← Κύπρος

ΒΑΣΩ ΕΛΙΣΣΑΙΟΥ ν. ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Αρ. Υποθ.: 4809/14, 2/12/2015

ΒΑΣΩ ΕΛΙΣΣΑΙΟΥ ν. ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Αρ. Υποθ.: 4809/14, 2/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 4809/14 ΒΑΣΩ ΕΛΙΣΣΑΙΟΥ εναντίον ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Κατηγορουμένου --------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 2 Δεκεμβρίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος. Γαβριηλίδης Για τον Κατηγορούμενο: κος. Κονναρής Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 3 κατηγορίες. Δύο

(2)για το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και μία
(1)για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρυσμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 03/11/2013 στην Λεμεσό εξέδωσε την επιταγή με αρ. 11658915 της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) δια το ποσόν των €9000 έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος. Η εν λόγω επιταγή αφού παρουσιάστηκε, δεν ετιμήθηκε καθ' ότι ο εκδότης της επιταγής ήτοι ο κατηγορούμενος ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής άνευ ευλόγου αιτίας κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη παρόλο ότι παρήλθε η χρονική περίοδος των 15 ημερών απο την ημέρα παρουσιάσεως στην τράπεζα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 03/11/2013 στην Λεμεσό εξέδωσε την επιταγή με αρ. 11658914 της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) δια το ποσόν των €1000 έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος. Η εν λόγω επιταγή αφού παρουσιάστηκε, δεν ετιμήθηκε καθ' ότι ο εκδότης της επιταγής ήτοι ο κατηγορούμενος ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής άνευ ευλόγου αιτίας κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη παρόλο ότι παρήλθε η χρονική περίοδος των 15 ημερών απο την ημέρα παρουσιάσεως στην τράπεζα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας (5ης ως αναγράφεται στο κατηγορητήριο καθότι σημειώνω ότι οι κατηγορίες 3η, 4η και 6η επί του κατηγορητηρίου αποσύρθηκαν σε στάδιο πριν την ακροαματική διαδικασία) ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 08/11/2013 στην Λεμεσό εξέδωσε την επιταγή με αρ. 11658920 της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) δια το ποσόν των €9000 έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος. Η εν λόγω επιταγή αφού παρουσιάστηκε, δεν ετιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του κατηγορούμενου και επιστράφηκε στην παραπονούμενη με την ένδειξη «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ - ΜΗ ΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ». Ο κατηγορούμενος παρέλειψε να τιμήσει την επιταγή αυτή, η οποία παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών απο της παρουσιάσεως της στην Τράπεζα για εξαργύρωση. Μετά την καταχώρηση μή παραδοχής σε όλες τις κατηγορίες η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν συνολικά 2 μάρτυρες κατηγορίας, η παραπονούμενη και μια τραπεζιτική υπάλληλος. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσηση της Κατηγορούσας Αρχής, και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου ενώ δεν κάλεσε οποιοδήποτε άλο μάρτυρα για την υπεράσπιση του. Περαιτέρω κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνολικά 8 τεκμήρια. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων που ενώπιον μου κατέθεσαν βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τις θέσεις τους. Όλα όσα έχουν αναφέρει βρίσκονται καταγεγραμμένα στο πρακτικό του Δικαστηρίου, έχουν μελετηθεί δεόντως και λήφθηκαν υπόψη για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν αυτολεξεί ή να παρατεθούν αυτούσια. Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Ξεκινώντας με την ΜΚ1, την παραπονούμενη Βάσω Ελισσαίου, η οποία για σκοπούς κατάθεσης της, κατέθεσε στο Δικαστήριο το Έγγραφο Α, γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Η παραπονούμενη ΜΚ1, δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η παραπονούμενη αναφέρθηκε ιδιαίτερα κατά την κυρίως εξέταση της σε γεγονότα με αναφορές κατά τρόπο αόριστο και γενικό. Η όλη εκδοχή της για ζητήματα που άπτονται των ουσιωδών ζητημάτων, περιλαμβανομένων και των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων, δεν βασίζεται σε αναφορές λεπτομερείς είναι δε σε τέτοιο βαθμό γενικές που αφήνουν σοβαρά ερωτηματηματικά ως προς την αλήθεια των όσων λέει. Εξηγώντας την πιο πάνω θέση και κατάληξη μου επισημαίνω τα ακόλουθα: Η όλη εκδοχή της παραπονουμένης είναι ότι σε «κάποια δεδομένη χρονική στιγμή», ως αυτολεξεί αναφέρει, κάποιο πρόσωπο ονόματι κα. Δέσπω, η οποία σημειώνω παρέμεινε χωρίς επίθετο και οποιαδήποτε άλλη αναφορά, της ζήτησε να της δανείσει το ποσό των €19.000= λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Σύμφωνα με την ΜΚ1 το ποσό αυτό που ισχυρίζεται ότι δάνεισε στην Δέσπω θα της επιστρεφόταν μέσω του θείου της με την έκδοση των επίδικων επιταγών. Σύμφωνα με την ίδια αφού πείσθηκε να δανείσει αυτό το ποσό στην Δέσπω την οποία γνώριζε, ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις επίδικες επιταγές τις οποίες παρέδωσε στην Δέσπω και αυτή με την σειρά της στην ίδια την παραπονούμενη για εξόφληση του ισχυριζόμενου χρέους. Η ίδια κατέθεσε τις επιταγές οι 2 εκ των οποίων επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω ανάκλησης της πληρωμής τους, η δε 3η λόγω έλλειψης διαθεσίων κεφαλαίων. Σύμφωνα με την ΜΚ1, επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο, ο οποίος την διαβεβαίωσε ότι θα την πλήρωνε είτε ο ίδιος είτε ο πατέρας της Δέσπως, πράγμα που μέχρι σήμερα δεν έγινε. Συνεχίζοντας την κυρίως εξέταση της η παραπονούμενη ανάφερε ότι οι επιταγές της δόθηκαν υπογεγραμμένες και συμπληρωμένες και αυτή ενέγραψε σε αυτές μόνο το όνομα της. Τον κατηγορούμενο τον γνώρισε όταν η Δέσπω της έδωσε τις επιταγές και της τον σύστησε ως τον θείο της. Συνέχισε λέγοντας ότι για τις επιταγές αυτές παραπονέθηκε στην αστυνομία για να ληφθούν μέτρα και να τις εισπράξει. Αντεξεταζόμενη η παραπονούμενη επέμεινε ότι το ποσό που δάνεισε στην Δέσπω ανερχόταν στις €19.000= ενώ όταν της υποδείχθηκε και άλλη επιταγή επ' ονόματι της (Τεκμ.4) για ποσό €1.000= ανέφερε ότι δεν την απέκρυψε αλλά αυτήν την πλήρωσε η Δέσπω. Επέμεινε δε ότι το ποσό των €19.000= το δάνεισε σε μια περίπτωση ενώ σε μια άλλη δάνεισε το ποσό των €1000= το οποίο και της αποπλήρωσε η Δέσπω. Η παραπονούμενη σε πολλά σημεία της αντεξέτασης της απέφευγε να απαντήσει στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν και προς τούτο υπέβαλε η ίδια ερωτήσεις στον συνήγορο υπεράσπισης. Για παράδειγμα όταν ερωτήθηκε εάν κατέθεσε όλες τις επιταγές την ίδια ημέρα στην Τράπεζα απάντησε «Τι σχέση έχει το ένα γεγονός με το άλλο». Με την Δέσπω ανέφερε ότι έχει επικοινωνία ενώ τα λεφτά ισχυρίζεται ότι τα παρέδωσε στην Λάρνακα, τις δε επιταγές τις της έδωσε η ίδια η Δέσπω στην παρουσία του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με την παραπονούμενη, το γεγονός της μη πληρωμής των επιταγών καταγγέλθηκε από την ίδια στο ΤΑΕ Λάρνακας και Λευκωσίας τον Αύγουστο του
  1. Η δήλωση της αυτή έγινε μετά την υποβολή από τον συνήγορο υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος κατήγγειλε κλοπή των επιταγών του τον Δεκέμβριο του
  2. Ακολούθησε βεβαίως η θέση της ότι ενδεχομένως να μην ήταν Αύγουστος ήταν όμως «καλοκαιρινές ημέρες». Βεβαίως εύλογη ήταν η απορία του συνηγόρου Υπεράσπισης πως είναι δυνατό να ήταν Αύγουστος ή έστω καλοκαιρινές ημέρες που έγινε η καταγγελία εφόσον οι επιταγές ήταν πληρωτέες τον Νοέμβριο του
  3. Στο εύλογο αυτό ερώτημα η παραπονούμενη παρέπεμψε σε ένα όνομα μιας κοπέλας στο ΤΑΕ είτε Λάρνακας είτε Λευκωσίας ουσιαστικά αποφεύγοντας να απαντήσει. Με αναφορά στα τεκμήρια 1 και 2 και στο ερώτημα γιατί να της δοθούν 2 επιταγές ίδιας ημερομηνίας και όχι 1 για ολόκληρο το ποσό η παραπονούμενη δήλωσε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει. Η θέση της υπεράσπισης μέσα από τις υποβολές προς την ΜΚ1 ήταν ότι οι επιταγές εκλάπησαν από το βιβλιάριο επιταγών του κατηγορούμενου, οι 2 ήταν ήδη υπογεγραμμένες από τον ίδιο γιατί προορίζονταν για προμηθευτές του ενώ η 3η ήταν ασυμπλήρωτη γι' αυτό και η υπογραφή επ' αυτής διαφέρει από τις άλλες
  4. Η ανάκληση για τις πρώτες 2 έγινε 2 μέρες μετά την ημερομηνία που ήταν πληρωτέες ενώ για την 3η επειδή δεν ήταν συνεχής η αρίθμηση της με τις άλλες 2, μετέπειτα εντοπίστηκε, ότι έλειπε από το βιβλιάριο. Στις θέσεις αυτές που της υποβλήθηκαν η ΜΚ1 δήλωσε την άρνηση της και επέμεινε στα γεγονότα ως η ίδια τα ανέφερε. Τις επιταγές τις έλαβε χωρίς να αναγράφουν το όνομα της γιατί της είπαν να το γράψει η ίδια ενώ επιμένει ότι τις επίδικες επιταγές τις παρέλαβε την ίδια ημέρα του Αυγούστου του 2013 που παρέδωσε και τα χρήματα στην Δέσπω. Στην υποβολή ότι αυτό αποκλείεται καθότι οι 3 επιταγές δεν έχουν συνεχή αρίθμηση απάντησε ότι αυτό αφορά τον κατηγορούμενο ο οποίος τις παρέδωσε με αυτό τον τρόπο και χωρίς να κρατά βιβλιάριο επιταγών. Περαιτέρω αρνήθηκε ότι έλαβε τηλεφώνημα από το ΤΑΕ για την διερεύνηση της καταγγελίας για κλοπή των επιταγών. Αναφορικά με την έκδοση των επιταγών και κατά πόσο αυτές εκδόθηκαν μπροστά της η ΜΚ1 απάντησε: «Όχι ήταν μπροστά ο εκδότης». Καμία θετική μαρτυρία περί της έκδοσης των επιταγών ενώπιον της αλλά επιμένει ότι τις έλαβε στην παρουσία του. Τον κατηγορούμενο τον είδε μια φορά το 2013 αλλά επέμεινε ότι του μίλησε πολλές φορές στο τηλέφωνο ενώ στην υποβολή ότι δεν είναι θείος της Δέσπως απάντησε ότι «Δεν το ξέρω αυτό». Τον αριθμό του τηλεφώνου του κατηγορούμενου της το έδωσε ο ίδιος. Η όλη στάση της ΜΚ1 στο εδώλιο του μάρτυρα χαρακτηρίζεται από αοριστίες, ασάφειες και γενικότητες. Η όλη μαρτυρία της σε σχέση με τα ισχυριζόμενα γεγονότα δεν αντέχει στην βάσανο της λογικής. Στα εύλογα ερωτήματα που της τέθηκαν για τις ίδιες τις επιταγές, και συγκεκριμένα για τις αναντίλεκτα διαφορετικές υπογραφές επ' αυτών, απαντούσε χωρίς συγκεκριμένη πορεία και θέση αλλά γενικά και με αοριστία με σκοπό να αποφύγει να δώσει συγκεκριμένες απαντήσει και ενδεχομένως να αποκρύψει την όλη αλήθεια. Η όλη στάση και συμπεριφορά της δεν δημιούργησε την εικόνα ενός προσώπου που προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της παρέμεινε αναπάντητη σωρεία ευλόγων ερωτημάτων όπως: - Υπό ποιες ακριβώς συνθήκες δάνεισε σε ένα πρόσωπο, την κα. Δέσπω ποσό τουλάχιστον 20.000€ χωρίς να μπορεί να αναφέρει τίποτε άλλο πέραν του μικρού ονόματος της. - Πως προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία τον Αύγουστο του 2013 για την μη τίμηση των επιταγών, ή αργότερα του Αυγούστου αλλά σε καλοκαιρινές ημέρες, ενώ οι επιταγές ήταν πληρωτέες πολύ μεταγενέστερα, τον Νοέμβριο του
  5. - Γιατί δεν παρουσίασε ως μάρτυρα κατηγορίας το πρόσωπο αυτό, ήτοι την κα. Δέσπω, βασικό πρόσωπο και μάρτυρα κλειδί για την στήριξη των όσων αυτή αναφέρει ως πραγματικά γεγονότα. - Γιατί δεν διερωτήθηκε κατά την παραλαβή των επιταγών ότι αυτές μεταξύ τους, ενώ εκδόθηκαν κατ' ισχυρισμό της από το ίδιο πρόσωπο, έφεραν εμφανώς διαφορετικές υπογραφές, κάποια στοιχεία αναγράφονται στα ελληνικά και κάποια στα αγγλικά ενώ η αρίθμηση μεταξύ τους δεν είναι συνεχής. Όλα τα πιο πάνω εύλογα ερωτήματα δεν μπορούν μέσα από την μαρτυρία της ΜΚ1 να βρουν απάντηση ενώ οι απαντήσεις που επιχειρήθηκαν να δοθούν δεν βρίσκουν έρεισμα στην λογική, είναι δε στοιχεία που δημιουργούν ευλόγως έντονες αμφιβολίες για την λογική των πραγμάτων και την πλήρη αλήθεια. Ως εκ τούτου και με βάση τα όσα ανωτέρω προσπάθησα να αναλύσω απορρίπτω την μαρτυρία της παραπονούμενης στην ολότητα της ως αναξιόπιστη. Ως ΜΚ2 παρουσιάστηκε η κα. Μαρία Μάτσα, τραπεζιτική υπάλληλος. Η μαρτυρία της, γίνεται αποδεκτή. Η μάρτυρας αυτή εργάζεται στο τραπεζιτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και απάντησε ότι γνώριζε με βάση τα καθήκοντα της και τα στοιχεία που είχε για τις επίδικες επιταγές. Δεν είχε προσωπικό συμφέρον και δεν χωρεί αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Κατά την εξέταση της ανέφερε ότι η επιταγή Τεκμ. 2 ανακλήθηκε στις 23/10/2013 με λόγο την οικονομική διαφορά με τον δικαιούχο ενώ το Τεκμ. 1 ανακλήθηκε για τον ίδιο λόγο την ίδια ημερομηνία. Για την επιταγή Τεκμ. 3 ανέφερε ότι υπάρχουν διάφορες σφραγίδες και κατέθεσε ως Τεκμήριο κατάσταση του επίδικου λογαριασμού για την περίοδο από τις 4/11/2013 μέχρι και τις 31/12/
  6. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι στα πλαίσια αστυνομικής έρευνας της ζητήθηκαν και παρουσίασε αντίγραφα των επίδικων επιταγών και κατάσταση λογαριασμού. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 ανέφερε ότι έγινε και σε άλλη περίπτωση ανάκληση επιταγών, στις 16/12/2013 με αιτιολογία την κλοπή. Σε ερώτηση για τις υπογραφές επί των επιταγών η ΜΚ2 ανέφερε ότι η υπογραφή επί των Τεκμηρίων 1 και 2 δεν είναι η ίδια με την υπογραφή που έχουν στα αρχεία τους ως δείγμα (Τεκμήρια 5 και 6) ενώ στο ερώτημα γιατί δεν σφραγίστηκαν οι επιταγές με την ένδειξη ότι η υπογραφή διαφέρει απάντησε ότι η ανάκληση είναι ισχυρότερος λόγος ενώ ανέφερε ότι εάν δεν υπήρχε ανάκληση πληρωμής θα επικοινωνούσαν με τον εκδότη να ρωτήσουν εάν πράγματι εξέδωσε τις επιταγές αυτές. Ερχόμενος τώρα στον κατηγορούμενο, ο οποίος όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του. Σε γενικές γραμμές άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν αμέσως, με ευθύτητα, φυσικότητα και χωρίς δισταγμό. Εν πάση περιπτώσει δεν διέκρινα σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του προσπάθεια από πλευράς του να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια, ούτε και έχει κρίνω κλονιστεί η αξιοπιστία του μέσα από την αντεξέταση του. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου αφορά τα κάτωθι κύρια σημεία: Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει την παραπονούμενη. Αναφορικά με τις επίδικες επιταγές αναγνώρισε την υπογραφή του επί του τεκμηρίου 3 ενώ για τα τεκμήρια 1 και 2 δήλωσε ότι δεν υπογράφηκαν από τον ίδιο. Σε σχέση με την δήλωση στην ανάκληση των επιταγών περί οικονομικής διαφοράς με τον δικαιούχο, ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι αντιλήφθηκε ότι έλειπαν από το βιβλιάριο και δεν τις είχε δώσει ο ίδιος ενώ καμία σχέση δεν είχε με την παραπονούμενη. Δεν ανέφερε την αιτιολογία της κλοπής γιατί ήταν με την εντύπωση ότι τις έδωσε σε προμηθευτή του και τον ρώτησε πρώτα αλλά έλαβε αρνητική απάντηση. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο το τεκμ. 8 φέρει ημερομηνία ανάκλησης την 16/12/2013 μεταγενέστερα της ημερομηνίας πληρωμής της επιταγής τεκμ. 3 γιατί δεν χρησιμοποιεί βιβλιάριο επιταγών και δεν πρόσεξε ότι έλειπαν από αυτό 10 - 15 επιταγές. Όταν το αντιλήφθηκε πήγε στην τράπεζα τις ανακάλεσε και την επόμενη ημέρα 17/12/2013 κατήγγειλε στην αστυνομία κλοπή επιταγών. Δεν μπορεί να γνωρίζει ποιος τις έκλεψε αλλά όταν ήρθε στο Δικαστήριο άκουσε ότι η παραπονούμενη είπε ότι τις πήρε από κάποια κα. Δέσπω, την οποία, γνώριζε επειδή εργαζόταν μαζί του σε μια εταιρεία ως καθαρίστρια και είχε πρόσβαση σε όλα τα σημεία και την οποία απέλυσαν από την δουλειά καθότι έκλεψε και από άλλους συναδέλφους μετρητά. Για το σύνολο των 10 - 15 επιταγών που ανακάλεσε ουδεμία άλλη υπόθεση αντιμετώπισε και καμία εξ΄ αυτών δεν εξέδωσε ο ίδιος. Για την δική του καταγγελία έδωσε ήδη κατάθεση στην Αστυνομία αλλά ουδέποτε κλήθηκε από την αστυνομία για να δώσει κατάθεση για την ισχυριζόμενη καταγγελία της παραπονούμενης. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και η αξιοπιστία του κρίνω ότι δεν κλονίστηκε. Αντίθετα έδωσε την εικόνα ενός προσώπου που προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως πιο πάνω αναλύθηκε καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: - Ο κατηγορούμενος σε άγνωστη περίοδο κατά το έτος 2013 είχε στην κατοχή του βιβλιάριο επιταγών από τραπεζιτικό λογαριασμό που διατηρούσε επ' ονόματι του στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Κύπρου. - Η παραπονούμενη είχε στην κατοχή της τις 3 επίδικες επιταγές, οι 2 εκ των οποίων υπεγράφησαν από τον κατηγορούμενο ενώ η 3η όχι. - Άγνωστος παρέμεινε ο τρόπος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η παραπονούμενη παρέλαβε και κατείχε τις εν λόγω επιταγές. - Οι εν λόγω επιταγές κατατέθηκαν την ημερομηνία που αυτές ήταν πληρωτέες στο τραπεζιτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκαν και οι δε επιταγές Τεκμήρια 1 και 2 επεστράφησαν απλήρωτες με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ - STOP PAYMENT» ενώ η επιταγή Τεκμ. 3 επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «ΑΠΟΤΑΘΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ - ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ». - Ο κατηγορούμενος ανακάλεσε τις εν λόγω επιταγές στις 23/10/2013 τα τεκμήρια 1 και 2 και στις 16/12/2013 το τεκμήριο 3. - Ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει την παραπονούμενη και δεν είχε οποιαδήποτε συμβατική ή άλλη σχέση μαζί της. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Με βάση τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω αν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω ο κατηγορούμενος κατηγορείται στις κατηγορίες 1 και 2 για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154 από το λεκτικό του οποίου ως αυτό έχει ερμηνευθεί στην Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου Ποινική Έφεση 94/2005 ημερομηνίας 24.3.06 προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο
  2. Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Στην 3η κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται με βάση το άρθρο 305Α
(1)από το οποίο συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, τα κατατεθέντα τεκμήρια και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ανωτέρω είναι φανερό ότι δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε και παρέδωσε προς την παραπονούμενη τις επίδικες επιταγές τεκμήρια 1, 2 και
  1. Τα λοιπά συστατικά στοιχεία όπως η ανάκληση των τεκμηρίων 1 και 2, η μη πληρωμή λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων έχουν αποδειχθεί και δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο, όμως η καταδίκη απορρέει αυστηρά από την σωρευτική συνύπαρξη όλων των συστατικών στοιχείων μιας κατηγορίας. Με δεδομένη την απόρριψη της μαρτυρίας της παραπονούμενης στο σύνολο της ως αναξιόπιστη κρίνω ότι ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ενώπιον μου που να δύναται να ληφθεί υπόψη η οποία να συνηγορεί στην απόδειξη του πολύ ουσιαστικού στοιχείου και για τις 2 κατηγορίες του άρθρου 305 Α, αυτού της έκδοσης της επιταγής. Συνεπώς όλες οι κατηγορίες είναι καταδικασμένες σε απόρριψη. Εν συνεχεία των ανωτέρω κρίνω εύλογο να αναφερθώ και στην υπεράσπιση που προκύπτει από το εδάφιο 2 του άρθρου 305(Α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και αφορά τις κατηγορίες 1 και
  2. Το βάρος απόδειξης υπεράσπισης που δημιουργείται είτε από το Νόμο είτε από το Κοινοδίκαιο έχει ο κατηγορούμενος με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Ζαβός ν. Αστυνομίας
(1963)1 CLR 57, Ταραπουλούζης ν. Έπαρχος Λευκωσίας
(1962)CLR 91, Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(1980)2 CLR 10, Cross on evidence 4η έκδοση σελ. 85-87, Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 108, GP Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία και Γεώργιος Εργατίδης ν. Αστυνομία Ποιν. Έφ. 6138 και 6139 αντίστοιχα, ημερ. 19.6.97 και Ν. C. Diamonds Co Ltd και Χρίστου Γεωργίου Ποιν. Έφ. 7105, ημερ. 11.12.01). Η υπεράσπιση όμως αυτή ενεργοποιείται και χρήζει εξέτασης όταν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας το βάρος απόδειξης των οποίων συνεχίζει να έχει η Κατηγορούσα Αρχή. Συνεπώς και με δεδομένο ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την έκδοση των επίδικων επιταγών, η εξέταση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας για τις 2 κατηγορίες παρέλκει. Κατάληξη Κατά συνέπεια για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορούμενου, τον οποίο απαλλάσσω και αθωώνω εν σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του κατηγορούμενου και εναντίον του παραπονούμενου όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.