ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΙΧΑΗΛ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ν. ΣΤΕΛΛΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Υπόθεση Αρ.: 32950/2014, 22/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B170 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 32950/2014 ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΙΧΑΗΛ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ v. ΣΤΕΛΛΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή : κα Παύλου Για Κατηγορούμενη: κα Ταλιάνου Κατηγορούμενη: παρούσα ΠΟΙΝΗ (ex temprore) Το Δικαστήριο σε προηγούμενο στάδιο σήμερα, μετά που άκουσε αγορεύσεις για μετριασμό της ποινής, επιφύλαξε την ποινή. Η Κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη μετά από ακροαματική διαδικασία στο αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης 2 επιταγών, χωρίς εύλογη αιτία, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. Πιο συγκεκριμένα, η Κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη στην χωρίς εύλογη αιτία ανάκληση εξόφλησης των επιταγών με αριθμούς 46138628 και 46138629 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ, για τα ποσά των €200- έκαστη, τις οποίες εξέδωσε προς όφελος των Παραπονουμένων. Τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση έχουν ήδη αναφερθεί στην Απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14/12/2015 και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω στην παρούσα απόφαση. Έχω λάβει υπόψη μου τα όσα αναφέρθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά και τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούμενης ανέφερε για σκοπούς μετριασμού της ποινής της. Λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορούμενης χωρίς βεβαίως να παραβλέπω ότι η κατηγορούμενη παρουσιάζεται αμετανόητη για την διάπραξη των αδικημάτων, κανένα ποσό δεν έχει προσφερθεί ως αποζημίωση μέχρι σήμερα στους Παραπονούμενους. Ακολούθως, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούμενης στην αγόρευσή της για μετριασμό της ποινής τόνισε, πέρα από το λευκό ποινικό μητρώο της και τις προσωπικές συνθήκες της Κατηγορούμενης, το γεγονός ότι είναι διαζευγμένη, μητέρα δύο ανήλικων παιδιών 17 και 9 ετών αντίστοιχα, ενώ αποτελεί το μοναδικό στήριγμα των δύο ανήλικων παιδιών της για τη συντήρηση και διατροφή των οποίων αγωνίζεται σκληρά. Είναι η πρώτη φορά που εμφανίζεται ενώπιον Δικαστηρίου για την διάπραξη οιουδήποτε ποινικού αδικήματος, ενώ τόνισε ότι από τη διάπραξη του αδικήματος, που έλαβε χώρα ένα και πλέον χρόνο πριν, δεν υπέπεσε σε οποιοδήποτε άλλο ποινικό αδίκημα. Αναφέρθηκε στην πρόθεσή της, που κατά την εισήγηση της συνηγόρου της δεν ήταν πρόθεσή της να μην πληρώσει τις επιταγές, αλλά ήταν προσπάθειά της να αποφύγει υπερβολικές χρεώσεις. Περαιτέρω, εισηγήθηκε όπως αν το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας, να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να αναστείλει την εκτέλεση τούτης, ενόψει των συνθηκών της Κατηγορουμένης, του κινήτρου και του ύψους των επίδικων επιταγών. Με βάση όσα αναφέρθηκαν και παραπέμποντας το Δικαστήριο σε νομολογία, η κα Ταλιάνου εισηγήθηκε στο Δικαστήριο να δείξει στο πρόσωπο της Κατηγορουμένης τη μέγιστη δυνατή επιείκεια. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία βρέθηκε ένοχη η κατηγορούμενη είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000.- ή και οι δυο ποινές. Περαιτέρω η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που αφορούν την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα έχει τονισθεί επανειλημμένα μέσα από την πλούσια στο ζήτημα αυτό Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τέτοιας φύσης αδικήματα διαπράττονται με ανησυχητική συχνότητα, επηρεάζουν την οικονομική ζωή του τόπου και η έξαρση τους αποτελεί μάστιγα της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας μας. Όλα αυτά συνηγορούν υπέρ της αντιμετώπισης των αδικημάτων αυτών με επιβολή αποτρεπτικών ποινών, πάντα σε σχέση φυσικά με τα συγκεκριμένα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι και τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ 60: «Ένα άλλο στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη είναι η φύση του αδικήματος. Επηρεάζει τις συναλλαγές και την ιδιοκτησία, η δε διάπραξή του είναι εύκολη. Υπονομεύει την κοινωνική, εμπορική και οικονομική ζωή του τόπου. Με βάση τον μεγάλο αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που καταχωρούνται στα Επαρχιακά Δικαστήρια διαπιστώνουμε πως τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση. Η έκδοση ακάλυπτων επιταγών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Έχει ορθά χαρακτηρισθεί οικονομική μάστιγα. Η διάπραξη του αδικήματος, πρέπει να λεχθεί, οφείλεται και στην ευκολία με την οποία οι παραβάτες εξασφαλίζουν από τις τράπεζες βιβλιάρια επιταγών. Χωρίς οποιοδήποτε ηθικό περισπασμό ή αναστολή οι κάτοχοι των βιβλιαρίων επιταγών εκδίδουν κατά συρροή ακάλυπτες επιταγές. Εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη που τους εναποθέτουν οι συμπολίτες τους και πολλές φορές την αφέλεια τους. Οι δοσοληψίες με τη χρήση επιταγών από μέσο για τη διευκόλυνση των συναλλαγών έχουν μετατραπεί σε εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης, εξαπάτησης και ταλαιπωρίας των θυμάτων. Οι παράγοντες αυτοί αποτελούν κατά την κρίση μας επιβαρυντικούς παράγοντες. ................................................................................................................ Ενόψει λοιπόν της συχνότητας του αδικήματος και των επιπτώσεών του στην οικονομική ζωή του τόπου προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για την πάταξη του αδικήματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Αστυνομία ν Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ 117 και Ηλίας Λάζος Λτδ ν Πετεβιάν
(1994)2 Α.Α.Δ 61). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω θεωρούμε ότι η αποτροπή μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που έχει επικαλεσθεί η εφεσίβλητη 2 δεν είναι ικανοί για να μετατρέψουν το είδος της ποινής. Τονίζουμε πως ενόψει της συχνότητας του αδικήματος η αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης εκτός εάν συντρέχουν πολύ εξαιρετικές περιστάσεις». Πέραν της σοβαρότητας των αδικημάτων και των αποτρεπτικών ποινών που πρέπει το Δικαστήριο να επιβάλει, το Δικαστήριο οφείλει να επιτελεί το έργο της εξατομίκευσης της ποινής, το οποίο αποτελεί και καθήκον του Δικαστηρίου. Οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής ούτως ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Βεβαίως, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου, Ποιν. Έφεση 7000, ημερ. 24.04.2001). Έχω λάβει υπόψη μου τα γεγονότα τα οποία περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων, όπως αυτά προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, καθώς και όλα όσα ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κατά την αγόρευσή της για μετριασμό της ποινής. Λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικό παράγοντα για την Κατηγορούμενη την έλλειψη έμπρακτης μεταμέλειας από πλευράς της. Μέχρι και σήμερα, παρά το ότι της δόθηκε χρόνος και παρά το ότι κατά την προηγούμενη δικάσιμο μετά την ανάγνωση της απόφασης, το Δικαστήριο ανέφερε την δυνατότητα αποζημίωσης ως παράγοντα που θα λαμβανόταν υπόψη από το Δικαστήριο στα πλαίσια επιβολή ποινής, ουδεμία αποζημίωση, ούτε ακόμα και πρόθεση αποζημίωσης με την αποδοχή σχετικού διατάγματος επετεύχθη. Την έλλειψη αποζημίωσης και άρα έμπρακτης μεταμέλειας η συνήγορος της κατηγορούμενης την σχολίασε και την βάσισε στο ότι η κατηγορούμενη θεωρεί λανθασμένη την απόφαση του Δικαστηρίου και την κατάληξη περί της ενοχής της και ως εκ τούτου δεν είναι διατεθειμένη να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Δεν κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω οτιδήποτε περαιτέρω πέραν του ότι το δικαίωμα της Κατηγορούμενης να εφεσιβάλει την Απόφαση του Δικαστηρίου είναι συνταγματικά καθιερωμένο και ουδείς της το στερεί. Μέχρι όμως να γίνει αυτό, η απόφαση που εκδόθηκε βρίσκεται σε ισχύ και οφείλει η Κατηγορούμενη να τη σεβαστεί, σε διαφορετική περίπτωση ολόκληρο το δικαιικό μας σύστημα θα οδηγείτο σε καταστροφή. Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να λάβω υπόψη μου ως μετριαστικό παράγοντα την απολογία και μεταμέλεια από πλευράς της Κατηγορουμένης, λαμβανομένου υπόψη ότι η Κατηγορούμενη δεν έχει εκφράσει ούτε την απολογία της μέσω της συνηγόρου της ούτε οποιαδήποτε μορφή αποζημίωσης. Αυτό τουλάχιστον θα αποδείκνυε ότι έστω και την υστάτη θα αντιλαμβανόταν το αδίκημα που διέπραξε. Η Κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου, είναι διαζευγμένη, μητέρα δύο ανήλικων παιδιών που διαμένουν μαζί της και έχει την ευθύνη και φροντίδα των παιδιών της η ίδια. Αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, οι οποίες είναι εύκολο να γίνουν κατανοητές από το Δικαστήριο, λαμβανομένου υπόψη και την οικονομική κρίση που μαστίζει την κυπριακή κοινωνία και ότι η ίδια είναι καθηγήτρια μουσικής και παραδίδει μαθήματα σε παιδιά που ενόψει και της φύσης τους δύναται να θεωρηθούν ως είδος πολυτελείας και ως εκ τούτου συνεπάγεται και μείωση του κύκλου εργασιών της. Λαμβάνω υπόψη μου τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και κυρίως ότι φαίνεται να είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό η διάπραξη αυτών των αδικημάτων από πλευράς της Κατηγορουμένης και ότι οι συνέπειες που πιθανόν να προκύψουν από μία ποινή φυλάκισης στην ίδια την Κατηγορουμένη και κυρίως στα δύο ανήλικα της παιδιά. Δεν μπορώ επίσης να μην λάβω υπόψη μου ότι οι δύο επιταγές που βρέθηκε ένοχη η Κατηγορούμενη αφορούν μόνο το ποσό των €400- αμφότερες, χωρίς όμως να παραβλέπω τη ζημιά που προκλήθηκε στον Παραπονούμενο. Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω και επειδή το παρόν Δικαστήριο, όπως και κάθε Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας, πρέπει να επιβάλει ποινή η οποία να είναι η αρμόζουσα στο πρόσωπο του κάθε παραβάτη ξεχωριστά, χωρίς να δείχνει εκδικητικότητα, θυμό και οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα στο πρόσωπο του κατηγορούμενου, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της χρηματικής ποινής. Συνεπώς, επιβάλλεται στην Κατηγορούμενη, στην 1η κατηγορία χρηματική ποινή €250- και στη 2η κατηγορία χρηματική ποινή €250-. Το πρόστιμο να πληρωθεί σε μηνιαίες δόσεις των €100-. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής και εναντίον της Κατηγορούμενης, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα υπάρχει αναστολή εκτέλεσης στο ποσό των εξόδων για τέσσερις μήνες από σήμερα. (Υπ.) ........... Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο