ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΙΧΑΗΛ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ν. ΣΤΕΛΛΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 32950/14, 14/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B161 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - ΠΑΝΑΓΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 32950/14 Μεταξύ: ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΙΧΑΗΛ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ, από την Λεμεσό -ν- ΣΤΕΛΛΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 14 Δεκεμβρίου 2015 Για Παραπονούμενους: κα. Παύλου Για Κατηγορούμενο: κα. Ταλιάνου Κατηγορούμενη: παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει 2 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγών χωρίς εύλογη αιτία, κατά παράβαση του άρθρου 305Α 2 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, η Κατηγορούμενη κατηγορείται ότι προκάλεσε χωρίς εύλογη αιτία την μη εξόφληση των επιταγών με αρ.46138628 και 46138629 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ για τα ποσά των €200,00σ έκαστη, τις οποίες εξέδωσε προς όφελος των παραπονούμενων. Η κατηγορούμενη καταχώρησε μη παραδοχή και στις 2 κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Οι Παραπονούμενοι προς απόδειξη της υπόθεσης τους, κάλεσαν συνολικά 2 μάρτυρες κατηγορίας. Τον κο. Χριστάκη Φραντζή (ΜΚ1) και τον κο. Δημήτρη Μιχαήλ (ΜΚ2). Μετά την παρουσίαση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής και αφού το Δικαστήριο κάλεσε την παραπονούμενη σε απολογία συμφώνως με τις πρόνοιες του άρθρου 74 του Κεφ.155, η κατηγορούμενη αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της επέλεξε να καταθέσει ενόρκως χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα. Παραδεκτά Γεγονότα Κατά την διάρκεια και εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας αμφότεροι οι συνήγοροι κατέθεσαν και δήλωσαν στο Δικαστήριο παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως τέτοια και είναι τα ακόλουθα:
- Οι επίδικες επιταγές που αναφέρονται στις κατηγορίες 1 και 2 εκδόθηκαν από την κατηγορούμενη με δικαιούχους τους κατηγορούμενους.
- Οι επίδικες επιταγές που αναφέρονται στις κατηγορίες 1 και 2 εκδόθηκαν περί τον Ιούλιο του 2014 προς όφελος των παραπονούμενων για τα ποσά που φαίνονται στις επιταγές και ήταν πληρωτέες, η 1η την 10/10/2014 και η 2η την 10/11/
- Δόθηκαν στους παραπονούμενους από την κατηγορούμενη, περί τον Σεπτέμβριο του 2014, επιταγές μεταχρονολογημένες, οι οποίες ήταν πληρωτέες από 10/12/2014 μέχρι και 10/05/2015 η τελευταία και έχουν όλες εξαργυρωθεί και πληρωθεί.
- Δόθηκε από την κατηγορούμενη προς τους παραπονούμενους μεταχρονολογημένη επιταγή η οποία ήταν πληρωτέα 10/9/2015 και η οποία επίσης πληρώθηκε.
- Εκδόθηκαν περαιτέρω από την κατηγορούμενη με δικαιούχους τους παραπονούμενους μεταχρονολογημένες επιταγές, οι οποίες είναι πληρωτέες από τις 10/10/2015 μέχρι και την 10/2/2016, αμφότερων συμπεριλαμβανομένων, το συνολικό ποσό των οποίων ανέρχεται στο ποσό των €450=.
- Εκδόθηκε από την κατηγορούμενη, επιταγή, με δικαιούχους τους παραπονούμενους με ημερομηνία 10/6/2015 η οποία κατατέθηκε και δεν πληρώθηκε λόγω ανάκλησης της πληρωμής της από τον εκδότη της, ήτοι την κατηγορούμενη.
- Οι μεταχρονολογημένες επιταγές που δόθηκαν από την κατηγορούμενη προς τους παραπονούμενους και έχουν ημερομηνίες 10/12/2014 μέχρι και 10/5/2015, αμφότερων συμπεριλαμβανομένων, έχουν εξοφληθεί και το συνολικό ποσό τους ανέρχεται στο ποσό των €600=. Δοθείσα Μαρτυρία και Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της. Ο ΜΚ1, εργάζεται στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού. Αναγνώρισε τις επίδικες επιταγές ως εκδοθείσες από λογαριασμό της κατηγορουμένης που διατηρείται στο ίδρυμα τους και τις οποίες κατέθεσε και ως Τεκμήρια 1 και 2. Κατέθεσε περαιτέρω δείγμα υπογραφής της κατηγορούμενης σύμφωνα με το οποίο, και σύμφωνα με τον ίδιο, φαίνεται ότι οι επίδικες επιταγές υπογράφηκαν από την ίδια την κατηγορούμενη. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 οι εν λόγω επιταγές κατατέθηκαν σε παράρτημα την Τράπεζας Κύπρου και κατά την παρουσίαση τους επιστράφηκαν με την ένδειξη της ανάκλησης από τον εκδότη. Ο ΜΚ1 εξήγησε την διαδικασία ανάκλησης πληρωμής μιας επιταγής και κατέθεσε ως τεκμήριο το έντυπο ανάκλησης που σύμφωνα με τον ίδιο υπέβαλε η κατηγορούμενη. Σημείωσε ότι με βάση την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στις 11/12/2014 και επιστράφηκαν πίσω ως ανακληθείσες με την εγγραφή στο έντυπο ανάκλησης «αθέτηση συμφωνίας». Ο ΜΚ1 διευκρίνισε σε σχέση με την κατάθεση των επιταγών ότι αυτές ανακλήθηκαν στις 13/10/2014 όμως παρουσιάστηκαν για πληρωμή από τον δικαιούχο τον Δεκέμβριο. Ο ΜΚ1 ως μάρτυρας έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Απάντησε με ευθύτητα και αμεσότητα όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του χωρίς να υποπέσει σε οιεσδήποτε αντιφάσεις που να πλήξουν την αξιοπιστία του και δεν έχω αμφιβολία ότι πρόκειται περί μάρτυρα της αλήθειας. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του ΜΚ1 γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως πλήρως αξιόπιστη. Στο στάδιο αυτό και προτού προχωρήσω με την περαιτέρω αξιολόγηση των μαρτύρων που παρουσιάστηκαν ενώπιον μου θα πρέπει να σημειώσω ότι δεν έχουν αμφισβητηθεί από την συνήγορο υπεράσπισης σε κανένα στάδιο της δίκης τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων αλλά προωθήθηκε η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας που προβλέπεται από το άρθρο 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Τόσο μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα όσο και μέσα από την αναντίλεκτη και μη αμφισβητούμενη μαρτυρία, τόσο η έκδοση των επιταγών από την ίδια την κατηγορούμενη, η παράδοση τους στον διευθυντή των παραπονούμενων όσο και η ανάκληση πληρωμής τους δεν έχουν αμφισβητηθεί αντίθετα μέσα από την πορεία της υπεράσπισης τα γεγονότα αυτά είναι παραδεκτά ως μη αμφισβητούμενα και αναντίλεκτα, ως εκ τούτου εκείνο το μέρος της μαρτυρίας που θα αναλυθεί κατωτέρω στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας επικεντρώνεται στο πλέον ένα και μοναδικό επίδικο ζήτημα, αυτό, της εύλογης αιτίας της ανάκλησης των επιταγών. Ως ΜΚ2 παρουσιάστηκε ο κος. Δημήτρης Μιχαήλ, ο οποίος είναι δικηγόρος του συνεταιρισμού των παραπονούμενων. Την κατηγορούμενη την γνωρίζει από την εφηβική του ηλικία ενώ τα τελευταία χρόνια ήταν πελάτισσα του σε υποθέσεις οικογενειακής φύσης αλλά και σε αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου ελέγχου ενοικιάσεων. Ο ΜΚ2 στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε τεκμήρια και συγκριμένα τα δικόγραφα των αιτήσεων που καταχώρησε εκ μέρους της κατηγορούμενης ή των διαδικασιών στις οποίες την εκπροσώπησε. Ειδικότερα κατέθεσε αίτηση διατροφής και διαζυγίου ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου αλλά και αίτηση ενοικιοστασίου για έξωση και είσπραξη ενοικίων. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 περί τον Ιούνιο του 2014 εκδόθηκε απόφαση στην πιο πάνω αίτηση (Ε58/11) με βάση την οποία ο κάθε διάδικος θα έπρεπε να επωμιστεί τα δικά του έξοδα. Σε συνάντηση που είχε τον Ιούλιο του 2014 με την κατηγορούμενη συμφωνήθηκαν όπως τα έξοδα ανέρχονταν στο ποσό των €3850= συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Από το ποσό των €3850= αφαιρέθηκε το ποσό των €500= το οποίο η κατηγορούμενη κατέβαλε ως προκαταβολή το 2011 και παρέμεινε ως υπόλοιπο το ποσό των €3350=. Στην συνάντηση του Ιουλίου η κατηγορούμενη κατέβαλε επιπλέον ποσό €1000= σε μετρητά και παρέδωσε και 3 μεταχρονολογημένες επιταγές των 200 έκαστη για τις 10/10/2014, 10/11/2014 και 10/12/
- Σύμφωνα με τον ΜΚ2 η κατηγορούμενη κατέβαλε μέχρι εκείνη την στιγμή ποσό εκ €2100, ήτοι 500€ προκαταβολή, €600 με τις 3 επιταγές των €200 έκαστη και €1000 σε μετρητά, άρα από το σύνολο των €3850= παρέμεινε ως υπόλοιπο το ποσό των €1750=. Από τις δε 3 επιταγές η 1η που ήταν πληρωτέα τον Σεπτέμβριο του 2014 τιμήθηκε ενώ ανακλήθηκαν οι επιταγές του Οκτωβρίου και Νοεμβρίου του 2014, οι επίδικες. Το υπόλοιπο ποσό σύμφωνα με τον ΜΚ2 η κατηγορούμενη το αποπλήρωσε με την παράδοση μεταχρονολογημένων επιταγών περί τον Σεπτέμβριο του 2014 και τότε τέθηκαν από πλευράς της κατηγορούμενης οι πρώτοι ισχυρισμοί για κακό χειρισμό της υπόθεσης της από πλευράς ΜΚ2 οπόταν και τσακώθηκαν με αποτέλεσμα η κατηγορούμενη να αποχωρήσει από το γραφείο του. Μετά την αποχώρηση της ο ΜΚ2 ανέφερε ότι πρόσεξε ότι οι μεταχρονολογημένες επιταγές που δόθηκαν αφορούσαν το ποσό των €100 έκαστη και όχι των €200 ως οι προηγούμενες και το σύνολο αυτών ήταν €500 λιγότερο από το ισχυριζόμενο από τον ίδιο υπόλοιπο. Παρά τις επανειλημμένες ενοχλήσεις της γραμματέως του ΜΚ2 προς την κατηγορούμενη να επιστρέψει και να αποπληρώσει και το υπόλοιπο ποσό των €500= και τις υποσχέσεις της ίδιας ότι θα το έπραττε αυτό μέχρι σήμερα δεν καταβλήθηκε κανένα επιπλέον ποσό. Περαιτέρω ακολούθησε ψήφιση καταλόγου εξόδων αναφορικά με την αμοιβή του ΜΚ2 στα πλαίσια της αίτησης, η οποία κατατέθηκε και ως Τεκμήριο, και τα έξοδα ψηφίστηκαν στο ποσό των €3972= συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι οι επιταγές που παρέλαβε τον Σεπτέμβριο του 2014 από την κατηγορούμενη κατατίθενται μέχρι σήμερα και τιμούνται πλην μιας επιταγής του Ιουνίου του
- Σύμφωνα με τον ΜΚ2 ενώ οι επίδικες επιταγές ανακλήθηκαν οι επόμενες που δόθηκαν τιμούνται κανονικά με την κατάθεση τους. Κατατέθηκαν επίσης από τον ΜΚ2 σε μορφή ηλεκτρονικού μηνύματος (e-mail) αντίγραφα - απεικονίσεις κατ' ισχυρισμών γραπτών μηνυμάτων τα οποία έλαβε κατ' ισχυρισμό του στο κινητό του τηλέφωνο από την κατηγορούμενη, σύμφωνα με τα οποία η κατηγορούμενη ζήτησε ψήφιση καταλόγου εξόδων και ανάλογα με το ποσό που θα ψηφιστεί να επιστραφεί η διαφορά ή να καταβάλει η ίδια περισσότερα αν έτσι ψηφιστούν (Τεκμήριο 13) ενώ στο Τεκμήριο 11 αποδέχεται ότι το υπόλοιπο ήταν για το ποσό των €1750=. Μεγάλο μέρος της κυρίως εξέτασης του ΜΚ2 αποτέλεσε η ανάλυση των ποσών που έλαβε από την κατηγορούμενη αναφορικά με τα δικηγορικά του έξοδα ενώ σημαντικό κεφάλαιο που συνδέεται άμεσα και με την υπεράσπιση που ξεκάθαρα προώθησε εξ' αρχής η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορουμένης, αποτέλεσε η καταγγελία εις την οποία η κατηγορούμενη προέβηκε εναντίον του ΜΚ2 στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο. (Τεκμήριο 15). Σύμφωνα με τον ΜΚ2 στην καταγγελία της η κατηγορούμενη αναφέρεται και σε ποσά τα οποία κατέβαλε για δικηγορικά έξοδα άλλων διαδικασιών όπως η αίτηση διαζυγίου και διατροφής και τα όποια ισχυρίζεται ότι καταβλήθηκαν έναντι της αίτησης του ενοικιοστασίου. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 16 την απάντηση του προς τον Γενικό Εισαγγελέα ως Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, η ανάκληση δεν έγινε με εύλογη αιτία καθότι η 1η φορά που τέθηκε ζήτημα διαφωνίας ήταν με το γραπτό της μήνυμα στις 26 Σεπτεμβρίου. Περαιτέρω εξήγησε ότι τα ποσά που επικαλείται ότι κατέβαλε για αυτήν την υπόθεση και στα οποία βασίζει τον ισχυρισμό της για υπερπληρωμή είναι ποσά που δόθηκαν για δικηγορικά έξοδα του διαζυγίου και της διατροφής και για τα οποία υπέδειξε και τις εκδοθείσες αποδείξεις με την σχετική αναφορά σε όνομα Νίκος Πιτσιλλής, που είναι το όνομα του πρώην συζύγου της κατηγορούμενης. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 αναφέρθηκε στην συνεργασία του με την κατηγορούμενη και στις υπηρεσίες που τις παρείχε ως Δικηγόρος. Ιδιαίτερη αναφορά κρίνω ότι πρέπει να γίνει στην θέση του παραπονούμενου αναφορικά με το ποσό των €500= που δόθηκαν αρχικά ως προκαταβολή. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 κατά το στάδιο της ανάθεσης της υπόθεσης του ενοικιοστασίου στον ίδιο για χειρισμό και πριν της καταχώρησης του Δικογράφου της απάντησης στην αίτηση, δόθηκε ποσό ύψους €500= ως προκαταβολή. Εκείνη την περίοδο δεν τηρείτο στο Δικηγορικό του γραφείο το σύστημα ¨Ζυγός¨ και οι αποδείξεις εκδίδοντο από μπλοκ αποδείξεων με διπλότυπο. Όταν πληρώθηκε αυτό το ποσό των €500= δόθηκε απόδειξη από μπλοκ αποδείξεων. Λόγω της αλλαγής στο σύστημα του γραφείου του και επειδή δεν μπορούσε να εντοπίσει την απόδειξη που δόθηκε το 2011 για τα €500= όταν η κατηγορούμενη εξαπέλυσε εναντίον καταγγελίες στον Δικηγορικό Σύλλογο και απειλή για καταγγελία στον Φόρο και αφού κατέβαλε και άλλα €1000= σε μετρητά, αποφάσισε και εξέδωσε πλέον από το σύστημα Ζυγός απόδειξη για ποσό ύψους €1500= ήτοι το ποσό των €500= που δόθηκε ως προκαταβολή το 2011 κατά την ανάθεση της υπόθεσης στον ΜΚ2 και για το ποσό των €1000= που κατέβαλε σε μετρητά. Στη συνέχεια ανέφερε ότι εντόπισε και την αρχική απόδειξη για το ποσό των €500= την οποία επισύναψε και στην απάντηση του στον Γενικό Εισαγγελέα. Βεβαίως σημείωσε ο ΜΚ2 ότι όταν η κατηγορούμενη ανακάλεσε τις επιταγές στις 13/10/2014 δεν είχε στην κατοχή της την απόδειξη για τα €1500= και η θέση της για υπερπληρωμή και άρα εύλογη αιτία ανάκλησης είναι εκ των υστέρων σκέψεις για να προωθήσει την θέση της εφόσον η απόδειξη αυτή της δόθηκε μετά την υποβολή καταγγελίας στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο και συγκεκριμένα τον Απρίλιο του
- Η όλη παρουσία του ΜΚ2 στο εδώλιο του μάρτυρα αποτιμάται ως θετική. Δεν διαπίστωσα σε οποιοδήποτε στάδιο της μαρτυρίας του ότι προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή να αποκρύψει την αλήθεια, αντιθέτως θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής στις απαντήσεις που έδωσε. Ούτε και κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στην μαρτυρία του. Θα πρέπει βεβαίως να αναφέρω ότι σε πολλά σημεία η στάση του ΜΚ2 ήταν επιθετική και έντονη εναντίον της κατηγορούμενης ειδικά στο ζήτημα της καταγγελίας που η τελευταία υπέβαλε εναντίον του στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, όμως η στάση του παρόλο που δεν δικαιολογείται, μπορεί να αντικριστεί υπό το πρίσμα της ενδεχόμενης αγανάκτησης για μια καταγγελία που άπτεται της εντιμότητας στην εργασία του. Εν πάση περίπτωση όπως έχω αναφέρει και ανωτέρω τα γεγονότα που άπτονται της ουσίας των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση αντίθετα ήταν αποδεκτά ως εκ τούτου η μαρτυρία του ΜΚ2 εξετάζεται και κάτω από αυτό το πρίσμα. Ειδικότερα κατά την αντεξέταση του σε σχέση με την απόδειξη των €1500= και την αναφορά σε 2 αποδείξεις για το ποσό των €500= που δόθηκε ως προκαταβολή η θέση του ήταν ξεκάθαρη και δεν κρίνω ότι σε αυτό το σημείο κλονίστηκε η αξιοπιστία του παρόλο που σημειώνω ότι θα ανέμενα από ένα μάρτυρα ο οποίος ταυτόχρονα έχει και την ιδιότητα του Δικηγόρου να μπορεί αν ελέγχει την όλη συμπεριφορά του ενώπιον μάλιστα Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει οι απαντήσεις που έδωσε στο ζήτημα αυτό όπως επίσης και στις άλλες ερωτήσεις για τις πληρωμές τις οποίες η κατηγορούμενη ισχυρίζεται ότι έγιναν έναντι της αίτησης του ενοικιοστασίου ενώ ο κατηγορούμενος ότι δόθηκαν για άλλες υποθέσεις κρίνω ότι ήταν επαρκείς. Η Κατηγορούμενη δίδοντας ως ανέφερα ανωτέρω ένορκη μαρτυρία αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στα ακόλουθα: Είναι καθηγήτρια μουσικής και διατηρεί ωδείο. Τον ΜΚ2 τον γνωρίζει λόγω της γνωριμίας των γονέων τους και τον Σεπτέμβριο του 2010 αποτάθηκε σε αυτόν για χειρισμό υποθέσεων της και νομικές συμβουλές. Η συνεργασία τους σύμφωνα με την ίδια ξεκίνησε με την αίτηση Ε58/11 ενώ χειρίστηκε επίσης την αίτηση για το διαζύγιο της και αίτηση διατροφής χρονικά την ίδια περίπου περίοδο. Σύμφωνα με την κατηγορούμενη έχει εξοφλήσει όλα τα ποσά που όφειλε στους παραπονούμενους ως αμοιβή για τις υπηρεσίες τους. Σύμφωνα με την ίδια τον Ιούλιο του 2014 επισκέφθηκε τον ΜΚ2 στο γραφείο του για να τον πληρώσει για τις υπηρεσίες του και να διασαφηνιστεί το ακριβές ποσό που του όφειλε γιατί μέχρι τότε δεν είχε ακριβή εικόνα για το τι όφειλε αφού δεν λάμβανε αποδείξεις για τις πληρωμές ενώ πέραν από ένα άτυπο κοστολόγιο για το ποσό των €5.222,33= δεν είχε άλλη εικόνα. Η κατηγορούμενη επέμεινε ότι ο ΜΚ2 της ζητούσε συνεχώς χρήματα τα οποία αυτή κατέβαλλε και ουσιαστικά προσπαθούσε να αποπληρώσει το ποσό που αναφερόταν στο άτυπο κοστολόγιο. Καθ' όλη την διάρκεια της κυρίως εξέτασης της η κατηγορούμενη επέμεινε έντονα στον ισχυρισμό ότι ουδέποτε είχε σαφή εικόνα στο τι ποσό ακριβώς όφειλε ενώ δεν αρνήθηκε να πληρώσει τα ποσά που όφειλε παρά το ότι αποδίδει στον ΜΚ2 κακό χειρισμό της υπόθεσης της και αμέλεια στην εκπροσώπηση της. Περαιτέρω δήλωσε ότι καμία συμφωνία δεν υπήρξε αναφορικά με τα έξοδα και συνεχώς κατέβαλλε χρήματα χωρίς να ξέρει το γιατί. Με αναφορά στο Τεκμήριο 11 ενώ αρχικά αρνείται ότι η ίδια απέστειλε αυτό το γραπτό μήνυμα στο κινητό τηλέφωνο του ΜΚ2 στην ίδια απάντηση δεν το αποκλείει απαντώντας ως εξής: «Το αμφισβητώ ότι εγώ το έστειλα. Δεν γράφω σε greeklish και δεν χρησιμοποιώ τέτοιες εκφράσεις. Δεν θυμούμαι αν έστειλα τέτοιο μήνυμỨ. Σύμφωνα με την κατηγορούμενη, μετά την συνάντηση με τον ΜΚ2 στο γραφείο του στις 8/7 και μέσα στον Αύγουστο λάμβανε τηλεφωνήματα από την γραμματέα του η οποία της είπε ότι ξέχασαν να προσθέσουν ποσά στον κατάλογο που της έδωσαν να έπρεπε να καταβάλει και άλλες επιταγές οπόταν στις 24/9/2014 έχοντας ως μόνη εικόνα για τα έξοδα τον κατάλογο αυτό, προσήλθε στο γραφείο του ΜΚ2 οπόταν και του παρέδωσε σε φάκελο επιταγές υπολογίζοντας ότι με αυτές θα εξοφλούσε το ποσό που περιλαμβανόταν στον άτυπο αυτό κατάλογο. Οι επιταγές που εξέδωσε ήταν μεταχρονολογημένες και ενώ ζήτησε απόδειξη της είπαν ότι θα πάρει μόλις πληρωθούν όλες οι επιταγές. Σύμφωνα με την κατηγορούμενη όταν ο ΜΚ2 διαπίστωσε ότι οι επιταγές ήταν για €100= έκαστη, εξοργίστηκε, την έβριζε και την έσπρωξε έξω από το γραφείο του. Η ίδια σοκαρισμένη και συγχυσμένη έφυγε και πήγε στο σπίτι της όταν έλαβε τηλεφώνημα από το γραφείο του ΜΚ2 όπου η γραμματέας του έντρομη την παρακαλούσε να παραδώσει και άλλες επιταγές γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα είχε πρόβλημα η ίδια. Την επόμενη ημέρα του επεισοδίου αυτού η κατηγορούμενη επικοινώνησε με τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο όπου εξέφρασε τις υποψίες της «ότι κάτι δεν πήγαινε καλά» οπόταν και ενημερώθηκε για την δυνατότητα ψήφισης καταλόγου εξόδων σε περίπτωση διαφωνίας για τα δικηγορικά έξοδα. Ακολουθώντας αυτή την συμβουλή στις 26/9/2014 επικοινώνησε με την γραμματέα του ΜΚ2 και ζήτησε όπως τα έξοδα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Ακολούθως επισκέφθηκε τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λεμεσού ο οποίος την ενημέρωσε ότι μόνο ο Δικηγόρος μπορεί να αποταθεί για ψήφιση εξόδων. Σε περαιτέρω επικοινωνία της με τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο και αφού της είπαν να διερευνήσει τα ποσά που κατέβαλε για την Ε58/11 έκανε έρευνα και εντόπισε όλες τις επιταγές που του έδωσε και αφού κατέγραψε όλα τα στοιχεία και τα περιστατικά που έλαβαν χώρα απέστειλε επιστολή στις 10/10/2014 ημέρα Παρασκευή. Ακολούθως και αφού επικοινώνησε με τον Παγκύπριο Σύλλογο για να βεβαιωθεί ότι παρέλαβαν την επιστολή που έστειλε την συμβούλευσαν να ανακαλέσει την πληρωμή των 2 επιταγών του Οκτωβρίου και Νοεμβρίου μέχρι να τον πιέσουν οι ίδιοι να ψηφίσει τα έξοδα του. Έτσι στις 13/10/2014 ημέρα Δευτέρα προχώρησε και ανακάλεσε την πληρωμή των 2 επιταγών και αναφέρει «μέχρι να ξεκαθαρίσω γιατί δεν ήξερα αν είχε ήδη πληρωθεί ή υπερβεί το ποσό που θα έπρεπε να αμειφθεί» ενώ συνεχίζει λέγοντας ότι ήταν η 1η φορά που ανακάλεσε την πληρωμή επιταγών. Στην ερώτηση τι ποσό είχε καταβάλει μέχρι την ψήφιση του καταλόγου για το ποσό των €5.972,36σ η κατηγορούμενη απάντησε «Δεν γνώριζα. Σύμφωνα με έρευνα €5.050=, όμως δεν έπαιρνα αποδείξεις για να αποδείξω και τα μετρητά που ξέρω ότι πήρε και άλλα στην εξέλιξη αλλά δεν μπορούσα να αποδείξω πόσα τον είχα πληρώσει». Αναφορικά με τον λόγο που δεν ανακάλεσε τις επιταγές από 1/12/2014 μέχρι 10/5/2015 η κατηγορούμενη απάντησε ότι μέχρι τότε δεν μπορούσε να έχει αποδεικτικά στοιχεία για τα χρήματα που εισέπραξε. Συνεχίζει δε λέγοντας ότι μόνο τον Απρίλιο του 2015 είχε μια πιο σαφή εικόνα λόγω των αποδείξεων που στάλθηκαν στην δικηγόρο της και μόνο τότε μπόρεσε να έχει μια σαφή εικόνα για τα ποσά που ο ΜΚ2 εισέπραξε γι' αυτό και δεν σταμάτησε αυτές τις επιταγές ενώ όταν επέστρεψε από το εξωτερικό μετά τον Απρίλη και είδε τις αποδείξεις ανακάλεσε και την επιταγή του Ιουνίου. Σε συσχετισμό με το ότι μέχρι σήμερα αλλάζονται επιταγές που παρέδωσε στον ΜΚ2 η κατηγορούμενη απαντά ότι δεν τις ανακάλεσε καθότι δεν ήταν σίγουρη, οι επιταγές ανακλήθηκαν μέχρι την ψήφιση αλλά ούτε και μετά την ψήφιση ξεκαθάρισε η εικόνα αφού εξακολουθούσε να έχει αμφιβολίες εάν εισέπραξε πλήρως την αμοιβή του ο ΜΚ2 ή όχι. Αναφέρει ενδεικτικά και επαναλαμβάνει ότι «Εικόνα είχα τον 5ο του 2015, δηλαδή 7 μήνες μετά την καταγγελία. Τότε είχα εικόνα του τι είχα πληρώσει μέχρι τότε». Αναφορικά με την απόδειξη για το ποσό των €1500= αρνείται ότι αφορά τα €1000= που έδωσε σε μετρητά και τα €500= που είχε δώσει σαν προκαταβολή το 2011 και επιμένει ότι αφορούν ποσά σε μετρητά που έλαβε κατά την εξέλιξη της υπόθεσης Ε58/11, χωρίς όμως να δίδει μια πιο σαφή θέση για το πότε ακριβώς δόθηκαν αυτά τα ποσά και ιδιαίτερα τα €500=. Αντεξεταζόμενη η κατηγορούμενη αναφέρθηκε στις διαδικασίες παράδοσης του υποστατικού που ήταν επίδικο στην Ε58/11 και στους ισχυρισμούς της αναφορικά με την αμέλεια που ο ΜΚ2 κατ' ισχυρισμό της επέδειξε στον χειρισμό της αίτησης. Με αναφορά στον άτυπο κατάλογο εξόδων που της παρουσίασε ο ΜΚ2 η κατηγορούμενη αναφέρθηκε ότι τόσο ο Πρωτοκολλητής όσο και ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος της ανέφεραν ότι για μια υπόθεση κλίμακας 2.000-€10.000 το ποσό είναι υπερβολικά ψηλό, λέγοντας επίσης ότι τον κατάλογο αυτό τον πήρε όταν μετέβη στο γραφείο του ΜΚ2 τον Ιούλιο οπόταν και του παρέδωσε τα €1000= σε μετρητά μαζί με 1 επιταγή με ημερομηνία πληρωμής τον Σεπτέμβριο. Στην ερώτηση εάν στο άτυπο κοστολόγιο αναφερόταν και το ΦΠΑ ή αν ήταν επιπλέον αυτού του ποσού η ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν της λέχθηκε κάτι για αυτό. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι ουδεμία σαφής εικόνα δόθηκε από την κατηγορούμενη για την πεποίθηση που μέχρι εκείνη την στιγμή είχε για το ακριβές ποσό που όφειλε. Ενώ ανέφερε αρχικά ότι προσπαθούσε να αποπληρώσει το ποσό του άτυπου αυτού καταλόγου τώρα αναφέρει ότι δεν γνώριζε εάν σε αυτό το ποσό περιλαμβανόταν και ο ΦΠΑ ή αν ήταν επιπλέον. Σημειώνει δε περαιτέρω ότι ενώ τον Αύγουστο υποψιάστηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και δεν είχε σαφή εικόνα του τι πλήρωνε παράλληλα στις 24/9/2014, ενώ δηλαδή σύμφωνα με την ίδια ήδη άρχισε να έχει υποψίες για υπερχρεώσεις, παρέδωσε στον ΜΚ2 και τις υπόλοιπες επιταγές. Σε ερώτηση δε για το χρονικό σημείο που της αναφέρθηκε ότι το ποσό ήταν €3850= απαντά ως ακολούθως: «Κα. Πάυλου μέχρι 10/10 για να μην λέμε τα ίδια, ο κος. Μιχαήλ, τα ποσά ανέρχονταν στις €5.050= ποσό υπερβολικό. Σταμάτησα τις 2 επιταγές για να αναγκαστεί να ψηφίσει. Δεν σταμάτησα τις επόμενες γιατί χωρίς αποδείξεις δεν μπορούσα να αποδείξω ότι πληρώθηκε. Τον 5ο είχα εικόνα ότι εισέπραξε μέχρι σήμερα €5.300 κάτι ευρώ». Συμπληρώνοντας αυτή η απάντηση της κατηγορούμενης και τις υπόλοιπες σε παρόμοιες ερωτήσεις, δημιουργεί την εικόνα, σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζεται ότι προέβη στην ανάκληση της πληρωμής των επιταγών για να κερδίσει χρόνο ούτως ώστε να ξεκαθαρίσει το ακριβές ποσό που όφειλε και όχι γιατί είχε γνήσια πεποίθηση ότι δεν οφείλονταν αυτά τα ποσά ή ότι τα οποιαδήποτε οφειλόμενα ήδη πληρώθηκαν. Είναι δε σαφής η θέση της που αναφέρθηκε σε σωρεία απαντήσεων της τόσο κατά την κυρίως εξέταση της όσο και κατά την αντεξέταση της ότι ενώ ανακάλεσε τις επιταγές τον Οκτώβριο του 2014, σαφή εικόνα για το τι κατέβαλε και τι όφειλε είχε τον Μάιο του
- Σε σχέση με το γραπτό μήνυμα στο κινητό του ΜΚ2, Τεκμ.11, η κατηγορούμενη και στην αντεξέταση της αναφέρει ότι δεν θυμάται αν το έστειλε ή όχι, δεν μπορεί να το πιστοποιήσει αλλά ακόμα και αν το έστειλε φαίνεται από το περιεχόμενο του ότι υπήρχε ασάφεια στα ποσά. Δεν αμφιβάλλω ότι ενδεχομένως η κατηγορούμενη να μην είχε σαφή εικόνα του τι πραγματικά όφειλε, αν όντως όφειλε οτιδήποτε περαιτέρω, ή τι πραγματικά κατέβαλε μέχρι εκείνη την στιγμή, αλλά το κατά πόσο οι αμφιβολίες αυτές, ή η υποψία που ξεκίνησε να γεννάται στο μυαλό της, στοιχειοθετούν νομικά και καλύπτονται από την έννοια της εύλογης αιτίας με βάση την δοθείσα από την νομολογία ερμηνεία θα εξεταστεί κατωτέρω. Σε σχέση με τα €500= που δόθηκαν προκαταβολικά η κατηγορούμενη αποδέχεται ότι είχε ξεχάσει αυτό το ποσό και της αναφέρθηκε από τον ΜΚ2 όπως και άλλα ποσά που ενδεχομένως να κατέβαλε σε μετρητά και να τα ξέχασε. Άξια αναφοράς δε σε σχέση με το θέμα αυτό είναι και οι κάτωθι απαντήσεις της σε σχετικές ερωτήσεις: - «Δηλαδή η θέση σου είναι ότι έδωσες έστω και €1 περισσότερα εκτός από αυτά τα €500= πριν τις 08/07/2014?» - «Μάλιστα, δεν θυμούμαι ημερομηνίες των μετρητών. Οι αποδείξεις δόθηκαν μεταγενέστερα στην κα. Ταλιάνου και τότε είχαμε εικόνα πόσα έλαβες για την Ε58/
- Τότε ήξερα ότι €5.300= πήρες για την υπόθεση. Ναι ξέχασα τα €500= σε μετρητά όπως και άλλα ποσά. Και επειδή δεν μπορούσα να αποδείξω ότι τα είχατε εισπράξει δεν μπορούσα να κινηθώ νομικά και σταμάτησα 2 επιταγές μέχρι να ξεκαθαρίσουν.» - . - «Στις 8/7/2014 είπατε ότι δώσατε οτιδήποτε άλλο?» - «8/7/2014 έδωσα €1000- μετρητά που σας είπα ότι τα φύλαγε η γιαγιά μου για λόγους υγείας. Είχα πρόβλημα και μου τα έδωσε η γιαγιά μου. Σας ζήτησα απόδειξη και αρνηθήκατε.» - «Άρα συμφωνείς ότι δεν είπες ότι έδωσες οποιοδήποτε άλλο ποσό πριν τις 8/7/2014?» - «Δεν θυμούμαι γι' αυτό. Αν είχα εικόνα θα το απαιτούσα.» Από τις απαντήσεις αυτές, σε συνδυασμό και με τα όσα άλλα ανέφερε η κατηγορούμενη, προκύπτει όχι μόνο η αοριστία και η γενικότητα στα όσα ισχυρίζεται αλλά και η αντίφαση στον ισχυρισμό ότι η θέση του ΜΚ2 αναφορικά με την απόδειξη των €1500= δεν ευσταθεί. Η κατηγορούμενη από την μια ισχυρίζεται ότι η απόδειξη για το ποσό αυτό ανταποκρίνεται στα γεγονότα και όντως κατέβαλε €1000- σε μετρητά και άλλα €500, πέραν των αρχικών που δόθηκαν ως προκαταβολή, αλλά παράλληλα δεν θυμάται αν έδωσε οποιοδήποτε άλλο ποσό πριν τις 8/7/
- Συνεχίζοντας κατά την αντεξέταση της, η κατηγορούμενη αναφέρθηκε επανειλημμένα στους λόγους που ανακάλεσε τις επιταγές αναφέροντας ξανά τις υποψίες που είχε σε συνδυασμό με τις υποδείξεις του Πρωτοκολλητή ότι το ποσό ήταν υπερβολικό για μια υπόθεση τέτοιας κλίμακας αλλά και ακολουθώντας την συμβουλή της γραμματέως του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου να σταματήσει τις επιταγές για 2 μήνες που ήταν το χρονικό διάστημα που χρειάζεται μέχρι να γίνει το ψήφισμα των εξόδων ενώ παράλληλα αναφέρει σε άλλο σημείο ότι σταματώντας τις επιταγές θα ήταν ένας παραπάνω μοχλός πίεσης προς τον ΜΚ2 για να ψηφίσει τα έξοδα επειδή αρνείτο να το πράξει. Στο ερώτημα κατά πόσο η κατηγορούμενη γνώριζε ότι ανακαλώντας της επιταγές, διέπραττε ποινικό αδίκημα απάντησε ότι της είχαν αναφέρει ότι ήταν ποινικό αδίκημα αλλά η ίδια θεωρεί ότι διαπράττεται όταν όντως οφείλεται αυτό το ποσό. Στην περίπτωση της όμως που έχει υπερβεί το ποσό που όφειλε θεωρεί ότι ήταν δικαίωμα της να σταματήσει την πληρωμή των επιταγών ενώ συνεχίζει λέγοντας ότι σταμάτησε μόνο αυτές τις 2 επιταγές μέχρι να ξεκαθαρίσει το ακριβές ποσό που ο ΜΚ2 δικαιούτο για τις υπηρεσίες του. Από την όλη παρουσία της Κατηγορούμενης στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι η τελευταία δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια ή τουλάχιστον όλη την αλήθεια αναφορικά με τα όσα έλαβαν χώρα. Αποδέχομαι βεβαίως ότι ενδεχομένως η κατηγορούμενη να έχει διαφορές με τον ΜΚ2 και το Δικηγορικό του γραφείο αναφορικά με τα δικηγορικά έξοδα των υποθέσεων της γενικότερα, οι διαφορές όμως αυτές δεν δύναται να είναι αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα απόφαση. Περαιτέρω αυτό που εξετάζεται εδώ είναι εάν κατά τον ουσιώδη χρόνο της εντολής για ανάκλησης πληρωμής των επίδικων επιταγών, εξετάζοντας τις θέσεις της κατηγορουμένης αν το νοητικό στοιχείο ήταν τέτοιο που να δικαιολογεί και να αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό, του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την ύπαρξη εύλογης αιτίας. Η μαρτυρία της κατηγορούμενης χαρακτηριζόταν από αοριστία, καθώς η Κατηγορούμενη δεν έδιδε σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις και δεν απέφυγε τον κίνδυνο να περιπέσει σε αντιφάσεις. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι ενώ η υπεράσπιση της κινήθηκε στην γραμμή ότι ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών για εύλογη αιτία και συγκεκριμένα διότι οι επίδικες επιταγές θεωρούνται εξοφλημένες με τα ποσά που η ίδια πίστευε ότι κατέβαλε στον ΜΚ2, εντούτοις στην μαρτυρία της και ειδικότερα στην αντεξέταση της κατ' επανάληψη ανέφερε ότι στο στάδιο που ανακάλεσε την πληρωμή δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Παραπονούμενους και τι ακριβώς ποσό μέχρι τότε τους είχε καταβάλει. Ξεκάθαρα δε αναφέρει ότι σαφή εικόνα είχε μόλις τον Απρίλιο του 2015 και αυτή η εικόνα σαφέστατα δεν υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σημειώνω δε και τις αναφορές της στον χρόνο που ήθελε να κερδίσει για να ψηφιστεί ο κατάλογος εξόδων αλλά και στην ανάκληση των επιταγών ως μοχλό πίεσης προς τον ΜΚ2 για να προβεί σε ψήφιση καταλόγου εξόδων. Η ίδια η Κατηγορούμενη δηλαδή με βάση την παραδοχή της ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης των επιταγών δεν γνώριζε κατά πόσο οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Παραπονούμενους, αναιρεί την θέση της ότι επίδικες επιταγές είναι εξοφλημένες. Περαιτέρω, δεν θεωρώ λογική την θέση της Κατηγορούμενης η οποία ενώ δήλωσε ότι τον Αύγουστο του 2014 ξεκίνησε να έχει αμφιβολίες για τις πραγματικές οφειλές και πληρωμές ταυτόχρονα εξέδωσε και παρέδωσε τον Σεπτέμβριο περαιτέρω επιταγές χωρίς να γνωρίζει αν πραγματικά οφείλονταν αυτά τα ποσά. Με αυτά τα δεδομένα το λογικό θα ήταν η Κατηγορούμενη να επιδιώξει από εκείνη την στιγμή να διευκρινιστεί πρώτα το ακριβές οφειλόμενο ποσό των δικηγορικών εξόδων αλλά και τα ακριβή ποσά τα οποία κατέβαλε και ακολούθως να προβεί σε διευθέτηση της πληρωμής τους αν υπήρχε υπόλοιπο και όχι να εκδώσει επιταγές και ακολούθως να κερδίζει χρόνο με την ανάκληση της πληρωμής τους. Θα ανέμενα επίσης η κατηγορούμενη, έχοντας αυτές τις εύλογες κατά την ίδια αμφιβολίες και υποψίες να επιδίωκε την οριστική διευκρίνηση των ποσών και να μην εξέδιδε επιταγές μεταχρονολογημένες προς όφελος των παραπονούμενων. Ακόμα και η καταγγελία προς τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο που αποτελεί μια ένδειξη των αμφιβολιών έγινε μεταγενέστερα της έκδοσης και παράδοσης των επιταγών. Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι όταν κλήθηκε να αναφέρει τα ακριβή ποσά που κατέβαλε δεν έδωσε σαφή απάντηση αναφέροντας διάφορα ποσά και αφήνοντας μετέωρο τον ισχυρισμό της ότι πέραν από τα ποσά για τα οποία έλαβε αποδείξεις ενδεχομένως να έχει καταβάλει και άλλα για τα οποία όμως καμία σαφής εικόνα δεν δόθηκε. Στην βάση επομένως των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία της Κατηγορούμενης, η οποία και απορρίπτεται σε σχέση πάντοτε με τα ουσιώδη ζητήματα και θέματα που άπτονται των συστατικών στοιχείων των κατηγοριών. Μετά την κατάθεση της κατηγορούμενης καμία άλλη μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε για σκοπούς υπεράσπισης και η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε με τις τελικές αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: - Οι Παραπονούμενοι ήταν το Δικηγορικό Γραφείο εις το οποίο η κατηγορούμενη ανέθεσε τον χειρισμό διαφόρων υποθέσεων της, μεταξύ των οποίων μια αίτηση διαζυγίου και μια αίτηση διατροφής στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού όπως επίσης και την εκπροσώπησης της στα πλαίσια της αίτησης Ε58/11 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου, Τμήμα Λεμεσού. - Η αμοιβή του εν λόγω δικηγορικού γραφείου αναφορικά με την αίτηση διαζυγίου ήταν €1000= ενώ για την αίτηση διατροφής €700=. - Στα πλαίσια της αίτησης Ε58/11 εκδόθηκε απόφαση του Δικαστηρίου στις 6/6/2014 με την οποία η αίτηση εναντίον της κατηγορούμενης καθ' ής η αίτηση στην Ε58/11 απορρίφθηκε όπως επίσης και η ανταπαίτηση της ενώ σύμφωνα με την ίδια απόφαση η κάθε πλευρά θα επιβαρυνόταν με τα έξοδα της. - Περί τον Ιούλιο του 2014 η κατηγορούμενη μετέβηκε στο γραφείο των παραπονούμενων οπότε και της αναφέρθηκε ότι το ποσό των δικηγορικών εξόδων ανερχόταν στις €3850= περιλαμβανομένου του ΦΠΑ από και τα οποία αφαιρούνται τα €500= που κατέβαλε ως προκαταβολή με υπόλοιπο σε εκείνη την στιγμή €3350=. - Η κατηγορούμενη κατέβαλε περαιτέρω μια επιταγή για ποσό €200, πληρωτέα τον Σεπτέμβριο του 2014 και €1000= σε μετρητά. - Επίσης παρέδωσε στους παραπονούμενους τις επίδικες επιταγές ως μεταχρονολογημένες πληρωτέες τις 10/10/2014 και 10/11/2014 αντίστοιχα. - Δόθηκαν στους παραπονούμενους από την κατηγορούμενη, περί τον Σεπτέμβριο του 2014, επιταγές μεταχρονολογημένες, οι οποίες ήταν πληρωτέες από 10/12/2014 μέχρι και 10/05/2015 η τελευταία και έχουν όλες εξαργυρωθεί και πληρωθεί. - Δόθηκε από την κατηγορούμενη προς τους παραπονούμενους μεταχρονολογημένη επιταγή η οποία ήταν πληρωτέα 10/9/2015 και η οποία επίσης πληρώθηκε. - Εκδόθηκαν περαιτέρω από την κατηγορούμενη με δικαιούχους τους παραπονούμενους μεταχρονολογημένες επιταγές, οι οποίες είναι πληρωτέες από τις 10/10/2015 μέχρι και την 10/2/2016, αμφότερων συμπεριλαμβανομένων, το συνολικό ποσό των οποίων ανέρχεται στο ποσό των €
- - Εκδόθηκε από την κατηγορούμενη επιταγή, με δικαιούχους τους παραπονούμενους με ημερομηνία 10/6/2015 η οποία κατατέθηκε και δεν πληρώθηκε λόγω ανάκλησης της πληρωμής της από τον εκδότη της, ήτοι την κατηγορούμενη. - Οι μεταχρονολογημένες επιταγές που δόθηκαν από την κατηγορούμενη προς τους παραπονούμενους και έχουν ημερομηνίες 10/12/2014 μέχρι και 10/5/2015, αμφότερων συμπεριλαμβανομένων, έχουν εξοφληθεί και το συνολικό ποσό τους ανέρχεται στο ποσό των €600=. - Στις 1/12/2014 ψηφίστηκε κατάλογος εξόδων από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ο οποίος ψήφισε τα έξοδα των παραπονούμενων στο ποσό των €3.366,45σ πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού των €3.189,00σ ήτοι ποσό εκ €3.972 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 12). - Η κατηγορούμενη στις 10/10/2014 υπέβαλε γραπτή καταγγελία προς τον Γενικό Εισαγγελέα ως Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου εναντίον του ΜΚ2 (Τεκμήριο 15) και ο ΜΚ2 απάντησε με επιστολή ημερ.17/4/
- (Τεκμήριο 16). - Η κατηγορούμενη μετά την υποβολή της καταγγελίας με πράξη της ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών στις 13/10/2014 και με την αιτιολογία της αθέτησης συμφωνίας (Τεκμήριο 4). Στις δε επιταγές τοποθετήθηκε σφραγίδα στην οποία αναγραφόταν κατά λέξη « Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ STOP PAYMENT». - Οι πιο πάνω αναφερόμενε επιταγές εξακολουθούν μέχρι σήμερα να παραμένουν απλήρωτες. Νομική Πτυχή Το άρθρο 305 (Α)
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί, προνοεί τα ακόλουθα: «305Α.-
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» Σύμφωνα επομένως με το άρθρο 305Α
(2)τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: α) Η έκδοση επιταγής και β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της επιταγής με οποιαδήποτε πράξη του εκδότη της Σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, όπως αυτά έχουν προσδιοριστεί πιο πάνω, τότε θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο ο Κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία για να ανακαλέσει τις επίδικες επιταγές, εφόσον ο τελευταίος επικαλείται την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» το φέρει o Κατηγορούμενος. Στην υπόθεση Κονιζίδου v. Αρέστη 2009
(2)Α.Α.Δ 345 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου που παραθέσαμε πιο πάνω, η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας, βρισκόταν στους ώμους του κατηγορούμενου, που όφειλε κατά ή πριν την παρουσίαση της επιταγής να ειδοποιήσει γραπτώς την τράπεζα για τους λόγους για τους οποίους έδιδε την εντολή μη πληρωμής της» Αποτελεί δε σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου, αυτό το βάρος μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία όπως χρειάζεται στην περίπτωση της Κατηγορούσας Αρχής για να αποδείξει την κατηγορία. (Γενικός Εισαγγελέας v. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ 332). Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, τα παραδεκτά γεγονότα, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η πλευρά των Παραπονούμενων απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη. Συγκεκριμένα έχει αποδειχθεί ότι η Κατηγορούμενη εξέδωσε τις επίδικες επιταγές προς όφελος των Παραπονούμενων, καθώς και ότι η πρώτη με εντολή της ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Σε κάθε περίπτωση επισημαίνω ότι στην πρόσθια όψη των επίδικων επιταγών υπάρχει η σχετική σφραγίδα του πιστωτικού ιδρύματος περί ανάκλησης της πληρωμής τους (βλ. άρθρο 305Α
(3)του Νόμου). Το επόμενο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο η Κατηγορούμενη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων απέδειξε ότι ο λόγος για τον οποίο ανακάλεσε την πληρωμή των επιταγών συνιστά εύλογη αιτία με βάση το άρθρο 305Α
(2)του Νόμου. Το πιο πάνω άρθρο, ως είχε πριν την τροποποίηση του, και ειδικότερα η έννοια «εύλογη αιτία» αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση N.C Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ 763. Το συγκεκριμένο άρθρο πριν την τροποποίηση του είχε ως εξής: "
(2)Πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε απ' αυτό, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο ποινές." Όπως γίνεται αντιληπτό η έννοια της «εύλογης αιτίας», παρέμεινε και μετά την τροποποίηση η ίδια και επομένως το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση από την πιο πάνω υπόθεση. Στην εν λόγω υπόθεση έγινε αναφορά στην Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης και αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στη φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη «honesty» (ειλικρίνεια). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου
(2), ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθηση του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εφεσίβλητου ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση 18/2012 Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου ημερομηνίας 16.4.14 αναφέρθηκαν σε σχέση με το άρθρο 305Α
(2)του Νόμου τα ακόλουθα «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575)». Η Κατηγορούμενη για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών επικαλέστηκε το ότι δεν γνώριζε επακριβώς ποια ήταν η χρέωση της σε δικηγορικά έξοδα και ότι επίσης δεν γνώριζε ποια ακριβώς ποσά είχε καταβάλει μέχρι εκείνη την στιγμή στους παραπονούμενους και ενδεχομένως να είχε ήδη προβεί σε υπερπληρωμές. Από την μαρτυρία που έχει προσαχθεί, θεωρώ ότι η Κατηγορούμενη δεν ενήργησε καλόπιστα. Όπως ανέφερα και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της σε πιο εκτενή βαθμό, κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της ήταν η ασάφεια. Η Κατηγορούμενη δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ούτε τα ακριβή ποσά που ισχυρίζεται ότι ενδεχομένως κατέβαλε, ούτε τα ποσά που ενδεχομένως όφειλε. Περαιτέρω ασαφής και μετέωρη παρέμεινε η θέση της καθότι ενώ παράλληλα ισχυριζόταν πληρωμή των δικηγορικών εξόδων και ενδεχόμενη αποπληρωμή ταυτόχρονα ισχυριζόταν άγνοια για τα υπόλοιπα και ανέφερε ρητά ότι ο λόγος ανάκληση ήταν για να κερδίσει χρόνο με σκοπό την ψήφιση καταλόγου εξόδων. Την δε ανάκληση την χρησιμοποίησε και ως μοχλό πίεσης για να υποβληθεί προς ψήφιση ο κατάλογος εξόδων. Παρά τα πιο πάνω και παρά την παραδοχή του ότι μέχρι τον χρόνο ανάκλησης δεν γνώριζε με βεβαιότητα αν όφειλε τα ποσά αυτά ή όχι ή ακόμα και τι ποσά κατέβαλε, επέμεινε στην θέση της ότι τα ποσά των επιταγών ήταν εξοφλημένα και δεν οφείλονταν. Σαφή δε εικόνα είχε τον Απρίλιο του 2015. Στο σημείο βεβαίως αυτό σημειώνω ότι η ύπαρξη της καλής πίστης χρονικά εξετάζεται στο χρόνο ανάκλησης της επιταγής και κατά πόσο σε εκείνο τον χρόνο η κατηγορούμενη καλή τη πίστη προέβη στην πράξη αυτή. Με βάση τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας κρίνω ότι η κατηγορούμενη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών καλή τη πίστει. Αντίθετα με μόνη την υποψία της υπερχρέωσης και χωρίς να έχει σαφή εικόνα για το τι κατέβαλε, σύμφωνα με την ίδια, προχώρησε στην ανάκληση τους με μοναδικό σκοπό να κερδίσει χρόνο για να ψηφιστεί ο κατάλογος εξόδων. Οι θέσεις και οι ισχυρισμοί της κατηγορούμενης δεν βρίσκουν έρεισμα στην λογική καθότι ένα πρόσωπο ενεργώντας καλή τη πίστει και έχοντας πεποίθηση και εύλογη υποψία ότι έχει καταβάλει πέραν του δέοντος ποσά έναντι ενός χρέους θα ανακαλούσε το σύνολο των επιταγών και όχι μόνο 2 εκ των δεκάδων μεταχρονολογημένων επιταγών που παρέδωσε στους παραπονούμενους μέρος των οποίων σημειώνω ότι συνεχίζονταν να τιμούνται καθ' όλη την διάρκεια ακόμα και της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας με παραδοχή της ίδιας της κατηγορούμενης στα πλαίσια της μαρτυρίας της ενώπιον μου. Αυτό το οποίο όμως δημιουργεί εντύπωση είναι ότι ενώ ισχυρίζεται ότι από τον Αύγουστο του 2014 είχε διαφορές και σκέψεις αναφορικά με τις χρεώσεις και τις πληρωμές και ενώ μπορούσε από τότε να ζητήσει διευκρινήσεις και ψήφιση καταλόγου εξόδων, τον Σεπτέμβριο του 2014 παρέδωσε εκ νέου και άλλες επιταγές, πέραν των επιδίκων. Τα γεγονότα αυτά σαφώς, κατά την κρίση μου, και σε συνδυασμό με τα όσα προέκυψαν από την αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούμενης, καταδεικνύουν ότι δεν ήταν ειλικρινής και εύλογη η ανάκληση των επιταγών. Ένα άτομο που ενεργεί καλόπιστα και με εύλογη πεποίθηση ότι δεν οφείλει άλλα ποσά ή ότι έχει προβεί σε υπερπληρωμές, ασφαλώς δεν θα εξέδιδε επιταγές προς πληρωμή του προσώπου που κατά τον ίδιο τον αδικεί. Επιπρόσθετα κατά τον χρόνο ανάκλησης των επιταγών η ίδια η κατηγορούμενη αναφέρει ότι δεν είχε σαφή εικόνα των πραγμάτων και μπορεί είτε να όφειλε περαιτέρω ποσά είτε όχι. Όλα αυτά δεικνύουν ότι η Κατηγορούμενη δεν ενήργησε καλόπιστα. Τα πιο πάνω αναφερόμενα γεγονότα οδηγούν, κατά την κρίση μου σε ένα και μόνο συμπέρασμα. Ότι η ενέργεια της Κατηγορούμενης να ανακαλέσει τις επίδικες επιταγές δεν ήταν ειλικρινής και δεν υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Δεν μου διαφεύγει βεβαίως το γεγονός ότι οι Παραπονούμενοι προέβησαν σε ψήφιση καταλόγου εξόδων το ποσό του οποίου ανέρχεται σε ποσό μεγαλύτερο αυτού που η κατηγορούμενη αρχικά υποστηρίζει ότι της λέχθηκε και με δεδομένο ότι δεν παρουσιάστηκε αποδεκτή ή και οιαδήποτε μαρτυρία για τα ποσά που αόριστα ανάφερε ότι μπορεί να κατέβαλε σε μετρητά, πέραν των αναφερθέντων σε αποδείξεις ενισχύει την τελική μου κρίση περί απουσίας εύλογης αιτίας και καλής πίστης. Υπό το φως των πιο πάνω, η Κατηγορούμενη απέτυχε να αποδείξει κατά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι η ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών έγινε για εύλογη αιτία. Κατά συνέπεια, η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των παραπονούμενων και εναντίον της κατηγορούμενης. (Υπ.) ............. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο