← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δημήτρης Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 1003/13, 16/10/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δημήτρης Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 1003/13, 16/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B113 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1003/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Δημήτρης Δημητρίου Ημερομηνία: 16.10.2015. Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για τον κατηγορούμενο: κ. Χρ. Χριστοφόρου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-tempore) Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, εναντίον του κατηγορούμενου στην κατηγορία 2 που αντιμετωπίζει (η ποινική δίωξη διακόπηκε στην κατηγορία 1 αμέσως πριν). Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και απαλλάξει στον παρόν στάδιο. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος υποστήριξε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στην κατηγορία 2 και εισηγήθηκε όπως αυτός κληθεί σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Η κατηγορία 2 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αφορά διατήρηση υποστατικού για παίξιμο ρουλέτας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α)
(2)
(6)
(12)και
(15)του περί Οίκων Στοιχηµάτων, Οίκων Κυβείας και Παρεµπόδισης της Κυβείας Νόµου, Κεφ. 151. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ως έχουν τροποποιηθεί, ο κατηγορούμενος στις 16 Αυγούστου του 2012, στη Λεμεσό, ενώ ήταν κάτοχος του υποστατικού με την ονομασία Cyprus Poker Federation, διατηρούσε το πιο πάνω υποστατικό για παίξιμο ρουλέτας. Το άρθρο 3 του Κεφ. 151 στο οποίο εδράζεται η εν λόγω κατηγορία προβλέπει τα εξής: «3.
(1)Πρόσωπο το οποίο— (α) ενώ είναι ιδιοκτήτης ή κάτοχος οποιουδήποτε τόπου ή έχει τη χρήση προσωρινά ή µε άλλο τρόπο αυτού, διατηρεί ή χρησιµοποιεί τον τόπο αυτό ως οίκο στοιχηµάτων ή οίκο κυβείας ή για παίξιµο οποιουδήποτε από τα παιγνίδια στα οποία εφαρµόζεται το άρθρο 6 του Νόµου αυτού· ........................................ είναι ένοχο αδικήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε πρόστιµο που δεν υπερβαίνει τα χίλια εφτακόσια οκτώ ευρώ ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και του προστίµου». Δύο είναι βασικά τα θέματα που θα πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό, ως προκύπτουν και από τις αγορεύσεις των συνηγόρων. Το κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ήταν κάτοχος του υποστατικού και ότι το διατηρούσε για παίξιμο ρουλέτας, που είναι ένα από παιγνίδια που αναφέρονται στο άρθρο 6 του Νόμου. Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τα ανωτέρω θα εξετάσει στη συνέχεια την τεθείσα στην παρούσα μαρτυρία αντικειμενικά και μόνο με σκοπό να κρίνει κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα πιο πάνω. Όσον αφορά το θέμα της κατοχής του υποστατικού, η βασική μαρτυρία είναι αυτή του Μ.Κ.4 Αρχιαστυφύλακα 2568, Γιώργου Ιωάννου, ο οποίος έλαβε μέρος στην επιχείρηση που έγινε στο επίδικο υποστατικό κατά τον επίδικο χρόνο. Ο μάρτυρας αυτός στην κυρίως εξέταση του, υιοθέτησε την κατάθεση του (τεκμήριο 7) στην οποία ανέφερε ότι στις 16.8.12 μετέβηκε, με άλλους συναδέλφους του, στην «Κυπριακή Ομοσπονδία Poker» σε συγκεκριμένο υποστατικό προς εκτέλεση εντάλματος έρευνας για αδίκημα κυβείας. Κατά την είσοδο στο υποστατικό συνάντησε τον κατηγορούμενο, πρόεδρο της Κυπριακής Ομοσπονδίας Poker, τον οποίο πληροφόρησε για την έρευνα και εκείνος του απάντησε "Κάμε τη δουλειά σου". Όταν ρωτήθηκε στην κυρίως εξέταση γιατί τον ανέφερε ως υπεύθυνο, απάντησε ότι μπαίνοντας στο υποστατικό, ρώτησε ποιος είναι ο υπεύθυνος και ο κατηγορούμενος απάντησε «εγώ» και ότι «παρουσιάστηκε», χωρίς ο μάρτυρας να δώσει οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες. Επίσης ανέφερε ότι στο υποστατικό υπήρχαν και κάποια άλλα πρόσωπα στο ισόγειο, όχι πολλά και ότι πάνω δεν υπήρχε κανένας εκτός από 1‑ 2 γκαρσόνια που «φαντάζεται ότι υπήρχαν». Στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε εάν συνάντησε τον κατηγορούμενο μέσα ή έξω από το υποστατικό είπε ότι δεν μπορεί να θυμηθεί με βεβαιότητα. Όσον αφορά το κατά πόσο λήφθηκαν τα στοιχεία των άλλων προσώπων που βρίσκονταν στο υποστατικό, πιθανολογώντας, ανέφερε ότι αυτό ενδεχομένως να έγινε από άλλους συναδέλφους του. Ερωτώμενος περαιτέρω εάν έβαλε μόνος του ότι ήταν ο κατηγορούμενος υπεύθυνος του υποστατικού, απάντησε ότι εκείνη τη στιγμή ήταν υπεύθυνος. Όταν όμως ρωτήθηκε αμέσως μετά αν ήταν το μόνο άτομο εκεί, απάντησε ότι δεν ξέρει τους άλλους της ομοσπονδίας ποιοι είναι και τελικά σε ερώτηση αν τον ανέφερε ως υπεύθυνο, γιατί ήταν το μόνο πρόσωπο που γνώριζε ως υπεύθυνο της ομοσπονδίας, απάντησε καταφατικά. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μ.Κ.1, εξεταστής της υπόθεσης, ερωτώμενος ουσιαστικά εάν ερεύνησε κατά πόσο η Κυπριακή Ομοσπονδία Texas Poker είναι εγγεγραμμένη πουθενά, απάντησε αρνητικά και ερωτώμενος γιατί δεν το έπραξε απάντησε ότι ήταν λάθος του. Όσον αφορά την κατάθεση του κατηγορούμενου (τεκμήριο 2) αυτός όταν ρωτήθηκε ποιος είναι ο υπεύθυνος του υποστατικού απάντησε ότι ο ίδιος είναι πρόεδρος της ομοσπονδίας και αναφερόμενος τι δουλειά κάνει στο υποστατικό ανέφερε ότι είναι μέλος. Η πιο πάνω είναι βασικά η όλη μαρτυρία που τέθηκε προς απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος ήταν κάτοχος του υποστατικού και το διατηρούσε για παίξιμο ρουλέτας. Από αυτήν όμως προκύπτει ότι ενώ στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι κατά την είσοδο του στο υποστατικό ο κατηγορούμενος του παρουσιάστηκε ως υπεύθυνος του υποστατικού, στην αντεξέταση του ουσιαστικά παραδέχθηκε ότι δεν θυμόταν εάν τον συνάντησε μέσα ή έξω από το υποστατικό, ότι υπήρχαν και άλλα πρόσωπα στο υποστατικό, των οποίων τα στοιχεία δεν γνώριζε εάν λήφθηκαν, ότι δεν γνώριζε αν υπήρχαν άλλα μέλη της ομοσπονδίας εκεί ενώ στο τέλος παραδέχθηκε ότι ανέφερε τον κατηγορούμενο ως υπεύθυνο γιατί ήταν το μόνο μέλος της ομοσπονδίας που γνώριζε. Δεν μου διαφεύγει η πρόνοια της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Κεφ. 151, η οποία έχει ως εξής: «
(2)Πρόσωπο το οποίο εµφανίζεται, ενεργεί ή συµπεριφέρεται ως κύριος ή ως το πρόσωπο που έχει τη φροντίδα ή διεύθυνση οποιουδήποτε τόπου που διατηρείται ή χρησιµοποιείται όπως προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου αυτού, θεωρείται για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, ότι είναι αυτός που διατηρεί τον τόπο, είτε είναι είτε δεν είναι αυτός που πράγµατι τον διατηρεί.» Όμως από την μαρτυρία που έχει τεθεί, δεν προκύπτει κάποια ενέργεια ή συμπεριφορά του κατηγορούμενου εκτός από την παρουσία του στον ευρύτερο χώρο, η οποία να δείχνει ότι εμφανίστηκε, ενήργησε ή συμπεριφέρθηκε ως κύριος ή το πρόσωπο που έχει την φροντίδα ή διεύθυνση του υποστατικού, ώστε να ενεργοποιείται ουσιαστικά το τεκμήριο που προβλέπει η εν λόγω διάταξη. Συνεπώς η κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία, η οποία να είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της για να αποδείξει ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης τα πιο πάνω. Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί εγγενή αδυναμία στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, η οποία δεν μπορεί να ξεπερασθεί στο στάδιο της έκδοσης της τελικής απόφασης, όταν το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να αξιολογήσει την εν λόγω μαρτυρία. Αυτό γιατί ως είναι εμφανές, από τη μαρτυρία αυτή δεν είναι δυνατό να προκύψει αναμφίβολα, με οποιοδήποτε τρόπο και εάν αυτή αξιολογηθεί στο τελικό στάδιο, ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που είχε κατοχή και διατηρούσε το επίδικο υποστατικό κατά τον επίδικο χρόνο. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Κενά δε αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Πέραν όμως και ανεξάρτητα του πιο πάνω κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και για ακόμη ένα λόγο. Και εξηγώ. Οι λεπτομέρειες αδικήματος αναφέρονται στην διατήρηση του υποστατικού για παίξιμο ρουλέτας. Η μαρτυρία που υπάρχει είναι ότι στο συγκεκριμένο υποστατικό εντοπίστηκαν κάποια αντικείμενα τα οποία οι μάρτυρες, εκ της πείρας τους, ανέφεραν ότι ξέρουν ότι πρόκειται για ρουλέτες, αναφερόμενοι ουσιαστικά στο αντικείμενο αυτό καθ' αυτό της ρουλέτας. Καμία αναφορά δεν έκαναν στο παιχνίδι της ρουλέτας ή να εξηγήσουν πως αυτό παίζεται ή έστω ότι τα συγκεκριμένα αντικείμενα που εντόπισαν χρησιμοποιούνται για το εν λόγω παιγνίδι. Θεωρώ ότι η αναφορά στο άρθρο 6 του Κεφ. 151 σε παιχνίδι «γνωστό ως ρουλέτα» αναφέρεται στο γνωστό της ονομασίας του παιχνιδιού και δεν μπορεί να υπάρχει δικαστική γνώση ως προς τα αντικείμενα ή τον τρόπο με τον οποίο αυτό παίζεται. Συνεπώς κατά την κρίση μου χρειαζόταν μαρτυρία σε σχέση με το πώς παίζεται το παιχνίδι αυτό αλλά και το πώς συνδέονται τα αντικείμενα που εντοπίσθηκαν, με το παίξιμο του εν λόγω παιγνιδιού. Τέτοια μαρτυρία όμως δεν προσκομίσθηκε. Για όλους τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στη κατηγορία 2. Ως εκ τούτου αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται σε αυτήν. (Υπ.) .......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Διατήρηση υποστατικού για παίξιμο ρουλέτας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.