ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Β.Ε. ΛΤΔ ν. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ - (Υπό Εκκαθάριση) δια του Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3641/2013, 2/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3641/2013 Μεταξύ: ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Β.Ε. ΛΤΔ Κατήγοροι ν.
- ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- ΧΡΙΣΤΟΥ ΟΡΦΑΝΙΔΗ Κατηγορουμένων ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ / ΑΔΕΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 22/05/15 Αρ. Υπόθεσης: 3641/2013 Μεταξύ: ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Β.Ε. ΛΤΔ Κατήγοροι ν.
- ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ - (Υπό Εκκαθάριση) δια του Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή
- ΧΡΙΣΤΟΥ ΟΡΦΑΝΙΔΗ Κατηγορουμένων -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 2 Οκτωβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ.κ. Ε.Ευσταθίου, Ν. Κάνιας και Κ.Καμένος (για να ακούσει απόφαση ο κ. N.Κάνιας) Για τους Κατηγορούμενους 1: καμία εμφάνιση Για τον Κατηγορούμενο 2 : κ.κ. Γ.Γεωργίου και Ν.Τσαρδελής (για να ακούσει απόφαση ο κ. Ν.Τσαρδελής) Κατηγορούμενος 2: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 & 2 στην προκειμένη περίπτωση αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες κατηγορίες: Κατηγορούμενοι 1 Τις κατηγορίες 1 και 3 για την έκδοση δύο επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1 και 3, οι κατηγορούμενοι 1 εξέδωσαν προς όφελος των παραπονούμενων κατά ή περί την 26/09/12 και 13/11/12 αντίστοιχα τις δύο επίδικες επιταγές της Marfin Laiki Bank, τεκμ.4 & 7, οι οποίες κατά την παρουσίαση τους στην τράπεζα για πληρωμή δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη τους και ή διότι ο λογαριασμός επί του οποίου εκδόθηκαν είχε παγοποιηθεί προηγουμένως και παρέμειναν απλήρωτες πέραν των 15 ημερών. Κατηγορούμενος 2 Τις κατηγορίες 2 και 4 για παροχή συνδρομής στην έκδοση δύο επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 2 και 4, ο κατηγορούμενος 2 ουσιαστικά κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του διευθυντή και ή αξιωματούχου και ή υπογραφέα των κατηγορούμενων 1, κατά ή περί την 26/09/12 και 13/11/12 αντίστοιχα παρείχε συνδρομή κατά την έκδοση των δύο επίδικων επιταγών, τεκμ.4 & 7, οι οποίες κατά την παρουσίαση τους στην τράπεζα για πληρωμή δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη τους και ή διότι ο λογαριασμός επί του οποίου εκδόθηκαν είχε παγοποιηθεί προηγουμένως και παρέμειναν απλήρωτες πέραν των 15 ημερών. Κατηγορούμενοι 1 & 2 A. Τις κατηγορίες 5 και 7 για απάτη κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 300 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών αυτών οι κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στις κατηγορίες πιο πάνω, με απάτη και πρόθεση καταδολίευσης παρέδωσαν στους παραπονούμενους τις αναφερόμενες δύο επιταγές που αντιπροσωπεύουν την αξία εμπορευμάτων που παραδόθηκαν από τους παραπονούμενους και παραλήφθηκαν από τους κατηγορούμενους με την προγενέστερη διαβεβαίωση ότι η τράπεζα κατά τρόπο δεδομένο θα τιμούσε τις επιταγές ενώ γνώριζαν ότι τούτο δεν ήταν αληθές και ότι δεν διέθεταν επαρκή κεφάλαια προς εξόφληση και ή πληρωμή των εν λόγω επιταγών. Β. Τις κατηγορίες 6 και 8 για την απόσπαση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών κατόπιν προηγηθεισών διαβεβαιώσεων που έκαναν διαχρονικά προς τους παραπονούμενους και επιβεβαίωσαν επίσης και γραπτώς κατά ή περί τον Μάρτιο του 2012 αλλά και μεταγενεστέρως ότι υπήρχαν δεδομένως επαρκή κεφάλαια στις τράπεζες για την αποπληρωμή των εμπορευμάτων που θα τους προμήθευαν επί μηνιαίας βάσης, απέσπασαν δια ψευδών παραστάσεων εμπορεύματα αξίας €159.020,88, και €30.062,24.- αντίστοιχα που τους προμήθευσαν οι παραπονούμενοι κατά ή περί τους μήνες Αύγουστο και Οκτώβριο του 2012 και προς τούτο εξέδωσαν τις μεταχρονολογημένες επίδικες επιταγές οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων παρά τις διαβεβαιώσεις των κατηγορούμενων ότι οι επιταγές θα εξαργυρώνονταν ενώ τούτο δεν ήταν αληθές και ή γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν τα απαιτούμενα κεφάλαια για την εξαργύρωση τους. Παρεμβάλλω εδώ πριν προχωρήσω περαιτέρω προκειμένου να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα, ότι οι κατηγορούμενοι 1 στα αρχικά στάδια της διαδικασίας εκπροσωπούνταν από δικηγόρους πλην όμως ακολούθως κατόπιν εκδόσεως διατάγματος διάλυσης / εκκαθάρισης της εταιρείας οι δικηγόροι σταμάτησαν να εμφανίζονται μη έχοντας σχετικές οδηγίες από τον Εκκαθαριστή. Δεν υπήρξε όμως σημειώνεται εμφάνιση και εκπροσώπηση της εταιρείας ούτε μετά την επίδοση στον Εκκαθαριστή δηλαδή στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη του τροποποιημένου κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου κατηγορητηρίου, δηλαδή του κατηγορητηρίου στο οποίο παρουσιάζεται πλέον η εταιρεία ως κατηγορούμενη δια του Εκκαθαριστή της. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 6 μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ο κατηγορούμενος 2 προέβη σε ανώμοτη δήλωση ενώ κάλεσε περαιτέρω 1 μάρτυρα για την Υπεράσπιση του. Οι κατηγορούμενοι 1 όπως είναι φυσικό ως εκ της μη εκπροσώπησης τους δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ούτε παρουσίασαν μάρτυρες υπεράσπισης. Ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέρεται επίσης κατατέθηκαν συνολικά 40 τεκμήρια και έγινε ένα παραδεκτό γεγονός στις 03/07/15 και συγκεκριμένα ότι το τεκμήριο 39 αποτελεί δημοσίευση στην εφημερίδα Φιλελεύθερος ημερομηνίας 01/12/
- Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των παραπονούμενων και του κατηγορούμενου 2 παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, ενώ οι συνήγοροι των παραπονούμενων αγόρευσαν περαιτέρω και προφορικά. Οι αγορεύσεις βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν τύχει πολύ προσεκτικής μελέτης, δεν κρίνω όμως σκόπιμο να επαναλάβω ότι οι συνήγοροι με αυτές έχουν αναφέρει. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων πιο κάτω όπου και εάν αυτό κριθεί αναγκαίο. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). ΜΚ1-Γρηγόρης Γρηγορίου Είναι συνδιευθύνων σύμβουλος των παραπονούμενων και κατόπιν απόφασης του διοικητικού συμβουλίου τους είναι ο διευθυντής πωλήσεων των προϊόντων τους. Είναι επίσης ένας εκ των μετόχων των παραπονούμενων. Η μαρτυρία του στο μεγαλύτερο μέρος της γίνεται αποδεκτή. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με μεγάλη προσοχή τον μάρτυρα ενώ κατέθετε και κατ' αρχήν θα πρέπει να σημειώσω την βεβαιότητα μου για το ότι δεν είχα ενώπιον μου άτομο που παρουσιάστηκε με πρόθεση να πει ψέματα εν σχέση με κάποιο θέμα. Εξάλλου η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, ο τρόπος που απαντούσε στις ερωτήσεις με ευθύτητα και φυσικότητα και οι απαντήσεις του, αλλά και το γεγονός ότι η μαρτυρία του σε συνάρτηση με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν έχει συνοχή και αντέχει στη βάσανο της λογικής, με έπεισαν για την ειλικρίνεια και αξιοπιστία του μάρτυρα. Δεν αποδέχομαι αναφέρω μόνον δύο σημεία εκ της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα. Πιο συγκεκριμένα: (α) Κατά πρώτον δεν αποδέχομαι ότι πραγματοποιήθηκε συνάντηση με τον κατηγορούμενο 2 στις 09/02/
- Είναι προφανές με βάση την μαρτυρία της ΜΥ1, η οποία για το μέρος που αφορά την απουσία του κατηγορούμενου 2 στο εξωτερικό από 08/02/11 έως 13/02/11 ως εμφαίνεται κατωτέρω γίνεται αποδεκτή, σε συνάρτηση με τα τεκμήρια 36 & 37, ότι ο κατηγορούμενος 2 στις 09/02/11 απουσίαζε στο εξωτερικό. Συνεπώς ήταν αδύνατο την ίδια στιγμή να τον συνάντησε στη Λάρνακα ο μάρτυρας. Με αυτά υπόψη οφείλω εδώ να αναφέρω τα εξής. Ήταν μεγάλος ο προβληματισμός του Δικαστηρίου κατά την μελέτη του συγκεκριμένου σημείου. Ο προβληματισμός πιο συγκεκριμένα αφορούσε τη σημασία που είχε η αναφορά του μάρτυρα στην συνάντηση αυτή και στη βεβαιότητα που εξέφρασε σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του για το ότι η συνάντηση αυτή έγινε την συγκεκριμένη ημερομηνία, εν σχέση πάντα με το θέμα της αξιοπιστίας του. Η κατάληξη μου όμως μελετώντας προσεκτικά την μαρτυρία του σε συνάρτηση με την μαρτυρία του ΜΚ3 και το τεκμήριο 12 με οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η επιμονή του μάρτυρα για την πραγματοποίηση της συνάντησης τη συγκεκριμένη ημερομηνία δεν έγινε επειδή ήθελε να πει ψέματα αλλά ένεκα σύγχυσης σε ότι αφορά την ακριβή ημερομηνία πραγματοποίησης της συνάντησης. Η περιγραφή που έδωσε για τον τόπο και τρόπο που πραγματοποιήθηκε η συνάντηση, και το γεγονός ότι συνέδεσε την συνάντηση με την υπογραφή της συμφωνίας τεκμ.12, σε συνδυασμό με την μαρτυρία του ΜΚ3 ο οποίος έδωσε την ίδια εικόνα στο Δικαστήριο για τον τρόπο πραγματοποίησης της συνάντησης στο χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς των κατηγορούμενων 1 στη Λάρνακα και ανέφερε πως η συνάντηση έγινε όταν πήγαν στις 27/01/11 να συζητήσουν με τους κατηγορούμενους 1 το κείμενο της συμφωνίας που τελικά υπεγράφη στις 09/02/11 (δηλ. το τεκμ.12 ανωτέρω), δεν αφήνουν αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι ο μάρτυρας δεν είπε ψέματα και πως απλά έκανε λάθος στην ημερομηνία. Εν κατακλείδι η συνάντηση αυτή πραγματοποιήθηκε όπως ακριβώς ανέφερε ο μάρτυρας αλλά όχι στις 09/02/
- Έγινε στις 27/01/
- (β) Επίσης δεν αποδέχομαι εκ της μαρτυρίας του ότι έκανε την αναφερόμενη συνάντηση στις 12/11/12 επειδή η αγορά βούιζε ότι οι επιταγές των κατηγορούμενων 1 επιστρέφονταν πίσω ή ότι όταν έγινε η συνάντηση αυτή ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι έρχονταν πίσω οι επιταγές του. Με βάση την κατάσταση λογαριασμού τεκμ.15 και τη μαρτυρία του ΜΚ2 δεν μπορεί να είχαν έτσι τα πράγματα αφού σοβαρό πρόβλημα με επιστρεφόμενες επιταγές ξεκίνησε να υπάρχει μετά τις 16/11/
- Κάποιες επιταγές φαίνεται να επιστράφηκαν προηγουμένως (9 επιταγές συνολικά τον Οκτώβριο και μέχρι 15 Νοεμβρίου - βλ. αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ2 κατωτέρω), χωρίς να γνωρίζουμε οιεσδήποτε λεπτομέρειες για τούτες, αλλά πρόβλημα ώστε να βουίζει η αγορά (ή να θορυβήθηκε τόσο πολύ η αγορά), όπως ήταν η θέση, είναι σαφές πως δεν υπήρχε πριν από τις 12/11/12 ή στις 12/11/12 οπότε έγινε η συνάντηση. Κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε αρχικά στις ασχολίες των παραπονούμενων και στη συνεργασία τους με τους κατηγορούμενους 1, εκτελεστικός πρόεδρος των οποίων ήταν ο κατηγορούμενος
- Ο κατηγορούμενος 2 όπως είπε τους διαβεβαίωνε ότι υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στους τραπεζικούς λογαριασμούς για κάλυψη των προϊόντων που θα αγόραζε και δείχνοντας εμπιστοσύνη στις διαβεβαιώσεις του πωλούσαν και παρέδιδαν προϊόντα στους κατηγορούμενους 1, για τα οποία εκδίδετο κάθε μήνα μεταχρονολογημένη επιταγή. Ακολούθως ο μάρτυρας εξήγησε τον τρόπο συνεργασίας μεταξύ τους. Συγκεκριμένα είπε πως με την παράδοση των προϊόντων εξέδιδαν τιμολόγια και στο τέλος κάθε μήνα εκδίδετο από τους κατηγορούμενους 1 μεταχρονολογημένη επιταγή πληρωτέα σε 3-4 μήνες, λαμβάνοντας υπόψη τις συμφωνημένες εκπτώσεις και τυχόν πιστωτικές σημειώσεις, για κάλυψη του συγκεκριμένου μήνα. Η προμήθεια των εμπορευμάτων στα καταστήματα των κατηγορούμενων 1 εγίνετο γιατί υπήρχαν οι ρητές διαβεβαιώσεις για πληρωμή των εμπορευμάτων μέσω των επιταγών που εκδίδονταν. Ένεκα της διαφαινόμενης οικονομικής κρίσης στην κυπριακή αγορά, είχε συνάντηση στις 09/02/11 με τον κατηγορούμενο 2, στην παρουσία του ΜΚ3 (δια την οποία ισχύουν όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και συνεπώς μιλούμε για την συνάντηση στις 27/01/11), στο χώρο της υπεραγοράς του στη Λάρνακα και αφού του εξέφρασε τους προβληματισμούς του για τη συνεργασία τους, έλαβε διαβεβαιώσεις ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα. Το ίδιο του επανέλαβε ο κατηγορούμενος 2 στις 29/04/11 στα εγκαίνια του ανοίγματος της νέας υπεραγοράς των κατηγορούμενων 1 στο Ξυλοφάγου, λέγοντας του πως δεν υπάρχει κίνδυνος έστω και μια επιταγή να μην τιμηθεί. Οπότε οι παραπονούμενοι συνέχισαν να παραδίδουν εμπορεύματα με τον ίδιο τρόπο όπως και προηγουμένως. Στις 20/03/12 οι παραπονούμενοι έλαβαν την επιστολή των κατηγορούμενων 1 τεκμ.2 (όπως ήταν παραδεκτό και παρά το ότι σε αυτήν αναγράφεται ημερ.22/03/12), και σε συνάντηση που είχε με τον κατηγορούμενο 2 στις 06/04/12 του ζήτησε διευκρινίσεις, λαμβάνοντας διαβεβαιώσεις ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μην τιμηθούν επιταγές. Έτσι συνέχισαν να παραδίδουν εμπορεύματα. Την 21/11/12 διαπίστωσαν ότι η επιταγή τεκμ.9 που αφορούσε θυγατρική τους εταιρεία επιστράφηκε ατίμητη. Η επιταγή ξανακατατέθηκε και τελικά πληρώθηκε στις 04/12/
- Η μη έγκαιρη πληρωμή της όμως τους έβαλε σε υποψία και έδωσε οδηγίες να διακοπεί η προμήθεια εμπορευμάτων εν αναμονή πληρωμής των άλλων επιταγών που κατείχαν. Στις 12/11/12 σε σχετική τους συνάντηση, ο κατηγορούμενος 2 τον διαβεβαίωσε και πάλιν για τη φερεγγυότητα και την οικονομική του πληρότητα, και προς απόδειξη τούτου έδωσε οδηγίες για άμεση έκδοση της επιταγής τεκμ.9 πιο πάνω με ημερομηνία πληρωμής μερικές μέρες μετά. Η επιταγή εξεδόθη στις 13/11/12 και παρελήφθη από υπάλληλο της εταιρείας τους. Στις 22/11/12 παρουσιάστηκε στην τράπεζα η επιταγή τεκμ.3 η οποία επιστράφηκε ατίμητη και τελικά στις 13/12/12 τους δηλώθηκε από την τράπεζα ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε. Αυτό το γεγονός επαλήθευσε τους φόβους του και κατόπιν τούτου διέκοψε την προμήθεια των εμπορευμάτων στους κατηγορούμενους
- Στις 24/12/12 κατατέθηκε στη Λαική Τράπεζα η επίδικη επιταγή τεκμ.4 και επιστράφηκε αυθημερόν λόγω παγοποίησης του λογαριασμού του εκδότη. Η επιταγή αυτή αφορούσε εμπορεύματα που παρεδόθησαν τον Αύγουστο του 2012 και σχετικά είναι τα τιμολόγια τεκμ.
- Την επιταγή υπόγραψε ο κατηγορούμενος
- Τα ίδια πιο πάνω ισχύουν για την επιταγή τεκμ.7 (επίδικη) που αφορούσε τα εμπορεύματα των τιμολογίων τεκμ.
- Η επιταγή αυτή υπεγράφη από τον κατηγορούμενο 2 και εξεδόθη κατόπιν οδηγιών του τελευταίου στην παρουσία του μαζί με τις επιταγές τεκμ.9 και
- Τέλος, θεωρεί πως ενόψει των διαβεβαιώσεων του κατηγορούμενου 2 για ύπαρξη επαρκών κεφαλαίων των κατηγορούμενων 1 για την αποπληρωμή των μεταχρονολογημένων επιταγών και των διαβεβαιώσεων του ότι ήταν πολυεκατομμυριούχος σε περιουσία ώστε να μην υπάρχει ο παραμικρός κίνδυνος να μην τιμηθούν οι επιταγές, έχουν παραπλανηθεί και οι κατηγορούμενοι επωφελήθηκαν ένα μεγάλο ποσό σε βάρος των παραπονούμενων και της θυγατρικής τους εταιρείας. Κατά την αντεξέταση του (ερωτώμενος εν σχέση με τη συνάντηση 09/02/11 για την οποία ισχύουν όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω) είπε πως τελικά σκεφτόμενος τα πράγματα κατέληξε ότι σκοπός του κατηγορούμενου 2 ήταν να του αποσπά εμπορεύματα ψευδώς για να κάνει δική του περιουσία. Διευκρίνισε δε τη σημασία της συμφωνίας τεκμ.12 και ανέφερε ότι στη συνεργασία τους τα θέματα πληρωμών τα συζητούσε ο ίδιος μαζί με τον κατηγορούμενο
- Πριν από τις 09/02/12 δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα με επιστεφόμενη επιταγή αλλά είχε οικονομικά προβλήματα με τους κατηγορούμενους
- Επίσης ανέφερε ότι ούτε μέχρι τις 12/11/12 που είχε άλλη μια συνάντηση με τον κατηγορούμενο 2 είχε επιστραφεί οποιαδήποτε επιταγή των κατηγορούμενων 1 πίσω. Τέλος ο μάρτυρας επανέλαβε σε διάφορα σημεία τις διαβεβαιώσεις στις οποίες αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέταση του ότι έγιναν από τον κατηγορούμενο
- ΜΚ2-Μάκης Αδάμου Ο μάρτυρας αυτός εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου από 26/03/13, ενώ προηγουμένως εργαζόταν στη Λαική Τράπεζα. Η μαρτυρία του στο μεγαλύτερο μέρος της γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας απάντησε ουσιαστικά στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με βάση τα καθήκοντα του και τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του εν σχέση με τις επίδικες επιταγές και λογαριασμό. Όμως θα πρέπει να αναφερθεί ότι μέρος της μαρτυρίας του που αναφέρεται κατωτέρω δεν θα γίνει αποδεκτή αφού κρίνω πως αυτή αφορά την προφανέστατα λανθασμένη προσωπική του άποψη για πράγματα που δεν γνώριζε ή και αυθαίρετα συμπεράσματα του μάρτυρα και εν πάση περιπτώσει θέματα για τα οποία δεν με έπεισε. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 39, Σάββα v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Νικολαίδης v. Αστυνομία
(2003)2 Α.Α.Δ. 271 και Π.Ε. 89/12 Αγαθοκλέους v. Αστυνομίας ημερ.24-07-
- Εν πάση περιπτώσει με την εν λόγω σημείωση υπόψη κρίνω ότι η απόρριψη μέρους της μαρτυρίας του για τους λόγους που αναφέρονται ουδόλως επηρεάζει την κατά τα λοιπά αξιόπιστη μαρτυρία του η οποία επαναλαμβάνω πηγάζει κυρίως από άλλα στοιχεία/τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο. Ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του πως εργάζεται στο τμήμα προβληματικών επιχειρήσεων για ανάκτηση χρεών, όπως στο ίδιο τμήμα εργαζόταν προηγουμένως στη Λαική Τράπεζα. Ο επίδικος λογαριασμός ανοίχθηκε στις 09/03/12 κατόπιν αίτησης των κατηγορούμενων 1 την οποία υπέγραψε ο κατηγορούμενος 2 και δικαίωμα υπογραφής προς έκδοση επιταγών είχαν ο κατηγορούμενος 2 και η Χαρίκλεια Ορφανίδου, οποιοσδήποτε εκ των δύο, μαζί με σφραγίδα της εταιρείας (βλ. τεκμ.13 ημερ.09/03/12). Σε ότι αφορά το δικαίωμα υπογραφής σημειώνεται ότι από τις 28/11/12 θα συνέχισε να υπογράφει μόνον ο κατηγορούμενος 2 (βλ.τεκμ.16). Πέραν του επίδικου, υπήρχαν άλλοι 24 λογαριασμοί των κατηγορούμενων
- Ο μάρτυρας έδωσε λεπτομέρειες για το όριο του επίδικου λογαριασμού και ανέφερε συγκεκριμένα πως υπήρχε προσωρινό όριο €8.000.000,00.- μέχρι 10/07/12 (βλ.τεκμ.14, σελ.5/2). Μετά την 10η/07/12 δεν υπήρξε ανανέωση του ορίου. Οι κατηγορούμενοι 1 ενημερώνονταν για την εξέλιξη του επίδικου λογαριασμού τους και των λογαριασμών τους γενικότερα τόσο με την αποστολή κάθε μήνα κατάστασης λογαριασμού στη διεύθυνση που είχαν δηλώσει στην τράπεζα, όσο και με την πρόσβαση που είχαν επί 24ώρου βάσεως μέσω διαδικτύου (internet banking). Περαιτέρω κατέθεσε κατάσταση εν σχέση με τον επίδικο λογαριασμό για την περίοδο από 01/08/12 έως 31/12/12 (τεκμ.15) και ανέφερε πως μετά τις 10/07/12 υπήρξε μια επιστροφή επιταγής στις 06/11/12, δύο στις 12/11/12 και ακολούθως αρκετές επιστροφές στις 16/11/12, ενώ αναφέρθηκε επίσης σε διάφορες καταθέσεις που έγιναν. Ένεκα του προβλήματος που προέκυψε με τις επιταγές που δεν μπορούσαν να πληρωθούν λόγω μη επαρκούς υπολοίπου, ο επίδικος λογαριασμός και οι κατηγορούμενοι 1 στις 10/12/12 μπήκαν στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών της Κεντρικής Τράπεζας (ΚΑΠ) για εκδότες ακάλυπτων επιταγών με αποτέλεσμα την παγοποίηση του λογαριασμού. Αυτός είναι και ο λόγος που οι επίδικες επιταγές δεν μπορούσαν να εξαργυρωθούν όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα. Η τράπεζα δεν ανέλαβε ανέφερε να εξαργυρώνει τις επιταγές της εταιρείας που θα παρουσιάζονταν την περίοδο από Μάρτιο 2012 μέχρι 31/12/
- Θα το έκανε αν υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο εις τον λογαριασμό. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο επίδικος λογαριασμός τερματίστηκε στις 25/01/13 και ακολούθως μεταφέρθηκε στο τμήμα ανάκτησης χρεών όπου εργάζεται. Ο σχετικός φάκελος ευρίσκεται κοντά του και μπορεί να έχει τα συγκεκριμένα έγγραφα που αφορούν τον λογαριασμό. Επίσης είπε ότι είναι ενήμερος για την υπόθεση και τον συγκεκριμένο λογαριασμό και η μαρτυρία του στηρίζεται στα έγγραφα του φακέλου. Τέσσερις μέρες μετά τον τερματισμό στις 25/01/13 ως αναφέρθηκε πιο πάνω η υπηρεσία τους αποφάσισε και προχώρησε στο διορισμό διαχειριστή με βάση ομόλογα που κατείχε, ενώ ξεκίνησε μια προσπάθεια να μειωθούν οι οφειλές της εταιρείας με άσκηση πίεσης στον κατηγορούμενο 2, στον οποίο ανήκε η εταιρεία αφού κατείχε το 73% των μετοχών και είχε κυριαρχική θέση, για να συνεισφέρει. Ο κατηγορούμενος 2 είχε μάλιστα δώσει και προσωπικές εγγυήσεις ενώ περαιτέρω υποθήκευσε ακίνητη περιουσία του (βλ.σχετικά τεκμ.14). Κατέθεσε επίσης κατάσταση σε ότι αφορά τον επίδικο λογαριασμό για την περίοδο από 12/03/12 έως 31/07/12 (τεκμ.18) και αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα υπόλοιπα που ερωτήθηκε τόσο για την περίοδο αυτή όσο και για την περίοδο που αφορά η κατάσταση τεκμ.
- Το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ2 που δεν γίνεται αποδεκτό Εν συνεχεία των όσων έχουν αναφερθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω, αναφέρω εδώ πως εκ της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα δεν γίνονται αποδεκτά τα εξής: (α) Ανέφερε πως μετά τις 10/07/12 άρχισαν να επιστρέφουν επιταγές και πως η εταιρεία έκανε καταθέσεις κατά περιόδους αλλά το πρόβλημα μεγάλωσε στις αρχές Νοεμβρίου του
- Επίσης πως μετά τις 10/07/12 και τη λήξη του ορίου στον επίδικο λογαριασμό οι επιταγές εξαργυρώνονταν ένεκα των καταθέσεων που γίνονταν και κάποιες επιταγές περνούσαν. Οι θέσεις πιο πάνω δεν γίνονται αποδεκτές, αφού στην ουσία αυτές έχουν μέσα από την μαρτυρία του ίδιου μάρτυρα αναιρεθεί. Συγκεκριμένα όταν ερωτήθηκε για να αναφερθεί σε επιστρεφόμενες επιταγές μετά τις 10/07/12 αυτός απάντησε εν σχέση με επιταγές που επιστράφηκαν τον Νοέμβριο του
- Εν πάση περιπτώσει οι καταστάσεις λογαριασμού τεκμ.15 & 18 επιβεβαιώνουν πως μέχρι και τις 16/11/12 δεν φαίνεται να υπήρχε κάποιο σοβαρό πρόβλημα με τον επίδικο λογαριασμό και ειδικότερα πρόβλημα επιστρεφόμενων επιταγών. Παρεμβάλλω εδώ ότι με βάση τις εν λόγω καταστάσεις φαίνεται πως από 10/07/12 μέχρι 16/11/12, την ίδια στιγμή που πληρώθηκαν δεκάδες επιταγές εκατομμυρίων ευρώ, επιστράφηκαν μόνον 4 επιταγές τον Οκτώβριο (μια στις 9/10, μια στις 10/10 και δύο στις 12/10) και 5 επιταγές τον Νοέμβριο (δύο στις 6/11, δύο στις 12/11 και μία στις 15/11), χωρίς όμως να γνωρίζουμε περισσότερες λεπτομέρειες εν σχέση με αυτές ή κάτω από ποιες συνθήκες επιστράφηκαν και τον συγκεκριμένο λόγο που έγινε αυτό. Επίσης οι καταστάσεις λογαριασμού διαψεύδουν την θέση περί εξαργύρωσης μόνον κάποιων επιταγών την εν λόγω περίοδο και την σύνδεση της πληρωμής με τις καταθέσεις που γίνονταν. Είναι προφανές ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα. Διότι η αυξομείωση του ορίου κατά την περίοδο αυτή, όπως φαίνεται στις καταστάσεις σε συνάρτηση με την μαρτυρία του μάρτυρα, συνηγορούν στο ότι η τράπεζα πλήρωνε κανονικά τις επιταγές χωρίς να υπάρχει άμεση σύνδεση με τις καταθέσεις που γίνονταν. (β) Ανέφερε πως υπήρχαν πάντα προβλήματα στο λογαριασμό, από το άνοιγμα του στις 09/03/12, και αυτός είναι ο λόγος που εδόθη με την επιστολή τεκμ.14 προσωρινό όριο. Στο Δικαστήριο όμως δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη μαρτυρία για οποιαδήποτε προβλήματα στο λογαριασμό από το άνοιγμα του, ούτε σημειώνω δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία είτε από το υπεύθυνο πρόσωπο για την λειτουργία του λογαριασμού κ.Γιάννο Καλλή, στον οποίο αναφέρθηκε ο μάρτυρας, είτε από οποιοδήποτε εκ μέρους της τράπεζας για να εξηγήσει κάτω από ποιες συνθήκες έγινε η προσφορά τεκμ.14 και δόθηκαν οι περιεχόμενες σε αυτήν διευκολύνσεις αλλά και πιο συγκεκριμένα το προσωρινό όριο στον επίδικο λογαριασμό. Συνεπώς δεν αποδέχομαι το μέρος αυτό της μαρτυρίας του μάρτυρα. (γ) Ήταν επίσης βασική του θέση πως μετά τη λήξη του ορίου των €8.000.000.- στον επίδικο λογαριασμό την 10η/07/12 ακολούθως δεν υπήρχε όριο, και πως οι επιταγές περνούσαν χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε συμφωνία ή δέσμευση της τράπεζας περί πληρωμής επιταγών. Με βάση την μαρτυρία και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι προφανές πως τα πιο πάνω δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Μετά την 10η/07/12, οπότε έληξε το όριο, είναι προφανές ότι υπήρχε κάποια προφορική διευθέτηση με την τράπεζα εν σχέση με το όριο την οποία ο μάρτυρας δεν γνώριζε και πως ο λογαριασμός λειτουργούσε κανονικά, χωρίς κανένα εμφανές πρόβλημα, μέχρι τουλάχιστον τα μέσα του Νοέμβρη του 2012 με καταθέσεις και πληρωμές εκατοντάδων επιταγών εκατομμυρίων ευρώ. Ήδη έχει γίνει σημειώνω αναφορά στο σημείο (α) πιο πάνω για το ότι τον Οκτώβριο και Νοέμβριο φαίνεται με βάση τις καταστάσεις λογαριασμού να επιστράφηκαν μόνον 9 επιταγές, χωρίς όμως να γνωρίζουμε περαιτέρω λεπτομέρειες ή τον συγκεκριμένο λόγο που έγινε αυτό. Όμως αυτό που έχει σημασία να λεχθεί είναι πως ο μάρτυρας ήταν προφανές, μη έχοντας σχετική γνώση, ότι δεν ήταν σε θέση να ξεκαθαρίσει τι ακριβώς ίσχυε μετά την 10η/07/12, αφού επαναλαμβάνω η θέση του περί πληρωμής επιταγών ανάλογα με τις πιστώσεις στο λογαριασμό, διαψεύδεται από την συνεχή αυξομείωση του χρεωστικού υπολοίπου στο λογαριασμό. Επίσης εδώ έχει σημασία να αναφερθεί και το εξής. Είναι προφανές με βάση το τεκμ.14 ότι η λειτουργία του επίδικου λογαριασμού ήταν άμεσα συνδεδεμένη με κάποιους ειδικούς όρους (βλ. σελ.9 τεκμ.14, ειδικοί όροι αρ. 1 & 2) η υλοποίηση των οποίων χρονικά μετατίθεται υπό προϋποθέσεις μετά τις 10/07/
- Συγκεκριμένα φαίνεται να συμφωνήθηκε η πώληση κάποιων ακινήτων της εταιρείας, ενώ μέχρι τότε θα υπήρχε δέσμευση ποσού €4.000.000.-. Ο μάρτυρας όμως δεν ανέφερε οτιδήποτε περί τούτου, προφανώς μη γνωρίζοντας οτιδήποτε σχετικό, και δεν εδόθη καμία άλλη μαρτυρία για το θέμα αυτό. Ούτε και γνωρίζει το Δικαστήριο τι έγινε με την πώληση αυτή, αλλά ούτε και γιατί ενώ δεσμεύεται το εν λόγω ποσό που αφορά το ήμισυ του προσωρινού ορίου, το χρεωστικό υπόλοιπο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις δείχνει τις αυξομειώσεις που φαίνονται στις καταστάσεις. Με αυτά υπόψη σημειώνω, επανερχόμενος στη θέση του μάρτυρα πιο πάνω, πως τα πράγματα δεν έχουν και δεν μπορούν λογικά να έχουν ως ο ίδιος ανέφερε. Πολύ απλά ο μάρτυρας δεν γνώριζε οτιδήποτε σχετικό και αρκέστηκε στη γενική αναφορά ότι δεν υπήρχε κάποια συμφωνία ή δέσμευση μετά τις 10/07/12, ενώ περαιτέρω το πρόσωπο που γνώριζε δηλαδή ο αναφερόμενος Γιάννος Καλλή δεν εκλήθη ποτέ στο Δικαστήριο για να καταθέσει σχετικά. (δ) Τέλος, έχει αναφερθεί από τον μάρτυρα ότι στην πράξη μπορεί να υπάρχουν δικαιούχοι επιταγών που πήγαιναν να εξαργυρώσουν επιταγές και ο ταμίας τους έλεγε ότι ο λογαριασμός ήταν σε υπέρβαση και έφευγαν και πήγαιναν στον κατηγορούμενο 2 απευθείας. Η θέση αυτή προβλήθηκε χωρίς να γνωρίζει ή να αναφερθεί σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίπτωση ο μάρτυρας. Εν πάση περιπτώσει η θέση κρίνεται αυθαίρετη και ως τέτοια απορρίπτεται. (ε) Σε κάθε περίπτωση αναφέρω εδώ πως το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί με βάση τα λεγόμενα του μάρτυρα για τις αναφερόμενες πιο πάνω θέσεις του υπό (α) - (δ), για τις οποίες αναφέρω είναι σαφές πως υπάρχει κενό στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής και εν πάση περιπτώσει για τα θέματα αυτά έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου σοβαρές αμφιβολίες. ΜΚ3- Δημήτρης Γκαρτζώνης Είναι ο περιφερειακός διευθυντής πωλήσεων των παραπονούμενων από τις 17/08/09 και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Έδωσε μαρτυρία για γεγονότα που ο ίδιος γνωρίζει, και απάντησε ευθέως και πειστικά στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν χωρίς να περιπέσει κρίνω εις οιεσδήποτε αντιφάσεις κατά την αντεξέταση του. Το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι ενώπιον του είχε ένα ειλικρινή μάρτυρα. Κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε στα καθήκοντα του και στη συνεργασία με τους κατηγορούμενους
- Στο τέλος κάθε μήνα ανέφερε οι κατηγορούμενοι 1 εξέδιδαν μια μεταχρονολογημένη επιταγή για τα εμπορεύματα που τους εφοδίαζαν. Οι επίδικες επιταγές τεκμ.4 & 7 αφορούσαν τα τιμολόγια τεκμ.5 & 8 αντίστοιχα και πιο συγκεκριμένα τις προμήθειες Αυγούστου και Οκτωβρίου του
- Στις 27/01/11 ήταν παρών σε συνάντηση που έγινε μεταξύ του ΜΚ1 και του κατηγορούμενου 2, με την ευκαιρία της επίσκεψης τους στα γραφεία των κατηγορούμενων 1 για συζήτηση των όρων της συμφωνίας που υπεγράφη τελικά στις 09/02/11 (τεκμ.12). Συγκεκριμένα μετά τη λήξη της συνάντησης που έγινε με εκπρόσωπο των κατηγορούμενων 1, κατά την έξοδο τους από την υπεραγορά συνάντησαν τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος ανέφερε στον ΜΚ1 όταν του έκανε σχετική νύξη να μην φοβάται γιατί δεν πρόκειται να υπάρξει πρόβλημα πληρωμής επιταγών. Επίσης ήταν παρών σε συνάντηση του ΜΚ1 και του κατηγορούμενου 2 στις 29/04/11 στα εγκαίνια της νέας υπεραγοράς των κατηγορούμενων 1 στο Ξυλοφάγου, όπου και πάλιν εκεί ο κατηγορούμενος 2 ακούοντας τις ανησυχίες του ΜΚ1 του ζήτησε να μην φοβάται και του ανέφερε πως υπάρχουν λεφτά. Κατά την αντεξέταση του έδωσε με αναφορά στο ημερολόγιο του τεκμ.20 εξηγήσεις για το πώς ενθυμείται ότι έλαβε χώρα η συνάντηση ημερ.27/01/11 ανωτέρω, και ουσιαστικά επανέλαβε τι ελέχθη μεταξύ ΜΚ1 και κατηγορούμενου
- Επίσης επανέλαβε γιατί θυμάται την 2η συνάντηση πιο πάνω στις 29/04/
- ΜΚ4-Παναγιώτης Χριστοφόρου Εργάζεται στο Χρηματιστήριο Κύπρου ως λειτουργός του τμήματος εκκαθάρισης συναλλαγών και η μαρτυρία του γίνεται επίσης αποδεκτή. Έδωσε μαρτυρία για γεγονότα που ο ίδιος γνωρίζει με βάση στοιχεία που είχε στην κατοχή του, και απάντησε εις όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν χωρίς να περιπέσει σε αντιφάσεις. Ανέφερε πως οι κατηγορούμενοι 1 εισήχθησαν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου στις 15/07/02 και έχουν διαγραφεί στις 18/02/
- Την περίοδο από 01/04/12 μέχρι 31/12/12 η εταιρεία ήταν εισηγμένη και οι τίτλοι της διαπραγματεύονταν κανονικά. Στις 31/03/12 ο κατηγορούμενος 2, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, κατείχε το 73,9% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας δηλ.59.835,030 μετοχές, ενώ η σύζυγος του Χαρίκλεια Ορφανίδου κατείχε ποσοστό 2,22% δηλαδή 1.800.000 μετοχές. Την ημερομηνία αυτή άλλα δύο μέλη του διοικητικού συμβουλίου κατείχαν πολύ μικρό ποσοστό μετοχών (βλ.τεκμ.21). Στις 31/12/12 ο κατηγορούμενος 2 είχε τον ίδιο αριθμό και ποσοστό μετοχών ως ανωτέρω, και υπήρξε μια διαφοροποίηση σε ότι αφορά τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου χωρίς όμως κανένα εκ των μελών πλέον να κατέχει μετοχές. Ο μάρτυρας επίσης κατέθεσε την εννιαμηνιαία οικονομική έκθεση της εταιρείας που έληξε στις 30/09/12 (τεκμ.23) και απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν εν σχέση με την έκθεση αυτή. Σε γενικές γραμμές η εταιρεία εν σχέση με την ίδια εννιαμηνία που έληξε 30/09/11 παρουσιάζει ζημιές, ανέφερε δε ότι φαίνεται μια επιδεινούμενη ζημιογόνα εταιρείας. Επίσης ανέφερε ότι η εταιρεία ευρίσκεται υπό εκκαθάριση και ότι υπάρχουν υποχρεώσεις πέραν των €50.000.000.- σε προμηθευτές της εταιρείας (βλ.τεκμ.24 & 25). Τέλος έκανε αναφορά στην γενική συνέλευση της εταιρείας που έλαβε χώρα 28/06/12 (βλ.τεκμ.26) και είπε πως ο εκτελεστικός πρόεδρος μιας εταιρείας, όπως ήταν ο κατηγορούμενος 2 εδώ, είναι το άτομο που εκτελεί / υλοποιεί τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου. Στην αντεξέταση του αναφέρθηκε αρχικά στην απόκτηση ενός μεγάλου πακέτου μετοχών της εταιρείας από τον κατηγορούμενο 2 στις 11/11/11 δυνάμει αγοράς. Ακολούθως διευκρίνισε ότι οι λογαριασμοί τεκμ.23 (εννιαμηνία που έληξε 30/09/12) εγκρίθηκαν στις 28/11/12 και συμφώνησε ότι οι λογαριασμοί αυτοί ετοιμάστηκαν κάπου στο ενδιάμεσο. Απάντησε ακόμη σε ερωτήσεις εν σχέση με την έκθεση τεκμ.
- Προκύπτει δε με βάση την έκθεση ότι η εταιρεία είχε κέρδη από τις εργασίες της και ότι περαιτέρω προέβη σε πωλήσεις ακινήτων την περίοδο αυτή έχοντας ζημιά. Ανέφερε ακόμη ότι όπως προκύπτει από την έκθεση τεκμ.23 η εταιρεία αναγνώριζε ότι επρόκειτο για μια δύσκολη οικονομικά περίοδο και ότι η χρονιά θα ήταν ζημιογόνα (βλ. σελ 1 παραγρ.10 και σελ.17 & 18 τεκμ.23). Τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας στις 30/09/12 ανέρχονταν σε €349.747,063, ενώ το ολικό ενεργητικό σε €385.463.380.- (βλ.σελ.5 τεκμ.23). Κατά την επανεξέταση του διευκρίνισε ποιο είναι το μεικτό κέρδος μιας εταιρείας. ΜΚ5-Ευρυδίκη Γιαννακού Η μάρτυρας είναι δικηγόρος και κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ευρισκόμενη εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου, κλήθηκε από το Δικαστήριο στο εδώλιο του μάρτυρα για να καταθέσει έγγραφα. Τελικά αυτό δεν έγινε αφού η μάρτυρας δήλωσε ότι τα έγγραφα που της δόθηκαν σε προηγούμενο στάδιο από την ΜΚ6 και τα οποία της υποδείχθηκαν δεν μπορούσε να τα αναγνωρίσει, με δεδομένο ότι απλά της εστάλησαν τα έγγραφα από την εν λόγω ΜΚ6 σε φάκελο τον οποίο δεν άνοιξε καν προκειμένου να τον παραδώσει στους δικηγόρους των δύο πλευρών και δεν ήταν σε θέση να τα αναγνωρίσει. Δεν χρειάζεται θεωρώ να λεχθεί για την μάρτυρα αυτή οτιδήποτε περισσότερο, αφού δεν έχει προσθέσει οτιδήποτε στην υπόθεση ούτε και έχει πει κάτι προς αξιολόγηση ή του οποίου η αξιολόγηση θα είχε την παραμικρή σημασία για την υπόθεση. ΜΚ6-Σοφία Οικονόμου Διετέλεσε γραμματέας των κατηγορούμενων
- Η μαρτυρία της η οποία σημειώνω περιορίστηκε ουσιαστικά στην κατάθεση πρακτικών συνεδρίας και αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας (τεκμ. 27-34) γίνεται αποδεκτή. Ανέφερε πως ανέλαβε καθήκοντα γραμματέα από τις 14/01/
- Σε ότι αφορά τα τεκμ.27-30 ανέφερε πως την περίοδο που τα αφορά δεν ήταν γραμματέας, όμως τα έγγραφα αυτά της παραδόθηκαν από την προηγούμενη γραμματέα και τα κατέθεσε όπως ακριβώς της παραδόθηκαν. Κατηγορούμενος 2 Ο κατηγορούμενος 2, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω προέβη σε ανώμοτη δήλωση (τεκμ.35). Ήταν δικαίωμα του να ενεργήσει όπως έπραξε και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος του, ούτε και πρέπει εκ τούτου να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Θεμιστοκλέους -v- Αστυνομία
(1981)2 C.L.R. 200, Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου -v- Αστυνομία
(1990)2 ΑΑΔ 250, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος 2, σύμφωνα με τη νομολογία πιο πάνω, εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια του να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. Όπως έχει αναφερθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 2 είναι το τεκμήριο 35 ενώπιον του Δικαστηρίου. Μελετώντας την δε διαπιστώνεται ότι ουσιαστικά το μεγαλύτερο μέρος των όσων αναφέρονται έχουν επιβεβαιωθεί με την μαρτυρία που ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Δεν υπάρχει όμως μαρτυρία και συνεπώς δεν μπορώ να αποδεκτώ όσα αναφέρονται για τη διαδικασία που ακολουθείτο από την εταιρεία για έκδοση επιταγών (βλ. αρχή προς μέσο της σελίδας 2), ως επίσης για το ότι ο ΜΚ3 λέει ψέματα ότι τους συνάντησε στις 27/01/11 για τον αναφερόμενο λόγο (βλ. τελευταία παράγραφο της σελίδας 3). Επίσης αυτό σημειώνω που αναφέρει ο κατηγορούμενος 2, σε συνέχεια των όσων αναφέρονται για τη διαδικασία έκδοσης κάποιας επιταγής, ότι δηλαδή δεν θα υπέγραφε ο κατηγορούμενος 2 αν περνούσε από το μυαλό του ότι υπήρχε πιθανότητα να μην τιμηθεί η επιταγή αποτελεί στην ουσία ένα εκ των επίδικων θεμάτων και θα αποφασιστεί κατωτέρω. Κατηγορούμενοι 1 Οι ίδιες αρχές πιο πάνω σημειώνω ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση και για τους κατηγορούμενους 1, και αυτό ανεξάρτητα του ότι ως αναφέρθηκε πιο πάνω δεν εκπροσωπήθηκαν στη διαδικασία από ένα σημείο και μετά και όπως ήταν φυσικό δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οιανδήποτε δήλωση και δεν παρουσίασαν μάρτυρες υπεράσπισης. ΜΥ1-Καίτη Θωμά Η μάρτυρας αυτή εργάστηκε ως προσωπική γραμματέας του κατηγορούμενου
- Το Δικαστήριο έχει μελετήσει πολύ προσεκτικά την μαρτυρία της και έχει καταλήξει ότι μέρος της θα πρέπει να γίνει αποδεκτό ενώ άλλο μέρος θα πρέπει να απορριφθεί (η σχετική νομολογία για την ευχέρεια αυτή του Δικαστηρίου, ανάλογα πάντοτε με την κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, έχει αναφερθεί ανωτέρω στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ2). Με αυτά υπόψη η μαρτυρία της ότι ο κατηγορούμενος 2 την περίοδο από 08/02/11 μέχρι 13/02/11 απουσίαζε στο εξωτερικό γίνεται αποδεκτή. Εξάλλου η μαρτυρία της υποστηρίζεται και από τα τεκμήρια 36 &
- Επίσης αποδεκτή είναι η υπόλοιπη μαρτυρία της, πλην του μέρους που αναφέρεται κατωτέρω, στην οποία όμως δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ λεπτομερώς. Δεν είναι αποδεκτό το μέρος της μαρτυρίας της στο οποίο προσπάθησε να πείσει ότι δεν ήταν δυνατόν οι ΜΚ1 & 3 να συναντήσουν τον κατηγορούμενο 2 στο χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς στις 27/01/
- Στην ουσία κατέληξε κατά την κρίση μου στο συμπέρασμα αυτό μέσα από μια αυθαίρετη διεργασία, χωρίς η ίδια να είναι σε θέση να γνωρίζει για να πει με θετικό τρόπο αυτό το πράγμα και σε γενικές γραμμές δεν με έπεισε επί τούτου. Εν πάση περιπτώσει να αναφέρω ότι όσα είπε δεν αποκλείουν, ελλείψει άλλης αποδεκτής μαρτυρίας, να έγινε η συνάντηση όπως ανέφεραν οι ΜΚ1 & 3 στο χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς και κατά την αναφερόμενη από τον ΜΚ3 ώρα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω, τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν γίνει και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα:
- Οι παραπονούμενοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης.
- Οι κατηγορούμενοι 1 είναι δημόσια εταιρεία. Εκκρεμούσης δε της παρούσας διαδικασίας εξεδόθη εναντίον της διάταγμα διάλυσης/εκκαθάρισης.
- Στα πλαίσια της συνεργασίας τους οι κατηγορούμενοι 1 εξέδωσαν προς τους παραπονούμενους, δια της υπογραφής του κατηγορούμενου 2, τις κάτωθι επιταγές για προϊόντα που τους παρέδωσαν: (α) επιταγή με αρ.09849116 για το ποσό των €159.020,88, εξεδόθη στις 26/09/12, μεταχρονολογημένη, με ημερομηνία πληρωμής 22/12/12 (τεκμ.4). (β) επιταγή με αρ.09850245 για το ποσό των €30.062,24, εξεδόθη στις 13/11/12, μεταχρονολογημένη, με ημερομηνία πληρωμής 30/12/12 (τεκμ.7).
- Ο κατηγορούμενος 2 κατά τον επίδικο χρόνο που αφορούν τις επιταγές, ήταν εκτελεστικός πρόεδρος / αξιωματούχος και δικαιούχος υπογραφέας των κατηγορούμενων
- Υπήρχε σημειώνεται άλλο ένα πρόσωπο που ήταν εξουσιοδοτημένο να υπογράφει επιταγές της εταιρείας.
- Οι εν λόγω επιταγές κατατέθηκαν προς εξαργύρωση στην Marfin Laiki Bank (μετέπειτα Τράπεζα Κύπρου) επί της οποίας εκδόθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες. Πιο συγκεκριμένα: (α) η επιταγή με αρ.09849116 (τεκμ.4) παρουσιάστηκε στις 24/12/12 και επιστράφηκε απλήρωτη αυθημερόν λόγω παγοποίησης του λογαριασμού (καταχώρηση στο ΚΑΠ), αλλά και επειδή δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στο λογαριασμό για να πληρωθεί. (β) η επιταγή με αρ.09850245 (τεκμ.7) παρουσιάστηκε στις 31/12/12 και επιστράφηκε απλήρωτη και επιστράφηκε απλήρωτη αυθημερόν λόγω παγοποίησης του λογαριασμού (καταχώρηση στο ΚΑΠ), αλλά και επειδή δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στο λογαριασμό για να πληρωθεί.
- Η επιταγή τεκμήριο 4 αφορούσε εξόφληση των εμπορευμάτων που προμήθευσαν οι παραπονούμενοι τους κατηγορούμενους 1 τον μήνα Αύγουστο του 2012 και η επιταγή τεκμήριο 7 την εξόφληση των εμπορευμάτων του μηνός Οκτωβρίου του
- Μετά την επιστροφή τους οι επιταγές δεν πληρώθηκαν και παραμένουν απλήρωτες μέχρι και σήμερα.
- Ο επίδικος τραπεζικός λογαριασμός των κατηγορούμενων 1 καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ και παγοποιήθηκε στις 10/12/
- ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 &
- Κατηγορούμενοι 1 Α. Κατηγορίες 1 και 3 για την έκδοση δύο επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 ως τροποποιήθηκε (οι λεπτομέρειες έχουν παρατεθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω). Το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154 έχει ως ακολούθως: " Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. " Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Επίσης αναφέρω εδώ ότι όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154 που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus) (Halsbury's, of England, fourth edition, reissue, vol.11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Όπως σαφώς προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 έχουν αποδειχθεί. Συνεπώς κρίνω ότι οι κατηγορίες 1 και 3 εναντίον των κατηγορούμενων 1 έχουν αποδειχθεί. Β. Κατηγορίες 5 και 7 για απάτη κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 300 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 ως τροποποιήθηκε (οι λεπτομέρειες έχουν παρατεθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω). Το άρθρο 300 δε του Κεφ.154 προνοεί τα εξής: « Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. » Είναι προφανές ότι στις εν λόγω πρόνοιες εμπεριέχεται το στοιχείο της πρόθεσης του αδικοπραγούντα να εξαπατήσει το θύμα του. Ο δόλος δηλαδή συνιστά απαραίτητο συστατικό στοιχείο του συγκεκριμένου αδικήματος. Εκείνο δε που προκύπτει από τη νομολογία, είναι πως ο όρος «δολίως» (fraudulently), σημαίνει «σκόπιμα και εκ προθέσεως», δηλαδή χωρίς λάθος και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση (Βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ σελ. 14, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας και Suphire Securities v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 238/07 και 239/07, ημερ. 15.7.2008, στις οποίες η έννοια του δόλου εξετάστηκε στα πλαίσια του αδικήματος της κλοπής). Τέλος, αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως η εξαπάτηση προκύπτει σαν πραγματικό γεγονός και ενίοτε μπορεί να σημαίνει τη βλάβη, οικονομική απώλεια και ζημιά κάποιου (Russel on Crime 1422). Έχω διεξέλθει με μεγάλη προσοχή την μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο την προφορική όσο και την έγγραφη και κατά την κρίση μου οι κατηγορίες αυτές θα πρέπει να απορριφθούν. Οι επιταγές εκδόθηκαν κατά τον αναφερόμενο στα ευρήματα του Δικαστηρίου χρόνο στα πλαίσια της συνεργασίας που είχαν παραπονούμενοι και κατηγορούμενοι 1 μεταξύ τους επί χρόνια και δεν υπάρχουν στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τα εμπορεύματα εξασφαλίστηκαν με δόλιο τρόπο και με πρόθεση εξαπάτησης. Παρεμβάλλω εδώ και έχει σημασία να λεχθεί ότι μέχρι και την έκδοση της τελευταίας εκ των επίδικων επιταγών δηλαδή του τεκμηρίου 7 στις 13/11/12 δεν είχε επιστραφεί ποτέ προηγουμένως απλήρωτη οποιαδήποτε επιταγή των κατηγορούμενων
- Προσθέτω δε ότι τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι κατηγορούμενοι 1, με τη μείωση των πωλήσεων τους και τις ζημιές που παρουσίαζαν, όπως επίσης κάποιες διαβεβαιώσεις που είχαν δοθεί από τον εκτελεστικό τους πρόεδρο (κατηγορούμενο 2) κατά καιρούς περί μη ύπαρξης θέματος επιστροφής επιταγών, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ύπαρξης τέτοιας δόλιας πρόθεσης με δεδομένη μάλιστα την εικόνα του επίδικου λογαριασμού τουλάχιστον μέχρι τις 15/11/
- Περαιτέρω όμως δεν πρέπει να διαφεύγει ότι όταν παραδόθηκαν οι επιταγές τα εμπορεύματα ευρίσκονταν ήδη στην κατοχή των κατηγορούμενων
- Δεν μπορεί να χρησιμοποιήθηκε κρίνω δόλιο επινόημα ή τέχνασμα από μέρους των κατηγορούμενων 1, που εν πάση περιπτώσει δεν αποδείχθηκε, το οποίο συνίστατο σε παράδοση επιταγών που διαβεβαίωναν ότι θα πληρωθούν αλλά την ίδια στιγμή γνώριζαν ότι αυτό δεν ήταν αλήθεια, χωρίς να υπάρχει άμεση σύνδεση με την απόκτηση των εμπορευμάτων. Τα εμπορεύματα με απλά λόγια δεν αποκτήθηκαν επειδή έλαβε χώρα το επινόημα ή το τέχνασμα. Οι παραπονούμενοι επέλεξαν να παραδώσουν τα εμπορεύματα στα πλαίσια της συνεργασίας τους με τους κατηγορούμενους 1 και οι επιταγές παραδόθηκαν ακολούθως. Σε κάθε περίπτωση αναφέρω ότι το Δικαστήριο με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία έχει αμφιβολίες για την ενοχή των κατηγορούμενων 1 αναφορικά με τις συγκεκριμένες κατηγορίες. Γ. Κατηγορίες 6 και 8 για την απόσπαση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (οι λεπτομέρειες έχουν παρατεθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω). Το άρθρο 297 του Κεφ.154 προνοεί ότι: " Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή ". Το άρθρο 298 του Κεφ.154 προνοεί ότι: " 298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. " Από το λεκτικό των άρθρων 297 και 298 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
- Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
- Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.
- Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
- Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου ″ψευδής παράσταση″ παραπέμπω στον τόμο 2 RUSSEL ON CRIME σ.σ. 1171 - 1184 όπου με αναφορά σε μία πληθώρα από αποφάσεις γίνεται εκτενής πάνω στο θέμα αυτό συζήτηση της οποίας τα κύρια σημεία τα οποία είναι απαραίτητα για τη διάπραξη του αδικήματος μπορούν να συνοψισθούν στα εξής: (Η μετάφραση είναι του Δικαστηρίου). «Για να εμπίπτει η υπόθεση στα πλαίσια του Νόμου θα πρέπει να υπάρχει ψευδής παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν εμπίπτει στα πλαίσια του Νόμου. ..... Χρειάζεται προσεκτική διατύπωση του κατηγορητηρίου ώστε να διατυπωθούν τα γεγονότα της ισχυριζόμενης παράστασης, γεγονότα που αφορούν το παρόν ή το παρελθόν κατά το χρόνο της παράστασης. ...... Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, δεν αποτελεί ψευδή παράσταση με βάση τον Ποινικό Κώδικα. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση (false pretence). ...... Ψευδής παράσταση συνίσταται σε ψευδή παράσταση με λόγια ή γραπτώς ή με συμπεριφορά ότι κάποιο γεγονός υπάρχει ή υπήρχε. ....... Υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση να τηρηθεί, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Όχι μόνο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει προβεί σε δήλωση για την οποία δεν πιστεύει ότι είναι αληθής αλλά επιπρόσθετα η δήλωση θα πρέπει να είναι στην πραγματικότητα ψευδής. ...... Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι όταν ο κατηγορούμενος (prisoner) προέβη στην ψευδή παράσταση, είχε πρόθεση με την εν λόγω ψευδή παράσταση να αποσπάσει τα εμπορεύματα, αντικείμενο του κατηγορητηρίου ......∙ ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο γίνεται η ψευδής παράσταση, εφόσον αυτή λειτουργεί ώστε να πείσει τον ιδιοκτήτη να μεταβιβάσει το περιουσιακό στοιχείο στον παραβάτη (to transfer the property in the goods of the offender .) Η Διωκτική Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι τα αντικείμενα αποσπάσθηκαν συνεπεία των ψευδών παραστάσεων που εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Όπου πρόσωπο προβαίνει σε παραστάσεις γεγονότος τις οποίες γνωρίζει ότι είναι αναληθείς με σκοπό να πείσει τρίτα άτομα να του καταθέσουν χρήματα τα οποία ο ίδιος γνωρίζει ότι δεν θα κατέθεταν αν δεν πίστευαν ότι οι δηλώσεις του είναι αληθείς και όπου το πρόσωπο αυτό πρόθεση έχει να χρησιμοποιήσει τα χρήματα αυτά για διαφορετικό σκοπό από το σκοπό που ο ίδιος γνωρίζει ότι οι καταθέτες αντιλήφθησαν από τη δήλωση του ότι θα τα χρησιμοποιήσει, τότε έχουμε πρόθεση εξαπάτησης παρόλο που δυνατό να προτίθεται να δώσει πίσω τα χρήματα, αν έχει τέτοια δυνατότητα και παρόλο που δυνατό γνήσια να πιστεύει, και ακόμα να έχει καλό λόγο να πιστεύει ότι θα είναι σε θέση να τα δώσει πίσω. Η πρόθεση εξαπάτησης είναι αναγκαίο συστατικό για το αδίκημα της απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις περιουσιακού στοιχείου (chattel), χρημάτων ή αξιόγραφου αν και σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπου αποσπώνται χρήματα με ψευδείς παραστάσεις υπάρχει εκ πρώτης όψεως πρόθεση εξαπάτησης». Δεν χρειάζεται θεωρώ να λεχθούν πολλά. Με βάση την αναφερθείσα νομολογία το γεγονός ότι εδόθησαν διαβεβαιώσεις ότι θα πληρώνονται οι επιταγές που θα εκδίδονται στο μέλλον ή θα εκδίδονται και θα είναι πληρωτέες στο μέλλον από μόνες τους δεν συνιστούν ψευδείς παραστάσεις. Εν πάση όμως περιπτώσει δεν εντοπίζονται στη μαρτυρία στοιχεία που να οδηγούν σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα, ότι δηλαδή η έκδοση και παράδοση των επιταγών έγινε με πρόθεση καταδολίευσης των παραπονούμενων. Σε κάθε περίπτωση ανατρέχοντας στο σύνολο της μαρτυρίας και υιοθετώντας ουσιαστικά εδώ το σκεπτικό με βάση το οποίο απερρίφθησαν οι κατηγορίες 5 και 7 ανωτέρω, κρίνω πως ούτε οι συγκεκριμένες κατηγορίες έχουν αποδειχθεί. Κατηγορούμενος 2 Α. Κατηγορίες 2 και 4 για παροχή συνδρομής στην έκδοση δύο επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε (οι λεπτομέρειες των αδικημάτων έχουν παρατεθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω). Όπως έχει αναφερθεί ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται υπό την ιδιότητα του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου / αξιωματούχου των κατηγορούμενων 1, ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα πιο πάνω. Η ιδιότητα του αξιωματούχου βέβαια από μόνη της δεν σημαίνει οτιδήποτε σε ότι αφορά τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Δεν σημαίνει δηλαδή ότι επειδή είναι αξιωματούχος είναι και ένοχος χωρίς άλλο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ευρυβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 600) και Π. Παντελή ν. Χ. Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ.7095
(2001)2 Α.Α.Δ. 708). Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ'ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Με βάση τα πιο πάνω συνεπώς το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί η παροχή βοήθειας ή η παρακίνηση του κατηγορούμενου 2 κατά τη διάπραξη των σχετικών αδικημάτων από τους κατηγορούμενους 1, κάτι που έχει ήδη αποφασιστεί πιο πάνω. Το ζητούμενο βέβαια για να αποφασιστεί το θέμα αυτό είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί η συνδρομή του κατηγορούμενου 2 στην έκδοση των επιταγών και πιο συγκεκριμένα αν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι αυτός τις υπέγραψε. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας κρίνω ότι το στοιχείο αυτό έχει αποδειχθεί. Εν πάση περιπτώσει αναφέρω ότι δεν αποτέλεσε σε κανένα σημείο της ακροαματικής διαδικασίας θέση του κατηγορούμενου 2 ότι δεν είναι ο υπογραφέας των επιταγών, ούτε σημειώνω υπάρχει οποιαδήποτε σχετική αναφορά στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της Υπεράσπισης. Αντίθετα η πλευρά του κατηγορούμενου 2 μέσω της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου του δέχεται ότι έχει αποδειχθεί η υπογραφή των επιταγών και ότι είναι το πρόσωπο που υπέγραψε (βλ. 1η σελίδα στο κάτω μέρος). Με αυτά υπόψη όμως κρίνω ότι είναι κατάλληλο σημείο για να σχολιαστεί ακριβώς η θέση του κατηγορούμενου 2 περί μη απόδειξης του χρόνου υπογραφής από μέρους του (βλ. σελ.6 γραπτής αγόρευσης συνηγόρου κατηγορούμενου 2). Δεν είναι τυχαία βέβαια η εισήγηση του συνηγόρου της υπεράσπισης. Αναμφίβολα με βάση τις υποθέσεις Παυλόπουλος πιο πάνω και Π.Ε.150/2009 Militos Trading v. Αθηνάς Μαλέκκου ημερ.15/10/2012, ο χρόνος υπογραφής είναι στοιχείο καθοριστικό για την απόδειξη κατηγορίας εναντίον συνεργού σε υπόθεση επιταγών αφού η συνέργεια επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής και ελλείψει μαρτυρίας για το χρόνο υπογραφής, δεν δύναται να αποδειχθεί η πρόθεση. Ευθέως όμως αναφέρω ότι κατά την κρίση μου ο χρόνος υπογραφής των επίδικων επιταγών από μέρους του κατηγορούμενου 2 έχει με βάση τη μαρτυρία αποδειχθεί, εξάλλου σχετικά είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου ανωτέρω. Συγκεκριμένα, με βάση την μαρτυρία των ΜΚ1 & 3, η συμφωνία που υπήρχε με τους κατηγορούμενους 1 ήταν για έκδοση επιταγής στο τέλος κάθε μήνα αναφορικά με τα προιόντα που παραδόθηκαν κατά τον μήνα αυτό και για τα οποία σχετικά κατά τη διάρκεια του μήνα εκδίδονταν τιμολόγια. Η επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη πληρωτέα σε 3-4 μήνες. Έχοντας υπόψη αυτά σε συνδυασμό με το τεκμήριο 6, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε, όπου ακριβώς εμφαίνεται ότι η επιταγή τεκμ.4 εισπράχθηκε για εμπορεύματα του Αυγούστου του 2012 (βλ.τεκμ.5) στις 26/09/12 και εξεδόθη συγκεκριμένη απόδειξη, δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι η επιταγή αυτή υπεγράφη την περίοδο μεταξύ 31/08/12 και 26/09/
- Σε ότι αφορά δε την επιταγή τεκμ.7 όπως εξήγησε ο ΜΚ1 η επιταγή αυτή εξεδόθη κατόπιν οδηγιών του κατηγορούμενου 2, κατά τη συνάντηση που είχαν στις 12/11/12, στις 13/11/12 μαζί με άλλες επιταγές στις οποίες έκανε αναφορά και είναι προφανές ότι την υπόγραψε μεταξύ 12/11/12 και 13/11/
- Έρχομαι τώρα να εξετάσω εδώ κατά πόσο έχει αποδειχθεί το δεύτερο στοιχείο με βάση την αναφερθείσα Νομολογία δηλαδή το στοιχείο της ένοχης διάνοιας. Αναφέρεται ότι εκ της Νομολογίας προκύπτει ότι σε ότι αφορά περιπτώσεις που η κατηγορία στρέφεται εναντίον συνεργού, είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης της επιταγής, ο συντάκτης της γνώριζε ότι κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν θα εξοφλείτο λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Αυτό κρίνεται ότι συνιστά την απαιτούμενη ένοχη διάνοια συνεργού κατά την διάπραξη του αδικήματος. Έχοντας λοιπόν τα πιο πάνω υπόψη και ερχόμενος στην ουσία του πράγματος, αναφέρω εδώ ότι στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι η μαρτυρία που έχει δοθεί και έγινε αποδεκτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να οδηγήσει στο ασφαλές συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος 2 κατά την έκδοση των επιταγών πιο πάνω γνώριζε όλες τις ουσιώδεις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων από την εταιρεία και συνεπώς κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί το στοιχείο της ένοχης διάνοιας. Σε κάθε περίπτωση αναφέρω πως έχοντας κατά νου τα πιο κάτω έχουν δημιουργηθεί αμφιβολίες στο Δικαστήριο για το θέμα αυτό. (α) Κατ' αρχήν το Δικαστήριο έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ2, είναι προφανές πως δεν έχει εικόνα για το τι ακριβώς ίσχυε μετά την 10η/07/12 οπότε έληξε το προσωρινό όριο στο λογαριασμό. Είναι ξεκάθαρο σημειώνω πως υπήρχε κάποια διευθέτηση με την τράπεζα εν σχέση με τον λογαριασμό και δεν μπορεί να ίσχυαν, όπως εξάλλου αναφέρθηκε σε άλλο σημείο πιο πάνω, σε καμία περίπτωση αυτά που ο μάρτυρας ανέφερε ότι μετά τις 10/07/12 πληρώνονταν επιταγές ανάλογα με τις καταθέσεις που γίνονταν στο λογαριασμό ή ότι οι επιταγές πληρώνονταν ανάλογα με το διαθέσιμο υπόλοιπο. Ο λογαριασμός και μετά την 10η/07/12 λειτουργούσε κανονικά, όπως προηγουμένως, με καταθέσεις πολλών εκατομμυρίων ευρώ και με πληρωμές εκατοντάδων επιταγών εκατομμυρίων ευρώ επίσης. Αξίζει επίσης να σημειώσω εδώ πως το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού κυμάνθηκε την περίοδο από 01/08/12 και μέχρι τις 31/10/12, μέσα στην οποία πληρώθηκαν εκατοντάδες επιταγές και δεν επιστράφηκαν παρά μόνον 4 επιταγές ως ανωτέρω αναφέρθηκε για άγνωστους λόγους, από €1.838.710,66.- μέχρι €3.698.554,54.-, ενώ ακολούθως συνέχισαν να πληρώνονται επιταγές με το όριο να αυξάνεται. Ενδεικτικά όμως θα ήθελα εδώ να αναφέρω ότι από 01/08/12 μέχρι 09/08/12 ο λογαριασμός αυξήθηκε κατά €6.000.000.- περίπου και έφτασε τα €8.836.152,76.- και τούτο κατόπιν εξαργύρωσης επιταγών, ενώ την 31/08/12 το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν €604.676,93 και ακολούθως την αμέσως επόμενη ημερομηνία του λογαριασμού δηλαδή στις 03/09/12 ο λογαριασμός έκλεισε κατόπιν εξαργύρωσης επιταγών με χρεωστικό υπόλοιπο €4.885.519,94.- και με αύξηση του υπολοίπου του κατά €4.200.000,00.- περίπου. Επαναλαμβάνω δε αυτά έγιναν χωρίς να υπάρξει επιστροφή οιασδήποτε επιταγής. Ο λογαριασμός συνεπώς όπως προκύπτει με βάση αυτά λειτουργούσε κατά τον ίδιο τρόπο όπως και πριν την 10η/07/
- (β) Εν συνεχεία δε των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω, αναφέρω περαιτέρω πως το Δικαστήριο δεν έχει επίσης εικόνα ούτε για το τι είναι αυτό που άλλαξε ξαφνικά μέσα Δεκεμβρίου του 2012 οπότε ξεκίνησαν να επιστρέφονται επιταγές και ο λογαριασμός μπήκε στο ΚΑΠ, με δεδομένο μάλιστα ότι το χρεωστικό υπόλοιπο κυμαινόταν όπως και την αμέσως προηγούμενη περίοδο, ή για το ποιος και κάτω από ποιες συνθήκες στην τράπεζα έλαβε την απόφαση να αρχίσει να επιστρέφει τις επιταγές και αν γνώριζε ο κατηγορούμενος 2 την απόφαση αυτή και από πότε. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο δεν γνωρίζει ούτε τι έγινε εν σχέση με την υλοποίηση των ειδικών όρων του τεκμ.14 (βλ.σελ.9). Γενικότερα το Δικαστήριο δεν έχει καμία εικόνα για το τι ακριβώς ίσχυε εν σχέση με τον επίδικο λογαριασμό μετά τις 10/07/12 και μέχρι την παγοποίηση του στις 10/12/
- Παρεμβάλλω εδώ ότι το πρόσωπο που προφανώς γνώριζε τι ακριβώς συνέβη και τι ίσχυε την αναφερόμενη περίοδο, ήταν το άτομο που χειριζόταν τον λογαριασμό των κατηγορούμενων 1 και το οποίο κατονομάστηκε από τον ΜΚ2 δηλαδή ο Γιάννος Καλλή. Το πρόσωπο όμως αυτό δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο από πλευράς κατηγορούσας αρχής για να καταθέσει. Ήταν βεβαίως δικαίωμα της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει την υπόθεση της όπως επιθυμούσε και να καλέσει τους μάρτυρες που επιθυμούσε, πλην όμως η μη παρουσία ενώπιον του Δικαστηρίου του εν λόγω προσώπου κρίνω πως αναμφίβολα άφησε σοβαρό κενό στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. (γ) Περαιτέρω οι κατηγορούμενοι 1 ήταν μια δημόσια εταιρεία, με τζίρο εκατομμυρίων ευρώ ετησίως, με πολύ μεγάλης αξίας περιουσιακά στοιχεία και ο επίδικος λογαριασμός κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών φαίνεται να λειτουργούσε κανονικά χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα και χωρίς να υπάρχουν επιστρεφόμενες επιταγές, πλην των 9 συνολικά επιταγών που αναφέρθηκαν σε άλλα σημεία ανωτέρω για τις οποίες όμως επαναλαμβάνεται δεν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία. Δεν έχουν διαφύγει βέβαια του Δικαστηρίου τα οικονομικά προβλήματα της εταιρείας την αμέσως πριν την έκδοση των επιταγών περίοδο, όπως προκύπτουν από οικονομικές καταστάσεις και πρακτικά συνεδριάσεων που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, τα οποία βεβαίως γνώριζε ο κατηγορούμενος 2, πλην όμως με δεδομένα όσα αναφέρονται πιο πάνω και τα μέτρα που σύμφωνα με τα έγγραφα αυτά λάμβανε η εταιρεία προς αντιμετώπιση της κατάστασης, σε συνάρτηση με όσα αναφέρθηκαν για τον επίδικο λογαριασμό, δεν μπορεί να υπάρξει οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα του Δικαστηρίου περί ύπαρξης γνώσης του κατηγορούμενου 2 ότι οι επιταγές θα επιστρέφονταν κατά την παρουσίασης τους για πληρωμή ή έστω η επιστροφή τους να υπήρχε στο μυαλό του σαν μια σοβαρή πιθανότητα. Υπενθυμίζεται ξανά ότι άλλη επιταγή των παραπονούμενων μέχρι και την έκδοση της τελευταίας εκ των επίδικων επιταγών δηλαδή του τεκμ.7 στις 13/11/12 δεν είχε επιστραφεί ποτέ προηγουμένως. (δ) Εν κατακλείδι με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνω πως δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου πως ο κατηγορούμενος 2 κατά την έκδοση των επιταγών γνώριζε πως οι επιταγές κατά τις ημερομηνίες που θα κατατίθεντο για πληρωμή δηλαδή 3 μήνες περίπου μετά η επιταγή τεκμ.4 και 1,5 περίπου μήνα μετά η επιταγή τεκμ.7, δεν θα εξαργυρώνονταν. Δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε τέτοια στοιχεία ενώπιον του με βάση τα οποία θα μπορούσε να προβλέψει ότι οι επιταγές δεν θα πληρώνονταν τελικά. Τα μαρτυρικά στοιχεία που ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν διάσπαρτα και ως τέτοια κρίνονται μη ικανά να αποδείξουν το ζητούμενο. (ε) Σε κάθε περίπτωση κλείνοντας το θέμα αυτό επαναλαμβάνω ότι με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτουν σοβαρές αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου για το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ή θα μπορούσε να προβλέψει ότι οι επιταγές κατά την παρουσίαση τους θα επιστρέφονταν. Β. Κατηγορίες 5 και 7 για απάτη κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 300 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 ως τροποποιήθηκε (οι λεπτομέρειες των αδικημάτων έχουν παρατεθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω). Υιοθετώντας το σκεπτικό πιο πάνω με βάση το οποίο απορρίφθηκαν οι ίδιες κατηγορίες 5 & 7 εναντίον των κατηγορούμενων 1, οι κατηγορίες απορρίπτονται και εναντίον του κατηγορούμενου
- Γ. Κατηγορίες 6 και 8 για την απόσπαση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (οι λεπτομέρειες των αδικημάτων έχουν παρατεθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω). Υιοθετώντας το σκεπτικό πιο πάνω με βάση το οποίο απορρίφθηκαν οι ίδιες κατηγορίες 6 & 8 εναντίον των κατηγορούμενων 1, οι κατηγορίες απορρίπτονται και εναντίον του κατηγορούμενου
- Πριν ολοκληρώσω να αναφέρω εδώ τα εξής εν σχέση με σχετική θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων της κατηγορούσας αρχής στη γραπτή τους αγόρευση περί απόδειξης πρόθεσης του κατηγορούμενου 2 ένεκα εθελοτυφλίας. Κατ' αρχήν να σημειωθεί ότι και η εθελοτυφλία καταδεικνύει γνώση και είναι ποινικά κολάσιμη. Στην υπόθεση Henry Hudfield v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414 στη σελίδα 428 παραπέμπει στο απόσπασμα από το Criminal Law Review, 1989, σελίδα 212, το οποίο αναφέρει, υπό μορφή σχολίου, τι αποτελεί εθελοτυφλία η οποία συνιστά γνώση: "A requirement of knowledge is sometimes held to be satisfied by proof of a "willful blindness" as where "the defendant had deliberately shut his eyes to the obvious or refrained from inquiring because he suspected the truth but did not want to have his suspicion confirmed". Westminster City Council v. Croyalgrange
(1986)2 All E.R. 353 at p.359 (H.L.)" Σε ελεύθερη μετάφραση: «Μερικές φορές θεωρείται ότι υπάρχει το στοιχείο της γνώσης με την απόδειξη εθελοτυφλίας όπου π.χ. ο κατηγορούμενος εσκεμμένα έκλεισε τα μάτια του στο φανερό (αγνόησε το φανερό) ή δεν προέβη σε διερεύνηση καθότι υποψιάστηκε την αλήθεια αλλά δεν επιθυμούσε να επιβεβαιωθούν οι υποψίες του.» Στο ίδιο απόσπασμα πιο πάνω γίνεται αναφορά στην υπόθεση Safiullah v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 472, όπου ακριβώς αποφασίστηκε ότι η εθελοτυφλία είναι ικανή να αποδώσει γνώση. Με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης όμως και έχοντας υπόψη την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, κρίνω ότι δεν έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία οιεσδήποτε υποψίες του κατηγορούμενου 2 που να ισοδυναμούν με τόσο σοβαρή υποψία περί επιστροφής των επιταγών κατά τις ημερομηνίες που τέθηκαν σαν ημερομηνίες πληρωμής και στην οποία υποψία ηθελημένα έκλεισε τα μάτια και δεν ρώτησε ή διερεύνησε οτιδήποτε περαιτέρω για να μην επιβεβαιώσει τις υποψίες του. Αντίθετα τα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύουν ότι ο λογαριασμός κατά την έκδοση των επιταγών αν και με χρεωστικό υπόλοιπο λειτουργούσε κανονικά, γίνονταν πιστώσεις μεγάλων ποσών και οι επιταγές που κατατίθεντο πληρώνονταν κανονικά, με βάση προφανώς διευθέτηση μεταξύ της τράπεζας και των κατηγορουμένων 1, και δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο να δημιουργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επιταγών οιεσδήποτε υποψίες ως ανωτέρω αναφέρεται. Δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία για παράδειγμα περί ειδοποίησης των κατηγορουμένων 1 και του κατηγορούμενου 2 ότι η διευθέτηση που είχε συμφωνηθεί για πληρωμή επιταγών τερματίζεται πριν την έκδοση των επίδικων επιταγών ή υπό συγκεκριμένες προυποθέσεις πριν την έκδοση των επιταγών, οι οποίες προυποθέσεις να μην τηρήθηκαν, οπότε το αποτέλεσμα της κατάθεσης τους για πληρωμή θα ήταν κατά κάποιο τρόπο αναμενόμενο. Η γνώση του υπολοίπου του λογαριασμού ή των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η εταιρεία αναφέρεται εδώ δεν μπορούν να συνεπάγονται από μόνα τους τέτοια υποψία, όταν επαναλαμβάνω ο λογαριασμός λειτουργούσε με τον τρόπο που έχει αναφερθεί πιο πάνω και δεν υπήρχε οτιδήποτε κατά την έκδοση των επιταγών που να έδειχνε ότι τα πράγματα θα διαφοροποιούνταν. Επί τούτου να αναφέρω με σεβασμό ότι κατά την κρίση μου η κατηγορούσα αρχή άφησε ένα κενό στη μαρτυρία της. Σε κάθε περίπτωση αναφέρεται επίσης εδώ ότι όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της κατηγορούσας αρχής αναφέρουν προς υποστήριξη του στοιχείου αυτού θεωρώ πως δεν αποδεικνύουν το ζητούμενο. Επίσης κρίνω εδώ σκόπιμο να σχολιάσω κλείνοντας κάποιες εκ των εισηγήσεων των συνηγόρων της κατηγορούσας αρχής όπως προκύπτουν μέσα από την γραπτή τους αγόρευση. (α) Όπως προκύπτει από την αγόρευση των συνηγόρων της κατηγορούσας αρχής αποδίδεται πολύ μεγάλη σημασία και έμφαση στη συνεδρία των κατηγορούμενων 1 ημερ. 23/02/12 (τεκμ.27). Προκύπτει αναφέρεται η ανησυχία της επιτροπής ελέγχου για την έλλειψη ρευστότητας, ως επίσης η ανησυχία του κατηγορούμενου 2 για τα αρνητικά αποτελέσματα. Με αυτά καταδεικνύεται η απαιτούμενη γνώση περί μη τίμησης των επιταγών και όχι μόνον. Το Δικαστήριο όμως θεωρεί πως υπό τις περιστάσεις η αναφερόμενη συνεδρία δεν έχει ουσιαστική σημασία για την υπόθεση μας και δεν μπορεί να υπάρξει σύνδεση της με τις επίδικες επιταγές. Οι επίδικες επιταγές δεν εκδόθηκαν χρονικά πλησίον της συνεδρίας αυτής και επιστράφηκαν αμέσως μετά, ως αποτέλεσμα προβλημάτων που ακολούθησαν στην εταιρεία και αδυναμίας τίμησης των επιταγών. Η συνεδρία έλαβε χώρα πριν καν ανοίξει ο επίδικος λογαριασμός τον Μάρτιο του 2012, μήνες πριν εκδοθούν οι επίδικες επιταγές, ενώ μετά το άνοιγμα του ο λογαριασμός είχε την πορεία που αναφέρθηκε σε άλλα σημεία πιο πάνω μέχρι και τα μέσα Νοεμβρίου του 2012 με την πληρωμή εκατοντάδων επιταγών εκατομμυρίων ευρώ. Επίσης δεν πρέπει να διαφεύγει ότι μέχρι και την έκδοση της τελευταίας εκ των επίδικων επιταγών στις 13/11/12 δεν επιστράφηκε ποτέ προηγουμένως άλλη επιταγή των κατηγορούμενων 1, ούτε και ότι μετά την αναφερθείσα συνεδρία υπεγράφη με την τράπεζα η συμφωνία τεκμ.14 τον Μάιο του 2012 στην οποία έγινε αναφορά πιο πάνω. (β) Σε ότι αφορά την συνεδρία ημερ.25/04/12 τεκμ.28, ισχύουν σημειώνω τα ίδια με τη μόνη διαφοροποίηση ότι έλαβε χώρα μετά το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού. (γ) Με αυτά υπόψη έρχομαι στην επιστολή τεκμ.2 στην οποία επίσης δίδεται μεγάλη έμφαση. Η επιστολή αυτή εστάλη στις 20/03/12 (όπως ήταν παραδεκτό από τις δύο πλευρές παρά την αναφορά σε αυτήν της ημερ.22/03/12). Θεωρεί η κατηγορούσα αρχή ότι η αναφορά σε αυτήν για τη σιγουριά ότι με δεδομένη τη συνεχή στήριξη των τραπεζών η συνεργασία θα βελτιωθεί, σε συνδυασμό με το ότι αυτό δεν συνέβαινε, οδήγησε στην μη τίμηση των επιταγών (σελ.16 γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων της κατηγορούσας αρχής). Δεν χρειάζεται αναφέρω να λεχθούν πολλά και θα αναφέρω απλά ότι το Δικαστήριο διαφωνεί με την εισήγηση αυτή. Και αυτό γιατί ακριβώς μέχρι και τον Νοέμβριο του 2012 οι τράπεζες αλλά και πιο συγκεκριμένα η τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν οι επιταγές όντως στήριζε την εταιρεία. Επαναλαμβάνεται δε ότι οι επιταγές της πληρώνονταν κανονικά ως ανωτέρω αναφέρθηκε και καμία επιταγή των παραπονούμενων δεν επιστράφηκε μέχρι και την έκδοση της επιταγής τεκμ.7 στις 13/11/12. Εν πάση περιπτώσει τι ακριβώς έγινε και σταμάτησε η στήριξη αυτή αφορά την περίοδο για την οποία υπάρχει «σκοτάδι» στο Δικαστήριο όπως αναφέρθηκε σε άλλα σημεία πιο πάνω. (δ) Αποτελεί επίσης εισήγηση ότι εφόσον το Δικαστήριο έχει καλέσει τους κατηγορούμενους σε απολογία και με δεδομένη την μη προσκόμιση οιασδήποτε μαρτυρίας από μέρους τους, τα αδικήματα των επιταγών έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας (σελ.19 γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων της κατηγορούσας αρχής). Γίνεται δε αναφορά προς υποστήριξη της εισήγησης αυτής στην υπόθεση NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD v. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ποιν.Εφ.18/12, 16/04/14. Θα αρκεστώ να αναφέρω εδώ ότι η εισήγηση ως έχει και με δεδομένο το αυστηρό βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή σε ποινικές υποθέσεις δεν είναι αποδεκτή. Στο τελικό στάδιο της δίκης όπου το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει ενώπιον του σαφώς και μπορεί να καταλήξει σε αθώωση ενός κατηγορούμενου, ανεξάρτητα αν αυτός παρουσίασε ή όχι μαρτυρία, παρόλο που προηγουμένως έχοντας εξετάσει αντικειμενικά μόνον την μαρτυρία βρήκε πως υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση όμως αναφέρω ότι η υπόθεση NIKIFOROS TECHNOLOGIES ανωτέρω και τα όσα εκεί αναφέρθηκαν δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής εδώ. Στην υπόθεση εκείνη το Εφετείο διαπίστωσε ότι με βάση τα παραδεκτά γεγονότα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία (αρ.305Α
(2)του Κεφ.154) αποδείχθηκαν και πως το βάρος πλέον είχε μετατεθεί στον εφεσίβλητο για να δείξει το εύλογο της αιτίας ανάκλησης. Με δεδομένο αυτό το Εφετείο αποφάσισε περαιτέρω ότι χωρίς τη μαρτυρία του εφεσίβλητου η κατάσταση στο τέλος της δίκης παρέμενε η ίδια. Ο εφεσίβλητος είχε δηλαδή το βάρος να αποδείξει την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας ανάκλησης και δεν παρουσίασε μαρτυρία για να το αποσείσει. Εδώ όμως οι κατηγορούμενοι δεν είχαν το βάρος να αποδείξουν οτιδήποτε και δεν μετατέθηκε στους ώμους τους το βάρος για να αποδείξουν οτιδήποτε. Αντίθετα η κατηγορούσα αρχή είχε υποχρέωση να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετώπιζαν οι κατηγορούμενοι. Το έπραξε ή δεν το έπραξε ανάλογα ως ανωτέρω αναφέρθηκε. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 1 και 3 εναντίον των κατηγορούμενων 1, αλλά απέτυχε να το πράξει εν σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες που αφορούν τους κατηγορούμενους 1 και εις όλες τις κατηγορίες που αφορούν τον κατηγορούμενο
- Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 1 κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες 1 και 3 και αθωώνονται στις κατηγορίες 5, 6, 7 και
- Ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται εις όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει δηλαδή στις κατηγορίες 2, 4, 5, 6, 7 και
- Αναφορικά με το θέμα εξόδων, σε ότι αφορά τους κατηγορούμενους 1 με δεδομένο το αποτέλεσμα και ότι σε κάποιες κατηγορίες βρέθηκαν ένοχοι ενώ σε κάποιες άλλες αθωώθηκαν, θεωρώ ότι είναι ορθό οι κατηγορούμενοι 1 να επιβαρυνθούν τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μειωμένα όμως κατά το ήμισυ και ανάλογη διαταγή εκδίδεται. Σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 2 τα έξοδα θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζονται υπέρ του και εναντίον των παραπονούμενων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Μ.Παπαθανασίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Τελική Απόφαση / Έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα / Συνδρομή στην έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα / Απάτη / Εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις / Άρθρα 20, 21, 297, 298, 300 και 305Α
(1)Κεφ.154. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο