← Κύπρος

Δήμος Λεμεσού ν. Γιώργος Χριστοφόρου, Αρ.Υπόθ.: 17742/15, 8/12/2015

Δήμος Λεμεσού ν. Γιώργος Χριστοφόρου, Αρ.Υπόθ.: 17742/15, 8/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B157 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ.Υπόθ.: 17742/15 Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Προσ.Ε.Δ Δήμος Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Γιώργος Χριστοφόρου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 8 Δεκεμβρίου, 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος. Αποστολίδης Κατηγορούμενος: Παρών - Εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex - tempore) Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος να σημειωθεί χειρίστηκε προσωπικά την υπεράσπιση του, αντιμετωπίζει κατηγορία παρακώλυσης κυκλοφορίας κατά παράβαση του Καν. 58

(10)(α) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο: «Ο κατηγορούμενος στις 30/04/15 εντός των Δημοτικών ορίων του Δήμου Λεμεσού, ενώ είχε τον έλεγχο του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής KQS141, σε δρόμο, δηλαδή στην οδό Θεσσαλονίκης, στάθμευσε τούτο σε σημείο της ως άνω οδού κατά τέτοιο τρόπο ώστε παρακώλυε την κυκλοφορία.» Περαιτέρω σύμφωνα με τις ίδιες λεπτομέρειες αφού του επιδόθηκε η προβλεπόμενη «ειδοποίηση» παρέλειψε να πληρώσει το εκεί αναφερόμενο εξώδικο πρόστιμο εντός 30 ημερών εξ' ού και η παρούσα υπόθεση. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον τροχονόμο αρ.5 Ε. Ιωάννου (ΜΚ1). Ο ΜΚ1 στη μαρτυρία του ανέφερε ότι κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, περί τις 1000, βρισκόταν σε περιπολία στην περιοχή Πενταδρόμου, Αγ. Ζώνης και παρόδων όταν παρατήρησε, στην οδό Θεσσαλονίκης , οδός εντός του Δήμου Λεμεσού (κατατέθηκε σχετικά το τεκμήριο 1) και του τομέα ευθύνης του, ότι τα οχήματα στο ένα ρεύμα κυκλοφορίας κινούνταν με δυσκολία. Αφού σταμάτησε για να ελέγξει το χώρο, διαπίστωσε ότι η κυκλοφοριακή συμφόρηση οφειλόταν στο γεγονός ότι στην μια πλευρά του δρόμου, αυτή που υπήρχε το πρόβλημα, υπήρχε σταθμευμένο όχημα στην άκρη με αρ. εγγραφής KQS141 το οποίο εμπόδιζε την ομαλή και κανονική διέλευση των οχημάτων. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας, το κυκλοφοριακό πρόβλημα δημιουργήθηκε διότι, λόγω της παρουσίας του εν λόγω σταθμευμένου οχήματος στην μια πλευρά του δρόμου, τα οχήματα που κινούνταν σε εκείνη την λωρίδα του δρόμου, αναγκάζονταν να σταματούν μέχρις ότου περάσουν τα οχήματα που έρχονταν από την αντίθετη λωρίδα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, για να επιλύσει το πρόβλημα, αναγκάστηκε να προβεί ο ίδιος σε ρυθμιστικές της τροχαίας κίνησης, ενέργειες και ταυτόχρονα περίμενε να δει μήπως μπορούσε να εντοπίσει τον οδηγό του, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Μετά πάροδο 10 λεπτών περίπου και αφού δεν εντοπίστηκε ο οδηγός του εν λόγω οχήματος, προέβη σε καταγγελία του για παρακώλυση της κυκλοφορίας μεταξύ των ωρών 1015-1030, εκδίδοντας σχετικό εξώδικο για το ποσό των €50 το οποίο τοποθέτησε στον ανεμοθώρακα του παρανομούντος οχήματος. Από έρευνες στις οποίες ο μάρτυρας προέβη, όταν παρήλθε η ημερομηνία πληρωμής του εξωδίκου, διαπίστωσε ότι ιδιοκτήτης του οχήματος ήταν κάποια κα Χαρίκλεια με την οποία ο μάρτυρας ανέφερε ότι επικοινώνησε για να την ενημερώσει για την καταγγελία. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η κα Χαρίκλεια τον ενημέρωσε ότι είναι μεν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτης του οχήματος, όμως το όχημα της οδηγείται από τον υιό της Γιώργο Χριστοφόρου, τον κατηγορούμενο, του οποίου τα στοιχεία επικοινωνίας έδωσε στον μάρτυρα. Όταν επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο τελευταίος παραδέχτηκε ότι ήταν το πρόσωπο που στάθμευσε το όχημα στην οδό Θεσσαλονίκης την επίδικη ημερομηνία και ώρα όμως ισχυρίστηκε ότι δεν παρακώλυε την κυκλοφορία. Το εξώδικο που εξέδωσε σε σχέση με το επίμαχο όχημα, το οποίο ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 2, δεν έχει μέχρι σήμερα πληρωθεί, εξ' ού και η παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, η εν λόγω οδός, είναι εξαιρετικά πολυσύχναστος δρόμος, καθώς εκεί υπάρχουν αρκετές κλινικές και ιατρεία καθώς και δρομολόγιο μικρών λεωφορείων. Ο μάρτυρας ανέφερε περαιτέρω ότι το συγκεκριμένο σημείο που στάθμευσε ο κατηγορούμενος το όχημα του, είναι το στενότερο σημείο της επίμαχης οδού, έχει πλάτος 6,80μ και ότι σε κοντινή απόσταση από το σημείο, ο Δήμος, σε αντίθεση με το επίδικο σημείο, έκρινε ότι θα μπορούσαν να σταθμεύουν οχήματα χωρίς να εμποδίζουν την κυκλοφορία, οπόταν και είχε εγκαταστήσει παρκόμετρα για το σκοπό αυτό. Ο ΜΚ1 αντεξετάστηκε εφ' όλης της μαρτυρίας του, ακόμα και ως προς τον τομέα ευθύνης του και το κατά πόσο ένας τροχονόμος δικαιούται να παρεκκλίνει του τομέα του για προσωπικούς λόγους. Ο ουσιαστικός πυρήνας της αμφισβήτησης του κατηγορούμενου ήταν η θέση του ΜΚ1 περί παρακώλυσης της κυκλοφορίας συνεπεία της στάθμευσης του οχήματος του πρώτου. Στον μάρτυρα υποβλήθηκε ότι υπήρχαν και άλλα αυτοκίνητα, παράνομα σταθμευμένα, στο χώρο και τα οποία δεν καταγγέλθηκαν, θέση την οποία ο μάρτυρας απέρριψε αναφέροντας ότι για όσο χρόνο ήταν ο ίδιος εκεί δεν υπήρχε άλλο όχημα που παρανομούσε. Περαιτέρω υποβλήθηκαν θέσεις ως προς την απόσταση που βρίσκονταν οι πλησιέστεροι χώροι στάθμευσης, την απουσία απαγορευτικών της στάθμευσης σημάτων στο συγκεκριμένο σημείο, το πλάτος της συγκεκριμένης οδού, τη δυνατότητα διέλευσης άλλων οχημάτων ακόμα και με την ύπαρξη σταθμευμένων οχημάτων στο επίμαχο σημείο καθώς επίσης και τον τρόπο που χρησιμοποιείται η καταγγελία της παρακώλυσης από τους τροχονόμους.Ο μάρτυρας επέμεινε στις αρχικές του θέσεις και ιδιαίτερα ότι το όχημα του κατηγορούμενου προκάλεσε παρακώλυση της κυκλοφορίας ή όπως ο μάρτυρας ανέφερε κατά την αντεξέταση ότι θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει, παρεμπόδιση ή παρενόχληση ή διακοπή της ελεύθερης κυκλοφορίας. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Στη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος δέχτηκε ότι στάθμευσε το όχημα KQS141 στην επίμαχη οδό, στην αριστερή πλευρά με νότια κατεύθυνση για να μεταβεί σε παρακείμενο οδοντιατρείο. Ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι πριν να σταθμεύσει εκεί, έψαξε για ελεύθερο παρκόμετρο και όταν δεν βρήκε, αποφάσισε να σταθμεύσει στο σημείο διότι δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε απαγορευτικά της στάθμευσης σήματα ή άλλο λόγο γιατί να μην σταθμεύσει εκεί. Το μόνο που υπήρχε, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν μια ιδιωτική ταμπέλα που έγραφε «no parking» την οποία αγνόησε, αφού θεωρεί ότι κανένας ιδιώτης μπορεί να περιορίσει τη στάθμευση μπροστά στην οικία του. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο αυτός στάθμευσε στο σημείο αφού βεβαιώθηκε από τις δικές του εκτιμήσεις, ότι μπορούσαν να περάσουν από δίπλα του 2 - 3 οχήματα, ακόμη και μεγάλου μεγέθους και μάλιστα ταυτόχρονα. Όπως ανέφερε ο κατηγορούμενος όταν επέστρεψε στο όχημα του μετά από τριάντα λεπτά διαπίστωσε προς έκπληξη του ότι είχε καταγγελθεί για το αδίκημα της παρακώλυσης οπόταν και αντέδρασε επικοινωνώντας άμεσα με τον Δήμο για να ζητήσει εξηγήσεις. Παρά το ότι περίμενε ως ο ίδιος ανέφερε τον τροχονόμο που τον κατήγγειλε να επιστρέψει για περίοδο πέραν των 20 - 30 λεπτών εντούτοις ουδείς ήρθε. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, στην εν λόγω οδό δεν υπήρχε καμία τροχαία κίνηση όταν στάθμευσε το όχημα του αλλά ούτε και μισή ώρα μετά που έφυγε εξ' ού και ξαφνιάστηκε όταν βρήκε ότι είχε καταγγελθεί για παρακώλυση της κυκλοφορίας. Εκείνο που ουσιαστικά αμφισβήτησε ο κατηγορούμενος με τη μαρτυρία του ήταν τον ισχυρισμό της κατηγορούσας αρχής ότι το όχημα του, με τον τρόπο που ήταν σταθμευμένο, παρακώλυε την κυκλοφορία. Πρόβαλε τη θέση ότι, με βάση τις εκτιμήσεις του δεν παρακώλυε και δεν μπορούσε να παρακωλύσει την κυκλοφορία. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, με τον τρόπο που είχε σταθμεύσει το όχημα του, ακόμη και να έρχονταν αυτοκίνητα και από τις δύο κατευθύνσεις, αυτά μπορούσαν να περάσουν. Η περί του αντιθέτου θέση του ΜΚ1, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο είναι παντελώς ανυπόστατη και αναληθής. Ο κατηγορούμενος αντεξετάστηκε εφ' όλης της μαρτυρίας του και εκτενώς. Παρά τις περί του αντιθέτου υποβολές που του τέθηκαν και ειδικότερα ότι κατά τον συγκεκριμένο χρόνο της καταγγελίας το όχημα του προκάλεσε παρακώλυση, αυτός επέμεινε στις θέσεις του αν και δέχτηκε ότι κατά τον χρόνο της καταγγελίας και για την μισή ώρα που απουσίαζε δεν μπορούσε να ξέρει τι είδους και πόση τροχαία κίνηση υπήρχε στο επίδικο σημείο. Υποστήριξε όμως την ορθότητα της θέσης του περί ανυπαρξίας παρακώλυσης στο συγκεκριμένο σημείο τη δεδομένη στιγμή, στις εκτιμήσεις τις οποίες προέβη τόσο κατά το χρόνο της στάθμευσης όσο και μετά την καταγγελία. Στην τελική αγόρευση της η πλευρά της κατηγορούσας αρχής υποστήριξε τη θέση ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία είχε αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η διάπραξη του αδικήματος της παρακώλυσης της κυκλοφορίας. Παρέπεμψε στην μαρτυρία του ΜΚ1 ως προς το γεγονός της παρακώλυσης, η οποία, σύμφωνα με τη θέση της, παρέμεινε αναντίλεκτη και κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει τον κατηγορούμενο αναξιόπιστο. Από τη πλευρά του ο κατηγορούμενος υποστήριξε το αντίθετο. Υποστήριξε ότι ο ΜΚ1 ήταν παντελώς αναξιόπιστος και ότι ενέργησε αντιεπαγγελματικά, επανέλαβε τα όσα ανέφερε κατά την μαρτυρία του για να καταλήξει ότι δεν αποδείχθηκε το ισχυριζόμενο αδίκημα. Κατά την αγόρευση του ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι το πλάτος ενός δρόμου δεν έχει καμία σχέση με το αν δύναται να προκληθεί παρακώλυση η οποία μπορεί να γίνει με την ύπαρξη ενός μόνο οχήματος στη μια λωρίδα της κυκλοφορίας. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις και έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιον μου μαρτυρία. Κατ' αρχήν θα πρέπει να επισημάνω το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας αφορούσε σε υποθετικά σενάρια και θεωρίες ως προς το πως θα μπορούσε να προκληθεί παρακώλυση κυκλοφορίας σε σχέση με το πλάτος του δρόμου και τις διαστάσεις οχημάτων που πιθανό να διέρχονταν από το συγκεκριμένο δρόμο. Είχα την ευκαιρία πολύ πρόσφατα, εξετάζοντας παρόμοιο αδίκημα να προβώ σε σχόλια τα οποία κατά τη γνώμη μου τυγχάνουν εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση και τα οποία αφορούν την επίκληση στο Δικαστήριο των πιο πάνω υποθετικών σεναρίων (βλ. Δήμος Λεμεσού ν Σπύρου Αναστασιάδη, Αρ. Υπόθ. 22885/14 Ε.Δ. Λ/σου, απόφαση ημερομηνίας 17 Νοεμβρίου 2015.) Τα παραθέτω: «Από τον όγκο των υποθέσεων παρόμοιας φύσης που επιλαμβάνομαι καθημερινά, ήτοι τροχαίων παραβάσεων αναφορικά με τη στάθμευση οχημάτων σε δημόσιο δρόμο παράνομα, διαπιστώνω ότι τα πιο πάνω συνιστούν, για ανεξήγητο λόγο, προβληματισμούς τόσο της κατηγορούσας αρχής όσο και των κατηγορουμένων. Αποτέλεσμα αυτού είναι να αναλώνεται τεράστιος δικαστικός χρόνος στην προβολή και απόδειξη θεωριών και υποθετικών σεναρίων και συνάμα προσπάθεια αντίκρουσης τους με περαιτέρω θεωρίες και σενάρια. Ενδεικτικό αυτής της αχρείαστης σπατάλης χρόνου είναι το γεγονός ότι πολλές φορές, σε αδικήματα αυτής της φύσης, προσκομίζεται μαρτυρία και από τις δύο πλευρές, σχετικά με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν τη συγκεκριμένη ημέρα, τη δεξιότητα του μέσου οδηγού, η οποία στις πλείστες περιπτώσεις ανάγεται σε επίπεδο κασκαντέρ, τις διαστάσεις του μέσου οχήματος ή του μέσου φορτηγού οχήματος ή της μέσης μοτοσυκλέτας κλπ οι οποίες συνοδεύονται σχεδόν πάντα από ακραία μπορώ να πω σενάρια. Οι δε μάρτυρες των διαδίκων παρουσιάζονται να λαμβάνουν ρόλους ντέντεκτιβ, εμπειρογνωμόνων ακόμη και κατασκόπων ενώ σε κάποιες περιπτώσεις, όπως και στην παρούσα να επιχειρείται ζωντανή αναπαράσταση του συμβάντος με τη διάπραξη άλλων αδικημάτων απλά και μόνο για να ελεγχτούν οι εκατέρωθεν θεωρίες.... Με άλλα λόγια, αυτό που παρατηρείται είναι μία παρανόηση της πραγματικής αλλά και νομικής φύσης αυτών των αδικημάτων η οποία οδηγεί σε χρονοβόρες, αχρείαστες και πολλές φορές παράλογες διαδικασίες. Όπως παρατηρώ πιο κάτω, υπάρχουν, σύμφωνα με τη Νομολογία και οι περιπτώσεις στις οποίες παρέχεται περιθώριο για τα πιο πάνω όμως αυτές διαχωρίζονται από τις περιπτώσεις όπως η παρούσα που ο ισχυρισμός αφορά την πρόκληση πραγματικής (actual) σε αντίθεση με την ενδεχόμενη (potential) παρακώλυση. Παράγοντες όπως ο καιρός, οι διαστάσεις του δρόμου, ο χρόνος αλλά και η συχνότητα της κίνησης μπορεί να είναι σχετικοί, νοουμένου βέβαια ότι αφορούν τα συγκεκριμένα περιστατικά και νοουμένου πάντοτε ότι παραμένουν στη σφαίρα της λογικής και της πραγματικότητας.» Επιστρέφοντας στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ τα πιο κάτω: Η παρούσα υπόθεση αφορά στο αδίκημα της πραγματικής παρακώλυσης της κυκλοφορίας. Τόσο η μαρτυρία όσο και η επιχειρηματολογία των μερών η οποία αφορά σε σενάρια, θεωρίες και εκτιμήσεις στη βάση των οποίων θα μπορούσε θεωρητικά και μόνο να καταδειχτεί παρακώλυση ή μη, θα αγνοηθεί. Το ίδιο ισχύει και για τις γραμματικές ερμηνείες που έχουν υποβληθεί από κάθε πλευρά αναφορικά με τη λέξη «παρακώλυση». Στην παρούσα υπόθεση συνιστά κοινό έδαφος ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής KQS 141 και ότι κατά την επίδικη ημερομηνία, ήτοι στις 30/04/2015, στάθμευσε τούτο στην οδό Θεσσαλονίκης και εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λεμεσού. Συνιστά επίσης κοινό έδαφος ότι μετά που στάθμευσε το όχημα του ο κατηγορούμενος, το εγκατέλειψε και ενόσω αυτός απουσίαζε έλαβε χώρα η καταγγελία του από τον ΜΚ1 για το αδίκημα της παρακώλησης της κυκλοφορίας με την έκδοση σχετικού εξωδίκου το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει πληρωθεί. Αδιαμφισβήτητο αλλά και αποδεκτό γεγονός είναι επίσης ότι στην εν λόγω οδό και σε κοντινή απόσταση από το σημείο της καταγγελίας υπήρχε δημόσιος χώρος στάθμευσης με παρκόμετρα. Για όλα τα πιο πάνω γεγονότα κάμνω ανάλογα ευρήματα. Όσον αφορά το μοναδικό αμφισβητούμενο θέμα ήτοι κατά πόσο ο κατηγορούμενος προκάλεσε με τη στάθμευση του οχήματος του στο συγκεκριμένο σημείο στην οδό Θεσσαλονίκης, παρακώληση της κυκλοφορίας, επισημαίνω τα πιο κάτω. Ο ΜΚ1 μου έκαμε καλή εντύπωση. Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του δεν κλονίστηκε η μαρτυρία του και κατέθεσε με βεβαιότητα για τα όσα ο ίδιος βίωσε και αντιλήφθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο και ειδικότερα η διαπίστωση του ότι στο συγκεκριμένο σημείο μεταξύ των ωρών 1015 - 1030 δημιουργήθηκε κυκλοφοριακή συμφόρηση συνεπεία του οχήματος του κατηγορούμενου που ήταν σταθμευμένο στην μια πλευρά του δρόμου. Η μαρτυρία του ως προς τον τρόπο που δημιουργήθηκε η παρακώλυση ήτοι ότι τα οχήματα που χρησιμοποιούσαν τη λωρίδα που ήταν σταθμευμένο το όχημα του κατηγορούμενου αναγκάζονταν να σταματούν μέχρις ότου περάσουν τα οχήματα που έρχονταν από την αντίθετη λωρίδα δεν αμφισβητήθηκε παρά μόνο στη βάση εικασιών και προσωπικών υποθέσεων του κατηγορούμενου οι οποίες έγιναν στη βάση των προσωπικών του εκτιμήσεων πριν και μετά την καταγγελία. Εν πάση περιπτώσει ο ΜΚ1 ήταν και ο μόνος που ήταν παρών στο συγκεκριμένο σημείο την επίδικη ημέρα και ώρα. Οι εν λόγω υποθέσεις και εκτιμήσεις του κατηγορούμενου, με κάθε σεβασμό, δεν είναι αρκετές για να κλονίσουν την αξιοπιστία του αυτόπτη μάρτυρα ΜΚ
  2. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1 ως αξιόπιστη στο σύνολο της και κάμνω ανάλογα ευρήματα. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία του κατηγορούμενου χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω ότι ο κατηγορούμενος δεν φέρει οποιοδήποτε βάρος απόδειξης. Σημειώνω ενδεικτικά ότι η θέση του κατηγορούμενου ως προς το θέμα της παρακώλυσης, βασιζόταν αποκλειστικά, εφόσον ο ίδιος, όπως ανέφερε αλλά και δέχτηκε κατά την αντεξέταση του, δεν ήταν παρών κατά τον ουσιώδη χρόνο στο συγκεκριμένο σημείο και δεν μπορούσε να ελέγξει την τροχαία κίνηση που υπήρχε εκεί. Σε διάφορες εκτιμήσεις του, με γνώμονα την γενική εικόνα που ο ίδιος σχημάτισε, περί της τροχαίας κίνησης της γύρω περιοχής οι θέσεις δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Άλλωστε οι εν λόγω θέσεις αποσκοπούσαν να καταδείξουν περισσότερο ότι τα διερχόμενα οχήματα μπορούσαν, στη βάση των εκτιμήσεων του, αν χρειαζόταν, να «βολευτούν» να περάσουν, παρά ότι καμία παρακώλυση είχε όντως προκληθεί. Υποστήριξε κατά την ακρόαση ο κατηγορούμενος ότι ο ΜΚ1, ως επίσης και ο κάθε τροχονόμος που αποφασίζει να καταγγείλει ένα όχημα για το αδίκημα της παρακώλυσης θα πρέπει να επικοινωνεί με το αρμόδιο τμήμα του Δήμου για να εντοπιστεί ο ιδιοκτήτης του οχήματος και στη συνέχεια να επιχειρείται τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του προτού να καταγγελθεί η παρανομία και αποχωρήσει ο τροχονόμος. Με κάθε σεβασμό προς την πλευρά του κατηγορούμενου, αυτή η θέση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Θα ήταν εντελώς παράλογο να θεωρεί κανείς ότι, ο κάθε τροχονόμος στην καθημερινή περιπολία του, στα πλαίσια της οποίας ελέγχει πληθώρα δρόμων και οχημάτων, έχει υποχρέωση όπως για κάθε όχημα που καταγγέλλει να σταματά και να προβαίνει σε όλες αυτές τις ενέργειες οι οποίες χαρακτηρίζονται αν όχι παράλογες, τουλάχιστον αχρείαστα χρονοβόρες. Όπως παρατηρώ πιο κάτω, η υποχρέωση του τροχονόμου είναι να συλλέξει τα αναγκαία αυτά στοιχεία που αποδεικνύουν, σε περίπτωση αμφισβήτησης, τη διάπραξη του ισχυριζόμενου αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Δεν υπάρχει προκαθορισμένη ή εξαντλητική λίστα αυτών των στοιχείων, η δε επάρκεια τους κρίνεται πάντοτε με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Θα πρέπει επίσης να επισημάνω και το εξής. Ο κατηγορούμενος υποστήριξε με έμφαση ότι η αναξιοπιστία του ΜΚ1 προκύπτει ξεκάθαρα από το ότι ο ΜΚ1 ενώ βρισκόταν σε περιπολία για αρκετές ώρες εντούτοις προέβη μόνο σε μία καταγγελία ήτοι αυτήν του κατηγορούμενου. Αυτό σύμφωνα με τον κατηγορούμενο είναι εξωπραγματικό. Πέραν του ότι τέτοια θέση δεν συνάγεται από τα πρακτικά της υπόθεσης ακόμη και να ίσχυε, κάθε άλλο παρά υποστηρικτικό της θέσης του κατηγορούμενου είναι. Αν ίσχυαν τα όσα ο κατηγορούμενος υποστήριξε περί αλλότριων κινήτρων του ΜΚ1 και του Δήμου κατά την «χρήση» της υπό εξέταση καταγγελίας, καταγγελία των «Αγίων Πάντων» όπως την χαρακτήρισε ο κατηγορούμενος, τότε σίγουρα θα αναμένετο να υπήρχαν σωρεία παρόμοιων καταγγελιών παρά μόνο μια και δει αυτή του κατηγορούμενου. Στη βάση των ανωτέρω δεν μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, όσον αφορά τη θέση του περί μη πρόκλησης παρακώλησης της κυκλοφορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Τη νομική πτυχή του υπό εξέταση αδικήματος, όπως προανέφερα, είχα την ευκαιρία να την εξετάσω στην υπόθεση Αναστασιάδης, ανωτέρω. Επειδή οι σχετικές νομικές αρχές εξακολουθούν να παραμένουν οι ίδιες και τυγχάνουν κατά τη γνώμη μου εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο: «Χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί επομένως και από την αγγλική νομολογία και συγγράμματα. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Motoring Offences του Paul H Niekirk Μ.Α, London, Butterworths, 1967 στη σελ 106 το κατά πόσο μια συγκεκριμένη πράξη αναλογεί σε αδικαιολόγητη παρακώλυση είναι θέμα πραγματικό και εξαρτάται από τα συγκεκριμένα γεγονότα. Ως εκ τούτου το νομολογιακό προηγούμενο είναι απλά καθοδηγητικής σημασίας και η κάθε υπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται με τα δικά της περιστατικά. Από μελέτη των σχετικών αγγλικών συγγραμμάτων, Butterworths Road Traffic Service (ηλεκτρονική έκδοση - Division J Obstruction and Parking Offences - Par. 5 Unnecessary Obstruction by a Motor Vehicle - The ingredients of the offence), Wilkinson's Road Traffic Offences, 23th ed, 2007, σελ. 537, παρ. 6.206-6.210, καθώς και Motoring Offences του Paul H Niekirk Μ.Α, London, Butterworths, 1967 σελ 105-109, και της νομολογίας που τα εν λόγω συγγράμματα παραθέτουν, προκύπτουν οι εξής σχετικές αρχές. Α) Η παρακώλυση κυκλοφορίας προκαλείται από παράλογη ή αδικαιολόγητη χρήση του δρόμου Β) Το κατά πόσο η χρήση του δρόμου με συγκεκριμένο τρόπο αποτελεί παρακώλυση ή όχι είναι ζήτημα γεγονότων Γ) Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς εξακρίβωσης της παρακώλυσης είναι μεταξύ άλλων, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η στάθμευση, ο χρόνος που διήρκησε, ο τόπος ως επίσης και ο σκοπός για τον οποίο στάθμευσε το όχημα Δ)Ο κάθε παράγοντας δεν είναι από μόνος του καθοριστικής σημασίας. Μπορεί να υφίσταται παρακώλυση για πολύ μικρό χρονικό διάστημα (βλ. Wall v Williams 1966] Crim LR 50 - πενήντα δευτερόλεπτα), η παρακώλυση της κυκλοφορίας μπορεί να προκληθεί από πραγματική παρακώλυση λωρίδας κυκλοφορίας, π.χ. καταλαμβάνοντας το μισό μέρος στενού, πολυσύχναστου δρόμου, έτσι ώστε να καθίσταται αναγκαία η χρήση μιας λωρίδας, ή μπορεί να είναι παράλογη η χρήση δικαιώματος στάσης ακόμη και αν υπάρχει χώρος διέλευσης της κυκλοφορίας. Παρακώλυση μπορεί να υπάρξει ακόμη και αν ο οδηγός οχήματος σταθμεύσει σε σειρά οχημάτων (βλ. Solomon v Durbridge
(1956)120 J.P. 231 ). Ο δε σκοπός της στάθμευσης, σύμφωνα με τη νομολογία, φαίνεται να σχετίζεται περισσότερο με την ύπαρξη κάποιας νόμιμης δικαιολογίας και όχι με το κίνητρο ή τον σκοπό αυτό καθ' εαυτό βλ. W R Anderson (Motors) Ltd v Hargreaves - [1962] 1 All ER 129) Ε)Τέλος θα πρέπει να διαχωρίζονται οι περιπτώσεις που αφορούν στάθμευση που προκαλεί πραγματική παρακώλυση από τις περιπτώσεις που αφορούν στάθμευση που ενδέχεται να προκαλέσει παρακώλυση. Στην τελευταία περίπτωση, αν και η παρακώλυση μπορεί να αποδειχτεί χωρίς μαρτυρία ότι όντως προκλήθηκε παρακώλυση, εντούτοις θα πρέπει να προσκομιστεί επαρκής μαρτυρία ότι υπό τις περιστάσεις θα μπορούσε να προκληθεί παρακώλυση. (π.χ. στάθμευση σε στάση λεωφορείου κατά τις ώρες λειτουργίας της γραμμής). Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος ως επίσης και διάφορα παραδείγματα από τη νομολογία ως προς το τι θεωρήθηκε παρακώλυση και τι όχι παραπέμπω στο σύγγραμμα Butterworths Road Traffic Service ανωτέρω. Πρόσφατα ο αδελφός Δικαστής Ν. Γεωργιάδης, είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί και αυτός με την ερμηνεία και εφαρμογή της σχετικής νομοθετικής πρόνοιας, στην υπόθεση Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν Αλέξανδρος Σαουρής, Αρ. υπόθ. 7770/13, Ε.Δ. Λ/σου, ημερομηνίας 2/11/15. Παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του, το οποίο με βρίσκει πλήρως σύμφωνο και το υιοθετώ: «Ούτε δέχομαι τη θέση του ότι δεν εμποδιζόταν η κυκλοφορία επειδή υπήρχε τρόπος διέλευσης χρησιμοποιώντας τη μία λωρίδα από τις δύο. Αυτό δε συνιστά δικαιολογημένη στάση ή στάθμευση οχήματος. Μάλλον το αντίθετο καταδεικνύει. Τα όσα ανέφερε δε, περί στάθμευσης σε σειρά οχημάτων δεν τον απαλλάσσουν ευθύνης. Η παρακώλυση της κυκλοφορίας, όπως διαφαίνεται από τις νομικές αναφορές που ανέφερα πιο πάνω, μπορεί να προκληθεί από αριθμό παραγόντων. Αυτό που έχει σημασία στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι οι εκτιμήσεις του Κατηγορουμένου αλλά αν αντικειμενικά η στάθμευση του οχήματος του προκαλούσε αδικαιολόγητη παρακώλυση της τροχαίας κίνησης.»» Στην παρούσα περίπτωση το ισχυριζόμενο αδίκημα αφορά πραγματική παρακώλυση κυκλοφορίας που προκλήθηκε από πραγματική παρακώλυση λωρίδας κυκλοφορίας με τη στάθμευση οχήματος, (βλ. Solomon v Durbridge
(1956)120 J.P. 231) κατά τρόπο που εμπόδιζε την κανονική και απρόσκοπτη διέλευση οχημάτων στην εν λόγω λωρίδα αναγκάζοντας τη χρήση και της άλλης λωρίδας. (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 23th ed, 2007, στη σελ. 537, παρ. 6.206 και Butterworths Road Traffic Service ανωτέρω παρ. 5.12). Στην προκειμένη περίπτωση έχω ήδη καταλήξει σε ευρήματα τόσο στη βάση των κοινά αποδεκτών γεγονότων όσο και στη βάση των όσων εκτέθηκαν από τον ΜΚ1, στα πλαίσια της μαρτυρίας του την οποία αφού έκρινα αξιόπιστη την αποδέχτηκα στο σύνολο της και ειδικότερα στο εύρημα ότι, με τη στάθμευση του οχήματος του, στην οδό Θεσσαλονίκης στο Δήμο Λεμεσού, την 30/04/2015, ο κατηγορούμενος προκάλεσε κυκλοφοριακό πρόβλημα στα διερχόμενα οχήματα και κατ' επέκταση παρακώλυση της κυκλοφορίας. Το γεγονός ότι μπορεί να υπήρχε κάποιος χώρος ή δυνατότητα διέλευσης των οχημάτων είναι στοιχείο, άνευ ουσιαστικά σημασίας, όπως άλλωστε επιμαρτυρεί και η νομολογία στην οποία έχω αναφερθεί πιο πάνω, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη και το ότι χρειάστηκε η επέμβαση τροχονόμου για τον σκοπό αυτό. Στη βάση των ανωτέρω ευρημάτων μου κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή, στην παρούσα υπόθεση πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αντικείμενο του κατηγορητηρίου και συνεπώς την ενοχή του κατηγορούμενου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. (Υπ.).................................... Λ. Πασχαλίδης Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΜΚ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Παρακώλυση Κυκλοφορίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.