν αμφισβητήθηκε ότι το ντεπόζιτο είχε κλαπεί και ότι ανήκε σε μια συγκεκριμένη εργοληπτική εταιρεία. Καμία δε υποβολή τέθηκε στους μάρτυρες και ιδιαίτερα στους Μ.Κ.7 και Μ.Κ.9 ότι το επίδικο ντεπόζιτο δεν ανήκε στην εν λόγω εταιρεία, όπου αυτοί εργάζονταν ή ότι δεν ήταν αυτό που κλάπηκε και εντοπίσθηκε στην κατοχή του Μ.Κ.
  2. Αυτό που έγινε είναι κάποιες ερωτήσεις που τέθηκαν κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.9 για το όνομα της εταιρείας, κάτι για το οποίο γίνεται λόγος κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του προαναφερόμενου μάρτυρα. Πρέπει επίσης να λεχθεί, σε σχέση με την αναφορά στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 1 ότι, από την μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή, δεν έχει αποδειχθεί η αξία του επίδικου ντεπόζιτου. Όμως ως προκύπτει από τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω κατά την εξέταση της νομικής πτυχής, η αξία της κλαπείσας περιουσίας δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος αλλά αποτελεί μαρτυρία, που σε περίπτωση που αποδειχθεί, λαμβάνεται υπόψην μεταξύ άλλων για την διάγνωση της ύπαρξης ή μη γνώσης του κατηγορούμενου περί του κλοπιμαίου της περιουσίας. Απομένει λοιπόν να εξετασθεί κατά πόσο έχει αποδειχθεί και το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος ήτοι ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε, κατά το χρόνο που έλαβε κατοχή του εν λόγω ντεπόζιτου, ότι αυτό ήταν κλοπιμαίο. Από το σύνολο λοιπόν της μαρτυρίας την οποία έχω κάνει δεκτή φαίνονται τα ακόλουθα:
  3. Το επίδικο ντεπόζιτο κλάπηκε περί τις 10-11 Ιουλίου του 2012 και σύμφωνα με τον Μ.Κ.2 ο κατηγορούμενος του είπε, περί τις αρχές Αυγούστου, ότι το είχε στην κατοχή του. Περαιτέρω από τις καταθέσεις του κατηγορούμενου, στο μέτρο που έγιναν δεκτές, προκύπτει ότι το είχε στην κατοχή του και πριν από τον εν λόγω χρόνο δηλ. πριν τις αρχές Αυγούστου. Από τα πιο πάνω συνάγεται λοιπόν ότι ο κατηγορούμενος έλαβε κατοχή του ντεπόζιτου σε κάποιο χρονικό σημείο στο διάστημα από τις 10 Ιουλίου και πριν τις αρχές Αυγούστου του
  4. Συνεπώς κατείχε πρόσφατα κλαπείσα περιουσία.
  5. Ο κατηγορούμενος είπε ψέματα στις καταθέσεις του ότι το αγόρασε στις αρχές Ιουνίου δηλ. ένα μήνα πριν την κλοπή.
  6. Ψέμα είπε και ως προς ότι δεν πρόσεξε κατά τον κρίσιμο χρόνο της απόκτησης του ντεπόζιτου, τα αμέσως ορατά και εμφανή σημάδια των μεγάλων αριθμών από αυτοκόλλητα που είχαν αφαιρεθεί και υπήρχαν στα πλευρά του ντεπόζιτου καθώς και το σημάδι από το μεγάλο ορθογώνιο αυτοκόλλητο που επίσης είχε αφαιρεθεί και βρισκόταν κάτω από τους προαναφερόμενους αριθμούς, όλα ενδεικτικά του ότι αυτό ανήκε σε κάποιο άλλο «πρόσωπο» από το οποιοδήποτε πρόσωπο από το οποίο έλαβε την κατοχή του.
  7. Τέλος η εξήγηση που έδωσε ο κατηγορούμενος αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες απέκτησε το ντεπόζιτο και η θέση του περί μη γνώσης του ότι αυτό ήταν κλοπιμαίο, δεν κρίθηκε αληθινή εφόσον η όλη εκδοχή που αναφέρει σχετικά στις καταθέσεις του και στην ανώμοτη του δήλωση, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, απορρίφθηκε. Πριν καταλήξω πρέπει να αναφερθεί ότι έχω διαπιστώσει ότι στις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών 1 και 2 αναφέρεται ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ της 10-11.7.12 ενώ από όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος αποδέχτηκε και έλαβε κατοχή του ντεπόζιτου σε κάποιο χρονικό σημείο στο διάστημα από τις 10 Ιουλίου και πριν τις αρχές Αυγούστου του
  8. Κρίνω όμως ότι η ημερομηνία διάπραξης δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο των αδικημάτων και ως εκ τούτου θεωρώ ότι το κατηγορητήριο δεν χρήζει τροποποίησης σε αυτό το στάδιο αλλά εφαρμόζεται το άρθρο 85
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 (βλ. Θωμά ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 255, Λάζαρος Χατζηφοράδος & Υιοί Λτδ v. Δήμου Λάρνακας
(1995)2 Α.Α.Δ. 167 και Mehmet v. Police
(1970)2 CLR 62). Περαιτέρω δεν έχω διαπιστώσει να έχει λόγω αυτού επηρεαστεί δυσμενώς η υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα νομολογία, κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον χρόνο που αποδέχθηκε το επίδικο ντεπόζιτο, γνώριζε ότι αυτό ήταν κλοπιμαίο. Τέλος με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου και τα αμέσως πιο πάνω, κρίνεται ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία και της κατηγορίας 2, εφόσον έχει αποδειχθεί ότι κατά τον προαναφερόμενο χρόνο ο κατηγορούμενος κατείχε το επίδικο ντεπόζιτο για το οποίο δεν υπήρχε απλώς εύλογη υπόνοια ότι ήταν κλοπιμαίο, αλλά ήταν αποδεδειγμένα κλοπιμαίο, γεγονός που επίσης γνώριζε ο κατηγορούμενος. Ως εκ των άνω ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Κλεπταποδοχή - Παράνομη κατοχή περιουσίας). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.