← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δήμος Δήμου, Αρ. Υπόθεσης: 1001/13, 19/11/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δήμος Δήμου, Αρ. Υπόθεσης: 1001/13, 19/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B142 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1001/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Δήμος Δήμου Ημερομηνία: 19.11.2015. Για κατηγορούσα αρχή: κ. Μάρκου. Για κατηγορούμενο: κ. Νεοφύτου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα αντιμετώπιζε αρχικά τέσσερεις κατηγορίες. Αμέσως μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή διέκοψε την ποινική δίωξη στις κατηγορίες 2 και 4 και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από αυτές. Μετά την εξέλιξη αυτή, το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία στις άλλες δύο κατηγορίες δηλ. της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 3

(1)
(4)και 4
(1)
(2)(ιβ) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 και του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1) και της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών ο κατηγορούμενος στις 24.11.12 στην Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά της πρώην συζύγου του Χριστίνας Γεωργίου (κατηγορία 1) και σε δημόσιο χώρο δηλ. στην οδό 1ης Οκτωβρίου εξύβρισε την πιο πάνω με τις φράσεις «πουτάνα, σκατοπουτάνα, βρώμα», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης κατέθεσε στο Δικαστήριο η παραπονούμενη. Επίσης δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός το περιεχόμενο της κατάθεσης του εξεταστή της υπόθεσης, Αστ.1960 Θ. Παπαβασιλείου, του Τμήματος Μικροπαραβάσεων της ΑΔΕ Λεμεσού, όπου αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα: Στις 24.11.12 ο Αστ.1960 ανέλαβε τις εξετάσεις διερεύνησης υπόθεσης αδικημάτων
(1)βίας στην οικογένεια,
(2)δημόσιας εξύβρισης
(3)κοινής επίθεσης και
(4)ψυχολογικής βίας. Εναντίον του κατηγορούμενου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης για τα πιο πάνω αδικήματα. Στις 25.11.12 και ώρα 2:00 ο κατηγορούμενος συνελήφθη για τα εν λόγω αδικήματα, στην παρουσία του δικηγόρου του Νεόφυτου Νεοφύτου, πληροφορήθηκε για τους λογούς της σύλληψης του, του επιστήθηκε η προσοχή του νόμο και αυτός απάντησε «Δεν έγινε έτσι πράμα». Ακολούθως του δόθηκε το σχετικό έντυπο δικαιωμάτων κρατουμένων, το οποίο ανάγνωσε και το υπόγραψε στην παρουσία του δικηγόρου του. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 20:20-20:45 λήφθηκε από τον κατηγορούμενο, στην παρουσία του δικηγόρου του, ανακριτική κατάθεση. Ακολούθως την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 20:55-21:10 ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς στην παρουσία του δικηγόρου του, για τα προαναφερόμενα αδικήματα, του επιστήθηκε η προσοχή στον νόμο και απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Στη συνέχεια απελύθη της κράτησης του. Μετά την προαναφερόμενη ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η Χριστίνα Γεωργίου (στο εξής η παραπονούμενη), η οποία ανέφερε βασικά τα ακόλουθα: Είναι διαζευγµένη µε τον κατηγορούμενο από τις 24.10.12, όταν εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεµεσού το διάταγµα διαζυγίου. Παντρεύτηκε τον κατηγορούμενο στις 19.7.08 και κατά τον έγγαµο βίο τους απέκτησαν, στις 2.6.09, ένα παιδί, τον Μιχάλη. Η παραπονούμενη με το παιδί τους, διαµένουν στο οικογενειακό τους σπίτι όπου ζούσε πριν και ο κατηγορούμενος. Αυτή αιτήθηκε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεµεσού την έκδοση διατάγµατος επικοινωνίας και φύλαξης του παιδιού και µετά από συνεδρία του Δικαστηρίου, εκδόθηκε προσωρινό διάταγµα, το οποίο ανέφερε ότι την φύλαξη του παιδιού την είχε η παραπονούμενη και η κηδεµονία ασκείτο από κοινού από τους γονείς. Ο κατηγορούμενος είχε δικαίωµα επικοινωνίας µε το παιδί, κάθε Δευτέρα και Τετάρτη µεταξύ 16:00-19:00 της ίδιας ηµέρας και το Σάββατο μεταξύ 10:00-18:00 της ιδίας ηµέρας. Σύµφωνα πάντα µε το διάταγµα ο κατηγορούμενος δεν είχε το δικαίωµα διανυκτέρευσης του παιδιού στην οικία όπου εκείνος διέµενε. Επίσης στο διάταγμα προβλεπόταν ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπόχρεος να παραλαµβάνει το παιδί από την οικία στην οδό 1ης Οκτωβρίου στην Μέσα Γειτονία (στο εξής η οικία) και κατά το πέρας της επικοινωνίας να το επιστρέφει στην ίδια διεύθυνση. Βάση του διατάγµατος η παραπονούμενη όφειλε να παραδίδει και να παραλαµβάνει το παιδί κατά τις αναφερόµενες ηµέρες και ώρες, από τον κατηγορούμενο, έξω από την εν λόγω οικία. Τον Ιούνιο του 2011 η παραπονούμενη με τον κατηγορούμενο ήλθαν σε διάσταση λόγω κάποιων οικογενειακών προβληµάτων. Έκτοτε και μέχρι τον επίδικο χρόνο, ο κατηγορούμενος της δημιουργούσε πάσης φύσεως προβλήµατα µε σκοπό να την ενοχλεί περισσότερο ψυχολογικά και να την µειώνει ως άτοµο. Κάποια από τα περιστατικά που έγιναν, ήταν στην παρουσία του παιδιού τους, το οποίο άρχισε να αντιδρά µε τον δικό του τρόπο στα προβλήµατα που έχει η παραπονούμενη µε τον πατερά του. Το παιδί σε διάφορα χρονικά διαστήµατα στα επεισόδια που γίνονται, αντιδρούσε επιθετικά εναντίον της. Από τις 14.8.11 µέχρι και τις 24.11.12 ο κατηγορούμενος, όταν του παρέδιδε ή παραλάµβανε η παραπονούμενη το παιδί έξω από την οικία της, στο δηµόσιο πεζοδρόµιο, την εξύβριζε συνεχώς µε διάφορες φράσεις όπως «βρώµα», «πουτάνα», «σκατοπουτάνα», «µαλακισµένη», «πάεννε γαµήθου», «είσαι η πουτάνα της Μέσα Γειτονιάς» και άλλες βρισιές. Όλες οι βρισιές γίνονται στην παρουσία του παιδιού. Επίσης την έφτυνε στο πρόσωπο και στο σώµα ή και άλλες φορές στο πάτωµα του πεζοδροµίου αναφέροντας «βρώµα». Σε κανένα από τα περιστατικά που προηγήθηκαν µέχρι τις 24.11.12, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να την χτυπήσει. Δεν υπήρχε κανένας ιδιαίτερος λόγος που ο κατηγορούμενος ξεκινούσε να συµπεριφέρεται µε αυτόν τον τρόπο έναντι της και ειδικά µπροστά στο παιδί αφού και όταν του έλεγε να φορέσει το σακάκι του παιδιού µετά, μην κρυώσει, εκείνος την εξύβριζε. Ο κατηγορούμενος όταν βρισκόταν έξω από την οικία της την έπαιρνε τηλέφωνο και της έλεγε ότι βρίσκεται έξω από το σπίτι και τότε αυτή του έπαιρνε το παιδί κάτω να τον παραλάβει. Στις 24.11.12 και ώρα 10:15 το πρωί, ο κατηγορούμενος πήγε, µε το αυτοκίνητο του στην οικία που διέμενε η παραπονούμενη με το παιδί. Αυτή ετοίµασε το παιδί και το πήγε κάτω µε σκοπό να το παραδώσει στον κατηγορούμενο. Όταν πήρε κάτω το παιδί, στο πεζοδρόµιο έξω από την οικία, διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν µόνος του εκτός του αυτοκινήτου και περίµενε να παραλάβει το παιδί ενώ συνήθως περίμενε εντός του αυτοκινήτου και η παραπονούμενη έβαζε το παιδί στο κάθισμα. Αφού αυτός πήρε το παιδί, το έβαλε στο αυτοκίνητο στο πίσω μέρος, πίσω από το κάθισμα της πλευράς του συνοδηγού, η οποία βρισκόταν από την πλευρά του πεζοδρομίου, έκλεισε την πόρτα, γύρισε προς το μέρος που ήταν η παραπονούμενη και χωρίς αυτή να του πει οτιδήποτε, έσκυψε και έφτυσε μπροστά της προς το πάτωμα του πεζοδρομίου και αυτή τράβηξε πίσω για το αποφύγει. Μετά απευθυνόµενος στην παραπονούμενη της είπε «Βρώµα» και ότι αφού πάει στον παιδοψυχολόγο για το παιδί τους, να αναφέρει στον παιδοψυχολόγο ότι όταν δεν µετέβαινε στα µαθήµατα λογιστικής, βρισκόταν µε τον γκόµενο της και για αυτό δεν µετέβαινε στα µαθήµατα. Στην συνέχεια την αποκάλεσε «πουτάνα, σκατοπουτάνα» και αυτή κρατώντας την ψυχραιµία της, αναχώρησε από το µέρος χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε αφού ενώ την εξύβριζε ο κατηγορούμενος, πρόσεξε το παιδί να στέκεται εντός του αυτοκινήτου και να γύρνα προς το µέρος που βρίσκονταν και πιθανότατα άκουγε το όλο λεκτικό του πατέρα του και δεν ήθελε η παραπονούμενη να τραυµατίσει ψυχολογικά το παιδί µε το να συνεχίσει την συζήτηση στην παρουσία του. Αφού πήγε στο σπίτι της, ειδοποίησε την µητέρα της για το περιστατικό, η οποία πήγε εκεί και μίλησαν για αυτό. Μέχρι εκείνη την ημέρα έδωσε αρκετές ευκαιρίες στον κατηγορούμενο, να συνετιστεί χωρίς την περαιτέρω εµπλοκή της Αστυνοµίας και προχωρούσε µόνο σε ενηµέρωση των περιστατικών µε σκοπό να τον πάρουν τηλέφωνο για παρατήρηση, όµως δεν συνετιζόταν. Η εκδοχή του κατηγορούμενου ήταν η ακόλουθη: Στις 24.10.12 εκδόθηκε διάταγµα διαζυγίου από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεµεσού µεταξύ αυτού και της παραπονούμενης. Από τον έγγαµο βίο τους, απέκτησαν τον Μιχάλη, ο οποίος γεννήθηκε στις 2.6.
  1. Με την παραπονούμενη παντρεύτηκαν στις 19.7.08 και αγόρασαν συζυγική εστία, όπου αυτή διέμενε κατά τον επίδικο χρόνο. Τον Ιούλιο του 2010 ήρθε σε διάσταση µε την σύζυγο του, η οποία του απέστειλε επιστολή από τον δικηγόρο της για να εγκαταλείψει την συζυγική εστία αφού όπως εκείνη ανέφερε υπήρξε κλονισµός της σχέσης τους, πράγµα που δεν ευσταθεί αφού εκείνη διατηρούσε εξωσυζυγικό δεσµό με πρόσωπο με το οποίο συμβιούσε κατά τον επίδικο χρόνο. Η παραπονούμενη και ο συµβίος της από τότε µέχρι και τις 24.11.12, του προκαλούσαν σωρεία προβληµάτων τόσο στην οικογενειακή, οικονοµική και επαγγελµατική του ζωή µε σκοπό την οικονοµική και προσωπική εξαθλίωση του. Όσο αφορά το επίδικο περιστατικό, σύµφωνα µε το διάταγµα επικοινωνίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεµεσού, ο κατηγορούμενος µετέβηκε στην οικία της πρώην συζύγου του για να παραλάβει το παιδί τους, κατά η ώρα 10 το πρωί. Αφού βρισκόταν έξω από την οικία, τηλεφώνησε στην πρώην σύζυγο του στο κινητό της τηλέφωνο και της ανάφερε ότι βρισκόταν έξω από το σπίτι και να πάρει το παιδί κάτω µε σκοπό να το πιάσει ο κατηγορούμενος. Όποτε δε ο κατηγορούμενος πάει εκεί, η παραπονούμενη µε διάφορους τρόπους και συµπεριφορά τον προκαλεί ή και τον µειώνει. Αφού αυτή πήρε κάτω το παιδί, το παιδί µπήκε µέσα στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και χωρίς αυτός να αναφέρει οτιδήποτε στην παραπονούμενη, µπήκε και µέσα στο αυτοκίνητο του και έφυγε. Δεν της µίλησε, δεν την κοίταξε στα µάτια, ούτε της έφτυσε, ούτε της κόντεψε. Εκείνη χαιρέτησε το παιδί και ούτε µίλησε ή πλησίασε τον κατηγορούμενο. Στην κυρίως εξέταση του πρόσθεσε ως προς επίδικο περιστατικό ότι όταν έπαιρνε το παιδί το έβαζε σε ειδικό παιδικό προστατευτικό κάθισμα, το οποίο ήταν τοποθετημένο στο πίσω κάθισμα, πίσω από το κάθισμα του οδηγού. Το εν λόγω κάθισμα είχε προστατευτικά δεξιά ‑ αριστερά, τα οποία προστατεύουν από πλάγια σύγκρουση αυτοκινήτου και εξέχουν 15-18 εκατοστά περίπου που εμποδίζουν το παιδί να δει δεξιά και αριστερά. Επίσης έφερε ζώνες, που έρχονται από δεξιά και αριστερά και από κάτω και έτσι δένεται το παιδί και δεν μπορεί να μετακινηθεί. Δέχθηκε φυσικά ότι όταν δεθεί με αυτό τον τρόπο το παιδί μπορεί να κινηθεί λίγο όχι όμως να σταθεί όρθιο. Είπε δε ότι εκείνη την ημέρα πηγαίνοντας για να πάρει το παιδί στάθμευσε κατά τρόπο ώστε η πόρτα του συνοδηγού να είναι προς το πεζοδρόμιο. Έτσι το κάθισμα του παιδιού δεν ήταν προς το πεζοδρόμιο αλλά από την άλλη πλευρά του αυτοκινήτου. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος παρέλαβε το παιδί, το έβαλε από την πίσω δεξιά πόρτα δηλ. πίσω από τον οδηγό, στο κάθισμα του το έδεσε με τις ζώνες, έκλεισε την πόρτα, μπήκε στο αυτοκίνητο στη θέση του οδηγού και έφυγε με το παιδί, χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε στην παραπονούμενη ή να της φτύσει. Ήταν δε ουσιαστικά η θέση του ότι η καταγγελία της παραπονούμενης για την παρούσα είναι ψευδής και προμελετημένη με σκοπό, μεταξύ άλλων να του αποστερήσει το δικαίωμα να επικοινωνεί με το παιδί του και να εξασφαλίσει από αυτόν περιουσιακά ανταλλάγματα. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Η παραπονούμενη μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, η εκδοχή της χαρακτηριζόταν από λογική και συνέχεια, οι δε θέσεις της ήταν σταθερές και συνεπείς, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και γενικά η αξιοπιστία της δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση της. Αποτελεί ουσιαστικά θέση της υπεράσπισης ότι η παραπονούμενη περιέπεσε σε ουσιώδη αντίφαση σε σχέση με το τι είδε το παιδί να κάνει στο αυτοκίνητο και μάλιστα τέτοια αντίφαση που καθιστά αυτή αναξιόπιστη στο σύνολο της μαρτυρίας της. Αυτό κατά την κρίση μου δεν ευσταθεί. Ως άλλωστε και ο ίδιος ο συνήγορος υπεράσπισης ανέφερε, η αξιοπιστία ενός μάρτυρα δεν κρίνεται μεμονωμένα αλλά στο σύνολο της μαρτυρίας του και κατ' αντιπαράθεση και με την υπόλοιπη μαρτυρία. Στην παρούσα πράγματι η παραπονούμενη στην κατάθεση της, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, ανέφερε ότι ενώ ο κατηγορούμενος την εξύβριζε, πρόσεξε το παιδί να στέκεται εντός του αυτοκινήτου και να γύρνα προς το μέρος που βρίσκονταν αυτή και ο κατηγορούμενος. Στην αντεξέταση της όμως εξ αρχής δεν επέμεινε ότι το παιδί στεκόταν. Όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει πως ενώ το παιδί ήταν δεμένο στο κάθισμα αυτή το είδε όρθιο να τους βλέπει, απάντησε αμέσως ότι το παιδί ήταν ανασκουμπωμένο, σκυμμένο μπροστά. Άλλωστε το ουσιώδες στην σχετική αναφορά της παραπονούμενης δεν ήταν το κατά πόσο το παιδί στεκόταν ή όχι στο αυτοκίνητο αλλά ότι η παραπονούμενη το αντιλήφθηκε να τους βλέπει ενώ ο κατηγορούμενος την εξύβριζε και για αυτό, ως η ίδια εξήγησε, υπέθεσε ότι το παιδί άκουγε τι έλεγε ο πατέρας του και αυτή δεν ήθελε να το τραυματίσει ψυχολογικά µε το να κάνει συζήτηση στην παρουσία του. Όσον δε αφορά τα όσα είπε ο κατηγορούμενος ότι δηλ. το παιδί ήταν δεμένο και δεν μπορούσε να κινηθεί, ο ίδιος δέχθηκε ότι υπήρχε έστω και ένα μικρό περιθώριο κίνησης. Περαιτέρω ήταν η θέση του κατηγορούμενου ουσιαστικά ότι ενόψει των πλαϊνών προστατευτικών, το παιδί δεν μπορούσε να δει. Ακόμη όμως και εάν γινόταν δεκτή αυτή η θέση, δεν θα διέψευδε την θέση της παραπονούμενης, εφόσον τα εν λόγω προστατευτικά θα εμπόδιζαν το παιδί να δει μόνο αμέσως δεξιά ή αριστερά του και όχι πιο μπροστά και λοξώς αριστερά ή δεξιά. Από τα όσα δε περιέγραψε η παραπονούμενη όταν αντιλήφθηκε το παιδί να τους βλέπει, προκύπτει ότι εκείνη δεν βρισκόταν αμέσως αριστερά του παιδιού αλλά επί του πεζοδρομίου πιο μπροστά και λοξώς αριστερά του. Συνεπώς το παιδί μπορούσε να δει προς τα εκεί. Η γραμμή δε που ουσιαστικά ακολουθήθηκε στην αντεξέταση της παραπονούμενης ήταν ότι η επίδικη καταγγελία ήταν ψευδής και έγινε σκόπιμα ώστε να εξασφαλίσει ανταλλάγματα από τον κατηγορούμενο. Και σε αυτό όμως οι απαντήσεις της παραπονούμενης ήταν άμεσες, λογικές και ειλικρινείς. Συγκεκριμένα: Συμφώνησε ότι κατά τον επίδικο χρόνο που έκανε την καταγγελία βρίσκονταν ακόμη σε διαδικασία στο Οικογενειακό Δικαστήριο για τη ρύθμιση της επικοινωνίας και της γονικής μέριμνας του παιδιού, προσθέτοντας ότι τότε ίσχυε το διάταγμα που ανέφερε στην κατάθεση της, το οποίο ήταν προσωρινό. Ανέφερε επίσης με ειλικρίνεια ότι όταν εμφανίζονταν στο Δικαστήριο για το τελικό διάταγμα είχε τους ενδοιασμούς της για την διανυκτέρευση του παιδιού και ότι διαφωνούσε με αυτό. Δέχθηκε επίσης ότι πριν την έκδοση του τελικού διατάγματος, κατόπιν αιτήματος της καθορίστηκε από το Δικαστήριο λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας, η οποία εξέτασε όλες τις καταγγελίες που η παραπονούμενη είχε κάνει εναντίον του κατηγορούμενου από την διάσταση μέχρι και τις 24.11.12 καθώς και ότι το τελικό διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου, το οποίο εκδόθηκε το 2013 δεν είναι το ίδιο με το προσωρινό αλλά προβλέπει και διανυκτερεύσεις του παιδιού με τον κατηγορούμενο. Της υποβλήθηκε μεταξύ άλλων γενικά και αόριστα ότι η καταγγελία της για την παρούσα, ήταν απειλή που ξεστόμισε εναντίον του κατηγορούμενου ότι θα κάνει όταν εκείνη ζητούσε κάποια πράγματα στο Δικαστήριο, κάτι που δεν δέχθηκε. Δεν προέκυψε δε καμία σύνδεση της καταγγελίας που έκανε για την παρούσα με οποιαδήποτε σκοπιμότητα από πλευράς της παραπονούμενης, ως ουσιαστικά της υποβλήθηκε. Μάλιστα ερωτώμενη τι περιμένει από την παρούσα διαδικασία, ανέφερε με ειλικρίνεια ότι περιμένει την ανάλογη τιμωρία του κατηγορούμενου εξηγώντας ότι αυτό έγινε πάρα πολλές φορές και η ποινική δίωξη είναι ο μόνος λόγος που, από την ημέρα της καταγγελίας, ο κατηγορούμενος δεν επανέλαβε τέτοια συμπεριφορά. Ούτε τα όσα τέθηκαν σε σχέση με το τεκμήριο 2 καταδεικνύουν την ύπαρξη σκοπιμότητας από πλευράς της παραπονούμενης σε σχέση με την επίδικη υπόθεση, ενώ δεν διαφαίνεται οποιαδήποτε διασύνδεση των δύο. Αποτέλεσε ουσιαστικά θέση της υπεράσπισης, η οποία κατέθεσε το εν λόγω τεκμήριο κατά την αντεξέταση της παραπονούμενης, ότι με αυτό προσπάθησε να αυτοδιορισθεί κηδεμόνας του ανήλικου, κάτι που πάντα με βάση την ίδια θέση, δείχνει ότι ακόμη και σήμερα η παραπονούμενη διατηρεί την ίδια στάση. Ούτε όμως αυτή η θέση ευσταθεί. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί σχετικά ότι το τεκμήριο 2 δεν αποτελεί κάποιο έγγραφο που μπορεί να επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο την, δια του δικαστικού διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ρύθμιση της κηδεμονίας του ανηλίκου που ανήκει και στους δύο γονείς. Αποτελεί ένα έντυπο του δημοτικού σχολείου, όπου φοιτά το παιδί και φέρει τίτλο «ΑΤΟΜΙΚΟ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΜΑΘΗΤΗ/ΤΡΙΑΣ - Σχολική Χρονιά 2015-2016». Συμπληρώθηκε δε από την παραπονούμενη στις 14.9.
  2. Με το έντυπο αυτό ουσιαστικά ζητούνται τα στοιχεία του μαθητή, του πατέρα αυτού, της μητέρα αυτού και άλλες πληροφορίες. Όταν αυτό επιδείχθηκε στην παραπονούμενη αμέσως το αναγνώρισε και είπε ότι είναι τα στοιχεία των γονιών που πρέπει να δώσουν στο σχολείο και ότι φέρει την υπογραφή της. Φαίνεται δε ότι στο κάτω μέρος ζητείται «Να συμπληρωθεί μόνο σε περίπτωση που οι γονείς είναι διαζευγμένοι και η κηδεμονία του παιδιού ανήκει στον ένα από αυτούς:» και κάτω από το «Ονοματεπώνυμο γονέα στον οποίο έχει ανατεθεί η κηδεμονία του παιδιού (Να επισυνάψετε σχετικά έγγραφα)», αναγράφεται το ονοματεπώνυμο της παραπονούμενης. Όμως κάτω από αυτά ζητείται η υπογραφή του πατέρα και της μητέρας ότι συμφωνούν. Η ίδια η παραπονούμενη είπε ότι αυτή συμπλήρωσε το έντυπο και το υπέγραψε και μετά το έδωσε στον κατηγορούμενο, ως πατέρα του παιδιού για το συμπληρώσει και αυτός. Δεν είχε σκοπό να κρύψει ή να παραποιήσει γεγονότα. Είπε δε πολύ λογικά ότι εάν είχε τέτοια πρόθεση δεν θα το έδινε στον κατηγορούμενο να το υπογράψει. Όσο δεν αφορά το τηλέφωνο άμεσης ανάγκης, όπου ανέγραψε και το τηλέφωνο του πατέρα της εκτός από το δικό της, είπε ότι στο έντυπο υπάρχει και το τηλέφωνο του πατέρα του παιδιού, κάτι που επίσης ισχύει αλλά περαιτέρω είναι λογικό ότι εάν ήθελε ο κατηγορούμενος προφανώς θα μπορούσε να συμπληρώσει το τηλέφωνο του στα άλλα δύο τηλέφωνα άμεσης ανάγκης. Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι ο κατηγορούμενος είχε την ευχέρεια να το δει και να δηλώσει τα στοιχεία του ή εάν συμφωνεί με αυτό και ότι η παραπονούμενη το συμπλήρωσε έχοντας το αυτό υπόψην αφού στη συνέχεια του το έδωσε. Άρα δεν φαίνεται οποιαδήποτε προσπάθεια απόκρυψης ή εξαπάτησης του κατηγορούμενου. Όταν δε ρωτήθηκε εάν της ανατέθηκε ποτέ η κηδεμονία του παιδιού είπε ότι έχει την φύλαξη του και μαζί με αυτό έδωσε στο σχολείο και το διάταγμα που αφορά την κηδεμονία του παιδιού και την φύλαξη, χωρίς να αμφισβητηθεί. Έτσι, πρόσθεσε, το σχολείο γνωρίζει ποιος έχει την κηδεμονία. Σε σχέση με την συμπλήρωση του τελευταίου μέρους, είπε επίσης ότι ήθελε να δείξει στο σχολείο ότι πρόκειται για ένα παιδί από διαζευγμένη οικογένεια και για αυτό τους έβαλε και το διάταγμα του Δικαστηρίου. Το ότι η παραπονούμενη δεν αποσκοπούσε σε αυτό που της αποδίδει η υπεράσπιση συνηγορεί και το ότι στο ίδιο έντυπο στο σημείο δίπλα από την «Ημερομηνία» στη θέση «Υπογραφή γονιού/κηδεμόνα», η παραπονούμενη υπέγραψε αφού διέγραψε την λέξη «κηδεμόνα». Αναφορικά δε με την μαρτυρία της παραπονούμενης για παρόμοιες προηγούμενες συμπεριφορές του κατηγορούμενου εναντίον της, θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή λήφθηκε υπόψην στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας της αλλά ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει οποιεσδήποτε σχετικές κατηγορίες, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψην για σκοπούς ευρημάτων της επίδικης περίπτωσης. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η παραπονούμενη είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και η μαρτυρία της γίνεται δεκτή. Ο κατηγορούμενος αντίθετα δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Αναφερόμενος σε προηγούμενες συμπεριφορές της παραπονούμενης απέναντι του, προσπάθησε να πείσει ότι η επίδικη καταγγελία ήταν ψευδής και σκόπιμα κατασκευασμένη καθώς και ότι τα επίδικα γεγονότα, όπως τα περιέγραψε η παραπονούμενη, εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να ευσταθούν. Ως προς το πρώτο, παρουσίασε, με μη πειστικό τρόπο και με υπερβολή, τον εαυτό του ως το απροστάτευτο θύμα και την παραπονούμενη ως το πρόσωπο που «δόλια» και συνεχώς ενεργούσε εναντίον του με σκοπό να τον καταστρέψει, να τον απομακρύνει από το παιδί τους και να εξασφαλίσει περιουσιακό όφελος. Τίποτε όμως από αυτά που ανέφερε δεν φαίνεται να συνδέεται άμεσα και με τον τρόπο που ο ίδιος πιστεύει, με την επίδικη καταγγελία. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε σχετικά ότι υπήρχαν λόγοι που τον κατήγγειλε και ότι όλα ήταν δρομολογημένα από πλευράς της. Αναφέρθηκε δε στα ακόλουθα: Πριν χωρίσουν, μετά από αρκετές συμπτώσεις άρχισαν να του δημιουργούνται υποψίες και της ζητούσε εξηγήσεις. Ανάμεσα σε άλλα, για κάποια λεφτά τα οποία ανήκαν στο παιδί τους και για τα οποία η παραπονούμενη του είπε ότι άνοιξε λογαριασμό. Δεν πήρε πειστικές απαντήσεις και συζητήσαν κάποια πράγματα. Όταν εκείνη πήγε στο δωμάτιο της, ο κατηγορούμενος δέχθηκε ένα τηλεφώνημα, από προπληρωμένη κάρτα, από κάποιον άντρα, ο οποίος τον απείλησε και του έλεγε αυτά που είχαν διαμειφθεί λίγο πριν μεταξύ αυτού και της παραπονούμενης. Έτσι αντιλήφθηκε ότι εκείνη είχε εξωσυζυγική σχέση και της ζήτησε να φύγει από το σπίτι. Εκείνη αρνήθηκε και του είπε να φύγει εκείνος. Μετά από χαρτί που του έστειλε ο δικηγόρος της, αυτός έφυγε από το σπίτι χωρίς να δημιουργήσει κανένα πρόβλημα και συνέχισε να εργάζεται. Εδώ να σημειωθεί ότι παρόλα αυτά, στην αντεξέταση του για να δείξει ότι δεν είχε θυμώσει ή εξοργιστεί ώστε να συμπεριφέρεται στην συνέχεια στην παραπονούμενη με τον τρόπο που εκείνη περιέγραψε, είπε μη πειστικά ότι όταν αντιλήφθηκε την εξωσυζυγική σχέση δεν ένιωσε τίποτα για την παραπονούμενη και ότι πέραν του ότι καταστρεφόταν η οικογένεια του, δεν τον ενοχλούσε. Συνεχίζοντας στην κυρίως εξέταση του είπε ότι μετά τα πιο πάνω αναγκάστηκε να μιλήσει με τον δικηγόρο του και του ανέφερε όλα τα γεγονότα. Μετά δε από συνομιλία που είχε ο δικηγόρος του με τη δικηγόρο της παραπονούμενης, της ανάφερε αυτά που είπε ο κατηγορούμενος και περί τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2011, ο κατηγορούμενος δέχθηκε, ενώ εργαζόταν, τηλεφώνημα από την παραπονούμενη, η οποία τον ρώτησε γιατί μίλησε και όταν αυτός της είπε ότι ήταν καθήκον του εκείνη του είπε «Θα δεις τι θα πάθεις με το μωρό» και τότε της έκλεισε το τηλέφωνο. Εκείνη την ημέρα ο ίδιος είχε ένα συμβόλαιο που διαχειριζόταν αξίας 15 εκατομμυρίων και βρέθηκε σε πολύ άσχημη ψυχολογική θέση να μπει στο meeting. Παρόλα ταύτα συνέχισε. Στην πορεία συνέχισε να δέχεται τηλεφωνήματα από τον προαναφερόμενο άντρα, ο οποίος τον απειλούσε και τον εξύβριζε με χυδαία λόγια. Έκανε καταγγελίες στην Αστυνομία αλλά του είπαν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι γιατί τα πιο πάνω γίνονταν από καρτοτηλέφωνο. Παρόλα αυτά, πρόσθεσε και πάλι μη πειστικά, ότι συνέχισε να πηγαίνει να παίρνει το παιδί χωρίς να λαμβάνει υπόψην τις απειλές. Συνεχίζοντας είπε ότι στην πορεία μέσα από το Οικογενειακό Δικαστήριο η παραπονούμενη ζήτησε κοινωνικό λειτουργό για να ελέγξει το σπίτι όπου θα έμενε το παιδί όταν ήταν μαζί του. Η εν λόγω λειτουργός έλεγξε και ρώτησε και γείτονες και τα βρήκε όλα εντάξει. Μετά από αρκετό καιρό, πέρασαν τα χρόνια αλλά δεν μπορεί να θυμηθεί ακριβώς πόσο καιρό, του τηλεφώνησε η λειτουργός και του ζήτησε να τον δει καθότι η παραπονούμενη της έκανε παράπονα ότι την εξύβριζε, κάτι που δεν ίσχυε. Μάλιστα εκείνο τον καιρό αρκετές φορές υπήρχε από πλευράς παραπονούμενης παράβαση του προσωρινού διατάγματος του Δικαστηρίου και ο κατηγορούμενος είχε κάνει καταγγελίες και στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας. Ο αστυνομικός τηλεφώνησε στην παραπονούμενη και την ρώτησε γιατί δεν δίνει το παιδί στον κατηγορούμενο και εκείνη βρήκε πρόφαση ότι δεν μπορούσε λόγω δουλειάς. Σε ερώτηση εάν αυτός επέμεινε σε αυτές τις περιπτώσεις να πάει αστυνομικός μαζί του να πάρει το παιδί είπε ότι τον πρώτο καιρό του είπαν ότι δεν ήταν εκεί που έπρεπε να κάνει καταγγελία αλλά ανάλογα με την περιοχή που είναι το παιδί και έδειξε το διάταγμα στον αστυνομικό και τον ρώτησε, εφόσον δεν τηρείται υπόκειται σε σύλληψη και γιατί δεν την συλλαμβάνει; Ανέφερε δε ότι είχε κάνει 6‑7 καταγγελίες στον Κεντρικό Σταθμό. Στη συνέχεια είπε ότι ζήτησε βοήθεια ως προς το να παίρνει το παιδί και από την προαναφερόμενη λειτουργό και του είπαν ότι δεν είχαν την δυνατότητα να τον προστατεύσουν και ότι δεν μπορούσε κάθε φορά να πηγαίνει μαζί του η λειτουργός ή η Αστυνομία. Έτσι αντιλήφθηκε ότι η μόνη επιλογή ήταν να μην παίρνει το παιδί του. Ήταν δε η γνώμη του ότι η παραπονούμενη τον προκαλούσε για να πέσει σε λάθη, και από το τηλέφωνο και αυτό με την αθέτηση των διαταγμάτων, τον έστελνε να παίρνει από αλλού το παιδί, δεν του το παρέδιδε, έβρισκε προφάσεις και ποτέ δεν την είχε βρίσει αλλά έφευγε. Για να καταδείξει τούτο, σε καθοδηγητική ερώτηση εάν έγινε κάποιο περιστατικό με το αυτοκίνητο του, το οποίο κατήγγειλε στην Αστυνομία απάντησε καταφατικά και όταν του ζητήθηκε να το περιγράψει είπε ότι όταν πήγε να πάρει το παιδί και το έβαλε στο κάθισμα και μπήκε στο αυτοκίνητο, η παραπονούμενη χτύπησε στην αριστερή πλευρά μπροστά στο λάστιχο, από πάνω το φτερό και αυτός αφού πήγε το παιδί στην μητέρα του πήγε στην Αστυνομία και έκανε καταγγελία. Με ποια όμως λογική να τον προκαλέσει η παραπονούμενη κατά αυτόν τον τρόπο; Για να καταγγελθεί η ίδια στην Αστυνομία; Είναι δε εμφανές από τα πιο πάνω ότι είναι ο ίδιος ο κατηγορούμενος που θεωρούσε τις ενέργειες της παραπονούμενης ως προκλητικές προς αυτόν «για να πέσει σε λάθη» και όχι ότι αυτές ήταν πράγματι τέτοιες. Στην αντεξέταση του δε για τις καταγγελίες που έκανε στην Αστυνομία πριν το επίδικο περιστατικό, είπε ότι ήταν 2-3 και ότι έγιναν 3‑4 μήνες πριν. Όταν δε ρωτήθηκε εάν έκανε διαδικασίες στο Δικαστήριο για παρακοή διαταγμάτων εκ μέρους της παραπονούμενης και παρά τα όσα ισχυρίσθηκε στην κυρίως εξέταση ότι αυτή του έκανε σκόπιμα «για να πέσει σε λάθη» στερώντας του μάλιστα το παιδί με διάφορες προφάσεις και κατά παράβαση του διατάγματος όχι μόνο μια φορά, είπε μη πειστικά ότι δεν έκανε γιατί δεν ήθελε να δυναμιτίσει την κατάσταση. Σε άλλο δε σημείο είπε ότι δεν την πήρε Δικαστήριο για παράβαση διαταγμάτων, γιατί έλεγε στην Αστυνομία είναι αθέτηση διατάγματος, λέει το διάταγμα συλλάβετε την και του έλεγαν δεν μπορούμε. Αυτό όμως προφανώς δεν ήταν η μόνη θεραπεία που είχε στην διάθεση του. Παρά δε το ότι εκπροσωπείτο από δικηγόρο στο Οικογενειακό Δικαστήριο δεν φαίνεται να ζήτησε νομική συμβουλή για το όλο θέμα που από τα όσα ο ίδιος ανέφερε προκύπτει ότι ήταν πολύ σημαντικό και σοβαρό για αυτόν. Είπε δε στη συνέχεια ότι αναφέρθηκαν όλα αυτά για τα διατάγματα και στην λειτουργό και ενώπιον της δικαστού και ότι «προσπαθήσαμε να χαμηλώσουμε τους τόνους». Όταν ρωτήθηκε γιατί τότε ζητούσε από την Αστυνομία να την συλλάβει και εάν δεν το έλεγε για να την συλλάβουν, απάντησε αρνητικά. Όταν δε ρωτήθηκε ουσιαστικά γιατί δεν απευθύνθηκε για αυτό στο αρμόδιο Δικαστήριο είπε γενικά και αόριστα ότι λόγω αρκετών γεγονότων που γίνονταν εκείνο τον καιρό προσπάθησε να μην δυναμιτίζει, γιατί δεν μπορούσε να πηγαίνει τρία Δικαστήρια και ότι πάντα λειτουργούσε βάσει του παιδιού. Δέχθηκε από την άλλη ότι οι καταγγελίες που του έκανε η παραπονούμενη μέχρι τότε ήταν οι δύο που έκαμε στην Αστυνομία, απλά για να του κάνουν παρατήρηση, αυτή που αφορά την παρούσα και κάποιες που είχαν στα Οικογενειακά Δικαστήρια. Όταν ρωτήθηκε αναφορικά με την θέση του ότι η παραπονούμενη του έκανε καταγγελίες για να τον καταστρέψει είπε ότι προσπαθούσε με αρκετούς τρόπους είτε μέσω του παιδιού, είτε μέσω της δουλειάς να του δημιουργήσουν πρόβλημα. Είπε δε για πρώτη φορά ότι έχασε τη δουλειά του για όλα αυτά με τις υποθέσεις και ότι είχε υποθέσεις που έπρεπε τρεις φορές την εβδομάδα να πάει Δικαστήριο. Πριν όμως στην αντεξέταση του είχε πει ότι ήταν άνεργος από το
  3. Όταν λοιπόν ρωτήθηκε εάν τελικά δούλευε το 2012 είπε ότι δεν είπε κάτι τέτοιο και πρόσθεσε ότι η καταγγελία για την παρούσα είναι η τελευταία του
  4. Μάλιστα του ξέφυγε και είπε ότι από εκείνο το χρονικό διάστημα που τον έφερε στο Δικαστήριο, δεν ξαναέβρισε, ούτε ξανά υπήρξε πρόβλημα πάνω στο συγκεκριμένο, παραδεχόμενος ουσιαστικά ότι έβρισε την παραπονούμενη. Όταν δε του ζητήθηκε να πει τι εννοεί ότι δεν ξαναέβρισε υπεκφεύγοντας είπε ότι «Όταν από την κυρία με έφεραν στο Δικαστήριο επιτεύχθηκε ο σκοπός της ανάλογα με κάποια πράγματα για κάποιες υποθέσεις που συντρέχαν. Τότε. Και δεν υπήρχε ο λόγος που μου είπε εξ αρχής, που με απείλησε τηλεφωνικά όπως είπα στη δουλειά μου «θα δεις τι θα πάθεις» και απειλές τηλεφωνικές και του φίλου της». Όταν όμως στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν με την επίδικη καταγγελία θεωρεί ότι η παραπονούμενη πέτυχε τον σκοπό της, απάντησε καταφατικά για να προσθέσει ότι ο σκοπός της είναι μέσα στα πολλά, να τον ταλαιπωρεί, να τον φτάσει σε σημείο να απαρνηθεί το παιδί του, για να προστατεύσει τον εαυτό του να απομακρυνθεί από το παιδί του και να χάσει την κηδεμονία. Όταν ρωτήθηκε στη συνέχεια, πολύ λογικά, γιατί εάν η παραπονούμενη ήθελε να κάνει αυτά να μην συνέχιζε να τον καταγγέλλει και μάλιστα ότι την έδερνε κιόλας, έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι μετά από το επεισόδιο που ισχυρίσθηκε ότι προσπάθησε να την πνίξει (θα γίνει αναφορά πιο κάτω), δεν το συνέχισε και πρόσθεσε ότι δεν το έκανε γιατί πέτυχε τον σκοπό της και ότι ο λόγος που το έκαμνε ήταν λόγος σκοπιμότητας να απομακρυνθεί από το παιδί του. Δέχθηκε όμως ουσιαστικά ότι η παραπονούμενη δεν πέτυχε τον σκοπό της αυτόν. Συνεχίζοντας από το πιο πάνω σημείο στην κυρίως εξέταση του, όταν του ζητήθηκε υπό τύπον καθοδήγησης από τον δικηγόρο του, να θυμηθεί και να πει, 4 μέρες πριν την επίδικη καταγγελία, κατά τις διαβουλεύσεις που έγιναν στο Δικαστήριο για την υπόθεση της γονικής μέριμνας, τι του ανέφερε η παραπονούμενη «που αποδεικνύεται σήμερα» και εάν τον απείλησε με κάποιον τρόπο, απάντησε καταφατικά αλλά περιγράφοντας τα όσα έλαβαν τότε χώραν δεν προέκυψε οποιαδήποτε απειλή ή κάτι που να συνδέεται με την καταγγελία για το επίδικο συμβάν. Συγκεκριμένα είπε ότι είχαν έλθει στο Οικογενειακό Δικαστήριο για το παιδί για το τελικό διάταγμα κηδεμονίας, για το οποίο η παραπονούμενη είχε ένσταση να έχει αυτός διανυκτέρευση με το παιδί και όταν τους ζητήθηκε από την δικαστή να πάνε έξω να μιλήσουν, εκείνη του ζητούσε να μην μπορεί να πηγαίνει αυτός ταξίδι με το παιδί και αρκετά άλλα και εκείνος της είπε «Να πας να με καταγγείλεις γι' αυτό που θα σου πω τωρά. Πήρες τα λεφτά του μωρού, δεν το σεβάστηκες και τα σκόρπισες. Γι' αυτό να πας να με καταγγείλεις, όχι για τις καταγγελίες που μου έκανες». Και τότε επέστρεψαν στο γραφείο της δικαστού και το επόμενο Σάββατο έγινε η επίδικη καταγγελία. Στη συνέχεια και πάλι υπό μορφή καθοδήγησης από τον δικηγόρο του, ρωτήθηκε εάν μετά την επίδικη καταγγελία υπήρξε οποιαδήποτε από μέρους της παραπονούμενης επαφή προς αυτόν με σκοπό τη διευθέτηση της παρούσας, εάν δηλ. του ζητήθηκε κάποιο αντάλλαγμα. Απάντησε δε ότι εκτός από το ότι προσπαθούσαν να απομονωθεί από το παιδί του, προσπαθούσαν να του αφαιρέσουν περιουσιακά δικαιώματα και ότι του έδωσαν γραπτώς ένα ποσό 40 χιλιάδες ευρώ και τον εκβίαζαν να το πάρει. Όταν ρωτήθηκε με τι αντάλλαγμα, δεν αναφέρθηκε στην παρούσα, αλλά είπε ότι το αντάλλαγμα ήταν να σταματήσει οποιαδήποτε διαδικασία των δικαιωμάτων του στα Δικαστήρια. Στη συνέχεια είπε ουσιαστικά ότι του πρόσφεραν τις 40 χιλιάδες ευρώ για το μερίδιο του σπιτιού που είχαν αγοράσει με την παραπονούμενη, από ½ με αγοραπωλητήριο έγγραφο και το οποίο ήταν αξίας 184 χιλιάδες ευρώ. Είπε δε ότι απέρριψε το πιο πάνω γιατί πέραν του ότι το ποσό ήταν παράλογο, είχε αποδείξεις και για άλλα χρήματα που πλήρωσε για εξοπλισμό του σπιτιού. Για να δείξει δε ότι ακόμη και σήμερα η παραπονούμενη τον καταδιώκει είπε ότι στις 2.10.15 αυτός έλαβε δικαστικό έγγραφο από επιδότη με το οποίο τώρα τον παίρνει η παραπονούμενη στο Δικαστήριο για να της γράψει το σπίτι. Το γεγονός όμως ότι η παραπονούμενη ενδεχομένως να διεκδικεί από τον κατηγορούμενο διάφορες αξιώσεις δεν καταδεικνύει από μόνο του και τον συσχετισμό με την παρούσα και το ότι η καταγγελία της ήταν ψευδής και έγινε για τους πιο πάνω σκοπούς, ως υποστήριξε ο κατηγορούμενος. Όταν και πάλι καθοδηγητικά του ζητήθηκε στην κυρίως εξέταση να εξηγήσει γιατί η παραπονούμενη κάνει όλα αυτά εναντίον του, είπε ότι όπως ανέφερε στην αρχή η ίδια του το είπε τηλεφωνώντας του στην εργασία του και ακολούθησαν μέχρι σήμερα αυτά όλα και με το παιδί και τον καταδιώκει δηλαδή συνέχεια στα Δικαστήρια. Μάλιστα ανέφερε και πάλι ότι έφτασε να μην μπορεί να δουλέψει ενώ στην αντεξέταση του ανέφερε ότι και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν άνεργος. Δεν προκύπτει δε με ποιόν τρόπο η καταγγελία για την παρούσα θα επηρέαζε τα όποια δικαιώματα του αναφορικά με το παιδί του. Ενώ δε ήταν η θέση του ότι η παραπονούμενη του έκανε ψευδείς καταγγελίες και είχε σκοπιμότητα ως προς αυτό και ο ίδιος ήθελε να προστατέψει τον εαυτό του εντούτοις συνέχισε να πηγαίνει να παίρνει το παιδί μόνος του. Όταν ρωτήθηκε γιατί το έκανε αυτό, στην αντεξέταση του, είπε ότι πήγαινε μόνος του και ότι όταν κινδύνευσε ζήτησε βοήθεια από λειτουργό και του εξήγησε ότι δεν μπορεί να γίνεται αυτό. Όταν δε ρωτήθηκε πολύ λογικά γιατί δεν έκανε αίτηση στο Δικαστήριο να αλλάξει ο τρόπος που θα παραλαμβάνει το παιδί, διερωτήθηκε πως, αφού μίλησε με την λειτουργό και δεν μπορούσε να αλλάξει κάτι. Ως όμως έχει προαναφερθεί εκπροσωπείτο από δικηγόρο στην δικαστική διαδικασία και θα μπορούσε να λάβει νομική συμβουλή για ένα τέτοιο σημαντικό θέμα, κάτι που δεν φαίνεται να έπραξε. Αντιλαμβανόμενος το μη λογικό της θέσης του ότι παρά τα όσα έγιναν πήγαινε μόνος του να παραλάβει το παιδί, προσπάθησε στην αντεξέταση του να πείσει ότι ζήτησε κάτι τέτοιο από ανθρώπους δικούς του και εκείνοι δήθεν του απάντησαν «Θέλεις να μπλέξουμε;». Όταν δε ρωτήθηκε γιατί δεν πήγαινε με τη μητέρα του ανέφερε ότι εκείνη ήταν η μόνη που του το πρότεινε αλλά επειδή ο πατέρας του ήταν καρδιοπαθής δεν ήθελε να τον μπλέξει και να της προσθέσει προβλήματα. Όταν ρωτήθηκε τι προβλήματα θα δημιουργούνταν με τη μητέρα του, είπε μη πειστικά ότι με αυτές τις καταστάσεις όλες όταν τον κατάγγελλε για πράγματα ανύπαρκτα. Για να καταδείξει δε τα όσα απέδιδε στην παραπονούμενη και να τα συνδέσει με την επίδικη καταγγελία, στην κυρίως εξέταση του, έκανε αναφορά στο τεκμήριο 2, το οποίο κατατέθηκε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της παραπονούμενης. Χρησιμοποίησε το εν λόγω έγγραφο για να πείσει ότι η παραπονούμενη προσπάθησε ουσιαστικά να τον «εξαπατήσει, υποχρεώνοντας τον» να το υπογράψει προς βλάβη του δικαιώματος του για κοινή κηδεμονία του παιδιού. Ούτε όμως αυτή η θέση του ήταν πειστική καθότι δεν προκύπτει κάτι τέτοιο ούτε από το ίδιο το έγγραφο αλλά ούτε και από αυτά που ο ίδιος ανέφερε. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του είπε σχετικά ότι το εν λόγω τεκμήριο του το έδωσε η παραπονούμενη για να το υπογράψει και αυτός γιατί είναι και αυτός κηδεμόνας του παιδιού. Το πήρε στο σπίτι και διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη είχε συμπληρώσει τα στοιχεία τα δικά της όλα και υπέγραψε ότι δεν είναι κηδεμόνας ο κατηγορούμενος. Του έκανε μάλιστα φοβερή εντύπωση ότι στο τηλέφωνο άμεσης ανάγκης αναγράφεται το τηλέφωνο της και το τηλέφωνο του πατέρα της. Τότε ο κατηγορούμενος πήρε το δικηγόρο του και του είπε τι είχε μπροστά του και εκείνος του είπε να μην το υπογράψει. Προσπαθώντας δε να δείξει ότι αυτό δεν ήταν μεμονωμένο γεγονός σε σχέση με το σχολείο ισχυρίσθηκε ότι είχε αντιμετωπίσει μια εχθρική στάση στα προηγούμενα σχολεία, κάτι που όμως επίσης δεν προέκυψε από τα όσα είπε ακολούθως αφού επεξηγώντας στη συνέχεια είπε ότι πήγαινε και έβλεπε το παιδί του και ρωτούσε για την πρόοδο του γιατί δεν του επιτρέπεται να το παραλάβει. Πρόσθεσε δε σχετικά ότι το παιδί του λόγω του ότι μεγάλωσε (αναφερόμενος πλέον στον παρόντα χρόνο) του το ζητά και ο ίδιος βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Επανερχόμενος στο θέμα είπε ότι μετά ο ίδιος πήγε στο σχολείο, είδε τη διευθύντρια και μίλησε μαζί της. Εκείνη του είπε ότι το έδωσε και έπρεπε να συμπληρωθούν τα στοιχεία και αυτός της εξήγησε ότι είναι επίσης κηδεμόνας του παιδιού και μάλιστα είχε πάρει και το διάταγμα του Δικαστηρίου και η διευθύντρια του είπε ότι πρέπει να το διασταυρώσει με τη μητέρα, γιατί ο κατηγορούμενος είχε φωτοτυπία. Προσπαθώντας δε να πείσει ως προς την, κατ' εκείνον, απόπειρα της παραπονούμενης να τον υποχρεώσει να υπογράψει το έγγραφο, είπε ότι η διευθύντρια του ανέφερε ότι άμα «τον έβαλε να υπογράψει» (εννοώντας την παραπονούμενη) έπρεπε η διευθύντρια να το διασταυρώσει. Στην αντεξέταση του δε για να γίνει πιο πειστικός για το πιο πάνω πρόσθεσε ότι όταν του το έδωσε η παραπονούμενη, το παιδί ρώτησε τι είναι αυτό και εκείνη του είπε «Εν να το υπογράψει ο παπάς σου» αλλά και ότι όταν επέστρεψε το παιδί η παραπονούμενη του είπε «Πούν' το χαρτί, έφερες μου το για να το πάρω;» και όταν της είπε ότι θα μιλήσουν, τον ρώτησε το παιδί γιατί δεν δίνει το χαρτί της μητέρας του και του είπε ότι θα το κανόνιζε. Η θέση του όμως για την σκοπιμότητα που αποδίδει στην παραπονούμενη δεν είναι ούτε λογική εφόσον ο ίδιος δέχθηκε ότι μετά από όλα όσα έγιναν, πλέον ότι του δίνει η παραπονούμενη το διαβάζει και δέκα φορές πριν το υπογράψει, κάτι που γνωρίζει και η ίδια. Άλλωστε, ως λέχθηκε και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης, το εν λόγω έγγραφο δεν μπορεί να επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο την, δια του δικαστικού διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ρύθμιση της κηδεμονίας του ανηλίκου που ανήκει και στους δύο γονείς. Αποτελεί ένα έντυπο που συμπληρώνεται για σκοπούς του δημοτικού σχολείου όπου φοιτά ο ανήλικος. Ο δε κατηγορούμενος δεν μπορεί να μην το αντιλήφθηκε αυτό, εφόσον πρόκειται για άτομο με πανεπιστημιακή μόρφωση. Αντίθετα ο ίδιος απεκάλυψε ουσιαστικά κατά την αντεξέταση του ότι εξέλαβε το γεγονός αυτό ως προκλητικό εκ μέρους της παραπονούμενης και όχι ότι προσπάθησε να τον εξαπατήσει, ως άφησε να νοηθεί. Ούτε όμως ως προς το τι συνέβη κατά την επίδικη ημερομηνία η όλη εκδοχή του κατηγορούμενου ήταν πειστική. Αντίθετα αυτή σε κάποια ουσιώδη σημεία της δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική ενώ σε άλλα αποτελείτο από εκ των υστέρων σκέψεις του στα πλαίσια της προσπάθειας του να διαψεύσει την παραπονούμενη. Συγκεκριμένα: Στην αντεξέταση του περιγράφοντας την διαδικασία που ακολουθούσε όταν πήγαινε να παραλάβει το παιδί με βάση το διάταγμα είπε ότι όταν πάρκαρε κοντά στο πεζοδρόμιο, τηλεφωνούσε στην παραπονούμενη, του έπαιρνε το παιδί, το παραλάμβανε αυτός, το έβαζε στο πίσω κάθισμα και έφευγε. Όταν ρωτήθηκε εάν δηλ. πάντα κατέβαινε από το αυτοκίνητο, για να δείξει την ανάγκη προς τούτο και να διαψεύσει την αντίστοιχη θέση της παραπονούμενης, είπε για πρώτη φορά, ότι είχε περιπτώσεις (δηλ. όχι πάντα) που η παραπονούμενη του έφερνε και πράγματα σε τσάντα, όπως παιγνίδια και ρούχα και αυτός τα παραλάμβανε και τα έβαζε στο πίσω κάθισμα και μετά έβαζε το παιδί και έφευγε. Από την άλλη ήταν θέση του ότι πάντα κατέβαινε από το αυτοκίνητο για να παραλάβει το παιδί. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αντίθετη θέση της παραπονούμενης, ότι δηλ. συνήθως ο κατηγορούμενος δεν κατέβαινε από το αυτοκίνητο, δεν αμφισβητήθηκε. Στη συνέχεια περιγράφοντας την επίδικη ημέρα, ο κατηγορούμενος είπε ότι ακολούθησε την ίδια διαδικασία και ότι πέραν από το παιδί παρέλαβε και τα πράγματα που του έφερε η παραπονούμενη, κάτι που δεν ανέφερε ούτε στην κατάθεση του αλλά ούτε και στην κυρίως εξέταση του. Πρόκειται σαφώς για εκ των υστέρων σκέψη του για να πείσει για το λόγο που ήταν εκτός του αυτοκινήτου. Μάλιστα πρόσθεσε στη όλη διαδικασία ότι αυτός στεκόταν στο δρόμο, η παραπονούμενη πήγαινε με το παιδί προς το μέρος του, δεν του το παρέδιδε χέρι με χέρι αλλά άφηνε το παιδί και εκείνο πήγαινε προς τον κατηγορούμενο, ο οποίος το παραλάμβανε πίσω από το αυτοκίνητο. Λαμβανομένης όμως υπόψην της σπουδής, την οποία, ως ο ίδιος περιέγραψε, επιδείκνυε για την ασφάλεια του παιδιού μέσα στο αυτοκίνητο με το παιδικό κάθισμα και κατά την οδήγηση, δεν είναι λογικό να άφηνε ένα παιδί 3 ½ μόλις ετών να κατεβαίνει μόνο του από το πεζοδρόμιο στο δρόμο για να πάει προς τον ίδιο, πίσω από το αυτοκίνητο. Φαίνεται λοιπόν ότι ανέφερε το πιο πάνω για να δείξει ότι κρατούσε απόσταση από την παραπονούμενη αλλά και για να πείσει ότι το κάθισμα ήταν από την άλλη πλευρά ώστε να συνάδει με την όλη εκδοχή του και να διαψεύσει την αντίθετη εκδοχή της παραπονούμενης. Όταν δε ρωτήθηκε σχετικά είπε ουσιαστικά ότι δεν έπαιρνε το παιδί από το χέρι της παραπονούμενης λόγω των κατηγοριών, λόγω των καταστάσεων που είπε πριν, για να προφυλάξει τον εαυτό του. Όταν ρωτήθηκε στη συνέχεια εάν είχαν γίνει μέχρι τότε καταγγελίες εναντίον του, είπε ότι έγιναν δύο. Δέχθηκε όμως ότι καμία εξ αυτών δεν ήταν ότι έκανε χρήση σωματικής βίας. Είπε δε για να πείσει ότι, όταν βρίσκονταν ακόμη στα πρόθυρα του χωρισμού εκείνη ισχυρίσθηκε ότι ο κατηγορούμενος αποπειράθηκε να την πνίξει αλλά δέχθηκε ότι δεν έκανε καταγγελία για αυτό, λέγοντας ότι το ανέφερε αργότερα στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Είπε επίσης ότι για μια από τις καταγγελίες που του έκανε η παραπονούμενη, πριν το επίδικο περιστατικό, κάποια αστυνομικός του είπε να μην ανέβει ξανά έξω από την πόρτα του διαμερίσματος που διέμενε η παραπονούμενη. Για ποιο πράγμα λοιπόν έμενε σε απόσταση για να προστατεύσει τον εαυτό του; Από κατηγορία εξύβρισης; Εάν η παραπονούμενη ήθελε να του κάνει ψευδή καταγγελία για εξύβριση μπορούσε με την ίδια λογική να το κάνει ανεξάρτητα με το που στεκόταν ο κατηγορούμενος όταν παραλάμβανε το παιδί. Όταν δε του υποβλήθηκε ότι η συνήθης διαδικασία ήταν η παραπονούμενη να φέρνει το παιδί, να το βάζει στο κάθισμα, να το δένει και ο ίδιος δεν κατέβαινε από το αυτοκίνητο, σε αντίθεση με τα όσα υποστήριξε πριν, δεν το αρνήθηκε αρχικά λέγοντας ουσιαστικά ότι η χρήση της λέξης «συνήθως» σημαίνει ότι είχε και περιπτώσεις που κατέβαινε, για να προσθέσει όμως αμέσως μετά, όταν αντιλήφθηκε την αντίφαση, ότι πάντα κατέβαινε. Όσον αφορά το κάθισμα του παιδιού, όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση γιατί το έβαλε πίσω από την θέση του οδηγού, για να πείσει και ως προς αυτό και να διαψεύσει και πάλι την αντίστοιχη θέση της παραπονούμενης, είπε ότι οι οδηγίες του κατασκευαστή, που είχε διαβάσει πριν, δεν καθορίζουν που θα μπει όταν πρόκειται για το πίσω κάθισμα και ότι ο ίδιος διαφωνεί να μπαίνει πίσω από την θέση του συνοδηγού για να βλέπει το παιδί γιατί έτσι δεν θα βλέπει μπροστά του πού πάει το αυτοκίνητο. Προτίμησε να το έχει πίσω του και να το ελέγχει από το καθρεφτάκι. Δεν είναι όμως λογικό αυτό καθότι, όντας το παιδικό κάθισμα πίσω από την θέση που καθόταν ο ίδιος, και λαμβάνοντας υπόψην το μικρό μέγεθος ενός παιδιού 3 ½ ετών, δεν θα μπορούσε να το ελέγχει από το καθρεφτάκι, ως ισχυρίσθηκε. Περαιτέρω εύλογα τίθεται ερώτημα ως προς τη θέση του αυτή, γιατί εφόσον είχε το κάθισμα πίσω από την θέση του οδηγού και επεδείκνυε σπουδή για την ασφάλεια του παιδιού μέσα στο αυτοκίνητο, δεν φρόντιζε και πάλι για λόγους ασφάλειας του παιδιού, να παρκάρει το αυτοκίνητο με τρόπο ώστε να είναι κοντά στο πεζοδρόμιο η πόρτα που βρίσκεται κοντά το εν λόγω κάθισμα και να μην χρειάζεται να κατεβαίνει το παιδί από το πεζοδρόμιο στο δρόμο για να πηγαίνει προς αυτόν, στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου; Περαιτέρω για να διαψεύσει και την άλλη αντίθετη θέση της παραπονούμενης, ισχυρίσθηκε ότι το παιδί δεν θα μπορούσε κατά τον επίδικο χρόνο να δει έξω από το παράθυρο τι γινόταν καθότι στο παιδικό κάθισμα υπήρχε αριστερά και δεξιά προστατευτικό που εξέχει και εμπόδιζε κάτι τέτοιο. Αυτό όμως, ως εξηγήθηκε ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης, δεν μπορεί να ισχύει καθότι πιθανόν να εμπόδιζε το παιδί να δει αμέσως δεξιά ή αριστερά του αλλά δεν μπορεί να το εμπόδιζε να δει μπροστά και λοξώς αριστερά, όπου προκύπτει ότι βρισκόταν η παραπονούμενη όταν εκείνη πρόσεξε το παιδί να τους βλέπει. Ότι το παιδί μπορούσε να τους δει προκύπτει και από τα όσα σε άλλο μέρος της αντεξέτασης του ανέφερε ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα όταν του υποβλήθηκε ότι την επίδικη ημέρα έφτυσε προς το μέρος της παραπονούμενης και αυτή απέφυγε το φτύσιμο, το αρνήθηκε και είπε μεταξύ άλλων ουσιαστικά ότι δεν θα έκανε κάτι τέτοιο, ιδιαίτερα μπροστά στο παιδί του. Όταν του τέθηκε ότι πριν είπε ότι το παιδί δεν έβλεπε, υπεκφεύγοντας είπε «Έβριζα. Αφού έβριζα τζιαί είχε τζιαί κατηγορίες ότι έβριζα λαλεί». Εδώ να υπομνησθεί πώς κατά την αντεξέταση του, ο ίδιος παραδέχθηκε ότι έβρισε την παραπονούμενη, λέγοντας ότι από την τελευταία καταγγελία της δηλ. για την επίδικη, δεν ξανά έβρισε, ούτε ξανά υπήρξε πρόβλημα. Αντιλαμβανόμενος στη συνέχεια αυτό και όταν του ζητήθηκε να πει τι εννοεί απάντησε υπεκφεύγοντας την ερώτηση. Περαιτέρω στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε εάν ήξερε ότι η παραπονούμενη είδε παιδοψυχολόγο, είπε ουσιαστικά ότι γνώριζε ότι θα ρωτούσε ή ότι ρώτησε. Είπε δε αμέσως μετά ότι έλεγε και για τον εαυτό της ότι πήγε. Δέχθηκε επίσης ότι γνώριζε ότι όταν ήταν παντρεμένοι, η παραπονούμενη έκανε μαθήματα λογιστικής καθώς και ότι είχε αρκετές ενδείξεις ότι εκείνη δεν πήγαινε στα μαθήματα. Τα πιο πάνω ενισχύουν την θέση της παραπονούμενης ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος της είπε «Βρώµα» και ότι αφού πάει στον παιδοψυχολόγο για το παιδί τους, να αναφέρει στον παιδοψυχολόγο ότι όταν δεν µετέβαινε στα µαθήµατα λογιστικής, βρισκόταν µε τον γκόµενο της και για αυτό δεν µετέβαινε στα µαθήµατα. Αυτό γιατί δείχνει ότι πρόκειται για γεγονότα που γνώριζε ο κατηγορούμενος και για αυτό και τα ανέφερε και ότι δεν ήταν λόγια που η παραπονούμενη έβγαλε από την φαντασία της. Άλλωστε γιατί να επιλέξει να αποδώσει στον κατηγορούμενο συγκεκριμένα τα πιο πάνω λόγια, εάν δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συναφώς η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή αλλά απορρίπτεται στο σύνολο της. Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος παντρεύτηκαν στις 19.7.08 και στις 2.6.09 απέκτησαν ένα παιδί, τον Μιχάλη. Ο γάμος τους λύθηκε με την έκδοση διαζυγίου στις 24.10.
  5. Από τον Ιούνιο όμως του 2011 βρίσκονταν σε διάσταση. Η παραπονούμενη με το παιδί τους, συνέχισαν να διαµένουν στην οικογενειακή οικία όπου ζούσε πριν και ο κατηγορούμενος, στην οδό 1ης Οκτωβρίου στην Μέσα Γειτονία στην Λεμεσό (στο εξής η οικία). Κατόπιν αίτησης της παραπονούμενης στο Οικογενειακό Δικαστήριο είχε εκδοθεί προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας και φύλαξης του παιδιού. Αυτό προέβλεπε ότι την φύλαξη του παιδιού θα την είχε η παραπονούμενη και η κηδεµονία θα ασκείτοι από κοινού με τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος είχε δικαίωµα επικοινωνίας µε το παιδί, κάθε Δευτέρα και Τετάρτη µεταξύ των ωρών 16:00-19:00 της ίδιας ηµέρας και το Σάββατο μεταξύ των ωρών 10:00-18:00 της ιδίας ηµέρας. Δεν είχε δικαίωµα διανυκτέρευσης του παιδιού στην οικία όπου διέμενε. Σύμφωνα πάντα με το ίδιο διάταγμα, ο κατηγορούμενος όφειλε να παραλαµβάνει το παιδί από την προαναφερόμενη οικία και κατά το πέρας της επικοινωνίας να το επιστρέφει στην ίδια διεύθυνση. Επίσης βάση του διατάγµατος η παραπονούμενη όφειλε να παραδίδει και να παραλαµβάνει το παιδί από τον κατηγορούμενο, κατά τις αναφερόµενες ηµέρες και ώρες, έξω από την εν λόγω οικία. Όταν ο κατηγορούμενος πήγαινε για τον σκοπό αυτό έξω από την οικία, έπαιρνε τηλέφωνο την παραπονούμενη και της έλεγε ότι ήταν έξω και τότε αυτή έπαιρνε το παιδί κάτω για να το παραλάβει. Στις 24.11.12 και ώρα 10:15 το πρωί, ο κατηγορούμενος πήγε µε το αυτοκίνητο του για να παραλάβει το παιδί. Η παραπονούμενη ετοίµασε το παιδί και το πήγε κάτω µε σκοπό να το παραδώσει στον κατηγορούμενο. Όταν πήρε κάτω το παιδί, στο πεζοδρόµιο έξω από την οικία, διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν µόνος του εκτός του αυτοκινήτου και περίµενε να παραλάβει το παιδί ενώ συνήθως περίμενε εντός του αυτοκινήτου και η παραπονούμενη έβαζε το παιδί στο κάθισμα. Αφού αυτός πήρε το παιδί, το έβαλε στο αυτοκίνητο, στο παιδικό κάθισμα που βρισκόταν στο πίσω μέρος, πίσω από το κάθισμα της πλευράς του συνοδηγού, η οποία βρισκόταν από την πλευρά του πεζοδρομίου, έκλεισε την πόρτα, γύρισε προς το μέρος που ήταν η παραπονούμενη και χωρίς αυτή να του πει οτιδήποτε, εκείνος έσκυψε και έφτυσε μπροστά της προς το πάτωμα του πεζοδρομίου και αυτή τράβηξε πίσω για το αποφύγει. Μετά απευθυνόµενος στην παραπονούμενη της είπε «Βρώµα» και ότι αφού πάει στον παιδοψυχολόγο για το παιδί τους, να αναφέρει στον παιδοψυχολόγο ότι όταν δεν µετέβαινε στα µαθήµατα λογιστικής, βρισκόταν µε τον γκόµενο της και για αυτό δεν µετέβαινε στα µαθήµατα. Στην συνέχεια την αποκάλεσε «πουτάνα, σκατοπουτάνα». Ενώ ο κατηγορούμενος την εξύβριζε η παραπονούμενη αντιλήφθηκε το παιδί να τους βλέπει και επειδή υπέθεσε ότι το παιδί άκουγε τι έλεγε ο πατέρας του και δεν ήθελε να το τραυµατίσει ψυχολογικά µε το να κάνει συζήτηση στην παρουσία του, επέστρεψε στην οικία. Νομική πτυχή Το αδίκημα της κατηγορίας 1 προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 242 του Ποινικού Κώδικα και 4
(2)(ιβ) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/
  1. Τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι λοιπόν τα ακόλουθα:
  2. Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε παράνομα,
  3. Εναντίον άλλου μέλους της οικογένειας του. Μέλος της οικογένειας, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 119(Ι)/2000, περιλαμβάνει άντρα και γυναίκα που έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίζει το άλλο πρόσωπο. Πρέπει όμως να υπάρξει κάποια εχθρική πράξη για να στοιχειοθετηθεί η επίθεση όπως μια απειλή ή μια κίνηση που μπορεί να εκληφθεί ως απειλή (βλ. Fagan v. Metropolitan Police Commissioner
(1968)3 All E.R 442 και το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003, παρ. Β2.5, σελ. 162). Από την Ψυλλίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ 326, προκύπτει ότι και το φτύσιμο εναντίον άλλου προσώπου συνιστά επίθεση. Δεν είναι δε απαραίτητο όπως ο δράστης πετύχει τον στόχο του. Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξη του, προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974). Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης προβλέπεται από το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα και τα συστατικά του στοιχεία είναι τα ακόλουθα:
  1. Ο κατηγορούμενος να εξυβρίσει άλλον,
  2. Η εξύβριση να γίνεται με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση,
  3. Η εξύβριση να γίνεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, το οποίο ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25, Anthony Castelow and another v. The Police
(1970)2 C.L.R. 141 και Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362). Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Στην υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. 1297 που αφορούσε κατηγορία βάση του άρθρου 4 του Public Order Act, 1986, με παρόμοια συστατικά στοιχεία με αυτά του άρθρου 99 του Ποινικού μας Κώδικα, αποφασίσθηκε ότι η ερμηνεία της λέξης «insulting» (σε ελληνική μετάφραση «υβριστικός») δεν είναι νομικό θέμα και θα πρέπει να αποδίδεται σε αυτή το κανονικό της νόημα. Αναφέρθηκε δε σχετικά ότι ο μέσος συνετός άνθρωπος αντιλαμβάνεται την ύβρη όταν τη βλέπει ή την ακούει. Το κριτήριο για την ύπαρξη όλων των πιο πάνω στοιχείων είναι καθαρά αντικειμενικό. Στην Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 κρίθηκε ως ορθή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η λέξη «καραγκιόζης» που είχε εκστομίσει η εφεσείουσα εναντίον Αστυνομικού, στον τόπο και υπό τις συνθήκες που χρησιμοποιήθηκε είναι υβριστική και εκδηλώνει περιφρόνηση προς το πρόσωπο προς το οποίο εκστομίζεται και είναι γενικά προσβλητική και μειωτική του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Επιπρόσθετα στην ίδια απόφαση κρίθηκε ότι δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετόν ότι, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Κάτι τέτοιο συνάγεται στην κάθε περίπτωση από τις περιστάσεις στο σύνολο τους. Ως προς το σημείο δε αυτό στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι από το σύνολο των περιστάσεων ήταν βέβαιο ότι ο παραπονούμενος δε θεώρησε αθώα την επίμαχη έκφραση ούτε ασφαλώς την εξέλαβε ως εκδήλωση ευγένειας, διότι, αν μη τι άλλο, υπέβαλε παράπονο στην Αστυνομία. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες νομικές αρχές καταλήγω στα ακόλουθα: Η ενέργεια του κατηγορούμενου να φτύσει προς το μέρος της παραπονούμενης, κάτι που φαίνεται και από το ότι αυτή τράβηξε πίσω για να το αποφύγει, αναμφίβολα συνιστά επίθεση, ως προκύπτει και από την προαναφερόμενη νομολογία. Η όλη δε συμπεριφορά του κατηγορούμενου τόσο πριν όσο και κατά την διάρκεια της εν λόγω πράξης αλλά και αμέσως μετά από αυτή, με βάση τα όσα της ανέφερε, οδηγεί κατά την κρίση μου περαιτέρω, αναμφίβολα στο συμπέρασμα, ότι αυτός είχε και την αναγκαία πρόθεση να διαπράξει την εν λόγω επίθεση εναντίον της πρώην συζύγου του, η οποία σίγουρα δεν συγκατατέθηκε με οποιοδήποτε τρόπο σε αυτήν. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας 1. Οι λέξεις δε που στην συνέχεια απηύθυνε ο κατηγορούμενος στην παραπονούμενη, στο πεζοδρόμιο έξω από την οικία στην οδό 1ης Οκτωβρίου στην Μέσα Γειτονία στην Λεμεσό, δηλ. σε δημόσιο χώρο, και συγκεκριμένα «βρώµα», «πουτάνα, σκατοπουτάνα», στον τόπο, τον χρόνο και υπό τις συνθήκες που χρησιμοποιήθηκαν ήταν υβριστικές, εκδήλωναν περιφρόνηση και ήταν αναμφίβολα προσβλητικές και μειωτικές του προσώπου της παραπονούμενης. Τέλος κρίνω ότι οι λέξεις αυτές ήταν δυνατό να προκαλέσουν παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Αυτό συνάγεται όχι μόνο από τις περιστάσεις στο σύνολο τους αλλά και από το ότι η παραπονούμενη προέβηκε σε σχετική καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου στην Αστυνομία και για το θέμα αυτό. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία και του αδικήματος της κατηγορίας 3. Καταληκτικά ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1 και 3. (Υπ.) ......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Κοινή επίθεση - Βία στην Οικογένεια - Δημόσια εξύβριση). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.