ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ARTURAS BELOVAS, Αρ. Υπόθεσης: 8613/14, 26/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B174 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8613/14 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. ARTURAS BELOVAS Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26 Νοεμβρίου, 2015 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Γιασκούρη Ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου) Η Κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος για άλλο τύπο ή κατηγορία για την οποία εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας αυτού, κατά παράβαση των κ. 2, 18
(1)
(6)
(7)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο: «Ο κατηγορούμενος την 5η Ιουνίου 2013, στην οδό Προμαχών Ελευθερίας στον Αγ. Αθανάσιο της Επαρχίας Λεμεσού, χρησιμοποιούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KWW 996 ως όχημα κατηγορίας δημόσιας χρήσης «ταξί» αντί ως όχημα τύπου ιδιωτικού για το οποίο εκδόθηκε η άδεια κυκλοφορίας του.» Η Μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον κ. Α. Αγαθοκλέους, Ειδικό Αστυφύλακα 6254, (ΜΚ1). Όπως ανέφερε, υπηρετεί στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Στις 5/6/2013 και περί ώρα 5:10 εκτελούσε εντεταλμένη υπηρεσία στην οδό Προμαχών Ελευθερίας στη Λεμεσό. Ανέκοψε το όχημα με αρ. εγγραφής KWW 996 τύπου Peugeot το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα τα στοιχεία του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, είναι και ο ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος. Κατέθεσε εκτύπωση από το σύστημα μηχανογράφησης της υπηρεσίας του με τα στοιχεία ιδιοκτήτη και του οχήματος ως Τεκμήριο 1. Ο Κατηγορούμενος, διαμένει στη Λάρνακα. Επί του οχήματος, που ήταν οκτώ θέσεων, επέβαιναν εκτός από τον Κατηγορούμενο, και δύο άτομα στα πίσω καθίσματα. Ανέφεραν στον ΜΚ 1 ότι ήταν Ουκρανοί τουρίστες οι οποίοι διέμεναν στο ξενοδοχείο «Ποσειδώνια» στη Λεμεσό. Διαπίστωσε από έλεγχο των εγγράφων του Κατηγορουμένου ότι το όχημα ήταν «ιδιωτικό». Ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι είναι Ουκρανοί φίλοι του και τους είχε πάρει περιοδεία. Ο ΜΚ1 τον ρώτησε αν έχει άδεια να τους «παίρνει περιοδεία» και ο Κατηγορούμενος απάντησε, Ελληνικά, «έχω άδεια». Του έδωσαν τον αριθμό του τηλεομοιότυπου της υπηρεσίας ώστε να τους αποστείλει αντίγραφο, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Δεν ρώτησε ούτε διαπίστωσε αν καταβλήθηκε αμοιβή από τους επιβαίνοντες στον Κατηγορούμενο. Ο λόγος που τον κατήγγειλε ήταν γιατί ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι είχε άδεια να εκτελεί περιοδείες χωρίς να έχει. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν αυτός που ανέφερε ότι οι επιβαίνοντες ήταν φίλοι του. Επέμεινε στη θέση ότι ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι είχε άδεια για περιοδεία. Δέχθηκε ότι δεν είναι αδίκημα να μεταφέρονται φίλοι, οικογένεια ή γνωστοί με όχημα ιδιωτικής χρήσης. Στην παρούσα περίπτωση όμως ο Κατηγορούμενος του είπε ότι είχε άδεια. Αρνήθηκε ότι παρεξήγησε ή παρερμήνευσε τα όσα λέχθηκαν μεταξύ του ιδίου και του Κατηγορούμενου. Σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου απάντησε ότι συνομίλησε με τον Κατηγορούμενο στα Αγγλικά και στα Ελληνικά. Οι Εισηγήσεις των μερών Μετά το τέλος της υπόθεσης για τη Κατηγορούσα Αρχή, ο Κατηγορούμενος εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του ώστε να κληθεί σε απολογία. Από την πλευρά της η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου. Η θέση της ήταν ότι αποδείχθηκαν όλα τα συστατικά του αδικήματος. Νομική Πτυχή Αρχές εξέτασης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το θέμα συνοψίζονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133,145. Η απαλλαγή του κατηγορουμένου δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. (βλ. Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9, Practice Note
(1962)1 All ER 448) Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (βλ. Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191,198 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Δράκου, Ποιν. Εφέσεις 5-9/2012, 11/12/2012). Σαφής διατύπωση των αρχών βρίσκεται στην R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060 στη σελ. 1062, η οποία υιοθετήθηκε στην Κυπριακή Νομολογία (Βλ. Azinas et al v. Police, ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου, ανωτέρω, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191). Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα σε ελεύθερη μετάφραση: «Πως λοιπόν πρέπει ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση;
(1)Αν δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το κατ' ισχυρισμόν αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν υπάρχει δυσκολία. Ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση.
(2)Η δυσκολία προκύπτει όπου υπάρχει κάποια μαρτυρία, δεν είναι όμως αρκετά ισχυρή, επειδή π.χ. είναι εν γένει αδύνατη ή ασαφής ή επειδή είναι ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία, (α) Όπου ο δικαστής συμπεραίνει ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, κρινόμενη στο απόγειο της, είναι τέτοια που οι ένορκοι ορθά καθοδηγούμενοι, δεν θα μπορούσαν να καταδικάσουν με βάση αυτή, αποτελεί υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση, να σταματήσει την υπόθεση, (β) Όπου όμως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της εξαρτάται από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα ενέπιπταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και από μια πιθανή θεώρηση των γεγονότων υπάρχει μαρτυρία με βάση την οποία οι ένορκοι θα μπορούσαν να συμπεράνουν ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους[1].» Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος για άλλο τύπο ή κατηγορία για την οποία εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας Σύμφωνα με τον κ.18 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984: «18.-
(1)Αι άδειαι κυκλοφορίας μηχανοκινήτων οχημάτων εκδίδονται υπό του Εφόρου και περιέχουν στοιχεία ως ούτος ήθελε κρίνει απαραίτητα, των στοιχείων τούτων καταχωριζομένων εις το Βιβλίον Εγγραφής Μηχανοκινήτων Οχημάτων.
(2)Αι αιτήσεις διά την έκδοσιν αδειών κυκλοφορίας μηχανοκινήτων οχημάτων δέον όπως υποβάλλωνται κατά του Τύπου VIII τον συνημμένου εις τους παρόντας Κανονισμούς Πρώτου Παραρτήματος ή καθ' οιονδήποτε άλλον τύπον, ως ο Έφορος ήθελεν εκάστοτε καθορίσει. ...........
(6)Ουδείς θέλει χρησιμοποιήσει ή επιτρέψει ή ανεχθή την υπό τρίτου προσώπου χρήσιν μηχανοκινήτου οχήματος ειμή μόνον ως όχημα του τύπου ή κατηγορίας, δια την οποίαν εξεδόθη η άδεια αυτού δυνάμει του παρόντος Κανονισμού: Νοείται ότι οσάκις η άδεια μηχανοκινήτου οχήματος εξεδόθη διά να χρησιμοποιήται τούτο τόσον ως λεωφορείον όσον και ως φορτηγόν, το τοιούτον όχημα δύναται να χρησιμοποιήται δι'αμφοτέρους τους σκοπούς.
(7)Κατά την έννοιαν του παρόντος Κανονισμού, «τύπος ή κατηγορία μηχανοκινήτου οχήματος» σημαίνει - .... (ιιι) μηχανοκίνητον όχημα δημοσίας χρήσεως, δυνάμενον να μεταφέρη ουχί πλείονας των οκτώ καθημένων επιβατών. .... (νι) ιδιωτικόν μηχανοκίνητον όχημα άλλον ή φορτηγόν μηχανοκίνητον όχημα. Στο άρθρο 2 των εν λόγω κανονισμών ο όρος «ταξί» ορίζεται ως ακολούθως: «'ταξί' σημαίνει μηχανοκίνητον όχημα δημοσίας χρήσεως κατασκευασμένον ή διασκευασμένον διά την μεταφοράν ουχί πλειόνων των οκτώ επιβατών, το οποίον κατέχει άδεια ταξί.» Στο άρθρο 2 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/1972, όπως τροποποιήθηκε, ο όρος «μηχανοκίνητον όχημα δημοσίας χρήσεως» ορίζεται ως ακολούθως: «'μηχανοκίνητον όχημα δημοσίας χρήσεως' σημαίνει μηχανοκίνητον όχημα, χρησιμοποιούμενον, είτε ως αγοραίον, είτε επί συμβάσει, διά την μεταφοράν επιβατών, ανεξαρτήτως εάν τούτο χρησιμοποιήται ωσαύτως και διά την μεταφοράν αγαθών, της μεταφοράς ενεργουμένης επί μισθώσει ή επ' αμοιβή·» και ο όρος «Ιδιωτικό μηχανοκίνητο όχημα»: «ιδιωτικό μηχανοκίνητο όχημα» σημαίνει παν μηχανοκίνητο όχημα πλην των δημοσίας χρήσεως τοιούτων και των φορτηγών μηχανοκινήτων οχημάτων, των χρησιμοποιουμένων δια την μεταφορά αγαθών ή φορτίου επί μισθώσει ή επ' αμοιβή, και των μηχανοκινήτων οχημάτων των χρησιμοποιουμένων δια την εκπαίδευσιν οδηγών. Ο όρος «εκπαίδευσις οδηγών» κέκτηται την εις τον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Εκπαίδευσις Οδηγών) Νόμο του 1968 αποδιδομένη έννοια Προκύπτει από τον συνδυασμό των πιο πάνω προνοιών ότι η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει:
- Την κατηγορία του οχήματος του Κατηγορουμένου, ότι δηλαδή είναι ιδιωτικό, και
- Ότι χρησιμοποίησε αυτό, ως όχημα δημόσιας χρήσης, δηλαδή για τη μεταφορά επιβατών έναντι αμοιβής ή επί μισθώσει. Στην Albert v. Motor Insurers' Bureau [1971] 2 All E.R. 1345, το House of Lords κλήθηκε να ερμηνεύσει τον όρο «a vehicle in which passengers are carried for hire or reward». Στην υπόθεση εκείνη ο οδηγός οχήματος είχε αναλάβει την μεταφορά συναδέλφων του στο χώρο εργασίας τους. Δεν είχε συμφωνηθεί συγκριμένη αμοιβή. Κάποτε πληρωνόταν σε μετρητά ή σε είδος, τσιγάρα ή αλκοόλ. Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού συνέβη δυστύχημα κατά το οποίο σκοτώθηκε ένας επιβαίνοντας. Ένα από τα θέματα που είχαν τεθεί προς επίλυση ήταν κατά πόσο το όχημα χρησιμοποιείτο ως όχημα μεταφοράς επιβατών έναντι αμοιβής ή επί μισθώσει. Κρίθηκε ότι υπό τις περιστάσεις το όχημα χρησιμοποιείτο ως όχημα μεταφοράς επιβατών έναντι αμοιβής ή επί μισθώσει. Σύμφωνα με τα λεχθέντα του Lord Donovan, το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο υπήρχε συστηματική μεταφορά επιβατών έναντι αμοιβής πέραν της κοινωνικής ευγένειας (social kindness). Ήταν άνευ σημασίας η πρόθεση δημιουργίας συμβατικής σχέσης, θα πρέπει όμως να αναμένεται από τον οδηγό κάποιο αντάλλαγμα (reward). Οι έννοιες «έναντι αμοιβής ή επί μισθώσει» δεν πρέπει να ερμηνεύονται περιοριστικά. Τα όσα αναφέρει ο Lord Donovan στη σελ. 1353 της απόφασης είναι σχετικά: «The test which I favour, namely, has there been a systematic carrying of passengers for reward which goes beyond the bounds of mere social kindness?—which I may call for short the 'business test'—is in line I think with the reasoning of the judges of the First Division in Meanen's ((30th October 1970) unreported; see p 1372 post) case (who all attach importance to the features of duration and regularity) and with Lord Denning MR's view in Connell that the existence of a binding contract is too narrow a test. Of course, if the 'business test' is applied one will normally find a contract. But not necessarily so. I recognise that on this construction there may be some instances, like the present, where careful examination of the facts will be required before concluding whether or not the line which separates social kindness from planned operation for reward has been crossed. I do not think this presents any great difficulty. The courts have had to resolve for over a century questions whether a taxpayer has engaged in purely private non-business activities or whether he has engaged in business. The difficulty lies not in recognising a business when one sees it but in devising a formula for recognition. And whatever construction of the proviso is adopted, each case will still have to be decided on its own facts; and if the existence or not of a legally binding contract were to be the test, the true answer could be just as difficult to find. The construction which I favour conforms, I think, to the meaning which hire or reward' bears in the public service vehicle Part b of the 1930 Act and the 1960 Act. There the definition of public service vehicle clearly imports the notion of business. I confess I have not identified the case where 'passengers are being carried for hire or reward otherwise than in the course of a business of carrying passengers'; as to which see s 118
(3)(d) of the 1960 Act. I feel it must be some exceptional case which is here in mind; and if so, the words quoted ought not to control the present problem of construction. To summarise:
(1)I think that the words 'hire or reward' must be read disjunctively.
(2)I agree that the carriage must be for reward. A reward given for carriage is not the same thing.
(3)In the present case there has been regular and systematic carriage of passengers by Mr Quirk for about eight years. Mr Quirk expected to be paid either in cash or in kind, and the passengers he carried expected to make such payment. That there was no legally binding contract I regard as immaterial. Even without any such contract, Mr Quirk was, on the facts found by the trial judge, carrying on part-time the business of carrying passengers for reward with the consequence that the vehicle he was using was within the scope of the proviso.» Συμπεράσματα Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία του ΜΚ 1 κατέδειξε μόνο ότι ο Κατηγορούμενος μετέφερε δύο επιβάτες με το όχημά του όταν τον σταμάτησαν για έλεγχο τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα. Ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι δεν ρώτησε ούτε γνώριζε αν ο Κατηγορούμενος είχε λάβει χρήματα ή άλλο αντάλλαγμα για τη μεταφορά των επιβατών. Η όλη υπόθεση στηρίχθηκε στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος, που είναι ρωσόφωνος, ρωτήθηκε αν έχει «άδεια να εκτελεί περιοδείες» και είπε ότι είχε. Τέτοια αναφορά ακόμη και αν γίνει δεκτή δεν συνιστά παραδοχή στο εξεταζόμενο αδίκημα και δεν αποδεικνύει τα συστατικά στοιχεία του. Στην απουσία μαρτυρίας για τη λήψη ανταλλάγματος δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο Κατηγορούμενος. Δεν έχει δηλαδή στοιχειοθετηθεί το δεύτερο συστατικό στοιχείο, ότι ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε το όχημά του, ως όχημα δημόσιας χρήσης, δηλαδή για τη μεταφορά επιβατών έναντι αμοιβής ή επί μισθώσει. Κατάληξη Ως εκ τούτου δεν υπάρχουν περιθώρια να κληθεί ο Κατηγορούμενος σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η κατηγορία απορρίπτεται και ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/l/Prima Facie Case/Use of Private Vehicle as Public Service Vehicle Αναφορά: Ποινική/ Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Χρήση Ιδιωτικού Οχήματος ως Οχήματος Δημόσιας Χρήσης [1] «How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο