← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΣΤΕΦΑΝΟΣ Χ''ΜΙΤΣΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 16329/13, 27/10/2015

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΣΤΕΦΑΝΟΣ Χ''ΜΙΤΣΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 16329/13, 27/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B123 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16329/13 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. ΣΤΕΦΑΝΟΣ Χ''ΜΙΤΣΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου, 2015 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χατζηκωνσταντίνου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χατζηπιέρας (Για να ακούσει απόφαση η κα. Βερεσιέ) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου) Η Κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο: «Ο κατηγορούμενος την 11η Απριλίου 2012, στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΥΧ533 στην οδό Μεσκιτ, δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε τροχαίο δυστύχημα.» Η Μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον κ. Λούκα Αθανασίου, Αστ. 392 (ΜΚ1). Όπως ανέφερε, υπηρετεί στον Κλάδο Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων από το

  1. Είναι αστυνομικός φωτογράφος, ειδικός στην εύρεση ταχύτητας από ίχνη τροχοπέδησης και χειριστής συσκευής ελέγχου (προκαταρκτικής και τελικής) αλκοόλης. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 την κατάθεση που ετοίμασε στις 31/5/
  2. Σύμφωνα με την κατάθεση του, στις 11/4/12 και ώρα 14:15 επισκέφθηκε τη σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος στην οδό Μεστζίτ στη Λεμεσό. Στη σκηνή βρήκε τον κατηγορούμενο ο οποίος ήταν ελαφριά τραυματισμένος. Στον δρόμο ήταν πεσμένος ανάσκελα ο οδηγός του μοτοποδηλάτου με αρ. εγγραφής CAU 069, Κυριάκος Γεωργίου, ηλικίας 66 ετών, ο οποίος έφερε τραύματα στο κεφάλι και δεν ανταποκρινόταν έστω και αν είχε τις αισθήσεις του. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος και ο Κυριάκος Γεωργίου μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ο Κυριάκος Γεωργίου απεβίωσε στις 24/4/12 λόγω βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. Ετοίμασε στην παρουσία του κατηγορούμενου πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 3), στο οποίο σημείωσε με «Χ» το σημείο σύγκρουσης όπως αυτό υποδείχθηκε από τον κατηγορούμενο. Ουδείς άλλως μάρτυρας υπήρχε. Κατέθεσε επίσης αριθμό φωτογραφιών 1-21 (Τεκμήριο 2) του χώρου του δυστυχήματος και των εμπλεκομένων μοτοποδηλάτων. Κατέθεσε συμμετρικό σχέδιο που ετοίμασε ως Τεκμήριο 4 και ως Τεκμήρια 5 και 6 έντυπα καταγραφής των ζημιών των οχημάτων. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο ημερομηνίας 11/4/12 και ως Τεκμήριο 8 την συμπληρωματική κατάθεση του κατηγορούμενου ημερομηνίας 29/4/
  3. Προφορικά πρόσθεσε ότι η οδός Μεστζίτ είναι μονόδρομος. Στο σημείο που έγινε το δυστύχημα υπάρχει χώρος στάθμευσης. Το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Η ορατότητα του κατηγορούμενου ήταν περίπου 60 μέτρα. Και τα δύο οχήματα μετά το δυστύχημα είχαν μετακινηθεί. Το θύμα από το σημείο «Χ» που ήταν το σημείο σύγκρουσης εκτινάχθηκε περίπου 3,5 μέτρα. Το πλάτος του δρόμου στο σημείο σύγκρουσης είναι 6,5 μέτρα. Οι ζημιές των οχημάτων συνάδουν, ανέφερε, με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου CAU 069 έκανε απότομη κίνηση αριστερά ενώ προπορευόταν του κατηγορούμενου, για να εισέλθει στο χώρο στάθμευσης που βρισκόταν κοντά στην οικία του, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο η απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων ήταν 1,5 με 2 μέτρα. Ο ίδιος ο μάρτυρας όμως, δεν εντόπισε οποιεσδήποτε ενδείξεις. Κατά την αντεξέταση επιβεβαίωσε ότι δεν υπήρχαν άλλοι μάρτυρες. Η απόσταση του σημείου «Χ» από το δεξιό πεζοδρόμιο ήταν 4,6 μέτρα. Δεν γνώριζε εάν υπήρχε σήμανση για το χώρο στάθμευσης. Η εκδοχή του κατηγορούμενου ήταν ότι οδηγούσε το μοτοποδήλατο του με βόρεια κατεύθυνση στην οδό Μεστζίτ. Το μοτοποδήλατο του θύματος προπορευόταν σε απόσταση ενός μέτρου περίπου και δεξιότερα από τη μέση του δρόμου. Το ακολουθούσε για δεκαπέντε μέτρα περίπου οπότε και κάποια στιγμή το θύμα άρχισε να κινείται αριστερότερα προς την πορεία του κατηγορούμενου, με αποτέλεσμα να συγκρουστούν. Το θύμα δεν φορούσε, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, προστατευτικό κράνος. Στις 21/10/2015 δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι ο ΜΚ3 στο κατηγορητήριο, Σωτήρης Φτωχόπουλος, τεχνικός στο Κ.Ε.Μ.Ο του ΤΟΜ Λεμεσού, επιθεώρησε τα δύο οχήματα και ότι αυτά δεν έφεραν οποιαδήποτε μετατροπή στο αμάξωμα ή μηχανές τους. Τα φρένα τους λειτουργούσαν κανονικά. Η Εισηγήσεις των συνηγόρων Μετά το τέλος της υπόθεσης για τη Κατηγορούσα Αρχή, ο συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Προέβαλε τις ακόλουθες θέσεις:
  4. Δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση αφού δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Η μαρτυρία του ΜΚ 1 καταδεικνύει ότι αυτό που έγινε ήταν ότι ο οδηγός της άλλης μοτοσυκλέτας προκάλεσε το δυστύχημα κάνοντας απότομη στροφή αριστερά ανακόπτοντας την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου.
  5. Ο ΜΚ1 ουσιαστικά επιβεβαίωσε την εκδοχή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος μάλιστα προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση αλλά αυτό δεν ήταν εφικτό. Το δυστύχημα έγινε στην πλευρά της πορείας που ακολουθούσε ο κατηγορούμενος. Σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει επικίνδυνη οδήγηση από πλευράς του κατηγορουμένου. Από την πλευρά της η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου. Η θέση της ήταν ότι αποδείχθηκαν όλα τα συστατικά του αδικήματος. Ο κατηγορούμενος έπρεπε να οδηγεί πιο προσεκτικά. Νομική Πτυχή Αρχές εξέτασης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το θέμα συνοψίζονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου

(1990)2 ΑΑΔ 133,145. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. (βλ. Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9, Practice Note
(1962)1 All ER 448) Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (βλ. Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191,198 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Δράκου, Ποιν. Εφέσεις 5-9/2012, 11/12/2012). Σαφής διατύπωση των αρχών βρίσκεται στην R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060 στη σελ. 1062, η οποία υιοθετήθηκε στην Κυπριακή Νομολογία (Βλ. Azinas et al v. Police, ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου, ανωτέρω, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191). Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα σε ελεύθερη μετάφραση: «Πως λοιπόν πρέπει ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση;
(1)Αν δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το κατ' ισχυρισμόν αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν υπάρχει δυσκολία. Ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση.
(2)Η δυσκολία προκύπτει όπου υπάρχει κάποια μαρτυρία, δεν είναι όμως αρκετά ισχυρή, επειδή π.χ. είναι εν γένει αδύνατη ή ασαφής ή επειδή είναι ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία, (α) Όπου ο δικαστής συμπεραίνει ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, κρινόμενη στο απόγειο της, είναι τέτοια που οι ένορκοι ορθά καθοδηγούμενοι, δεν θα μπορούσαν να καταδικάσουν με βάση αυτή, αποτελεί υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση, να σταματήσει την υπόθεση, (β) Όπου όμως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της εξαρτάται από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα ενέπιπταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και από μια πιθανή θεώρηση των γεγονότων υπάρχει μαρτυρία με βάση την οποία οι ένορκοι θα μπορούσαν να συμπεράνουν ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους[1].» Αμελής Οδήγηση Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 AAΔ 68, αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202).» Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Όπως αναφέρεται στην σελ. 4 της εν λόγω απόφασης: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Constantinou ν. Katsouris
(1975)1 C.L.R. 188, 192). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Nicolaides ν. Economides
(1963)2 C.L.R. 78, 84). Το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από άλλους οδηγούς. Ο νουνεχής οδηγός εύλογα μπορεί να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι των ιδίων και των άλλων οδηγών (βλ. Ζαχαρία ν. Καραολή
(2004)1Α ΑΑΔ 72, 79 με αναφορά στην Κυριάκου ν. Φιλίππου
(1992)1Α ΑΑΔ 642, Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου κ.ά.
(1996)1Α ΑΑΔ 253 και Χριστοδούλου ν. Μπίλλη
(1998)1Α ΑΑΔ 164). Συμπεράσματα Είναι δεκτό ότι το θύμα επιχείρησε στροφή αριστερά ανακόπτοντας την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου ο οποίος κινείτο πίσω και αριστερότερα του οχήματος του θύματος. Δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης στη σκηνή. Δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία για την ταχύτητα των δύο οχημάτων και η μόνη μαρτυρία σε σχέση με την απόσταση που τηρείτο μεταξύ των δύο οχημάτων είναι αυτή που φαίνεται στις καταθέσεις του κατηγορουμένου. Όπως υποδείχθηκε από τον Πική, Δ. - όπως ήταν τότε - στη Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365, 366: «Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.» Στην Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1Γ ΑΑΔ 1436, 1439 τονίστηκε ότι η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου υποδηλώνει γενικά παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος προς άλλα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν το δρόμο. Η απόφραξη του δρόμου, δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό, για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα ανεξάρτητο από τα αίτια του. Σχετική ως προς το ζήτημα είναι και η ενδεχόμενη δυνατότητα του οχήματος που ακολουθούσε να αποφύγει τη σύγκρουση (βλ. Ξυπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1Γ ΑΑΔ 1696). Ως προς τους παράγοντες που δυνατόν να ληφθούν υπόψη σχετική είναι η αγγλική απόφαση Brown and Lynn v Western Scottish Motor Traction Co Ltd, 1945 SC 31, Ct Sess στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Cooper (απόσπασμα από το σύγγραμμα Bingham's Motor Claims Cases, 8th ed, J.A. Taylor, σελ.62[2], σε ελεύθερη μετάφραση): «Η απόσταση που πρέπει να διαχωρίζει δύο οχήματα που κατευθύνονται το ένα πίσω από το άλλο πρέπει να εξαρτάται από πολλούς μεταβλητούς παράγοντες - την ταχύτητα τους, τη φύση της τοποθεσίας, την υφιστάμενη ή αναμενόμενη τροχαία κίνηση, τη δυνατότητα του οδηγού που ακολουθεί να έχει καλή ορατότητα μπροστά από το προπορευόμενο όχημα, την απόσταση εντός της οποίας το όχημα που ακολουθεί μπορεί να σταματήσει και πολλά άλλα πράγματα. Ο οδηγός του οχήματος που ακολουθεί, είναι υπόχρεος, κατά την άποψη μου, όσο εύλογα γίνεται, να λάβει τέτοια θέση και να οδηγεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να χειριστεί με επιτυχία τις επείγουσες ανάγκες που μπορεί εύλογα να προβλεφθούν: κατά πόσο όμως έχει εκπληρώσει το καθήκον του είναι σε κάθε υπόθεση ζήτημα γεγονότων, αφού προκύψει η επείγουσα ανάγκη, αν ο οδηγός ενήργησε προσεκτικά, επιδέξια και με την κρίση που εύλογα αναμένεται υπό τις περιστάσεις.» Τα Δικαστήρια λαμβάνουν υπόψη, ότι είναι φυσικό να χρειάζεται κάποια απόσταση μέχρι να αντιδράσει ο οδηγός και ότι είναι εξίσου φυσικό η εφαρμογή των φρένων να προϋποθέτει και κάποια απόσταση σκέψης μέχρι να κλειδώσουν οι τροχοί. Εκείνο που η νομολογία επιτάσσει να αποφεύγεται, είναι οι μαθηματικοί υπολογισμοί με σκοπό την εξαγωγή συμπερασμάτων, για παράδειγμα για την ταχύτητα ενός οχήματος (βλ. Σιαλαμπή ν. Παναγή
(2008)1Α ΑΑΔ 75, 81). Στην Χρίστου ν. Χρίστου, ECLI:CY:AD:2015:A483, Πολιτική Έφεση 250/2010, 7/7/2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν διαφωνούμε ότι, γενικώς, είναι επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο, προκειμένου να αποκλείσει ή επιβεβαιώσει εκδοχή οδηγού ως προς την ταχύτητα του ιδίου ή άλλου οδηγού, να καταφύγει στην απλή κοινή λογική και εμπειρία για να αξιολογήσει την εκδοχή οποιουδήποτε από τους εμπλεκόμενους οδηγούς ώστε να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσο η ταχύτητα ενός εκ των εμπλεκομένων οδηγών ήταν ψηλή ή χαμηλή, ανάλογα με τον ισχυρισμό που τίθεται ενώπιον του. Όμως αυτό αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα που δεν επιτρέπει στο (πρωτόδικο) Δικαστήριο να ενεργήσει ως εμπειρογνώμονας και ενόψει τούτου η κατάληξη σε τέτοιο συμπέρασμα προϋποθέτει ότι τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του, ιδιαίτερα η πραγματική μαρτυρία, είναι τέτοια που αφ΄ εαυτών, ως θέμα κοινής λογικής και εμπειρίας, δικαιολογούν τέτοιο συμπέρασμα. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, 26 κρίθηκε ότι, στην απουσία θετικής μαρτυρίας, σε σχέση με την πορεία του θύματος, το συμπέρασμα του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ήταν πλήρως δικαιολογημένο. Η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ήταν τέτοιας υφής που δεν δικαιολογούσε συμπέρασμα σε σχέση με την πορεία του θύματος με τη βεβαιότητα που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις. Συνεκτίμηση των εκδορών που υπήρχαν στο δρόμο και των ζημιών στο αυτοκίνητο του εφεσίβλητου ήταν δυνατή μόνο αφού θα είχε προηγηθεί σχετική μαρτυρία από εμπειρογνώμονα. Στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας το δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε συνεκτίμηση τέτοιων παραγόντων. Θα υποδυθεί το ίδιο το ρόλο του εμπειρογνώμονα, πορεία η οποία δεν είναι επιτρεπτή. Στην προκειμένη περίπτωση η μόνη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, πέραν της πορείας των δύο οχημάτων, ήταν το όριο ταχύτητας και η απόσταση σύμφωνα με την εκτίμηση του κατηγορουμένου που χώριζε τα δύο οχήματα πριν το δυστύχημα. Η θέση του ΜΚ1 ήταν ότι ο ίδιος δεν βρήκε οποιεσδήποτε ενδείξεις που να αναιρούν τα όσα του ανέφερε ο κατηγορούμενος ούτε αμφισβήτησε ότι το θύμα προέβη σε ελιγμό που απέφραξε την πορεία του κατηγορουμένου. Στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας ως προς την απόσταση που όφειλε να διατηρεί ο κατηγορούμενος σε σχέση με το όχημα του θύματος, σε συσχετισμό πάντοτε με το όριο ταχύτητας, της φύσης των οχημάτων αλλά και της ταχύτητας που είχαν τα ενεχόμενα οχήματα κρίνω ότι θα ήταν λάθος το ίδιο το Δικαστήριο να προβεί σε οποιαδήποτε συμπεράσματα. Υπό τις περιστάσεις κρίνω: 1. Ότι δεν έχει καταδειχθεί πράξη ή παράλειψη του κατηγορουμένου που να συνιστά αμελή οδήγηση, και 2. Κατ' εφαρμογή του 2 (α) της Galbraith, ανωτέρω, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, κρινόμενη στο απόγειο της, είναι τέτοια που ορθά καθοδηγούμενο Δικαστήριο, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει με βάση αυτή. Κατάληξη Ως εκ τούτου δεν υπάρχουν περιθώρια να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η κατηγορία απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Prima Facie Case/ Negligent driving Αναφορά: Ποινική/ Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/ Αμελής Οδήγηση [1] «How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury.» [2] «Per Lord Cooper: The distance which should separate two vehicles travelling one behind the other must depend upon many variable factors—their speed, the nature of the locality, the other traffic present or to be expected, the opportunity available to the following driver of commanding a view ahead of the leading vehicle, the distance within which the following vehicle can be pulled up, and many other things. The following driver is, in my view, bound, so far as reasonably possible, to take up such a position and to drive in such a fashion, as will enable him to deal successfully with all traffic exigencies reasonably to be anticipated: but whether he has fulfilled this duty must in every case be a question of fact whether, on any emergency disclosing itself, the following driver acted with the alertness, skill and judgment reasonably to be expected in the circumstances.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.