← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Zoran Todorovic, Αρ. Υπόθεσης: 16867/15, 23/12/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Zoran Todorovic, Αρ. Υπόθεσης: 16867/15, 23/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B172 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16867/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Και Zoran Todorovic Κατηγορουμένου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 23/12/2015 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κα Ε. Τουμάζου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία μόνο κατηγορία, αυτή της παραμονής στη Δημοκρατία της Κύπρου μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του (1η κατηγορία). Η κατηγορούσα αρχή για απόδειξη της υπόθεσης της, κάλεσε ως μάρτυρες τον αστυφ. 839 Αργύρη Γιαγκουδάκη, τον αστυφ. 1072 Παναγιώτη Αριστείδου και την Κρίστια Σταύρου (Μ.Κ.1-3). Mετά δε από την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός έδωσε ένορκη μαρτυρία χωρίς να καλέσει κανένα άλλο μάρτυρα. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν από κοινού κάποια έγγραφα και το περιεχόμενο τους δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Αυτά ήταν δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε δύο αιτήσεις για Habeas Corpus που καταχώρησε ο αιτητής ημερομηνίας 19/12/2013 και 7/2/2014 (Τεκμήρια 1 και 2), η κατάθεση της Αλίκης Μιχαηλίδου που ήταν το πρόσωπο που εκτέλεσε χρέη διερμηνέα (Τεκμήριο 4) και η κατάθεση της Γ/Αστυφ. 1190 Α. Αντωνίου (Τεκμήριο 5). Κατατέθηκαν επίσης επιστολή ημερομηνίας 15/9/2013 την οποία ο κατηγορούμενος απέστειλε προς το Υπουργικό Συμβούλιο και με την οποία ζητά να παραχωρηθεί στον ίδιο και την οικογένεια του άδεια παραμονής, με παραδεκτό γεγονός την αποστολή της επιστολής αυτής (Τεκμήριο 3), η κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο στη μητρική του γλώσσα και η μετάφραση της στην Ελληνική με παραδεκτό γεγονός τη λήψη της συγκεκριμένης κατάθεσης στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης (Τεκμήρια 6 Α και Β ), η συμπληρωματική κατάθεση που επίσης λήφθηκε από τον κατηγορούμενο ημερομηνίας 7/9/2015 με μετάφραση της στην Ελληνική γλώσσα (Τεκμήρια 7 Α και 7 Β). Δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα ότι το Τεκμήριο 6 Β και 7 Β, αποτελούν πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου 6 Α και 7 Α αντίστοιχα. Όλα τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να την παραθέσω, αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Πρέπει πάντως από το σημείο αυτό να λεχθεί ότι το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία του από την υπεράσπιση. Μ.Κ.1, ήταν ο αστυφύλακας που στις 7/9/2015 ανέκοψε για έλεγχο το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και τον συνέλαβε για διάφορες τροχαίες παραβάσεις. Αυτός και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τον Περί Απόδειξης Νόμο, Κεφ.9 κατάθεσε ως κύρια εξέταση του την κατάθεση που ετοίμασε για την υπόθεση (Τεκμήριο Α) και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του κατηγορούμενου. Μαρτύρησε τα όσα περιήλθαν σε γνώση του μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του, χωρίς να διακρίνω οτιδήποτε στη μαρτυρία του ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του για αυτό και γίνεται αποδεκτή. Πρέπει όμως να λεχθεί ότι η μαρτυρία του αυτή, δεν έχει ουσιαστική αξία για την υπόθεση αφού ο ίδιος δεν γνώριζε οτιδήποτε για το καθεστώς του κατηγορούμενου στην Κύπρο. Απλώς στη συνέχεια της σύλληψης του κατηγορούμενου για τις τροχαίες παραβάσεις, η ΥΑΜ Λεμεσού και μετά από εξετάσεις που διενήργησε, τον πληροφόρησε ότι στις 7/2/2104 είχε διαταχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο η άμεση απελευθέρωση του κατηγορούμενου ο οποίος όμως από τότε δεν προέβη σε οποιεσδήποτε ενέργειες για να διευθετήσει την άδεια παραμονής του και έτσι επανασυνέλαβε τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Μ.Κ.2 ήταν ο αστυφύλακας της ΥΑΜ ο οποίος διενήργησε έλεγχο σε σχέση με το καθεστώς της παραμονής του κατηγορούμενου στην Κύπρο. Και αυτός κατάθεσε την κατάθεση που ετοίμασε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο Β) και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε από την κα Τουμάζου. Όπως είπε και για να διαπιστώσει το καθεστώς του κατηγορούμενου, διενήργησε εξετάσεις μέσω του ηλεκτρονικού αρχείου της ΥΑΜ και είδε και κάποια αλληλογραφία που υπήρχε σε σχέση με τον κατηγορούμενο, χωρίς πάντως ποτέ να μιλήσει με το τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Από το ηλεκτρονικό αρχείο της ΥΑΜ και μέσα από την προσωπική σελίδα του κατηγορούμενου η οποία και ενημερώνεται από λειτουργούς του Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης με ταυτόχρονη ενημέρωση των ηλεκτρονικών υπολογιστών της υπηρεσίας του, διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος και ενώ βρισκόταν υπό κράτηση δυνάμει διαταγμάτων κράτησης του, αφέθηκε ελεύθερος στις 7/2/2104 μετά από σχετική διαταγή του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Από τότε όμως ο κατηγορούμενος, δεν προχώρησε σε καμία ενέργεια έτσι ώστε να διευθετήσει την άδεια παραμονής του και παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία. Στην αλληλογραφία αυτή δεν υπήρχε οποιαδήποτε κοινοποίηση προς τον κατηγορούμενο για οποιεσδήποτε τυχόν ενέργειες έπρεπε να κάμει για να νομιμοποιήσει την παραμονή του στην Κύπρο, κάτι που σύμφωνα με τον μάρτυρα αποτελεί αποκλειστική υποχρέωση του αλλοδαπού. Ο μάρτυρας αυτός κατάθεσε τα όσα περιήλθαν σε γνώση του μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του. Ήταν όμως φανερό ότι όλα όσα διαπίστωσε για το καθεστώς του κατηγορούμενου, βασίζονταν σε εξ' ακοής και μόνο μαρτυρία αφού όσες πληροφορίες έλαβε προήλθαν από την πιο πάνω αναφερόμενη ιστοσελίδα και κάποια αλληλογραφία, τις οποίες και μελέτησε. Μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32

(1)/04, η εξ' ακοής μαρτυρία, δεν αποκλείεται πλέον για αυτό και μόνο το λόγο. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο θα κρίνει ποια βαρύτητα θα πρέπει να αποδοθεί στην εξ' ακοής μαρτυρία, λαμβάνοντας υπόψη του διάφορους παράγοντες, οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στην εξεταζόμενη περίπτωση τα όσα προβλήθηκαν για το καθεστώς του κατηγορούμενου, βασίσθηκαν σε πληροφορίες που ο μάρτυρας έλαβε από την σχετική ιστοσελίδα και από κάποια αλληλογραφία. Παρόλο που δεν διέκρινα οποιαδήποτε πρόθεση του να αλλοιώσει ή να παραποιήσει τα όσα πληροφορήθηκε, κρίνεται ότι καμία βαρύτητα δεν μπορεί να προσδοθεί στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, γιατί από το σύνολο των περιστάσεων δεν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια συμπέρασμα ότι τα όσα καταγράφονται είτε στην ιστοσελίδα είτε στην αλληλογραφία είναι ορθά, είτε γιατί όντως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, είτε γιατί από την αρχή καταγράφηκαν με τον ορθό τρόπο, είτε γιατί δεν αλλοιώθηκαν εκ των υστέρων, είτε γιατί δεν παρεμβλήθηκε στο μεταξύ οποιοδήποτε άλλο γεγονός, είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Δεν έχει επίσης διευκρινιστεί ο βαθμός της εξ' ακοής αυτής μαρτυρίας για να διαφανεί με ασφάλεια η αλήθεια αυτής. Επειδή λοιπόν τα όσα ανάφερε ο μάρτυρας σε σχέση με το καθεστώς του κατηγορούμενου βασίσθηκαν σε εξ' ακοής και μόνο μαρτυρία, το γεγονός αυτό δεν επιτρέπει να αποδοθεί σε αυτήν οποιαδήποτε βαρύτητα, αφού με τον τρόπο αυτό δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της και το οποιοδήποτε συμπέρασμα θα ήταν άκρως ανασφαλές. Ειδικότερα λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρούσα υπόθεση είναι ποινικής φύσης και το βάρος απόδειξης είναι αυξημένο και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18, Γενικός Εισαγγελέας v. Τάσου Γεωργίου
(2006)2 ΑΑΔ 217). Εν πάση περιπτώσει όμως και επειδή μέρος αυτής, συνάδει με γεγονότα που έχουν γίνει παραδεκτά, το μέρος αυτό, δεν μπορεί παρά να γίνει αποδεκτό. Εξέφρασε περαιτέρω ο μάρτυρας απόψεις ως προς τις υποχρεώσεις του κατηγορούμενου που προκύπτουν από τη νομοθεσία καθώς και άλλα συναφή ζητήματα, απόψεις βέβαια που ως τέτοιες δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές αφού αποτελούν αποκλειστικά έργο του Δικαστηρίου. Η Μ.Κ.3 εργάζεται στο τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η μαρτυρία της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή γιατί δεν ήταν σαφής, ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη. Αυτό πιθανότατα να οφείλεται στο γεγονός ότι η μάρτυρας δεν είχε στην κατοχή της το φάκελο του κατηγορούμενου ο οποίος όπως ανάφερε βρίσκεται στη Νομική Υπηρεσία. Τα όσα προέβαλε βασίζονταν μόνο σε κάποια στοιχεία που είχε στην κατοχή της και τα οποία όμως και όπως διαφάνηκε ήταν περιορισμένα. Εν πάση όμως περιπτώσει δεν ήταν σε θέση να δώσει και δεν έδωσε σαφή και πλήρη εικόνα για το καθεστώς του κατηγορούμενου από την πρώτη στιγμή που αυτός εισήλθε στη Δημοκρατία μέχρι και σήμερα. Ενόψει του γεγονότος αυτού θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασισθώ με ασφάλεια στη μαρτυρία της και να εξαγάγω από αυτήν ασφαλή συμπεράσματα. Μερικά παραδείγματα από τα οποία προκύπτει όχι μόνο μη ολοκληρωμένη αλλά και συγκεχυμένη εικόνα για το καθεστώς του κατηγορούμενου στην Κύπρο, εκτίθενται πιο κάτω. Απορίες δημιουργούνται κατ' αρχήν, από απάντηση που έδωσε κατά την κύρια εξέταση και με την οποία ανάφερε ότι από τις 18/12/2012 που ήταν η τελική απόρριψη της Αναθεωρητικής Αρχής, ο κατηγορούμενος είναι παράνομος στη Δημοκρατία. Και αυτό γιατί όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, δεν κατηγορείται ότι βρισκόταν παράνομα στην Κύπρο από την ημερομηνία αυτή, αλλά ότι βρισκόταν παράνομα από τις 8/2/2014 έως τις 7/9/
  1. Δημιουργείται συνεπώς το ερώτημα εάν η θέση της αυτή ήταν ορθή, τότε γιατί δεν κατηγορείται για όλη αυτή την περίοδο; Ότι από τον ίδιο τον κατηγορούμενο και την οικογένεια του, δεν έχει υποβληθεί καμία αίτηση από τις 8/2/2014 μέχρι τις 7/9/
  2. Παρά τον ισχυρισμό της αυτό, αμέσως μετά προέβαλε ότι στις 10/6/2014 ο κατηγορούμενος υπέβαλε ειδική αίτηση για εργασία και παραμονή. Ενώ αρχικά είπε ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε με ειδική άδεια παραμονής και εργασίας η οποία ανανεωνόταν κανονικά μέχρι τις 17/3/2010, σε άλλο σημείο ανάφερε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που είχε στην κατοχή της όταν ο κατηγορούμενος εισήλθε στη Δημοκρατία «πρέπει να ήταν visitor». Είπε ότι ο κατηγορούμενος και μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του καταχώρησε αίτηση για άσυλο. Δεν μπορούσε όμως και πάλι να προσδιορίσει με ακρίβεια την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Η αίτηση του αυτή απορρίφθηκε και ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση στην Αναθεωρητική Αρχή η οποία και απορρίφθηκε στις 18/12/
  3. Όπως είπε, όταν κάποιος αλλοδαπός καταστεί παράνομος μετά από απόρριψη έφεσης ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, η Αρχή αυτή αποστέλλει στον αλλοδαπό επιστολή με παράλληλη κοινοποίηση της στο τμήμα στο οποίο και η ίδια εργάζεται, δηλαδή στο τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Ήταν βέβαιη ότι τέτοια επιστολή στάληκε και στον κατηγορούμενο. Και αυτό παρά το ότι η επιστολή δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί όπως είπε βρίσκεται στο φάκελο που είναι στη Νομική Υπηρεσία. Η βεβαιότητα της βασιζόταν όπως είπε στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αποτάθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο αλλά και γιατί η ίδια μίλησε με την Αναθεωρητική Αρχή και της το βεβαίωσαν. Παρά τη βεβαιότητα της όμως αυτή, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πότε στάληκε από την Αναθεωρητική Αρχή και πότε παραλήφθηκε από τον κατηγορούμενο. Ερωτώμενη τι περιέχει μια τέτοια επιστολή, απάντησε ότι με αυτήν ο αλλοδαπός πληροφορείται την απόρριψη του αιτήματος που υπέβαλε στην Αναθεωρητική Αρχή και ότι έχει προθεσμία 75 ημερών για να προσφύγει, εάν το επιθυμεί, στο Ανώτατο Δικαστήριο. Δεν μπορούσε όμως να θυμηθεί τι άλλο αναφέρεται σε αυτήν. Στη συνέχεια ερωτήσεων που ακολούθησαν απάντησε ότι «από ότι θυμάμαι η επιστολή του λέει ότι θα πρέπει να αναχωρήσει αλλιώς θα ληφθούν μέτρα εναντίον του». Ερωτώμενη στη συνέχεια για τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται και προβλέπεται στα άρθρα 18 (ο) (δ) έως 18 (π) (στ) και καταλήγει με κοινοποίηση που γίνεται προς τον αλλοδαπό ότι η παραμονή του στην Κύπρο είναι παράνομη και ότι για το λόγο αυτό έχει κάποιες μέρες περιθώριο να εγκαταλείψει τη Δημοκρατία, είπε ότι ως αρμόδια αρχή δεν μπορούν να γνωρίζουν εάν κάποιος αλλοδαπός παραλαμβάνει την επιστολή που του αποστέλλεται. Και αυτό γιατί είναι συνηθισμένο οι αλλοδαποί να αλλάζουν διευθύνσεις, αλλά και γιατί οι επιστολές αυτές αποστέλλονται με απλό ταχυδρομείο. Ούτε και αυτή η επιστολή κατατέθηκε ως τεκμήριο στο Δικαστήριο και η μάρτυρας δεν γνώριζε καν την ημερομηνία αποστολής της. Δεν ήταν σε θέση επίσης να πει εάν μετά τις 8/5/2015, παραδόθηκε στον κατηγορούμενο οποιοδήποτε έντυπο με το οποίο να πληροφορείται το καθεστώς του στην Κύπρο και με το οποίο να του ζητείται όπως εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος οφείλει να εγκαταλείψει την Κύπρο. Είναι προφανές από όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω ότι η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει πλήρη και σαφή εικόνα του καθεστώτος του κατηγορούμενου στην Κύπρο, ούτε και για τις ενέργειες των αρχών της Δημοκρατίας και για αυτό και η μαρτυρία της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, εκτός μόνο του μέρους εκείνου που συνάδει με τα γεγονότα που έγιναν παραδεκτά και από τα οποία προκύπτει το καθεστώς του κατηγορούμενου στην Κύπρο και ειδικότερα από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και 2 που δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Μετά την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία αυτός επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει, παρατηρώντας το ύφος και τη συμπεριφορά του έχω πεισθεί ότι αυτός ήταν ειλικρινής και μαρτύρησε μόνο την αλήθεια και για αυτό η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Κάποιες αντιφάσεις που εντοπίζονται στη μαρτυρία του κρίνονται ανίκανες να κλονίσουν την αξιοπιστία του, καθότι θεωρώ ότι δεν προήλθαν λόγω ηθελημένης προσπάθειας για παραποίηση της αλήθειας, αλλά ίσως λόγω μη αντίληψης της ερώτησης. Η ουσία των όσων προέβαλε ήταν ότι ανέμενε να πληροφορηθεί από τις αρμόδιες αρχές τι έπρεπε να πράξει για να νομιμοποιήσει την εδώ παραμονή του. Δεδομένων των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ο κατηγορούμενος ο οποίος κατάγεται από τη Βοσνία εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία το 2003, όπου και μέχρι σήμερα παραμένει με τη σύζυγο του και τα δύο τους παιδιά. Τον Απρίλιο του 2005 αιτήθηκε πολιτικό άσυλο και τον Ιούνιο του 2005 άδεια προσωρινής παραμονής. Η άδεια παραμονής που εξασφάλισε και μετά από διαδοχικές παρατάσεις βρισκόταν σε ισχύ μέχρι τις 17/3/
  4. Η αίτηση του να του παρασχεθεί πολιτικό άσυλο απορρίφθηκε στις 20/5/
  5. Στις 18/10/2012 απορρίφθηκε επίσης και η διοικητική προσφυγή που ακολούθησε στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων. Εναντίον της απόφασης αυτής, ο κατηγορούμενος καταχώρησε την προσφυγή 130/13 στο Ανώτατο Δικαστήριο η οποία ακόμα εκκρεμεί. Στις 8/3/2013 το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ζήτησε από τον κατηγορούμενο όπως άμεσα διευθετήσει τα της αναχώρησης του από την Κύπρο. Στις 9/4/2013 ο κατηγορούμενος συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης παραμονής. Στις 10/4/2013 εκδόθηκε διάταγμα κράτησης και απέλασης του κατηγορουμένου, της συζύγου του και του μεγαλύτερου παιδιού τους. Μετά όμως από την αίτηση Habeas Corpus Αρ. 197/2013 που υπέβαλε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διατάχθηκε στις 19/12/2013 η άμεση απελευθέρωση του. Αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, ο κατηγορούμενος επανασυνελήφθη εντός του χώρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την επίκληση της έκδοσης νέων ενταλμάτων κράτησης και απέλασης που εκδόθηκαν την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 19/12/
  6. Και τα διατάγματα αυτά προσέβαλε ο κατηγορούμενος με νέα αίτηση Habeas Corpus Αρ. 2/
  7. Και η αίτηση αυτή είχε επιτυχή κατάληξη, με αποτέλεσμα να διαταχθεί και πάλι η άμεση απελευθέρωση του στις 7/2/
  8. Στη συνέχεια βρισκόταν σε αναμονή για να πληροφορηθεί από τις αρμόδιες αρχές τι έπρεπε να πράξει για να νομιμοποιήσει την παραμονή του στη Δημοκρατία. Στις 7/9/2014 επανασυνελήφθη για διάφορες τροχαίες παραβάσεις και στη συνέχεια και για το αδίκημα της παράνομης παραμονής. Στις 15/9/2015, απέστειλε στο Υπουργικό Συμβούλιο επιστολή με την οποία ζητά να του παραχωρηθεί άδεια παραμονής η οποία ακόμα εκκρεμεί. Ο Νόμος που δημιουργεί το αδίκημα που αποδίδεται στον κατηγορούμενο στα πλαίσια του οποίου πρέπει να εξετασθούν τα εγειρόμενα ζητήματα, είναι ο Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμος, Κεφ.105 όπως έχει τροποποιηθεί. Όπως λέχθηκε στην Αίτηση του Teimuraz Bochorishvili, Πολιτ. Αιτ. 38/12 ημερομηνίας 2/5/2012, «Ο τροποποιητικός Νόμος αρ. 153(Ι)/2011 του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεων Νόμου, Κεφ. 105, ενσωμάτωσε σε αυτόν την Οδηγία 2008/114/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες σε κράτη-μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών». Η εξεταζόμενη περίπτωση δεν είναι αυτή που αντιμετωπίζουν τα Δικαστήρια σχεδόν καθημερινά όπου κάποιος αλλοδαπός ο οποίος εισήλθε νόμιμα στη Δημοκρατία συλλαμβάνεται να παραμένει παράνομα σε αυτήν, μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του, οπόταν και προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου για το αδίκημα της παράνομης παραμονής. Και αυτό γιατί ο κατηγορούμενος συνελήφθη και προηγουμένως για το συγκεκριμένο αδίκημα, αφού και όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, αυτό έγινε και στις 9/4/2013, με αποτέλεσμα στις 10/4/2013 να εκδοθεί διάταγμα κράτησης και απέλασης του. Μετά όμως από διαταγή του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε αίτηση που ο κατηγορούμενος υπέβαλε για Habeas Corpus, διατάχθηκε στις 19/12/2013 η άμεση απελευθέρωση του. Παρά τη διαταγή αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος επανασυνελήφθη την ίδια ημερομηνία καθότι νέα εντάλματα κράτησης και απέλασης του εκδόθηκαν και πάλι την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 19/12/
  9. Και πάλι ο κατηγορούμενος υπέβαλε νέα αίτηση για Habeas Corpus, με αποτέλεσμα και για δεύτερη φορά να διαταχθεί η άμεση απελευθέρωση του στις 7/2/
  10. Ενόψει των πιο πάνω και του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος προφανώς τέθηκε υπό κράτηση για σκοπούς επαναπατρισμού, αυτό που οι αρμόδιες αρχές όφειλαν να πράξουν ήταν να ακολουθήσουν σύμφωνα και με τις πρόνοιες του άρθρου 18 ΟΕ του Νόμου, τη διαδικασία που ακολουθείται για υπηκόους τρίτης χώρας που παράνομα παραμένουν στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και είναι αυτή που προνοείται στα άρθρα 18 ΟΔ-18ΠΘ του Νόμου. Τίθενται βέβαια από το Νόμο κάποιες εξαιρέσεις στις οποίες όμως δεν έχει διαφανεί από τη μαρτυρία να συντρέχουν στην παρούσα περίπτωση και ούτε έγινε σχετική επίκληση από την κατηγορούσα αρχή. Στην παρούσα περίπτωση, οι αρχές όφειλαν να ακολουθήσουν τη διαδικασία που προνοείται από το Νόμο και εκτίθεται πιο πάνω και να εκδώσουν γραπτώς απόφαση απομάκρυνσης του κατηγορούμενου και σε αυτή να συμπεριλάβουν τους νοµικούς αλλά και τους πραγµατικούς λόγους της απόφασης για την απομάκρυνση του. Όφειλαν παράλληλα, να τον πληροφορούν και για τα ένδικα µέσα που είχε στη διάθεση του, κάτι που δεν έχει διαφανεί από τη μαρτυρία να έχουν πράξει. Οι περιστάσεις της υπόθεσης είναι τέτοιες που επέβαλλαν στις αρμόδιες αρχές να λάβουν μέτρα και να ενημερώσουν τον κατηγορούμενο για την υποχρέωση του να εγκαταλείψει την Κύπρο. Αυτό όμως οι αρχές της Δημοκρατίας παρέλειψαν να το πράξουν. Και τούτο μάλιστα παρά το γεγονός ότι όχι μόνο είχαν συλλάβει και προηγουμένως τον κατηγορούμενο, αλλά τον είχαν μάλιστα υπό κράτηση για μακρύ χρονικό διάστημα χωρίς να προχωρήσουν στη διαδικασία που ορίζεται από το Νόμο. Εφόσον λοιπόν ο κατηγορούμενος βρισκόταν υπό κράτηση για σκοπούς επαναπατρισμού του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα όφειλαν οι αρμόδιες αρχές να ακολουθήσουν τη πιο πάνω διαδικασία. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.