← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Στυλιανού Παπανικολάου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7327/15, 27/11/2015

Δημοκρατία ν. Στυλιανού Παπανικολάου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7327/15, 27/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2015:29 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. T. Kατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7327/15 Δημοκρατία ν. 1. Στυλιανού Παπανικολάου 2. Γιώργου Ζωδιάτη 3. Στέλιου Καλλή Κατηγορουμένων -------------------- Ημερομηνία: 27.11.15 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αριστείδης Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Φ. Φανή για κ. Χρ. Δημητρίου Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Ε. Πουργουρίδης με κα Μ. Νεοφύτου Για τον κατηγορούμενο 3: κ. Α. Δημητρίου με κα Καραμανή Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση αφορά τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της κατοχής, της κατοχής με σκοπό την προμήθεια και της προμήθειας μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών. Ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε τα αδικήματα της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών ουσιών. Οι υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετώπιζε, ήτοι αυτές της συνωμοσίας έχουν ανασταλεί. Μετά την παραδοχή του κατηγορουμένου 1, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δήλωσε στο Δικαστήριο ότι αυτός θα καλείτο ως μάρτυρας κατηγορίας και εζήτησε όπως εκτεθούν τα γεγονότα και επιβληθεί ποινή σε αυτόν, προτού αρχίσει η ακροαματική διαδικασία σε σχέση με τους κατηγορουμένους 2 και 3. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 εισηγήθηκαν στο Δικαστήριο ότι δεν θα έπρεπε να ακολουθηθεί η πιο πάνω διαδικασία. Ο κ. Δημητρίου, που εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο 3 ανέφερε ότι η ποινή σε τέτοιες περιπτώσεις όπως η παρούσα θα πρέπει να επιβάλλεται κατά το πέρας της διαδικασίας, «. όπου το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια να ακούει τα γεγονότα στο σύνολό τους πριν την επιβολή της ποινής». Ο κ. Πουργουρίδης, που εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο 2 ανέφερε ότι σε περίπτωση που επιβληθεί ποινή στον κατηγορούμενο 1, αυτό ενδεχομένως να επηρεάσει την υπεράσπιση του πελάτη του. Ο τελευταίος προτίθεται να εγείρει ως υπεράσπιση ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν είχε την κατοχή των ναρκωτικών ουσιών. Υπάρχει ενδεχόμενο, σύμφωνα πάντα με τον κ. Πουργουρίδη «. να επηρεαστεί η υπερασπιστική γραμμή (του κατηγορουμένου 2) που διέρχεται μέσα από τη θέση ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν είχε κατοχή εν τη εννοία του νόμου». Αν επιβληθεί ποινή στον κατηγορούμενο 1 στο στάδιο αυτό η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να θέσει γεγονότα σε σχέση με την πορεία της υπόθεσης, που προϋποθέτουν ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε κατοχή των ναρκωτικών ουσιών. Στη συνέχεια το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης θα κληθεί «εκ των πραγμάτων» να αποφασίσει αν ο κατηγορούμενος 1 όντως είχε κατοχή ή όχι. Αυτό θα δημιουργήσει μια «αναπόφευκτη σύγκρουση» καθότι θα υπάρχει η απόφαση ότι ο κατηγορούμενος 1 έχει βρεθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής, με εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατείχε τις ναρκωτικές ουσίες και αν η υπεράσπιση του κατηγορουμένου 2 πετύχει, τότε το Δικαστήριο θα καταλήξει σε αντίθετο εύρημα ήτοι ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν τα κατείχε. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι ως εξελίχθηκε η διαδικασία φαίνεται να υπήρξε «συναλλαγή» στον τρόπο παρουσίασης των γεγονότων σε σχέση με τον κατηγορούμενο και ο ρόλος του στην υπόθεση ενδεχομένως να παρουσιασθεί ως υποβαθμισμένος, ως «ο τελευταίος τροχός της άμαξας». Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής απέρριψε τις πιο πάνω θέσεις. Εισηγήθηκε ότι το θέμα που ήγειρε ο κ. Πουργουρίδης προκύπτει σε κάθε περίπτωση όπου ένας κατηγορούμενος παραδέχεται και επιβάλλεται σε αυτόν ποινή και ο άλλος κατηγορούμενος αρνείται τις κατηγορίες και διεξάγεται στη συνέχεια ακρόαση για να διαπιστωθεί κατά πόσο είναι ένοχος ή αθώος. Μεγάλη βαρύτητα δόθηκε και από τους δύο συνηγόρους υπεράσπισης κατά τη στοιχειοθέτηση των επιχειρημάτων τους στην υπόθεση Κυριάκος Ιωάννη Χρίστου ν Δημοκρατίας[1] όπου το Δικαστήριο παραμέρισε την καταδίκη του κατηγορουμένου και διέταξε την επανεκδίκαση της υπόθεσης από άλλο Δικαστήριο καθότι έκρινε ότι είχε παραβιασθεί το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη. Σε εκείνη την υπόθεση οι δύο εκ των τριών κατηγορουμένων είχαν παραδεχθεί ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν, η Κατηγορούσα Αρχή εξέθεσε τα γεγονότα και το Δικαστήριο επέβαλε ποινή σε αυτούς πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Στην έκθεση των γεγονότων γινόταν αναφορά σε κάποιο «τρίτο πρόσωπο». Το Εφετείο δέχθηκε τις εισηγήσεις της Υπεράσπισης ότι οι εν λόγω αναφορές ήταν ρητές και εξειδικευμένες και ότι το τρίτο πρόσωπο δεν μπορούσε να εννοείτο ως άλλο από τον εφεσείοντα. Πρέπει όμως να επισημάνουμε ότι η πιο πάνω απόφαση δεν θέτει ως νομολογιακή αρχή ότι σε περίπτωση που ένας εκ των κατηγορουμένων επιθυμεί να δώσει μαρτυρία εναντίον των υπολοίπων, επιβάλλεται ποινή σε αυτόν στο τέλος της ακρόασης. Το Εφετείο δεν κλήθηκε να αποφασίσει επί του θέματος αυτού. Επισημαίνουμε δε ότι οι δύο κατηγορούμενοι στους οποίους είχε επιβληθεί ποινή πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δεν κλήθηκαν να καταθέσουν ως μάρτυρες κατηγορίας εναντίον του τρίτου κατηγορουμένου, ενώ στην υπό κρίση υπόθεση ο λόγος που ζητείται από την Κατηγορούσα Αρχή να επιβληθεί ποινή στον κατηγορούμενο 1 είναι λόγω της δεδηλωμένης πρόθεσής του να δώσει μαρτυρία εναντίον των υπολοίπων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υπεράσπισης αναφέρθηκαν προς υποστήριξη των θέσεων τους και στην απόφαση Rex v Christodoulos Pittarides[2], η οποία όμως κατά την άποψη μας δεν υποστηρίζει τις θέσεις που προέβαλαν. Στην Pittarides γίνεται αναφορά στο σύγγραμμα του Archbold και παρατίθενται οι τέσσερεις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας κατηγορούμενος δύναται να δώσει μαρτυρία εναντίον συγκατηγορουμένου του και τονίζεται η βασική αρχή ότι δεν υπάρχει κώλυμα ένας κατηγορούμενος να δώσει μαρτυρία εναντίον άλλου όταν το θέμα της δικής του ενοχής δεν αποτελεί πλέον επίδικο θέμα. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «It is stated in Archbold (Criminal Pleading and Practice, 26th ed., 1922), p. 459, that a defendant may give evidence for the Crown against his co-defendant (
  2. a)where a nolle prosequi has been entered, (
  3. b)where a verdict of acquittal has been given, (
  4. c)where the proposed witness has pleaded guilty on arraignment or during trial, and (
  5. d)where though jointly indicted he is not being tried with the defendant against whom he gives evidence.» Το στάδιο που θα επιβληθεί ποινή σε κάποιο κατηγορούμενο, που επιθυμεί να δώσει μαρτυρία εναντίον συγκατηγορουμένου του ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου[3]. Η συνήθης πρακτική που ακολουθείται από τα Κυπριακά Δικαστήρια, σε τέτοιες περιπτώσεις είναι να επιβάλλεται ποινή αμέσως για να μην υπάρχει υποψία ότι η μαρτυρία του πρώην συγκατηγορουμένου έχει «. μιασθεί εξαιτίας της ενδεχομένως εύλογης ελπίδας ότι θα εξασφαλίσει μια ελαφρύτερη ποινή ως αποτέλεσμα της μαρτυρίας που θα προωθήσει»[4]. Στην πρόσφατη απόφαση Conrad Mbakoub Mbakoup v Δημοκρατίας[5] αναφέρθηκαν σχετικά τα πιο κάτω: «Αναφορικά με το δεύτερο λόγο έφεσης, έχει αποκρυσταλλωθεί από τη νομολογία ότι η δυνατότητα που προσφέρεται να επιβληθεί άμεσα ποινή στο συνεργό που είναι ταυτόχρονα και συγκατηγορούμενος και ο οποίος προτίθεται να δώσει μαρτυρία υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής, έχει ως αντικειμενικό στόχο την αναχαίτιση ή εξουδετέρωση της εισήγησης ότι ο συνεργός έχει κίνητρο να δώσει μαρτυρία αναμένοντας ελαφρύτερη ποινή (βλ.Tekinder Pal v. Δημοκρατία κ.ά.

(2010)2 ΑΑΔ 551 και Γρηγόρης Α. Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 221).» Επισημαίνουμε ότι σε εκείνη την υπόθεση ο κατηγορούμενος δεν είχε καν εκδηλώσει την πρόθεση του να δώσει μαρτυρία εναντίον του συγκατηγορουμένου. Η Κατηγορούσα Αρχή εζήτησε όπως τεθούν τα γεγονότα και επιβληθεί ποινή σε εκείνο το στάδιο «. έτσι ώστε να δοθεί η δυνατότητα, μέσω των ανακριτικών αρχών σε περίπτωση που εκδηλωθεί πρόθεση εκ μέρους του εφεσείοντα, να καταθέσει». Χρήσιμη αναφορά επί του θέματος γίνεται και στην απόφαση Καναδικού Δικαστηρίου R v Heng[6]. Σε εκείνη την υπόθεση κύριος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο συνεργός του κατηγορουμένου. Ο συνεργός κατέθεσε και στη συνέχεια επιβλήθηκε ποινή σε αυτόν. Ακολουθήθηκε δηλαδή η διαδικασία που εισηγείται η υπεράσπιση να ακολουθήσουμε και στην υπό κρίση υπόθεση. Ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε, η καταδίκη του όμως ακυρώθηκε κατ΄ έφεση. Το Καναδικό Εφετείο τόνισε τους κινδύνους που ελλοχεύουν όταν επιβάλλεται ποινή στο τέλος και σημείωσε τα πιο κάτω: «I am more troubled, however, by the fact that Turcotte was not sentenced until after he had given evidence in appellant's trial. His sentencing hearing was postponed from time to time until this was done, so that there was little doubt as to the purpose of the postponements. In deferring the sentence of a witness until after he or she has given evidence in a case of this kind, there is always the danger that this will be perceived by the witness as a precaution to assure that he does give evidence as he has agreed to do. But there is also a more serious danger that this will be perceived by the witness and others as an inducement to assure not only that the evidence be given but that the evidence be favourable to the prosecution». Το θέμα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι πρωτότυπο, η υπεράσπιση εισηγείται όπως επιβληθεί ποινή στον κατηγορούμενο 1 στο τέλος της διαδικασίας, μετά την ολοκλήρωση της ακρόασης της υπόθεσης σε σχέση με τους υπόλοιπους κατηγορουμένους, για να μην υπάρχει το ενδεχόμενο να χαρακτηρισθεί το Κακουργιοδικείο «ανακόλουθο» σε περίπτωση που καταλήξει ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν «κατείχε» τις ναρκωτικές ουσίες, εν τη εννοία του νόμου. Στην ουσία εκείνο που εισηγείται η υπεράσπιση είναι όπως το θέμα της κατοχής και κατ΄ επέκταση της ενοχής του κατηγορουμένου 1 θεωρηθεί ως εκκρεμές και κατ΄ επέκταση το Δικαστήριο να μη λάβει υπόψη την παραδοχή του ότι κατείχε τις απαγορευμένες ουσίες, μέχρι να αποφασισθεί η υπόθεση εναντίον των άλλων δύο κατηγορουμένων. Εν πρώτοις θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε άδεια όπως αλλάξει απάντηση, η άδεια του δόθηκε και αυτός παραδέχθηκε ενοχή σε όλες τις κατηγορίες. Η απόφαση του κατηγορουμένου 1 να παραδεχθεί τις κατηγορίες δεν υπόκειται σε οποιονδήποτε έλεγχο από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επέμβει με την πιο πάνω απόφαση του. Το θέμα ενοχής του κατηγορουμένου 1 δεν εκκρεμεί πλέον ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν αποτελεί επίδικο θέμα[7]. Πέραν τούτου όμως αν αποδεχθούμε την εισήγηση της υπεράσπισης όπως το θέμα της ενοχής κατηγορουμένου 1 παραμείνει «ανοικτό» τότε αυτός δεν θα μπορούσε να καταθέσει εναντίον συγκατηγορουμένου του. Σχετικές επί του θέματος είναι η απόφαση Rex v Pittarides (ανωτέρω) και η πιο πρόσφατη Pal και Άλλης ν Δημοκρατίας[8]. To ενδεχόμενο το Δικαστήριο να χαρακτηρισθεί «ανακόλουθο» από κάποιους, είναι υπαρκτό σε κάθε περίπτωση όπου δύο οι περισσότεροι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κοινές κατηγορίες και επιβάλλεται ποινή στον κατηγορούμενο που προτίθεται να καταθέσει εναντίον των υπολοίπων. Όπως ορθά έχει αναγνωρίσει και ο κ. Πουργουρίδης η παρούσα υπόθεση δεν θα κριθεί από ενόρκους αλλά από επαγγελματίες δικαστές. Οι τελευταίοι λόγω της ειδίκευσης τους και της πείρας τους δεν ενδέχεται να επηρεασθούν από ο,τιδήποτε που δεν τεκμηριώνεται με μαρτυρία κατά τη διάρκεια της δίκης. Παρόμοιο θέμα είχε απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Michael Theodorou Matsentides v The Police. Στην υπόθεση εκείνη οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν το αδίκημα της παρά φύση ασέλγειας. Ο ένας εκ των δύο παραδέχθηκε ενοχή, επιβλήθηκε σ΄ αυτόν ποινή αμέσως μετά την παραδοχή του και στη συνέχεια κλήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του συγκατηγορούμενου του. Ο συγκατηγορούμενος καταδικάσθηκε και η καταδίκη του εφεσιβλήθηκε. Ένας από τους λόγους έφεσης που είχε προβληθεί ήταν ότι υπήρξε κακοδικία καθότι κατά την έκθεση των γεγονότων, στα πλαίσια επιβολής ποινής στον πρώτο κατηγορούμενο, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στο εσώρουχο που φορούσε ο ένας κατηγορούμενος εντοπίσθηκε λάδι του ιδίου είδους που είχε εντοπισθεί σε μπουκάλι εντός του υπνοδωματίου του δεύτερου κατηγορούμενου (εφεσείοντα). Το Εφετείο έκρινε ότι η πιο πάνω αναφορά δεν επηρέασε την κρίση του Δικαστηρίου που αναμένεται λόγω της εκπαίδευσης και της πείρας του να μην επηρεάζεται από ο,τιδήποτε που δεν αποδεικνύεται με μαρτυρία κατά τη διάρκεια της δίκης. Αξίζει να σημειωθεί ότι σ΄ εκείνη την υπόθεση στον πρώτο κατηγορούμενο επιβλήθηκε ποινή για σοδομία ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος αθωώθηκε για το πιο πάνω αδίκημα καθότι το Εφετείο δεν είχε ικανοποιηθεί ότι είχε ολοκληρωθεί η πράξη της σοδομίας. Ως αναφέραμε και πιο πάνω ο λόγος που επιβάλλεται ποινή άμεσα σε κατηγορούμενο που προτίθεται να δώσει μαρτυρία εναντίον του συγκατηγορουμένου του είναι για να αποφευχθεί ο κίνδυνος η μαρτυρία του κατηγορουμένου να «μιασθεί». Θεωρούμε το στοιχείο αυτό βαρύνουσας σημασίας και κρίνουμε ορθό όπως επιβληθεί ποινή στον κατηγορούμενο 1 στο στάδιο αυτό προτού κληθεί να δώσει οποιανδήποτε μαρτυρία εναντίον συγκατηγορουμένου του. Συνακόλουθα οι εισηγήσεις της υπεράσπισης απορρίπτονται. (Υπ.) ............. Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΤ Subject: Criminal/Assize Court/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση Απόφαση - επιβολή ποινής σε κατηγορούμενο-προτιθέμενο μάρτυρα κατηγορίας [1]
(2012)2 ΑΑΔ 263. [2]
(1929)1. [3] Βλέπετε σχετικά στο σύγγραμμα του Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, Edition 2015, 4-260 - 4-262 και την απόφαση Tekinder Pal v Δημοκρατία κ.α.
(2010)2 ΑΑΔ 551. [4] Γ. Χρυσάνθου ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ
  1. [5] ECLI:CY:AD:2015:B225, Π.Ε. 86/14 - ημερομηνίας 27.3.
  2. [6]
(1995)Can LII 5491 (QC CA). [7] Βλέπετε σχετικά R v Finch [2007] 1 Cr. App. R. 33, Regina v John McEwan [2011] EWCA Crim 1026 και σύγγραμμα Cross on Evidence, 6th edn, 196. [8]
(2010)2 ΑΑΔ 551. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.