Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσου ν. Νεόφυτου Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 18812/12, 27/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B124 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18812/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσου Εναντίον Νεόφυτου Χαραλάμπους Κατηγορούμενου ---------------------------- Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κ. Χ"Κωνσταντίνου Για τον Κατηγορούμενο: κα Σώτου για κ. Νικολαϊδη και Στυλιανού ΔΕΠΕ Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες: 1. Αμελής οδήγηση, κατά παράβαση των Άρθρων 8, 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87 και 80
(1)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 2α Φεβρουαρίου 2011, στον δρόμο Λεμεσού-Πλατρών παρά την Παλώδια της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής RJ230, δεν κατέβαλλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε τροχαίο δυστύχημα.
- Παράβαση σήματος τροχαίας, κατά παράβαση των Καν. 58
(2)(δ) και 72, των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και Άρθρο 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και Νόμος 166/87, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 2α Φεβρουαρίου 2011, στον δρόμο Λεμεσού-Πλατρών παρά την Παλώδια της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής RJ 230, παρέλειψε να συμμορφωθεί με σήμα τροχαίας που τοποθετήθηκε από την Αρμόδια Αρχή, δηλαδή σήμα Άλτ. 5. Μεταφορά προεξέχοντος φορτίου, κατά παράβαση των Καν. 50
(16)(α) και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και Άρθρο 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86 του 1972, Νόμος 166/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 2α Φεβρουαρίου 2011, στον δρόμο Λεμεσού-Πλατρών παρά την Παλώδια της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής RJ 230, μετέφερε φορτίο το οποίο προεξείχε πέραν του συνολικού μήκους του οχήματος. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου παρουσίασε τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας τον Α/ΑΣΤ.1611 Μ. Χρυσάνθου και τον ΑΣΤ.2738 Μ. Ματθαίου καθώς και τους οδηγούς των δύο μοτοσυκλέττων Πανίκο Βασιλείου και τον Μιχάλη Χριστοφόρου ενώ κατάθεσε αριθμό τεκμηρίων. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του επέλεξε να ασκήσει τοδικαίωμα της σιωπής. Η μαρτυρία όλων των μαρτύρων κατηγορίας βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά της υπόθεσης, δεν θα την επαναλάβω, θα αναφερθώ εκεί και όπου θεωρώ απαραίτητο για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης . Ως πρώτος μάρτυρας κατηγορίας προσήλθε στο δικαστήριο ο Α/ΑΣΤ.1611 Μ. Χρυσάνθου ο οποίος αναγνώρισε και υιοθέτησε τη γραπτή του κατάθεση, η οποία κατατέθηκε στο δικαστήριο ως τεκμήριο
- Ακολούθως αναγνώρισε την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου την οποία ο ίδιος έλαβε και η οποία κατατέθηκε στο δικαστήριο ως τεκμήριο
- Ο Μ.Κ.1 μου δημιούργησε την εντύπωση ειλικρινούς προσώπου και αστυνομικού που εκτελεί με αντικειμενικότητα τα καθήκοντα του και ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της η οποία θεωρώ ότι είναι τυπική. Ως δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας προσήλθε ο ΑΣΤ.2738 . Ματθαίου ο οποίος είναι και ο εξεταστής της υπόθεσης. Ο ΜΚ2 αφού αναγνώρισε την κατάθεση του την υιοθέτησε και την κατάθεσε στο δικαστήριο ως τεκμήριο
- Ο μάρτυρας στη συνέχεια αναγνώρισε τόσο το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος που ο ίδιος ετοίμασε και το οποίο κατατέθηκε στο δικαστήριο ως τεκμήριο 4 αλλά και το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος που ετοίμασε βάσει του προχείρου και το κατέθεσε ως τεκμήριο
- Ο ΜΚ2 στην συνέχεια αναγνώρισε δέσμη φωτογραφιών αποτελούμενη από 27 φωτογραφίες της σκηνής του δυστυχήματος τις οποίες έβγαλε ο ίδιος και οι οποίες κατατέθηκαν στο δικαστήριο ως τεκμήριο
- Τέλος ο ΜΚ2 αναγνώρισε τη γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου η οποία επίσης κατατέθηκε στο δικαστήριο ως τεκμήριο. Κατά την κυρίως εξέταση, ο ΜΚ2 ερωτήθηκε για τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν τον επίδικο χρόνο δηλ. την ημέρα αλλά και την ώρα που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Ήταν η θέση του ότι ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό, λέχθηκε δε από τον ίδιο, ότι η ορατότητα ήταν επίσης αρκετή και δεν υπήρχαν οποιαδήποτε εμπόδια, στοιχείο που φαίνεται από τη φωτογραφία με αρ. 25 του τεκμηρίου
- Σε ερώτηση της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με την τροχαία κίνηση, ο ΜΚ2 απάντησε ότι δεν υπήρχε καθόλου κίνηση και ότι μόνο τα τρία εμπλεκόμενα οχήματα βρίσκονταν στον δρόμο Λεμεσού-Πλατρών. Σε μετέπειτα ερώτηση της κατηγορούσας αρχής σχετικά με το όριο ταχύτητας στο δρόμο που απεικονίζεται στο σχεδιαγράφημα που ετοίμασε ο ίδιος, απάντησε ότι για τα οχήματα που χρησιμοποιούν τον δρόμο Λεμεσού-Πλατρών πριν τη συμβολή με τον δρόμο που οδηγεί στην Παλώδια, υπάρχει εμφανές σήμα 65km. Ανέφερε επίσης, ότι παρών στη σκηνή του δυστυχήματος, όταν ο ίδιος έφτασε στο μέρος ήταν ο κατηγορούμενος τον οποίο και αναγνώρισε στο δικαστήριο. Η κατηγορούσα αρχή κάλεσε τον ΜΚ2 να εξηγήσει τις φωτογραφίες 25-27 από το τεκμήριο
- Ο μάρτυρας συγκεκριμένα εξήγησε στο δικαστήριο ότι η φωτογραφία 25 δείχνει την ορατότητα και την πορεία των δύο μοτοσυκλετών όπως αυτές κατευθύνονται προς Λεμεσό, η φωτογραφία 26 δείχνει την πορεία οχημάτων προς τις Πλάτρες ενώ η φωτογραφία 27 δείχνει την ορατότητα των οδηγών που βρίσκονται στο ΑΛΤ της συμβολής, ερχόμενοι από Παλώδια προς τον δρόμο Λεμεσού-Πλατρών. Εξήγησε δε ο μάρτυρας στη συνέχεια τις φωτογραφίες με τις δύο κατευθύνσεις και τις τελικές θέσεις των οχημάτων. Σε ερώτηση της κατηγορούσας αρχής με βάση το σχεδιαγράφημα που ετοίμασε ο ίδιος ο μάρτυρας σε συνδυασμό με τη φωτογραφία 27 του τεκμηρίου 6 όπου ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο ΑΛΤ ποια ήταν η ορατότητα του κατηγορούμενου, αυτός ξεκαθάρισε ότι δεν είχε οτιδήποτε που να εμποδίζει την ορατότητα του. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να σταματήσει στην πορεία του και να ήταν σίγουρος με πάσα βεβαιότητα προτού εξέλθει από την έξοδο και εισέλθει στον κύριο δρόμο. Στο στάδιο της αντεξέτασης η υπεράσπιση κάλεσε τον ΜΚ2 να σχολιάσει από πού φαίνεται ότι η μοτοσυκλέτα ΚΚP187 αφού ανατράπηκε στο σημείο Χ κτύπησε στο όχημα του κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας απάντησε ότι στις φωτογραφίες 3 και 4 οι οποίες δείχνουν δύο μαυρίσματα τροχών, ίχνη τροχοπέδησης. Επίσης στη φωτογραφία 5 φαίνεται το σημείο όπου η μοτοσυκλέτα ανατράπηκε καθώς και το έντονο σκάψιμο επί της ασφάλτου. Επίσης υπάρχουν ίχνη πράσινης μπογιάς στην άσφαλτο, αφού το χρώμα της μιας μοτοσυκλέτας ήταν πράσινο. Συνεχίζοντας δε ο ΜΚ2 υποστήριξε τη θέση του σε σχέση πάντοτε με τις ζημιές που προκλήθηκαν στα ενεχόμενα οχήματα. Συνεχίζοντας, η υπεράσπιση ρώτησε τον ΜΚ2 εάν τα αναφερόμενα ίχνη τροχοπέδισης είναι αυτά των μοτοσυκλετών που ενεπλάκησαν στο επίδικο δυστύχημα και ο μάρτυρας απάντησε χαρακτηριστικά «μάλιστα, όσον αφορά την πράσινη μοτοσυκλέτα αυτά που ανάφερα προηγουμένως ενώ για τη μαύρη μοτοσυκλέτα υπήρχε ευθεία γραμμή τροχοπέδισης η οποία σταματούσε στο σημείο σύγκρουσης Χ
- Αυτά φαίνονται και στις φωτογραφίες 3 και 4 στο τεκμήριο
- Η υπεράσπιση υπέβαλε στον ΜΚ2 ότι τα ίχνη τροχοπέδησης δεν ήταν αυτά που τοποθέτησε στο σχεδιαγράφημα, αλλά αυτός απάντησε αυτολεξεί ότι «τα βρήκα στην άσφαλτο και φαίνονται καθαρά ότι καταλήγουν στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου». Σε άλλη υποβολή της υπεράσπισης ότι τα ίχνη τροχοπέδησης δεν ήταν 17m όπως ο ΜΚ2 τοποθέτησε στο σχεδιαγράφημα, ο μάρτυρας παρέμεινε στην αρχική του θέση. Η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση υπέβαλε στον ΜΚ2 ότι δεν υπήρχαν πινακίδες με την ένδειξη του ορίου ταχύτητας και αυτός απάντησε ότι υπήρχαν και εξήγησε ακριβώς που βρίσκονταν. Στην κατάθεση του ΜΚ2 η οποία κατατέθηκε στο δικαστήριο ως τεκμήριο 3 ο μάρτυρας αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε προεξέχον φορτίο ήτοι σιδερένια κάγκελα που προεξείχαν στο πίσω μέρος του οχήματος του 70m που ήταν πέραν του 10% του συνολικού μήκους του οχήματος του. Ο Μ.Κ.2 επίσης μου έκαμε άριστη εντύπωση. Ο μάρτυρας αυτός ετοίμασε τόσο το πρόχειρο όσο και το συμμετρικό σχεδιάγραμμα στη συνέχεια στο οποίο αποτυπώνονται οι συνθήκες ουσιαστικά της οδήγησης του κατηγορούμενου αλλά και των Μ.Κ.3 και
- Η Υπεράσπιση θέλησε να αμφισβητήσει τα ευρήματα του Μ.Κ.2 σε σχέση με την ετοιμασία του σχεδιαγραφήματος. Θεωρώ όμως ότι ακόμα και οι μικρές αντιφάσεις που υπέπεσε ο Μ.Κ.2 δεν ήταν τέτοιες ούτως ώστε να κλονίσουν την αξιοπιστία και να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην απόρριψη της μαρτυρίας του στο σύνολο της. Αποδέχομαι την μαρτυρλια του στο σύνολο της. Ως ΜΚ3 προσήλθε ο Πανίκος Βασιλείου ο οποίος είναι ένας εκ των δύο παραπονουμένων. Ο ΜΚ3 αφού αναγνώρισε, υιοθέτησε τη γραπτή του κατάθεση η οποία κατατέθηκε στο δικαστήριο ως τεκμήριο
- Σε ερώτηση της υπεράσπισης πόσο καιρό οδηγούσε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα αυτός απάντησε ότι την οδηγούσε 2 χρόνια και ότι ο ίδιος είναι αρκετά έμπειρος οδηγός. Επίσης ανέφερε ότι η ταχύτητα του ήταν περίπου 70 με 80km/h. Σε ερώτηση της υπεράσπισης στα πόσα μέτρα είδε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, αυτός απάντησε στα 50m. Η υπεράσπιση στην συνέχεια υπέβαλε στον ΜΚ3, ότι τα ίχνη τροχοπέδησης τα οποία τοποθετήθηκαν στο σχέδιο προκλήθηκαν λόγω της ιλιγγιώδους ταχύτητος του, αλλά αυτός απάντησε ότι τα ίχνη τροχοπέδησης προκλήθηκαν λόγω της στιγμιαίας εξόδου του κατηγορούμενου από τη συμβολή κάτι που δεν επέτρεπε ούτε στον ίδιο αλλά ούτε και στον ΜΚ4 να προλάβουν να ελαττώσουν ταχύτητα. Αυτό αξίζει να σημειωθεί επιβεβαιώνεται και από την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου ο οποίος υποστηρίζει ότι κοίταξε δεξιά και είδε σε απόσταση 100m να έρχονται προς το μέρος του δύο μοτοσυκλέτες και υπολόγισε ότι είχε περιθώριο να μπει στο δρόμο. Συνεχίζοντας αναφέρει ότι εκκίνησε με απότομη εκκίνηση και αφού μόλις εισήλθε το αυτοκίνητο στο δρόμο έγινε η σύγκρουση. Επίσης αναφέρει ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση ότι «την ώρα που τους είδα να έρχονται δεν υπήρχε κανένα άλλο αυτοκίνητο, απλά υπολόγιζα ότι μπορούσα να μπω». Η υπεράσπιση υπέβαλε στον ΜΚ3 ότι δεν πάτησε τα φρένα αλλά αυτός ήταν κάθετος στη θέση του, ότι δηλαδή έκανε χρήση των φρένων του κάτι που επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του ΜΚ4 αλλά και από την πραγματική μαρτυρία που κατατέθηκε ενώπιον μου και από τον ΜΚ2, τόσο από την κατάθεση του τεκμήριο 3 όσο και από το πρόχειρο και συμμετρικό σχεδιαγράφημα τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα όσο και από το βιβλιάριο φωτογραφιών τεκμήριο
- Σε άλλη ερώτηση της υπεράσπισης γιατί δεν χρησιμοποίησαν τον ελεύθερο χώρο διέλευσης, αυτός απάντησε ότι ο χρόνος αντίδρασης ήταν ελάχιστος. Ως ΜΚ4 προσήλθε στο δικαστήριο ο Μιχάλης Χριστοφόρου που είναι ο δεύτερος εκ των παραπονουμένων, ο οποίος με τη σειρά του αφού αναγνώρισε τη γραπτή του κατάθεση την υιοθέτησε και την κατέθεσε στο δικαστήριο ως τεκμήριο
- Σε ερώτηση της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με το πόσο καιρό έχει άδεια οδηγού της συγκεκριμένης μοτοσυκλέτας αυτός απάντησε 7-8 μήνες. Σε ερώτηση της υπεράσπισης στα πόσα μέτρα είδε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, αυτός απάντησε 50-70m και ότι η ταχύτητα του ήταν 55-60 χιλιόμετρα. Σε υποβολή της Κατηγορύσας Αρχής θέση ότι αν πράγματι η ταχύτητα ήταν αυτή τότε οι μοτοσυκλεττιστές θα μπορούσαν να ακινητοποιήσουν έγκαιρα τα οχήματα τους αυτός απάντησε: «δεν συμφωνώ, το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου δεν μπήκε στα 30m και να βγει από την άλλη, είχε φορτίο που έρρεμπε άλλα 2 μέτρα με αποτέλεσμα πάλε ήταν να σκοτωθούμε. Το διπλοκάμπινο σταμάτησε στην πορεία του στα 30 μέτρα όταν το είδαμε, υπολογίζαμε ότι θα πάρει την κανονική του λωρίδα, σταμάτησε στη δική μας και προσπαθήσαμε να σταματήσουμε. Το αυτοκίνητο ήταν φορτωμένο και δεν μπορούσαμε να κάμουμε τίποτε». Στη συνέχεια ο μάρτυρας ρωτήθηκε αν η ταχύτητα των 60km/h ήταν σταθερή και ο ΜΚ4 απάντησε θετικά: «60-55-60 χιλιόμετρα την ώρα». Η υπεράσπιση όταν ρώτησε τον ΜΚ4 εάν όταν είδε τον κατηγορούμενο στη συμβολή ελάττωσε ταχύτητα αυτός απάντησε: «Όπως πηγαίναμε μας άφησε και κοντέψαμε 15-20 μέτρα, δεν μπορείς να αντιδράσεις». Η υπεράσπιση επέμεινε και ρώτησε: «δηλαδή δεν ελαττώσατε»; Και απάντησε «Ελάττωσα αλλά όχι με σκοπό να σκοτωθώ μόνος μου». Σε υποβολή της υπεράσπισης ότι η ταχύτητα τους ήταν μεγαλύτερη, εξ' ου και η βίαιη σύγκρουση, αυτός διαφώνησε και δικαιολόγησε τη βίαιη σύγκρουση όπως την ονόμασε η υπεράσπιση, γιατί όταν ένα όχημα κινείται με 60 χιλιόμετρα, η σύγκρουση είναι βίαιη. Οι Μ.Κ.3 και 4 αναφέρω ότι γενικά μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση, κατέθεσαν στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως εξελίχθηκαν και όπως οι ίδιοι τα έχουν βιώσει κατά τον επίδικο χρόνο. Δεν θεωρώ ότι η μαρτυρία τους έχει κλονιστεί σε τέτοιο βαθμό που να με προβληματίσει κατά πόσο θα δεχθώ ή όχι την μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας 3 και
- Παρόλο που αυτοί οι δύο μάρτυρες έχουν αντεξεταστεί επί μακρόν και και κατά κόρον σε συγκεκριμένα θέματα και σημεία για να καταδειχθεί από την υπεράσπιση η οδηγική συμπεριφορά των ΜΚ 3 και 4 και ότι είναι αυτοί και η συμπεριφορά τους που προκάλεσαν το επίδικο δυστύχημα, εντούτοις η μαρτυρία τους δεν έχει κλονιστει. Δεν έχω διαπιστώσει ότι οι μάρτυρες έχουν υποπέσει σε αντιφάσεις πάνω σε πραγματικά γεγονότα όπως οι ίδιοι τα έχουν βιώσει και τα οποία προκύπτουν από την κατάθεση τους σε συνδυασμό με τη προφορική μαρτυρία τους μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να με οδηγήσουν στο ν' απορρίψω τη μαρτυρία τους και να μην μπορώ να στηριχθώ σ' αυτή. Μικροαντιφάσεις που διαπιστώθηκαν και από τους δύο μάρτυρες κατηγορίας ενώπιον του Δικαστηρίου δεν θεωρώ ότι ήταν τέτοιες που μπορεί να κλονίσουν την αξιοπιστία τους και να απορρίψω την μαρτυρία τους στο σύνολο της. Αποδέχομαι λοιπόν την μαρτυρία τους ως αξιόπιστη και αληθινή. Ευρήματα Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας και της πιο πάνω αξιολόγησης κρίνω ότι στις 2/2/11 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής RJ230 στην Παλώδια στη Λεμεσό και πρόθεση του ήταν να θα εξέλθει στον δρόμο Λεμεσού-Πλατρών. Την ίδια ώρα οι ΜΚ3 και 4 οδηγούσαν τα οχήματα τους στον δρόμο Πλατρών Λεμεσού με κατεύθυνση την Λεμεσό . Όταν λοιπόν ο κατηγορούμενος έκανε την κίνηση και ήδη είχε διανύσει απόσταση εντός του δρόμου Λεμεσού Πλατρών οι Μ.Κ.3 και 4 χρησιμοποίησαν τα φρένα των οχημάτων τους, όμως δεν μπόρεσαν να ακινητοποιήσουν τα οχήματα τους με αποτέλεσμα να συγκρουστούν με το όχημα στο κατηγορούμενου. Σύμφωνα δε με την κατάθεση του κατηγορούμενου η οποία κατατέθηκε στο δικαστήριο τεκμήριο 7, ο ίδιος αναφέρει ότι «εγώ κοίταξα αριστερά προς τον κύριο δρόμο και δεν έρχονταν αυτοκίνητα, κοίταξα δεξιά σε απόσταση περίπου 100 μέτρα όπου ο δρόμος ανηφορίζει προς τη Λεμεσό να έρχονται προς το μέρος μου δύο μοτοσικλέτες μεγάλου κυβισμού, οι οποίες ήταν η μια δίπλα στην άλλη. Εγώ βλέποντας τες υπολόγισα ότι είχα περιθώριο να μπω στον δρόμο αν και αυτές έρχονταν με υπερβολική ταχύτητα. Εκκίνησα με απότομη εκκίνηση και ερχόμενος εντός του δρόμου και αφού κάλυψα την πρώτη λωρίδα και μόλις εισήλθα τα μούτρα του αυτοκινήτου μου στην ενδιάμεση λωρίδα δεν πρόλαβα να κάμω τίποτε άλλο .». Σύμφωνα με τη μαρτυρία η οποία έχει προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπήρξε καμιά απολύτως μαρτυρία που να δείχνει ότι ο κατηγορούμενος δεν σταμάτησε στο σήμα αλτ της πορείας του. Ήταν η θέση του κατηγορούμενου η οποία προβάλλεται στην κατάθεση του και η οποία δεν αντικρούστηκε με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής ότι ο ίδιος σταμάτησε στο αλτ, είδε τις μοτοσικλέτες οι οποίες έρχονταν και έκρινε ότι θα μπορούσε να εισέλθει στον κύριο δρόμο με ασφάλεια και να προλάβει να ολοκληρώσει την ενέργεια του. Αυτή του η ενέργεια ήταν η γενεσιουργός αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος. Δεν υπήρξε όμως καμιά εξ αντιθέτου μαρτυρία που να δείχνει ότι ο κατηγορούμενος εντελώς εγωιστικά παραβίασε το σήμα αλτ που βρισκόταν στην πορεία του και εισήλθε στον κύριο δρόμο παραγνωρίζοντας εγωιστικά και πάλι την ασφάλεια των άλλων οδηγών Γεγονός, όπως έχω αναφέρει προηγουμένως, είναι ο τρόπος που προχώρησε να εισέλθει στον κύριο δρόμο Λεμεσού-Πλατρών ο κατηγορούμενος και αυτός θα πρέπει να ελεγχθεί αν ήταν λανθασμένος ή όχι. Νομική Πτυχή Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Το τι συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο. Το τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στη Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στη σελίδα 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια».[1] Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Οταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν, δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Κουμής ν. Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383). Ειδικότερα σε σχέση με οδηγούς που εισέρχονται σε κύριο δρόμο από πάροδο, όπως στην παρούσα περίπτωση, η γενική αρχή είναι ότι οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα για τη χρήση του δρόμου, η οποία πρέπει να γίνεται σεβαστή από τους οδηγούς που προσεγγίζουν τον κύριο δρόμο από πάροδο (βλ. Αριστοδήμου ν. Πέτρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 980). Ο οδηγός σε πάροδο έχει καθήκον να σταματήσει πριν εισέλθει στον κύριο δρόμο, αλλά και γενικά να βεβαιωθεί πως αυτή η είσοδός του είναι ασφαλής και δεν αποκόπτει την ελεύθερη πορεία οχημάτων, θέτοντας σε κίνδυνο οδηγούς στον κύριο δρόμο. Σχετική με την παρούσα υπόθεση είναι και η Constantinou ν.Katsouris
(1975)1 C.L.R. 188, σελ. 192, (η οποία υιοθετήθηκε στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 129/2007 ημερ. 10.12.2008), όπου το καθήκον αυτό της δέουσας παρατηρητικότητας λέχθηκε ότι είναι ιδιαίτερα βαρύ («especially heavy») όταν ένας οδηγός επιχειρεί στροφή δεξιά, αποκόπτοντας έτσι την πορεία άλλου οδηγού. Στην Αδαμής και άλλος v. Ηρακλέους
(1982)1 Α.Α.Δ. 746 τονίστηκε ότι το κατά πόσο είναι ασφαλής ή όχι η είσοδος κάποιου οχήματος από πάροδο σε κύριο δρόμο εξαρτάται από την τροχαία κίνηση πάνω στο δρόμο κατά το χρόνο της εισόδου. Αν η κίνηση είναι τέτοια ώστε να καθιστά την είσοδο επικίνδυνη, ο οδηγός του οχήματος οφείλει να μην εισέλθει στον κύριο δρόμο μέχρις ότου η είσοδός του να μπορεί να γίνει με την αναγκαία ασφάλεια. Κατά πόσο η είσοδος είναι ή δεν είναι λογικά ασφαλής στη δεδομένη περίπτωση, είναι θέμα πραγματικό που θα αποφασιστεί υπό το φως των περιστάσεων της κάθε περίπτωσης χωριστά. Σημειώνω ότι στην παρούσα περίπτωση, η Κατηγορουμένη επιχειρούσε να εισέλθει σε πολυσύχναστη εμπορική οδό της Λεμεσού γύρω στο μεσημέρι όταν η τροχαία κίνηση αναμένεται, κατά γενική ομολογία και με βάση την κοινή λογική και εμπειρία, να είναι αρκετά αυξημένη. Η κα Σώτου στην εμπεριστατωμένη τελική της αγόρευση αναφέρθηκε στη Νομολογία και ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε όλες εκείνες τις αναγκαίες προφυλάξεις για την ασφαλή έξοδο οτυ από το αλτ και είσοδο του στον κύριο δρόμο. Εν τούτοις, το Αγγλικό Εφετείο, στη μεταγενέστερη απόφαση Worsfold v. Howe [1980] 1 All E.R. 1028, ομόφωνα αποφάσισε ότι η πιο πάνω απόφαση δεν διαμόρφωσε αρχή που να καθορίζει ότι ο οδηγός δικαιούται να εισέλθει στα τυφλά, έστω και πάρα πολύ σιγά («by inching») από πάροδο σε κύριο δρόμο πέραν της ακτίνας ορατότητάς του· ούτε υπάρχει αρχή σύμφωνα με την οποία αν ο οδηγός αυτός προχωρήσει μέσα στον κύριο δρόμο σιγά και προσεκτικά, ικανοποιείται το καθήκον που έχει έναντι εκείνων που χρησιμοποιούν τον κύριο δρόμο. Η κάθε περίπτωση εξετάζεται υπό το πλέγμα των συνθηκών και περιστατικών της. Η προσέγγιση αυτή υιοθετήθηκε από το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο, στην Παύλου ν. Σάββα κ.α.
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 797, στην οποία ο εφεσίβλητος, εισερχόμενος από πάροδο, προχωρούσε αργά για να μπει στον κύριο δρόμο εφόσον η ορατότητα στα δεξιά του εμποδιζόταν από ένα βαν, και σταμάτησε σε δύο περιπτώσεις για να ελέγξει το δρόμο στα δεξιά, στη δεύτερη δε περίπτωση που ήταν σταματημένος κτυπήθηκε από το όχημα του εναγόμενου 2- εφεσείοντα το οποίο εκινείτο στον κύριο δρόμο. Το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία ο εφεσίβλητος-οδηγός από την πάροδο- απαλλάχθηκε ευθύνης για το δυστύχημα, λέγοντας τα εξής, τα οποία θεωρώ ότι ισχύουν κατ'αναλογία και στην παρούσα περίπτωση: «Αν ο εφεσίβλητος λάμβανε υπόψη του το πολυσύχναστο του κυρίου δρόμου και την τροχαία κίνηση πάνω σ' αυτόν κατά το χρόνο της σύγκρουσης, θα έπρεπε να είχε προβλέψει ότι το να προχωρήσει το αυτοκίνητό του στα τυφλά, κάθετα μέσα στον κύριο δρόμο, σε σημείο πέραν του σταματημένου βαν εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για τους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν τον κύριο δρόμο, ιδιαίτερα για εκείνους που ακολουθούσαν την κατεύθυνση του εφεσείοντα. Ο εφεσίβλητος θα μπορούσε να είχε δώσει, είτε με το κλάξον είτε με κάποιο άλλο τρόπο, προειδοποίηση για την πρόθεσή του να εισέλθει στον κύριο δρόμο, μειώνοντας έτσι τους κινδύνους σύγκρουσης με οχήματα που είχαν προτεραιότητα στη χρήση του κυρίου δρόμου αλλά, όπως φαίνεται από τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έκαμε οτιδήποτε προς αυτή την κατεύθυνση.» [2] Στην πιο πάνω υπόθεση, παρά το ότι ο οδηγός εισερχόταν στον κύριο δρόμο από πάροδο σπιθαμή προς σπιθαμή και σταμάτησε δύο φορές για να ελέγξει το δρόμο προς τα δεξιά, βρέθηκε συνυπεύθυνος για το δυστύχημα κατά 50%. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές και υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων, είναι σαφές ότι ο Κατηγορούμενος δεν εκπλήρωσε δεόντως το καθήκον που τον βάρυνε έναντι εκείνων που χρησιμοποιούσαν τον κύριο δρόμο. Παρά το ότι είχε επαρκή ορατότητα προς τα δεξιά εισήλθε μέσα στον κύριο δρόμο θεωρώντας ότι θα προλάβαινε να ολοκληρώσει την ενέργεια του και παρόλο που ο ίδιος είδε τους 2 οδηγούς μοτοσικλετών να οδηγούν επί του κυρίου δρόμου, καλύπτοντας σχεδόν ολόκληρη τη λωρίδα κυκλοφορίας του κύριου δρόμου. Όταν μέρος του αυτοκινήτου πέρασε και εισήλθε εντός του κυρίου δρόμου, οι οδηγοί των 2 μοτοσικλετιστών ΜΚ3 και ΜΚ4 εκινούντο, η απόσταση που τους χώριζε ήταν πολύ μικρή, με αποτέλεσμα οι οδηγοί των μοτοσικλετιστών στην προσπάθεια τους να αποφύγουν τη σύγκρουση, να συγκρουστούν με το όχημα του κατηγορούμενου. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε στον κύριο δρόμο αφού έκανε αλτ δηλαδή προφανώς με χαμηλή ταχύτητα, ο Κατηγορούμενος είχε την ορατότητα και ο ίδιος είδε τις 2 μοτοσικλέτες να οδηγούνται στον κύριο δρόμο και εντούτοις επέλεξε να εισέλθει εντός του κυρίου δρόμου με την εντύπωση ότι θα μπροούσε να προλάβει να ολοκληρώσει την ενέργεια του και να εισέλθει στο δεξιότερο μέρος του δρόμου. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την Μενοίκου ν. Μαραθεύτη
(1992)1Α Α.Α.Δ. 615 στην οποία ο εφεσείοντας οδηγούσε στην οδό Λαρίσσης με πρόθεση να στρίψει αριστερά για να εισέλθει σε λεωφόρο: «Η αμέλεια του εφεσείοντος συνίστατο στο γεγονός πως ο τρόπος που προχώρησε να στρίψει αριστερά στη λεωφόρο ήταν λανθασμένος. Αν οδηγούσε στο κέντρο της Λαρίσσης θα είχε καλύτερη ορατότητα προς στη λεωφόρο. Εφόσον η γωνία ήταν τυφλή η είσοδος του μέσα στη λεωφόρο θα έπρεπε να γίνει με περισσότερη προσοχή.» Παρομοίως όπως λέχθηκε στην υπόθεση Pantelides ν. Murphy οδηγός ο οποίος οδηγούσε από πάροδο όφειλε να εισέλθει σπιθαμή προς σπιθαμή και να σταματήσει μόνο με την άκρη του μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου της να φαίνεται στον κύριο δρόμο. Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, ναι μεν σταμάτησε στο σημείο αλτ της πορείας του, όμως εισήλθε στη συνέχεια με αποτέλεσμα ν' αποκόψει την ελεύθερη πορεία των ΜΚ3, 4. Δεν άφησε σχεδόν καθόλου περιθώριο στους οδηγούς των μοτοσικλετών να συνεχίσουν την ευθεία πορεία τους αφού, όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου με μαρτυρία του Μ.Κ.2, αλλά και από τις φωτογραφίες που έχουν κατατεθεί σαν Τεκμήριο 6 ενώπιον μου, το όχημα του Κατηγορούμενου είχε προεξέχον φορτίο και άρα οι μοτοσικλέτες δεν είχαν καν το περιθώριο να αντιδράσουν και να εισέλθουν σε άλλο σημείο μέσα στον ίδιο δρόμο. Η παρούσα υπόθεση θα πρέπει να πω ότι διαφοροποιείται από την υπόθεση Ζίκκου ν. Αστυνομίας διότι ακριβώς σ' εκείνη την υπόθεση η εφεσείουσα έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα κατά την έξοδο της από την πάροδο στον κύριο δρόμο και κάθε πήρε κάθε μέτρο προς προστασία άλλων διακινουμένων στον δρόμο οδηγών. Κρίνω λοιπόν ότι η έξοδος του κατηγορούμενου στον κύριο δρόμο όπως την έχω αναφέρει πιο πάνω αναλυτικά ήταν η γενεσιουργός αιτία της πρόκλησης του δυστυχήματος. Σύμφωνα με την υπόθεση Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 378, όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια Νικολαΐδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Από ένα συνετό και λογικό οδηγό αναμένεται ότι αφού είναι σε θέση να αντιληφθεί τον κίνδυνο, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αναφέρει ο ίδιος στις τελευταίες γραμμές της κατάθεσης του, τεκμήριο 7 όφειλε να λάβει όλα τα απαραίτητα εύλογα μέτρα για να αποφύγει τον κίνδυνο. Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις. Παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου είναι τέτοια από την οποία προκύπτει το συμπέρασμα ότι αυτή ήταν αμελής, αφού δεν σταμάτησε στο σήμα ΑΛΤ της πορείας του, ή εάν ακόμα γίνει αποδεκτό από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής ότι σταμάτησε στο ΑΛΤ και έλεγξε τον δρόμο, ο έλεγχος αυτός δεν ήταν επαρκής ή να μην σταμάτησε και απλά να ελάττωσε ταχύτητα. Ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αστυνομία ν. Άντρη Μιχαήλ, δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση η ύπαρξη ή η νομιμότητα της τοποθέτησης της πινακίδας «Stop». Επομένως, επενεργεί στην παρούσα υπόθεση το τεκμήριο της κανονικότητας omnia praesumuntur rite esse acta (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ντίνου Φλωρίδη, Ποιν. Εφ. Αρ. 6496, 26.2.1999). Σύμφωνα με το σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences 14th Ed. Σελ. 363 η απαίτηση του σήματος «Stop» είναι ότι όλα τα οχήματα θα σταματούν πριν περάσουν τη γραμμή ή εάν η γραμμή δεν είναι καθαρά εμφανής, πριν εισέλθουν στον κύριο δρόμο, το δε αδίκημα συντελείται αν οποιοδήποτε μέρος του οχήματος σταματήσει πάνω ή πέρα από τη γραμμή ή εισέρχεται στον κύριο δρόμο (Βλ. Ryan v. Smith
(1967)1 ALL ER 611). Όπως ομολογήθηκε στην υπόθεση Κυριάκου Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30) η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό, συνυφασμένο με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Ο κατηγορούμενος όφειλε τη δεδομένη στιγμή να υποδείξει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και να επιδείξει εύλογο μέριμνα έναντι των παραπονουμένων, που εκείνη την ώρα χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Ως αναμένετο από τον κατηγορούμενο, ως συνετός οδηγός, όφειλε να υποδείξει περισσότερη προσοχή κατά την οδήγηση για να αποτραπεί το δυστύχημα. Δεδομένων όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα της 1ης και της 5ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όπως έχω αναφέρει η κατηγορία 2 με δεδομένο ότι δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε εγωιστικά χωρίς να συμμορφωθεί στο σήμα αλτ της πορείας του δεν έχει αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............... Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: Αμελής Οδήγηση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο