Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κατερίνας Εγγλέζου, Αρ. Υπόθεσης 30756/12, 14/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B159 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 30756/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Κατερίνας Εγγλέζου Κατηγορουμένης -------------------- 14.12.15 Για την Κατηγορούσα Αρχή: Κος Χ"Iωάννου (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Τρύφωνος) Κατηγορούμενη παρούσα, γι' αυτήν: Κος Χρ. Χ'Λοϊζου AΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη με την παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει κατηγορία κλοπής από αξιωματούχο εταιρείας, κατά παράβαση των άρθρων 269, 260 και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 43
(1)/2000 (1η κατηγορία) και αδικήματα συγκάλυψης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(iii)
(2)και 5
(1)του περί της Παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμου 188
(1)/2007 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 58
(1)/2010 (2η κατηγορία). Για ν΄ αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε έντεκα μάρτυρες και η κατηγορούμενη κατέθεσε ενόρκως. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής κατατέθηκε επίσης με την μορφή παραδεκτών γεγονότων τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και τα οποία όμως δεν προσθέτουν οτιδήποτε ουσιαστικό στην υπόθεση. Δεν θα προχωρήσω σε εκτεταμένη καταγραφή της μαρτυρίας των μαρτύρων, αφού αυτό θα ήταν αντιπαραγωγικό, αλλά εξετάζοντας τα επιμέρους θέματα τα οποία εγείρονται θα εξετάζεται και η μαρτυρία που σχετίζεται με την κάθε κατηγορία. Αναπόφευκτα βέβαια εκεί όπου απαιτείται, το Δικαστήριο θα προβαίνει σε γενικότερη αξιολόγηση της μαρτυρίας κάποιου μάρτυρα. Πάντοτε θα λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε στην υπόθεση, όπως αυτή φαίνεται στα πρακτικά (Χρυσούλα Καννάουρου κ.ά. ν. Α. Σταθκιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Το βάρος απόδειξης της υπόθεσης είναι στην Κατηγορούσα Αρχή και το επίπεδο απόδειξης αυτό το πέρα πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Woolmington v. D.P.P.
(1935)A.C. 462 που υιοθετήθηκε από το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χαρίτωνος ν. Δημοκρατίας
(1971)2 Α.Α.Δ. 40, Anastassiades v. Republic
(1977)2 A.A.Δ. 97 και σε μεταγενέστερες αποφάσεις). Αν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή της κατηγορούμενης, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ της και ν' απαλλαγεί των κατηγοριών (βλ. Τούμπα ν. Αστυνομίας
(1984)2 Α.Α.Δ. 110 και Καίτη Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 97). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει ν' αποδείξει κάθε στοιχείο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 393, Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, σελ. 119, Σωτηριάδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482) τα οποία γεγονότα θα πρέπει ν' αποδείξει με αξιόπιστη και σαφή μαρτυρία (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Οι πιο πάνω νομικές αρχές συνάδουν και με το τεκμήριο αθωότητας ενός κατηγορούμενου όπως τούτο διασφαλίζεται από το άρθρο 12.4 του Συντάγματος. Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή (Μ.Κ.1) ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης Αστυφύλακας 3512 Μ. Περικλέους ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του (Τεκμήριο 1). Κατέθεσε επίσης τα Τεκμήρια 2, 3, 4 και 5, όπως επίσης και την ανακριτική κατάθεση της κατηγορούμενης Τεκμήριο 7 και 8 και τη γραπτή κατηγορία Τεκμήριο
- Αναγνώρισε την κατηγορούμενη σαν το πρόσωπο που αναφέρει στην κατάθεση του και όπως ανέφερε στην αντεξέταση του η κατηγορούμενη κατά το στάδιο της πρώτης κατάθεσης που έδωσε, ζήτησε χρόνο για να βρει τα στοιχεία που της ζητήθηκαν και στη συνέχεια έδωσε αναλυτική κατάθεση. Όπως ανέφερε περαιτέρω, πήρε καταθέσεις από επτά άτομα και δεν ερεύνησε αν στο διαγνωστικό Κέντρο εργάζονταν και άλλα πρόσωπα. Δεν τον ενημέρωσαν αν υπήρχαν οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα και αν ενημερώνετο θα έπαιρνε καταθέσεις και από αυτά τα πρόσωπα. Ανέφερε επίσης ότι δεν γνωρίζει τα ωράρια των υπαλλήλων του χώρου υποδοχής και ούτε ερεύνησε το ωράριο εργασίας της κατηγορούμενης. Σε ερώτηση επίσης εάν ερεύνησε ποιοι κρατούσαν κλειδιά του συρταριού στο οποίο τοποθετούνταν οι εισπράξεις της ημέρας, ο μάρτυρας ανέφερε ότι κλειδιά κρατούσε η κατηγορούμενη και μια άλλη υπάλληλος με το όνομα Σίμα. Το ποσό της κλοπής προέκυψε σύμφωνα με το μάρτυρα μετά από έλεγχο του λογιστή και ο ίδιος δεν έλεγξε τους ισχυρισμούς της κατηγορούμενης. Η καταγγελία ήταν για €300.000 όμως αφού ζήτησαν τεκμηριωμένα στοιχεία, προσκόμισαν καταστάσεις του λογιστή για €45.
- Ο ίδιος δεν έλεγξε επιστημονικά τα τεκμήρια, ούτε λογιστικά ούτε με γραφολόγο. Όσοι από τους λήπτες των καταθέσεων θέλησαν να δώσουν κατάθεση έδωσαν και αυτοί είναι μάρτυρες στην υπόθεση, όμως οι αποδείξεις ήταν πάρα πολλές και έτσι δεν πήραν καταθέσεις από όλους. Δεύτερος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Νίκος Παναγιώτου (Μ.Κ.2) ο οποίος όπως ανέφερε είναι λογιστής ελεγκτής και μετά από οδηγίες του Διοικητικού Συμβουλίου έλεγξε την ορθότητα των λογαριασμών του Ιατρικού Κέντρου «Αγ. Εφραίμ». Κατέθεσε τις καταστάσεις λογαριασμών Τεκ.10, 11 και 12 και όπως ανέφερε το Τεκμήριο 3 είναι ο λογιστικός έλεγχος που παρέδωσαν στην Αστυνομία. Η διαφορά του ποσού που φαίνεται στα Τεκ. 10 και 11 είναι γιατί στο Τεκ.10 στηρίχθηκε και στο ημερολόγιο της κας Ελβίρας που ήταν τεχνικός στον τομογράφο. Πήρε όπως ανέφερε το ημερολόγιο της και στη συνέχεια σύγκρινε τα ονόματα με το καθολικό χρεωστών που υπήρχε στο λογιστικό σύστημα. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι εξ όσων γνωρίζει η κατηγορούμενη δεν εργαζόταν το Σάββατο, όμως το διαγνωστικό Κέντρο λειτουργούσε κανονικά. Η εργασία στο χώρο υποδοχής (reception) ήταν με βάρδιες και η κατηγορούμενη του συστήθηκε ως η διευθύντρια του Κέντρου. Δεν γνωρίζει ποιοι είχαν κλειδιά του χρηματοκιβωτίου αλλά όταν το άνοιξαν αυτό δεν είχε μέσα χρήματα. Σε ερώτηση του κ. Χ"Λοίζου αν η προηγούμενη υπάλληλος όταν παρέδιδε στην επόμενη υπέγραφε οποιοδήποτε σημείωμα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι εξ όσων νομίζει, δεν υπέγραφε και τα χρήματα κατέληγαν σε ένα συρτάρι στο οποίο όλοι είχαν πρόσβαση. Τις αποδείξεις και τα χρήματα όπως ανέφερε τα έδιδαν στην κατηγορούμενη. Τα χρήματα των εισπράξεων τα οποία παραλάμβανε η τελευταία υπάλληλος της βάρδιας, τα τοποθετούσαν στο συρτάρι και τα παρέδιδαν την επόμενη ημέρα στην κατηγορούμενη. Ο ίδιος όπως ανέφερε δεν γνωρίζει ποιοι υπάλληλοι είχαν κωδικό πρόσβασης στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, και ανέφερε περαιτέρω ότι όποιος υπάλληλος εξέδιδε απόδειξη τη υπέγραφε, όπως επίσης και τα τιμολόγια. Ο έλεγχος όπως ανέφερε περιορίστηκε στα ανείσπρακτα τιμολόγια και ο προηγούμενος ελεγκτής κατέθεσε ελεγμένους λογαριασμούς για το 2009, ο ίδιος ετοίμασε λογαριασμούς για το 2010 και για το 2011 δεν έγιναν λογαριασμοί. Οι λογαριασμοί αυτοί δεν δόθηκαν στην Αστυνομία. Στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού θα επανέλθω στη συνέχεια. Ο Μάριος Θεοδότου, Μ.Κ.3, υιοθέτησε το περιεχόμενο των καταθέσεων του που έγιναν Τεκμήρια 13 και 14 και κατέθεσε επίσης τα Τεκμήρια 15 και
- Είναι ο ίδιος όπως ανέφερε που προσέλαβε την κατηγορούμενη και της καθόρισε τα καθήκοντα της. Τα στοιχεία που παρουσίαζε η κατηγορούμενη δεν συνάδουν όπως ανέφερε με τα στοιχεία του ελεγκτή και για το λόγο αυτό προχώρησαν στην καταγγελία. Ανέφερε ότι ουδέποτε ο ίδιος έπαιρνε χρήματα από τις εισπράξεις του ιατρικού Κέντρου, δεν είχε κλειδί αλλά ούτε και γνώριζε τον κωδικό του χρηματοκιβωτίου που υπήρχε στο ιατρικό Κέντρο. Σύμφωνα με το μάρτυρα η κατηγορούμενη ήταν το μοναδικό άτομο που είχε πρόσβαση στα λογισμικά του κέντρου που αφορούσαν τις εισπράξεις από τους πελάτες. Στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού θα επανέλθω επίσης στη συνέχεια. Η Αμαλία Χαραλάμπους (Μ.Κ.4) υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της που έγινε Τεκμήριο 17 και όπως ανέφερε η ίδια δεν γνωρίζει την κατηγορούμενη. Στο Κέντρο εργάστηκε μετά τον Οκτώβριο του 2011 και επικοινωνούσε με τα άτομα που αναγράφονταν στη λίστα και τους ρωτούσε αν πλήρωσαν ή όχι το λογαριασμό τους. Κάποιοι από αυτούς της απέστειλαν τις αποδείξεις που είχαν αλλά δεν γνώριζε τα πρόσωπα αυτά ούτε και γνώριζε ποιος καταχώρισε τα στοιχεία που φαίνονταν στη λίστα. Γνωρίζει ότι μετά που έφυγε η κατηγορούμενη από το Κέντρο υπεύθυνη ήταν η Άννα Μαρία η οποία όπως γνωρίζει, κατηγορήθηκε για κατάχρηση. Ο Μ.Κ.5, Ανδρέας Σταύρου υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του Τεκμήριο 19 και κατέθεσε επίσης τα Τεκμήρια 20 και
- Το Τεκμήριο 21 το ετοίμασε όπως ανέφερε όταν ζήτησε να πληρωθεί από το γιατρό Μάριο Θεοδότου, αλλά δεν θυμόταν αν τον πλήρωσε ο γιατρός. Όπως ανέφερε στη συνέχεια δεν πληρώθηκε γιατί ο γιατρός δεν πίστευε ότι ο ίδιος έκανε τις εργασίες τις οποίες αναφέρει στο Τεκμήριο
- Με τον γιατρό Μάριο Θεοδότου σπάνια είχε επαφές και για όποια εργασία έκανε τον πλήρωνε πάντα με επιταγή. Όταν ζήτησε όπως ανέφερε από την κατηγορούμενη να του δώσει τις αποδείξεις για τις εργασίες που ο ίδιος έκανε, η κατηγορούμενη του είπε πως δεν τις είχε. Ο γιατρός Ogi Velev (Μ.Κ.6) υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του Τεκμήριο 22, και κατέθεσε τον κατάλογο πληρωμών Τεκμήριο
- Η πληρωμή του ήταν όπως ανέφερε με ποσοστά στη διάγνωση του περιστατικού και το Τεκμήριο 23 το ετοίμασε ο ίδιος. Έφυγε από το Κέντρο γιατί δεν τον πλήρωναν κανονικά αλλά δεν θυμόταν αν η κατηγορούμενη τον πλήρωνε πάντα με επιταγές. Υπήρχαν όπως ανέφερε μικρά ποσά για τα οποία η πληρωμή ήταν σε μετρητά. Ο Μάριος Θεοχαρίδης (Μ.Κ.7) υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του Τεκμήριο 24, στην οποία αναφέρει τα γεγονότα σε σχέση με την εγκατάσταση του λογισμικού συστήματος και ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Η Συμέλλα Μουζουρίδου (Μ.Κ.8) υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της Τεκμήριο 25 και ανέφερε ότι εργαζόταν στο ιατρικό Κέντρο σαν νοσοκόμα αλλά βοηθούσε και στην υποδοχή. Προέβαινε σε εγγραφές πελατών, εισέπραττε χρήματα και εξέδιδε αποδείξεις και τιμολόγια. Τα χρήματα που εισέπρατταν όπως ανέφερε, τα τοποθετούσαν σε ένα συρτάρι και κλειδί του συρταριού αυτού κρατούσε και η ίδια. Ο Χρύσανθος Χρυσάνθου (Μ.Κ.9) υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του Τεκμήριο 33 και αναγνώρισε την κατηγορούμενη σαν το πρόσωπο στο οποίο πλήρωσε το ποσό για την εξέταση που έκανε. Ζήτησε όπως ανέφερε απόδειξη αλλά του ανέφερε πως εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να του δώσει, δεν θυμόταν όμως αν η πληρωμή ήταν σε μετρητά ή επιταγή. Σε ερώτηση του κ. Χ"Λοϊζου αν τελικά πήρε απόδειξη, ο μάρτυρας ανέφερε ότι «νομίζω ότι μου έδωσε απόδειξη, κάτι τέτοιο» για να διευκρινίσει στην επανεξέταση του «από ότι θυμούμαι τώρα, πήγα τελικά και πήρα απόδειξη». Η Άννα Μαρία Νικολαϊδου (Μ.Κ.10) υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της Τεκμήριο 34 και ανέφερε ότι εάν η Κατερίνα ήταν στο γραφείο, τα χρήματα που εισέπραττε τα έδιδε σε αυτήν. Αν η Κατερίνα απουσίαζε τα τοποθετούσε στο συρτάρι και τις χειρόγραφες αποδείξεις τις έβαζε μαζί με τα χρήματα. Εξέδιδε όπως ανέφερε και η ίδια αποδείξεις αλλά δεν έκανε καταθέσεις στην τράπεζα. Πρόσβαση στο συρτάρι είχαν όλοι οι υπάλληλοι του χώρου υποδοχής και όταν ο ένας υπάλληλος παρέδιδε χρήματα στον άλλο δεν υπέγραφε οτιδήποτε. Η μάρτυρας ανέφερε ότι κατά την περίοδο που εργαζόταν στο ιατρικό Κέντρο οικειοποιήθηκε ποσό €21.000 αλλά επειδή έκανε κάποιες διευθετήσεις πληρωμής του δεν έγινε καταγγελία. Τελευταία μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η Εύη Κέστα (Μ.Κ.11) η οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της Τεκμήριο 14 και όπως ανέφερε το ιατρικό Κέντρο λειτουργούσε κανονικά από Δευτέρα μέχρι Σάββατο και η κατηγορούμενη όταν εργαζόταν απουσίαζε τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Η μάρτυρας ανέφερε ότι έδιδαν χρήματα στο γιατρό Θεοδότου και σε περίπτωση που γινόταν λάθος στις ιατρικές εξετάσεις, με οδηγίες του γιατρού Θεοδότου επέστρεφαν τα χρήματα που πλήρωσαν στους πελάτες. Όταν εισέπραττε χρήματα τα έβαζε σε ένα φάκελο και τα παρέδιδε στη Συμέλλα η οποία όμως δεν υπέγραφε οτιδήποτε για την παραλαβή τους αλλά ούτε και οποιαδήποτε άλλη κοπέλα υπέγραφε όταν παραλάμβανε χρήματα. Η κατηγορούμενη όπως είχε δικαίωμα, έδωσε ένορκη μαρτυρία και υιοθέτησε το περιεχόμενο των καταθέσεων της Τεκμήρια 7 και
- Παραιτήθηκε όπως ανέφερε από το Ιατρικό Κέντρο γιατί από τον Ιούλιο μέχρι το Σεπτέμβριο του 2011 δεν πληρώθηκε και έκανε για το θέμα αυτό καταγγελία στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ενεργούσε πάντα με εντολές του γιατρού Μάριου Θεοδότου και εργαζόταν στο κέντρο τα πρωινά μεταξύ 09:00 και 3:00 Δευτέρα Τετάρτη και Παρασκευή και τα απογεύματα 3.00 με 7.00 την Τρίτη και Πέμπτη. Δεν εργαζόταν καθόλου το Σάββατο και τις περισσότερες ώρες ήταν απασχολημένη σε εξωτερικές εργασίες. Όταν εγκαταστάθηκε το σύστημα από τον κ. Θεοχαρίδη, ο κ. Θεοχαρίδης έδωσε τους κωδικούς στον κ. Θεοδότου και ο κ. Θεοδότου στην ίδια. Υπήρχε πίσω από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή ένα σημείωμα στο οποίο αναγράφονταν οι κωδικοί. Τον υπολογιστή τον χρησιμοποιούσαν όλες οι κοπέλες που εργάζονταν στην υποδοχή και όταν η ίδια πήγαινε στη δουλειά της στις 09.00 ο ηλεκτρονικός υπολογιστής ήταν ήδη ανοικτός. Όπως ανέφερε στην αντεξέταση της, διαχειριζόταν χρήματα και έκανε πληρωμές στο ιατρικό Κέντρο μετά από οδηγίες του γιατρού Θεοδότου. Επειδή πολλές φορές το πρόγραμμα του ηλεκτρονικού υπολογιστή καθυστερούσε, και οι πελάτες βιάζονταν τους έδιναν χειρόγραφες αποδείξεις για να μην περιμένουν. Αναγνώρισε τα Τεκμήρια 37Α και 39Α σαν αποδείξεις που εκδόθηκαν από την ίδια και σε υποβολή του κ. Χ"Ιωάννου ότι δεν έχει περάσει στο λογισμικό σύστημα τις αποδείξεις αυτές, η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν θυμάται αλλά αν δεν τις πέρασε η ίδια όφειλε να τις περάσει η κοπέλα της επόμενης βάρδιας. Σε υποβολή του κ. Χ'Ιωάννου ότι μόνο η ίδια είχε υποχρέωση να τις περάσει στο λογισμικό σύστημα, η μάρτυρας απάντησε αρνητικά και σε υποβολή επίσης ότι ο λόγος που δεν τα πέρασε στο λογισμικό σύστημα ήταν γιατί τα οικειοποιήθηκε, η μάρτυρας και πάλι αρνήθηκε την υποβολή. Ανέφερε περαιτέρω στη μαρτυρία της ότι από τα χρήματα που εισέπρατταν από τους πελάτες πλήρωναν τους μισθούς και άλλα έξοδα του κέντρου και για τους μισθούς σημείωναν σε μια κόλλα το ποσό και το όνομα του υπαλλήλου και πληρωνόταν σε μετρητά. Αυτές τις σημειώσεις τις έπαιρνε ο λογιστής και αποδείξεις έπαιρναν μόνο από τις υπηρεσίες στις οποίες έκαναν πληρωμές. Η θέση αυτή της κατηγορουμένης δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Ανέφερε περαιτέρω ότι οι γιατροί οι οποίοι συνεργάζονταν με το κέντρο έπαιρναν χρήματα χωρίς αποδείξεις, και η ίδια δεν ταύτιζε τις αποδείξεις με χρήματα γιατί μεταξύ τους υπήρχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Σε υποβολή του κ. Χ"Ιωάννου ότι δεν έκανε έλεγχο γιατί με αυτό τον τρόπο δεν θα φαινόταν το πρόβλημα και όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «σε βόλευε και έπαιρνες τα χρήματα», η κατηγορούμενη ανέφερε ότι για τα οφειλόμενα ποσά τις καταστάσεις τις είχε ο λογιστής και αυτός έδιδε τις λίστες για το ποιοί χρωστούσαν στο Κέντρο. Υποβλήθηκε επίσης στη μάρτυρα ότι καταχωρούσε πελάτες του κέντρου ως χρεώστες γιατί η ίδια εισέπραττε τα χρήματα, θέση με την οποία η μάρτυρας ανέφερε ότι διαφωνεί απόλυτα. Mετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας τόσο ο κ. Χ"Ιωάννου όσο και ο κ. Χ"Λοϊζου ανέπτυξαν τις θέσεις τους στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Oι M.K.1, Μ.Κ.7 και Μ.Κ.9 ανέφεραν στο Δικαστήριο τις δικές τους ενέργειες σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης στο μεγαλύτερο της μέρος η μαρτυρία τους ήταν τυπική χωρίς να προσθέτει οτιδήποτε ουσιαστικό στην υπόθεση. Κρίνω ότι οι μάρτυρες είπαν την αλήθεια και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους στο σύνολο της. Αξιόπιστες κρίνω επίσης τις Μ.Κ.4, Μ.Κ.8, Μ.Κ.10 και Μ.Κ.
- Όλες οι μάρτυρες εργάζονταν στο διαγνωστικό Κέντρο και είχαν καθημερινή ανάμειξη στη λειτουργία του. Ήταν αυθόρμητες στη μαρτυρία τους και η Μ.Κ.10 δεν δίστασε να παραδεχτεί ότι κατά το χρόνο που εργαζόταν στο διαγνωστικό Κέντρο οικειοποιήθηκε ποσό €21.000 αλλά επειδή έκανε κάποιες διευθετήσεις για την πληρωμή του δεν έγινε καταγγελία. Από τη μαρτυρία των μαρτύρων αυτών την οποία αποδέχομαι, προκύπτουν τα πιο κάτω τα οποία γίνονται ευρήματα του Δικαστηρίου. Α) Τα χρήματα από τις εισπράξεις του κέντρου τοποθετούνταν σε ένα συρτάρι στο οποίο είχαν πρόσβαση όλοι οι υπάλληλοι του χώρου υποδοχής. Β) Όχι μόνο η κατηγορούμενη αλλά και άλλοι υπάλληλοι προέβαιναν σε εγγραφές πελατών, εισέπρατταν χρήματα και εξέδιδαν αποδείξεις όπως οι Μ.Κ.8, Μ.Κ.10 και Μ.Κ.
- Γ) όταν η μια υπάλληλος παρέδιδε χρήματα στην άλλη δεν υπέγραφε καμία από τις δύο οτιδήποτε. Οι Μ.Κ.5, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7 με τη μαρτυρία τους την οποία επίσης αποδέχομαι, κατέδειξαν ότι υπήρχε γενικότερο πρόβλημα τήρησης αποδείξεων και πληρωμών στο διαγνωστικό Κέντρο αφού και συνεργάτες του Κέντρου όπως ο γιατρός Velev (Μ.Κ.6) έφυγε από το Κέντρο γιατί δεν τον πλήρωναν κανονικά, αλλά και τον κατάλογο πληρωμών, τεκμήριο 23, τον ετοίμασε ο ίδιος και δεν παρουσιάστηκε αντίστοιχος κατάλογος από το λογιστήριο του κέντρου. Ουσιαστικός μάρτυρας στην παρούσα υπόθεση ήταν ο Μ.Κ.2, Νίκος Παναγιώτου. Όπως ανέφερε ο έλεγχος πού έκανε περιορίστηκε στην εξέταση της ορθότητας των χρεωστικών υπολοίπων πελατών του κέντρου με βάση την κατάσταση υπολοίπου λογαριασμών πελατών, καθώς επίσης και έλεγχο του ημερολογίου πελατών που τηρείτο από τον υπεύθυνο τεχνικό στον αξονικό και μαγνητικό τομογράφο όπως επίσης και στο κλινικό εργαστήριο. Για να μπορέσουν να ελέγξουν την ορθότητα των χρεωστικών υπολοίπων των πελατών, βασίστηκαν στην κατάσταση την οποία εκτύπωσαν από το λογιστικό σύστημα που διατηρείτο στην εταιρεία Άγιος Εφραίμ Λτδ. Αρχικά τα χρεωστικά υπόλοιπα ξεπερνούσαν τις €100.00 και τα περισσότερα ήταν καθυστερημένα πέραν του ενός έτους. Οι περισσότεροι χρεώστες με τους οποίους επικοινώνησαν τηλεφωνικώς ισχυρίζονταν ότι είχαν πληρώσει την ίδια ημέρα που έκαναν την εξέταση και ότι τους είχε δοθεί χειρόγραφη απόδειξη. Αρκετοί απέστειλαν με φαξ την απόδειξη, άλλοι ανέφεραν πως θα ψάξουν να την βρουν και αρκετοί ενοχλήθηκαν από το γεγονός ότι ενώ είχαν πληρώσει παρέμειναν ως χρεώστες στα στοιχεία του Κέντρου. Αρκετοί επίσης από τους πελάτες του Κέντρου φαίνονταν στην κατάσταση χρεωστών σαν μέλη του ταμείου ιατρικής περίθαλψης της ΑΗΚ και της ΕΤΥΚ, ενώ όταν επικοινώνησαν μαζί τους διαπίστωσαν ότι εκτός του ότι είχαν εξοφλήσει τα οφειλόμενα προς το κέντρο ποσά, δεν είχαν καμία σχέση με το ταμείο ιατρικής περίθαλψης της ΑΗΚ και της ΕΤΥΚ. Πολλά επίσης περιστατικά που είχαν ασφαλιστική κάλυψη, δεν στάληκαν στις ασφαλιστικές εταιρείες για να εισπραχθούν. Υπεύθυνη γι' αυτά όπως ανέφερε ο μάρτυρας, ήταν η κατηγορούμενη. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι από 117 περιστατικά ασθενών μαγνητικού τομογράφου, 33 περιστατικά δεν είχαν τιμολογηθεί και από 58 περιστατικά αξονικού τομογράφου, 12 περιστατικά δεν έχουν τιμολογηθεί. Το συνολικό ποσό που αφορά τα ατιμολόγητα περιστατικά ανέρχεται σε €69.
- Διαπιστώθηκε επίσης από τον έλεγχο ότι στα λογιστικά βιβλία και συγκεκριμένα στη σελίδα καταχώρισης τιμολογίων που αφορούν εξετάσεις κλινικού εργαστηρίου υπάρχουν αρκετά περιστατικά που δεν έχουν τιμολογηθεί και παραμένουν σε εκκρεμότητα. Επειδή το κέντρο αντιμετώπιζε πολλές καθυστερημένες δόσεις δανείων και για να μπορέσει να λειτουργήσει ιδιαίτερα κατά τους μήνες Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο του 2011, δόθηκαν οδηγίες στην κατηγορούμενη όπως όλες οι εισπράξεις σε μετρητά να μην κατατίθενται στην τράπεζα αλλά να χρησιμοποιηθούν για την πληρωμένη των εξόδων του κέντρου και ζήτησαν από την κατηγορούμενη να ετοιμάσει ταμειακή κατάσταση που αφορά τη διαχείριση των μετρητών, όμως η κατηγορούμενη δεν μπόρεσε να τους διαφωτίσει σχετικά με το τι εισέπραξε και τι πλήρωσε, παρά μόνο παρέδωσε ένα φάκελο με έγγραφα τα οποία δεν ήταν διαφωτιστικά. Ο μάρτυρας αναφέρει στην κατάθεση του Τεκμήριο 10, ότι από ατιμολόγητα περιστατικά αξονικού τομογράφου φαίνεται οφειλόμενο ποσό €157.960 και από ατιμολόγητα περιστατικά μαγνητικού τομογράφου €120.
- Περαιτέρω οι χρεώσεις σε χρεώστες με τους οποίους έχουν επικοινωνήσει τηλεφωνικά και ανέφεραν ότι έχουν πληρώσει το λογαριασμό τους ανέρχονται σε €16.395 και οι χρεώσεις χρεωστώ που καταχωρήθηκαν με λανθασμένο αριθμό τηλεφώνου ή χωρίς αριθμό τηλεφώνου ανέρχονται σε €12.
- Φαίνεται επίσης να υπάρχουν λανθασμένες χρεώσεις σαν μέλη του ταμείου της ΑΗΚ ύψους €2.249 και σύμφωνα με τον μάρτυρα αφού αφαιρεθούν τα τιμολογημένα περιστατικά, το χρηματικό έλλειμα ήταν €302.
- Σύμφωνα πάντα με την κατάθεση του μάρτυρα το χρηματικό έλλειμα ήταν ευθύνη της κατηγορούμενης αφού είχε την υποχρέωση στα πλαίσια της εργασίας της για τιμολόγηση των πελατών, είσπραξη των ποσών και κατάθεση στους λογαριασμούς της εταιρείας. Με την κατάθεση του Τεκ.11, ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατόπιν συμπληρωματικού ελέγχου στα μπλοκ εισπράξεων και αποδείξεων για τα έτη 2009, 2010 και την περίοδο μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 2011, ο λογιστικός έλεγχος κατέδειξε ότι το έλλειμα ανέρχεται σε €45.649,
- Ο μάρτυρας χαρακτηρίζει την κατηγορούμενη σαν διευθύντρια του κέντρου και την τιμολόγηση των πελατών, την είσπραξη των ποσών, καθώς και την κατάθεση των εισπράξεων στους λογαριασμούς της εταιρείας, σαν ευθύνη της. Στη δική του κατάθεση Τεκμήριο 13, ο Μάριος Θεοδότου, επίσης σημαντικός μάρτυρας για την υπόθεση, αναφέρει ότι τα καθήκοντα της κατηγορούμενης ήταν «υπεύθυνη λειτουργίας του κέντρου», δηλαδή η εξυπηρέτηση πελατών, η διαχείριση του ταμείου και γενικά ότι αφορούσε το λογιστήριο του Κέντρου. Ήταν επίσης το μοναδικό άτομο το οποίο είχε πρόσβαση στο λογισμικό του κέντρου που αφορούσε τις εισπράξεις από τους πελάτες και υπεύθυνη για τις καταθέσεις των χρημάτων του Κέντρου και το μοναδικό άτομο που ήταν υπεύθυνη για τη διαχείριση των χρημάτων του Κέντρου. Από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 δεν φαίνεται ποια ήταν η οικονομική κατάσταση του Κέντρου πριν τον ουσιαστικό χρόνο, αλλά ούτε και μετά. Δεν έχει εξηγηθεί ποιό ήταν το λογιστικό σύστημα το οποίο ίσχυε στο ιατρικό κέντρο, πώς ακριβώς λειτουργούσε και ποια ήταν η υποχρέωση της κατηγορούμενης. Ενώ όπως ισχυρίζονται οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 η κατηγορούμενη ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη και μάλιστα το μοναδικό πρόσωπο το οποίο είχε πρόσβαση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και στο λογισμικό σύστημα, φαίνεται μέσα από τη μαρτυρία ότι πρόσβαση στο λογισμικό σύστημα είχαν και άλλα πρόσωπα όπως η Μ.Κ.8 και Μ.Κ.11 αφού προέβαιναν σε εγγραφές πελατών, εισέπρατταν χρήματα και εξέδιδαν αποδείξεις και τιμολόγια. Αυτό εξ άλλου είναι λογικό αφού η κατηγορούμενη δεν εργαζόταν όλες τις ώρες λειτουργίας του κέντρου. Η θέση που εξέφρασαν οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 για το θέμα αυτό καταρρίπτεται από τη μαρτυρία που προσκόμισε η ίδια η Κατηγορούσα Αρχή. Ο Μ.Κ.2 ενώ αναφέρει στην κατάθεση του Τεκμήριο 10, με ημερομηνία 16.1.12 ότι το χρηματικό έλλειμα ήταν €302.134, χωρίς ιδιαίτερες λεπτομέρειες αλλά με μια γενική δήλωση κατόπιν «συμπληρωματικού ελέγχου» κατέληξε ότι το έλλειμα ήταν €45.649,
- Είναι άξιο απορίας πως ενώ αναζητούσαν €302.134 όταν ζητήθηκαν από την Αστυνομία τεκμηριωμένα στοιχεία (Μ.Κ.1), προσκομίστηκαν καταστάσεις για €45.
- Πώς κατέληξε στη μείωση του ποσού και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, παραμένει άγνωστο. Ποια ήταν τα στοιχεία που κατέδειξαν ότι η αρχική τοποθέτηση ήταν λάθος, δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε όμως υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου σαφής μαρτυρία που να καταδεικνύει με λεπτομέρειες πως αιτιολογείται το ποσό των €45.649,69 και αρκέστηκαν στη βεβαίωση χρεωστών με τους οποίους επικοινωνούσαν τηλεφωνικά ότι πλήρωσαν και το ποσό αυτό ανέρχεται σε €16.
- Παρά τα πιο πάνω, θα δεχθώ για σκοπούς συζήτησης ότι το χρηματικό έλλειμα στο ιατρικό κέντρο αφορούσε το ποσό των €45.649,
- Το ουσιαστικό ερώτημα που παραμένει να απαντηθεί είναι αν για το έλλειμμα αυτό υπεύθυνη είναι η κατηγορούμενη και αν η κατηγορούμενη είχε σκοπό να στερήσει από το ιατρικό κέντρο μόνιμα το ποσό αυτό. Το άρθρο 269 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει τα εξής: "Aν ο υπαίτιος κλοπής είναι διευθυντής ή αξιωματούχος οργανισμού ή εταιρείας, αυτό που κλάπηκε είναι περιουσία του οργανισμού ή της εταιρείας, αυτός υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων.» Παρά το γεγονός ότι δεν τέθηκε από την Υπεράσπιση οποιοδήποτε θέμα, δεν υπάρχει κατά την κρίση μου σαφής μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη ήταν διευθυντής ή αξιωματούχος οργανισμού ή εταιρείας και συγκεκριμένα της εταιρείας Άγιος Εφραίμ Λτδ όπως απαιτεί το άρθρο
- Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει μόνο η αναφορά του Μ.Κ.2 ότι «του συστήθηκε σαν η διευθύντρια του κέντρου» και του Μ.Κ.3 που της καθόρισε όπως είπε τα καθήκοντα της σαν υπεύθυνη λειτουργίας του Κέντρου. Ο ορισμός της κλοπής δίδεται στο άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο αναφέρει: "Όποιος κλέβει χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό κατά το χρόνο της απόκτησης να στερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό." Πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απόκτηση κατοχής του ποσού των €45.649,69 περιουσία του Ιατρικού Κέντρου Προηγμένης Τεχνολογίας «Αγ. Εφραίμ». Τόσο ο Μ.Κ.2 όσο και ο Μ.Κ.3 που είναι οι ουσιαστικότεροι μάρτυρες για την παρούσα υπόθεση, θεωρούν την κατηγορούμενη υπεύθυνη για την τιμολόγηση, είσπραξη και κατάθεση των χρημάτων στους λογαριασμούς του Κέντρου αλλά και υπεύθυνη για τη γενικότερη διαχείριση του ταμείου. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει μαρτυρία για το σύστημα και τη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθείται από την κατηγορούμενη στην εκπλήρωση των καθηκόντων που οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 αναφέρουν. Αντίθετα, από τα Τεκμήρια 4 και 5 προκύπτει ότι για πολλές δοσοληψίες υπήρχαν απλές χειρόγραφες σημειώσεις χωρίς αυτές να έχει αναφερθεί ότι έχουν περαστεί σε οποιοδήποτε σύστημα ή βιβλίο, στις οποίες αναφέρονται διάφορες πληρωμές. Αυτό υποστηρίζει τους ισχυρισμούς της κατηγορούμενης ότι υπάλληλοι του Κέντρου πληρώνονταν σε μετρητά και το σημείωναν «σε μια κόλλα χαρτί» και οι γιατροί πληρώνονταν χωρίς αποδείξεις. Δεν μπορώ να αντιληφθώ για παράδειγμα πως ένα διαγνωστικό Κέντρο όπως περιγράφεται το επίδικο, έδινε στον γιατρό Velev (Μ.Κ.6) χρήματα έναντι του μισθού του, με την απλή χειρόγραφη σημείωση «έχω παραδώσει €500 έναντι του μισθού του Δρ. Velev» και αυτό δεν αφορά μόνο μια περίπτωση. Ανάλογες αποδείξεις εκδίδονταν και αφορούσαν τη Δρ. Τατιάνα Πολυκάρπου. Στο Τεκμήριο 4 φαίνεται σημείωση πάνω σε συντακολόγιο του Δρ. Μάριου Θεοδότου με ημερομηνία 12.1.2011 με μόνη αναφορά «Δ. Νικολάου ενοίκιο Σεπτεμβρίου 2010» και δύο υπογραφές χωρίς τίποτε περαιτέρω. Σε τι ποσό αναφέρεται η σημείωση και γιατί βρίσκεται ανάμεσα στα έξοδα της εταιρείας Άγιος Εφραίμ Λτδ παραμένει άγνωστο. Είναι επίσης άξιον απορίας πως το Κέντρο λειτουργούσε αφού η μοναδική υπεύθυνη σύμφωνα με τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 δεν εργαζόταν όλες τις ώρες, το ωράριο της ήταν κάποιες μέρες πρωί και κάποιες μέρες απόγευμα, το Σάββατο δεν εργαζόταν καθόλου και όπως ανέφερε η Μ.Κ.11 και τις ώρες που εργαζόταν, απουσίαζε για άλλες εξωτερικές εργασίες. Η λογική πορεία των πραγμάτων επιβάλλει ότι κατά το χρόνο απουσίας της κατηγορούμενης, είτε κάποιος άλλος την αντικαθιστούσε είτε οι εργασίες που διεκπεραιώνονταν στο χρόνο αυτό παρέμεναν σε εκκρεμότητα και αβέβαιη διεκπεραίωση. Το ότι τα χρήματα των εισπράξεων έμπαιναν σε ένα συρτάρι στο οποίο και άλλα πρόσωπα από το χώρο υποδοχής είχαν πρόσβαση, δεν αποτελεί και το πιο ασφαλές σύστημα για τη διαχείριση του ταμείου και παρά το γεγονός ότι υπήρχε χρηματοκιβώτιο στο Κέντρο σ' αυτό δεν βρέθηκαν χρήματα. Το ανασφαλές και διάτρητο σύστημα καταδεικνύει και η παραδοχή της Μ.Κ.10 ότι ενώ γινόταν έλεγχος για το έλλειμα και το πρόβλημα που δημιουργήθηκε, είχε τη δυνατότητα να καταχραστεί όπως παραδέχθηκε ποσό €21.
- Ένα ασφαλές σύστημα διαχείρισης δεν θα επέτρεπε με τόση ευκολία μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να επαναληφθεί ένα τέτοιο θέμα. Παρά το γεγονός ότι ο Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ουδέποτε έπαιρνε χρήματα από τις εισπράξεις του ιατρικού Κέντρου, η Μ.Κ.11 τον διαψεύδει αναφέροντας ότι έδιδαν χρήματα στον Μ.Κ.3 χωρίς να σημειώνουν οτιδήποτε. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν κατά την κρίση μου ότι στο ιατρικό Κέντρο δεν υπήρχε σοβαρό και αξιόπιστο σύστημα εγγραφής πελατών, εισπράξεων και πληρωμών, αλλά ιδιαίτερα φύλαξης των εισπραχθέντων ποσών. Ο Μ.Κ.2 θεωρεί σύμφωνα με την κατάθεση του στην Αστυνομία υπεύθυνη την κατηγορούμενη για το έλλειμα και ανάμεσα στους λόγους που αιτιολογεί τη θέση του είναι και το γεγονός ότι η κατηγορούμενη δε προσκόμισε αμέσως τις αποδείξεις και τα στοιχεία που της ζητήθηκαν. Αυτό από μόνο του δεν καταδεικνύει ενοχή της κατηγορούμενης. Το ότι δεν είχε τα στοιχεία ή δεν είχε ολοκληρωμένα τα στοιχεία που της ζητήθηκαν, αποτελεί μέρος του όλου διάτρητου συστήματος και της κακής διαχείρισης. Με δεδομένο όπως αναφέρω πιο πάνω, ότι η κατηγορούμενη δεν εργαζόταν όλες τις ώρες και δεν ήταν το μοναδικό πρόσωπο που είχε πρόσβαση στο συρτάρι του ταμείου αλλά και στο ηλεκτρονικό σύστημα, θεωρώ ότι υπάρχουν πολλά ερωτηματικά και αμφιβολίες για το κατά πόσο η κατηγορούμενη είχε τον απόλυτο έλεγχο του συστήματος των εισπράξεων και των πληρωμών. Η κατηγορούμενη δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση να αποδείξει ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε, αντίθετα όμως δικές της αναφορές παρέμειναν αναντίλεκτες. Αυτό είναι υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής και μάλιστα θα πρέπει να αποδείξει τις κατηγορίες και κάθε στοιχείο που τις συνιστούν με αξιόπιστη και σαφή μαρτυρία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι η Κατηγορούσα απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες εναντίον της κατηγορούμενης, οι κατηγορίες απορρίπτονται και η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............ Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Criminal/Final Judgment Αναφορά- κλοπή από αξιωματούχο πρόσωπο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο